Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Νανά - Εμίλ Ζολά

Η ζωή της Νανάς θα αλλάξει για πάντα μετά την πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο. Μπορεί να είναι ατάλαντη όμως καταφέρνει να σαγηνεύσει το Παρίσι. Τώρα πια δεν κυνηγά σαν άλλοτε τους αγαπητικούς, δεν είναι μια απλή πόρνη τώρα, σαν πεταλούδα φτερουγίζει ανέμελα από πορτοφόλι σε πορτοφόλι, είναι αχόρταγη, τα θέλει όλα. Δεν γνωρίζει φύλα η φυσική της γοητεία, άνδρες και γυναίκες παραδίδονται στο κάλεσμά της. Είναι τόσο έντονη η γοητεία που ασκεί που διστάζεις να την αποκαλέσεις πόρνη.
Ο έρωτας για την Νανά δεν είναι μόνο τρόπος βιοπορισμού, είναι ένα παιχνίδι, μια απόλαυση. Παρασέρνει τους πάντες στο διάβα της, τους οδηγεί στο κρεβάτι της αν της κάνει κέφι και ας βρήκε για μια περίοδο τον μάστορά της. Κινείται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των κοινωνικών τάξεων, είναι μια τάξη από μόνη της. Όλα αυτά συμβαίνουν τα τελευταία τρία χρόνια της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας.

Μπορεί σήμερα να φαντάζει κάπως απλοϊκό, όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η Νανά του Εμίλ Ζολά είναι γραμμένη το 1880, πριν από 131 χρόνια δηλαδή. Δεν είναι δύσκολο για κάποιον να κάνει τις απαραίτητες αναγωγές στο σήμερα, διαβάζοντας το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αντιλαμβάνεσαι πως η μοναδική διαφορά με το σήμερα είναι η "άνεση" με την οποία διηγούμαστε σήμερα παρόμοιες ιστορίες, σαν να τις θεωρούμε κάτι που απλώς συμβαίνει. Ας σκεφτούμε όμως τον ντόρο που προκάλεσε τότε η έκδοση του συγκεκριμένου κειμένου και ας προβληματιστούμε όλοι μας από τους συμβολισμούς που κρύβονται ανάμεσα στις νατουραλιστικές περιγραφές του Εμίλ Ζολά.

Σκέφτομαι τώρα που το βιβλίο στέκει εδώ, στα αριστερά του υπολογιστή, μέσω του οποίου πληκτρολογώ ετούτη την ανάρτηση, πόσο πιο πολύ θα με είχε συγκλονίσει η ανάγνωση του κλασικού αυτού μυθιστορήματος αν δεν είχαν προηγηθεί τόσα μεταγενέστερά του αναγνώσματα, γιατί μπορεί να εξακολουθεί να είναι σημαντική η επαφή με την κλασική λογοτεχνία από άποψη παιδείας, αλλά συχνά η μάχη με την σύγχρονη είναι λίγο άνιση ως προς την απόλαυση. Καταλαβαίνω πως πολλοί θα διαφωνήσουν αλλά είναι η προσωπική μου άποψη χωρίς βέβαια να αποτελεί κανόνα ούτε και για μένα τον ίδιο.

Εκδόσεις Γκοβοστή.
Μετάφραση Γιώργος Πράτσικας.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Άουστερλιτς - W. G. Sebald

Ακόμα μια σελίδα, σκέφτεσαι, και θα το αφήσω και κάπως έτσι περνάνε οι σελίδες, στις φωτογραφίες που παρεμβάλονται της ιστορίας του Ζακ Άουστερλιτς ξαποστένει η ματιά για λίγο πριν να συνεχίσει την ανάγνωση. Μάστορας της γλώσσας ο Ζέμπαλντ, κατέχει την γνώση της γραφής, την συνταγή με τις αναλογίες. Είναι από εκείνες τις φορές που διαβάζοντας το μεταφρασμένο κείμενο αναλογίζομαι πως θα μου άρεσε να μπορούσα να διαβάσω από το πρωτότυπο, συναίσθημα το οποίο δεν έχει να κάνει τόσο με το μεταφραστικό αποτέλεσμα, το οποίο δια χειρός Ιωάννας Μεϊτάνη είναι πραγματικά υψηλού επιπέδου, όσο με την δυναμική του πρωτοτύπου.

Όταν πέρυσι το καλοκαίρι διάβαζα το «Οι δακτύλιοι του Κρόνου» ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα στο λογοτεχνικό σύμπαν του ιδιαίτερου αυτού γερμανού συγγραφέα. Το ίδιο νιώθω και τώρα μετά το πέρας της δεύτερης επαφής μου με το έργο του.

Δεν είναι μόνο ο τρόπος γραφής του ιδιαίτερος. Αυτό το οποίο με εντυπωσιάζει και με ελκύει στο έργο του είναι το γεγονός ότι αν και με την μορφή μυθιστορήματος τα έργα του τείνουν περισσότερο στο να χαρακτηριστούν ως μελέτες, πραγματείες, κάτι οικείο για τον Ζέμπαλντ που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε διάφορα πανεπιστήμια ανά την Ευρώπη.

Μέσα από την προσωπική ιστορία του Ζακ Άουστερλιτς, ενός ανθρώπου χωρίς πατρίδα, χωρίς θρησκεία, χωρίς γλώσσα, ο Ζέμπαλντ μας μιλάει για την Ευρώπη, την αρχιτεκτονική, την πολιτική, την θρησκεία, το εβραϊκό ζήτημα.

Προτάσεις που αργούν να ανακοπούν από κάποια τελεία, δομημένες όμως τόσο μαεστρικά με αποτέλεσμα την αναγνωστική μέθη.

Εκδόσεις Άγρα.

Μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Η Σκέψη και Ο Κυβερνήτης - Λεονίντ Αντρέγιεφ

Μεσημέρι Κυριακής στο μετρό, κόσμος λιγοστός, δρομολόγια αραιά, επιβιβάζομαι και κάθομαι, απέναντί μου μια κοπέλα διαβάζει με προσήλωση, απομένω να χαζεύω το εξώφυλλο, την φωτογραφία στην οποία διακρίνεται ο Αντρέγιεφ σε κάποια φινλανδική ακτή, τελευταία στιγμή αποβιβάζομαι λίγο πριν οι πόρτες να κλείσουν μετά τον χαρακτηριστικό ήχο. Καθώς ανέβαινα προς την επιφάνεια ήμουν σίγουρος πως θα ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα, και ας είχα διαβάσει την Σκέψη στο παρελθόν, όταν όμως με χτύπησε το έντονο φως του απριλιάτικου ήλιου κατάλαβα πως δεν ήταν καιρός για ρωσικά αναγνώσματα. Οι μέρες πέρασαν ο καιρός χάλασε και η επιλογή στο βιβλιοπωλείο προφανής.

Η Σκέψη, που κατά καιρούς έχει εκδοθεί και με τον τίτλο Τρέλα, αποτελεί την γραπτή εξήγηση του γιατρού Αντόν Ιγκνάγιεβιτς Κερζέντσεφ, που κατηγορείται για φόνο, κατά την διάρκεια της παραμονής του στην ψυχιατρική κλινική.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω την συγκεκριμένη νουβέλα την είχα διαβάσει αρκετά παλιότερα. Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός οτί θυμόμουν αρκετές λεπτομέρειες, αυτό μάλλον όμως εξηγείται από την εντύπωση που μου είχε προκαλέσει το παραλήρημα του Κερζέντσεφ, οποίος πότε προσπαθεί να εξηγήσει πως το παίζει τρελός και πότε πως είναι. Η συγκεκριμένη νουβέλα έχει μεταφερθεί και στο θέατρο, κάτι απόλυτα αναμενόμενο από την φύση του κειμένου.
Ο Αντρέγιεφ μας προσκαλεί σε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, στο οποίο η κάθε κίνησή του είναι μελετημένη ως την τελευταία λεπτομέρεια σε σημείο που εμένα τουλάχιστον με έκανε να ανησυχώ γύρω από την ψυχική κατάσταση του ίδιου του συγγραφέα.

Ο Κυβερνήτης σήκωσε το λευκό μαντήλι, οι στρατιώτες πυροβόλησαν τους απεργούς που είχαν περικυκλώσει το κυβερνείο, κάποιοι έπεσαν νεκροί. Η εικόνα αυτή στοιχειώνει τον κυβερνήτη. Όλοι είναι σίγουροι πως κάποιος θα τον σκοτώσει, εκείνος επιμένει να περπατάει μονάχος του στα έρημα δρομάκια της πόλης.

Το πέρας της ανάγνωσης μου άφησε μια γεύση οικονομίας, κατά την γνώμη μου σε καμία από τις δύο αυτές νουβέλες δεν υπάρχει περιττή λέξη, ούτε μία και είναι εντυπωσιακό.

Ο Αντρέγιεφ είναι ίσως ένα από τα πιο γνωστά μυστικά της ρωσικής λογοτεχνίας.

Εκδόσεις Άγρα
Μετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Λαγού Μαλλί - Γιάννης Μακριδάκης

Εδώ και καιρό είχα στην άτυπη λίστα με τα προσεχώς την νουβέλα αυτή του Γιάννη Μακριδάκη. Συμβαίνει ενίοτε να πέφτω συνεχώς επάνω σε κάποιον συγγραφέα και συχνά αυτό το θεωρώ ως κάποιου είδους σημάδι. Ανάμεσα στις αναφορές τις σχετικές με τα βιβλία του, έτυχε κάποια στιγμή να παρακολουθήσω κάποια συνεντευξή του στο διαδίκτυο, της οποίας το λινκ δυστυχώς δεν μπορώ να βρω αυτή την στιγμή.

Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της νουβέλας αυτής αποτελεί η ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, γραπτή αποτύπωση της χιακής διαλέκτου. Δεν με ξένισε, πώς αλλιώς άραγε θα μπορούσε να αποτυπωθεί διαφορετικά η ιστορία του καπτα-Σίμου και της βάρκας του της Δεσπινιώς; Δεν είναι το μικρό μέγεθος μόνο που σε αναγκάζει να το διαβάσεις απνευστί, είναι και η γλώσσα. Συχνά ξεχνάμε στο βωμό της ιστορίας, τον πρωτεύοντα ρόλο της γλώσσας στην λογοτεχνία, και ευτυχώς υπάρχουν τέτοια κείμενα για να μας το θυμίζουν.

Το Λευτερό ο καβγατζής, ο Νικολής η Μουγγριά, ο Λάμπης ο λιμενικός και ο Πέτρος ο καθηγητής συντροφεύουν τον καπτα-Σίμο στην κηδεία του. Λίγες μέρες πριν πέθανε πάνω στο Δεσπινιώ, σκαρί αβύθιστο, τις ίδιες μέρες ο πρωθυπουργός από το Καστελόριζο ανακοίνωνε τα γνωστά πλέον σε όλους μας μαντάτα.

Η θάλασα κυριαρχεί, ο μόχθος του ψαρά και η αλμύρα της θάλασσας. Αλλά ο συγγραφέας δεν αφήνει ασχολίαστη την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας.

Μικρή σε έκταση αλλά σφιχτή σε δομή η αξιολογότατη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη μας δίνει μια εικόνα της "κρίσης" μακριά από τα αστικά κέντρα και χωρίς να χρειαστεί να φωνάξει καταφέρνει να ακουστεί σε όποιον θέλει να την ακούσει.


Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε στην Χίο το 1971, σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό Πελινναίο.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Νυχτερινό τρένο για την Λισαβόνα - Πασκάλ Μερσιέ

Τι είναι αυτό που μπορεί να ανατρέψει μια ζωή προγραμματισμένη ως την τελευταία της λεπτομέρια;
Ο Γκρεγκόριους, φιλόλογος σε σχολείο της Βέρνης, διάγει ένα βίο σχεδόν ασκητικό. Κάθε μέρα την ίδια ώρα αφήνει το σπίτι του και πηγαίνει στο σχολείο στο οποίο κάποτε ήταν μαθητής και ο ίδιος και που τώρα διδάσκει λατινικά, αρχαία ελληνικά και εβραϊκά. Χωρισμένος από καιρό περνά τον χρόνο του στο σπίτι ανάμεσα σε αρχαία κείμενα και σχόλια. Μια μέρα διασχίζοντας την γέφυρα συναντά μια κοπέλα έτοιμη να αυτοκτονήσει, όταν αργότερα την ρωτά ποιά είναι η μητρική της γλώσσα εκείνη θα του απαντήσει "Portugues". Ο τρόπος που θα ηχήσει η λέξη αυτή στα αυτιά του Γκρεγκόριους θα τον οδηγήσει λίγο αργότερα, όταν η κοπέλα θα έχει χαθεί, να εγκαταλείψει το σχολείο πριν το τελευταίο κουδούνι. Χαμένος περιδιαβαίνει την Βέρνη. Ο δρόμος θα τον οδηγήσει σε ένα ισπανικό βιβλιοπωλείο, εκεί θα αγοράσει το βιβλίο του Αμαντέου ντε Πράντου με τίτλο " Ένας χρυσοχόος των λέξεων". Όταν γυρίσει σπίτι, με ένα δίσκο εκμάθησης της πορτογαλικής, θα πάρει την ξαφνική απόφαση να ταξιδέψει ως την Λισαβόνα.
Εκεί θα ακολουθήσει τα ίχνη του Αμαντέου ντε Πράντου.

Η παραπάνω είναι νομίζω μια κατατοπιστική εισαγωγή για το βιβλίο του Ελβετού Πασκάλ Μερσιέ ( ψευδώνυμο του Πέτερ Μπιέρι). Θα συγκρατηθώ και δεν θα γράψω τίποτα παραπάνω σχετικά με την πλοκή και την υπόθεση. Αν ποτέ διαβάσετε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ίσως καταλάβετε το γιατί. Θέλω απλώς να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο ίσως να μην είναι το πιο αντιπροσωπευτικό τού βιβλίου αλλά είναι αυτό που μου έμεινε στην μνήμη.

" Ο Γκρεγκόριους δεν είχε πλήξει ποτέ στην ζωή του. Άκουγε πως υπήρχαν άνθρωποι που δεν ήξεραν τι να κάνουν με την ώρα τους, και λίγα πράγματα έβρισκε τόσο ακατανόητα όσο αυτό. Ούτε τώρα έπληττε. Αυτό που ένιωθε στο ήσυχο, υπερβολικά μεγάλο σπίτι ήταν άλλο: σαν να στεκόταν ο χρόνος ακίνητος, ή μάλλον όχι, δεν στεκόταν ακίνητος, απλά δεν τον τραβούσε κι αυτόν μαζί του στο περασμά του, δεν τον ταξίδευε προς το μέλλον, απλά κυλούσε δίπλα του χωρίς να τον αγγίζει, χωρίς να σχετίζεται μαζί του."

Ο συγγραφέας Πασκάλ Μερσιέ είναι Ελβετός, γεννήθηκε στην γερμανόφωνη Βέρνη και σπούδασε φιλοσοφία. Εργάζεται ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Ελέυθερο πανεπιστήμιο του Βερολίνου.
Αν και γραμμένο στα γερμανικά, το βιβλίο δεν μου φάνηκε και τόσο γερμανικό χωρίς αυτό να είναι κάτι το αρνητικό.
Το Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα μου το πρότεινε μια φίλη που το διάβασε από το πρωτότυπο, την ευχαριστώ για αυτό γιατί νομίζω πως από μόνος μου δύσκολα θα τολμούσα να το διαβάσω ακόμα και αν έπεφτα τυχαία πάνω του.

Εκδόσεις Ψυχογιός.
Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Trouble over Tokyo @ Residents bar

Με την μουσική του Trouble over Tokyo (Toph Taylor) ήρθα σε επαφή μέσα από τα δισκάκια του Muzine, τα οποία μου προξενούσαν τα ίδια συναισθήματα για τα οποία άλλοτε υπεύθυνες ήταν οι σπιτικές κασσέτες και αργότερα τα CD, την επιμέλεια των οποίων αναλάμβαναν φίλοι με σκοπό να μου γνωρίσουν μουσικές που ως τότε δεν ήξερα και που πίστευαν πως θα μου αρέσουν.

Ήταν όμορφη η αναμονή για το επόμενο τεύχος, δυστυχώς όμως τα όμορφα πράγματα έχουν ένα τέλος αλλά τα τεύχη του περιοδικού μένουν ως μάρτυρες εκείνης της εποχής να στολίζουν την βιβλιοθήκη μου.

Όταν είδα τις ημερομηνίες της εμφάνισης του Trouble over Tokyo στην Ελλάδα με κατέκλυσε ένα συναίσθημα αρκετά ανάμικτο, από την μία ένα παράπονο αφού το πρωινό ξύπνημα στο οποία θα έπρεπε να υποβάλω τον εαυτό μου το πρωινό της Κυριακής, λίγες ώρες μετά το live, καθιστούσε αδύνατη την παρουσία μου εκεί. Από την άλλη μια ελπίδα για την εμφάνισή του στην Θεσσαλονίκη, στην οποία θα βρισκόμουν την Κυριακή.

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκα στον ελληνικό βορρά, ήταν λίγο παράξενο το ενδεχόμενο της επιστροφής, έκρυβε όμως και μια μαγεία. Μια επιστροφή στο παρελθόν.

Το πως μαζεύτηκε μια μεγάλη παρέα στο residents εκείνο το βράδυ είναι μια άλλη ιστορία.

Το residents έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τέτοια που του δίνει μια ανεξήγητη οικειότητα. Το live αποτέλεσε την επιβράβευση για την επιμονή μου, ο Toph σε τρομερά κέφια, αν και μόνος του επί σκηνής παρέα με την κιθάρα και τα κουμπάκια του, κατάφερε να μας ξεσηκώσει και να μας δώσει ρόλο στο σκηνικό που έστησε εκείνη την βραδιά. Μουσικός που δουλεύει επαγγελματικά την μουσική του ως την τελευταία λεπτομέρεια αλλά ερασιτέχνης στον τρόπο με τον οποίο την βιώνει, στάθηκε να μας κοιτάζει αμήχανα στο τέλος του σετ και ενώ οι θαμώνες ζητούσαν επιταχτικά και άλλο, εκείνος δεν μας χάλασε το χατίρι. Το πιο σημαντικό πράγμα σε ένα live είναι η ενέργεια που θα σου δώσει, την μουσική ως μουσική μπορείς πολύ εύκολα και απλά να την απολαύσεις στο σαλόνι του σπιτιού σου.

Άσε που χωρίς είσοδο σου μένει μπάτζετ ικανό για να πιείς μια μπύρα παραπάνω!

Thanks Toph, thanks Muzine!

Trouble over Tokyo @ myspace
Το αγαπημένο μου τραγούδι στο youtube

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Οι νάνοι του θανάτου - Τζόναθαν Κόου

Μπήκα στο βιβλιοπωλείο έχοντας αρκετά ξεκάθαρο στο μυαλό μου ότι σκόπευα να αγοράσω το τελευταίο βιβλίο του Κόου, " Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ". Συνηθίζω να έχω προαποφασίσει τον τίτλο που πρόκειται να αγοράσω πριν διαβώ την πόρτα του βιβλιοπωλείου. Παλιότερα πέρναγα περισσότερο χρόνο χαμένος ανάμεσα σε χιλιάδες αδιάβαστα βιβλία, προσπαθώντας να βρω ένα στοιχείο που θα με οδηγήσει στο επόμενο, όσο περνά ο καιρός όμως η επιλογή γίνεται πιο ξεκάθαρη από πριν. Πάντα υπάρχει θαρρείς το νήμα για να με οδηγήσει στο επόμενο.
Ο Τζόναθαν Κόου, αν και τον ανακάλυψα σχετικά αργά, είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που μου δημιουργεί την κατ'εμέ ονομαστική ανάγκη, η οποία σύμφωνα με τον δικό μου ορισμό έχει να κάνει με την επιθυμία να διαβάσεις το βιβλίο ενός συγκεκριμένου συγγραφέα την δεδομένη χρονική στιγμή. Ένιωθα λοιπόν πως χρειαζόμουν επειγόντως έναν Κόου για συντροφιά. Ακολουθώντας την αλφαβητική κατάταξη των βιβλίων, έφτασα ως το Κ, έσκυψα για να πάρω στα χέρια μου τον "Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ" η ματιά μου όμως έπεσε λίγο πιο δίπλα, και ενώ τα χέρια πλησίαζαν το καινούργιο εκείνη φλέρταρε με το παλιό, το πρώτο που εκδόθηκε στα ελληνικά και επίσης αδιάβαστο με τίτλο " Οι νάνοι του θανάτου". Αμφιταλαντεύτηκα για κάποια ώρα. Αν είχα αρκετά χρήματα μαζί μου θα αγόραζα, παραδέχομαι, και τα δύο, όμως έπρεπε να επιλέξω.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κρατά μακριά από τις νέες εκδόσεις, χρειάζομαι ίσως το πέρασμα του χρόνου, σαν να απαιτείται να συνηθίσω την παρουσία του νέου τίτλου, του εξώφυλλου. Επέλεξα το παλιό. Δεν μπαίνω στην διαδικασία να σκεφτώ αν έπραξα σωστά, εκείνη την στιγμή χρειαζόμουν έναν Κόου άλλωστε.

Ο Γουίλιαμ αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του μακριά από την χημεία, στην μουσική. Μετακομίζει στο Λονδίνο και μοιράζεται ένα διαμέρισμα, σε μια εργατική πολυκατοικία, με την Τίνα, η οποία δουλεύει βραδυνή βάρδια. Λόγω ωραρίων δεν βλέπονται σχεδόν ποτέ και επικοινωνούν με σημειώματα που αφήνουν στον πάγκο της κουζίνας. Ο Γουίλιαμ δουλεύει σε ένα δισκοπωλείο στο City. Έχει μια μπάντα, η οποία όμως περνά κρίση και βρίσκεται στα όρια της διάλυσης. Ο μυστηριώδης μάνατζερ Τσέστερ του προτείνει να παίξει πλήκτρα σε μια άλλη μπάντα. Στην πρώτη συνάντηση θα γίνει μάρτυρας μιας δολοφονίας...

Από εκεί ξεκινά ο Κόου την ιστορία του νεαρού Γουίλιαμ. Λιγότερο πολιτικό από τα υπόλοιπα βιβλία του Κόου, οι νάνοι του θανάτου είναι ένα βιβλίο για το Λονδίνο, την μουσική, τον έρωτα και τα αδιέξοδα. Κάθε κεφάλαιο έχει ως επικεφαλίδα έναν στίχο από κάποιο τραγούδι του Morrissey άλλοτε τραγουδιστή των Smiths. Αν είχα κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις μουσικής θεωρίας θα μπορούσα ίσως να καταλάβω περισσότερα πράγματα, όπως για παράδειγμα τις παρτιτούρες που συχνά πυκνά εμφανίζονται στο κείμενο.
Μια διαφορά του συγκεκριμένου βιβλίου σε σχέση με τα υπόλοιπα του Κόου είναι πως έχει μια πλοκή πιο μονοπρόσωπη, ο Γουίλιαμ είναι ξεκάθαρα ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αυτής.

Βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και σε καθηλώνει. Όλα τα βιβλία του Κόου είναι ξεχωριστά και αγαπημένα. Θα σας πρότεινα να διαβάσετε οποιοδήποτε αλλά αν έπρεπε να ονοματίσω ένα τότε αυτό θα ήταν είτε η Λέσχη των τιποτένιων είτε το Σπίτι του ύπνου.

Η ανάρτηση αυτή πιστεύω πως πρέπει "υποχρεωτικά" να κλείσει με ένα τραγούδι των Smiths, αυτό για παράδειγμα.

Εκδόσεις Πόλις.
Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου.

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Nick Cave - Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό

Ο πολυπράγμων κύριος Κέιβ επιστρέφει στην λογοτεχνία, αρκετά χρόνια μετά το " Η δε ονός είδεν άγγελον"(εκδ. Τυφλόμυγα), με τον θάνατο του Μπάνι Μανρό.
Πρωταγωνιστής της ιστορίας ο Μπάνι (λαγός) Μανρό, σχεδόν σεξομανής πλασιέ προϊόντων ομορφιάς, που μετά την αυτοκτονία της γυναίκας του τριγυρνά με ένα κίτρινο Φίατ και τον γιο του Μπάνυ Τζούνιορ με μια λίστα από γυναίκες πελάτες ανά χείρας.

Μου θύμισε κάτι από Μπουκόφσκι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν διέκρινα την καφκική πλευρά του βιβλίου παρά την σχετική κρίση του Ίρβιν Γουέλς. Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν αυτό που είχα διαβάσει σε μια σχετικά πρόσφατη συνέντευξή του ότι πλέον ανήκει στο παρελθόν η εποχή που τριγύρναγε σχεδόν χαμένος ανά τον κόσμο και ότι τώρα πια είναι ένας οικογενειάρχης ο οποίος πηγαίνει καθημερινά στο στούντιο 9 με 5, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να δημιουργεί. Τον αναλογιζόμουν καθισμένο και υπάκουο σε ένα αυστηρό ωράριο να γράφει αυτό το βιβλίο γύρω από έναν άσωτο, διαρκώς μεθυσμένο άντρα και αυτό μου δημιούργησε μια (ψευδ)αίσθηση αυτοβιογραφικής χροιάς. Θα έχετε πιθανώς ακούσει τον αστικό μύθο γύρω από τον μεθυσμένο και χαμένο Κέιβ, τραγουδιστή τότε των Birtday Party, στους αθηναϊκούς δρόμους.

Ο Κερασφόρος Δολοφόνος που τριγυρνά στην Αγγλία και σκορπίζει τον τρόμο, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η επιθανάτια εμπειρία του Μπάνι Μανρό είναι τα πιο χαρακτηριστικά κεϊβικά στοιχεία του μυθιστορήματος αυτού. Η επαναλαμβανόμενη εικόνα του Μπάνι Τζούνιορ να ανατρέχει στα λήμματα της εγκυκλοπαίδειας για να λύσει τις απορίες του ενώ ο πατέρας του προσπαθεί να "εξυπηρετήσει" τις πελάτισσες, ήταν για μένα αρκετά δυνατή και δοσμένη με ένα μοναδικό τρόπο.
Δυσκολεύομαι να αποφασίσω αν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα απευθύνεται απλώς και μόνο στους φανς του Αυστραλού, εμένα μου άφησε ένα ανάμεικτο συναίσθημα στο τέλος και ίσως να ήμουν πιο αυστηρός στην κρίση μου αν επρόκειτο για κάποιον άλλον συγγραφέα, ίσως όμως τελικά να είχα μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον κύριο Κέιβ.

Θα ήθελα να σας προτείνω να δείτε την ταινία The Proposition της οποίας το σενάριο και την μουσική υπογράφει ο Κέιβ. Κάπου είχα διαβάσει πως είναι πιθανή η κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου και πιστεύω πως μια λιντσική πινελιά θα μπορούσε να απογειώσει την ταινία αλλά ίσως να επηρεάστηκα τελικά από τον λαγό στο εξώφυλλο.

Εκδόσει Τόπος.
Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Μαριέττα Φαφούτη , B - Sides @ Koo Koo Bar

Ο δίσκος της Μαριέττας Φαφούτη , Try a little romance (Innerear 2010) είναι σίγουρα ένας από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς που μας πέρασε. Μια ακρόαση θα σας πείσει επ'αυτού. Καταφέρνει να συνδυάσει το φρέσκο με το ρετρό, να παντρέψει την χαρά με την θλίψη. Για μένα ο δίσκος αυτός είναι ο ορισμός της (καλής) ποπ.

Αλλά όσο καλός και αν είναι ένας δίσκος, πάντα μένω με την επιθυμία να δω από κοντά, ζωντανά τον τραγουδοποιό, γιατί όλα αυτά τα ψηφιακά και συχνά μαγικά κουμπάκια με έχουν κάνει κάπως καχύπτοτο είναι η αλήθεια.

Θετικά προδιατεθειμένος αλλά κάπως επιφυλακτικός βρέθηκα στο Κοο Κοο στο γκάζι όπου και θα εμφανιζόταν με την μπάντα της.
Την βραδιά άνοιξαν οι B-Sides, από την Πάτρα. Ότι ήξερα γι'αυτούς ήταν ένα ή δύο τραγούδια που είχα ακούσει από τα δισκάκια του Muzine. Η παρουσία τους ήταν αρκετά καλή με ένα στιβαρό σετ που αποτέλεσε την εισαγωγή και κατάφερε να καλύψει με επιτυχία την ακατάσχετη πολυλογία αρκετών θαμώνων. Δεν μπορώ να καταλάβω πως γίνεται κάποιος να πηγαίνει σε ένα live και να περνά όλη την συναυλία συζητώντας..

Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη αν και κράτησε λίγο σχετικά. Το λέω και το ξαναλέω, υπάρχουν όλο και περισσότερες όμορφες μουσικές γύρω μας, αρκεί να έχουμε λίγη διάθεση να τις ψάξουμε.

Μετά από το υπέροχο Kill ευχαρίστησαν και έφυγαν από την σκηνή για να δώσουν την θέση τους στην Μαριέττα Φαφούτη.

Πριν ακόμα ακουστεί η πρώτη νότα ήταν εμφανής η θετική ενέργεια που εξέπεμπε η ίδια, είναι από αυτούς τους ανθρώπους για τους οποίους το χαμόγελο δεν είναι απλώς η επίδειξη μιας λευκής και τέλειας οδοντοστοιχίας.
Μια αρκετά δεμένη μπάντα έφτασε στο σημείο να διασκευάσει ακόμα και δικά της τραγούδια και παραλίγο να μας παίξει και το καινούργιο της Βανδή αλλά τελικά όχι παρά τις υποσχέσεις που δόθηκαν (inside joke που θα καταλάβουν όσοι ήταν εκεί!). Δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα, δεν είχα κοιτάξει το ρολόι, οπότε δεν ξέρω πόση ώρα έμειναν στην σκηνή, αλλά όση ώρα και αν διήρκησε εμένα δεν μου έφτασε.

Είχα διαβάσει σε μια συνέντευξή της κάπου ότι η ίδια θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι κατάφερε να βγάλει δίσκο με το όνομά της χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε κάποιο παρατσούκλι.
Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση πιστεύω πως η καλύτερη απόδειξη για την επιτυχία της συναυλίας ήταν τα χαμόγελα του κόσμου τόσο κατά την διάρκεια της όσο και κατά την αποχώρηση από το μαγαζί.

Τσεκάρετε τα παρακάτω links για να έχετε μια καλύτερη εικόνα:

Μαριέττα Φαφούτη : επίσημο site
myspace

B sides : επίσημο site
myspace

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Ίσως, αύριο ( In a better world) (2010)

ή αλλιώς η ταινία που κέρδισε το φετινό όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, κατηγορία με την οποία ασχοληθήκαμε ως χώρα εκτενώς λόγω της (ανέλπιστης) παρουσίας του Κυνόδοντα στην τελική πεντάδα. Η συγκεκριμένη κατηγορία είναι η πλέον ενδιαφέρουσα για μένα, χώρις βέβαια να αποτελεί και οδηγό για τις κινηματογραφικές μου εξορμήσεις. Έχοντας δει τρεις από τις πέντε υποψήφιες φετινές ταινίες, τολμώ να πω πως πρόκειται ίσως για μια από τις καλύτερες "σοδειές".

Τόσο ο Κυνόδοντας, όσο και το Biutiful ήταν πολύ ιδιαίτερες ταινίες. Ειδικά ο Κυνόδοντας με εξέπληξε ευχάριστα ( ίσως λόγω της καταγωγής του), στο Biutiful είχα ποντάρει πολλά και δεν με απογοήτευσε.

Η Sussane Bier από την Δανία είναι μια απίστευτη σκηνοθέτις. Λίγο πριν διασχίσει τον Ατλαντικό το 2007 για να γυρίσει την (απλά καλή και συμπαθητική) ταινία Things that we lost in the fire, είχε κάνει αισθητή την παρουσία της στο ευρωπαϊκό σινεμά με τις ταινίες "Brothers" και "After the wedding".

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι Haeven, τώρα πως μετατράπηκε σε In a better world και από εκεί σε Ίσως, αύριο... δεν έχω εξήγηση και μένω με την απορία, αλλά στην τελική πρόκειται απλώς για μια μικρή λεπτομέρεια.

Τις απόψεις μου για το σκανδιναβικό σινεμά τις έχω επανειλημμένως καταθέσει μέσα από τις αναρτήσεις αυτού του ιστολογίου. Γνήσιο τέκνο της σχολής η Bier, πατάει γερά πάνω στις αρχές χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε αυτές. Το σενάριο, το οποίο υπογράφει ο Anders Thomas Jensen, έχει ως εξής : Μετά τον θάνατο της μητέρας του ο μικρός Κρίστιαν αφήνει το Λονδίνο και επιστρέφει με τον πατέρα του στην Δανία με σκοπό να μείνει στο σπίτι της γιαγιάς του. Την πρώτη μέρα στο σχολείο γνωρίζει τον Ελίας, που βιώνει την βία των συμμαθητών του λόγω της σουηδικής του καταγωγής(!). Τα δυο παιδιά θα δεθούν και θα συμμαχήσουν ενάντια στους ενδοσχολικούς εχθρούς.

Συνειδητοποιώ ότι δεν έχω τις λέξεις για να εκφράσω τα συναισθήματα που μου προκάλεσε το συγκεκριμένο φιλμ, θα μπορούσα να πω πως πρόκειται για δράμα, θα μπορούσα να εκθειάσω τις ερμηνείες των ηθοποιών και ειδικά των δυο πιτσιρικάδων, θα μπορούσα να μιλήσω για το απίστευτα καλοδουλεμένο σενάριο, θα μπορούσα, θα μπορούσα, αλλά μάλλον δεν θα κατάφερνα και πολλά.
Ίσως η πιο δυνατή ταινία που είδα φέτος (αν και γράφω αυτές τις γραμμές εν βρασμώ ψυχής). Μάλλον και εγώ ανάμεσα στις τρεις, αυτή θα ψήφιζα. Να το δείτε!

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος - Φλάνερυ Ο'Κόνορ

Στο βιβλίο του Bagombo Snuff Box: Uncollected Short Fiction, ο Βόνεγκατ απαριθμεί οκτώ κανόνες για τη γραφή ενός διηγήματος:

  1. Χρησιμοποιήστε το χρόνο ενός παντελώς άγνωστου έτσι ώστε να μη νιώσει ότι πήγε χαμένος.
  2. Δώστε στον αναγνώστη τουλάχιστον έναν χαρακτήρα που να μπορεί να υποστηρίξει.
  3. Κάθε χαρακτήρας θα πρέπει να θέλει κάτι, έστω ένα ποτήρι νερό.
  4. Κάθε πρόταση πρέπει να κάνει ένα από τα δυο-να αναπτύσσει το χαρακτήρα ή να προωθεί την πλοκή.
  5. Ξεκινήστε όσο πιο κοντά στο τέλος γίνεται.
  6. Φερθείτε σαδιστικά. Όσο γλυκείς και αθώοι και νάναι οι πρωταγωνιστές σας, κάντε να τους συμβούν φρικτά πράγματα, για να δει ο αναγνώστης από τι είναι φτιαγμένοι.
  7. Γράψτε για να ευχαριστήσετε μόνο ένα άτομο. Αν ανοίξετε το παράθυρο και κάνετε έρωτα με τον κόσμο, τρόπος του λέγειν, το διήγημά σας θα πάθει πνευμονία.
  8. Δώστε στους αναγνώστες όσο το δυνατό περισσότερες πληροφορίες, όσο πιο νωρίς γίνεται. Στα κομμάτια η σασπένς.

Ο Βόνεγκατ επισημαίνει ότι η Φλάνερυ Ο'Κόνορ παραβίασε όλους αυτούς τους κανόνες εκτός από τον πρώτο, σχολιάζοντας ότι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν μια τάση να το κάνουν αυτό. (πηγή wikipedia)


Άσχετα με το αν κάποιος συμφωνεί ή όχι με τους 8 κανόνες που θέτει ο Βόνεγκατ σχετικά με την γραφή ενός διηγήματος, πιστεύω πως δύσκολα θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ακολουθήσει την έμμεση προτροπή που κρύβεται στην υποσημείωση του ίδιου.

Στα δέκα διηγήματα της συλλογής αυτής η Ο'Κόνορ ασχολείται ακριβώς με αυτό για το οποίο σε προϊδεάζει ο τίτλος, ανθρώπινες σχέσεις στην Αμερική μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αστοί και εργάτες, λευκοί και μαύροι, γονείς και παιδιά, νέοι και γέροι. Κάπου τρυπώνει η θρησκεία, κάπου η παιδεία. Στα περισσότερα διηγήματα η δράση τοποθετείται στην αμερικανική ύπαιθρο με μια υποψία κουτοπονηριάς.

Σίγουρα παραβιάζει όλους τους κανόνες ,εκτός από τον πρώτο, που έθεσε ο Βόνεγκατ αλλά πιστέψτε με ο Κουρτ είχε δίκιο όταν της χάριζε την εξαίρεση στον κανόνα που ο ίδιος έθεσε.

Με εξαίρεση το τελευταίο διήγημα με τίτλο "ο Πρόσφυγας" που ήταν κάπως μεγαλύτερο σε έκταση, στα υπόλοιπα μου συνέβη αυτό που συνήθως μου συμβαίνει με τα διηγήματα, τελείωναν θαρρείς την στιγμή που είχα απορροφηθεί από την ιστορία.. Διάβασα ότι έχει γράψει και δύο νουβέλες οι οποίες μάλλον όμως δεν κυκλοφορούν στα ελληνικά, θα είχα μεγάλη περιέργεια να διαβάσω λίγο μεγαλύτερης φόρμας κείμενα της ίδιας.

Η Φλάνερυ Ο'Κόνορ γεννήθηκε στην Γεωργία των Ηνωμένων Πολιτειών το 1925 και πέθανε τριάντα εννέα χρόνια αργότερα. Έγραψε άλλη μια συλλογή διηγημάτων και δύο μικρές νουβέλες.

Εκδόσεις Γράμματα.

Μετάφραση Ρένα Χατχουτ.


Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Η Θάλασσα - Τζων Μπάνβιλ

Η επιλογή του τρένου ως μέσου μεταφοράς είναι απόλυτα συνυφασμένη για μένα με την προσεχτική επιλογή του βιβλίου το οποίο θα μου κρατήσει παρέα κατά την διάρκεια του ταξιδιού.
Το βιβλίο "Θάλασσα" του Ιρλανδού Τζων Μπάνβιλ, ήταν τοποθετημένο από καιρό στην άγραφη λίστα με τα προσεχώς. Βρισκόταν εκεί σχεδόν από την πρώτη μέρα που το ξεφύλλισα σχεδόν έξι χρόνια πριν. Από την μία το βραβείο Μπούκερ και από την άλλη η συστηματική παρουσία του στις σελίδες των κριτικών και των βιβλιοπροτάσεων, με έκαναν να το αντιμετωπίζω με μια επιφυλακτικότητα παρά την επιθυμία μου να το διαβάσω. Πέρασε ο καιρός, κατακάθισε η σκόνη και επικράτησε η επιθυμία της ανάγνωσης σε βάρος της αποφυγής.

Ο Μαξ Μόρντεν, ιστορικός τέχνης, επιστρέφει στο παραθαλάσσιο χωριουδάκι των παιδικών του χρόνων. Εκεί που παραθέριζε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με τους γονείς του. Νομίζω ότι οι περισσότεροι έχουν ταυτίσει ένα μεγάλο μέρος των παιδικών τους χρόνων με το μέρος στο οποίο περνούσαν τις "ανέμελες" καλοκαιρινές διακοπές και ειδικά αν αυτός ο τόπος ήταν σταθερά επαναλαμβανόμενος στο πέρασμα των χρόνων.

Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία "επιστροφής". Σίγουρα η Θάλασσα δεν διεκδικεί κάποιο βραβείο πρωτότυπου θέματος. Το σημαντικό είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διαχειρίζεται το υλικό του, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να πει την ιστορία του. Υπάρχουν τρεις χρονικοί πυρήνες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ιστορία εδώ, τα παιδικά χρόνια, η γνωριμία και η σχέση του ήρωα με την γυναίκα του και η επιστροφή, το τώρα δηλαδή. Το στυλ του Μπάνβιλ μπορεί να μην είναι πρωτότυπο, είναι όμως αρκετά προσωπικό και ιδιαίτερο. Κινείται με άνεση ανάμεσα στις φωτογραφίες του παρελθόντος και καταφέρνει να δημιουργήσει μια αίσθηση συνέχειας αρκετά κοντινή στν πραγματικότητα.

Δεν θα το χαρακτήριζα ως αριστούργημα, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως δεν πρόκειται για ένα αρκετά αξιόλογο βιβλίο. Και σίγουρα ήταν μια πολύ καλή επιλογή "συντρόφου" για το ταξίδι μου.

Εκδόσεις Καστανιώτη.
Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο.