Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Γενέθλια


Σκάλισε άλλη μια γραμμή στον τοίχο
άλλον έναν χρόνο
βάλθηκε να τα μετρήσει
μπερδεύτηκε, κουράστηκε, σιχτίρισε
άρχισε τότε να κλοτσά, με όλη του τη δύναμη
και τα χρόνια σωριάστηκαν στο πάτωμα
αδύναμα, χλωμά
καθώς τα έλουζε το φως
και εκείνος, σφυρίζοντας αδιάφορα
πήρε το μονοπάτι για τη θάλασσα
που τόσα χρόνια είχε να δει.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

If ....(1968)




Δεν θυμάμαι πόσο καιρό είχα να δω ταινία, είναι τέτοια η σχέση μου με το σινεμά, περνάμε κάποιες περιόδους μαζί και κάποιες χώρια. Η πρό(σ)κληση όμως για θερινό σινεμά, δεύτερη προβολή, μέρα καθημερινή, είναι μεγάλη. Επίσης συχνά ποντάρω σε ταινίες παλιές, που θεωρούνται κλασικές.

Δεν μπορώ να πω ότι το If.... με ενθουσίασε, είχε το ενδιαφέρον του βέβαια, είχε το άρωμα από μια εποχή παλιά. Μια παρέα εσώκλειστων νέων σε κολλέγιο αρρένων, λίγο πριν αποφοιτήσουν, συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα του σχολείου, έχουν την ανάγκη να ονειρευτούν, να μεθύσουν, να ταξιδέψουν, να αλητέψουν, αλλά τα όρια τα σχολικά είναι περιορισμένα.

Σαν μια συνύπαρξη της Λέσχης των χαμένων ποιητών και του Full metal jacket σε σκηνοθεσία Λουίς Μπουνιουέλ, το If....μου ικανοποιήσε την βασική ανάγκη του να δεις κάτι ξεχωριστό, ειδικά σε ένα τόσο όμορφο περιβάλλον όπως το σινεμά στην ταράτσα της ταινιοθήκης στην Ιερά Οδό, αλλά ως εκεί.

Αν κάποιος είναι λάτρης του βρετανικού σινεμά, νομίζω πως πρέπει να δει την συγκεκριμένη ταινία.
Επίσης είναι εύκολο να καταλάβεις γιατί ο Κιούμπρικ επέλεξε τον Μάλκομ Μακντάουελ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπέροχα σκληρό και σοκαριστικό Κουρδιστό πορτοκάλι.

Εδώ το λινκ από το IMDB.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Το Σαββατοκύριακο - Μπέρνχαρντ Σλινκ

"Ποιό βιβλίο θα μου πρότεινες να διαβάσω;"

Αυτή είναι η ερώτηση που μου αρέσει να κάνω όταν γνωρίζω λίγο καλύτερα κάποιον άνθρωπο, τον οποίο όμως προβλέπω πως για κάποιον (οποιοδήποτε) λόγο δύσκολα θα ξαναπετύχω. Τον τελευταίο μήνα έχω έρθει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο, τέτοια είναι η κοινωνική συγκυρία άλλωστε. Δύο από αυτούς μου πρότειναν πρώτο πρώτο να διαβάσω έναν Γερμανό συγγραφέα ονόματι Σλινκ του οποίου το όνομα πρώτη φορά άκουγα!
Το βιβλίο που μου πρότειναν βέβαια δεν ήταν το Σαββατοκύριακο αλλά το " Διαβάζοντας στη Χαννα" στο οποίο βασίστηκε η ταινία "Σφραγισμένα χείλη" του περσινού χειμώνα. Επειδή όμως την ταινία την είχα δει αποφάσισα να δοκιμάσω κάποιο άλλο δικό του βιβλίο, όπερ και έκανα με το Σαββατοκύριακο.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι η εξής: Ο Γιοργκ, μέλος της ομάδας Μπάαντερ - Μάινχοφ, αποφυλακίζεται μετά από είκοσι χρόνια κράτησης σε σκληρές συνθήκες. Η αδερφή του θέλει να γιορτάσουν το πρώτο του ελεύθερο Σαββατοκύριακο με μια παρέα παλιών φίλων στην εξοχή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Πρόκειται για ένα πράγματι πολύ καλό βιβλίο το οποίο διαβάζεται σχεδόν απνευστί.

Δύο πράγματα θα ήθελα να σχολιάσω. Πρώτον, το πρίσμα που τοποθετεί ο συγγραφέας στο "σήμερα" μέσα από το οποίο τα πρόσωπα του μυθιστορήματος εξετάζουν το χτες του καθενός και κυρίως του Γιοργκ ο οποίος ήταν ο μόνος από την παρέα που πέρασε από την θεωρία στον ένοπλο αγώνα. Για μένα ήταν ένα εύρημα το οποίο έδωσε την δυνατότητα στον συγγραφέα να σχολιάσει απολογιστικά την ζωή κάποιων ανθρώπων που με εξαίρεση τον Γιοργκ ακολούθησαν το μοντέλο της ιδεολογικής λησμονιάς, παρασυρόμενοι από το ποτάμι της ίδιας της ζωής.

Δεύτερον, το μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα. Μυθιστόρημα της Ίλζε, μέλους της παλιοπαρέας, το οποίο ως παραμορφωτικός καθρέφτης της ιστορίας του Γιοργκ αναφέρεται στο Γιαν, έναν σύγχρονο φανταστικό τρομοκράτη.

Είναι τόσο όμορφο να συνδυάζεις ένα πρόσωπο με ένα βιβλίο ή με έναν συγγραφέα.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Εκδόσεις Κριτική.
Μετάφραση Αλέξανδρος Καϊμπέλ.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Το ραντεβού της Θεσσαλονίκης - Νικολά Βερντάν

" Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες"

Αφορμή. Αφορμή για φυγή από μια ζωή που δεν την νιώθεις δική σου. Έτσι αντιλήφθηκα εγώ την απόφαση του Λορέντζο να αφήσει πίσω του την Γενεύη με σκοπό να ακολουθήσει τα βήματα του Έλληνα φίλου του Θέμη όταν εκείνος ξαφνικά και χωρίς εξηγήσεις μαζεύει τα πράγματα του και εγκαταλείπει την Γενεύη. Το μόνο στοιχείο που αφήνει πίσω του φεύγοντας ο Θέμης είναι η ατζέντα του, στην τελευταία σελίδα της οποίας γράφει : "Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες."

Ο Λορέντζο φτάνει με πλοίο στην Ηγουμενίτσα, οδικώς θα πάρει τον κακοτράχαλο δρόμο για την Θεσσαλονίκη. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να διαβάζεις τις σκέψεις-απόψεις ενός μη Έλληνα σχετικά με τον τόπο μας. Μου θύμισε έντονα δεκάδες συζητήσεις με διάφορους ξένους που έχουν βρεθεί στην Ελλάδα με διάφορες αφορμές και αιτίες, είναι η άλλη διάσταση που δίνουν σε πράγματα της καθημερινότητας που εμείς συχνά τα θεωρούμε δεδομένα από πάντα, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ανθρωπολόγος για να μπορέσει να προσφέρει την γνώση του από την ελληνική του εμπειρία.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Ελβετός συγγραφέας Νικολά Βερντάν περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ελλάδα την οποία και θεωρεί δεύτερη πατρίδα του.

Ισότιμα και χωρίς φανφάρες ο συγγραφέας αναφέρεται στο ζήτημα της μετανάστευσης ανάμεσα στην ανατολή και στην δύση για την οποία η Ελλάδα αποτελεί απλώς ένα σκαλοπάτι.
Η εναλλαγή ανάμεσα στο πρώτο και στο τρίτο πρόσωπο αφήγησης δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι οπτικής γωνίας.

Το βίβλιο τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο Biblimedia Suisse.

Εκδόσεις Χααραμάδα.
Μετάφραση Μαρία Χρηστίδου.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Τα μακρινά παλάτια - Αμπίλιο Εστέβες

"Το παλιό ξενοδοχείο Ρόγιαλ Πάλμ στην οδό Γκαλιάνο και το πολυκαιρισμένο μέγαρο μιας οικογένειας ευγενούς καταγωγής, το όνομα της οποίας κανείς δεν θυμάται πια, είναι οικήματα ενωμένα με την αλληλένδετη μοίρα των αντιστηριγμάτων τους. Ανάμεσα στα δύο κτίσματα έχουν τοποθετήσει έναν ακατάστατο ιστό δοκαριών και αντηρίδων, που προσπαθεί να ριζώσει σε οτιδήποτε δείχνει να προσφέρει κάποια ελπίδα στερεότητας. Μαυρισμένες από το πέρασμα τόσων ημερών και νυχτών, από την σκληρότητα του ήλιου και των σπιλιάδων, από το πανταχού παρόν θαλασσινό αλάτι, αυτές οι σανίδες επιδιώκουν την αποτροπή μιας κατάρευσης η οποία, πάντως, φαίνεται επικείμενη."

Όταν κάποιος σου εμπιστεύεται ένα βιβλίο που του άρεσε, παίρνοντας το ρίσκο της αργής και αβέβαιης επανάκτησής του, ένα αίσθημα χαράς και ευθύνης νιώθεις να σε πλημμυρίζει, ευθύνη όχι μόνο για την "ασφάλεια" του αντικειμένου αλλά και την αντιμετώπιση του έργου.
Η αλήθεια είναι πως παρά την παρουσία αρκετών κουβανών συγγραφέων, όλα αυτά τα χρόνια απέφευγα να βουτήξω στα νερά της ιδιαιτερότητας αυτής της χώρας, οι κάτοικοι της οποίας πρωτίστως χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα ιδεολογικά είτε την αποθεώνουν είτε την καταδικάζουν. Δεν έχω προσωπική άποψη για την εκεί πραγματικότητα, μπορεί ο Τσε να μου είναι ένα πρόσωπο συμπαθές αλλά αυτό μάλλον έχει μεγαλύτερο ιδεολογικό παρά ρεαλιστικό υπόβαθρο.

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μια ποιητική κραυγή ενάντια στην πραγματικότητα της χώρας αυτής. Ο Βικτόριο, η Σάλμα και ο Δον Φούκο θα συναντηθούν σε ένα θέατρο μαγικό, ένα θέατρο που δεν το έχει αγγίξει η ιστορία, παραμονές του 2001 λίγο πριν τα αερόστατα απογειωθούν για να επισφραγίσουν την γιορτή.
Καθένας από εμάς έχει ένα παλάτι κάπου στην γη, έτσι είχε πει στον μικρό Βικτόριο ένας φίλος του πατέρα του, θα έχουμε άραγε την τύχη να το βρούμε;
Μπορεί ο Βικτόριο να είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, εμένα όμως μου έμεινε ανεξίτηλη η μορφή του παλιάτσου Δον Φούκο. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με έλκει στους κλόουν, αλλά νιώθω πως αν ποτέ δοκίμαζα να γράψω κάτι θα ήθελα να μιλήσω για έναν. Ένα από τα πιο συγκινητικά και όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει είναι "Οι απόψεις ενός κλόουν" του Μπελ, μια θλιβερή ερωτική ιστορία ενός επαγγελματία παλιάτσου.

"Ποιός σου είπε ότι με το να κάνεις τον παλιάτσο γίνεσαι γελοίος; έχεις κάτσει να σκεφτείς πόσοι και πόσοι γίνονται γελοίοι χωρίς να έχουν ντυθεί ποτέ τους παλιάτσοι; Τον σφίγγει ακόμη πιο δυνατά, σαν να ήθελε να του μεταδώσει την πίστη της Αχ, αγγελούδι μου δεν έχεις καταλάβει ότι στην δόλια μας πόλη περισσεύει η γελοιότητα και λείπουν οι παλιάτσοι; δεν έχεις καταλάβει ότι μας περισσεύει κοροϊδία, απάτη και πονηριά κι ότι μας λείπει γέλιο και διάυγεια;"

Εκδόσεις Κέδρος.
Μετάφραση Μελίνα Παναγιωτίδου.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Οι πτυχιούχοι - Χρήστος Βακαλόπουλος

Ένα ταξίδι με πλοίο σηματοδοτεί συχνά την έναρξη του καλοκαιριού. Είναι κάπως παράξενο να σκέφτομαι το παραπάνω ενώ ακόμα μια καταιγίδα είναι σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή, κλίμα τροπικό χωρίς να έχει προηγηθεί άνοιξη.

" - Με ποιόν θα ήθελες να μιλήσεις;
- Αυτήν την στιγμή; Μου αρέσει που μιλάω μαζί σου, γιατί ακούς και δεν ακούς, αυτή είναι η ιδανική περίπτωση συζητητή. Η ισορροπία ανάμεσα στο να ακούς και να σκέφτεσαι το παρακάτω. Αυτοί που ακούνε μόνο είναι πολύ βαρετοί, γιατί έχουν κλείσει για πάντα τα αυτιά στον εαυτό τους. Το πιο ωραίο είναι βέβαια να ακούς την φωνή του άλλου και όχι αυτά που λέει. Είναι δύσκολο όμως να το καταφέρεις γιατί μας έχουν μάθει να λατρέυουμε το περιεχόμενο. Έτσι οι ωραίες φωνές περνάνε απαρατήρητες ή χρειάζεται να βγουν στο ραδιόφωνο, τότε όμως ο ακροατής φαντάζεται πάντα ένα πρόσωπο."


Δύο υποψήφιοι πτυχιούχοι του οικονομικού, περνούν ένα καλοκαίρι έχοντας το μυαλό τους στην οικονομετρία που σαν μπαμπούλας τους περιμένει στην πρώτη στροφή του σεπτέμβρη. Ο αγώνας για μελέτη και οι συνήθεις αντιπερισπασμοί. Η υπόθεση κάθε άλλο παρά πρωτότυπη είναι, δεκτό. Όμως η υπόθεση σπάνια κάνει ένα βιβλίο όμορφο από μόνη της. Η μαγκιά είναι να καταφέρεις να μιλήσεις για ένα θέμα τόσο σύνηθες με ένα τρόπο τόσο μοναδικό, και ο Χρήστος Βακαλόπουλος τα καταφέρνει. Ακροβατεί ποιητικά και άψογα στο σχοινί του ρεαλισμού, χωρίς να χάσει στιγμή την ισορροπία του, χωρίς να καταφύγει σε εύκολες, συγκινητικές λύσεις. Το άγχος για την σχολή, ο έρωτας, η οικογένεια και η πολιτική, αυτό είναι το τετράπτυχο της (έστω και στερεοτυπικής) φοιτητικής ζωής, ανάμεσα σε αυτά τα όρια κινείται ο συγγραφέας καταφέρνοντας να δώσει μια κινηματογραφική αίσθηση κυρίως μέσα από τα φλας μπακ στα οποία συχνά καταφεύγει.

Δεν πάει πολύς καιρός που από παρότρυνση φίλου διάβασα την Γραμμή του ορίζοντος, εδώ μπορείτε να βρείτε την σχετική ανάρτηση για την οποία δέχτηκα ένα από τα πιο συγκινητικά σχόλια έως τώρα.

Όσοι έχετε έρθει σε επαφή με το έργο του πρόωρα χαμένου συγγραφέα είμαι σίγουρος πως συμμερίζεστε τον ενθουσιασμό μου, όσοι τώρα δεν είχατε ακόμα την ευκαιρία σας ζητώ να μην διστάσετε λεπτό!

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Μακρινό Αστέρι - Ρομπέρτο Μπολάνιο

Φαντάζομαι τον συγγραφέα να στέκεται μπροστά από έναν τεράστιο καμβά, την χιλιανή ιστορία που ξεκινάει λίγο πριν από το πραξικόπημα του Πινοσέτ, πάνω σε αυτόν τον καμβά απλώνει χρώματα, δημιουργεί εξογκώματα και αφήνει κενά. Είναι μοναδική η ικανότητα που έχουν κάποιοι λογοτέχνες να δημιουργούν στερεοσκοπικές εικόνες απλώς και μόνο με την απλή παράθεση λέξεων.
Πρωταγωνιστής είναι ο Αλβέρτο -Ρουίς Τάγκλε, ποιητής που συχνάζει όπως και ο αφηγητής σε ένα λογοτεχνικό εργστήρι, δεν είναι όμως άλλος από τον υποσμηναγό Κάρλος Βίντερ, πιλότο-ποιητή που με τον καπνό του αεροπλάνου γράφει παράξενους στίχους στον ουρανό της Χιλής, υπεύθυνο για τον βασανισμό και την δολοφονία αρκετών γυναικών στις οποίες ασκούσε πάντα μια παράξενη γοητεία.

Εδώ και καιρό γυρόφερνα κάποιο βιβλίο του Μπολάνιο που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως ο συγγραφέας των συγγραφέων, λόγω της εμμονής(;) του να τοποθετεί την λογοτεχνία και την ποιήση στην πλοκή της ιστορίας που αποφασίζει να διηγηθεί. Ομολογώ πως αν και η αρχική μου πρόθεση ήταν να καταπιαστώ με το μυθιστόρημά του "Οι άγριοι ντέτεκτιβ", εντούτοις το μέγεθός του με έκανε να στραφώ στο "Μακρινό αστέρι". Όλα τα σχόλια που κατά καιρούς διάβασα και τα οποία εξυμνούν τον Χιλιανό συγγραφέα ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Καθώς το καλοκαίρι είναι εδώ, και ας είναι συχνά βαριά τα σύννεφα που στέκονται στον ουρανό, νομίζω πως "Οι άγριοι ντέτεκτιβ" θα βρουν σίγουρα τον δρόμο για κάποια παραλία κάτω από την παχιά σκιά.

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο πέθανε σε ηλικία 50 χρονών το 2003.

Εκδόσεις Καστανιώτη.
Μετάφραση Αγγελική Αλεξοπούλου.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ - Πέτερ Χάντκε

Να δημιουργείς νήματα, αυτή είναι για μένα η φράση κλειδί στο λογοτεχνικό ταξίδι, το κάθε βιβλίο, αν είναι δυνατόν, να σε οδηγεί στο επόμενο, γιατί αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να χαθείς στον λαβύρινθο που δημιουργούν οι στίβες από βιβλία γύρω σου.
Ο πρωταγωνιστής σε κάποιο βιβλίο του Μαξ Φρις διάβαζε την Αμέριμνη Δυστυχία του Πέτερ Χάντκε, δυστυχώς δεν έχω ως τώρα καταφέρει να βρώ το συγκεκριμένο βιβλίο καθώς παρουσιάζεται ως εξαντλημένο από τον εκδοτικό οίκο. Πέρυσι τον Σεπτέμβρη διάβασα το "Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό" του Αυστριακού συγγραφέα και την σχετική ανάρτηση μπορείτε να την βρείτε εδώ.
Πριν λίγες μέρες ψάχνοντας ακόμα μια φορά την "Αμέριμνη δυστυχία" έπεσα πάνω στο "δοκίμιο για το τζουκ-μποξ" και δεν δίστασα.
Δεν αποτελεί δοκίμιο με την στενή έννοια του όρου, είναι περισσότερο μια νουβέλα σχετικά με την πρόθεση κάποιου να βρει το ιδανικό μέρος, ώστε εκεί να γράψει ένα δοκίμιο για το τζουκ-μποξ.
"Είναι ένα έξυπνο, τρυφερό και αδύναμο παιδάκι, αλλά μιλά συνέχεια για την μοναξιά. Αυτοί ακριβώς δεν μπορούν να μείνουν μονάχοι, επειδή χρειάζεται πολύς κόπος για να πετύχεις κάτι τέτοιο." Αυτά ήταν τα λόγια του Τόμας Μπέρνχαρντ σχετικά με τον συμπατριώτη του Χάντκε.
Και τουλάχιστον στα δύο βιβλία που έχω ως τώρα διαβάσει, η μοναξιά είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής.

Δεν έχω ρίξει ποτέ κέρμα σε τζουκ-μποξ, δεν ξέρω καν αν τα λίγα που έχω δει από κοντά ήταν σε λειτουργία. Η μόνη σχέση μου με τα τζουκ-μποξ είναι μέσα από τον κινηματογράφο, ταινίες κυρίως αμερικάνικες, μπαρ καπνισμένα, αυτό είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο μπορώ να ανακαλέσω στην μνήμη τα φωτισμένα αυτά ογκώδη κουτιά, πηγή μουσικής κάποτε. Σαν μια αναζήτηση στον χρόνο μιας παιδικής-νεανικής ανάμνησης, στην θέση του τζουκ-μποξ θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να αποτελέσει το ερέθισμα της νοσταλγίας.
Δεν είναι μόνο αυτή η ρετρό και ταυτόχρονα νοσταλγική διάθεση η οποία με καθήλωσε στην νουβέλα αυτή. Ο συγγραφέας επιλέγει την Σόρια ως τόπο εγκατάστασης, ισπανική πόλη που ανήκει στην αυτόνομη κοινότητα Castilla y León, εκεί κοντά πέρασα κάποτε εννιά μήνες από την ζωή μου. Μια τεράστια σε έκταση περιοχή αλλά αραιοκατοικημένη, μακριά από το στερεότυπο της τουριστικής Ισπανίας, εκεί που τα καλοκαίρια είναι δροσερά και οι χειμώνες παγωμένοι, εκεί που οι απέραντες εκτάσεις πεδιάδας που μεσολαβούν από χωριό σε χωριό θυμίζουν πίνακα του Βαν Γκογκ γεμάτες με ηλιοτρόπια και σιτιρά.

Και τώρα που ένα ακόμα βιβλίο του Πέτερ Χάντκε στέκεται σιωπηλό πια δίπλα μου, η θέλησή μου να διαβάσω την "αμέριμνη δυστυχία" χτυπάει κόκκινο, αν κάποιος μπορεί να με βοηθήσει στην αναζήτησή μου θα το εκτιμούσα πραγματικά πολύ.

Εκδόσεις Εξάντας 21ος Αιώνας.
Μετάφραση Βασίλης Τομανάς.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Η Τριλογία της Νέας Υόρκης - Πολ Όστερ

Γυάλινη πόλη

Φαντάσματα
Το κλειδωμένο δωμάτιο


Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα βιβλίο του Όστερ, δεν ξέρω γιατί συνέβη αυτό. Η ανάρτηση στο πολύ όμορφο blog donteverreadme.wordpress.com αποτέλεσε το καμπανάκι, το σημάδι εκείνο, το οποίο συχνά έχω ανάγκη για να με οδηγήσει στο επόμενο βιβλίο. Λόγω της ψυχαναγκαστικής μανίας που με διακρίνει είχα παρακάμψει τις τρεις αυτές νουβέλες του Αμερικανού συγγραφέα, καθώς κατά τους περισσότερους αποτελούν τα πιο σημαντικά του έργα, και δικαίως.

Ο όρος μεταμοντέρνα αστυνομική λογοτεχνία, ο οποίος κατά κόρον χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το έργο του, εκτός από απορίες μου δημιουργούσε και μια κάποια καχυποψία. Είναι τέτοια θαρρείς η ανάγκη μας να ανακαλύψουμε νέα είδη και να τους δώσουμε ονόματα που συχνά και όχι άδικα φτάνει στα όρια της μανίας. Τρανό παράδειγμα για μένα αποτελεί η μέταλ μουσική με τις δεκάδες υποκατηγορίες της.

Αν με τον όρο μεταμοντέρνα αστυνομική λογοτεχνία εννοούμε την χρήση κάποιων στοιχείων της αστυνομικής λογοτεχνίας με σκοπό να αποτελέσουν την βάση ή το όχημα για κάτι άλλο, τότε ο χαρακτηρισμός με βρίσκει σύμφωνο όσο και αν μπορεί να μου φαίνεται αχρείαστος.

Όσοι ακολουθείτε αυτό το ιστολόγιο θα έχετε μάλλον καταλάβει πως έχω επιλέξει οι αναρτήσεις μου να μην βασίζονται στην περιγραφή της υπόθεσης με παραπάνω λεπτομέρειες από αυτές που μπορεί κάποιος να βρει στο οπισθόφυλλο του εκάστοτε βιβλίου, δεν πιστεύω πως αυτό το ιστολόγιο πρέπει να αποτελεί το σύνολο των περιλήψεων των βιβλίων που διαβάζω. Ούτε σήμερα θα παρεκκλίνω.

Διαβάζοντας τις τρεις αυτές νουβέλες δεν έπαψα στιγμή να σκέφτομαι δύο πράγματα φαινομενικά άσχετα που για κάποιο λόγο όμως επέμεναν με την παρουσία τους, πρώτον τον δίσκο των Xiu Xiu με τίτλο Women as lovers (2008) και δεύτερον τις ταινίες του Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Δεν μπορώ να αιτιολογήσω το γιατί, οπότε απλώς το καταθέτω περισσότερο ως προσωπική υποσημείωση.

Ο παρατηρητής που αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης, το εγώ που παλεύει ανάμεσα στα φαντάσματα, οι "καθρέφτες" με τους οποίες είναι γεμάτη η ζωή των ηρώων, η Νέα Υόρκη που αποτελεί το σκηνικό, το κόκκινο τετράδιο και η λίμνη Walden, αποτελούν μόνο κάποια από τα δομικά υλικά με τα οποία ο συγγραφέας χτίζει τον κόσμο.

Αν είχα ειδική κατηγορία με βιβλιοπροτάσεις νομίζω πως αργά η γρήγορα το σύνολο της τριλογίας θα έπαιρνε δικαιωματικά την θέση του.

Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.
Μετάφραση Σάρα Μπενβενίστε.