Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Μίνι αναγνωστικός οδηγός παραλίας

Τέτοια εποχή, κάθε χρόνο, συνηθίζεται η τακτική, εκδοτικών οίκων και βιβλιοπωλείων, να διαλαλούν τα κατάλληλα για τις διακοπές βιβλία. Δικαιολογημένη η επιθυμία τους να προσελκύσουν περιστασιακούς αναγνώστες αν και, κατά την προσωπική μου γνώμη, η έννοια του καλοκαιρινού αναγνώσματος μοιάζει υποτιμητική για το εκάστοτε βιβλίο, που βρίσκεται στη συγκεκριμένη λίστα, αφού του προσδίδεται μία αίσθηση ελαφρότητος.

Προσωπικά δεν κάνω διάκριση ανάμεσα σε χειμερινά και καλοκαιρινά αναγνώσματα, αλλά η αλήθεια είναι πως έχω αδυναμία στην ανάγνωση δίπλα στο κύμα. Χωρίζω σε τρεις κατηγορίες τα βιβλία που με συντροφεύουν στην παραλία και στις διακοπές γενικότερα. Έχουμε και λέμε λοιπόν!

α) Διηγήματα. Μια καλή συλλογή διηγημάτων ενδείκνυται για παραθαλάσσια ανάγνωση. Δίνουν ρυθμό στις βουτιές οι οποίες και αποτελούν το απαραίτητο διάλειμμα.   

β) Μυθιστορήματα 200-300 σελίδων. Ιδανικά για ολοήμερη παραμονή στην παραλία. Το πέρας της ανάγνωσης εντός της ημέρας αφήνει την αίσθηση μιας ολοκληρωμένης εμπειρίας.

γ) Πολυσέλιδα μυθιστορήματα. Το καθημερινό πρόβλημα της έλλειψης χρόνου λύνεται κατά τη διάρκεια των διακοπών δίνοντας τη δυνατότητα στον αναγνώστη να βρει το ρυθμό εκείνο που θα του επιτρέψει να βυθιστεί στο σύμπαν του συγγραφέα.



"Του δέντρου τον ίσκιο
μην το θεωρήσεις ποτέ δεδομένο
αν τη δροσιά του ποθείς
θα χρειαστεί να τον ακολουθήσεις
στο καθημερινό του ταξίδι."



Καλό Αύγουστο, καλές αναγνώσεις και ραντεβού το Σεπτέμβριο!

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Παρακαταθήκη για τους ζωντανούς

Στις 25 Μαρτίου του 2012 έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Ιταλός λογοτέχνης, Αντόνιο Ταμπούκι. Μία βδομάδα νωρίτερα, παρουσίαζα, σε αυτό εδώ το ιστολόγιο, το μυθιστόρημά του Ο Τριστάνο πεθαίνει, μόλις είχα ανακαλύψει, έστω και καθυστερημένα, ένα μεγάλο δημιουργό. Πέρα από τη δεδομένη θλίψη που προκαλεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη απώλεια, ο χαμός ενός δημιουργού σου αφήνει ακόμα ένα κενό, απόρροια της οριστικής τελείας που μπαίνει στο έργο του.




         



                                                                  Ρέκβιεμ

Έργο γραμμένο στα πορτογαλικά, γλώσσα με την οποία ο Ταμπούκι είχε ιδιαίτερους δεσμούς, και τη μετάφραση του οποίου στα ιταλικά δε θέλησε να αναλάβει ο ίδιος. Τελευταία Κυριακή του Ιουλίου στην άδεια, λόγω θέρους, Λισαβώνα, ο αφηγητής φτάνει εκεί νωρίς το πρωί με σκοπό να συναντήσει το Συνδαιτημόνα. Το ραντεβού έχει οριστεί για τις δώδεκα, όταν όμως θα βρεθεί στο προκαθορισμένο σημείο θα συνειδητοποιήσει πως εκείνος, όταν συμφώνησαν για την ώρα, εννοούσε τη δωδεκάτη νυχτερινή. Τις ώρες που μεσολαβούν μέχρι τα μεσάνυχτα, ο συγγραφέας θα περπατήσει σε δρόμους γνωστούς από παλιά, θα συναντήσει πρόσωπα οικεία, θα μιλήσει σε αγνώστους, θα δοκιμάσει την τοπική κουζίνα. Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα θα περάσει στον κόσμο των νεκρών, θα έχει την ευκαιρία να κάνει εκείνη την τελευταία ερώτηση που του τριβελίζει το μυαλό.

Ο Συνδαιτημόνας είναι ο Φερνάντο Πεσσόα, λάτρης του οποίου υπήρξε ο Ταμπούκι μεταφράζοντας το έργο του, με τη βοήθεια της συζύγου του, στα ιταλικά. Δικαιολογημένα ο αναγνώστης μένει να πιστεύει πως το Ρέκβιεμ είναι αφιερωμένο στο πορτογαλικό παρελθόν του συγγραφέα, με τον Πεσσόα να αποτελεί κυρίαρχη φιγούρα της νοσταλγίας και των δεσμών του Ταμπούκι με την έτερη μεσογειακή του πατρίδα και τους ανθρώπους της. Όμως ο ίδιος ο συγγραφέας στο παράρτημα που συνοδεύει την ελληνική έκδοση έρχεται να δώσει μια ακόμα διάσταση στο κείμενο, φανερώνοντας το ρόλο ενός ονείρου με πρωταγωνιστή τον πατέρα του.   

Το παράρτημα μοιάζει με το μυθιστόρημα πίσω από το μυθιστόρημα. Είναι πολλά τα παραδείγματα των συγγραφέων εκείνων, οι οποίοι θα παρέδιδαν το παράρτημα ως το τελικό κείμενο ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος. Εύστοχη η πρωτοβουλία των Εκδόσεων Άγρα να συμπεριλάβουν το κείμενο αυτό, ως παράρτημα, στην ελληνική έκδοση του έργου, προσφέροντας στον αναγνώστη μια μοναδική ευκαιρία να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Ταμπούκι χρησιμοποιεί το βίωμα και την έμπνευση στο έργο του.

Είναι αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα, ο Ταμπούκι με μαεστρία τα παντρεύει, προσφέροντας ένα υπέροχο δείγμα ονειρικού ρεαλισμού, μια άλλη προοπτική στην προσωπική μνήμη.  Ειδικά η διαρκής μετάβαση του ήρωα στον κόσμο των νεκρών και πάλι πίσω, φέρνει στο μυαλό ένα άλλο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνία το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο.






Λογοτεχνίας Εγκώμιο


Η δίγλωσση αυτή έκδοση, με την υποστήριξη του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών, ήταν η φυσική εξέλιξη της ημέρας που πέρασα με το Ρέκβιεμ του Ιταλού συγγραφέα. Η ανάγκη μου να παραμείνω σε επαφή με την πένα του ήταν τέτοια που αν είχα εύκαιρο κάποιο άλλο μυθιστόρημα στη βιβλιοθήκη μου, δύσκολα θα κατάφερνα να αντισταθώ.

Όταν ένας λογοτέχνης, σαν τον Ταμπούκι, γράφει το προσωπικό του εγκώμιο για τη λογοτεχνία τα σχόλια περιττεύουν.


Μετάφραστη Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Άγρα.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Οι Αναμνήσεις του Μόσμπυ - Σάουλ Μπέλοου



Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Οι αναμνήσεις του Μόσμπυ πρωτοκυκλοφόρησε το 1968 και χωρίς να είναι από τα γνωστότερα έργα του σημαντικού αυτού λογοτέχνη, τα διηγήματα, που την αποτελούν, είναι αρκετά αντιπροσωπευτικά του ύφους του Μπέλοου.

Ιστορίες που έχουν στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο και διαδραματίζονται τόσο στην Αμερική όσο και στο εξωτερικό, όπου ο συγγραφέας έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Η μοναξιά, η αγωνία πριν το θάνατο, η ματαιότητα και το άγχος της ύπαρξης, ο ρόλος του Θείου και οι χίμαιρες είναι μερικά από τα προσφιλή θέματα του δημιουργού τα οποία συναντάμε και σε αυτήν τη συλλογή.

Στο πρώτο διήγημα, με τίτλο Αφήνοντας το κίτρινο σπίτι, η Χάττυ, γριά πια, ζει στο σπίτι που της άφησε η νεκρή πια πρώην αφεντικίνα και φίλη της δίπλα από μια λίμνη αρκετά μακριά από κάποια κατοικημένη περιοχή. Μετά από ένα ατύχημα που είχε, και παρά τη στήριξη που έλαβε από ένα ζευγάρι γειτόνων της, αντιλαμβάνεται πως το τέλος της πλησιάζει. Σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση αναρωτιέται γιατί πρέπει να πεθάνει τώρα που επιτέλους απέκτησε ένα δικό της σπίτι μετά από μια ζωή σκληρή και γεμάτη μοναξιά.

Στο Παλιό σύστημα, μια παρεξήγηση θα χαλάσει τις σχέσεις τεσσάρων αδερφών εβραϊκής καταγωγής. Ο Ισαάκ Μπράουν θα πάρει ένα επιχειρηματικό ρίσκο ενώ τα αδέρφια του θα κάνουν πίσω την τελευταία στιγμή, από αυτή τη συμφωνία ο Ισαάκ θα αποκομίσει τεράστιο οικονομικό κέρδος το οποίο και θα αποτελέσει τη βάση του μετέπειτα πλουτισμού του. Η αδερφή του η Τίνα δε θα τον συγχωρέσει, εκείνος όμως θα επιμείνει.

Γυρεύοντας τον κύριο Γκριν, αυτός είναι ο τίτλος του τρίτου διηγήματος όπου ο κεντρικός ήρωας, Τζωρτζ Γκρεμπ, στα πλαίσια της νέας του δουλειάς, θα σπαταλήσει αρκετές ώρες τριγυρνώντας στις φτωχογειτονιές του Σικάγο ψάχνοντας για τον ανάπηρο δικαιούχο της χρηματικής βοήθειας του δήμου.

Τα χειρόγραφα του Γκονζάζα αναζητά στη Μαδρίτη ένας Αμερικανός. Ο Γκονζάζα, ποιητής κυνηγημένος από το φρανκικό καθεστώς, άφησε κάποια ποιήματά του στην αγαπημένη του. Ο Μπέλοου θα αναφερθεί στα προβλήματα που προκαλεί η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στους κατοίκους της όταν εκείνοι ταξιδεύουν στο εξωτερικό, ένα θέμα το οποίο παραμένει αρκετά επίκαιρο έως τις μέρες μας.

Κάποιος που θα γινότανε πατέρας. Ο Ρότζιν παίρνει τον υπόγειο για να συναντήσει την ερωμένη του, η ψυχολογική του διάθεση θα μεταβληθεί αρκετές φορές στη διάρκεια του ταξιδιού του κάτω από την πόλη, τα αισθήματά του για εκείνη θα δοκιμαστούν μέχρι να φτάσει στην πόρτα του σπιτιού της.

Οι αναμνήσεις του Μόσμπυ είναι το τελευταίο διήγημα της συλλογής και εκείνο που δίνει τον τίτλο σε αυτή. Είναι το πιο φιλόδοξο από τα έξι διηγήματα. Ο Μόσμπυ αποσύρεται στο Μεξικό με σκοπό να γράψει την αυτοβιογραφία του. Μέσα από την εξιστόρηση ενός μέρους αυτής, ο Μπέλοου θα διατρέξει ένα μεγάλο μέρος του προηγούμενου αιώνα τόσο από ιστορικής άποψης όσο και από πολιτικής, κοινωνικής και φιλοσοφικής.

Εκτός του Μόσμπυ, οι υπόλοιποι ήρωες είναι άνθρωποι καθημερινοί. Ο συγγραφέας, ικανός ψυχογράφος, διηγείται τις απλές, καθημερινές τους ιστορίες με έναν τρόπο προσωπικό και ιδιαίτερο. Δράματα ανθρώπινα, που θα μπορούσαν να ανήκουν σε οποιαδήποτε χώρα ανεξαρτήτως εποχής.

Ο Μπέλοου είναι ένας από τους αξιολογότερους Αμερικανούς συγγραφείς του αιώνα που μας πέρασε και η νουβέλα του Άδραξε τη μέρα είναι must read.


Μετάφραση Σωκράτης Ηλιάδης.
Εκδόσεις Νεφέλη.



   


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ - Nancy Huston




Το 1741, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ συνθέτει τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ ύστερα από προτροπή του Count Kaiserling, ο οποίος έπασχε συχνά από αϋπνίες. Πήραν το όνομά τους από τον Γκόλντμπεργκ, προσωπικό πιανίστα του πρώην πρέσβη. Το έργο αποτελείται από μία άρια και τριάντα παραλλαγές με την άρια να επαναλαμβάνεται στο κλείσιμο. Θεωρούνται ένα από τα σημαντικότερα δείγματα παραλλαγών στην ιστορία της μουσικής.

Πάνω σε αυτή τη μουσική σύνθεση θα χτίσει η Χιούστον το πρώτο της μυθιστόρημα. Η Λίλιαν Κυλαίν θα προσκαλέσει στο σπίτι της τριάντα ανθρώπους, συναισθηματικά σημαντικούς για εκείνη, με σκοπό να παρουσιάσει τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ. Για ενενηνταέξι λεπτά μόνο η μουσική θα ακούγεται στο χώρο παρέα με το ανεπαίσθητο γύρισμα των σελίδων της παρτιτούρας. Ο σεβασμός και η παράδοση επιβάλλουν την απόλυτη σιωπή του ακροατηρίου, η μουσική στο επίκεντρο, μακριά από την τάση των τελευταίων χρόνων να γίνεται χρήση αυτής ως χαλί.

Οι σκέψεις, οι έγνοιες και τα συναισθήματα καθενός από τους τριάντα καλεσμένους παρουσιάζονται από τη συγγραφέα σε κάθε παραλλαγή. Την πρώτη και τελευταία κουβέντα την έχει η Λίλιαν Κυλαίν. Άλλοτε είναι φανερό το υποκείμενο και άλλοτε όχι, όπως και να έχει η συγγραφέας παραθέτει στο τέλος τη διανομή, εργαλείο χρήσιμο για τον αναγνώστη ώστε να μπορέσει να ακολουθήσει τον ιστό που σταδιακά υφαίνει η Χιούστον.

Το εύρημα της συγγραφέως δίνει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα στο βιβλίο. Εσωτερικοί μονόλογοι σε πρώτο πρόσωπο, ένα αργό travelling από πρόσωπο σε πρόσωπο με τη μουσική να είναι διαρκώς παρούσα, κυρίαρχη.  Δε θέλει να ασχοληθεί με τα (επιβεβλημένα) χειροκροτήματα και χαμόγελα του τέλους, την ιντριγκάρει η σιωπή στη διάρκεια της συναυλίας, όλα εκείνα τα οποία οι καλεσμένοι σκέφτονται αλλά διστάζουν να ομολογήσουν. Δεν είναι μόνο το παίξιμο αυτό που τους απασχολεί ενώ δείχνουν προσηλωμένοι στη μουσική και πώς θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο άλλωστε;

Η φόρμα δίνει μια ποιητική πειθαρχία στο κείμενο, το κάθε μέρος έχει ένα αυστηρά προκαθορισμένο χρονικά μέγεθος, αρκετοί μονόλογοι κόβονται απότομα. Η Χιούστον, με σπουδές στη σημειολογία και στη μουσική, κάνει ένα εντυπωσιακό συγγραφικό ντεμπούτο. Πρωτοτυπία αυθεντική. Χρήση σωστή του ευρήματος, το οποίο λειτουργεί αβίαστα δίχως να παγιδεύει τη δημιουργό. Ρυθμός.

Μία ένσταση σχετικά με τη μετάφραση μου προκάλεσε η επιλογή(;) της Ειρήνης Τσολακέλλη να μην παραθέσει τη μετάφραση κάποιων αποσπασμάτων του κείμενου τα οποία είναι στα αγγλικά. Κατά τα άλλα πρόκειται για μία πολύ καλή μετάφραση.

Η Νάνσυ Χιούστον γεννήθηκε στον Καναδά αλλά πλέον ζει στη Γαλλία. Είναι παντρεμένη με το δοκιμιογράφο Τζβέταν Τοντόροφ



Εκδόσεις Άγρα.
 

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Τηλεφωνήματα - Roberto Bolaño




Η σκόνη που συνόδευσε την έκδοση του 2666 κατακάθεται καθώς περνούν οι μήνες αλλά ακόμα δείχνει να είναι νωρίς για μένα. Δεν είναι μόνο ο ντόρος που με κρατάει μακριά αλλά και η πεποίθηση πως συγγραφείς σαν τον Μπολάνιο καλό είναι να προσεγγίζονται με έναν ιδιαίτερο ρυθμό. Επαφή και παύση. Σκοπεύω να δείξω υπομονή, ακριβώς επείδη τον θεωρώ ξεχωριστό. Όταν ένας συγγραφέας αντιμετωπίζει, ως έργο ζωής, ένα βιβλίο του, τότε, ίσως και ο αναγνώστης θα έπρεπε να ασπαστεί την άποψη αυτή, ώστε να μεγιστοποιήσει τόσο την ωφέλεια όσο και την απόλαυση.

Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Τηλεφωνήματα κυκλοφόρησε το 1999. Χωρίζεται σε τρία μέρη, καθένα από τα οποία παίρνει το ονομά του από το τελευταίο διήγημα. Τηλεφωνήματα, Ντέτεκτιβ, Βίος της Ανν Μουρ.  Στο επίκεντρο των ιστοριών βρίσκονται στοιχεία αυτοβιογραφικά, η ιστορία της Χιλής αλλά και της Λατινικής Αμερικής, οι αναφορές στο Μπόρχες και η ισπανόφωνη λογοτεχνία, κυρίαρχη όπως πάντα στα γραπτά του Μπολάνιο. Δεν είναι τυχαίο πως συχνά χαρακτηρίζεται ως ο συγγραφέας των συγγραφέων. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ λίγο παραπάνω σε σχέση με τα υπόλοιπα. Συγγραφείς, αναγνώστες, βιβλιοπωλεία και περιοδικά λογοτεχνίας βρίσκουμε σε κάθε έργο του Χιλιανού, αναμενόμενο ίσως καθώς εκείνα αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της σχέσης του με τον κόσμο και ο Μπολάνιο είναι από τους συγγραφείς εκείνους οι οποίοι χρησιμοποιούν τα προσωπικά βιώματα στο εργαστήρι τους. Αλλά αυτό που πραγματικά κάνει τις αναφορές στη λογοτεχνία ξεχωριστές είναι οι περιγραφές φανταστικών βιβλίων παράλληλα με την παράθεση υπαρκτών έργων. Έργα που για κάποιο λόγο δε βρήκαν ποτέ το δρόμο τους, σπέρματα ιστοριών, τα οποία χρησιμεύουν στην πλοκή οξύνοντας τη φαντασία του αναγνώστη. Λόγος περί λογοτεχνίας που καθηλώνει, εύχεσαι να υπήρχαν όντως τα μυθιστορήματα αυτά ή να μπορέσεις να ανακαλύψεις τις καλά κρυμμένες αναφορές του.

Θεωρώ δεδομένο πως το μυαλό του ποτέ δεν έπαυε να γεννάει ιδέες, είναι κάτι που φαίνεται άλλωστε και στα διηγήματά του, όπου σε κάθε ιστορία ξεπηδούν άλλες που λαμβάνουν μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση ανάλογα με την κρίση του. Ίσως και τα ίδια τα διηγήματα να κάλυπταν την ανάγκη για διαρκή επαφή με τη γραφή, μέρη στα οποία απόθετε κάποιες από τις ιστορίες που δε χωρούσαν στα μυθιστορήματα βιώνοντας ταυτόχρονα το σωτήριο αίσθημα του ολοκληρωμένου έργου.

Δυστυχώς χάθηκε νωρίς...




Εδώ θα βρείτε μια παλιότερη ανάρτηση σχετικά με το μυθιστόρημά του Μακρινό αστέρι.



Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου.
Εκδόσεις Άγρα.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Η Υποψία - Φρίντριχ Ντύρενματ



Ο υπαστυνόμος  Μπέρλαχ νοσηλεύεται στο νοσοκομείο με διεγνωσμένο καρκίνο, οι γιατροί δεν του δίνουν ιδιαίτερες ελπίδες και το τέλος είναι ορατό. Λόγω της ασθένειας συνταξιοδοτείται. Μια μέρα, καθώς ξεφυλλίζει κάποιο παλιό τεύχος του περιοδικού Λάιφ, μια φωτογραφία του τραβά την προσοχή. Με αφορμή αυτή τη φωτογραφία, καθώς και κάποιες ασαφείς διηγήσεις του θεράποντος ιατρού, του γεννάται η υποψία πως ο διαβόητος Νέελε μοιάζει εκπληκτικά με το μεγαλογιατρό της Ζυρίχης Έμενμπέργκερ. Ο Νέελε γιατρός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί συνήθιζε να χειρουργεί χωρίς νάρκωση αλλά επίσημα θεωρείται νεκρός καθώς, σύμφωνα με τα αρχεία της αστυνομίας, αυτοκτόνησε στο σπίτι του λίγο πριν συλληφθεί. Αν και απόμαχος πια, αρνείται να αφήσει την έρευνα στα χέρια των πρώην συναδέλφων του και αποφασίζει, παρά το εύθραυστο της υγείας του, να τρέξει ο ίδιος την υπόθεση.

Δεν είναι όμως μόνο η αίσθηση καθήκοντος και η πίστη στην απόδοση δικαιοσύνης οι λόγοι για τους οποίους ο Μπέρλαχ αποφασίζει να εξακριβώσει την υποψία που τον βασανίζει. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η ελβετική ιδιαιτερότητα σχετικά με τα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Η Ελβετία όπως είναι γνωστό δε συμμετείχε στις εχθροπραξίες, διατηρώντας ακέραια τα σύνορά της και την ειρήνη εντός αυτών. Αρκετοί Ελβετοί όμως βασανίζονται από ένα βάρος στη συνείδησή τους εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Τα τρένα άλλωστε δε σταμάτησαν ποτέ να διασχίζουν τα εδάφη της μεταφέροντας χιλιάδες ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.Είναι περισσότερο μια αίσθηση καθήκοντος απέναντι στην Ιστορία η απόφαση του υπαστυνόμου Μπέρλαχ.

Καλή αστυνομική λογοτεχνία κλασικής σχολής, με ευδιάκριτους χαρακτήρες δοσμένους αναλυτικά και ένταση η οποία κορυφώνεται με το πέρασμα των σελίδων. Η πλοκή και η εξέλιξή της στηρίζονται στους διαλόγους. Μέσα απ' αυτούς ο Ντύρενματ θα δώσει φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις στο κείμενο του, βάθος που συχνά απουσιάζει από την αστυνομική λογοτεχνία που πάντα κατέχει μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές όλων μας.

Ιδιαίτερη η αδυναμία που έχω στους γερμανόφωνους Ελβετούς συγγραφείς.
Εδώ η ανάρτηση για την Κοιλάδα της αταξίας.


Μετάφραση Άγγελος Παρθένης.
Εκδόσεις Ροές.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Η κόρη του ξενοδόχου - Σοφία Διονυσοπούλου






 (Πρωτοδημοσιεύθηκε στο mixtape.gr)



Το παρελθόν ρίχνει τη σκιά του βαριά στο παρόν. Αφήγηση που σπάει στα δύο. Μέρη που διαδέχονται το ένα το άλλο υπακούοντας, πιστά, σε ρυθμό μετρικό. Ένα δύο τρία και αλλαγή. Όψεις της ίδιας ιστορίας, που δύνανται να διαβαστούν χωριστά, συναντούνται στο πρόσωπο της Ηλέκτρας. Όνομα συνυφασμένο με το τραγικό.

 Στην κάθοδο από το άλφα ως το ωμέγα συναντάμε το μακρινό παρελθόν. 1975, τελευταίες μέρες ενός παραθαλάσσιου ξενοδοχείου. Η Ηλέκτρα λίγο πριν την ενηλικίωση. Μετά το χαμό του πατέρα, λίγα χρόνια πριν, μάνα και κόρη απομένουν μονάχες. Θαμώνες έρχονται και φεύγουν, μερικοί επιστρέφουν ξανά. Εκείνες τις τελευταίες μέρες επιστρέφει η θεία Έλσα, μετά από χρόνια απουσίας, δίχως αποσκευές. Τα μυστικά αργά ή γρήγορα φανερώνονται.

 Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο με έμφαση στη δράση. Κάθε τρία κεφάλαια η ροή της αφήγησης ανακόπτεται από την παρεμβολή σελίδων ημερολογίου, σε δεύτερο πρόσωπο. Βρισκόμαστε πια στο 2000. Αποστασιοποιημένο παραλήρημα, στακάτο. Ενοχές και κατηγορίες. Το παρελθόν καταφύγιο και πληγή. Η περιγραφή των συναισθημάτων και το βίωμα αυτών, τότε και τώρα. Είναι όμως το παρελθόν, αυτό που παρεμβάλλεται τελικά, που ορίζει, που φυλακίζει. Είναι το βάρος της ταυτότητος αυτό που μας ακολουθεί και μας σημαδεύει, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία μας.

Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα στις δύο ιστορίες είναι το αφηγηματικό τέχνασμα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για να διηγηθεί μια ιστορία ενηλικίωσης. Το κείμενο διέπεται από μια μουσικότητα. Ο λόγος είναι ποιητικός χωρίς να γίνεται εξεζητημένος. Δυνατό σημείο η ικανότητα της Διονυσοπούλου στην περιγραφή του τοπίου. Διακριτική και χρηστική η αναφορά στην εφταετία χωρίς τις υπερβολές μεγάλου μέρους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Η Σοφία Διονυσοπούλου έχει σπουδάσει συγκριτική λογοτεχνία, φωτογραφία και τραγούδι. Από το 2000 ασχολείται με την σκηνοθεσία. Έχει μεταφράσει αρκετά βιβλία και λιμπρέτα. Έχει εκδώσει μια συλλογή μικρών πεζών, Με τις ευλογίες των νεκρών. Η κόρη του ξενοδόχου είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.



 Εκδόσεις Άγρα.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Κοσμόπολις - Ντον Ντελίλλο




Κάθε μέρα εκατοντάδες λευκές λιμουζίνες κατακλύζουν τη Νέα Υόρκη, μεταφέροντας τους πλούσιους ιδιοκτήτες τους με ασφάλεια και άνεση. Ο Έρικ Πάκερ είναι ένα από τα μεγάλα κεφάλια των χρηματαγορών, βαρέθηκε τις μετοχές και πλέον ασχολείται μόνο με το χρήμα. Κάθε του απόφαση επηρεάζει όχι απλώς τις συναλλαγματικές ισοτιμίες μα και τη βιωσιμότητα κρατών.

Τα βράδια όμως δυσκολεύεται να κοιμηθεί και τριγυρνά στο τεράστιο διαμέρισμά του. Μετά από μια ακόμη δύσκολη νύχτα και παρά τις προειδοποιήσεις του υπεύθυνου της προσωπικής του ασφάλειας αποφασίζει να πάει για κούρεμα στο κουρείο που πήγαινε μικρός.

Στη διάρκεια της διαδρομής αρκετά πρόσωπα θα επιβιβαστούν στη λιμουζίνα, συνεργάτες με τους οποίους θα συζητήσει για την ανησυχητική επιμονή του ιαπωνικού Γεν να ανεβαίνει σε όλο και υψηλότερα επίπεδα.   

Η λευκή λιμουζίνα είναι μονωμένη με φελό, όμως ακόμα και έτσι ο θόρυβος της πόλης φτάνει στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Η επίσκεψη του προέδρου της Αμερικής έχει μετατρέψει την πόλη σε πεδίο μαχών, διαδηλωτές και αστυνόμοι μάχονται. Ταυτόχρονα, η νεκρώσιμος περιφορά της σωρού ενός διάσημου ράπερ ακολουθείται από χιλιάδες ανθρώπους. Ο δείκτης ασφάλειας χτυπάει κόκκινο ενώ το όχημα δυσκολεύεται να διανύσει μερικά μέτρα.

Μία μέρα από τη ζωή του Έρικ Πάκερ στη Νέα Υόρκη. Ο συσχετισμός με τον Οδυσσέα του Τζόυς αναπόφευκτος. Ένα ιδιαίτερο οδοιπορικό στην αμερικανική μεγαλούπολη. Συναισθηματικά στεγνό και κινηματογραφικά δοσμένο το μυθιστόρημα του Ντελίλλο. Η αντίστιξη ανάμεσα στην αργή κίνηση της λευκής λιμουζίνας μέσα στην πόλη και στην ιλιγγιώδη ταχύτητα των αγορών, των αριθμών και των ρυθμών της πόλης. Ο συγγραφέας δεν επιτρέπει, σε κανένα σημείο, στον αναγνώστη να εμπλακεί στην ιστορία του, δείχνοντας να τον προτιμά ψυχρό παρατηρητή. Μοιάζει να αδιαφορεί για το πρωτογενές αναγνωστικό συναίσθημα, στοχεύοντας βαθύτερα.

Έχω περιέργεια να δω την ταινία που σκηνοθέτησε ο Κρόνεμπεργκ και απέσπασε θετικά σχόλια στις φετινές Κάννες. Φοβάμαι πως η δράση θα επισκιάσει την εσωτερικότητα του βιβλίου. Αλλά ας μην προτρέχουμε καλύτερα.

Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο σε ένα δημιουργό ταυτισμένο με τη Νέα Υόρκη, τον Πολ Ώστερ.

Άργησα να διαβάσω κάτι δικό του, το Κοσμόπολις ήταν το πρώτο βιβλίο, σύντομα θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα.



Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης.
Εκδόσεις το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Καθένας - Philip Roth





Κυριακή πρωί στην έρημη Αθήνα, αρκετοί δοκιμάζουν την τύχη τους στους δρόμους που οδηγούν σε κάποια κοντινή παραλία, λιγότεροι είναι αυτοί που έχουν την τύχη να είναι κιόλας εκτός των τειχών, σε μέρη πιο δροσερά. Είχα καιρό να πάω για καφέ με μόνη παρέα ένα βιβλίο. Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου. Πριν κάποιους μήνες το Ζώο που ξεψυχά μου δημιούργησε μια αναγνωστική δυσφορία. Μεσάζοντας σε ενδοοικογενειακή ανταλλαγή βιβλίων, παρακράτησα κάποια. Ανάμεσα σε αυτά και ο Καθένας του Ροθ. Μου φάνηκε σαν ευκαιρία να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίου του πολυγραφότατου και δαφνοστεφανωμένου Αμερικανού συγγραφέα, ώστε να μπορέσω να έχω εικόνα πιο σφαιρική.

Είναι λογικό και αναμενόμενο να παρατηρούνται ανισότητες από έργο σε έργο κάθε συγγραφέα, ιδιαίτερα αν, όπως στην περίπτωση του Ροθ, έχουμε να κάνουμε με δημιουργούς με πλούσια βιβλιογραφία.

Ο Ροθ κηδεύει τον ήρωά του στις πρώτες σελίδες. Στην τελετή παρίστανται συγγενείς και φίλοι, είτε από επιθυμία, είτε από υποχρέωση. Βρισκόμαστε σε ένα σχεδόν εγκαταλελειμμένο εβραϊκό νεκροταφείο. Στο ίδιο μέρος έχουν ταφεί, κάποια χρόνια νωρίτερα, οι γονείς του. Ο θάνατος είναι ο κοινός τόπος όλων, η μόνη φιλοσοφική βεβαιότητα.

Και αφού φανερώνει εξαρχής το τέλος, ο συγγραφέας συνεχίζει πιάνοντας το νήμα από την αρχή, αυτόπτης μάρτυρας της ζωής και των σκέψεων του ήρωα που ο ίδιος έπλασε, θα μας διηγηθεί το βίο ενός απλού ανθρώπου. Θέματα που συναντούνται σε όλα σχεδόν τα βιβλία του Ροθ, όπως η εβραϊκή ταυτότητα και η σεξουαλικότητα, υπάρχουν και σε αυτή τη μεγάλη νουβέλα, αναπόσπαστα μέρη του λογοτεχνικού σύμπαντος του συγγραφέα. Η διαφορά που διέκρινα σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του που διάβασα είναι η απουσία υπερβολής στην πρόκληση.

Οι ενοχές του για το χωρισμό του από την πρώτη του γυναίκα, απόρροια της στάσης των γιών του, είναι ένα θέμα ταμπού,οικογενειακό και κοινωνικό, με  τη διάκριση ανάμεσα σε θύτη και θύμα να είναι δεδομένη και αμείλικτη για εκείνον που αποφασίζει να βγει από ένα γάμο και να προχωρήσει όπως κρίνει. 

Ο συγγραφέας τοποθετώντας το τέλος του ήρωα στην αρχή της διήγησης στερεί από τον αναγνώστη την ελπίδα πως ο ήρωας θα καταφέρει να επανορθώσει, πως θα έχει μια δεύτερη ευκαιρία έστω και την τελευταία στιγμή. Υπάρχει μια σκληρότητα στην απόφαση αυτή, η οποία επιβαρύνει συναισθηματικά την ανάγνωση.

Βιβλίο που διαβάζεται σε λίγες ώρες, σίγουρα όχι ευχάριστο αλλά δυνατό.

    
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης.
Εκδόσεις Πόλις.