Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν - Anna Seghers




Όταν τα χιτλερικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Παρίσι, η Άννα Ζέγκερς, που ήδη ζούσε εκεί ως πολιτικός πρόσφυγας, αναγκάζεται να φύγει ξανά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες δε γίνεται δεκτή, περνάει στο Μεξικό. Σε άσχημη κατάσταση τόσο σωματική όσο και ψυχολογική, μακριά από τον τόπο της. Εκεί, σε ένα χωριό στο Μεξικό, ξεκινά την εξιστόρηση της εκδρομής των κοριτσιών που χάθηκαν.
Είναι ο τρόπος του λογοτέχνη να αναφερθεί στην Ιστορία, να παντρέψει το ρεαλισμό με το λυρισμό, να αποδώσει φόρο τιμής, να μην αφήσει τους ανθρώπους να ξεχάσουν. Η ωραιοποίηση, της οποίας ο κίνδυνος συχνά ελλοχεύει, απουσιάζει εντελώς, άλλωστε τι υπάρχει, άραγε, προς ωραιοποίηση από εκείνη την περίοδο;
Μια ελεγειακή νουβέλα λοιπόν, με πρωταγωνίστριες δεκαπέντε κοπέλες, συμμαθήτριες και φίλες, κατά τη διάρκεια μιας σχολικής εκδρομής, μια ανάμνηση από τα χρόνια της αθωότητας. Η συνοδός δασκάλα θα ζητούσε από την Άννα να γράψει μια έκθεση με θέμα την εκδρομή, η Άννα το πράττει, χρόνια μετά, ενώ ξέρει τη φρικτή εξέλιξη της Ιστορίας.

Το εισαγωγικό fade in στις αναμνήσεις και το τελικό fade out πίσω στη μεξικανική πραγματικότητα της συγγραφέως, δίνει μια κινηματογραφικότητα στο κείμενο. Σκεφτόμουν, διαβάζοντας τη νουβέλα αυτή, πως το ένστικτο της επιβίωσης είναι πολύ πιο ισχυρό από όσο ο καθένας μας θα μπορούσε να υποθέσει, η πρόσφυγας αλλά ζωντανή Άννα Ζέγκερς βρίσκει τη δύναμη να καταγράψει την ιστορία των κοριτσιών που χάθηκαν, παρότι η ίδια βρίσκεται σε δεινή θέση. Κείμενο το οποίο, αν και συγγενεύει με τόσα άλλα έργα με θέμα εκείνη την περίοδο, καταφέρνει να μην κουράσει τον αναγνώστη. Η γραφή της Ζέγκερς δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Κινούμενη σε δύο χρονικές περιόδους που συνεχώς έρχονται σε σύγκρουση αποδίδει με οικονομία μια περίοδο για την οποία χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί.

Ο τίτλος στα γερμανικά είναι Der Ausflug der toten Mädchen, ο οποίος σε ακριβή μετάφραση στα ελληνικά θα ήταν Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών. Νομίζω όμως πως η απόδοση που επέλεξε ο Γιώργος Δεπάστας, αν και όχι ακριβής, με ικανοποιεί προσωπικά περισσότερο.
Διαβάζοντας την εργογραφία της Ζέγκερς θυμήθηκα πως κάποτε μου είχαν προτείνει να διαβάσω το Τράνζιτο, η πρώτη μου επαφή με την Γερμανίδα συγγραφέα με "αναγκάζει" να το τοποθετήσω στη λίστα με τα προσεχώς.

Η αίσθηση της ανάγνωσης μου έφερε στο νου δύο ακόμα συγγραφείς, μεταγενέστερες, που γράφουν στα γερμανικά και ασχολούνται (στα έργα τους που έχω διαβάσει) με την Ιστορία, τη Ρουμάνα Χέρτα Μύλερ και τη Γερμανίδα Έρπενμπεκ . Αξιόλογες και οι δύο και αρκετά συγγενείς στα μάτια μου με την Άννα Ζέγκερς.

Εκδόσεις Άγρα.
Μετάφραση Γιώργος Δεπάστας.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Υπόθεση Μπεστ σέλλερ - Χρήστος Βακαλόπουλος




Πέρυσι το Μάρτη, μετά από προτροπή του Γ., ήρθα σε επαφή με ένα μεγάλο και πρόωρα χαμένο συγγραφέα, το Χρήστο Βακαλόπουλο. Πρώτα Η γραμμή του ορίζοντος και ύστερα Οι πτυχιούχοι. Διάβασα πάλι τις τότε αναρτήσεις, αμφιβάλλω αν μπόρεσα να μεταφέρω τον ενθουσιασμό μου μέσα απ' αυτές, το ίδιο νιώθω και τώρα. Πώς μπορείς άραγε να μιλήσεις για κάτι που αγαπάς πολύ;


Η υπόθεση μπεστ-σέλλερ είναι το πρώτο μυθιστόρημά του. Το σημείωμα του συγγραφέα είναι ιδιαίτερο.
" Ο αναγνώστης μπορεί, αντί να διαβάσει αυτό το βιβλίο, να ακούσει οποιονδήποτε δίσκο του Μπομπ Ντύλαν ή των Κινκς και να δει οποιαδήποτε ταινία του Νίκολας Ραίη, του Ζαν Ρενουάρ ή του Φριτς Λάνγκ. Εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση."


Αποτυπώνει υπέροχα την κατάσταση του μελλοντικού συγγραφέα, του οποιουδήποτε μελλοντικού συγγραφέα. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Ιάσονας, ο οποίος τελειώνει το πρώτο του μυθιστόρημα. Μια φίλη του που δουλεύει σε έναν εκδοτικό οίκο τον πιέζει για να το εκδώσει. Εκείνος ψάχνει ακόμα τα πατήματά του, όχι μόνο στη συγγραφή αλλά και στη ζωή. Θέλει να μιλήσει για τα πάντα, για τις μουσικές και τον κινηματογράφο, για τη λογοτεχνία, για τους φίλους του, για τη ζωή στην Αθήνα, για τους φοιτητές, για τον έρωτα. Το μυθιστόρημά του έχει ως θέμα δύο πολιτικές ομάδες ενός λυκείου, ανακαλύπτει και κρύβει αναλογίες με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις. Προσπαθεί να συλλάβει την έννοια του ρεαλισμού και να ανακαλύψει τα περιθώρια που δίνει ο συμβολισμός.

Έχοντας διαβάσει τα δύο επόμενα μυθιστορήματα είναι εύκολο να αντιληφθώ την σύνδεση με αυτό το πρωτόλειο έργο. Στους Πτυχιούχους θα ασχοληθεί με την φοιτητική ζωή και στην Γραμμή του ορίζοντος με τις σχέσεις.

Τώρα πια, καθώς η Υπόθεση μπεστ-σέλλερ στέκει εδώ στο πλάι μου, νιώθω πως έχω μια πιο πλήρη άποψη για έναν πολύ αγαπημένο συγγραφέα. Δεν είναι επιστημονική η άποψη μου, είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μια άισθηση οικειότητας με το έργο του Βακαλόπουλου.

Είναι συγκινητικό το γεγονός πως σε καθημερινή σχεδόν βάση υπάρχουν άνθρωποι που φτάνουν στο ιστολόγιο αυτό πληκτρολογώντας το όνομά του στις μηχανές αναζήτησης. Ποιος λέει ότι ο κόσμος διαβάζει λίγο τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα;

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956- 1993) γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ και κινηματογράφο στο Παρίσι. Δούλεψε ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα Αυγή και στο περιοδικό Αντί και ως παραγωγός στο ραδιόφωνο. Γύρισε δύο ταινίες μικρού μήκους , τις Βεράντες (1984) και το Θέατρο (1986) και δύο μεγάλου μήκους, Όλγα Ρόμπαρντς (1989) και Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε (1992).


Εκδόσεις Εστία.

υ.γ " Καθόμουνα στην κουζίνα και διάβαζα ένα μυθιστόρημα, μια μυθιστορηματάρα της Πατρίσια Χάισμιθ, τα Δυό πρόσωπα του Γενάρη." Δεν χρειάζεται να επισημάνω πως το βιβλίο μπαίνει στα προσεχώς...






Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Οι τεμπέληδες στην εύφορη κοιλάδα - Αλμπέρ Κοσερί




Ατίθασο τέρας η μνήμη, το πιο μικρό κρατά και άλλα, σημαντικά, τα φτύνει.
Νόμιζα πως σημειώνοντας τον τίτλο ενός βιβλίου θα ήταν αρκετό για να αναγνωρίσω το νήμα, αλλά όχι. Τι και αν βρήκα σημειωμένο το βιβλίο του Αιγύπτιου συγγραφέα στο σημειωματάριο; Μάταια προσπαθώ να ανακαλέσω την αναφορά. Να θυμηθώ από εδώ και στο εξής να μην τεμπελιάζω και να σημειώνω σε μια παρένθεση την πηγή.
Ίσως πάλι το σημαντικό να είναι απλώς και μόνο η ίδια η γνωριμία με αυτόν τον ιδιαίτερο συγγραφέα, το πως να μην έχει σημασία. Ίσως να είναι μονάχα μια προσωπική νηματική εμμονή.


Έργο το οποίο δυσκολεύομαι να χαρακτηρίσω ως μυθιστόρημα, μου έφερε στο νου τα "μυθιστορήματα" του Καμύ. Ο Κοσερί επικαλείται το μύθο για να στήσει μια σάτιρα με βάση την απέχθεια των μεγαλοαστών ως προς την εργασία και την ροπή τους στην τεμπελιά, στην αεργία. Αλληγορία με πολλές αναγνώσεις πίσω από την απλή ιστορία. Με αδρές γραμμές γίνεται η σκιαγράφηση μιας οικογένειας. Ο πατέρας, οι τρεις γιοι και ο θείος μένουν σχεδόν όλη μέρα ξαπλωμένοι, αδυνατούν να αφεθούν στο πάθος για ζωή, νιάζονται απλώς για τη νεκρική ηρεμία στην εστία η οποία θα τους επιτρέψει να κοιμούνται απερίσπαστοι. Ο μικρότερος κάτι θέλει να κάνει αλλά οι πατρικές τανάλιες είναι ισχυρές, ο μεσαίος κάποτε παραλίγο να ερωτευτεί, ο θείος έζησε την ζωή του και βρέθηκε στην ανάγκη του αδερφού, ο πατέρας λίγο πριν το τέλος σκέφτεται πως θα ήθελε ίσως να παντρευτεί. Η γυναικεία παρουσία, που είναι ελάχιστη και μάλλον ως απουσία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, δίνει και μια φεμινιστική διάσταση στο έργο. Είναι εντυπωσιακό πως ο δημιουργός με όχημα την λογοτεχνία καταφέρνει να διατυπώσει τις απόψεις του σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο και πέραν τούτου να δώσει μια εικόνα δική του για την Αίγυπτο και τον "αραβικό" τρόπο ζωής.

Ο Κοσερί υπήρξε ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού, γεννήθηκε το 1913 στο Κάιρο και από μικρός έλαβε γαλλική παιδεία. Τα τελευταία 60 χρόνια της ζωής του έμενε στο ίδιο δωμάτιο του ταπεινού ξενοδοχείου Λα Λουιζιάν στο Παρίσι έχοντας επιλέξει να μην έχει προσωπική ιδιοκτησία. Πέθανε σε ηλικία 95 ετών.

Ο σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος εμπνευσμένος από το συγκεκριμένο έργο υπέγραψε την μεταφορά του στον κινηματογράφο το 1978.

Εκδόσεις Χατζηνικολή.
Μετάφραση Δημήτρης Ζορμπαλάς.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Η ταχύτητα του φωτός - Χαβιέρ Θέρκας





" Nada έστω τ' όνομά σου,
nada η βασιλεία σου,
nada σε nada το θέλημά σου,
ως εν nada,
το nada ημών το επιούσιον ,
δος ημίν σήμερον,
και nada ημίν τα nada ημών,
και μη nada ημάς εις nada,
αλλά ρύσαι ημάς από nada"

(Έρνεστ Χεμινγουέη,Το φως του κόσμου)


Όταν, πριν τις γιορτές, έγραφα την ανάρτηση την σχετική με τον Ένοικο του Χαβιέρ Θέρκας, έκλεινα με την επιθυμία να διαβάσω την Ταχύτητα του φωτός. Η Θ. μου το έκανε δώρο, δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην ανάρτηση ή στον τρόπο με τον οποίο της μίλησα για τον Ένοικο, τον οποίο και μου είχε δανείσει, μικρή σημασία έχει.

Ο Θέρκας είναι ένας ακόμα πολύ καλός Ισπανός συγγραφέας, ένας ακόμα με τον οποίο έρχομαι σε επαφή τα τελευταία δύο χρόνια. Για πολύ καιρό με "ενοχλούσε" το γεγονός πως ενώ είχα δύο αγαπημένους Πορτογάλους συγγραφείς, τον Πεσόα και τον Σαραμάγκο, δεν είχα βρει τα πατήματά μου στην ισπανική λογοτεχνία, αλλά αυτό ανήκει πια στο παρελθόν, η (πληθυσμιακή) αποκατάσταση έλαβε χώρα.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι επίσης ένα εν μέρει campus novel. Ο ήρωας - alter ego του συγγραφέα- φεύγει από την Βαρκελώνη, όπου ζει μια μποέμικη ζωή, για την Ουρμπάνα των Ηνωμένων Πολιτειών, με σκοπό να διδάξει ισπανική φιλολογία, κάτι το οποίο θα του εξασφαλίσει τον ελεύθερο χρόνο που θα μπορούσε να αφιερώσει στην συγγραφή. Αποτέλεσμα της παραμονής του εκεί είναι η συγγραφή του πρώτου του μυθιστορήματος με τίτλο Ο ένοικος. Εκεί θα γνωρίσει τον Ρόντνεϋ, βοηθό καθηγητή και βετεράνο του Βιετνάμ, με τον οποίο και θα αναπτύξουν μια ιδιαίτερη φιλική σχέση.

Ο πόλεμος στο Βιετνάμ και οι συνέπειές του για όσους έλαβαν μέρος, η συγγραφή και οι συνέπειες της επιτυχίας, ο Χέμινγουέη και οι ανθρώπινες σχέσεις. Με διάσπαρτες (ψευδο) αυτοβιογραφικές αναφορές κυρίως στο συγγραφικό του έργο, τόσο στον Ένοικο όσο και στην μετέπειτα best seller επιτυχία του, τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας, αλλά και στην παραμονή του στην Αμερική, ο Θέρκας επιμένει να στήνει το σκηνικό της ιστορίας του στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι το οποίο μου προκαλεί το ενδιαφέρον ως αναγνώστη. Και μπορεί ο πόλεμος στο Βιετνάμ να αποτελεί μια ιστορία χιλιοειπωμένη ήδη αλλά ο Ισπανός την πιάνει από την μεριά της λογοτεχνίας, δίνοντας μια διαφορετική προοπτική. Μυθιστόρημα βιβλιοφιλικό με έντονη την σκιά του Χέμινγουέη, συγγραφέα που έχει ταυτιστεί με την παρουσία του στον ισπανικό εμφύλιο. Ο Θέρκας αντιστρέφει κάπως τους ρόλους, ο Αμερικανός που ασχολήθηκε με την ισπανική σύγχρονη ιστορία δίνει την σκυτάλη στον Ισπανό για να ασχοληθεί με το Βιετνάμ, όμως η σκιά του Χέμινγουέη πέφτει βαριά κυρίως με την επανάληψη της διασκευής του Πάτερ ημών.

Δεν περίμενα ένα μυθιστόρημα που θεματικά ασχολείται με τον πόλεμο στο Βιετνάμ να μου τραβήξει τόσο την προσοχή. Αυτό νομίζω πως οφείλεται στις σωστές αναλογίες του Θέρκας, κάτι το οποίο δείχνει κατ' εμέ τόσο το ταλέντο όσο και την οξύνοια του συγγραφέα. Χαίρομαι πάντως που από καθαρή σύμπτωση διάβασα πρώτα τον Ένοικο και ύστερα την Ταχύτητα του φωτός, γιατί με τον τρόπο αυτό μπήκα πιο ομαλά στο συγγραφικό σύμπαν του Χαβιέρ Θέρκας.

Εκδόσεις Πατάκη.
Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Περί βραβείων, λογοτενικών και μη.

Η ποσότητα των καλλιτεχνικών βραβείων είναι ανάλογη της ανάγκης του μάρκετινκ, δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς την ύπαρξη τόσων επιτροπών ανά τον κόσμο. Προφανώς και δεν πιστεύω ότι ένα βραβευμένο βιβλίο είναι ένα κακό βιβλίο, αρκετά είναι άλλωστε εκείνα που φιγουράρουν ανάμεσα στα αγαπημένα μου, απλώς η ένδειξη "βραβείο" είτε ως μέρος του εξώφυλλου είτε ως συνοδευτικό καρτελάκι της έκδοσης συχνά με αποτρέπει ή με καθυστερεί από την επαφή. Και μπορεί στα κλασικά έργα το βραβείο να αποτελεί μια λεπτομέρεια, αλλά στα σύγχρονα είναι η βάση για την προώθηση. Ανάλογα με τις επιτροπές, σε μεγάλο ποσοστό, αποφασίζουν οι εκδοτικοί οίκοι για το ποια βιβλία αξίζουν, αρχικά να μεταφραστούν και ύστερα να διαφημιστούν.

Δεν είμαι γνώστης και δεν ξέρω τις ακριβείς διαδικασίες που ακολουθούνται για την βράβευση ενός έργου, επειδή όμως ο κόσμος μας μόνο αγγελικά πλασμένος δεν είναι επιτρέψτε μου να έχω τις αμφιβολίες μου. Η φράση "προσωπικές σχέσεις" στριφογυρίζει τέτοιες ώρες στο μυαλό μου. Επίσης η βράβευση με Νόμπελ ειρήνης του Ομπάμα ακόμα με αφήνει με ανάμεικτα συναισθήματα απορίας και θυμού. Προφανώς και δεν μπερδεύομαι, κατανοώ την πολιτική διάσταση του συγκεκριμένου βραβείου, αλλά ειλικρινά δεν πιστεύετε πως υπάρχουν και καλλιτεχνικά βραβεία με πολιτικό υπόβαθρο;

Ποτέ δεν κατάλαβα την σχέση της τέχνης με τα βραβεία. Καταλαβαίνω πως για τον ίδιο τον δημιουργό η βράβευση συχνά σημαίνει αναγνώριση του έργου του και κάποια οικονομική βοήθεια, αλλά σε μένα προσωπικά μου περνά κάπως αδιάφορο. Εγώ θέλω να διαβάζω ωραία βιβλία, είτε βραβευμένα είτε μη, μακριά από τις μόδες που εντέχνως δημιουργούν οι οίκοι για τους εν ζωή δημιουργούς. Για τους νεκρούς, βλέπετε, έχουν άλλα βέλη.

Δεν υπάρχει καλύτερο βραβείο για ένα βιβλίο από το φίλο που αφού το διάβασε, στο προτείνει.

Επίσης ποτέ δεν κατάλαβα την επιθυμία (σεβαστή) αναγνωστών σχετικά με την μελλοντική βράβευση κάποιου δημιουργού, είναι κάτι σαν προσωπική επιβεβαίωση;

Συνεχίζω με λοιπά βραβεία, μη λογοτεχνικά.

Τα κινηματογραφικά βραβεία τα σέβομαι λίγο περισσότερο, αν και πολλά έχουν δει τα μάτια μου, λόγω της ύπαρξης του εκάστοτε φεστιβάλ. Με ενοχλεί που μας έχουν χωρισμένους σε κουλτουριάρηδες και μη, με ενοχλεί που κάθε χρόνο ανακαλύπτονται καινούργιες κατηγορίες γιατί πια το "επίσημη συμμετοχή" δεν είναι αρκετό, χάρηκα όμως για παράδειγμα που ο Κυνόδοντας μετά τις Κάννες επέστρεψε στις ελληνικές αίθουσες.

Τα μουσικά βραβεία δεν με ενοχλούν καν, δεν υπάρχουν για μένα, δεν τα συναντώ στο διάβα μου, η ύπαρξή τους μου περνά απαρατήρητη και χαίρομαι (μάλλον) γι' αυτό.


Προσωπική μου άποψη είναι ότι η καλύτερη οδός προσέγγισης της τέχνης είναι μέσω της δημιουργίας νημάτων, τα οποία υφαίνονται από τις προσωπικές μας αναζητήσεις και την ανταλλαγή απόψεων με ανθρώπους που εμπιστευόμαστε, μακριά από λεζάντες και μεγάλα γράμματα.


υ.γ Ξέρει άραγε κάποιος να μου πει πόσα ακριβώς λογοτεχνικά βραβεία υπάρχουν;

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Ένα κάποιο τέλος - Τζούλιαν Μπαρνς




Το τέλος μιας σχέσης και η προσπάθεια να βγεις νικητής, είσαι νέος ή όχι και τόσο, ο εγωισμός χτυπά κόκκινο, το δίκιο είναι πάντα δικό μας, ο άλλος δεν έχει το δικαίωμα ή και την θέληση να δώσει εξηγήσεις, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την αντίδραση του άλλου με το δικό μας τρόπο, είμαστε όλοι χαμένοι.
Μια κουβέντα που γράφτηκε πριν σαράντα χρόνια και αφού πέρασε από τις πέτρες της μνήμης εμφανίζεται στο τώρα. Η άγια, η αδιάφορη ή και η σωστή κίνηση, σήμερα φαντάζει άχρωμη, τεράστια.
Ο Τζούλιαν Μπαρνς μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα κάποιο τέλος, μιας στιγμής, χρόνια μετά.
Ο Τόνι, εξηντάρης σήμερα, χωρισμένος και βολεμένος στις χαρές της μοναξιάς, υπήρξε νέος σε μια εποχή σεξουαλικής καταπίεσης. Νόμιζε πως είχε όλο το δίκιο με το μέρος του αφού ερμήνευσε "σωστά" τα σημάδια και τις συμπεριφορές. Όμως καμιά ιστορία δεν τελειώνει έτσι απλά.

Η μνήμη και ο ρόλος της είναι στο επίκεντρο αυτού του μυθιστορήματος που κέρδισε το βραβείο Man Booker 2011.


"Ζούμε κάνοντας διαρκώς εύκολες συνεπαγωγές - έτσι δεν είναι; Για παράδειγμα, ότι η ανάμνηση ισούται μετο γεγονός συν το χρόνο. Ωστόσο, είναι κάτι πολύ πιο παράξενο. Ποιος είπε ότι η ανάμνηση είναι αυτό που νομίζαμε ότι έχουμε ξεχάσει; Θα έπρεπε δε να μας είναι προφανές ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί σαν συγκολλητική ουσία, αλλά μάλλον σαν διαλυτική. Έλα όμως που δεν μας βολεύει- δεν μας είναι χρήσιμο- να πιστεύουμε κάτι τέτοιο, δεν μας βοηθά να προχωρήσουμε στην ζωή μας, οπότε, το αγνοούμε."


Ο απλός τρόπος γραφής, εκτός του ότι ταιριάζει με το απολογιστικό ύφος ενός εξηντάρη, εξυπηρετεί το δυνατό σημείο του δημιουργήματος που είναι η ίδια η ιστορία με πρωταγωνιστή τον Τόνι. Κλασικά στημένο μυθιστόρημα το οποίο μετά τις πρώτες σελίδες σε ρουφά και σε αναγκάζει να ακολουθήσεις τον ρυθμό που δίνει ο συγγραφέας στην πορεία προς την τελική κάθαρση.Μου θύμισε ένα άλλο βιβλίο αγγλοσαξονικό, νικητή και αυτό του βραβείου Booker, την Θάλασσα του Τζων Μπάνβιλ.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του βρετανού συγγραφέα που διαβάζω, το οποίο και έφτασε στα χέρια μου τυλιγμένο, δώρο για τις γιορτές.

Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Ιστορίες Υπερβολής - Κυριάκος Αθανασιάδης






Εύρημα σε μεσημεριανή βόλτα σε βιβλιοπωλείο γνωστών εκδόσεων, ανάμεσα σε άλλα λησμονημένα βιβλία, στον πάγκο με τις προσφορές, μου στοίχισε λιγότερο από όσο μια εφημερίδα. Πέρυσι το φθινόπωρο, αφιερωμένο στην ελληνική λογοτεχνία, διάβασα το βιβλίο του Τριαρίδη " Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα", βιβλίο εκπληκτικής ομορφιάς. Ήταν τότε που ανακάλυψα τις εκδόσεις Δήγμα που ο Αθανασιάδης με τον Τριαρίδη ίδρυσαν με πρωταρχικό σκοπό να συγκεντρώσουν και να επανεκδώσουν το έργο τους. Μετά από σχεδόν ένα χρόνο έπεσα πάνω στις Ιστορίες Υπερβολής ξανά, υπεύθυνος ο διπλανός μου στο μετρό. Λίγες μέρες αργότερα δεν έχασα την ευκαιρία να το αγοράσω στην πρώτη του έκδοση από τις εκδόσεις Ροές, χρονολογημένη το 1987, άκοπο και αφού άντεξε 24 χρόνια βλέποντας συνοδοιπόρους του να καταλήγουν σε βιβλιοθήκες οι τυχεροί και στην πολτοποίηση οι άτυχοι εξ αυτών.


Σε μια συλλογή διηγημάτων είναι σημαντικό να υπάρχει συνοχή, κομμάτια του παζλ που αν απλώς τα αφήσεις δίπλα δίπλα θα δώσουν ως αποτέλεσμα ένα κολάζ, με ανοιχτά περάσματα για να κυκλοφορεί ο αέρας. Κοιτάζοντας τα από κοντά, ευδιάκριτα τα σημάδια - τελείες και τίτλοι - που τα ξεχωρίζουν, μα καθώς απομακρύνεσαι δίνουν την αίσθηση του όλου χωρίς τίποτα το περιττό, χωρίς την υποψία πως κάποιο από αυτά χρησιμοποιήθηκε ως σφήνα συμπληρωματική στην αγωνία της παραπάνω σελίδας.


" Η Σείρια είναι ένα κορίτσι που δεν έχει μάτια και πρόσωπο, δεν έχει κορμί και χέρια. Μόνο μια γλυκιά λάμψη είναι η Σείρια- σαν λάμψη φανερώνεται. Είναι τυχερός όποιος δει την Σείρια. Θαρρώ την είδα μια φορά. Και στ' αλήθεια δεν είχε τίποτε απ' όσα σας είπα: μόνο μια λάμψη, μια φλόγα, μια μικρή αστραπή, ένα φως αντίκρυσα. Ήταν εκείνη."


Δέκα ιστορίες του φανταστικού, στις οποίες συναντάται ο θάνατος, το κακό, η τυφλότητα, η συγγραφή, το εγώ. Ποιητικά μαστορέματα ύφους, δημιουργία κλίματος. Μια ανάγνωση δεν είναι μάλλον αρκετή, πρόταση την πρόταση ο συγγραφέας σε οδηγεί σε μέρη όχι απαραίτητα όμορφα, παίζει με τις αισθήσεις και τις φοβίες σου, υποβολή. Θυμήθηκα περιδιαβαίνοντας τις σελίδες του κάποιους μεγάλους της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Πόε και το Λάβκραφτ, πάνε χρόνια που έχω να διαβάσω κάτι δικό τους και συνειδητοποίησα πόσο μου έχει λείψει η αίσθηση αυτή του σκότους, κάτω από τα σκεπάσματα πριν τον ύπνο.








Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Στο καλό μυθιστόρημα - Laurence Cossé




"Στο καλό μυθιστόρημα" πραγματώνεται μια φαντασίωση των απανταχού εραστών της λογοτεχνίας, η δημιουργία του ιδανικού βιβλιοπωλείου κόντρα στα σημεία των καιρών. Ο βιβλιοπώλης Ιβάν και η εύπορη Φραντσέσκα, λάτρεις και οι δύο της λογοτεχνίας, ανοίγουν αυτό το ιδανικό βιβλιοπωλείο το οποίο φιλοξενεί μόνο αριστουργήματα, όπως η μυστική επιτροπή τα έχει επιλέξει.

Ο τίτλος σε συνδυασμό με το οπισθόφυλλο ιντριγκάρουν είναι η αλήθεια και κάπως έτσι το βιβλίο βρέθηκε στην δεύτερη έκδοση μέσα στο 2011. Υπήρξα και εγώ θύμα της ίντριγκας αν και πέρυσι τον Μάιο όταν έφτασα πολύ κοντά στην αγορά αποφάσισα την τελευταία στιγμή να γνωρίσω την συγγραφέα μέσα από το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο: "Απόδειξη". Είναι κάτι το οποίο συνηθίζω να κάνω, πιστεύοντας ότι πρόκειται για έναν ορθότερο τρόπο προσέγγισης του εκάστοτε συγγραφέα. Διαβάζοντας το πρώτο της μυθιστόρημα μου δημιουργήθηκαν ανάμεικτα συναισθήματα τα οποία και αποτύπωσα στη τότε ανάρτηση.

Pageturner μεν , δεν με κέρδισε δε.

Σίγουρα δεν πρόκειται για κακό μυθιστόρημα, για να αντιστρέψω λίγο, παίζοντας, τον τίτλο, αλλά καταπιάνεται με ένα τόσο ευαίσθητο θέμα το οποίο κατά την γνώμη μου δεν πραγματεύεται με αγάπη. Ενδιαφέρουσα η αρχική ιδέα στην οποία στηρίζεται το οικοδόμημα, ικανή να πυροδοτήσει γόνιμες συζητήσεις σχετικά με το βιβλίο, χάνεται στην πορεία πίσω από ένα αστυνομικοφανές πλαίσιο και τις πινελιές από θρίλερ.

Η σχέση του Ιβάν με την Ανίς είναι πολύ όμορφα δοσμένη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες εξυπηρετώντας την ανάγκη για δευτερεύοντες ρόλους και παράλληλη, με την κύρια, δράση, αποτελεί ένα από τα λίγα γαλλικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος.



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης.
Εκδόσεις Πόλις.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Μικρός στόχος για το 2012

Δεν είναι εποχές για οικονομικούς ηρωισμούς, ποτέ δεν ήταν άλλωστε, γιατί να είναι τώρα εν μέσω κατάρρευσης; Όμως μου φαίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ να πάρω θέση, να σταματήσω την θεωρία, που συχνά είναι στείρα αν και γοητευτική, και να προχωρήσω στην πράξη. Τα οικονομικά είναι πενιχρά, αλλά τα κοινωνικά είναι υπό εξαφάνιση. Σκεφτόμουν λοιπόν πως αν θέλω να σταματήσω να βλέπω λουκέτα σε μικρά μαγαζιά που συνοδεύεται από την ταυτόχρονη επέκταση των αλυσίδων, που σαν μέγγενη σφίγγουν την αισθητική (τουλάχιστον), κάτι πρέπει να κάνω.
Ο νόμος της ενιαίας τιμής που για τρία χρόνια προστατεύει(;) τις τιμές στις καινούριες κυκλοφορίες, δίνοντας περιθώριο έκπτωσης μόλις 10% στους βιβλιοπώλες, είναι μια πρώτη βάση. Το πιο εύκολο πράγμα είναι να βρεις την τιμή του εκδότη για κάποιο βιβλίο και να υπολογίσεις το 10% αυτής και επομένως να έχεις την βεβαιότητα πως δεν πληρώνεις ακριβότερα κάποιον τίτλο αλλά και ότι ταυτόχρονα τα χρήματα αυτά πάνε σε κάποιον έμπορο που (ας μη μιλήσουμε για μεράκι) τα έχει περισσότερη ανάγκη.
Δεν ανακάλυψα τον τροχό κάνοντας αυτή την σκέψη, το ξέρω. Απλώς θα περιορίσω κάπως τη βολή που μου πρόσφερε η ποικιλία των μεγάλων βιβλιοπωλείων, δεν θα θυσιάσω χρήματα, γιατί δεν μου περισσεύουν, θα γίνω όμως (τουλάχιστον θα το προσπαθήσω) πιο ευσυνείδητος καταναλωτής, θα πάψω να συντηρώ και εγώ ένα σύστημα που εύκολα κράζω και όμως ταυτόχρονα υπηρετώ. Έχω υπόψη μου κάποια μικρά και όμορφα βιβλιοπωλεία, αλλά εδώ δεν είναι μέρος για διαφήμιση. Καλή χρονιά να έχουμε, θα είναι δύσκολη αλλά η γκρίνια ποτέ δεν έδωσε λύση.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Δουβλινιάδα - Ενρίκε Βίλα Μάτας




Ο Καταλανός συγγραφέας στήνει το μυθιστόρημά του πάνω σε γνωστή σε μένα πρώτη ύλη. Με σαφέστατα πιο ευαίσθητες κεραίες, ταλέντο και εργασία πετυχαίνει ένα αποτέλεσμα ιδιοφυές. Ο Οδυσσέας του Τζόυς, ο Σάμουελ Μπέκετ, το Spider του Κρόνεμπεργκ, το Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό του Χάντκε και το Κάτω από το ηφαίστειο το Λόουρυ αποτελούν την έμπνευση, τα νήματα που οριοθετούν την απόφαση του Σάμουελ Ρίβα, σεβαστού εκδότη που έχει βγει πλέον στην σύνταξη, να ταξιδέψει στο Δουβλίνο για να τελέσει μια κηδεία αφιερωμένη στο τέλος της τυπογραφίας.

Αποτέλεσμα ονειρικό, που σαγηνεύει τον αναγνώστη. Βιβλίο που με συντρόφευσε ιδανικά στο πέρασμα στο νέο έτος.


" Ο Ρίβα πάντα θεωρούσε ότι τα βιβλία που αγαπάς παθιασμένα, όταν τα ανοίγεις για πρώτη φορά, προκαλούν την αίσθηση ότι βρίσκονταν πάντα εκεί : εμφανίζονται σ' αυτά τα μέρη στα οποία δεν έχεις πάει, πράγματα που δεν έχεις ξαναδεί ή ξανακούσει προηγουμένως, αλλά το ταίριασμα της προσωπικής μνήμης μ' αυτά τα μέρη ή τα πράγματα είναι τόσο απόλυτο, που εντέλει πιστεύεις ότι με κάποιον τρόπο έχεις βρεθεί εκεί πέρα."




Είναι το δεύτερο βιβλίο του που διαβάζω (προηγήθηκε ο Δόκτωρ Πασαβέντο ) και μπορώ πλέον με σιγουριά να πω πως πρόκειται για έναν σημαντικότατο λογοτέχνη, με ιδιαίτερο προσωπικό στυλ.

Και μπορεί οι αναφορές σε έργα και δημιουργούς να τυφλώνει προσωρινά τον αναγνώστη, αλλά η ικανότητα του δημιουργού είναι τέτοια που δεν τον αφήνει να παραρασυρθεί, αλλά αντίθετα να χρησιμοποιήσει τα υλικά με τέτοιον τρόπο ώστε να σμιλεύσει το δίκο του προσωπικό δημιούργημα. Το τέλος της εποχής στην έντυπη λογοτεχνία, η δύναμη του ίντερνετ, το αλκοόλ, η φιλία, οι οικογενειακές σχέσεις και η αγάπη.

Θα ήθελα να επιστρέψω στον Οδυσσέα όταν τα χρόνια περάσουν και να "νηστέψω" ξανά παρέα με τον Μπέκετ κάποια Μεγάλη Εβδομάδα. Νωρίτερα όμως θα επιστρέψω σε κάποιο ακόμα βιβλίου του Βίλα Μάτας.

Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου.
Εκδόσεις Καστανιώτης.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ευθύνη





Ζώντας ανάμεσα στους ανθρώπους
-τις περισσότερες φορές-

ένιωθε σημαντικός
-δι' ασήμαντον αφορμή-

ένα κορνάρισμα
ένα σπρώξιμο
μια πληροφορία

τα βράδια όμως κοιτούσε τα αστέρια.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα - Ζακ Μποννέ





Δεν υπάρχει ίσως πιο όμορφο συναίσθημα για έναν αναγνώστη από το να διαβάζει ένα έργο αφιερώμενο σε αυτό που αγαπά περισσότερο, τα βιβλία και την ανάγνωση. (Άποψη προσωπική)

Και ενώ σε άλλα βιβλιοφιλικά έργα συναντάται μια αφορμή στην πλοκή, την οποία ο/η συγγραφέας εκμεταλεύεται για να μοιραστεί μαζί μας το πάθος του για τα βιβλία και την ανάγνωση, ο Μποννέ αδιαφορεί για αφορμές και μας χαρίζει ένα κείμενο προσωπικό με θέμα την λογοτεχνία.

Εδώ και καιρό ένιωθα την ανάγκη για βιβλιοφιλικά αναγνώσματα, από την μία οι γιορτές και από την άλλη η λογιστική μανία που έχει καταλάβει αρκετούς, αποτέλεσαν μάλλον την αιτία. Με βάση αυτή την επιθυμία σχεδίασα τις αναγνώσεις αυτής της περιόδου.

Ο Μποννέ επιλέγει να μοιραστεί μαζί μας τόσο τους προβληματισμούς του όσο και τις (ανα)γνώσεις του, αυτά αποτελούν άλλωστε τα στοιχεία σήμα κατατεθέν έργων όπως αυτό. Από την μία, για όσο τουλάχιστον διαρκεί η ανάγνωση και η επίδρασή της, νιώθεις πως δεν είσαι μόνος, δεν είσαι ούτε μανιάκος ούτε ψυχαναγκαστικός επειδή ασχολείσαι και εσύ με παρόμοια ερωτήματα, απλώς είναι το χόμπυ σου και είναι αναμενόμενο να σε προβληματίζουν πράγματα όπως η ταξινόμηση, η μανία για την κατοχή των βιβλίων, οι ιδανικές συνθήκες για ανάγνωση ή και τα προβλήματα που δημιουργεί το πάθος αυτό στις προσωπικές σου σχέσεις.
Από την άλλη το κείμενο βρίθει αναφορών σε βιβλία και συγγραφείς,νήματα! Αν και εμένα οι φράσεις - τσιτάτα με ενοχλούν και ο συγγραφέας καταφεύγει αρκετές φορές σε αυτή την εύκολη λύση ώστε να εντοιχίσει κάποιο συλλογισμό του, εντούτοις ήταν τόση η χαρά να έχω στο πλάι ανοιχτό το τετράδιο και να κρατώ σημειώσεις σχετικές με βιβλία και συγγραφείς που του το συγχώρεσα ήδη.

Μου έφερε στο νου τις Λέξεις του Σαρτρ και η αναφορά σε αυτό μου θύμισε πως το καλύτερο βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα που έχω διαβάσει είναι το Χάρτινο Σπίτι του Ντομίνγκες, το οποίο και προτείνω.

Οι βιβλιοθήκες μπορεί να είναι γεμάτες με φαντάσματα, αλλά ποιος είναι αυτός που ισχυρίζεται πως τα φαντάσματα, ενίοτε, δεν είναι όμορφα και γοητευτικά;

Μετάφραση Βάνα Χατζάκη.
Εκδόσεις Άγρα.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο - Χαρούκι Μουρακάμι





Πριν χρόνια,νομίζω το καλοκαίρι του 2004 πριν τους αγώνες, είχα δει κάπου στην τηλεόραση την συνέντευξη ενός δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Θυμάμαι μόνο την απάντηση του στο ερώτημα του δημοσιογράφου γύρω από το πως προετοιμάζεται για τους αγώνες, " τρέχω τριάντα χιλιόμετρα κάθε μέρα ανεξαρτήτως καιρού". Με είχε εντυπωσιάσει εκείνη η απάντηση, ως τότε ποτέ δεν με είχε απασχολήσει η καθημερινότητα ενός δρομέα μεγάλων αποστάσεων, άθλημα το οποίο το φαντάζομαι ως το μοναχικότερο ανάμεσα στα λοιπά ατομικά. Αυτό το οποίο με απασχόλησε περισσότερο ήταν η "μεταφυσική" διάσταση αυτής της καθημερινότητας, η συγκέντρωση στο επόμενο βήμα, στην αναπνοή, μόνος με τον δρόμο να απλώνεται μπροστά σου, η καθαρότητα με την οποία θα μπορούσες, φαντάζομαι, να σκεφτείς το πιο σύνθετο πρόβλημα.

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι σε αυτό το τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά καταπιάνεται με το τρέξιμο και την σχέση του με την συγγραφή. Βιβλίο καθαρά αυτοβιογραφικό από το οποίο απουσιάζει ο μύθος.
Το 1982 αποφασίζει να πουλήσει το τζαζ μπαρ για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Έχοντας την επιθυμία να γράφει ως τα βαθιά γεράματα ξεκινά να τρέχει ώστε να βελτιώσει την αντοχή του. Το κείμενο αποτελεί μια κατάθεση στην σχέση ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, στην αγάπη για την συγγραφή και την σωματική υγεία. Απουσιάζει (ευτυχώς) κάθε δογματισμός, δεν προσπαθεί να σε πείσει για κάτι, παρουσιάζει απλώς τον τρόπο ζωής του, δεν ισχυρίζεται πως το τρέξιμο και η άθληση αποτελούν μονόδρομο για την επιτυχία. Προσφέρει απλώς μια άλλη οπτική γωνία.

Δεν ξέρω αν θα φανεί ενδιαφέρον σε κάποιον αναγνώστη που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τον κόσμο του δημιουργού, όμως σε μένα, που ο Μουρακάμι είναι από τους πλέον αγαπημένους σύγχρονους συγγραφείς, φανερώθηκαν στοιχεία που εμφανίζονται στα μυθιστορήματά του και τα οποία ως τώρα τα απέδιδα περισσότερο στην Άπω Ανατολή παρά στον ίδιο τον συγγραφέα. Επίσης με ιντρίγκαρε πολύ αυτή η σχέση πνευματικότητας και άθλησης και ο τρόπος με τον οποίο την διαχειρίζεται στην καθημερινότητά του.

Τείνει να γίνει έθιμο η ανάγνωση ενός βιβλίου του Ιάπωνα λογοτέχνη κάθε χρόνο τέτοια εποχή, σαν ένα σημείο αναφοράς στο έτος. Πλέον μετακομίζει από τις εκδόσεις Ωκεανίδα στις εκδόσεις Ψυχογιός, η δήλωση πως (επιτέλους) η μετάφραση θα γίνεται από το πρωτότυπο και όχι από τα αγγλικά είναι ικανή από μόνη της να δελεάσει.

Έχω παρατηρήσει τα τελευταία χρόνια πως ο Χαρούκι Μουρακάμι είναι ίσως ο συγγραφέας εκείνος έργα του οποίου έχω πετύχει σε οποιοδήποτε σημείο πωλούνται βιβλία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Κάποια στιγμή παραλίγο να με ενοχλήσει το γεγονός αυτό αλλά φρόντισα γρήγορα να φιμώσω την ελιτιστική αυτή φωνή εντός μου και να παραμείνω πιστός στην άποψη μου για το έργο του, όπως εκείνη σχηματίστηκε μέσα από την ανάγνωση και μόνο.


Μετάφραση Κιμούλης Βασίλης.
Εκδόσεις Ωκεανίδα.