Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Να μοιραστώ μαζί σας

κάποια πράγματα άξια αναφοράς επιθυμώ με ετούτη την ανάρτηση.

  • Στα πλαίσια της κατάληψης στο Θέατρο Εμπρός, παρακολούθησα την Τετάρτη 16 Νοεμβρίου την performance που ετοίμασε η ομάδα "Θέατρο του Πανικού" ειδικά για το φεστιβάλ με τίτλο "0 - 100". Ελπίζω η παράσταση να επαναληφθεί κάποια στιγμή στο μέλλον. Πληροφορίες σχετικά με την κατάληψη από την Κίνηση Μαβίλη μέσα από το ιστολόγιο τους μπορείτε να βρείτε εδώ. Και εδώ το site και το blog της όμαδας "Θέατρο του Πανικού". Το θέατρο Εμπρός είναι πανέμορφο πραγματικά αλλά αυτό δεν εμπόδισε το υπουργείο πολιτισμού να το αφήσει εδώ και χρόνια στην μοίρα του...
  • Την Κυριακή 27 Νοέμβρη στο θέατρο Συνεργείο είδα την παράσταση Station Athens, η οποία ήταν το αποτέλεσμα του θεατρικού εργαστηρίου για νέους πρόσφυγες και μετανάστες κατά την περσινή χρονιά της μη κυβερνητικής οργάνωσης Αμάκα. Η παράσταση αυτή αποτελεί την εξιστόρηση από την μεριά των συμμετεχόντων του ταξιδιού τους έως την Αθήνα και της ζωής τους εδώ. Ήταν και η τελευταία από τις τρεις παραστάσεις που δόθηκαν (αν και η χτεσινή λόγω του υπεράριθμου πλήθους μετατράπηκε σε διπλή!!!). Πολύ αυθεντικό και όμορφο το αποτέλεσμα.
  • Στο Τώρα Κ44 την Κυριακή 20 Νοεμβρίου είδα live τους Empty Frame, ήταν η δεύτερη φορά που τους είδα επί σκηνής και ο δίσκος τους They think we are Eskimos επέστρεψε στο player! Την Παρασκεύη 2 Δεκεμβρίου θα ανοίξουν την συναυλία του Silvert Hoyem (frontman των Madrugada) στο Gagarin 205. Εδώ το site του συγκροτήματος και εδώ μια παλιότερη δική μου ανάρτηση με αφορμή την παρουσίαση του δίσκου τους στο Αν πριν κάποιους μήνες.
  • Κάθε Τρίτη 6 με 7 το απόγευμα στο διαδικτυακό ραδιόφωνο Beton7artradio η Στεφανία Μαρμαγγέλου κερνάει Λικέρ Μαστίχα και παρουσιάζει νέους δημιουργούς.
  • Το on-line περιοδικό The Zone (το οποίο θα βρείτε εδώ) αφιερωμένο στον Αμερικανό συγγραφέα Thomas Pynchon. Κυκλοφορεί ήδη το πρώτο τεύχος και ετοιμάζεται το δεύτερο. Μεράκι και λατρεία για έναν μεγάλο συγγραφέα! Ο μεταφραστής Γιώργος Κυριαζής διατηρεί επίσης έναν διαδικτυακό τόπο αφιερωμένο στον Pynchon ( το link εδώ).
  • Από κλικ σε κλικ ανακάλυψα δύο ακόμα ελληνικά συγκροτήματα που αξίζουν της ακοής σας! Πρόκειται για τους Burgundy Grapes και τους Interstellar Overdrive. Δε νομίζω πως χρειάζονται τα λόγια, θα σας δώσω από ένα λινκ στο youtube και κρίνετε. Εδώ λοιπόν κάτι από Burgundy Grapes και εδώ κάτι απο Interstellar Overdrive. Καλή ακρόαση!
  • Όλο και κάτι θα ξεχνάω ακόμα αλλά δεν πειράζει, την επόμενη φορά!

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Λίγο πριν το τέλος του έτους

Ξύπνησα με την αίσθηση ότι το 2011 τελειώνει, ίσως να φταίει ο καιρός, πολλά στολίδια ακόμα δεν έχουν τοποθετηθεί, ίσως κάποιο όνειρο που είδα και δεν θυμάμαι, ίσως το Paradiso που διαβάζω αυτές τις μέρες. Είναι αυτή η διάθεση για ανασκόπηση, φέρει κάποια μελαγχολία αυτή η περίοδος, κάτι από τα καβαφικά κεριά, κάτι από το αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, που ακόμα περιμένω τον έκτο και έβδομο τόμο από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Όμορφες και άσχημες στιγμές στέκουν δίπλα από τις "χαμένες" ευκαιρίες, από όλα αυτά τα εάν που στοιχειώνουν και ρίχνουν σκια βαριά στο μέλλον.
"Γνωρίζουμε μόνο ότι θυμόμαστε" και εγώ που έχω θέμα με την μνήμη μου νιώθω όλο και πιο αδαής καθώς περνούν τα χρόνια αν και συνεχίζω να πιστεύω πως η αίσθηση που σου αφήνουν οι εμπειρίες είναι πιο σημαντική από την ίδια την μνήμη, όσα δεν φτάνει η αλεπού.

Το ιστολόγιο αυτό λειτουργεί και ως ένα προσωπικό ημερολόγιο. Κοιτάζοντας τις αναρτήσεις από την αρχή του χρόνου το συνειδητοποίησα, τώρα γράφοντας ετούτες τις γραμμές έχω απέναντί μου την βιβλιοθήκη που ασφυκτιά κάτω από το βάρος των σελίδων. Είδα, διάβασα και άκουσα πολλά όμορφα πράγματα φέτος, ίσως θα μπορούσα ακόμα περισσότερα αλλά αυτό δεν με αγγίζει, το γράφω για να δεσμευτώ στο πιστεύω μου αυτό πριν νιώσω πάλι αδύναμος.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν σε αυτές τις δύσκολες περιόδους, που λίγο πολύ όλοι μας διανύουμε, έχει λόγω ύπαρξης αυτό το ιστολόγιο, το συζητώ και με ανθρώπους που σέβομαι την γνώμη τους, στις δύσκολες ώρες αμφισβητώ την αντικειμενικότητά τους αλλά βαθιά μέσα μου το ξέρω πως έχουν δίκιο.

Πρέπει να είσαι πάντα μεθυσμένος.

Εκεί είναι η όλη ιστορία. Είναι το μοναδικό πρόβλημα.
Για να μη νιώθετε το φρικτό φορτίο του χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας δένει στη γή, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.

Αλλά με τί;
Με κρασί , με ποίηση , με αρετή, όπως σας αρέσει. Απλά μεθύστε.
Και άν μερικές φορές στα
σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στην σκυθρωπή μοναξιά της κάμαρας σας, ξυπνάτε με το μεθύσι κιόλας ελλατωμένο ή χαμένο,
ρωτήστε τον αέρα, το κύμα , το άστρο, το πουλί, το ρολόι το κάθε τί που φεύγει, το κάθε τί που βογγά, το κάθε τί που κυλά, το κάθε τί που τραγουδά,

ρωτήστε τί ώρα είναι

Και ο αέρας , το κύμα , το άστρο, το πουλί το ρολόι θα σας απαντήσουν

Είναι ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!

Με κρασί , με ποίηση ή με αρετή,

όπως σας αρέσει.

(Μπωντλαίρ)


Στο τέλος η ομορφιά θα επικρατήσει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Στο café της χαμένης νιότης - Πατρίκ Μοντιανό

" Από τις δύο εισόδους του café, εκείνη χρησιμοποιούσε πάντα την πιο στενή, αυτήν που λέγαμε πόρτα του ίσκιου. Διάλεγε το ίδιο τραπέζι, στο βάθος της μικρής αίθουσας. Τον πρώτο καιρό δεν μιλούσε σε κανέναν, αργότερα γνωρίστηκε με τους θαμώνες του Condé που οι περισσότεροι ήταν στην ηλικία μας, κάπου ανάμεσα στα δεκαεννιά και στα είκοσι πέντε. Κάπου κάπου καθόταν στο τραπέζι τους, πιο συχνά, όμως, έμενε πιστή στη θέση της, στο βάθος."


Παρίσι δεκαετία του '60. Ο ποταμός αποτελεί ένα σύνορο, τύποι μποέμ, φοιτητές και νεολαίοι, θαμώνες των Café, εικόνα θολή από τον καπνό των τσιγάρων, αλκοόλ και συζητήσεις επί παντός επιστητού, πάθος και παραίτηση. Η φωτογραφία θα ήταν σίγουρα ασπρόμαυρη αν επρόκειτο για φιλμ, ασπρό και μαύρο όπως οι αναμνήσεις. Στα 62 του χρόνια ο Μοντιανό γράφει ένα βιβλίο για την χαμένη νιότη, με επίκεντρο ένα από τα δεκάδες café, σήμα κατατεθέν της γαλλικής πρωτεύουσας και πρωταγωνίστρια την Λουκί. Ποια είναι όμως η Λουκί; Σε αυτό το σπονδυλωτό μυθιστόρημα ο συγγραφέας καλεί ανθρώπους που την γνώρισαν για λίγο ή περισσότερο να μιλήσουν για εκείνη, για την οποία το μόνο που γνωρίζουμε είναι το ψευδώνυμο που της δόθηκε από κάποιον θαμώνα του Condé, κάποια βραδιά.

Η κινούμενη εικόνα διαδέχεται τα καρέ από φωτογραφίες, το voice over κυριαρχεί του άμεσου διαλόγου και υποβάλλει. Το εύρημα του συγγραφέα είναι έξυπνο και έως ένα βαθμό λειτουργεί. Αυτή η διαρκής περικύκλωση της Λουκί, τα νήματα που χαλαρώνουν, απομακρύνονται για να σφίξουν ξανά πλησιάζοντας, δημιουργούν μια ένταση, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι "πληροφοριοδότες" είναι αρκετά ενδιαφέρων, το Παρίσι στέκει όλο και πιο φλου στο βάθος της φωτογραφίας όσο ο φακός εστιάζει στην Λουκί, όλα δείχνουν φλου καθώς ο φακός εστιάζει στην Λουκί.

Οι μέρες από το πέρας της ανάγνωσης περνούν, οι λεπτομέρειες εντός μου ξεθωριάζουν αλλά η Λουκί στέκει, όπως η κοπέλα στην φωτογραφία του εξώφυλλου, σε ένα τραπέζι στο Condé καπνίζοντας και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά...


Ο Πατρίκ Μοντιανό γεννήθηκε το 1945 στο Boulogne-Billancourt. Ασχολείται επαγγελματικά με το γράψιμο από το 1967. Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία για το έργο του. Έχει γράψει τα σενάρια για τις ταινίες του Λουί Μαλ Lacombe Lucien και του Ζ.-Π. Ραπενώ Γοητευτικοί ταξιδιώτες.


Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης.
Εκδόσεις Πόλις.


Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Σώμα με σώμα - Ηλίας Μαγκλίνης

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που διάβασα την Ανάκριση του Ηλία Μαγκλίνη. Συνέπεσε με την περίοδο που ένιωθα να βρίσκω τα πατήματά μου σε αυτό το ιστολόγιο, τον τρόπο να μιλήσω για όσα είδα,διάβασα και άκουσα. Νόμιζα τότε ότι το ιστολόγιο αυτό το ακολουθούσαν μόνο μερικοί γνωστοί μου στους οποίους δειλά είχα μιλήσει γι'αυτό το εγχείρημα. Εκείνη η ανάρτηση ήταν η πρώτη που προκάλεσε μια κάποια "αντίδραση", ένα feedback. Δέχτηκα αρκετά μέιλ σχετικά με το βιβλίο, είτε από κάποιους που εξέφραζαν την επιθυμία να το διαβάσουν, είτε από άλλους που λόγω της ανάρτησης εκείνης το διάβασαν, είτε τέλος από εκείνους που εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους. Το μόνο που με είχε κάπως πειράξει ήταν που προτίμησαν την αυστηρά προσωπική επαφή μαζί μου μέσω μέιλ και όχι να αφήσουν κάποιο σχόλιο, είχα σκεφτεί και σχεδόν αποφασίσει τότε να αποσύρω την διεύθυνση του ηλεκτρονικού μου ταχυδρομείου, τελικώς δεν το έπραξα. Όπως και να έχει το σημαντικό είναι ότι "μιλήσαμε" για ένα πολύ όμορφο βιβλίο.

Το Σώμα με σώμα είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ηλία Μαγκλίνη.



"Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα, από τις τρεις αδελφές η Γεωργία ήταν εκείνη που, τους πρώτους δύσκολους μήνες ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας."


Μια οικογενειακή ιστορία μέσα στη ίδια την Ιστορία και δυστυχώς είναι οι πόλεμοι που τοποθετούν τις σημαδούρες, τις οποίες χρησιμοποιεί κάποιος για να αναφερθεί σε κάποια περίοδο περασμένη. Στην οικογένεια για την οποία μας μιλά ο συγγραφέας υπάρχει έντονη παρουσία ανδρών που υπηρέτησαν την πατρίδα, είτε επαγγελματικά είτε όχι. Είναι οι διηγήσεις τους, άλλοτε μαύρες και άλλοτε λαμπερές, που ηρωποιούν και συχνά ωραιοποιούν διάφορες καταστάσεις, κάτι παραπάνω από τις γνωστές ιστορίες από τον στρατό που οι περισσότεροι άνδρες συνηθίζουν να εξιστορούν συχνά πυκνά.
Καθώς οι σελίδες μας φέρνουν όλο και πιο κοντά στο σήμερα όλες εκείνες οι πομπώδεις περιγραφές φαντάζουν μακρινές, φαντάσματα του παρελθόντος, στιγμές μιας άλλης εποχής όταν το επάγγελμα του στρατιωτικού είχε άλλη αίγλη, όταν η στολή ήταν ικανή από μόνη της για την κοινωνική αναγνώριση, όπως συνέβαινε άλλωστε και με άλλα επαγγέλματα κατά το παρελθόν. Σήμερα ο εγγονός, πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του λιγότερο ως προνομιούχο και εν δυνάμει ήρωα και περισσότερο ως δημόσιο υπάλληλο απομονωμένο σε κάποιο νησί, με τις αναχαιτίσεις να αποτελούν μια καθημερινή αγγαρεία.

Οι μάχες δεν δίνονται μόνο σώμα με σώμα αλλά και ψυχή με ψυχή.

Η αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο είναι πως ο Μαγκλίνης χρησιμοποιεί τις μαρτυρίες για να δώσει ένα πλαίσιο το οποίο του οριοθετεί τον χώρο για να διηγηθεί μια οικογενειακή ιστορία (με έντονη και κυρίαρχη την γυναικεία παρουσία), κάτι που άλλωστε συναντάμε και στην Ανάκριση με την σχέση πατέρα-κόρης, στοιχείο που δίνει ένα προσωπικό στίγμα στο έργο του συγγραφέα, στοιχείο σημαντικό που λείπει από πολλούς, τόσο Έλληνες όσο και ξένους, συγγραφείς. Το Σώμα με σώμα αφήνει την αίσθηση πως έχει αρκετά βιογραφικά στοιχεία, είναι μια ιστορία η οποία δείχνει να τον απασχολεί προσωπικά, να τον εμπλέκει, δίνοντας έτσι μια άλλη διάσταση πιο υποκειμενική σε σχέση με την Ανάκριση.

Τα φαντάσματα του παρελθόντος ρίχνουν βαριά σκιά στο παρόν.

Εκδόσεις Πόλις.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ίσως μια ιστορία αγάπης - Μάρτεν Παζ

Ο Βιρζίλ γυρίζοντας από την δουλειά βλέπει μέσα στο σκοτάδι το φωτάκι του τηλεφωνητή να αναβοσβήνει, πατάει το κουμπί και ακούει την Κλάρα να του ανακοινώνει πως χωρίζουν. Ως εδώ η υπόθεση φαντάζει τετριμμένη. Όμως ο Βιρζίλ δεν γνωρίζει την Κλάρα, ή μάλλον θυμάται να έχουν μιλήσει σε ένα πάρτυ αλλά πέραν τούτου ουδέν!

Πώς αντιδρά κάποιος σε έναν φανταστικό χωρισμό;

Τον Μάρτεν Παζ τον αγάπησα μέσα από το πρώτο του βιβλίο, "Πως κατάφερα να γίνω βλάκας"(εκδόσεις Αστάρτη). Πρόκειται για ένα από τα πιο έξυπνα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει, ένα άξιο ευπώλητο, το οποίο μου κάνει εντύπωση που δεν έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη ακόμα.
Μπορεί εκείνο το πρώτο βιβλίο να αποτελεί το πικ της συγγραφικής του πορείας, αλλά έχει κάτι το εντόνως προσωπικό στον τρόπο που γράφει, που στήνει την πλοκή, που μιλά για πράγματα καθημερινά. Αυτά αλλά και η ικανότητά του στους χαρακτήρες είναι που συνεχίζουν να με έλκουν, χωρίς να με κουράζουν ή να με απογοητεύουν.

Ευφυία και σαρκασμός, ίσως μια ιστορία αγάπης με τον συγγραφέα να γελά πονηρά, σαν παιδί που κάνει σκανδαλιά, καταρρίπτοντας στερεότυπα σχετικά με τις σχέσεις και την επαγγελματική ανέλιξη κυρίως αλλά και με ότι άλλο βρεθεί στο διάβα του, καταφέρνοντας να προκαλέσει γέλιο και συγκίνηση ταυτόχρονα, σε ένα αποτέλεσμα πολύ γαλλικό και τούτο όχι γιατί η δράση λαμβάνει χώρα στο Παρίσι.

Μετάφραση Μαριάννα Κουτάλου.
Εκδόσεις Πατάκη.

υγ1 Πρόσφατα συζητούσα με μια φίλη μου για τον Γάλλο σκηνοθέτη Patrice Leconte, το βιβλίο αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο το επόμενο βήμα στην επιθυμία μου να δω ξανά κάποια ταινία του.

υγ2 Γράφοντας την ανάρτηση αυτή άκουγα τον δίσκο Fuerteventura της Ισπανίδας Russian Red (aka Lourdes Hernández). Ένα δείγμα μπορείτε να ακούσετε εδώ.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Το δάσος των παιδιών - Χρήστος Αγγελάκος

Αργά το απόγευμα, καθημερινή, λίγο πριν από το κλείσιμο, στέκομαι σε κεντρικό βιβλιοπωλείο και χαζεύω τον πάγκο με τις νέες εκδόσεις. Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο του Αγγελάκου, κοιτάζω από κοντά το εξώφυλλο. Δίπλα μου στέκεται μια κοπέλα, έχει πλάτη σε μένα. Ενώ κοιτώ το εξώφυλλο τη νιώθω να μου ρίχνει πλάγιες ματιές. Τη στιγμή πριν γυρίσω στο οπισθόφυλλο μου λέει : "Αγορασέ το, μην το σκέφτεσαι, το τελείωσα χτες το βράδυ, είναι πανέμορφο". Δείχνει ενθουσιασμένη, ένα τεράστιο (παιδικό) χαμόγελο το επιβεβαιώνει. Δεν έχω εύκαιρη την ατάκα, κοιταζόμαστε για λίγο κρατώντας ο καθένας από ένα βιβλίο. Αμήχανη (μάλλον) μου γυρίζει την πλάτη της ξανά, επιστρέφει στην αναζήτησή της. Αμήχανος (και) εγώ αφήνω το βιβλίο προσεχτικά αλλά κάπως βιαστικά και προχωρώ προς το βάθος του καταστήματος, σκέφτομαι την προτροπή της. Εκτός από τον διάβολο είναι και το μάρκετινγκ που έχει χίλλια πρόσωπα, είναι πονηρές εποχές, αυτή είναι η πρώτη μου σκέψη δυστυχώς. Εντούτοις το χαμόγελο νικά, η ομορφιά είναι καταδικασμένη να νικά. Με έπεισε. Επιστρέφω, το βιβλίο είναι εκεί που το άφησα, εκείνη όχι.

Σου αφιερώνω ετούτη την ανάρτηση, είναι το ελάχιστο. Ήταν η πιο "παράξενη" λογοτεχνική πρόταση και εγώ δεν στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων, δεν σου ανταπέδωσα καν το χαμόγελο.

Μπορεί να ήμουν προκατειλημμένος αλλά από μόνο του δεν θα αρκούσε, θα ήταν απλώς μια καλή αρχή. "Το δάσος των παιδιών" είναι όντως ένα όμορφο μυθιστόρημα με πρωταγωνίστρια την Λουκία, μια μυθιστορηματική βιογραφία της Λουκίας.

Μια ιστορία από μόνη της, όση πρωτοτυπία και αν φέρει, δεν είναι ποτέ σχεδόν αρκετή. Είναι ο τρόπος να πεις την ιστορία που κάνει ένα βιβλίο ξεχωριστό, και ο τρόπος του συγγραφέα είναι τόσο ιδιαίτερος που σε κάνει όχι μόνο να προσπερνάς κάποια κλισέ σημεία της πλοκής αλλά και να τα θεωρείς αναπόσπαστο μέρος αυτής. Δεν ξέρω αν είναι δόκιμος ο όρος λογοτεχνικό μοντάζ, αλλά κάπως έτσι θα ονόμαζα την αρετή του δημιουργού να πηδά από το πρώτό στο τρίτο πρόσωπο διήγησης, να μεταφέρει την ιστορία από το τότε στο τώρα και πάλι πίσω στο τότε, από παράγραφο σε παράγραφο.

Όταν αργά το βράδυ της επομένης το άφησα στο κομονδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου, κατάλαβα την αντίδραση της κοπέλας στο βιβλιοπωλείο. Δεν ξέρω αν θα έκανα το ίδιο, είναι μάλλον θέμα χαρακτήρα.

Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Η ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου - Άντον Τσέχωφ

Μετά την γνωριμία με έναν μετασοβιετικό συγγραφέα, τον Βλαντίμιρ Μακάνιν και το έργο του "Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας", επέλεξα να συνεχίσω με κάτι κλασικό από εκείνα τα μέρη.



"Για λόγους, τους οποίους δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να εξηγήσω αναλυτικά, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μπω στην υπηρεσία κάποιου αξιωματικού στην Αγία Πετρούπολη με το όνομα Ορλόφ. Ήταν τριάντα πέντε χρονών περίπου και ολόκληρο το όνομά του ήταν Γκεόργκι Ίβανιτς."



Έτσι ξεκινά η νουβέλα ετούτη του Άντον Τσέχωφ η οποία μου άφησε παρόμοια γεύση με το μυθιστόρημα του Στρίντμπεργκ, Μαύρες Σημαίες. Δύο συγγραφείς, γνωστοί κυρίως για τα θεατρικά τους έργα, κάτι το οποίο είναι φανερό και στα πεζά τους και στην αίσθηση που αυτά αφήνουν κατά την ανάγνωση. Ιδιαίτερα περιγραφικοί, σα να δίνουν κρυφές σκηνοθετικές οδηγίες, στηρίζονται πολύ στον διάλογο και τα κεφάλαια εύκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σκηνές.

Έχει μια ομορφιά αυτή η απλότητα στη δομή. Όπως και τη Νανά του Ζολά έτσι και την Ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου θα ήθελα να την έχω διαβάσει σε πιο νεαρή αναγνωστική ηλικία, νομίζω ότι θα με καθιστούσε συμμέτοχο στην πλοκή, θα με ταύτιζε με κάποιον χαρακτήρα, μάλλον με τον ανώνυμο πρωταγωνιστή. Σε αυτή την φάση δεν μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με την ιστορία, με γοήτευσε όμως η απλότητα και η καθαρή γραφή του Ρώσου συγγραφέα.

Δίνει την εντύπωση πως περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Τσέχωφ με τον πρωταγωνιστή να ταυτίζεται με τον συγγραφέα κυρίως λόγω της φυματιώσης από την οποία πάσχει.

Σύντομο ανάγνωσμα που φέρει μια γλυκύτητα από τα παλιά.

Μετάφραση Ρόζα Δελατόλα.
Εκδόσεις Το Ποντίκι.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

High Fidelity





Συνηθίζεται να λέγεται πως η ταινία σπάνια δικαιώνει το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε. Και όντως είναι πολλά τα παραδείγματα.
Πρώτα είδα την ταινία, ενθουσιάστηκα, αργότερα διάβασα το βιβλίο, δεν μπορώ να πω το ίδιο αν και πρόκειται για μια από τις πιο πιστές μεταφορές. Που οφείλεται αυτό; Κατέληξα στο ότι "φταίει" ο κινηματογραφικός τρόπος γραφής του Hornby μάλλον. Ξέρω πως έχει αρκετούς θαυμαστές και το σέβομαι, αλλά εμένα δεν με τραβάει κοντά του ως συγγραφέας. Διάβασα ένα ακόμα βιβλίο του, "η κάθοδος των τεσσάρων", μετά τις πρώτες σελίδες με κούρασε, τράβαγε την ενδιαφέρουσα αρχική ιδέα από τα μαλλιά, το τελείωσα εύκολα αλλά ως εκεί, αδιάφορο το φινάλε.

Από την άλλη στέκεται ο Hornby ως κινηματογραφικός συντελεστής. Το "about a boy (2002)", που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, με πρωταγωνιστή τον υπέροχα φλεγματικό Hugh Grant και τον Μάρκους (Nicholas Hoult) με την απίστευτη φάτσα, πολύ όμορφη ταινία, απλή αλλά όμορφη και πολύ βρετανική ειδικά στο χιούμορ. Στο "an education (2009)" υπογράφει το σενάριο, το οποίο χωρίς να είναι κάτι το τρομερά πρωτότυπο καταφέρνει να είναι αρκετά ιδιαίτερο.
Σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια ο Hornby είναι κινηματογραφικά μια κάποια εγγύηση, σίγουρα οι ταινίες στις οποίες συμμετέχει δεν άλλαξαν το ρου του σινεμά, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία τους. Είναι από τις ταινίες που πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει την ανάγκη να βλέπει κατά διαστήματα είτε πρόκειται για σκληροπυρηνικό σινεφίλ είτε για θαμώνα των multiplex.


Κλείνω την παρένθεση με τα λοιπά έργα του Hornby και επιστρέφω στο high fidelity.

"Είμαι μελαγχολικός επειδή ακούω ποπ μουσική ή ακούω ποπ μουσική επειδή είμαι μελαγχολικός;" αναρωτιέται ο John Cusack, κολλημένος ιδιοκτήτης δισκοπωλείου, ενώ προσπαθεί να κάνει ένα διαφορετικό Τοπ - 5, αυτή τη φορά όχι με τραγούδια αλλά με τις γυναίκες της ζωής του. Το ερώτημα "γιατί με χώρισε;" είναι αρκετά πιασάρικο, ψέματα; Οι βοηθοί του στο δισκοπωλείο είναι ο ορισμός του δεύτερου ρόλου και οι καυγάδες τους σχετικά με την μουσική ομηρικοί!
Αν σου αρέσει η μουσική, τότε το high fidelity είναι μια ταινία που πρέπει να δεις, το soundtrack είναι εκπληκτικό και η αγάπη για τις νότες άπειρη.

Είναι η εικόνα και ο ήχος που λείπουν από το βιβλίο, υπάρχουν προφανώς στο μυαλό του συγγραφέα αλλά απουσιάζουν από τις σελίδες. Ο Hornby σίγουρα είναι ταλαντούχος, έχει ιδέες και αρκετές γνώσεις επί της μουσικής, μάλιστα θεωρείται και γκουρού κατά κάποιον τρόπο, αν γράψει μια καλή πρόταση για ένα νέο συγκρότημα τότε υποτίθεται πως ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την επιτυχία.

Δεν ξέρω αν θα έγραφα το ίδιο κείμενο αν πρώτα είχα διαβάσει το βιβλίο και είχα δημιουργήσει εγώ τις εικόνες και όχι ο σκηνοθέτης Stephen Frears, είναι μάλλον κάτι που δεν θα μάθω ποτέ...

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας - Βλαντίμιρ Μακάνιν

Ανατρέχοντας στα ρωσικά βιβλία τα οποία έχω διαβάσει, φαντάζει σαν η λογοτεχνία σε εκείνα τα μέρη να άρχισε με τους Τσάρους και να τελείωσε με τον Στάλιν. Εδώ και καιρό μου έλειπε η επαφή με τους σύγχρονους Ρώσους συγγραφείς. Και ενώ μοιάζει εύκολο να κινηθείς ανάμεσα στους παλιούς, με το σήμερα είχα βρεθεί σε αδιέξοδο, μου έλειπε η πληροφορία εκείνη που θα με έπαιρνε από το χέρι και θα με καθοδηγούσε. Χρειαζόμουν το σήμερα ώστε να έχω μια πιο σφαιρική άποψη. Η φίλη Π. με συμβούλεψε να διαβάσω Μακάνιν και πιο συγκεκριμένα το βιβλίο του με τίτλο Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας, νομίζω πως πρόκειται για την ενδεδειγμένη πρόταση για όποιον θέλει να γνωρίσει την σύγχρονη (καλή) πλευρά της ρωσικής λογοτεχνίας.

Ο Πετρόβιτς είναι ένας αντεργκράουντ συγγραφέας, δεν έχει εκδώσει τίποτα δικό του, ζει στα όρια του αλήτη και του μποέμ, εργάζεται ως φύλακας σε διαμερίσματα στη δημόσια πολυκατοικία κατά την διάρκεια της απουσίας εκείνων που μένουν εκεί.

Βρισκόμαστε στη μετασοβιετική Ρωσία. Είναι μια εποχή αλλαγών για τη χώρα. Παρά την έντονη ακόμα παρουσία του κράτους συντελείται μια μάλλον άναρχη φιλελεύθερη μετάβαση. Ιδρύονται εταιρίες, επιτρέπεται το ιδιωτικό λιανικό εμπόριο και αρχίζει η ιδιωτικοποίηση των κατοικιών. Εμφανίζονται οι μαφίες με τα μέλη τους να φέρουν συχνά το προσωπείο του νεόπλουτου επιτυχημένου μπίζνεσμαν.
Το βιβλίο είναι γεμάτο αναφορές στη ρωσική λογοτεχνία, άλλες πιο φανερές και άλλες πιο κεκαλυμμένες, ξεκινώντας από τον τίτλο όπου παραπέμπει απευθείας στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, το οποίο στις μέρες μας ίσως και να μεταφραζόταν ως αντεργκράουντ. Πολύ κατατοπιστικό το επίμετρο της μεταφράστριας (το οποίο ορθώς βρίσκεται στο τέλος της έκδοσης) τόσο για το βιβλιοφιλικό όσο και για το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινείται και περιγράφει ο Μακάνιν.

Η μετάβαση βρίσκεται στο κέντρο του βιβλίου, το χτες και το σήμερα της χώρας σκιαγραφεί ο Μακάνιν σε αυτό το πολυσέλιδο πυκνογραμμένο και αρκετά κινηματογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο πιστεύω πως παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον και δε νομίζω ότι απευθύνεται αποκλειστικά στους λάτρεις της ρωσικής λογοτεχνίας, αν και σίγουρα εκείνοι θα βρουν ακόμα περισσότερα στοιχεία ικανά να τους ενθουσιάσουν.


Η αντεργκράουντ κοινότητα των καλλιτεχνών δημιουργήθηκε λόγω της αυστηρής λογοκρισίας, ο καλλιτέχνης είχε δύο δρόμους, είτε να συμβιβαστεί και να καρπωθεί όλων των προνομίων αλλά με σαφείς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, είτε να επιλέξει ένα δρόμο πιο δύσκολο αλλά πιο ελεύθερο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο οποίος ανήκει στη σχολή της Μόσχας, πρόθεσή του ήταν να γράψει ένα είδος ρέκβιεμ γι'αυτά τα παιδιά που τόσα πολλά έδωσαν και εν μέρει τον διαμόρφωσαν.

Είναι όμορφο το συναίσθημα που σου προκαλούν τα πολυσέλιδα βιβλία που απαιτούν μέρες ανάγνωσης, εισβάλλουν στην καθημερινότητά σου και της αφήνουν κάτι από το κλίμα τους, κοιμάσαι, ξυπνάς και ζεις παράλληλα με την ανάγνωση του εκάστοτε έργου σε μια δεύτερη πραγματικότητα.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.
Εκδόσεις Καστανιώτη.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Divisadero - Μάικλ Οντάατζε

Η Άννα, η Κλερ και ο Κουπ μεγαλώνουν μαζί, σαν αδέρφια, σε ένα αγρόκτημα στη Βόρεια Καλιφόρνια. Χρόνια αργότερα η Άννα θα βρεθεί στην Γαλλία, θα μείνει στο σπίτι που πέρασε τα τελευταία του χρόνια ένας Γάλλος συγγραφέας, μελετώντας το αρχείο του. Πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον το έργο του συγγραφέα θα λειτουργήσει για την Άννα ως καθρέφτης μέσα από τον οποίο θα μπορέσει να δει καθαρά το παρελθόν της.



" << Έχουμε την τέχνη>>, έλεγε ο Νίτσε, << προκειμένου να μην καταστραφούμε από την αλήθεια>>. Η ωμή αλήθεια ενός γεγονότος δεν έχει τελειωμό κι έτσι η ιστορία του Κουπ και της ζωής της αδερφής μου δεν τελειώνει για μένα ποτέ. Οι δυο τους αποτελούν μια αναπάντεχη προοπτική κάθε φορά που σηκώνω το ακουστικό όταν αργά τη νύχτα χτυπά το τηλέφωνο και περιμένω να ακούσω τη φωνή του ή τη βαριά ανάσα της Κλερ λίγο πριν μιλήσει. Διότι έχω πια αποκοπεί εντελώς από ό,τι κι αν ήμουν, από όλα όσα ήμουν τότε μαζί τους. Τότε που το όνομά μου ήταν Άννα."

Ένα πανέμορφο μυθιστόρημα, κυρίως χαρακτήρων. Σε λιγότερες από τριακόσιες σελίδες ο Οντάατζε καταφέρνει να σκιαγραφήσει με λεπτομέρεια όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην πλοκή της ιστορίας, είτε αυτά κρατούν ένα ρόλο πρωταγωνιστικό είτε απλώς παρεμβάλονται σε ένα επεισόδιο. Και αυτό χωρίς να βαραίνει περιγραφικά το αποτέλεσμα. Σου αφήνει την αίσθηση πως διάβασες κάτι ογκώδες, μαεστρικά συμπυκνωμένο. Ένας παράξενος συνδυασμός οικονομίας, ποίησης και περιγραφής με το αποτέλεσμα να χαράσεται βαθιά μέσα σου. Ατμοσφαιρικό και ρεαλιστικό.

Ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Οντάατζε, γνωστού κυρίως για το βιβλίο του " Άγγλος ασθενής", το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία, τόσο σε βραβεία όσο και σε εισιτήρια. Δεν ξέρω γιατί αλλά ποτέ δεν μου κίνησε την περιέργεια, μάλλον γιατί μου φαίνεται κάπως γλυκανάλατο, κολλήματα του νου, ίσως όμως στο μέλλον, και μετά την πρώτη αυτή επαφή με τον γεννημένο στη Σρι Λάνκα συγγραφέα, αν παρουσιαστεί η ευκαιρια να μην είμαι τόσο αρνητικός.


Μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου.
Εκδόσεις Καστανιώτη.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Κάποτε στην Ανατολία (2011)







Αφαιρετικά υποβλητική η τελευταία δημιουργία του Τούρκου σκηνοθέτη, Τσεϊλάν, ο οποίος έγινε γνωστός στα φεστιβάλ με το Uzak (2002) και κατέκτησε το ελληνικό κοινό με τα Κλίματα αγάπης (2006). Η ταινία Τρεις πίθηκοι (2008), ένα στυλιζαρισμένο δράμα, από την μία μου θύμισε έντονα τον έτερο Τουρκο, αν και ζει στην Γερμανία, Φατίχ Ακίν ( σκηνοθέτη μεταξύ άλλων των εκπληκτικών "Μαζί ποτέ" και "Η άκρη του ουρανού"), από την άλλη όμως τον καθιέρωσε στην συνείδησή μου ως έναν μεγάλο σύγχρονο δημιουργό.


Τουρκία δεν είναι μόνο το ευρωπαϊκό παράκτιο κομμάτι, είναι και ένα τεράστιο ασιατικό μέρος, το οποίο κλιμακωτά φτάνει ως το Ιράν και την εικόνα που έχουμε οι δυτικοί(;) γι'αυτό. Εκεί εκτυλίσσεται το Κάποτε στην Ανατολία. Μία ομάδα ανθρώπων που αποτελείται από δύο κατηγορούμενους, έναν εισαγγελέα, ένα αστυνόμο, έναν γιατρό, έναν λοχία και τους βοηθούς τους, αναζητούν το πτώμα ενός δολοφονημένου άντρα κάπου στην Ανατολία. Αυτή είναι η υπόθεση της ταινίας.

Αφαιρετικά υποβλητική, έτσι ξεκίνησα ετούτη την ανάρτηση και θα επαναληφθώ γιατί νομίζω ότι είναι ακριβώς η αίσθηση που σου αφήνει η ταινία όχι μόνο κατά την θέαση αλλά και ώρες μετά. Φαντάζομαι ότι ο ίδιος σκηνοθέτης και η ομάδα του πέρασαν αρκετές ώρες στην αναζήτηση των χώρων, το κάθε πλάνο το μαρτυρά. Η επιλογή δεν έγινε για να εντυπωσιάσει αλλά για να υποβάλλει, αυτό φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο παίζουν οι ηθοποιοί.

Είναι από τις ταινίες εκείνες που πιστεύω ακράδαντα πως αξίζει να τις δει κάποιος στο σινεμά, έστω και αν στις μέρες που διανύουμε αυτό συχνά αποτελεί μια οικονομική υπέρβαση, στην μικρή οθόνη θα χαθεί ένα μέρος της μαγείας. Απίστευτη η δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας. Η σκηνοθεσία του Τσεϊλαν υποδειγματική, είναι από τις ταινίες εκείνες που θα ξεκαθαρίσουν ίσως σε κάποιον την αφηρημένη έννοια του σκηνοθέτη που πολλοί από εμάς έχουμε ως μη γνώστες. Ο γιατρός είναι από τους χαρακτήρες που σου χαράσσονται βαθιά στη μνήμη. Δεν θα συμφωνήσω με κάποιες ενστάσεις που διάβασα σχετικά με το δεύτερο μέρος της ταινίας και μια πιθανή κοιλιά, γούστα είναι αυτά βέβαια αλλά πιστεύω ότι χωρίς αυτό το κομμάτι η ταινία θα έφερε κάτι το ανολοκλήρωτο.

Στο Φεστιβάλ Καννών του 2011 κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Sazman @ Nueva Trova ( 1 - 11 - 2011)

Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι τα πανηγύρια, σκεφτόμουν καθ'όλη την διάρκεια της συναυλίας, και αν αυτό φαντάζει ουτοπικό, η παρουσία τους στις Γιορτές της Γης, στο χωριό Βλάστη του νομού Κοζάνης θα ήταν επιβεβλημένη.

Η βαλκανική μουσική είναι στο αίμα μας. Το θεωρώ δύσκολο κάποιος να μην παρασυρθεί από τον ρυθμό και να παραμείνει ασάλευτος. Είναι συναυλίες που χρειάζονται χρόνο και τα δύο μέρη, τόσο η μπάντα όσο και το κοινό, σαν εισαγωγή, σαν προθέρμανση. Παίζει το ρόλο του και ο χώρος, ένα άπλωμα στην ύπαιθρο, στους πρόποδες κάποιου βουνού, εκεί που και το καλοκαίρι ακόμα τα βράδια έχει δροσιά, φαντάζει σε μένα ως ιδανικός.

Θυμήθηκα ένα καρναβάλι στη Νάουσα, τις Μπούλες, τα χάλκινα, το τσίπουρο. Είναι κρίμα που εδώ στο νότο η βαλκανική μουσική αντιμετωπίζεται λιγότερο ως παράδοση και περισσότερο ως soundtrack ταινίας του Κουστουρίτσα με την υπογραφή του Μπρέγκοβιτς.

Πρέπει να παραδεχτώ πως λόγω άγνοιας δεν κατάλαβα αν ανάμεσα στα κομμάτια που παρουσίασε η μπάντα, με έδρα την Πάτρα, υπήρχαν και κάποια δικά τους εκτός από τις διασκευές.

Σε έναν πολύ όμορφο χώρο αν και όχι κατάλληλο μάλλον, οι Σαζμάν μας χάρισαν ένα γεμάτο δίωρο. Πανέμορφη στιγμή το κλείσιμο του προγράμματος (αν και μετά από λαϊκή απαίτηση έπαιξαν λίγο ακόμα) με το Ederlezi του Μπρέγκοβιτς από τον Καιρό των Τσιγγάνων.
Δεμένη παρέα που έδειχνε να περνάει καλά επί σκηνής, και είναι τόσο σημαντικό αυτό σε μια συναυλία. Όχι ότι υστέρησε κανείς αλλά η φωνή της κοπέλας χρίζει μνείας.

Εδώ το myspace
των παιδιών, ακούστε τους είναι καλοί!

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς - Αλεξαντρ Σολζενίτσιν

" Σήμερα όμως όλοι είναι μαζεμένοι, ο καθένας προσπαθεί να προφυλαχτεί πίσω από την πλάτη του μπροστινού του και βυθίζεται στις σκέψεις του. Η σκέψη του κρατούμενου ούτε αυτή είναι ελύθερη, όλοι σκέφτονται το ίδιο και το ίδιο, όλα γυρίζουν γύρω από τα ίδια: θα βρουν το ψωμί στο στρώμα; Θα πάρω άδεια από το αναρρωτήριο το βράδυ; Θα τον στείλουν τον καπετάνιο στην απομόνωση ή όχι; Και που βρήκε ο Καίσαρας τις ζεστές φανέλες; Μάλλον, τις βούτηξε από την αποθήκη, από που αλλού;"


Πώς μπορείς να σταθείς στη λογοτεχνική αξία ενός έργου που ξεχειλίζει ρεαλισμό και βίωμα; Ένας συνεχής κόμπος στο στομάχι συντροφεύει την ανάγνωση. Περιγραφή μιας μέρας από τη ζωή σε ένα στρατόπεδο στην Σιβηρία, μιας ακόμα μέρας κάποιων φυλακισμένων ψυχών. Πόσες θα ακολουθήσουν άραγε; Είναι τρομαχτικό ότι κάποιες στιγμές η ίδια η ελευθερία περνά σε δεύτερη μοίρα, στην σκιά της επιβίωσης.
Ο Ντοστογιέφσκη στις " Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων" περιγράφει τις δικές του εμπειρίες από την Σιβηρία, σχεδόν εκατό χρόνια πριν, ο Σολζενίτσιν τις δικές του. Αν επρόκειτο για λογοτεχνική φαντασία δεν θα ήταν τόσο δυνατό, η μαρτυρία όμως μετατρέπει το κείμενο σε ντοκουμέντο. Το κοινό θέμα δεν σε βάζει σε σκέψεις πιθανού μιμιτισμού, προσθέτει ένα ακόμα θύμα στη μακρά λίστα. Όπως δήλωσε κάποτε ο συγγραφέας: " εγώ ήμουν τυχερός γιατί επέζησα και κατάφερα να γράψω, άλλοι, ικανότεροι από μένα, δεν τα κατάφεραν." Δεν μπορείς καν να το εντάξεις στην στρατευμένη λογοτεχνία.

Το εύρημα με την περιγραφή μιας και μόνο ημερολογιακής ημέρας, μου έφερε στο νου τον Οδυσσέα του Τζόυς και την Κυρία Ντάλαγουέη της Γουλφ, αλλά ως εκεί, λυρισμός και πραγματικότητα, δύση και ανατολή, λογοτεχνικά τουλάχιστον.

Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν γεννήθηκε στον Καύκασο το 1918. Σπούδασε στη φυσικομαθηματική σχολή του Ροστόφ και αργότερα ιστορία, φιλοσοφία και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Μόσχας. Τον Ιούλιο του 1945 καταδικάστηκε ερήμην σε οκτώ χρόνια καταναγκαστικών έργων σε στρατόπεδο εργασίας επειδή σε κάποια επιστολή του κατέκρινε τον Στάλιν. Το 1950 μεταφέρθηκε σε ειδικό στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων. Αφού εξέτισε την ποινή του βρέθηκε εξόριστος στο Καζακστάν όπου έγραψε κρυφά τα πρώτα του μυθιστορήματα. Το 1970 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, το οποίο δεν πήγε να παραλάβει φοβούμενος ότι το καθεστώς δεν θα του επέτρεπε να επιστρέψει. Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν το 1974, όταν του αφαιρέθηκε η σοβιετική υπηκοότητα. Η υπηκοότητά του αποκαταστάθηκε επί Γκορμπατσόφ και το 1994 επέστρεψε στη χώρα του. Πέθανε στη Μόσχα το 2008.

Μετάφραση Δημήτρης Τριανταφυλλίδης.
Εκδόσεις Πάπυρος.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Η Αγία Αλητεία - Γιώργος Κάτος

"Αγόρασα δύο βιβλιαράκια, ρίξε μια ματιά" μου είπε. Γιώργος Κάτος, δε μου έλεγε τίποτα το όνομα, του το είπα. " Καλά και εγώ ένα δικό του έχω διαβάσει την Άπνοια, καλό ήταν." Τον ρώτησα αν το έχει, δεν το συνηθίζει αλλά είπα να δοκιμάσω. "Όχι, κάπου θα το έχω δώσει αλλά δε θυμάμαι." Ύστερα έμεινα σπίτι για μέρες, άρρωστος, ξέμεινα από επόμενα, η Αγία Αλητεία μου ήρθε στο νου, χρόνο είχα, και περιέργεια.


" Βέβαια, το είχε βασανίσει πολύ μες στο μυαλό του ο Πέτρος μέχρι να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Θά' φευγε. Θα πήγαινε και αυτός στη Γερμανία. Τόσοι και τόσοι εδώ και χρόνια είχαν πάρει το δρόμο για τη Ντόιτσλαντ κι όπως μάθαινε είχαν κάνει την καζάντια τους. Κ' ήταν κι ένας άλλος λόγος. Η γυναίκα του η Μαρία... δηλαδή εδώ που τα λέμε, ήταν ο κυριότερος λόγος που τον ανάγκασε να τ' αποφασίσει."


Οι πρώτες γραμμές μου έφεραν στο νου το Διπλό Βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, ταυτόχρονα μου φάνηκαν και επίκαιρες, αρκετοί φεύγουν ή σκέφτονται να δοκιμάσουν τη λύση της Γερμανίας, σαν άλλοτε.


Ο Πέτρος λέει ένα ψέμα, ένα ψέμα για καλό, νομίζει. Την αγαπά την γυναίκα του, πολύ. Αν είχαν ένα παιδί όλα θα ήταν διαφορετικά. Με το Γιαγίλο ήταν στην ίδια παρέα από παιδιά, ο Πέτρος αρχηγός, διαταγές και καψώνια. Ο Πέτρος ξέχασε, το συνηθίζουν οι αρχηγοί άλλωστε, ο Γιαγίλος όχι, το συνηθίζουν οι καταπιεσμένοι, κυρίως τα παιδιά.
Το ψέμα, η εκδίκηση, η λήθη και η επιμονή, η φιλία και ο έρωτας, τα πάθη. Θα μπορούσε να είναι το σενάριο μια ελληνικής ταινίας, ασπρόμαυρης, θα μπορούσε όμως να είναι και ταινία σκανδιναβικής προελεύσεως.
Ο Πέτρος είναι ένας αντιήρωας, μια τον συμπονείς και μια τον κατακρίνεις.

Και αν οι πρώτες γραμμές μου θύμισαν Χατζή, η συνέχεια μου έφερε στο νου το στυλ γραφής του Σουρούνη και του Σκούρτη. Μια Θεσσαλονίκη μακριά από τα εκτυφλωτικά φώτα,με σκοτεινά μπαρ, χαρτοπαιχτικές λέσχες και καταγώγια. Μια Θεσσαλονίκη ερωτική και εργατική, σαφέστατα ιδανική για λογοτεχνία.

Ο Γιώργος Κάτος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και πέθανε το 2007.

Εκδόσεις Καστανιώτη.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Άλπεις (2011)




Πριν δύο χρόνια όταν βγήκε στις αίθουσες ο Κυνόδοντας έλειπα εκτός Ελλάδας, δεν είχα καμία επαφή με την εδώ επικαιρότητα. Γύρισα πριν γίνει ο ντόρος με την είσοδο της ταινίας στη τελική πεντάδα των όσκαρ και πριν φουντώσει η πολεμική σχετικά με το αν επρόκειτο για αντιγραφή ή απλή ομοιότητα με την μεξικάνικη ταινία, το κάστρο της αγνότητας (1973).

Αρκετοί μου είχαν προτείνει τότε να δω τον Κυνόδοντα, όλοι είχαν αρνηθεί να μου δώσουν το οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με την ταινία.Ήταν αργά το απόγευμα όταν με ένα φίλο αποφασίσαμε να δούμε αυτή την τόσο ιδιαίτερη ταινία που εντυπωσίασε τόσο τόσους κοινούς μας γνωστούς. Όσοι έχετε δει τη ταινία θα θυμάστε φαντάζομαι την εισαγωγή, με τα παιδιά να παίζουν εκείνο το παράξενο παιχνίδι με τις λέξεις στην μπανιέρα, εκεί λοιπόν, δεν ξέρω γιατί εκάνα την εξής σκέψη : δήθεν πειραματικό ελληνικό σινεμά,αυτό μας έλειπε. Με την άκρη του ματιού μου προσπάθησα να ανιχνεύσω τις σκέψεις του φίλου μου σχετικά, αναζητούσα ένα χασμουρητό ή μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας ώστε να προτείνω την αναβολή. Εκείνος δεν έδειξε κανένα σημάδι δυσαρέσκειας, οπότε βολεύτηκα καλύτερα στον καναπέ και αποδέχτηκα τη μοίρα μου. Και όμως αυτό ήταν το σημείο κλειδί, χαλάρωσα και απέμεινα σα σφουγγάρι απέναντι στη φωτεινή οθόνη, με αποτέλεσμα να βρεθώ ανοχύρωτος και ο κυνόδοντας να με παρασύρει στο πέρασμά του. Σοκ.

Αργότερα συνάντησα αρκετούς που δεν τους άρεσε η ταινία, έγινε μεγάλος ντόρος σχετικά με την μεξικάνικη, και καλά αυθεντική, η οποία 26 χρόνια μετά προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες. Προφανώς και είναι δικαίωμα του καθενός αν θα του αρέσει ή όχι μια ταινία, αλλά νομίζω ότι το γύρω τριγύρω κουτσομπολιό δε μας κάνει καλό ως θεατές, μας οδηγεί σε μέρη μακρινά και άσχετα από την ίδια την ταινία. Το κάστρο της αγνότητας δεν το είδα, αν και προσωρινά είχα την επιθυμία εντούτοις τελικά αρνήθηκα να μπω στο τρυπάκι.

Δύο χρόνια μετά και η νέα ταινία του Λάνθιμου, με βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ της Βενετίας, είναι στις αίθουσες. Αρκετό καιρό πριν και ενώ η ταινία είχε προβληθεί μόνο σε φεστιβάλ βγήκε η είδηση πως πρόκειται για "αντιγραφή" της νουβέλας του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Παραβολή. Το έμαθα μέσα από τα στατιστικά του ιστολογίου μου, αρκετές αναζητήσεις στο google με λέξεις κλειδιά, παραβολή-Τζαμιώτης-Λάνθιμος- Άλπεις, με έκαναν να απορήσω και να ψάξω και εγώ με τη σειρά μου στο google.

Και όμως πηγαίνοντας προς το σινεμά ο φόβος μου είχε να κάνει με το δεύτερο κρίσιμο βήμα του Λάνθιμου κυρίως και όχι με τα σχετικά με τη νουβέλα.

Ο Λάνθιμος έχει ένα αρκετά προσωπικό στυλ κινηματογράφισης, και οι δύο ταινίες του είναι ιδιαίτερες και πέρα από το μου άρεσε - δε μου άρεσε δυσκολεύομαι να πιστέψω πως μπορούν να περάσουν αδιάφορες, έχουν ψυχή (την οποία δεν είχε το Attenberg που αισθητικά συγγενεύει).

Στις Άλπεις, αν έχεις δει τον Κυνόδοντα, δεν σε παραξενεύει το στυλ και οι ερμηνείες, είναι αυτό που περιμένεις από τον Λάνθιμο. Βγαίνοντας από την αίθουσα δεν μπορούσα να βρω λέξεις για να περιγράψω σε κάποιον τρίτο την άποψη μου σχετικά με τη ταινία, προσπέρασα το τυπικό ερώτημα "σου άρεσε;" δηλώνοντας προσωρινή άγνοια. Ακόμα δεν ξέρω αν μου άρεσε και όσο και αν σε κάποιον ακούγεται παράξενο αυτό, πιστεύω πως μικρή αξία έχει. Μέρες μετά την προβολή και οι Άλπεις είναι ακόμα στο μυαλό μου, σκεφτόμουν να επιστρέψω στο κινηματογράφο και θα το έκανα αν δεν ήταν το χρηματικό αντίτιμο στη μέση. Λίγες είναι οι ταινίες εκείνες που σε ψυχαγωγούν ακόμα μέρες μετά την έξοδο σου από την αίθουσα, και αυτό είναι κάτι όμορφο. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην υπόθεση του έργου, όσοι επιθυμείτε να το δείτε προσπαθήστε να κρατηθείτε μακριά από αναλύσεις και κουτσομπολιά που αποκαλύπτουν στοιχεία. Tabula rasa.

Σχετικά με το κουτσομπολιό τώρα λίγα λόγια. Η ιδέα υπάρχει σαφέστατα στη νουβέλα του Τζαμιώτη, δεν είναι πρωτότυπη, ημερολογιακά τουλάχιστον. Δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος έβρισκε την ίδια ιδέα σε κάποιο άλλο παλιότερο έργο επιστημονικής φαντασίας για παράδειγμα ή ως ζήτημα επιστημονικής ηθικής. Προσωπικά, και έχοντας άποψη τόσο για τη ταινία όσο και για τη νουβέλα, δεν με ενόχλησε η κοινή ιδέα. Ίσως αν το αναλύσουμε σελίδα καρέ να βρούμε και άλλες ομοιότητες αλλά δε νομίζω πως έχει σημασία. Σημασία δεν έχει το θέμα αλλά ο τρόπος που το παρουσιάζεις. Δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστέψω τον Λάνθιμο ή τον Φιλίππου που ισχυρίζονται πως δεν είχαν υπόψην τους το συγκεκριμένο βιβλίο. Σταματώ εδώ πριν αρχίσουν τα κλισέ περί παρθενογέννεσης στην τέχνη...

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης είναι ένας πάρα πολύ καλός συγγραφέας.


υγ Μου έκαναν εντύπωση τα λεγόμενα του Λάνθιμου σχετικά με τη δυσκολία ανεύρεσης οικονομικών πόρων για τις Άλπεις, φανταστείτε να μην είχε φτάσει και στην πεντάδα των Όσκαρ δηλαδή...