Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο ανάγνωσης του 2012


Δεν είχα πρόθεση να κάνω ανασκόπηση. Αναλογιζόμουν όμως τα βιβλία που διάβασα φέτος, ανέτρεξα στις αναρτήσεις από πέρυσι το Γενάρη και κάπως έτσι προέκυψαν οι παρακάτω ημερολογιακού χαρακτήρα σημειώσεις.





Ιανουάριος

Στις γιορτές των Χριστουγέννων, τα τελευταία χρόνια, διαβάζω Μουρακάμι και η παράδοση συνεχίστηκε, Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο. Ο μήνας συνεχίστηκε σε ρυθμούς βιβλιοφιλικούς (Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα, Δουβλινιάδα, Στο καλό μυθιστόρημα). Με την Υπόθεση Μπεστ σέλλερ ολοκλήρωσα τα μυθιστορήματα του Χρήστου Βακαλόπουλου.
 Κουκκίδα χοντρή : Η νουβέλα του Τζούλιαν Μπαρνς, Ένα κάποιο τέλος


Φεβρουάριος

Δε συμμερίστηκα τον ενθουσιασμό της πλειοψηφίας σχετικά με τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρόκειται για ένα κακό βιβλίο. Ο Γιόζεφ Ροτ είναι τεράστιος συγγραφέας κάτι το οποίο επιβεβαίωσα ακόμα μια φορά διαβάζοντας την Ομολογία ενός Δολοφόνου.

Κουκκίδα χοντρή : Η γνωριμία με τη άκρως ενδιαφέρουσα συγγραφέα Άντζελα Δημητρακάκη (Ανταρκτική)


Μάρτιος

Το γενέθλιο μήνα του ιστολογίου έμελλε να έρθω, για πρώτη φορά, σε επαφή με δύο τεράστιους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο λόγος για τους Χουάν Ρούλφο (Πέδρο Πάραμο) και Αντόνιο Ταμπούκι (Ο Τριστάνο πεθαίνει). Από τα υπόλοιπα αναγνώσματα ξεχώρισαν το Πάρκο των ελαφιών του σπουδαίου Νόρμαν Μαίηλερ και τη νουβέλα του Τόμας Μαν, Τόνιο Κρεγκερ.


Απρίλιος

Η πλειοψηφία των απριλιάτικων βιβλίων ανήκει σε γυναίκες δημιουργούς: Μάργκαρετ Άτγουντ (Η πορφυρή δούλη), Γιόκο Ογκάουα (Ξενοδοχείο Ίρις), Άλι Σμιθ (Κορίτσι συναντά αγόρι), Άννα Ζένγκερς (Το τέλος) και Νικόλ Κράους (με το Όλα καταρρέουν ξεκινά η γόνιμη συνεργασία με το Mixtape.gr). Πρώτη επαφή με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο (Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου).
Κουκκίδα χοντρή : Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, προπομπός της λογοτεχνικής δυστοπίας.


Μάιος


Αρκετή και καλή ελληνική λογοτεχνία: Αριστείδης Αντονάς (Ο φλογοκρύπτης), Γιάννης Σκαρίμπας (Φυγή προς τα εμπρός), Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (Η εφεύρεση της σκιάς), Ιωάννα Μπουραζοπούλου (Τι είδε η γυναίκα του Λώτ;), Θοδωρής Καλλιφατίδης (Τα περασμένα δεν είναι όνειρο). Αγαπημένος Βίλα Μάτας (Μπαρτλεμπυ & Σία).

Κουκκίδα χοντρή : Αμερικανική Λήθη του David Foster Wallace.


Ιούνιος

Δεύτερο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη (Αντιθάλασσα) και η συγγραφέας ανεβάζει ακόμα ψηλότερα τον πήχη. Ο Δημήτρης Σωτάκης σε νέα μονοπάτια με το Θάνατο των Ανθρώπων. Ο Νορβηγός μουσικός Ketil Bjornstad με το Ποτάμι στη συνέχεια της Λέσχης των νέων πιανιστών.
Κουκκίδα χοντρή : Η τυφλόμυγα, Siri Hustvedt.


Ιούλιος

Σε ρυθμούς παραλίας με την Υποψία του Ντύρενματ και τα Τηλεφωνήματα του Μπολάνιο. Λίγο νωρίτερα, μια καυτή Κυριακή, ο Καθένας του Φίλιπ Ροθ. Τεράστια έκπληξη οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ της Νάνσυ Χιούστον.
Κουκκίδα χοντρή : Κοσμόπολις, Ντον Ντελίλλο.


Αύγουστος

Διάβασα λιγότερο απ' όσο υπολόγιζα. Ας με λένε Γκάντενμπαϊν του Μαξ Φρις. Και το 2012 αγαπάμε με πάθος γερμανόφωνη ελβετική λογοτεχνία. Η παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος Τα μυστήρια της Μαδρίτης δια χειρός Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Το Μανιφέστο της ήττας, τρίτο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη και μπορώ, με βεβαιότητα, να πω πως πρόκειται για μία από τις αποκαλύψεις της χρονιάς.
Κουκκίδα χοντρή : Το πολλά υποσχόμενο συγγραφικό ντεμπούτο της Μαρίας Ξυλούρη, Rewind.  


Σεπτέμβριος

Σίρι Χούστβεντ (Καλοκαίρι δίχως άντρες), Μαρία Ξυλούρη (Πώς τελειώνει ο κόσμος). Διηγήματα του Ηπειρώτη καθηγητή ιχθυολογίας, Γιάννη Πάσχου, υπό τον τίτλο Μία νυξ δι' εν έτος.
Κουκκίδα χοντρή : Γιάκομπ Φον Γκούντεν, Ρόμπερτ Βάλζερ.


Οκτώβριος

Αλέξανδρος Κοτζιάς (Η μηχανή) και Φαίδων Ταμβακάκης (Η Υστάτη). Κενζαμπούρο Όε (Τσάκισέ τα από μικρά, σκότωσε τα από παιδιά) και Αντόνιο Ταμπούκι (Η χαμένη κεφαλή του του Νταμασένου Μοντέιρου).
Κουκκίδα χοντρή : Ο Εξώστης του Νίκου Καχτίτση.


Νοέμβριος

Πολ Όστερ μετά από καιρό (Το παλάτι του φεγγαριού). Ημιτελές μα υπέροχο το αφήγημα της Ingeborg Bachmann, Περίπτωση Φράντσα. Στρατοπεδική λογοτεχνία από τον Χόρχε Σεμπρούν (Ο νεκρός που μας χρειάζεται). Ενδιαφέρον ντεμπούτο για τον Ρωμανό Σκλαβενίτη- Πιστοφίδη (Διαβάτες στην πόλη). Το μοναδικό μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη.
Κουκκίδα χοντρή : Υπέροχοι Απόκληροι, Λέοναρντ Κοέν.


Δεκέμβριος

Σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία από το Νικόλο Αμανίτι, Εγώ και εσύ. Η συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαβού, Αστείο. Γιόζεφ Ροτ (Hotel Savoy). Γαλλικό νουάρ με τη Σιωπή των νεκρών του Jean Paul Noziére.
Κουκκίδα χοντρή : Η εφεύρεση του Μορέλ, Adolfo Bioy Casares. 




Πολλές ευχές για μια χρονιά γεμάτη δημιουργικότητα, υγεία και καλές αναγνώσεις.






Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...(#4)

Δεν είναι φήμη ή κουτσομπολιό αλλά πρακτική διάφορων εκδοτικών οίκων να απαιτούν από τον επίδοξο συγγραφέα να καταβάλλει το σύνολο του κόστους έκδοσης ώστε να μπορέσει να δει το έργο του τυπωμένο υπό του οίκου και στην πρόσοψη κάποιου βιβλιοπωλείου.

Γεγονός, που δεν είναι απαραίτητα κατακριτέο ή ακατανόητο, αλλά φέρει συχνά μία προβληματική που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη τακτ και ειλικρίνειας.

Οι ιστορίες που γνωρίζω προσωπικά είχαν την εξής παρόμοια εξέλιξη:  Ο επίδοξος συγγραφέας πιστεύοντας πως το πόνημά του είναι έτοιμο να κάνει τη γύρα του ανά τους εκδότες, ψάχνει και καταλήγει σε κάποιους. Το στέλνει, σε άλλους ταχυδρομικά και σε άλλους ηλεκτρονικά. Από την επόμενη κιόλας μέρα, ρίχνει κλεφτές ματιές στην αλληλογραφία του και στο τηλέφωνό του. Αν και είναι νωρίς δε μπορεί να κάνει αλλιώς, τον τρώει το σαράκι της αναμονής.

Και τότε το τηλέφωνο χτυπάει, στην άλλη άκρη της γραμμής υπάλληλος γνωστού εκδοτικού οίκου του ανακοινώνει τα χαρμόσυνα νέα, "το έργο σας μας ενδιαφέρει και θα θέλαμε να έρθετε από εδώ να το συζητήσουμε". Ο επίδοξος δε μπορεί να το πιστέψει (ειδικά αν είναι η πρώτη του φορά), συμφωνεί με όλα όσα ακούει και πλημμυρίζει με ευχαριστίες τη γραμμή. Αν και το ραντεβού είναι για την επόμενη μέρα εκείνος δε διστάζει να μοιραστεί το νέο με τους κοντινούς του ανθρώπους, η χαρά του δεν περιγράφεται...

...ώσπου φτάνει η μέρα του ραντεβού. Ο δικηγόρος του οίκου περιμένει με ένα συμβόλαιο στο χέρι, ξεκαθαρίζει στον αποσβολωμένο συνομιλητή  πως ο ίδιος δεν έχει διαβάσει το υπό έκδοση έργο και μπαίνει κατευθείαν στο ψητό των αρμοδιοτήτων του, τόσα θα δώσεις, τόσα αντίτυπα θα αγοράσεις, τόσα θα στείλεις, αλλά και εμείς θα και θα και θα...

Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνω, ο τρόπος με τον οποίο ενεργούν ορισμένοι, το γεγονός πως δε μπορούν το σταράτο του πράγματος, το ευθύ και το τίμιο. Ο τρόπος τους είναι αυτός που σε αναγκάζει να σκεφτείς πονηρά, που δε σε πείθει πως κάποιος ασχολήθηκε με το γραπτό σου και σε οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν πρόκειται για λογοτεχνία μα για οικονομική συνδιαλλαγή. Ξεκάθαρα. Ύστερα το συζητάς και διαπιστώνεις πως υπάρχουν και άλλοι που βρέθηκαν στην ίδια άβολη θέση, παρακολουθείς την πορεία των τιμών και το πλήθος των αντιτύπων να ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση και το είδος, νιώθεις την αλληλεγγύη του θύματος.

Η αυτοέκδοση δεν είναι κατακριτέα, για μένα τουλάχιστον. Από τη μία, άνθρωποι που έχουν επενδύσει χρόνο και κόπο στο έργο τους και επιθυμούν να το αντικρίσουν τυπωμένο, κάτι που κανείς δε μπορεί να τους απαγορεύσει. Από την άλλη, οι εκδότες που κρίνουν αν επιθυμούν/μπορούν να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη έκδοση, μας αρέσει δε μας αρέσει. Αν τώρα, εκδότης και συγγραφέας επιθυμούν να βαδίσουν τον τρίτο εκδοτικό δρόμο έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, ο καθένας με το ρίσκο και τις βλέψεις του και αφού πρώτα ο εκδότης (ή κάποιος υπεύθυνος του οίκου, όχι πάντως ο δικηγόρος) συζητήσει με το συγγραφέα σχετικά με τη λογοτεχνική πλευρά του έργου πριν προχωρήσουν στην οικονομική. Πιστεύω πως σε έναν (φαινομενικά τουλάχιστον) ειλικρινή διάλογο ο συγγραφέας θα μπορούσε να αντιληφθεί τις οικονομικές συνθήκες αλλά ταυτόχρονα να πιστέψει πως ο εκδότης γουστάρει να εκδώσει, με το λογότυπο, του οίκου του το βιβλίο.   

Οι γνωστοί μου, που έπεσαν στην τηλεφωνική αυτή φάρσα, αρνήθηκαν την "προσφορά". Κάποιοι βρήκαν γρήγορα εκδοτική στέγη και τα βιβλία τους είναι εκεί έξω, ανάμεσα σε άλλα, και προσπαθούν να δελεάσουν υποψήφιους αναγνώστες. Οι υπόλοιποι επέστρεψαν με πείσμα στο συγγραφικό εργαστήρι και θα επανέλθουν δριμύτεροι!

(Δε θα ασχοληθώ με τον αριθμό των εκδόσεων ανά έτος ή ανά κάτοικο. Τόση ποίηση και τόση λογοτεχνία. Δεν είναι μαρούλια. Το έχω επαναλάβει, το πρόβλημα του βιβλίου στη χώρα μας είναι καθαρά θέμα παιδείας, οι αριθμοί έπονται.) 

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Η σιωπή των νεκρών - Jean Paul Noziére







Ο Κριστιάν Μιλιούς, γνωστός και με το παρατσούκλι Μπλου που του κόλλησαν οι συνάδελφοί του στο τμήμα, βγαίνει στη σύνταξη. Τα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας του οι ανώτεροι συνήθιζαν να του φορτώνουν όλη τη χαμαλοδουλειά. Μόλις κάποια υπόθεση αποδεικνυόταν πιο σύνθετη άμεσα την ανέθεταν σε άλλον. Εκείνος στωικά περίμενε να περάσει ο καιρός, να βγει στη σύνταξη, να απαλλαγεί από τους κατ’ ευφημισμόν συναδέλφους του. Δεν έκανε τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που του ζητούσαν, βιαστικά έκλεινε τις υποθέσεις για να βυθιστεί αμέσως στην εφημερίδα. Η τελευταία υπόθεση που ανέλαβε ήταν μια φαινομενικά αθώα αυτοκτονία. Ένας Άραβας βρέθηκε νεκρός στο τροχόσπιτό του δίπλα στη λίμνη λίγο έξω από τη μικρή επαρχιακή πόλη. Παρά το γεγονός πως η σύντομη επιτόπια έρευνα έφερε στο φως στοιχεία ικανά να κινήσουν την περιέργειά του, εκείνος θα κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Θα συναντήσει την αδερφή του θύματος η οποία επιμένει πως ο αδερφός της δε θα αυτοκτονούσε ποτέ αλλά γρήγορα συμβιβάζεται με τη μοίρα του μέσου Άραβα μετανάστη που θεωρείται πολίτης δεύτερης κατηγορίας όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από τις επίσημες αρχές του κράτους.

Στις μέρες μετά τη συνταξιοδότηση ο χρόνος θα διασταλεί, οι ώρες θα κυλούν αργά για τον Κριστιάν ο οποίος ζει μόνος του μετά το θάνατο της γυναίκας του. Οι δύο του κόρες τον κατηγορούν για το θάνατό της ενώ με το γιο του συντηρεί μια τυπική ηλεκτρονική αλληλογραφία. Περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του σε ένα τάνγκο-μπαρ με το όνομα «Σώματα Ασώματα». Ο χορός είναι ένα πρόσκαιρο και σύντομο αποκούμπι απέναντι στη μοναξιά. Στο μπαρ θα γνωρίσει τον Κοκκινομάλλη, έναν νεαρό ζιγκολό που φιλοδοξεί να γίνει ιδιωτικός ντετέκτιβ. Η βαρεμάρα σε συνδυασμό με κάποιες τύψεις θα τον οδηγήσουν στην απόφαση να ανοίξει ξανά το φάκελο της αυτοκτονίας. Τα στοιχεία θα τον οδηγήσουν σε έναν πάμπλουτο, πρώην ακόλουθο πρεσβείας, που είναι γνωστός στην περιοχή ως Πρέσβης.

Πρόκειται για το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα στη Γαλλία. Η υπόθεση λαμβάνει χώρα στην επαρχία, μακριά από την παρισινή λάμψη. Νουάρ μυθιστόρημα, τέκνο γνήσιο της γαλλικής παράδοσης στο είδος. Η αστυνομική αναζήτηση αποτελεί την επίφαση, το όχημα μέσω του οποίου ο συγγραφέας επιλέγει να εκφραστεί, η σκοπιά από την οποία παρατηρεί την εποχή και τους ανθρώπους της. Το κυνήγι του δολοφόνου προσδίδει το απαραίτητο σασπένς στο βιβλίο με τον αναγνώστη να δυσκολεύεται να το αφήσει από τα χέρια του θέλοντας να μάθει τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα. Όμως, αυτό από μόνο του δε θα ήταν αρκετό, είναι δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) τα νουάρ μυθιστορήματα που κυκλοφορούν ανήκοντας σε ένα λογοτεχνικό είδος ανέκαθεν αγαπητό που τα τελευταία χρόνια κερδίζει όλο και περισσότερους αναγνώστες. Ο πλουραλισμός και η τριβή ‘‘αυστηροποιούν’’  τα κριτήρια του αναγνωστικού κοινού ενώ ταυτόχρονα οι απαιτήσεις μεγαλώνουν καθώς η διαλεύκανση του εγκλήματος από μόνη της δε φαντάζει αρκετή.

Ο Νοζιέρ τα καταφέρνει περίφημα. Σε μια ιστορία που δε χρήζει ιδιαίτερης πρωτοτυπίας προσδίδει στοιχεία ικανά να κάνουν ξεχωριστό αυτό το μυθιστόρημα. Χαρακτήρες δουλεμένοι, σχολιασμός και αποτύπωση της σύγχρονης εποχής, κορυφώσεις στην αγωνία, ανατροπές, πλοκή σφικτή. Ψηφίδες στο κολάζ αποτελούν μεταξύ άλλων το παρακμιακό μπαρ και οι μεσήλικες, μοναχικοί θαμώνες του, η ζωή στην επαρχία, οι μετανάστες από τις πρώην γαλλικές αποικίες, ο θρησκευτικός φομενταλισμός, η μοναξιά και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, οι δύσκολες οικογενειακές σχέσεις. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι άνθρωποι ατελείς, αντιήρωες που αγωνίζονται με όση αξιοπρέπεια διαθέτουν σε ένα βαθιά ανθρώπινο βιβλίο.

Με τη Σιωπή των νεκρών ο Νοζιέρ κέρδισε το 2007 το Μεγάλο Βραβείο Νουάρ Μυθιστορήματος.



Μετάφραση Δημήτρης Σιδηρόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...(#3)

Δεν καταλαβαίνω την απαξίωση της λέξης επαγγελματίας - καθώς και των παραγώγων της - όταν κάποιος αναφέρεται στην κριτική. Αιωρείται θαρρείς μια διάκριση, ανάμεσα σε αιμοσταγείς, φιλάργυρους επαγγελματίες και ρομαντικούς ερασιτέχνες, που στα μάτια μου μοιάζει σαν απόπειρα να ευλογήσουμε τα γένια μας όσοι αποτελούμε μέρος της "εναλλακτικής" κοινότητας του ιστολογείν. Φαντάζομαι πως οι κατήγοροι θα ορίζουν ως επαγγελματίες εκείνους οι οποίοι αμοίβονται για την κριτική τους γιατί δεν έχω υπόψη μου κάποια σχολή από την οποία αποφοιτά κανείς με πτυχίο κριτικού...

Μισώ τις γενικεύσεις. Δε δέχομαι πως όλοι οι κριτικοί παίρνουν γραμμή από το τμήμα μάρκετινγκ, πως εξυπηρετούν συμφέροντα και φίλους, πως λένε ψέματα ότι κάτι τους άρεσε ή πως δε διαβάζουν καν το βιβλίο για το οποίο γράφουν και απλά κάνουν αντιγραφή-επικόλληση κάποιο δελτίο τύπου. Σίγουρα θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αντιεπαγγελματίες, υπεύθυνοι μερικώς για το κακό στίγμα στο χώρο. 

Και από την άλλη το διαδίκτυο, ιστολόγια επώνυμα και ανώνυμα, ενδιαφέροντα και βαρετά. Δηλώνω μεγάλος φαν των ιστολογίων αλλά ισχύει και εδώ η παραπάνω απέχθειά μου ως προς τη γενίκευση. Δεν αποτελούν όλα τα ιστολόγια ρομαντικές απόπειρες έκφρασης. Όμως, υπάρχουν ιστολόγια, στο χώρο της βιβλιοκριτικής, που αποτελούν πυξίδα ακόμα και για τον πλέον απαιτητικό βιβλιόφιλο. Μεράκι και αγάπη για το βιβλίο που παρασύρει τον αναγνώστη και δημιουργεί μία εστία δημόσιου διαλόγου που τόσο έχει ανάγκη το βιβλίο στην Ελλάδα.

Αρνούμαι να δεχτώ πως η αποδοχή διαφήμισης είναι αμαρτία. Μια όμορφη και τεκμηριωμένη παρουσίαση αποτελεί από μόνη της διαφήμιση για το βιβλίο, έμμεση ή άμεση μικρή σημασία έχει. Ο δημόσιος λόγος για ένα βιβλίο αποτελεί μέρος (καλώς ή κακώς) της οικονομικής αλυσίδας του συγκεκριμένου προϊόντος και με την άνθιση των κοινωνικών δικτύων το ποσοστό της επιρροής ολοένα και αυξάνεται. Υπάρχουν ήδη τα πρώτα στοιχεία από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού για την επιρροή των ιστολογίων και των κοινωνικών δικτύων στην αγορά του βιβλίου.

Η τελική ευθύνη βαραίνει τον ίδιο τον αναγνώστη. Είναι εκείνος που πρέπει να μάθει να διακρίνει την παραπλανητική κριτική, την ύπουλη διαφήμιση, τη λίστα δώρων ή τη λάμψη ενός βραβείου. Και δεν είναι μόνο ζήτημα εξαπάτησης, είναι και θέμα γούστου, αισθητικής. Το βιβλίο που εμένα μου άρεσε πιθανόν εσένα να μη σου αρέσει. Διαφωνία γούστου ή και απλή συγκυρία.

Προσπαθώ να αντιμετωπίζω τους κριτικούς όπως τους φίλους μου (όσον αφορά τις προτάσεις τους). Τους παρακολουθώ συστηματικά για να τους γνωρίσω καλύτερα, δοκιμάζω κάτι που θα προτείνουν, μαθαίνω να διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές σε μια απόπειρα να αντιληφθώ αν το βιβλίο θα μου αρέσει ή όχι, αναζητώ τους γλωσσικούς κώδικες που κρύβουν τον ενθουσιασμό του αναγνώστη. Μετά από κάποιες δοκιμές νιώθω πιο βέβαιος, μαθαίνω να εμπιστεύομαι αυτόν που υπογράφει το κείμενο και όχι το μέσο, εξακολουθώ να την πατάω αλλά συνεχίζω και δεν το μετανιώνω, το τελικό ταμείο είναι θετικό, δεκάδες - αν όχι περισσότερα- είναι τα βιβλία που έχω ανακαλύψει λόγω μιας κριτικής/παρουσίασης!!

Υπάρχουν ιστολόγοι που κερδίζουν χρήματα, ίσως όχι τόσα πολλά όσα αρκετοί φαντάζονται, τα οποία προέρχονται από διαφημίσεις του εκάστοτε πάροχου αλλά και banners. Ακόμα πιο συχνό είναι το έμμεσο κέρδος που προκύπτει από τη δωρεάν διάθεση βιβλίων από μεριάς εκδοτικών οίκων και συγγραφέων στα πλαίσια προώθησης. Προσωπικά, δε βλέπω δαίμονες πουθενά στα παραπάνω. Ήδη η wordpress πρόσθεσε διαφημίσεις χωρίς την έγκριση των μπλόγκερς με σκοπό (όπως ισχυρίζεται) να συνεχίσει να προσφέρει δωρεάν την υπηρεσία, οπότε αυτόματα η αυτοδιάθεση του χρήστη τέθηκε στο περιθώριο. Φαντάζομαι πως και οι λοιποί πάροχοι θα ακολουθήσουν αργά ή γρήγορα. Ποιος θα κατηγορήσει τότε εκείνον που επέλεξε ο ίδιος να φιλοξενήσει διαφημίσεις (με το όποιο κέρδος του αναλογεί) και δε δέχτηκε παθητικά την απόφαση του πάροχου;

Άραγε οι παραπάνω εισέρχονται στην κατηγορία των επαγγελματιών του χώρου; Υπάρχει μήπως κάποιο άλλο κριτήριο;
 
Θέλετε να αντικαταστήσουμε τη λέξη επαγγελματίας με τη λέξη απατεώνας; Να αφήσουμε τον επαγγελματία στην ησυχία του (και να του ευχηθούμε να έχει δουλειά και να πληρώνεται) και να τοποθετήσουμε στο στόχαστρο τους απατεώνες. Ο χρόνος και η τριβή είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι στη μάχη για το διαχωρισμό της ήρας από το σιτάρι.



    

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ και Εσύ - Νικόλο Αμανίτι






Ο Λορέντσο είναι ένα μοναχικό αγόρι που επιδιώκει να βρίσκεται μακριά από το επίκεντρο της προσοχής και αποζητά την ηρεμία της ζωής στο περιθώριο. Οι γονείς του όμως ανησυχούν, κυρίως η μητέρα του. Καταφεύγει σε έναν παιδοψυχολόγο. Ο μικρός έχει υψηλό δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης, αντιλαμβάνεται την αγωνία των δικών του και επιχειρεί με μικρά ψέματα να ικανοποιήσει την ανάγκη τους να διακρίνουν σε αυτόν ένα "φυσιολογικό" παιδί. Όταν θα ανακοινώσει στη μητέρα του πως μία φίλη του τον κάλεσε στο εξοχικό της, παρέα με άλλα παιδιά, για τη Λευκή Εβδομάδα, εκείνη θα κλειστεί στο μπάνιο και από τη χαρά της θα ξεσπάσει σε λυγμούς. Παρά τις τύψεις για το ψέμα του, δε θα βρει το κουράγιο να το πάρει πίσω και αποφασίζει να περάσει τη βδομάδα εκείνη κρυμμένος στην αποθήκη του σπιτιού...

Η μικρή έκταση του μυθιστορήματος του Ιταλού συγγραφέα μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα, όμως το πέρας των ημερών από την ανάγνωση δείχνει να δικαιώνει τελικώς την επιλογή του. Λιτά και χωρίς φιοριτούρες καταφέρνει να μιλήσει για την ενηλικίωση ενός εφήβου, του Λορέντσο. Θέμα που συναντάται συχνά και ανήκει στα πλέον απαιτητικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο Αμανίτι τα καταφέρνει αρκετά καλά αξιοποιώντας στο ακέραιο το εύρημα της παραμονής του νεαρού στο υπόγειο. Διαμορφώνει κατάλληλα το χώρο που λειτουργεί ως αντανάκλαση της αντίληψης του νεαρού για τη ζωή με κύριο άξονα τη μοναξιά και τον αποκλεισμό των ενοχλητικών στοιχείων του έξω κόσμου. Εκτός από τις προμήθειες που κουβαλά εκεί ο νεαρός και την παρουσία μέσων ψυχαγωγίας, όπως το βιντεοπαιχνίδι, τα βιβλία και η μουσική, ο χώρος κατακλύζεται από άχρηστα οικογενειακά αντικείμενα του παρελθόντος. Επίσης, αποφεύγει συνετά να μιλήσει για τον ενήλικο Λορέντσο, αφήνοντας ελεύθερο τον αναγνώστη να πραγματοποιήσει τις δικές του υποθέσεις. 

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο ενήλικας Λορέντσο, είναι εκείνος που θα δώσει φωνή στον έφηβο εαυτό του. Ο Αμανίτι αναγκάζει τον ήρωά του να επιστρέψει στο παρελθόν και να ανακαλέσει στη μνήμη του το παιδί που κάποτε υπήρξε. Το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ομαλοποιεί το λόγο του αφηγητή και ανοίγει μια ελάχιστη χαραμάδα από την οποία εισβάλλει μια διάθεση ανασκόπησης και κριτικής ματιάς για εκείνη την περίοδο. Ένα τρικ το οποίο αφήνει την αίσθηση της εφηβικής αφήγησης και συγκινεί αβίαστα. Ο Λορέντσο επιθυμεί να ανατρέξει στο παρελθόν χωρίς υπερβολικές λεπτομέρειες. Χρονικός άξονας του μυθιστορήματος είναι η εβδομάδα στο υπόγειο παρά τις παρεκβάσεις σε πρότερες αναμνήσεις και καταστάσεις. Το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο επιτρέπει στο συγγραφέα να παραμείνει στην επιφάνεια των γεγονότων, η ιστορία αφορά πρώτα και κύρια τον ίδιο τον ήρωα και δευτερευόντως τον αναγνώστη. Ο Αμανίτι αρνείται να δώσει λεπτομερείς ψυχολογικές διαστάσεις επιτρέποντας στον αναγνώστη να φέρει την ιστορία στα μέτρα του και να ταυτιστεί με τον αφηγητή.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Αμανίτι που διαβάζω. Είχε προηγηθεί, πριν από χρόνια, η ταινία Εγώ δε φοβάμαι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημά του και - απ' όσο μπορώ να θυμηθώ - μου είχε αφήσει καλές εντυπώσεις. Η πρώτη αυτή επαφή μου αποκάλυψε μεν έναν αξιόλογο συγγραφέα, αλλά αρνούμαι να δεχτώ πως πρόκειται (σύμφωνα με το οπισθόφυλλο) για τον σημαντικότερο σύγχρονο Ιταλό συγγραφέα...
 


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Καστανιώτη.


υ.γ Η συγκεκριμένη ανάγνωση εν πολλοίς οφείλεται στον μπλόγκερ Read for a life και σε αυτή εδώ την ανάρτηση.




Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

αστείο - Γιάννης Παλαβός






Την αρχική θετική προδιάθεση που μου προκάλεσε το ξεφύλλισμα της συλλογής του Παλαβού, κάποιο απόγευμα πριν από μήνες, ακολούθησαν ελπιδοφόρα σχόλια από αναγνώστες, την άποψη των οποίων έχω με τον καιρό "αναγκαστεί" να λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου σχετικά με τα μελλοντικά διαβάσματά μου. Γιατί, όσο μάρκετινγκ και αν επενδυθεί, η καλύτερη διαφήμιση για ένα βιβλίο ποτέ δε θα πάψει να ταξιδεύει στόμα με στόμα, επιτρέποντάς του να ακολουθήσει μία σταθερή καμπύλη αναγνωστών και να αποφύγει έτσι την πρόσκαιρη μεγιστοποίηση και την άτακτη επιστροφή στην αφάνεια.

Η τέχνη, αντίθετα με την επιστήμη, δε στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην παρουσία του καινοτόμου στοιχείου. Σημαντική, σαφέστατα, η συμβολή των εκάστοτε μοντέρνων και διορατικών δημιουργών στην εξέλιξη και στη διάνθισή της, όμως, στα μεσοδιαστήματα και στην καθιέρωση του νέου, απαραίτη κρίνεται η γόνιμη συνομιλία με την παράδοση. Ο Παλαβός δε φέρει κάτι καινούριο, μήτε στη θεματική μήτε στην τεχνική, αλλά αυτό δε μειώνει στο ελάχιστο την ομορφιά που αναβλύζει από τα διηγήματα της συλλογής αυτής. Αυτό βέβαια δε σημαίνει σε καμία περίπτωση τη στείρα προσκόλληση του συγγραφέα στο λογοτεχνικό παρελθόν καθώς η σύγχρονη ματιά του, απόρροια τόσο της οξύνοιας όσο και των βιωμάτων που αναπόφευκτα επηρεάζουν, είναι καταλυτική, σε συνδυασμό με το ταλέντο του Παλαβού, για το τελικό αποτέλεσμα.

Είναι τέτοια η έκταση των διηγημάτων αλλά και γενικότερα της συλλογής που καθιστά φαινομενικά περιττό το σχόλιο περί απνευστί ανάγνωσης. Και όμως όχι. Είναι τέτοια η ένταση της γραφής που μαγνητίζει τη ράχη του βιβλίου στα χέρια του αναγνώστη και δημιουργεί την ανάγκη να επιστρέψεις ξανά και ξανά σε μια "αθώα" φράση. Περισσότερο απ' όλα θα ήθελα να σταθώ στη συγκίνηση που αβίαστα πηγάζει, αυτό το βάρος που πυκνώνει στο στήθος και σε ωθεί να ξεφυσήξεις λυτρωτικά ευελπιστώντας στην αποσυμπίεση. Έχω επαναλάβει πολλάκις την αλλεργία που μου προκαλεί ο συναισθηματικός εξαναγκασμός στον οποίο καταφεύγουν συχνά οι δημιουργοί, σε μια απόπειρα να κρύψουν επιμελώς αδυναμίες τεχνικής και θεματικής φύσεως. Στην προκειμένη, και παρά το γεγονός της παρουσίας βιωμάτων του συγγραφέα, το συναίσθημα δεν επιβάλλεται.

Θα αποφύγω να αναφερθώ ξεχωριστά σε κάποιο από τα διηγήματα της συλλογής, δε βρίσκω το νόημα. Ο Παλαβός καταφέρνει να παντρέψει αρμονικά αρκετά ζεύγη φαινομενικά αντίθετα. Η σύγχρονη ματιά στη λογοτεχνική παράδοση, η παρουσία του μεταφυσικού και του ονείρου σε συνθήκες ρεαλισμού, τα βιώματα της παιδικής ηλικίας στη μακεδονική ενδοχώρα και η ενήλικη ζωή στην πόλη. Λόγος λιτός και συμπυκνωμένος που υπηρετεί άξια το πολύπαθο λογοτεχνικό είδος της μικρής φόρμας.

Ανάμεσα στους αναγνώστες που μου επέτειναν την επιθυμία να διαβάσω το αστείο ήταν και η Βιβή της Λέσχης Degas. Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτησή της.


Εκδόσεις Νεφέλη.


Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω... (#2)

Κάποτε βρέθηκα στην Ισπανία για δουλειά. Πέρασα εννέα υπέροχους μήνες σε ένα μικρό χωριό. Μία συνάδελφος, η Άλμα, μου είπε μια μέρα κάτι το οποίο μου έκανε τρομερή εντύπωση και από τότε, και παρά το πέρας των χρόνων, συνεχίζει να με προβληματίζει. Η Άλμα λοιπόν, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ισχυρίστηκε πως το πολύ διάβασμα είναι βέβαιο πως οδηγεί τον άνθρωπο στην τρέλα και για να επιβεβαιώσει τη θέση της έφερε ως ακλόνητο παράδειγμα ένα συγχωριανό. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα να την κοιτάζω αρνούμενος να πιστέψω πως άκουσα ότι άκουσα. Ήλπιζα να πρόκειται για γλωσσική "παρεξήγηση", αλλά όχι. Το επανέλαβε με περισσότερη σιγουριά και μεγαλύτερη βεβαιότητα. Η γη γυρίζει και το διάβασμα τρελαίνει.

Μετά από λίγα λεπτά, και αφού κάπως ξεπέρασα το αρχικό σοκ, τη ρώτησα αν στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι επιστήμονες που περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους διαβάζοντας.
"Όχι" μου απάντησε " τρελαίνονται μόνο εκείνοι που διαβάζουν για ψυχαγωγία." Ενώ είχα αποφασίσει να αφήσω την κουβέντα της να πέσει κάτω, πιστεύοντας πως θα ήταν μάταιη η οποιαδήποτε απόπειρα εποικοδομητικού διαλόγου με επιχειρήματα, δέχτηκα το δεύτερο χτύπημα. " Δε μπορώ να φανταστώ πιο άχρηστο πράγμα από τη φιλοσοφία, δεν προσφέρει τίποτα και δεν καταλαβαίνω γιατί διδάσκεται ακόμα."

Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά που δεν αντέδρασα και απλώς άφησα τους αφορισμούς της να παρασυρθούν από τις κουβέντες, περί ανέμων και υδάτων, που ακολούθησαν. Ο καθένας έχει την άποψή του και εκείνη είχε τη δική της, κάτι το οποίο είναι σεβαστό. Αναρωτιέμαι απλώς, τι βιώματα μπορεί να έχει κάποιος για να πιστεύει κάτι τέτοιο;


υ.γ ελπίζω επίσης η Άλμα να έχει άδικο γιατί αλλιώς...

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Τοπικές Καταιγίδες - William Boyd






" Ας ξεκινήσουμε απ' το ποτάμι - όλα απ' το ποτάμι ξεκινούν και προφανώς εκεί θα καταλήξουμε, δε χωρά αμφιβολία, αλλά ας περιμένουμε να δούμε πώς θα πάμε. Σύντομα, σε κανά δυο λεπτά, ένας νεαρός άντρας θα έρθει να σταθεί στην ακροποταμιά, εδώ στην Τσέλσι Μπριτζ στο Λονδίνο.

Να τος, κοιτάξτε τον, κατεβαίνει διστακτικά από ένα ταξί, πληρώνει τον οδηγό, κοιτάζει γύρω του αφηρημένα, ρίχνει μια ματιά στα λαμπερά νερά (έχει παλίρροια και ο ποταμός έχει φουσκώσει ασυνήθιστα). Είναι ένας ψηλός, χλωμός νέος άντρας, λίγο πάνω απ' τα τριάντα, με αρμονικά χαρακτηριστικά και κουρασμένα μάτια. Τα κοντοκομμένα μελαχρινά μαλλιά του είναι καλοχτενισμένα, με περιποιημένες άκρες, σα να έχει μόλις βγει απ' το κουρείο. Είναι νεοφερμένος στην πόλη, ξένος. Το όνομά του είναι Άνταμ Κίντρεντ."


Ο κλιματολόγος  Άνταμ Κίντρεντ φτάνει στο Λονδίνο. Έχει αφήσει πίσω του την Αμερική και επιθυμεί μια νέα αρχή. Θα βρεθεί τη λάθος στιγμή στο λάθος μέρος. Αυτόπτης μάρτυρας δολοφονίας. Στην προσπάθειά του να σώσει το θύμα, θα αφήσει δακτυλικά αποτυπώματα στο μαχαίρι, μετατρέπεται έτσι από μάρτυρα σε θύτη. Δεν τον κυνηγά μόνο η αστυνομία αλλά και ο ίδιος ο δολοφόνος. Αποφασίζει να κρυφτεί. Θα βρει καταφύγιο, ανάμεσα σε κάποιους θάμνους, δίπλα στον Τάμεση. Εντάσσεται στη λίστα των εξαφανισμένων του Λονδίνου.Σε μια στιγμή όλα ανατρέπονται.

Πειστικός ο τρόπος που επιλέγει για να σβήσει τα χνάρια του, αληθοφανής.Πέρα από την απαραίτητη αλλαγή εξωτερικής εμφάνισης, αποφεύγει οποιαδήποτε ηλεκτρονική συνδιαλλαγή, απενεργοποιεί το κινητό και δε χρησιμοποιεί τις πιστωτικές κάρτες. Δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Όπως ο ήρωας του Όστερ στο Παλάτι του Φεγγαριού περνάει στο κοινωνικό περιθώριο, οριοθετεί το δικό του σημείο μηδέν στο κέντρο της πόλης. Σκληρή μάχη για την καθημερινή επιβίωση και έντονη ανασφάλεια. Η αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας που θα του επιτρέψει να επιστρέψει σε μια καθημερινότητα που να θυμίζει, έστω και αδρά, κάτι από τον πρότερο βίο του.

Ο Μπόιντ φλερτάρει με αρκετά μυθιστορηματικά είδη χωρίς όμως να αποφεύγει τα βαρετά κλισέ και τις αναμενόμενες ανατροπές, προσπαθώντας να προσδώσει σασπένς ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας. Άκρως ενδιαφέρουσα η οπτική γωνία από την οποία παρατηρεί το Λονδίνο και το αρχικό καταφύγιο του ήρωα. Δεν είναι απλώς η σκοτεινή πλευρά της λαμπερής μητρόπολης αλλά η καθημερινότητα των αόρατων κατοίκων της.Υπέροχη αντίστιξη ανάμεσα στους φρενήρεις ρυθμούς της πόλης και το ράθυμο βάδισμα του Άνταμ. Η δυνατότητα να χαθείς σε μια πόλη που ζει στον πυρετό της ασφάλειας, την περίοδο πριν από την Ολυμπιάδα και με πρόσφατα τα τραύματα από τρομοκρατικές επιθέσεις. Βρήκα όμως άνισο το τελικό αποτέλεσμα, η ανθρωποκεντρική διάσταση υποχωρεί υπό το βάρος της ανάγκης για δράση. Βέβαια, το νόμισμα έχει δύο όψεις και θα μπορούσε κάποιος να πει πως για το είδος του το βιβλίο είναι πολυδιάστατο, κάτι το οποίο ισχύει, αλλά προσκρούει στα προσωπικά αναγνωστικά μου γούστα.        

Απαραίτητη η παρουσία στοιχείων συνωμοσίας με τις φαρμακευτικές εταιρείες να βρίσκονται στο στόχαστρο του συγγραφέα. Το παρασκήνιο πίσω από την κυκλοφορία ενός νέου φαρμάκου, οι μέτοχοι που ενδιαφέρονται μονάχα για τα κέρδη και ο ηθικός επιστήμονας που αρνείται να συμβιβαστεί.

Ευκολοδιάβαστο και καλογραμμένο καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Καλοσχηματισμένοι ήρωες με ενδιαφέροντα στοιχεία ταυτότητας και χαρακτήρα. Κάποιες αδυναμίες στη σύνθεση της ιστορίας μάλλον δε θα προβληματίσουν τους λάτρεις του συγκεκριμένου (πολυσυλλεκτικού) είδους. Γραφή αρκετά κινηματογραφική με περιγραφές που δίνουν στον αναγνώστη μια λονδρέζικη αίσθηση αρκετά διαφορετική και ασυνήθιστη.

 Με λίγα λόγια : ναι μεν,αλλά....


Μετάφραση Αλεξάνδρα Κονταξάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο



Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Hotel Savoy - Joseph Roth







"Φτάνω στο HOTEL SAVOY στις δέκα το πρωί. Είμαι αποφασισμένος να μείνω λίγες μέρες, μια βδομάδα ίσως, να ξεκουραστώ. Σ' αυτήν την πόλη έχω συγγενείς - οι γονείς μου ήταν Εβραίοι από τη Ρωσία. Θέλω να βρω χρήματα για να συνεχίσω το ταξίδι μου προς τη Δύση."

Ο Γκαμπριέλ Νταν, στρατιώτης του αυστριακού στρατού, είναι ένας από τους χιλιάδες αιχμαλώτους που αφήνονται ελεύθεροι από τους Ρώσους μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Από τη μακρινή Σιβηρία, όπου βρέθηκε φυλακισμένος κάτω από αντίξοες συνθήκες, θα φτάσει σε μία μικρή πόλη της ανατολικής μεθορίου της οποίας το όνομα δεν αναφέρεται και θα πιάσει ένα δωμάτιο στο Hotel Savoy. Αν και αρχικά σκόπευε σε μια ολιγοήμερη παραμονή, εντούτοις θα παραμείνει εκεί για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Το ξενοδοχείο είναι χωρισμένο στα δύο. Οι πρώτοι όροφοι, υπερπολυτελείς, απευθύνονται στους πλουσίους ενώ οι ψηλότεροι, βρώμικοι και εγκαταλελειμμένοι, στους φτωχούς.

Η ζωή στο ξενοδοχείο λειτουργεί ως καθρέφτης της ιστορικής συγκυρίας κατά την οποία λαμβάνει χώρα το μυθιστόρημα του σπουδαίου αυτού συγγραφέα. Αν και με δεδομένη την ιστορική αξία της μαρτυρίας, το κείμενο διέπεται από αμιγώς λογοτεχνικές αρετές. Ο Ροτ, μέσω της καθημερινότητας του ξενοδοχείου και των προσωπικών ιστοριών των επισκεπτών, καταφέρνει να αποδώσει τη μετάβαση της Ευρώπης που βγαίνει πληγωμένη από έναν πόλεμο. Η ειρήνη θα διαρκέσει λίγο, το φάντασμα του φασισμού πλανάται ήδη απειλητικά πάνω από τη Γηραιά Ήπειρο.

Είναι ακριβώς αυτή η απόφαση του συγγραφέα να τοποθετήσει στον πυρήνα της ιστορίας το ξενοδοχείο που λειτουργεί ως βάση για το μυθιστόρημα. Χώρος προσωρινός και ευμετάβλητος, συνώνυμος της μετάβασης, μικρόκοσμος που φέρει τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας με τις συνήθειες, τα πάθη και τους φόβους της. Ο ήρωας, με νωπή την εμπειρία της φρίκης του πολέμου, επιστρέφει γεμάτος ελπίδες. Ο άγνωστος διευθυντής του ξενοδοχείου, ελληνικής καταγωγής, τον οποίον όλοι, υπάλληλοι και πελάτες, τρέμουν, αλλά δεν εμφανίζεται επιλέγοντας να παραμένει στο σκοτάδι. Ο πλούσιος Μπλούμφιλντ, πάμπλουτος μετανάστης στην Αμερική, αναμένεται από το σύνολο των αρχών και των κατοίκων της πόλης με την ελπίδα πως το χρήμα που θα φέρει θα σταθεί ικανό να λύσει όλα τα προβλήματα και να φέρει δουλειές και ανάπτυξη στην περιοχή. Οι εργοστασιάρχες που έρχονται αντιμέτωποι με τους απεργούς αλλά έχουν την προσοχή τους στραμμένη στα χρηματιστήρια του εξωτερικού. Οι εβραϊκές κοινότητες. Το Παρίσι που εξάπτει τη φαντασία. Ο έρωτας που πάντα δηλώνει το παρόν. Η κυκλικότητα της Ιστορίας.

Με γλώσσα υπέροχη, που η μεταφράστρια Μαρία Αγγελίδου αποδίδει υπέροχα στο ελληνικά, ο Ροτ σκιαγραφεί με οξύνοια την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Λογοτεχνική οικονομία που συμπυκνώνει και αναδεικνύει. Γεμάτο από ελπίδες που δε θα δικαιωθούν, σκοτεινό αλλά όχι στείρα απαισιόδοξο, το κείμενο παραμένει επίκαιρο στο σήμερα. Οι ήρωες του Ροτ λειτουργούν ταυτόχρονα ως πρόσωπα και ως σύμβολα, κάτι το οποίο συμβαίνει τόσο με τους τόπους όσο και με τις καταστάσεις. Ρεαλισμός και συμβολισμός σε αρμονική συνύπαρξη.

Πρόκειται για το τέταρτο βιβλίο του Ροτ που διαβάζω με την εμπειρία της ανάγνωσης να επιβεβαιώνει, για ακόμα μια φορά, το τεράστιο μέγεθος του συγγραφέα. Τον τελευταίο καιρό έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά τα περισσότερα από τα έργα του αν και όχι ακόμα Η φυγή δίχως τέλος, μυθιστόρημα το οποίο αποτελεί αναγνωστικό μου απωθημένο.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση σχετικά με την Ομολογία ενός δολοφόνου.  




 

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...








...τους ανθρώπους εκείνους που προτιμούν την ψηφιακή καταγραφή της συναυλίας από τη φυσική απόλαυση. Ξοδεύουν τον περισσότερο χρόνο, για τον οποίο η πλειοψηφία έχει πληρώσει εισιτήριο, με το χέρι άβολα τεντωμένο, κοιτάζοντας διαρκώς την οθονίτσα του κινητού ή της ψηφιακής μηχανής. Ελάχιστα είναι τα ερασιτεχνικά εκείνα βίντεο, που μπορεί κάποιος να βρει στο youtube μετά το πέρας της συναυλίας, στα οποία ο ήχος είναι ανεκτός, τις περισσότερες φορές τα φωνητικά κάποιου δηλώνουν το ξενερωτικό παρόν ενώ η τρεμάμενη εικόνα προκαλεί ζάλη...

Υπάρχει άραγε σε αυτή τη συμπεριφορά κάποια απόλαυση συνυφασμένη με τη μουσική εμπειρία;

Πρόκειται για μια από τις δυνατότητες-παγίδα της ψηφιακής τεχνολογίας. Η ανθρώπινη ανάγκη για επιβεβαίωση της εμπειρίας μέσω της καταγραφής, η μαρτυρία του μέσου πιο ισχυρή από την ανθρώπινη μνήμη.

Η αλήθεια είναι πως οι συγκεκριμένοι θαμώνες είναι συνήθως ήσυχοι και απορροφημένοι στο "έργο" τους, αρκεί να μη στέκονται ακριβώς μπροστά σου, τότε η αισθητική του κάδρου δέχεται σφοδρή επίθεση. Προτιμότεροι σαφέστατα από εκείνους που προσπαθούν να καλύψουν τη μουσική συζητώντας με την παρέα τους ή από τους άλλους που επιχειρούν να εξασφαλίσουν καλύτερη θέση αδιαφορώντας για τον τρόπο.

Αιτία για το παρόν κείμενο δεν υπήρξε τόσο η όχληση όσο η μη κατανόηση του φαινομένου αυτού το οποίο εντάσσεται σε ένα γενικότερο προβληματισμό σχετικά με την ακρόαση μουσικής εκτός εστίας.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Η εφεύρεση του Μορέλ - Adolfo Bioy Casares







Ο ήρωας της νουβέλας του Αργεντινού συγγραφέα Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες θα βρει καταφύγιο σε ένα μικρό και ακατοίκητο νησί του Ειρηνικού. Ένας Ιταλός έμπορος χαλιών στην Καλκούτα του μίλησε γι' αυτό και το παρουσίασε ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο ενάντια στους διώκτες του. Δεν παρέλειψε όμως να τον προειδοποιήσει για τη νόσο που φημολογείται πως μαστίζει τον τόπο αυτόν. Στο μικρό αυτό νησί, γύρω στο 1922, κάποιοι λευκοί έχτισαν ένα μουσείο, ένα παρεκκλήσι και μια πισίνα και αφού ολοκλήρωσαν την κατασκευή το εγκατέλειψαν. Στο μουσείο βρίσκει για καιρό καταφύγιο. Η ενεργειακή τροφοδοσία του νησιού πραγματοποιείται μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα που συνδέεται με τις παλίρροιες. Στο πολυεπίπεδο οίκημα, με τους ατέλειωτους διαδρόμους και το πλήθος από δωμάτια, υπάρχει μια τεράστια βιβλιοθήκη και αρκετές προμήθειες σε τρόφιμα. 

Μια ακαριαία αλλαγή του καιρού θα σηματοδοτήσει μια σειρά από παράξενα συμβάντα. Μουσική θα αρχίσει να ακούγεται και μια ομάδα ανθρώπων θα εμφανιστεί από το πουθενά. Αρχικά, θα τρέξει μακριά από το μουσείο, καθώς όμως οι μέρες περνούν θα επανακτήσει το θάρρος του. Θα ερωτευτεί μία από τις γυναίκες της παρέας, τη Φοστίν. Θα καταβάλει προσπάθειες να την προσεγγίσει, όμως εκείνη δε θα ανταποκριθεί στα καλέσματά του. Οι σελίδες αποτελούν την καταγραφή των παράξενων αυτών γεγονότων σε μια προσπάθεια του συντάκτη να αφήσει πίσω του μια μαρτυρία. Με το πέρας των σελίδων το μυστήριο αποκαλύπτεται....

Η αρχική σύνδεση με τον Ροβινσώνα Κρούσο παραμένει μάλλον σε απλό επίπεδο αναφοράς, ο μοναχικός ήρωας και ο αγώνας του για επιβίωση σε έναν αρχικώς αφιλόξενο τόπο. Καθώς προχωρά η ανάγνωση διακρίνονται οι πιο άμεσες αναφορές στο έργο του Γουέλς και οι επιρροές της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Άλλωστε ο Μορέλ παραπέμπει ευθέως στο έργο του Άγγλου συγγραφέα (και κατά πολλούς πατέρα της επιστημονικής φαντασίας) το Νησί του Δρ.Μορό.

Ο Κασάρες, φίλος και συνεργάτης του Μπόρχες, μαεστρικά χτίζει τον τρόμο καθώς προχωρά στην εξιστόρηση. Υπέροχη χρήση του ευρήματος το οποίο λειτουργεί διττά καθώς δεν προσφέρει απλώς τη λύση του μυστηρίου αλλά κορυφώνει το κυρίαρχο συναίσθημα του τρόμου ιδιαίτερα στο σύγχρονο, με την εποχή της παντοδύναμης εικόνας, αναγνώστη. Η υπαρξιακή αγωνία του αφηγητή κυριεύει αργά και σταθερά τον αναγνώστη σε μία νουβέλα που μπορεί να χαρακτηριστεί, όπως και οι πλειοψηφία των αριστουργημάτων του φανταστικού, τόσο ως θρίλερ όσο και ως ένα προφητικό κείμενο. Μια εικονική δυστοπία. Τα σχόλια του εκδότη του χειρογράφου επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα του κειμένου. Εκτός της προφητείας σχετικά με την κυριαρχία της εικόνας, παρούσα είναι και η οικολογική διάσταση του κειμένου με τις αναφορές στον Άγγλο οικονομολόγο Μάλθους και το έργο του Δοκίμιο για τον Πληθυσμό, στο οποίο γίνεται λόγος για την αναντιστοιχία της αύξησης του πληθυσμού σε σχέση με εκείνη των μέσων διατροφής.

Το 1961, ο Alain Resnais θα σκηνοθετήσει την ταινία Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ. Δεν πρόκειται σίγουρα για μια κλασική μεταφορά βιβλίου στη μεγάλη οθόνη αλλά για μια γόνιμη ανάγνωση από μεριάς του Γάλλου σκηνοθέτη της Εφεύρεσης του Μορέλ.



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πατάκη



Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ξανά στο μετρό - Marc Augé







Τόπος κοινός των μεγαλουπόλεων, ο υπόγειος κόσμος με τις σήραγγες και τους εκατοντάδες χιλιάδες επιβάτες που χρησιμοποιούν καθημερινά το μέσο. Ίσως ο τελευταίος δημόσιος χώρος με ακέραια τα χαρακτηριστικά. Είκοσι χρόνια μετά το έργο του  Ένας εθνολόγος στο μετρό, ο Μαρκ Οζέ επιστρέφει ξανά στο παρισινό μετρό σε μια προσπάθεια ανασκόπησης. Η αλλαγή την οποία δεν αντιληφθήκαμε αλλά επιβλήθηκε τόσο φυσιολογικά. Η μεταμόρφωση του μετρό ακολούθησε τη μεταμόρφωση της πόλης και των ανθρώπων της. Ο Οζέ "επισκέπτεται" ξανά το μετρό για να διακρίνει στο ανώνυμο πλήθος ποιοι είναι οι σύγχρονοί του και μας καλεί να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του με μια βόλτα παρατήρησης στα υπόγεια της πόλης μας.

 Η αυτοματοποίηση του μέσου. Τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων, οι μπάρες εισόδου και τα καινούρια τρένα με τον αυτόματο πιλότο. Η επαιτεία και η αποτύπωση της οικονομικής κρίσης που γίνεται αντιληπτή στα ρούχα των επιβατών. Τα διαρκή μηνύματα για την ασφάλεια. Οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας που πλέον επιτρέπουν τις συνομιλίες εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη. Οι νέοι με τα ακουστικά στα αυτιά και οι αναγνώστες (όπως πρώτος ο Πέρεκ είχε παρατηρήσει). Η κόπωση και η αναζήτηση της κυλιόμενης σκάλας ή του ανελκυστήρα. Οι ώρες αιχμής.

Το βιβλίο του Γάλλου ανθρωπολόγου απευθύνεται κυρίως στους συστηματικούς χρήστες του μετρό, όχι ότι οι υπόλοιποι δε θα μπορέσουν να ακολουθήσουν το υπόγειο ταξίδι του αλλά θεωρώ πιθανή τη μη ταύτιση. Με γλώσσα απλή αλλά όχι απλοϊκή, ο Οζέ περιδιαβαίνει τους διαδρόμους, επιβιβάζεται και αποβιβάζεται για να κάνει μια ανταπόκριση με κάποια άλλη γραμμή του μετρό ή του προαστιακού, παρατηρεί τον κόσμο από κοντά, βιώνει την ένταση που προκαλεί η κόπωση και η πολυκοσμία. Στο ρόλο του παρατηρητή, με οξύνοια υπογραμμίζει όσα η βιασύνη δεν επιτρέπει στους υπόλοιπους επιβάτες.

Μεγάλο μέρος, του μικρού σε έκταση βιβλίου, το διάβασα μέσα στο μετρό. Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του συγγραφέα παρατήρησα την ένταση που μεγαλώνει ολοένα καθώς περνά ο καιρός, άνθρωποι σφιγμένοι που δείχνουν έτοιμοι να ξεσπάσουν ακόμα και αν η αφορμή φαντάζει ασήμαντη. Ακόμα περισσότερες ήταν οι προσωπικές παρατηρήσεις, όπως για παράδειγμα τον τρόμο που μου προκαλεί το γεγονός πως σε μεγάλη πλειοψηφία των σταθμών κινούμαι χωρίς σκέψη. Αυτόματα ακολουθώ το δρόμο προς την κατάλληλη έξοδο ή στέκομαι στο σημείο εκείνο από το οποίο πλησιέστερα θα οδηγηθώ στην ποθητή ανταπόκριση. Τη νευρικότητα που μου προκαλεί το επαναλαμβανόμενο ηχητικό μήνυμα που με καλεί να προσέχω τους επίδοξους πορτοφολάδες. Την ακατανόητη τάση πολλών συνεπιβατών που επιχειρούν να εισέλθουν δίχως να επιτρέπουν την έξοδο. Παρατήρησα όμως και την καθαριότητα των χώρων, να τα λέμε αυτά και να μην τα θεωρούμε δεδομένα.

Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, δίνει μια ανθρωπολογική οπτική σε κάτι που η πλειοψηφία θεωρεί δεδομένο μέρος της καθημερινότητας, χρόνο νεκρό ανάμεσα σε δύο σταθμούς. Ο Μαρκ Οζέ ασχολήθηκε αρχικά με τις αφρικανικές αντιλήψεις περί προφητειών ενώ στη συνέχεια μετατόπισε το ενδιαφέρον του στην ανθρωπολογική προσέγγιση της καθημερινότητας. Εισήγαγε την έννοια του μη τόπου που αποτέλεσε κομβικό σημείο της αρχιτεκτονικής ανθρωπολογίας.


Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς.
Εκδόσεις Νόβολι.