Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Το Παλάτι του Φεγγαριού - Πολ Όστερ






Πολυγραφότατος ο Πολ Όστερ και παρότι είναι από τους πλέον αγαπημένους μου συγγραφείς εντούτοις δεν έχω διαβάσει (ακόμα) το σύνολο του έργου του. Το Παλάτι του Φεγγαριού αποτέλεσε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη και με έφερε αντιμέτωπο με το ερώτημα: Ποιο είναι άραγε το αντιπροσωπευτικότερο έργο του Αμερικανού συγγραφέα;

Έως τώρα γνώριζα έναν μεταμοντέρνο συγγραφέα που με επίκεντρο το Εγώ και σκηνικό τη Νέα Υόρκη έγραφε νουβέλες ( ή μικρά μυθιστορήματα αν προτιμάτε) με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία και συχνή διάθεση να προχωρήσει κάποια βήματα μπροστά την αστυνομική λογοτεχνία. Με μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση στη γραφή, χωρίς όμως να ξεπερνά το λεπτό όριο της αλαζονείας, έλαβε γρήγορα περίοπτη θέση στο αχανές αμερικανικό λογοτεχνικό στερέωμα. Άμεσα αντιλήφθηκα την επιρροή που άσκησε σε νεότερους συγγραφείς αλλά είχα έντονες αμφιβολίες ως προς το χαρακτηρισμό του ως κλασικού πιστεύοντας πως κριτικοί και αναγνώστες θα έπρεπε να περιμένουν κάποια χρόνια ακόμα. Ύστερα διάβασα το Παλάτι του Φεγγαριού και κατάλαβα γιατί κάποιοι πρόσθεσαν τον όρο κλασικός δίπλα στο όνομά του.

Δεν ξέρω ποια θα μπορούσαν να είναι τα κίνητρα που τον ώθησαν στη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος καθώς θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για τρία ξεχωριστά βιβλία, μία τριλογία. Φαινομενικά θα μου ταίριαζε περισσότερο στο στυλ του. Σκεφτόμουν πως η αρχική επιτυχία του Όστερ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην καινοτομία. Έφερε κάτι φρέσκο και οι αναγνώστες το αγκάλιασαν σχεδόν άμεσα. Όμως, της αρχικής έκπληξης συνήθως έπεται ο προβληματισμός, η αμφιβολία για την ικανότητα του δημιουργού να συνεχίσει να εκπλήσσει. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν το Παλάτι του Φεγγαριού αποτέλεσε για το συγγραφέα κάποιου είδους στοίχημα, μία απόπειρα να καταστήσει το όνομά του μέλος στο πάνθεον των σπουδαίων. Βέβαια, αυτό αποτελεί μία προσωπική εικασία που πιθανότατα δε φέρει κανένα ίχνος αλήθειας.

Ο Όστερ πατάει γερά στη μυθιστορηματική παράδοση εισάγοντας το σύνολο των χαρακτηριστικών της προσωπικής του γραφής και παραδίδει ένα αυθεντικό αμερικανικό μυθιστόρημα. Μία ιδιοφυής σύνθεση διαφορετικών σχολών που αποτυπώνει υπέροχα το πολιτισμικό και ιστορικό κράμα της σύγχρονης Αμερικής. Μυθιστόρημα το οποίο απευθύνεται σε όλα τα αναγνωστικά γούστα και διαθέτει την πλειοψηφία των λογοτεχνικών αρετών. Η παράδοση των Ινδιάνων, η επιρροή της Ευρώπης, η μεταφυσική μυσταγωγία της Άπω Ανατολής και ο μαγικός ρεαλισμός του νότιου αντίποδα. Η επιλογή των ονομάτων είναι ένα καλό παράδειγμα για να αποδείξει κάποιος τα παραπάνω. Ο Μάρκο Φογκ είναι ο κεντρικός ήρωας, με το μικρό του όνομα να παραπέμπει ευθέως στο Μάρκο Πόλο ενώ το επίθετό του, που αποτελεί σύντμηση του γερμανικού  Βογκελμαν, ταυτίζεται με τον ήρωα του Ιουλίου Βερν.

Έγραψα και παραπάνω πως το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, τρεις ιστορίες που εκτείνονται στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Ο Μάρκο Φογκ, χρόνια μετά, αποφασίζει να διηγηθεί την προσωπική του ιστορία που ξεκινά το καλοκαίρι του 1969 όταν ο Νιλ Άρμστρονγκ θα πατήσει το πόδι του στο φεγγάρι. Ο Μάρκο, τέσσερα χρόνια πριν, θα μετακομίσει στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει. Ορφανός από μητέρα σε μικρή ηλικία και δίχως το παραμικρό στοιχείο για την ταυτότητα του πατέρα του, θα ζήσει με τον θείο του. Εκείνος θα του χαρίσει το σύνολο της τεράστιας βιβλιοθήκης του στοιβαγμένο άναρχα σε χαρτοκιβώτια τα οποία και θα αποτελέσουν την επίπλωση του σπιτιού του. Το αρχικό κεφάλαιο που διέθετε για τις σπουδές εξανεμίζεται με γοργούς ρυθμούς και ο Μάρκο αρχίζει να απομονώνεται με σκοπό να κρύψει τη φτώχεια του από τα μάτια των φίλων. Η γνώριμη στο οστερικό σύμπαν προσωπική αποσύνθεση ξεκινά, ο ήρωας θα φτάσει στον πάτο πριν ξεκινήσει την επίπονη διαδρομή προς το φως, σε ένα οδοιπορικό χρονικό και γεωγραφικό.

Ο συγγραφέας δε διστάζει να μαρτυρήσει σε συμπυκνωμένη μορφή τα επεισόδια της ιστορίας που θα διηγηθεί. Έτσι από την πρώτη κιόλας παράγραφο θα μας αποκαλύψει το τέλος της περιπέτειας του Μάρκο. Γράφει : "Λίγο λίγο, είδα τα χρήματά μου να εκμηδενίζονται. Έχασα το διαμέρισμά μου. Κατέληξα να ζω στους δρόμους. Αν δεν ήταν ένα κορίτσι ονόματι Κίτι Γου, θα είχα πιθανότατα πεθάνει της πείνας. Την είχα συναντήσει κατά τύχη λίγο καιρό μόνο πριν, τελικά όμως έφτασα να θεωρήσω αυτή την τύχη μια μορφή ετοιμότητας, έναν τρόπο να σώσω τον εαυτό μου μέσα από τη σκέψη των άλλων. Αυτά κατ' αρχάς. Από 'κει και πέρα μου συνέβησαν παράξενα πράγματα. Πήρα τη δουλειά με το γέρο στην αναπηρική πολυθρόνα. Ανακάλυψα ποιος ήταν ο πατέρας μου. Διέσχισα την έρημα από τη Γιούτα ως την Καλιφόρνια." Και όμως, παρά τις αποκαλύψεις , ο Όστερ καταφέρνει να εκπλήξει, να συγκινήσει, να ιντριγκάρει. Συγγραφική μαγκιά.

  Δεν αναζητά την αληθοφάνεια, δεν τον ενδιαφέρει. Οι κατασκευασμένες συμπτώσεις φλερτάρουν με την κωμωδία καταστάσεων και το αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο δημιουργός κρατά το κλειδί για τη λύση του μυστηρίου. Όμως ο συγγραφέας με μαεστρία αποφεύγει το στείρο και επικεντρώνεται σε ότι ο ίδιος θεωρεί σημαντικό εισάγοντας, πέραν του προσωπικού, και το οικουμενικό στοιχείο. Σπάνια ένα τόσο πυκνογραμμένο κείμενο καταφέρνει να μη χαρακτηριστεί άνισο. Ο Όστερ απειθαρχεί με έντονη πειθαρχία κάποιες φορές για να προκαλέσει τον αφανισμό των βεβαιοτήτων πριν επαναφέρει την ιστορία του στο σύνθετο σύστημα από ράγες και σταθμούς. Σταθμοί από τους οποίους δε διστάζει να περάσει ξανά και ξανά. Σφιχτή πλοκή, τέλειοι χαρακτήρες, ιστορία με ανατροπές και τεράστιο ενδιαφέρον, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, δεκάδες αναφορές σε προγενέστερα έργα και συγγραφείς, εμφανείς πινελιές μινιμαλισμού στον καμβά των 400 σελίδων, το ευθύ πρωτοπρόσωπο της γραφής, μεταμοντερνισμός σε δομές κλασικές. Ένα μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα. Τέλος, όσο κοινότυπο και αν ακούγεται, το μυθιστόρημα επιδέχεται πολλών αναγνώσεων και ερμηνειών. Εξαιρετική η δουλειά της μεταφράστριας, Ρούλης Αγαπητού.

Αν και γεννημένος το 1947, ο Όστερ δίκαια θεωρείται ήδη κλασικός έχοντας καταφέρει να επηρεάσει γόνιμα την επόμενη απ' αυτόν συγγραφική γενιά. Λογοτεχνικό σήμα κατατεθέν της Νέας Υόρκης. Συχνά συναντάται η σύγκριση ανάμεσα στον Φίλιπ Ροθ και τον Πολ Όστερ και η αλήθεια είναι πως υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία καθιστούν βάσιμη την ανωτέρω σύγκριση. Η προβληματική πατριαρχική φιγούρα αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο όλων με δευτερεύουσα την εβραϊκή καταγωγή. Προσωπικά πιστεύω ότι λογοτεχνικά δεν υπάρχει σύγκριση, οι κουραστικές εμμονές του Ροθ με το εβραϊκό ζήτημα και ο ερωτισμός στα όρια της πορνογραφίας φαντάζουν τόσο αδύναμες συγκρινόμενες με τη δεινότητα με την οποία ο Όστερ ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή.

 Το τέλος της ανάγνωσης με άφησε με την επιθυμία να επιστρέψω άμεσα, αν και ακόμη αμφιταλαντεύομαι για τη σειρά την οποία πρέπει να ακολουθήσω. Από τη μία η διάθεση για χρονική ακολουθία και από την άλλη μια βιασύνη να διαβάσω κάποιο από τα τελευταία του έργα...


Μετάφραση Ρούλη Αγαπητού
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος


υ.γ Στην προτροπή του Ακάμα οφείλεται η ανάγνωση αυτή. Να τα λέμε αυτά, ε;




Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Αναγνωστικές προσδοκίες




Ύπουλο πράγμα οι προσδοκίες. Τρέφονται κυρίως από τον ειλικρινή ενθουσιασμό εκείνου που προτείνει, βάζοντας τα δυνατά του να σε πείσει για το πόσο όμορφο είναι εκείνο το μυθιστόρημα. Θεριεύουν εντός σου καθώς η φαντασία αναλαμβάνει να φιλτράρει το αλλότριο πάθος και σε κάνει να φλέγεσαι από την επιθυμία να επισκεφτείς άμεσα το βιβλιοπωλείο, να το πάρεις στα χέρια σου, να το αποκτήσεις, να τρέξεις σπίτι και να αφεθείς. Στο δρόμο θα ρίχνεις κλεφτές ματιές στη σακούλα, διστακτικά θα το ανασύρεις στην επιφάνεια και θα το ξεφυλλίσεις πριν το τοποθετήσεις πάλι μέσα δείχνοντας πειθαρχία στην απόφαση να περιμένεις μέχρις ότου οι συνθήκες γίνουν κατάλληλες για ανάγνωση. Θα περάσουν οι πρώτες σελίδες, σχετικά εύκολα θα αποδιώξεις τα πρώτα μαύρα σύννεφα, χρειάζεται υπομονή θα σκεφτείς. Η ώρα θα περνάει και η αμηχανία θα γιγαντώνεται, κάτι άλλο περίμενες, όμως δε βρίσκονται οι λέξεις εκείνες για να το εκφράσεις. Η αντίδραση μετά το πέρας της ανάγνωσης εξαρτάται από το χαρακτήρα του καθενός. Άλλος, με περίσσια αυτοπεποίθηση, φανερά ενοχλημένος θα το αφήσει άτσαλα στην πλησιέστερη επιφάνεια και άλλος θα κληθεί να μονομαχήσει με την ενοχή και την ανασφάλεια...

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Υπέροχοι Απόκληροι - Λέοναρντ Κοέν







Λίγα χρόνια πριν μας συστηθεί ως μουσικός, ο Λέοναρντ Κοέν έγραφε ποίηση και λογοτεχνία. Έζησε μια μεγάλη περίοδο της ζωής του στην Ύδρα όπου είχε αγοράσει σπίτι. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας, μπόρεσε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σε ασχολίες κυρίως πνευματικές. Το 1967, απογοητευμένος από την περιορισμένη επιτυχία των γραπτών του, θα επιστρέψει στην Αμερική όπου θα κάνει τα πρώτα του βήματα στη μουσική με τη συνέχεια να είναι γνωστή...

Αποτέλεσμα εκείνης της λογοτεχνικής περιόδου υπήρξαν δύο μυθιστορήματα. Το Αγαπημένο παιχνίδι (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μελάνι) είναι ένα έργο μαθητείας ( Bildungsroman) με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, σχετικά με ένα νεαρό που προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του διαμέσου της γραφής. Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε (επιτέλους) στα ελληνικά και το δεύτερο μυθιστόρημα του Καναδού δημιουργού, Υπέροχοι Απόκληροι, από τις Εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά.

Ο Φ., η Εντίθ και ο ανώνυμος συγγραφέας συνθέτουν ένα ερωτικό τρίγωνο ή για να είμαι πιο ακριβής συνέθεταν, καθώς, μετά το χαμό τους, ο συγγραφέας απομένει μόνος του, αντιμέτωπος με τις αναμνήσεις, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της ακαδημαϊκής του μελέτης στο βίο της Κάτερι Τεκακουίθα. Η Τεκακουίθα υπήρξε μία από τις πρώτες αυτόχθονες καθολικές αγίες του Καναδά. Ο αφηγητής είναι ειδήμονας επί της φυλής των Α_______ς  που κινδυνεύει με εξαφάνιση και που η γυναίκα του, Εντίθ, αποτέλεσε ένα από τα τελευταία εναπομείναντα μέλη της.

Τα ανθρώπινα ένστικτα, της ψυχής και του σώματος, η επίδραση της ιστορίας και της θρησκείας στη διαμόρφωση του προσωπικού και του κοινωνικού, ο έρωτας και η απώλεια. Ο Κοέν επιλέγει το ρόλο του ποιητή ακόμα και στη μεγάλη φόρμα, αφήνει τη γλώσσα να τον παρασύρει σε ένα χείμαρρο από εικόνες και αποδέχεται την πρόκληση της αναμέτρησης με τον κίνδυνο του αφηρημένου αποτελέσματος, καταφέρνοντας να επιστρέφει την κατάλληλη στιγμή. Τιθασεύει την έμπνευση στο βωμό της μυθιστορίας, μην αφήνοντας τις σειρήνες του χάους να τον αποπροσανατολίσουν.

Το μυθιστόρημα αποτελεί ακροβασία ανάμεσα σε ένα πλήθος από ετερόκλητους επιθετικούς προσδιορισμούς με τους οποίους θα μπορούσε κάποιος να το προσεγγίσει. Ποιητικές περιγραφές διαδέχονται τη σεξουαλική πρόκληση, εμμονικά παράφορα μέρη ανακόπτουν τη πνευματώδη ροή του λόγου. Το παρελθόν και η νοσταλγία προσδίδουν χαρακτήρα μεταφυσικό, η ποίηση των λέξεων και των περιγραφών γοητεύουν και παρασύρουν τον αναγνώστη. Καθήκον του ποιητή όμως δεν είναι μονάχα η παράθεση της ομορφιάς, αλλά και η μάχη με την κόλαση.

Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ιστορικά στοιχεία. Κατά τον 17ο αιώνα, οι Γάλλοι έποικοι θα επιχειρήσουν, παράλληλα με την στρατιωτική προέλαση στα νέα εδάφη, να εκχριστιανίσουν τις αυτόχθονες φυλές, η ιστορία θα τους ανακηρύξει νικητές. Όμως στο γαλλικό Κεμπέκ οι φωνές για ανεξαρτησία ποτέ δεν έπαψαν, οι σχέσεις με τους αγγλοσάξονες αποτελούν ακόμα αιτία πολέμου. Ο συγγραφέας επιχειρεί να βουτήξει βαθιά στην ιστορία, να βρει τις ρίζες του για να κατανοήσει, όχι μόνο το σήμερα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.  

Όποιος αγάπησε το στιχουργό Κοέν δε θα δυσκολευτεί να διαβεί τις πόρτες, από τους λιγότερο μυημένους θα απαιτηθεί κάποια προσπάθεια. Αξίζει τον κόπο, πιστέψτε με.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)



Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη - Γιώργος Σεφέρης







" - Εσείς γράφετε, νομίζω, τι γράφετε;
   - Θα ήθελα να γράψω ποιήματα και δοκίμια, είπε σιγά σα να του είχαν φερθεί αδιάκριτα.
   - Μα ποιος ασχολείται με ποιήματα, τώρα. Τη θέση της ποίησης την έχει πάρει το μυθιστόρημα. Αυτό δεν το δοκιμάσατε;  
   - Το δοκίμασα, αλλά νομίζω πως δεν ξέρω να διηγηθώ. Ακόμα χειρότερο, δεν μπορώ να περιγράψω."


Ο Σεφέρης ξεκίνησε να γράφει το μυθιστόρημα Έξι νύχτες στην Ακρόπολη το 1926, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του από το Παρίσι. Με νωπές τις μνήμες από την επαφή του με τη γαλλική λογοτεχνία και την τεράστια επίδραση από τον Αντρέ Ζιντ και τον Πόλ Βαλερύ θα βρεθεί σε μια Ελλάδα που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της μικρασιατικής καταστροφής. Θα περάσουν τριάντα χρόνια μέχρι το 1956 οπότε και θα ολοκληρώσει τη συγγραφή. Περίοδος με έντονα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα που θα διαμορφώσει μια ολόκληρη γενιά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου, παρά το πέρας των χρόνων, προσπάθησε να διατηρήσει στο έργο τις επιρροές της περιόδου 1925-1930. Καθοριστικό σημείο στην ολοκλήρωση του μυθιστορήματος θα αποτελέσει η επαφή με το έργο του Δάντη. Η δαντική ατμόσφαιρα διαποτίζει το κείμενο με το Σεφέρη να προσεγγίζει το έργο του όπως ο Τζόις τα ομηρικά έπη στον Οδυσσέα.

Η έκδοση του μυθιστορήματος θα καθυστερήσει και θα πραγματοποιηθεί το 1974, τρία χρόνια μετά το θάνατό του, από τις Εκδόσεις Ερμής με επιμέλεια του καθηγητή Γ.Π.Σαββίδη. Σύμφωνα με τα προσωπικά του ημερολόγια, ο Σεφέρης δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με το κείμενο, δουλεύοντας ξανά και ξανά την τελική του μορφή. Πρόκειται για το μοναδικό μυθιστόρημα το οποίο συνέγραψε. Από την εργογραφία του βέβαια δεν απουσιάζει ο πεζός λόγος στον οποίο περιλαμβάνονται δοκίμια και ημερολόγια, προσωπικά και πολιτικά, όπως και πλούσια αλληλογραφία. 

Ο Στράτης (alter ego του Σεφέρη) επιστρέφει στην Αθήνα από το Παρίσι όπου σπούδαζε, βιώνει έντονο υπαρξιακό αδιέξοδο και επιχειρεί να βρει τα προσωπικά τα πατήματα στη μητέρα πατρίδα, μακριά από τη Σμύρνη των παιδικών του χρόνων. Η Ακρόπολη θα αποτελέσει το δαντικό Καθαρτήριο. Μια παρέα νέων, μέλος της οποίας είναι και ο Στράτης, θα πάρει την απόφαση να συναντιέται στον Ιερό Βράχο κατά τη διάρκεια της πανσελήνου των ακόλουθων έξι μηνών. Τις νύχτες με ολόγιομο φεγγάρι ο αρχαιολογικός χώρος παρέμενε ανοιχτός για το κοινό. Απόφαση γεμάτη από συμβολισμούς. Καταλυτική για τον Στράτη η γνωριμία του με δύο γυναίκες, τη σκοτεινή Σαλώμη και τη φωτεινή Λάλα.

Ο ημερολογιακός χαρακτήρας του κειμένου συνετέλεσε στη χλιαρή υποδοχή του έργου από τους κριτικούς. Οι σύγχρονες με την έκδοση κριτικές στάθηκαν στην αδυναμία της αφήγησης να ξεφύγει από το ημερολογιακό και να μεταπηδήσει στο μυθιστορηματικό. Και όμως το βιβλίο διαθέτει πλοκή, δραματικό χρόνο και χαρακτήρες. Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα συμβατικό μυθιστόρημα λόγω του ιδιοφυούς παντρέματος μοντέρνων λογοτεχνικών τεχνικών και ποιητικότητας. Η συνεχής εναλλαγή από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο δύναται να δημιουργήσει την αίσθηση της ύπαρξης προσωπικών σημειώσεων που παρεμβάλλονται στην πλοκή. Επίσης, τα πρόσωπα δίνονται με έναν ιδιαίτερο, συχνά απρόσωπο τρόπο με την παρουσία τους να λειτουργεί συχνά συμβολικά.

Μυθιστόρημα σταθμός της ελληνικής γραμματείας, μήτρα από την οποία προήλθαν σημαντικά έργα. Καταλυτικός επίσης ο διάλογος που πραγματοποιείται εντός των σελίδων με την παγκόσμια λογοτεχνία. Μία κατεξοχήν ερωτική ιστορία που όμως καταφέρνει να αποτυπώσει το κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα της περιόδου. Η αδιαμόρφωτη Ελλάδα με την Ακρόπολη που στέκει αγέρωχη να θυμίζει το ένδοξο παρελθόν, ρίχνοντας όμως ταυτόχρονα τη σκιά της βαριά στο παρόν.  Χαρακτηριστικό γνώρισμα της υψηλής λογοτεχνίας αποτελεί, μεταξύ άλλων, η διαχρονικότητα και οι Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη παραμένουν ιδιαιτέρως επίκαιρες τόσο κοινωνικοπολιτικά όσο και λογοτεχνικά ( ή καλλιτεχνικά αν προτιμάτε).



"Ένας σπόρος που γυρίζει στον τόπο του, είναι ένας σπόρος που πάει να βλαστήσει' ένας Ρωμιός που γυρίζει στον τόπο του, είναι ένας άνθρωπος που πάει να βλαστημήσει."




Εκδόσεις Ερμής / Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη





Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η περίπτωση Φράντσα - Ingeborg Bachmann








Η Φράντσα γοητεύεται από το διάσημο Βιεννέζο καθηγητή ψυχιατρικής, Λέοπολντ Τζόρνταν. Παρατάει τις σπουδές της, την παλιά της ζωή. Διακόπτει τις επαφές με τον αδερφό της. Παντρεύονται. Για εκείνον δεν είναι ο πρώτος γάμος, οι πρώην γυναίκες του υπήρξαν θύματα και αυτές της γοητείας του. Ταυτισμένος απόλυτα με την επιστημονική του ιδιότητα αντιμετωπίζει τη Φράντσα, όχι ως σύζυγο, αλλά ως μία ακόμη κλινική περίπτωση την οποία έχει τη δυνατότητα να μελετήσει από κοντά, να την οδηγήσει στα άκρα για χάρη της προσωπικής του προόδου στον επιστημονικό στίβο. Δεν αρκείται στην απλή μελέτη, επιχειρεί αλλεπάλληλες τομές και αντιδράσεις. Η ίαση δε βρίσκεται ανάμεσα στις επιδιώξεις του, μόνο η όξυνση.

Εκείνη, σε πλήρη κατάπτωση, ψυχική και σωματική, βρίσκει το κουράγιο να τον εγκαταλείψει. Καταφεύγει στο μικρό της αδερφό και του ζητάει βοήθεια. Εκείνος υποδέχεται το τηλεγράφημά της με ανάμεικτα συναισθήματα, η νοσταλγία αντιμάχεται την πίκρα. Η πληγή της εξαφάνισής της είναι βαθιά και δεν έχει επουλωθεί. Παίρνει το τρένο που θα τον οδηγήσει μετά από πολύωρο, γεμάτο σκέψεις και αναμνήσεις, ταξίδι στην απομονωμένη αγροικία. Η Φράντσα τον περιμένει εκεί. Παρά τις αντιρρήσεις του θα τον ακολουθήσει στο ταξίδι του στην Αίγυπτο.

Σκοτεινό και ασφυκτικό το μυθιστόρημα της Αυστριακής συγγραφέως, πιστό στην παράδοση της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Τα δυσδιάκριτα όρια της επιστήμης, η ψυχή στο εργαστήριο των πειραμάτων. Η μεταπολεμική Ευρώπη προσπαθεί να γλείψει τις πληγές του ναζισμού. Και ο άνθρωπος, με τις αδυναμίες και τα πάθη του. Η Αίγυπτος, μυθική και μακρινή. Οι ήρωες καταφεύγουν εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, περιδιαβαίνουν τις νεκροπόλεις, φλερτάρουν με τα όρια της αχανούς ερήμου. Η τελεία, η τόσο ποθητή κάποιες φορές, συναντάται ελάχιστα στο μακροπερίοδο λόγο της Μπάχμαν, τα κόμματα αναλαμβάνουν να δώσουν ρυθμό στην ανάγνωση. Η συγγραφέας δεν πρόλαβε να προχωρήσει στο τελικό στάδιο της συγγραφής του βιβλίου καθώς βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στη Ρώμη κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Όμως αυτή η αποσπασματική πλευρά του μυθιστορήματος προσδίδει μια δυναμική και αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του γνώρισμα.

Η Μπάχμαν συμμετείχε, μαζί με τον Χάινριχ Μπέλ και τον Γκύντερ Γκρας, στην Ομάδα 47, λογοτεχνική ομάδα η οποία αναζητούσε στη γραφή τη νέα συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Είχε σχέση και με τον Μαξ Φρις με τον επεισοδιακό χωρισμό να την επηρεάζει όχι απλώς προσωπικά αλλά και δημιουργικά. Αυτή η σχέση της με τον Ελβετό συγγραφέα αποτέλεσε για μένα το νήμα που με οδήγησε σε αυτό το μυθιστόρημα. Συγγένεια, γόνιμη και ευδιάκριτη, με έναν ακόμα τεράστιο Αυστριακό τον Τόμας Μπερνχαρντ. Υπάρχουν αρκετά έργα της μεταφρασμένα στα ελληνικά, η αναζήτηση θα δείξει τη διαθεσιμότητα ή όχι των τίτλων.



Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ο Παράμεσος - Yoko Ogawa




Το λογοτεχνικό σύμπαν της Ογκάουα αποπνέει μία γοητεία παράξενη. Γνήσιο τέκνο της ιαπωνικής νεοκουλτούρας, καταφέρνει να συνδυάσει το άρρωστο, το μεταφυσικό και το ποιητικό στο έργο της. Στον Παράμεσο, ολιγοσέλιδη νουβέλα σε μικρή φόρμα έκδοσης, μας διηγείται (ακόμη) μία ιδιαίτερη ιστορία αγάπης ( ή μήπως ταιριάζει ορθότερα η λέξη λαγνεία) που λαμβάνει χώρα σε ένα εργαστήριο δειγμάτων.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απο την αρχή. Η νεαρή ηρωίδα θα εγκαταλείψει την επαρχία για να μετακομίσει στη μεγάλη πόλη. Δούλευε σε ένα εργοστάσιο αναψυκτικών. Μία μέρα, δε θα προσέξει και η μηχανή θα της εγκλωβίσει τον παράμεσο. Ευτυχώς η πληγή είναι επιπόλαια, ένα μικρό κομμάτι σάρκας θα κοπεί και θα βυθιστεί στο υγρό αναψυκτικό δίνοντας σε αυτό ένα χρώμα κόκκινο. Λίγες μέρες αργότερα θα παραιτηθεί από τη δουλειά. Περπατώντας στους δρόμους της μεγαλούπολης θα βρεθεί έξω από ένα τεράστιο κτίριο. Μία αγγελία, στην είσοδο, αναφέρει πως ζητείται βοηθός για το εργαστήριο δειγμάτων. Θα χτυπήσει το κουδούνι, ο κύριος Ντεσιμάρου θα της ανοίξει την πόρτα. Μετά από μία σύντομη συνέντευξη θα προσληφθεί.

Δύο είναι οι κεντρικοί άξονες της νουβέλας. Η ερωτική ιστορία των δύο και η ανθρώπινη ανάγκη για λήθη. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης λαμβάνει χώρα στο τεράστιο οίκημα μέσα στο οποίο στεγάζεται το εργαστήριο, ένα παλιό οικοτροφείο γυναικών. Τα δωμάτια έχουν διαμορφωθεί ειδικά ώστε να φιλοξενούν τα δείγματα. Τα λουτρά, στεγνά πια, είναι ο χώρος όπου πραγματοποιούνται οι συνευρέσεις τους. Λαγνεία και φετιχισμός, συνευρέσεις δοσμένες με μια ποιητικότητα που αποδιώχνει τη στείρα πρόκληση. Το σύνολο του κειμένου διέπεται από έναν άχρονο μινιμαλισμό και μία σειρά από αντικείμενα τα οποία υπηρετούν τη διπλή λειτουργία του συμβολισμού και της πλοκής.

Παράλληλα, αλλά και μέρος της ιστορίας των δύο, η δυσβάσταχτη μνήμη που οδηγεί τους ανθρώπους στο ιδιαίτερο αυτό εργαστήριο δειγμάτων. Η επιθυμία να κλείσουν σε ένα κουτάκι τον πόνο και την απώλεια. Το χρηματικό αντίτιμο δεν τους πτοεί, αυτό που τους απασχολεί είναι η, όσο το δυνατόν ακριβέστερη, δειγματοληψία. Προσδοκούν πως παραδίδοντας το αγκάθι της μνήμης για φύλαξη θα καταφέρουν να γιατρέψουν την πληγή.

Πριν τον Παράμεσο είχαν προηγηθεί το Άρωμα Πάγου και το Ξενοδοχείο Ίρις.

Η νουβέλα της Ογκάουα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2005 από την Diane Bertrand. Τη μουσική της ταινίας, L' Annulaire, υπογράφει η Beth Gibbons των Portishead.  


Μετάφραση (από τα ιαπωνικά) Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Εκδόσεις Άγρα




  


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Ο νεκρός που μας χρειάζεται - Χόρχε Σεμπρούν









Ο Χόρχε Σεμπρούν μαζί με τον Πρίμο Λέβι είναι οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», όρος ο οποίος επικράτησε κατά τις τελευταίες δεκαετίες και περιλαμβάνει μαρτυρίες επιζώντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς και λογοτεχνικά έργα που περιστρέφονται γύρω από αυτήν τη θεματική. Αν και η μαρτυρία αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, εντούτοις πλείστα είναι τα παραδείγματα εκείνων των έργων που διαθέτουν λογοτεχνικές αρετές.

Πρώτο καταφύγιο για τον συγγραφέα, μετά το τέλος της κράτησής του, στάθηκε η σιωπή. Πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια μέχρι να αποφασίσει να καταγράψει την εμπειρία του. Αποτέλεσμα αυτής της καταγραφής υπήρξε το Μεγάλο ταξίδι, πρώτο μέρος μιας τετραλογίας, που ολοκληρώθηκε το 2001 με το Νεκρό που μας χρειάζεται, βασικός πυρήνας της οποίας υπήρξε η εμπειρία του Σεμπρούν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ.

Ο Σεμπρούν υπήρξε ενεργό μέλος της γαλλικής αντίστασης ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Στάθηκε τυχερός καθώς οδηγήθηκε στο στρατόπεδο σε μία περίοδο που οι συνθήκες ήταν χαλαρότερες σε σχέση με το παρελθόν. Οι κρατούμενοι έχουν οργανωθεί με πρωτεύοντα στόχο το σαμποτάζ στην παρασκευή όπλων. Επακόλουθο της οργάνωσης, η ύπαρξη ιεραρχίας που όμως προκαλεί ανισότητες στην καθημερινότητα των κρατουμένων.

Αφορμή για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα στάθηκε (όπως φανερώνει άλλωστε και ο τίτλος) ένα ιδιαίτερο περιστατικό. Ένα παράξενο σήμα των ναζιστικών μυστικών υπηρεσιών, που αναφέρεται στον Σεμπρούν, θέτει σε συναγερμό την οργάνωση, καθώς ο συγγραφέας θεωρείται σημαντικό μέλος αυτής. Οι σύντροφοί του θα αναζητήσουν και θα βρουν έναν κρατούμενο ο οποίος έχει κοινά χαρακτηριστικά με τον Σεμπρούν και είναι ετοιμοθάνατος στο ιατρείο του στρατοπέδου με σκοπό να δανείσει το όνομά του στον Ζεράρ. Έτσι ο Σεμπρούν θα θεωρείται νεκρός και άρα ελεύθερος να ζήσει.

Το παραπάνω περιστατικό αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει την καθημερινότητα και τις συνθήκες διαβίωσης των φυλακισμένων. Η πίστη στο όραμα του κομμουνισμού δίνει σε αρκετούς την απαραίτητη δύναμη για να αντέξουν ενώ η αγωνία για την έκβαση του πολέμου είναι διάχυτη. Ανθρώπινες στιγμές χρωματίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα. Παρά τις αντιξοότητες, η ανάγκη για ομορφιά θα οδηγήσει στη διοργάνωση μουσικοθεατρικών παραστάσεων, η αλληλεγγύη μεταξύ αγνώστων θα γεννήσει την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά. Η προνομιακή μεταχείριση ορισμένων, τα προνόμια της ηγεσίας, η γεμάτη ελιτισμό συμπεριφορά, οι διακρίσεις λόγω καταγωγής. Μια μικρογραφία της κοινωνίας.

Ο Σεμπρούν θα αναφερθεί επίσης, τόσο στο πριν, όσο και στο μετά της ζωής στο στρατόπεδο. Με νοσταλγία θα περιγράψει τη σχέση του με μια γυναίκα μεγαλύτερη, μέλος και εκείνη της γαλλικής αντίστασης, τις συναντήσεις τους, τις λογοτεχνικές τους συζητήσεις. Θα προσθέσει κάποια δόση πίκρας και θα μας πληροφορήσει για το άδοξο τέλος ορισμένων συντρόφων στις «σοσιαλιστικές» πατρίδες τους.

Ιστορικό και πολιτικό μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινο το μυθιστόρημα του Ισπανού δημιουργού. Η σημασία της μαρτυρίας στη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης είναι αδιαμφισβήτητη, ειδικά σε περιόδους όπως η σημερινή.



Μετάφραση Οντέτ Βαρών-Βασάρ
Εκδόσεις Εξάντας

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Μάρτυρας σε διάλογο





Να εύχεσαι, της είπε, να συναντάς και αναγνώσματα κακά στο διάβα της ζωής σου, να μην αποστρέφεις το βλέμμα από το ποταπό, να προσπαθείς να κατανοήσεις τα αίτια της όχλησης. Να θυμάσαι πως το φως υπάρχει ως αντίθεση του σκότους και πως η ομορφιά είναι ο αντίποδας της ασχήμιας.(...) Να μην κυνηγάς την εμπειρία αυτή γιατί η προκατάληψη θα υπερισχύει. Να ακολουθείς τα νήματα με πίστη και προσήλωση, όπως οι ναυτικοί τους φάρους. Να έχεις τα μάτια ανοιχτά, πάντα. (...) Η αισθητική του αναγνώστη δε διαμορφώνεται μονόπλευρα, σφυρί και αμόνι απαιτείται. Δρόμος με θέα υπέροχη η λογοτεχνία, μα και γεμάτος κακοτοπιές που πρέπει να γνωρίσεις. Για να βαφτίσεις αριστούργημα ένα έργο θα πρέπει να υπάρχει η σύγκριση. Μη θεωρήσεις τύχη καλή τη συνεχή τριβή με έργα υψηλά γιατί ελοχεύει ο κίνδυνος να χαθεί το μέτρο και τότε η ψυχή θα στέκει ανικανοποίητη μπροστά στους θησαυρούς. Να εμπιστεύεσαι το ένστικτο και την κρίση που σου προσφέρει απλόχερα η προσωπική σου εξέλιξη. Με τον καιρό, οι διαφορές θα αποκτούν λεπτές αποχρώσεις, δυσδιάκριτα όρια θα οικοδομήσουν την αισθητική κλίμακα. (...) Η επιστροφή σε αναγνώσματα, που κατά το παρελθόν σου πρόσφεραν ικανοποίηση, κρύβει τον κίνδυνο της απογοήτευσης. Μάταια θα αναζητήσεις το σημερινό σου εαυτό σε εκείνον τον αναγνώστη. Η απογοήτευση θα περάσει, μην ανησυχείς γι' αυτό, εκείνο που θα απομείνει θα είναι ένα από τα καρέ της διαδρομής. Είναι όμως πιθανό να συμβεί και κάτι άλλο, διαφορετικό: επιστρέφοντας, σε σελίδες παλιές, να βιώσεις νέα, πρωτόγνωρα συναισθήματα, να γευτείς νέους καρπούς. Και αυτό θα είναι ακόμα ένα καρέ.


Αυτά, ανάμεσα σε άλλα, της είπε σε εκείνο το καφέ. Αυτή έδειχνε να γυρεύει περισσότερα, επέμεινε με ερωτήσεις να μάθει τίτλους και ονόματα, να γεμίσει τις σελίδες από το ημερολόγιο της. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Ύστερα, πλήρωσε ο καθένας τον καφέ του και αποχωρίστηκαν.




Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

διαβάτες στην πόλη - Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης






Ελπιδοφόρα τα όσα ακούγονταν σχετικά με το πρωτόλειο συγγραφικό εγχείρημα του νεαρού Ρωμανού Σκλαβενίτη-Πιστοφίδη, διαβάτες στην πόλη, που κυκλοφόρησε πριν ένα χρόνο από τις Εκδόσεις Απόπειρα και η ανάγνωση ήρθε να τα επιβεβαιώσει. Το έχω επαναλάβει αρκετές φορές, μέσα από αυτό εδώ το ιστολόγιο, πως υπάρχει αξιόλογη ελληνική λογοτεχνία αρκεί κανείς να έχει τα μάτια ανοιχτά και τις προκαταλήψεις καταχωνιασμένες. Μπορεί να αρνούμαι πεισματικά να συντάξω λίστες με προτάσεις ποιότητας αλλά αρκεί μια βόλτα ανάμεσα στις αναρτήσεις για να αντιληφθεί κάποιος τον ισχυρισμό μου.

Μυθιστόρημα σπονδυλωτό. Τα μονά κεφάλαια είναι αφιερωμένα στον Γουίλ και τα ζυγά στον Αριχτέκτονα, το Νίλι και τη Μέυ.Ο Γουίλ είναι μέλος μια τρομοκρατικής ομάδας. Θα φέρει εις πέρας την αποστολή να σκοτώσει μία υπουργό της κυβέρνησης. "Τη σκότωσε όπως στο Έγκλημα και Τιμωρία", πισώπλατα, με τσεκούρι ενώ εκείνη διάβαζε το Τενεκεδένιο ταμπούρλο του Γκρας. Ύστερα, θα πάρει το μετρό για να επιστρέψει στον απρόσωπο ουρανοξύστη όπου, στον εικοστό δεύτερο όροφο, βρίσκεται το καταφύγιό του. Η αδρεναλίνη υποχωρεί και το κενό της ματαιότητας απλώνεται εμπρός του. Ο Αρχιτέκτονας δουλεύει πάνω σε ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο πρότζεκτ, ικανό να του χαρίσει την επαγγελματική καταξίωση. Μία μεγάλη τεχνική εταιρεία θα αποφασίσει να επενδύσει στην ιδέα του και παρότι από πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε κομπάρσος, θα πιστέψει πως η τύχη του χαμογέλασε. Θα βγει με τον κολλητό του το Νίλι να το γιορτάσουν. Λίγες μέρες μετά, θα γνωρίσει τη Μέυ. Πληρότητα που όμως διαρκεί ελάχιστα.

Τέσσερις νεαροί που ζουν στη μητρόπολη, δύο ιστορίες παράλληλες. Η αστική τρομοκρατία, τα ναρκωτικά και η μοναξιά υπό τους ήχους της ροκ και της μέταλ μουσικής αλλά και της λογοτεχνίας των σπουδαίων συγγραφέων. Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης, για τα δεδομένα της θεματικής της ιστορίας του, λειτουργεί ευστόχως αφαιρετικά και καταφέρνει να αποδώσει μία ατμόσφαιρα νουάρ, χαρακτηριστική των μεγάλων πόλεων. Ειδικά η ιστορία του νεαρού τρομοκράτη αποτελεί δείγμα υψηλής λογοτεχνίας και θα μπορούσε να σταθεί άνετα και ως ανεξάρτητη νουβέλα. Η απόφασή του να τοποθετήσει στον αντίποδα  την ιστορία του Αρχιτέκτονα λειτουργεί επίσης θαυμάσια ως αντίστιξη σε διάφορα επίπεδα αν και μοιάζει να υπηρετεί περισσότερο την ιστορία του Γουίλ. Η ιστορία των τριών νεαρών παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες που πηγάζουν μάλλον από την κοινοτυπία του θέματος. Το σύνολο όμως λειτουργεί θαυμάσια αναγκάζοντας τον αναγνώστη όχι να συγχωρήσει αλλά να κατανοήσει διάφορες επιλογές του συγγραφέα που έκρινε, αρχικώς, αυστηρά.

Η παράθεση των λογοτεχνικών έργων δεν είναι στείρα επίδειξη φιλαναγνωσίας από μεριάς του δημιουργού αλλά καίριο στοιχείο της πλοκής, κάτι το οποίο πρέπει να διευκρινιστεί γιατί είναι πολλά εκείνα τα παραδείγματα συγγραφέων που πιστεύουν (ή ελπίζουν) πως η αναφορά σε σπουδαίους συγγραφείς είναι ικανή να προσδώσει από μόνη της αξία στο κείμενο.

Πριν ακόμα ξεκινήσω την ανάγνωση σκεφτόμουν έντονα πως πρόκειται για το πρώτο δείγμα δουλειάς ενός νεαρού συγγραφέα. Η απόλαυση όμως που προσφέρει η ανάγνωση δε σου επιτρέπει να ασχοληθείς με πληροφορίες εκτός των ορίων της κάθε σελίδας. Αλλά ούτε και τώρα, που η ανάγνωση έχει παρέλθει, νιώθω την ανάγκη να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα αυτό με βάση τις πληροφορίες του βιογραφικού σημειώματος. Οφείλω όμως να παραδεχτώ, κλείνοντας, πως οι διαβάτες στην πόλη μου δημιούργησαν προσδοκίες για το επόμενο συγγραφικό του βήμα.



Εκδόσεις Απόπειρα.   

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Πώς τελειώνει ο κόσμος - Μαρία Ξυλούρη








Τρία χρόνια πριν στο Rewind (εκδόσεις Καλέντη), ο Πέτρος στέκεται και παρακολουθεί τη Φανή να ξεμακραίνει παρέα με τον Ορέστη και τον κοντό που ακούει Κέιβ. Pause. Η παγωμένη εικόνα μετακινείται στα δεξιά. Ο Πέτρος βγαίνει εκτός κάδρου. Play.

Ο Ορέστης επιστρέφει στο σπίτι όπου έμεναν με τη Φανή πριν από τη ξαφνική του φυγή. Το περίγραμμα του Δημήτρη είναι ακόμα εκεί, στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Τα πράγματα του Ορέστη βρίσκονται στην αποθήκη.
Ο Δημήτρης είχε μια αδερφή η οποία εξαφανίστηκε πριν λίγα χρόνια χωρίς να αφήσει ίχνη. Η εξαφάνισή της γέμισε με ερωτήματα και πόνο συγγενείς και φίλους, το χωριό αναλώθηκε σε εικασίες και κουτσομπολιό. Η μητέρα αδυνατεί να συνέλθει, ο Δημήτρης πρέπει να δείξει δυνατός. Η αδερφή του Φώτη αυτοκτόνησε κόβωντας τις  φλέβες της στη μπανιέρα. Ο Δημήτρης προσπαθεί να εξηγήσει, μάταια, στο Φώτη ότι θα προτιμούσε να ξέρει πως η αδερφή του είναι νεκρή, πως η γνώση βοηθά τους ανθρώπους να προχωρήσουν.

Άννα, όνομα-σύνθεση της ατολμίας και της αποφασιστικότητας. Εύρημα το οποίο η Ξυλούρη τοποθετεί (κυριολεκτικά)  στο κέντρο του δεύτερου μυθιστορήματός της. Χωρίζει το βιβλίο σε εννέα κεφάλαια. Ο Ορέστης, η Φανή, ο Φώτης και ο Σκεύος στέκονται αριστερά και δεξιά της Άννας. Τα δύο αδέρφια (Άννα και Δημήτρης) είναι ο συνδετικός ιστός των τεσσάρων. Η εξαφάνιση της Άννας και η απώλεια του Δημήτρη. Η συγγραφέας τολμάει στη σύνθεση και δικαιώνεται. Πολυδιάστατη πλοκή την οποία με άνεση χειρίζεται. Πλήθος χαρακτήρων τους οποίους σκιαγραφεί με επιτυχία.

Τα αναπάντητα ερωτήματα και οι καίριες ερωτήσεις. Το παρελθόν που ρίχνει τη σκιά του βαριά στο παρόν. Οι σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών. Οι δυσκολίες των σχέσεων και η μοναξιά. Τέσσερις άξονες οι οποίοι απασχολούν ξανά την Ξυλούρη, στο δεύτερο μυθιστόρημά της, και γύρω από τους οποίους πλέκεται η ιστορία.

Πρόζα και λυρισμός, αφήγηση σε κλασική δομή και διάσπαρτα στοιχεία μοντερνισμου, ρεαλισμός με πινελιές μεταφυσικού. Όλα σε αρμονία. Ίσως να περισσεύουν λίγα συμβάντα τα οποία βαραίνουν, μάλλον, την ιστορία. Η γραφή της Ξυλούρη έχει την ικανότητα να συγκινήσει αβίαστα και αυτός είναι ο λόγος που πιστεύω πως υπάρχουν κάποια περιθώρια στην αφαίρεση.

Η ανάγνωση του Πώς τελειώνει ο κόσμος σε κάνει να φαντάζεσαι τα γεμάτα τετράδια της συγγραφέως με σημειώσεις και προσχέδια, υλικό απαραίτητο για το τελικό αποτέλεσμα. Η ιστορία μοιάζει να ενδιαφέρει πρωτίστως την ίδια. Η ανάγκη της να τη διηγηθεί είναι ορατή. Υπάρχουν στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν «υποψίες» αυτοαναφορικότητας, πέραν της δεδομένης παρουσίας της Μαρίας στο μυθιστόρημα στο ρόλο της νεαρής επίδοξης συγγραφέως.

Ο γάτος Χαρούκι (ευθεία αναφορά στον Ιάπωνα συγγραφέα Μουρακάμι) και ο κομβικός ρόλος του βιβλίου του David Foster Wallace, Infinite jest είναι κάποιες από τις φανερές λογοτεχνικές αναφορές μιας συγγραφέως που διαβάζει λογοτεχνία, κάτι το οποίο δεν είναι τόσο συχνό όσο θα νόμιζε κάποιος.

Σε μια χώρα που παραδοσιακά η ηλικία παίζει, αδικαιολόγητα, μεγάλο ρόλο, η Ξυλούρη, γεννημένη το 1983, έχει ήδη στο ενεργητικό της δύο μυθιστορήματα τα οποία αξίζουν της προσοχής σας!




Εκδόσεις Καλέντη


υ.γ1 Η ανάγνωση του Rewind δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το Πώς τελειώνει ο κόσμος. Και τα δύο μυθιστορήματα μπορούν να σταθούν αυτόνομα.
υ.γ2 Εδώ μπορείτε να βρείτε τη συνέντευξη που μας παραχώρησε η Μαρία Ξυλούρη στο Mixtape.
υ.γ3 Και εδώ την παρουσίαση του Rewind.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Η Τραγουδίστρια και η Πολυθρόνα - Αριστείδης Αντονάς




" ο άνθρωπος της πολυθρόνας δεν θα επιβιώσει χωρίς παράθυρο. κι ο άνθρωπος του παραθύρου ήδη περιμένει μια πολυθρόνα "



Ο συγγραφέας υπακούει στις βουλές των αποστολέων των δύο κειμένων. Πρώτα εκδίδει την Πολυθρόνα στο περιοδικό Νέα Εστία. Ύστερα στη διεύθυνση του περιοδικού καταφτάνει φάκελος που περιέχει το κείμενο με τίτλο Η Τραγουδίστρια και συνοδεύεται από τέσσερις φωτογραφίες αλλά και από το σημείωμα "προς τον άνθρωπο της πολυθρόνας, από τον άνθρωπο του παραθύρου". Ο Αντονάς θα επέμβει στα δύο κείμενα περισσότερο ως συντηρητής παρά ως συγγραφέας. Θα παραδώσει αυτοπροσώπος το υλικό στον εκδοτικό οίκο Άγρα. Θα δημιουργηθεί μία σελίδα στον ιστό ( thesingerandthearmchair.com ) όπου ο οίκος δεσμεύεται πως θα αναρτήσει οποιαδήποτε νέα στοιχεία προκύψουν. Στην έκδοση η σειρά των κειμένων αντιστρέφεται.

Ο άνθρωπος του παραθύρου μένει μόνος του σε ένα σπίτι αρχιτεκτονικά ιδιόμορφο και απομονωμένο, η ανάβαση μέχρι το παράθυρο πραγματοποιείται με τη χρήση ιμάντα. Την ηρεμία της μοναξιάς ταράζει η άφιξη της τραγουδίστριας, στο κατόπι της δύο αστυνομικοί. Εκείνος θα προσφερθεί να την κρύψει.

Οι πρώτες σελίδες προαναγγέλουν αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως, στο λογοτεχνικό κόσμο του Αντονά το φαίνεσθαι δε συμβαδίζει (σχεδόν ποτέ) με το είναι. Αρχιτέκτονας με διδακτορικό στη φιλοσοφία προσεγγίζει τη λογοτεχνία από άλλο μονοπάτι. Σε βάσεις κλασικές και δομές δεδομένες από τον χρόνο επιχειρεί τη μεταποίηση και τη βελτίωση χωρίς να ξεχνά τη συντήρηση. Η πολυθρόνα ως στοιχείο όχλησης στο μέσο του δωματίου, οι δεδομένες δυσκολίες παρουσίασης της αιτίας. Η φαινομενικά απλή προσπάθεια περιγραφής του αντικειμένου παρουσιάζει ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις. Κάπως έτσι, ένα αρχιτεκτονικό πρόβλημα αποκτά φιλοσοφικές διαστάσεις. Ο συγγραφέας εκμεταλεύεται τα λογοτεχνικά εργαλεία για να απομακρυνθεί από το φιλοσοφικό λόγο. Ο συγγραφέας, ο αφηγητής και οι ήρωες δημιουργούν μία τριάδα αδιαίρετη που εξυπηρετεί την αποστασιοποίηση από το Εγώ της αυθεντίας και προσδίδει αρετές, λογοτεχνικές και θεατρικές, στο κείμενο.

Κείμενο απαιτητικό που χρίζει αρκετών αναγνώσεων και διαφορετικών προσεγγίσεων παρά τη μικρή του φόρμα. Ο Αντονάς κάνει ορθή χρήση των λογοτεχνικών μέσων και πετυχαίνει να καταστήσει τον αναγνώστη μέτοχο. Έντονη η μη συμβατική θεατρικότητα που αναβλύζει από το κείμενο, το απόλυτο σκοτάδι διαδέχεται το εκτυφλωτικό φως που λούζει τα πρόσωπα και τα αντικείμενα. Οι χαρακτήρες, αν και δίνονται αρκετά αφαιρετικά, δηλώνουν το παρόν.

Λογοτεχνία υψηλού επιπέδου και όχι κενή παράθεση γνώσεων. Ο Αντονάς είναι ένας ιδιαίτερος και πολυσχιδής δημιουργός, κάτι που μπορείτε να εξακριβώσετε επισκεπτόμενοι είτε το ιστολόγιο που διατηρεί (antonas.blogspot.gr), είτε τη σελίδα του (www.aristideantonas.com), αλλά κυρίως διαβάζοντας κάποιο βιβλίο του. Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Αριθμοί είναι προτεινόμενο, όπως και ο Φλογοκρύπτης. Η Τραγουδίστρια και η Πολυθρόνα πιστεύω πως θα έπρεπε να ακολουθήσει, όχι από πλευράς σημαντικότητας, μα εξέλιξης του συγγραφέα. 


Εκδόσεις Άγρα