Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Ιερουσαλήμ - Γκονσάλο Μ. Ταβάρες







Υπάρχουν βιβλία, που δίχως να υστερούν σε περιεχόμενο, ξεχωρίζουν για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει το μυθιστόρημα του Πορτογάλου Γκονσάλο Ταβάρες, Ιερουσαλήμ. Με μια ιδιαίτερα προσωπική δομή που θυμίζει αργαλειό, ο συγγραφέας χωρίζει το κείμενο σε επιμέρους κεφάλαια που φέρουν τα ονόματα των εκάστοτε πρωταγωνιστών και μεθοδικά υφαίνει το νήμα της ζωής τους για να το αφήσει μετά από λίγο, φαινομενικά μετέωρο και ανολοκλήρωτο, με σκοπό να στρέψει τον προβολέα σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Με μαεστρία σκηνοθέτη και οξύνοια μοντέρ, ο συγγραφέας "μεγαλώνει"την κάθε ιστορία ξεχωριστά μέχρις ότου τα όρια μεταξύ τους καθίστανται τόσο δυσδιάκριτα που, ακόμα και υπό τον πλέον ενδελεχή έλεγχο, συνθέτουν τελικώς μία ιστορία, ενιαία και αδιαίρετη.

Πέντε είναι τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος. Η Μύλια, σύζυγος του Τέοντορ, τρόφιμος για χρόνια σε ψυχιατρική κλινική. Ο Τέοντορ, ψυχίατρος που επιθυμεί να σχεδιάσει ένα γράφημα που να απεικονίζει την κατανομή της φρίκης διαμέσου των αιώνων. Ο Ερνστ, εραστής της Μύλια κατά την κοινή τους παραμονή στην κλινική. Ο Χίνερκ, πρώην πολεμιστής, κυκλοφορεί διαρκώς οπλισμένος αδυνατώντας να ησυχάσει από το φόβο της διαρκούς απειλής. Η Χάνα, πόρνη και προστάτιδα του Χίνερκ.

Κανένα στοιχείο του μυθιστορήματος δεν παραπέμπει απευθείας στην Πορτογαλία. Ούτε τα ονόματα των χαρακτήρων ούτε ο τόπος, που δεν ονομάζεται αλλά παραπέμπει σε χώρα της Κεντρικής Ευρώπης. Απόπειρα του συγγραφέα να δώσει την απαιτούμενη καθολικότητα στο συγγραφικό του όραμα, αποφεύγοντας να το εγκλωβίσει στα στενά όρια του τοπικού. Άλλωστε, η άρρηκτη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και στο καθολικό, η επίδραση του τοπικού στη διαμόρφωση του οικουμενικού και οι ιστορίες που διασταυρώνονται για να συνθέσουν τελικά την Ιστορία, αποτελούν τον πυρήνα της Ιερουσαλήμ.

Οποιαδήποτε άλλη αναφορά στην υπόθεση πιστεύω πως θα στερούσε από τον επίδοξο αναγνώστη μεγάλο μέρος της απόλαυσης, οπότε σταματώ εδώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ως ιδέα η έρευνα του Τέοντορ σχετικά με τη φρίκη στο πέρασμα των αιώνων, μέσω της οποίας επιχειρεί να αποδείξει αν υπάρχει ελπίδα για τον κόσμο ή όχι.

"Αν η φρίκη τείνει να μειώνεται , είναι σημάδι πως θα είμαστε ευτυχέστεροι μετά από εκατό γενιές, αν η φρίκη αυξάνεται, η Ιστορία αυτή θα τελειώσει, αφού  η τελική φρίκη δεν θα αφήσει τίποτα. Και τότε, πράγματι, θα μπορέσει να εμφανιστεί άλλη καλύτερη Ιστορία, πιο ηθική. Οι δυο αυτές υποθέσεις μας καθιστούν αισιόδοξους. Αν όμως η φρίκη είναι σταθερή, τότε λοιπόν δεν υπάρχει ελπίδα. Καμία. Όλα θα εξακολουθήσουν ως έχουν."

Ο Ταβάρες θίγει, πότε ευθέως και πότε πλαγίως, το ζήτημα της ψυχικής υγείας. Η αντιμετώπιση, το στίγμα, οι ψυχιατρικοί μέθοδοι, ο εγκλεισμός και οι φαρμακευτικές αγωγές. Η τρέλα υπό το πρίσμα της ηθικής. Η ενοχή της ανθρώπινης φρίκης και των γονιδίων. Η γενική αντιμετώπιση και η έλλειψη εξατομικευμένης θεραπείας.

Ένα υπέροχο μυθιστόρημα που διαφεύγει από το συνηθισμένο διευρύνοντας τα όρια και επιτυχάνει να δώσει μια νέα διάσταση στον όρο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, θυμίζοντας τον σκηνοθέτη Γκας Βαν Σαντ στα καλύτερά του (Elephant, Last Days, Paranoid Park).  Δε θα αργήσει να θεωρηθεί σημείο αναφοράς για την πορτογαλική και όχι μόνο λογοτεχνία.  Ο Ταβάρες βαδίζει στα χνάρια των σπουδαίων συγγραφέων της χώρας της Ιβηρικής και μάλλον δικαίως ο Σαραμάγκο τον "κατηγόρησε" πως δε δικαιούται να γράφει τόσο καλά σε ηλικία 35 ετών!



(Υπέροχη) μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Πορτ-Σουδάν - Olivier Rolin







" Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα το θάνατο του Α. Τα απρόοπτα του ταχυδρομείου σ' αυτά τα μέρη φρόντισαν ώστε η είδηση να φτάσει σ' εμένα κάμποσο καιρό αφότου ο φίλος μου είχε φύγει από τη ζωή."

Ο αφηγητής κατέφυγε στην Αφρική όταν εξαντλήθηκαν οι μεγάλες προσδοκίες του παρισινού Μάη. Χρόνια μετά, στο Πορτ-Σουδάν, όπου ασκεί τα συγκεχυμένα καθήκοντα του λιμενάρχη, μαθαίνει την αυτοκτονία του Α.,φίλου νεανικού με τον οποίο μοιράστηκαν όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο. Ύστερα, η φαντασία έδωσε τη θέση της στην ωμή πραγματικότητα. Οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο αφηγητής επέλεξε τη φυγή ενώ ο Α. τη συγγραφή. Δύο μορφές άρνησης του κόσμου.

Αποφασίζει να επιστρέψει στη Γαλλία με σκοπό να αναζητήσει τα ίχνη που άφησε πίσω ο φίλος του. Η οικιακή βοηθός θα του δώσει ένα φάκελο που φέρει το όνομά του στη θέση του παραλήπτη. Ανοίγει το φάκελο και διαβάζει : " Καλέ μου φίλε". Τίποτε άλλο. Τρεις λέξεις και μετά το κενό. Η οριστική σιωπή του θανάτου. Μια έσχατη έκκληση θαρρείς προς τον παλιό του φίλο να ανασυστήσει την ιστορία που ο ίδιος δε μπόρεσε τελικά να του διηγηθεί. Ο αφηγητής θα περπατήσει στους ίδιους δρόμους, θα συναντήσει πρόσωπα από τον κύκλο του αυτόχειρα, θα βρεθεί στο έρημο σπίτι που περιμένει τον καινούριο ένοικο. Ο χωρισμός με μια γυναίκα αρκετά νεότερη φαντάζει ως η αρχή του τέλους.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία μετά από εικοσιπέντε χρόνια, ο αφηγητής θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπος και με το δικό του παρελθόν. Ελάχιστα είναι όσα παρέμειναν αναλλοίωτα. Δε νιώθει καμία εξοικείωση με τις συνήθειες των ανθρώπων γύρω του και δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους ρυθμούς της καθημερινότητας, μακριά από το οχυρό λήθης που του προσέφεραν για χρόνια τα αφρικανικά παράλια.

Ο Ρολέν θα επιχειρήσει να κοιτάξει προς το παρελθόν, τότε που η γενιά του πίστεψε σε έναν κόσμο καλύτερο, σε ένα μέλλον πιο δίκαιο, γεμάτο ειρήνη και αγάπη. Ένα χαμένο στοίχημα εν τέλει. Αποφασίζει να διώξει τον αφηγητή μακριά για εικοσιπέντε χρόνια ώστε να δρέψει τους καρπούς της καθαρής του ματιάς στο γαλλικό σήμερα. Μα μήτε το εύρημα  αρκεί, μήτε η νοσταλγία. Ο Ρολέν ενδιαφέρεται πρωτίστως για το λογοτεχνικό αποτέλεσμα και προτάσσει τη γλώσσα. Τεχνίτης που κοιτάζει το έργο από κοντά και δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια. Κάθε λέξη τοποθετείται μετά από σκέψη, εμφανής η απέχθεια προς οτιδήποτε το περιττό. Όμως, παρά την αυστηρότητα, η ποίηση δηλώνει το παρόν, λόγος που ρέει και έλκει το βλέμμα. Η γλώσσα σε συνδυασμό με τη δομή "ευθύνονται" για το τελικό αποτέλεσμα που παρά το κοινότυπο θέμα καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον μακριά από διδακτισμούς και ηρωοποιήσεις του παρελθόντος. Ένα υπέροχο βιβλίο.

Σκεφτόμουν την αντιστοιχία ανάμεσα στο γαλλικό Μάη και τη γενιά του Πολυτεχνείου, δεκάδες οι λογοτεχνικοί τίτλοι που αναφέρονται σε εκείνες τις περιόδους της ιστορίας των δύο χωρών. Δεν κρύβω πως αντιμετωπίζω καχύποπτα τα έργα αυτά, με κουράζει η επανάληψη και είναι ο λόγος για τον οποίο τα αποφεύγω (ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μικρασιατική καταστροφή στην ελληνική λογοτεχνία). Υπάρχουν βέβαια και αρκετές εξαιρέσεις, μία από αυτές, δίχως αμφιβολία, είναι το Πορτ-Σουδάν του Ρολέν.

Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να σχολιάσει αυστηρά τους λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός πως ο Α. ήταν συγγραφέας. Ο αφηγητής, κατά την επιστροφή του στο Παρίσι, θα γνωρίσει αρκετούς ανθρώπους των γραμμάτων που ανήκαν στον κύκλο του φίλου του και θα συνειδητοποιήσει πόσο ευκαιριακοί και άτσαλοι αναγνώστες είναι εκείνοι που δεν παύουν στιγμή να εκφράζουν γνώμη για την εκδοτική κίνηση (και όχι μόνο) ενώ το μόνο στο οποίο πραγματικά ξεχωρίζουν είναι οι δημόσιες σχέσεις και το φαίνεσθαι.

Η περιγραφή της καθημερινότητας του αφηγητή στο Πορτ-Σουδάν μου έφερε στη θύμηση ένα διαμάντι της ελληνικής λογοτεχνίας, τον Εξώστη του Νίκου Καχτίτση.



Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Άγρα

 




Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Δεν καταλαβαίνω... (#6)



την επίδραση που έχει συχνά ακόμα και η αρνητική διαφήμιση. Αφορμή αποτέλεσε ο κάτωθι διάλογος στον οποίο υπήρξα μάρτυρας αρκετές φορές τον τελευταίο χρόνο.

- Ναι το ξέρω πως όλοι λένε πως είναι πορνό/κακογραμμένο/ροζ/βαρετό/προβλέψιμο/χάλια.
- Και τότε γιατί θες να το διαβάσεις;
- Γιατί θέλω να έχω προσωπική άποψη γύρω από το ντόρο που γίνεται.


Προσπάθησα να σκεφτώ αν αυτή η δίψα για προσωπική άποψη συναντάται και σε άλλους τομείς της ζωής. Θυμήθηκα τα λόγια του Oscar Wilde : " Η μόδα είναι μια μορφή ασχήμιας τόσο ανυπόφορη που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες."




     

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Βιρτζίνια - Jens Christian Grøndahl








Το όνομα του συγγραφέα ήταν εκείνο που μου τράβηξε αρχικώς την προσοχή και αποτέλεσε την αιτία να κατεβάσω το βιβλίο από το ράφι. Το βιογραφικό στο εσωτερικό του βιβλίου επιβεβαίωσε την υποψία μου σχετικά με την καταγωγή του Γκρένταλ. "Γεννημένος στην Κοπεγχάγη το 1959, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Δανούς συγγραφείς." Είναι ιδιαίτερη η αδυναμία που τρέφω προς τους Σκανδιναβούς δημιουργούς.

Διαβάζω την υπόθεση στο οπισθόφυλλο. Η δεύτερη πρόταση αρκεί για να με πείσει πως αυτό το βιβλίο θα μου αρέσει. " Το καλοκαίρι του 1943, ένα 14χρονο αγόρι και ένα 16χρονο κορίτσι μένουν σε ένα μεγάλο εξοχικό στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας..." Η αναφορά στην τοποθεσία είναι αρκετή για να με πλημμυρίσει με εικόνες από απέραντες ακτές, καλοκαίρια που δε νυχτώνει ποτέ, το πυκνό δάσος στα παράλια, τα σκόρπια σπίτια. Δεκάδες κινηματογραφικά πλάνα επανέρχονται στη μνήμη.

Κάπως έτσι λοιπόν αποφάσισα να διαβάσω τη νουβέλα του Γκρένταλ, Βιρτζίνια.

Το καλοκαίρι του 1943 η Κοπεγχάγη δοκιμάζεται από βομβαρδισμούς. Τα παράλια της Βόρειας Θάλασσας αποτελούν ένα σχετικά ασφαλές καταφύγιο. Οι δυο νεαροί θα περάσουν παρέα ένα μέρος του καλοκαιριού. Μια μέρα, ένα βρετανικό αεροσκάφος καταρρίπτεται  κοντά στο σπίτι. Το κορίτσι βρίσκει τον πιλότο κρυμμένο σε μία καλύβα, τον φροντίζει και εκείνος της δίνει ένα κλεφτό φιλί και μια ταμπακιέρα. Οι Γερμανοί στρατιώτες ψάχνουν στην περιοχή και ακολουθούν το αγόρι που παρακολουθεί το ζευγάρι νιώθοντας ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ο πιλότος θα εξαφανιστεί, το κορίτσι θα φύγει συντετριμμένο για την Κοπεγχάγη ενώ το αγόρι δε θα πάψει να αναρωτιέται αν φέρει ευθύνη για την τύχη του πιλότου.

Μισό αιώνα αργότερα το αγόρι του τότε, ηλικιωμένος άντρα πια, παίρνει με το ταχυδρομείο ένα πακέτο με ένα γράμμα και μια ταμπακιέρα. Η νοσταλγία ενός εφηβικού έρωτα και η προσπάθεια του άντρα να επανορθώσει για να ξεπλύνει τις ενοχές που νιώθει ακόμα, τόσα χρόνια μετά.

Οι προσδοκίες μου δε βρήκαν ανταπόκριση στις σελίδες της νουβέλας του Γκρένταλ. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα κακό βιβλίο, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Δύο μειονεκτήματα εντόπισα ως υπεύθυνα για την αδιάφορη αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση. Πρώτον, η επίπεδη ιστορία, με κορυφώσεις μόνο τεχνικές και όχι συναισθηματικές. Με τον όρο τεχνικές κορυφώσεις εννοώ πως αν μετατρέψουμε το κείμενο σε μία λίστα με πλάγιους τίτλους είναι πιθανόν κάποιος, που δεν έχει διαβάσει τη νουβέλα, να αναγνωρίσει στιγμές κορύφωσης. π.χ. Μισό αιώνα αργότερα το αγόρι του τότε, ηλικιωμένος άντρα πια, παίρνει με το ταχυδρομείο ένα πακέτο με ένα γράμμα και μια ταμπακιέρα. Γνωρίζοντας πως οι Σκανδιναβοί συνηθίζουν να ακολουθούν την τακτική της αιφνιδιαστικής κορύφωσης, που έρχεται να παρασύρει τα πάντα στο διάβα της, ανέμενα καρτερικά αλλά τελικώς μάταια κάτι αντίστοιχο. Έτσι το τέλος της ιστορίας με βρήκε αμήχανο με αυτή την αδιαφορία που για μένα αποτελεί το χειρότερο αναγνωστικό συναίσθημα.

Το δεύτερο μειονέκτημα έχει να κάνει με τους μη ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Προικισμένοι με προφανείς και "εύκολες" ιδιότητες, ανίκανοι να προκαλέσουν την οποιαδήποτε ταύτιση, το παραμικρό συναίσθημα.

Δεν πιστεύω πως η μικρή φόρμα είναι υπεύθυνη για όλα, αν και ίσως, ως μυθιστόρημα, η ιστορία να κυλούσε πιο ομαλά και να μετριαζόταν ο αποσπασματικός της χαρακτήρας. Το τέλος της ανάγνωσης μου έφερε στο μυαλό το Εγώ και Εσύ του Ιταλού συγγραφέα Νικόλο Αμανίτι. Ένας δεσμός σύγκρισης δημιουργήθηκε εντός μου μάλλον λόγω της κοινής απόπειρας, από μεριάς των δημιουργών, για επιστροφή στο παρελθόν με σκοπό την κατανόηση του. Και υπό αυτό το πρίσμα, μου έκανε εντύπωση το γεγονός πως τα αρνητικά του ενός εμφανίζονται ως θετικά του άλλου, απόδειξη πως δεν υπάρχει  μαγική συνταγή.

Τελικά, ίσως φταίω εγώ που είχα ντύσει προκαταβολικά το βιβλίο με το μανδύα της προσδοκίας.



Μετάφραση Λύο Καλοβυρνάς
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Η αναγνωστική προσέγγιση υπό καθεστώς ενθουσιαμού







Συχνά, έρχεται κανείς αντιμέτωπος με συγκυρίες ανεξήγητες αλλά ταυτόχρονα άκρως ενδιαφέρουσες. Η γνωριμία μου με τον Ισπανό συγγραφέα Χαβιέρ Μαρίας έγινε τυχαία. Μια σκόρπια κουβέντα στο facebook πριν από την απονομή του νόμπελ λογοτεχνίας ήταν αρκετή να μου κινήσει την περιέργεια. Ισπανός συγγραφέας, ''υποψήφιος'' για νόμπελ, το όνομα του οποίου δε μου έλεγε τίποτα. Ίντριγκα. Αν επρόκειτο για κάποιον ανατολίτη, όπως ο Κινέζος που τελικά βραβεύτηκε, θα το απέδιδα στο αδύνατο της πλήρους γνώσης της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όμως ο Μαρίας έδειχνε να είναι μια διαφορετική περίπτωση. Και ήταν.

Προχώρησα σε ψηφιακή έρευνα. Αν και αρκετά βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά λίγες σελίδες ήταν αφιερωμένες στο έργο του. Σε αγαπημένα ιστολόγια βρήκα κάποιες παρουσιάσεις. Αποφάσισα να ξεκινήσω από το μυθιστόρημά του με τίτλο Καρδιά τόσο άσπρη το οποίο και φρόντισα να προμηθευτώ άμεσα από το βιβλιοπωλείο. Ένα από τα τελευταία βιβλία που διάβασα για το 2012 βρέθηκε αυτόματα στη λίστα με εκείνα που με στοίχειωσαν περισσότερο κατά το παρελθόν πια έτος. Εντυπωσιάστηκα, ενθουσιάστηκα και με κατέλαβε μανία. Ήθελα να διαβάσω οτιδήποτε δικό του κυκλοφορούσε στα ελληνικά και να συμπληρώσω τα κενά στα ισπανικά. Έδειξα χαρακτήρα όμως και δεν επανέλαβα λάθη του παρελθόντος. Η πείρα μου λέει πως σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να συγκρατώ τον ενθουσιασμό μου, να αφήνω λίγο χρόνο να περνάει από βιβλίο σε βιβλίο, ειδικά σε δημιουργούς που πάντα γράφουν θαρρείς το ίδιο βιβλίο.

Στο πρόσφατο παζάρι βιβλίου αγόρασα τρία βιβλία του από τις εκδόσεις Σέλας, στη συνέχεια επισκέφτηκα το βιβλιοπωλείο για τα υπόλοιπα. Αποδείχτηκε ότι υπάρχουν δύο εξαντλημένα (Όλες οι ψυχές, ο Αιώνας) για τα οποία η μάχη θα δοθεί στα παλαιοβιβλιοπωλεία! Μετά την ολοκλήρωση της αγοράς των διαθέσιμων τίτλων ακολουθεί ο σχεδιασμός της αναγνωστικής στρατηγικής.

Διάφορα σενάρια εξέτασα. Αρχικά, σκέφτηκα να διαβάσω το Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς, τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας που αποτελείται από τα μυθιστορήματα Όλες οι ψυχές, Καρδιά τόσο άσπρη και Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς. Η τριλογία ήταν όμως καταδικασμένη, προσωρινά τουλάχιστον, να παραμείνει ανολοκλήρωτη καθώς η αναζήτηση του πρώτου μέρους υπήρξε άκαρπη. Εν συνεχεία σκέφτηκα να διαβάσω το τελευταίο μεταφρασμένο έργο του Μαρίας στα ελληνικά, Το πρόσωπό σου αύριο. Σκέψη που γεννήθηκε μάλλον από στιγμιαία περιέργεια για τα τελευταία βήματα του συγγραφέα και την οποία εγκατέλειψα γρήγορα.

Τελικά επέλεξα τη παλιά, καλή, γνωστή συνταγή. Δεν το έκανα από την αρχή, περισσότερο ως μια προσωπική άσκηση. Θέλησα να επανεξετάσω διάφορες παραμέτρους και να πάρω την απόφαση με βάση αυτές και όχι ακολουθώντας από συνήθεια μια παλιά (αν και απόλυτα επιτυχημένη) συνταγή. Θα πιάσω το νήμα από την αρχή, από το πρώτο μυθιστόρημα του Μαρίας, Τα λημέρια του λύκου. Θα ακολουθήσω με χρονική σειρά τη συγγραφική εξέλιξη του ενδιαφέροντος αυτού δημιουργού. Αρχικώς στα ελληνικά και βλέποντας...

Με ρέγουλα όμως, όχι με μανία αλλά ούτε και με αυστηρό πρόγραμμα στρατιωτικής πειθαρχίας. Πρώτα και πάνω απ' όλα στη λογοτεχνία γυρεύουμε την απόλαυση άλλωστε.

Ρωτώντας και κουβεντιάζοντας σχετικά με το Μαρίας έμαθα διάφορα τα οποία θα ήθελα να προσθέσω. Η τριλογία (ακριβέστερα μυθιστόρημα σε συνέχειες) με τίτλο Το πρόσωπό σου αύριο μάλλον θα μείνει ανολοκλήρωτη προς το παρόν. Το τελευταίο έργο του συγγραφέα Los enamoramientos υπάρχει εδώ και κάποιο καιρό στον προγραμματισμό μεγάλου εκδοτικού οίκου και αναμένεται κάποια στιγμή να κυκλοφορήσει. Οι Ισπανοί φίλοι μου στους οποίους έκανα παράπονα που με είχαν αφήσει χρόνια στην άγνοια, μου απάντησαν πως ο Μαρίας είναι τόσο γνωστός που το θεώρησαν προφανές να μου τον προτείνουν. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει αποκτήσει τη φήμη που έχει γνωρίσει σε αρκετές χώρες του εξωτερικού. Βέβαια αν πάρει κάποιο νόμπελ όλα θα αλλάξουν...

Έρωτας με την πρώτη ματιά η σχέση μου με το Μαρίας, ένα βιβλίο στάθηκε ικανό να με ξεσηκώσει. Προτείνω δίχως περιστροφές και ιδιαίτερα στους λάτρεις του Όστερ και της Χούστβεντ.
Θα επανέλθω σύντομα!


Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Πηγάδι







Αν ποτέ
βρεθείς στον πάτο του πηγαδιού
μην κοιτάξεις αμέσως ψηλά
θα σε τυφλώσει το φως
άνοιξε τα μάτια προς το έδαφος
μην τρομάξεις από το σκοτάδι
ο πραγματικός τρόμος είναι το υγρό δάπεδο
μην ανησυχείς
θα τα καταφέρεις
θα σου πάρει λίγο καιρό
αλλά θα δεις
θα τα καταφέρεις
μην ανησυχείς
πιο χαμηλά δεν έχει.






Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Medianeras (2012)

(Τη συγκεκριμένη ταινία την είδα το περασμένο καλοκαίρι υπό παράξενες εργασιακές συνθήκες. Διαβάζοντας το βιβλίο του Άλαν Πάουλς, Το Παρελθόν, τη θυμήθηκα και θέλησα να μοιραστώ μαζί σας το τότε κείμενο. Μια πραγματικά υπέροχη ταινία.)







Πάντα θα υπάρχει χώρος για μια ακόμα ιστορία αγάπης αρκεί να φέρει κάτι φρέσκο μαζί της.

Ο Ταρρέτο, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, μας διηγείται την ιστορία του Μαρτίν και της Μαριάνα, δύο νέων οι οποίοι διάγουν βίους μοναχικούς, αντιμέτωποι ο καθένας με συναισθηματικά κενά και εμμονές.

Εκείνος σχεδιάζει ιστοσελίδες, εργάζεται από το σπίτι. Η ψηφιακή πραγματικότητα του είναι πιο οικεία από τον τεράστιο κόσμο. Εκείνη σπούδασε αρχιτεκτονική, προσωρινά διακοσμεί βιτρίνες καταστημάτων. Μετά από τέσσερα χρόνια σχέσης κατάλαβε πως η μοναξιά δεν καταπολεμάται απλώς και μόνο με την παρουσία κάποιου στο χώρο. Ζουν σε αντικριστές πολυκατοικίες. Τόσο κοντά και τόσο μακριά. Τα βήματά τους θα διασταυρωθούν αρκετές φορές, σχεδόν θα αγγίξει ο ένας τον άλλον, θα ανοίξουν παράθυρα στις άχρηστες μεσοτοιχίες των σπιτιών τους. Εκείνος θα την αναζητά στο δίκτυο και εκείνη στα παιδικά βιβλία με ήρωα τον Wally.

Όμως η ιστορία των δύο είναι η αφορμή. Δεν είναι μόνο ο κλασικός προβληματισμός σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις που απασχολεί τον σκηνοθέτη. Πριν ακόμα μας γνωρίσει τους πρωταγωνιστές του, θα μας ξεναγήσει στο Μπουένος Άιρες, λίγα χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση. Με την τεχνική του voice over και την χρήση στατικών εικόνων ο Ταρρέτο κινηματογραφεί μια υψηλού επιπέδου εισαγωγή η οποία αποτελεί ένα φόρο τιμής στο Γούντυ Άλεν και στον τρόπο που εκείνος καδράρει την αγάπη του για τη Νέα Υόρκη. Η άναρχη δόμηση, ίδιον των περισσοτέρων μεγαλουπόλεων, δίνει την ευκαιρία στον Αργεντινό δημιουργό να αναδείξει μια σειρά από αρχιτεκτονικές αντιφάσεις. « Τι άλλο μπορεί να περιμένει κανείς σε μια πόλη που επέλεξε να γυρίσει πλάτη στον ποταμό» αναρωτιέται κάποια στιγμή ο αφηγητής.   

Η μοναχική καθημερινότητα των πρωταγωνιστών συνεπάγεται και ένα έλλειμμα διαλόγων το οποίο όμως ο Ταρρέτο το μετατρέπει σε πλεονέκτημα με την ορθή χρήση του voice over μέσω του οποίου δίνει τη δυνατότητα στους χαρακτήρες να μιλήσουν για τον εαυτόν τους και να περιγράψουν την καθημερινότητά τους.
Τα έξυπνα ευρήματα διατηρούν το ενδιαφέρον και δίνουν περαιτέρω διαστάσεις στο καλοδουλεμένο σενάριο στο οποίο το γέλιο και η συγκίνηση προσφέρονται σε ισόποσες δόσεις.

Εκτός των αναφορών στο Γούντυ Άλλεν, ο Ταρρέτο κλείνει (μάλλον) ειρωνικά το μάτι στο Χόλλυγουντ σε μία ταινία που συγγενεύει αισθητικά με το αγαπημένο (500) Days of Summer.





Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Το Παρελθόν - Alan Pauls






" Τα είχαν κάνει όλα. Είχαν ξεπαρθενέψει ο ένας τον άλλον και τον είχαν κλέψει από την οικογένειά του· είχαν ζήσει και ταξιδέψει μαζί· μαζί είχαν επιβιώσει από την εφηβεία κι έπειτα από τη νεότητα και είχαν ξεμυτίσει στην ενήλικη ζωή· μαζί είχαν γίνει γονείς και μαζί είχαν κλάψει τον μικροσκοπικό νεκρό που δεν πρόλαβαν να δουν· μαζί είχαν γνωρίσει δασκάλους, φίλους, γλώσσες, δουλειές, απολαύσεις, θέρετρα, απογοητεύσεις, συνήθειες, περίεργα φαγητά, αρρώστιες - όλα τα αξιοθέατα που μπορούσε να τους προσφέρει μια συνετή αλλά ευμετάβλητη εκδοχή αυτού του μείγματος αιφνιδιασμού και προσωρινότητας που συνήθως αποκαλούμε "ζωή" και από τον καθένα είχαν κρατήσει κάτι, το μοναδικό ίχνος που τους επέτρεπε να το θυμούνται και να ξαναγίνονται για μια στιγμή εκείνοι που το είχαν βιώσει. Και για να είναι πλήρης η συλλογή, οριστικά πλήρης, αυτοί οι ίδιοι πρόσθεσαν το τελευταίο κομμάτι: το χωρισμό. Όπως όλα, τον οργάνωσαν μαζί, με την ακρίβεια, την αφοσίωση, τη χειροτεχνική σχολαστικότητα με την οποία είχαν σφυρηλατήσει τα τρόπαια του έρωτα μέσα στο χρόνο και κατά τη διάρκεια του ενάμιση μήνα που τους χρειάστηκε για να τον οργανώσουν, τίποτα, ούτε ένα ίχνος περιφρόνησης ή ασέβειας δεν τόλμησε να αμαυρώσει την καθαρότητα με την οποία είχαν αποφασίσει να αποχαιρετιστούν. Ο χωρισμός δεν ήταν το επέκεινα του έρωτα, ήταν το όριό του, η κορύφωσή του, η εσωτερική μεθόριος της επικράτειάς του· αν τον ολοκλήρωναν όπως εκείνοι σκόπευαν να τον ολοκληρώσουν, με αγάπη, αυτό ακριβώς θα επέτρεπε στον έρωτα να πεθάνει καλά· δηλαδή, με τα δικά τους λόγια, να συνεχίσει να ζει χωρίς αυτούς στο εσωτερικό της φυσαλίδας που είχαν δημιουργήσει. "


Οι πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος αποπνέουν έντονο άρωμα παρισινού αέρα παρά το γεγονός πως η ιστορία λαμβάνει χώρα στο Μπουένος Άιρες. Αίσθηση που ίσως πηγάζει από το γεγονός πως πρόκειται για την πλέον ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της Νοτίου Αμερικής, μπορεί όμως και να οφείλεται στην ίδια την ιστορία. Ο τρόπος γραφής φέρνει στο νου τον τεράστιο Κορτάσαρ που τα χρόνια που πέρασε στην Ευρώπη τον επηρέασαν με τρόπο γόνιμο όπως αποτυπώθηκε (κυρίως) τόσο στο Κουτσό όσο και στο Βιβλίο του Μανουέλ. Έτσι λοιπόν οι πρώτες σελίδες (μέχρι την 60-70) προδιαθέτουν τον αναγνώστη για ένα love story μετά το χωρισμό του ζεύγους. Τίποτα το ρηξικέλευθο θεματικά δηλαδή. Όμως οι προσδοκίες του Πάουλς δε σταματούν εδώ. Ο στόχος που θέτει είναι αρκετά υψηλότερος, αδιανόητος για έναν μέτριο συγγραφέα. Πατάει γερά στην πολύτιμη παράδοση της αργεντίνικης λογοτεχνίας, με σεβασμό κυρίως στον Μπόρχες ( για τον οποίο έχει εκδώσει και μια μονογραφία), αλλά δεν αμελεί να κοιτάξει προς το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Η πλέον εμφανής επιρροή είναι ο Προυστ και το magnum opus Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Μία λογοτεχνική σύνθεση ακριβείας, υποδειγματικού ρυθμού, υπέροχα δοσμένων χαρακτήρων· τόπος στον οποίο συναντούνται γόνιμα το δοκίμιο, η μυθιστορία και η κινηματογραφικότητα.

Μετά το χωρισμό, ο Ρίμινι (όνομα που ταυτίζεται με τον τόπο καταγωγής του Φελίνι) επιχειρεί να προχωρήσει προς το μέλλον, αναζητά τη λήθη, εθίζεται στην κοκαΐνη, δουλεύει ακατάπαυστα και καταφεύγει σε μια νέα σχέση. Η πρώτη αυτή περίοδος μετά το χωρισμό έχει κάτι που αναπόφευκτα μου έφερε στο μυαλό το Κάτω από το ηφαίστειο του Μάλκομ Λόουρυ. Ο Ρίμινι χαμένος, προσπαθεί να επιβιώσει σε μια πραγματικότητα διαποτισμένη με αρκετά γραμμάρια κοκαΐνης ημερησίως, μάχεται να μην αφεθεί στο παρόν, αναζητά διακαώς τη λήθη. Η Σοφία, αν και σε δεύτερο πλάνο, με περάσματα από τη ζωή του Ρίμινι, σε σημεία κομβικά, αναλαμβάνει να διαφυλάξει τη μνήμη. Προσπαθεί και εκείνη να προχωρήσει μπροστά αλλά με το δικό της τρόπο.

Εκκωφαντική απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην εγχώρια πολιτική επικαιρότητα, αντίθετα ως παρομοίωση στο χωρισμό χρησιμοποιείται η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η ένωση της Γερμανίας. Ίσως να είναι και το σημείο στο οποίο ο Πάουλς αντιτίθεται στον Προυστ, το έργο του οποίου βρίθει αναφορών στην πολιτική επικαιρότητα με αποκορύφωμα όλων την Υπόθεση Ντρέιφους που αποτέλεσε αιτία πόλωσης της κοινής γνώμης. Αντίθετα με την πολιτική, έντονος είναι ο διάλογος με τις υπόλοιπες τέχνες. Κυρίαρχη φιγούρα ο (επινοημένος) ζωγράφος Ρίλτσε, κύριος εκπρόσωπος της Sick Art. Κατά το κοινό τους παρελθόν, ο Ρίμινι και η Σοφία υπήρξαν μεγάλη θαυμαστές του έργου του. Ο συγγραφέας στολίζει το Ρίλτσε με αληθοφανή βιογραφικά στοιχεία, δίνει ονόματα στα έργα του και αφιερώνει αρκετές σελίδες στη ζωή και στον τρόπο με τον οποίο συνήθιζε να δουλεύει. Η ιστορία του Ρίλτσε αποτελεί δευτερεύουσα ιστορία μέσα στην κύρια, θα μπορούσε να γίνει και αυτόνομη ανάγνωσή της , αν και προσωπικά πιστεύω πως λειτουργεί σε υπέροχη αρμονία με την κεντρική πλοκή.

Πέρα από τις λογοτεχνικές επιρροές το έργο διέπεται και από αντίστοιχες κινηματογραφικές. Παραπάνω έγραφα για το Ρίμινι, όνομα του ήρωα αλλά και τόπος καταγωγής του Φελίνι. Σίγουρα ο Φελίνι (αλλά και ο επίσης Ιταλός Βισκόντι) αποτελεί κύρια πηγή έμπνευσης για τον Πάουλς ο οποίος όμως μοιάζει να είναι και μεγάλος φαν του γαλλικού σινεμά και κυρίως του Τρυφό και του Ρενέ.

Είναι ο λόγος του συγγραφέα που αποτυπώνει ρεαλιστικά την επιστροφή στο παρελθόν· αποσπασματικός όπως η ανάμνηση· σε μια φαινομενικά άναρχη δομή που εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται σπείρα θαυμαστή. Με μαεστρία οδηγεί τον αναγνώστη από τη συγκίνηση στο γέλιο και πάλι πίσω, και περνώντας οι σελίδες βρίσκεσαι όλο και πιο βαθιά χωμένος στην ιστορία και δεν καταλαβαίνεις που οφείλονται τα δάκρυα. Όλοι νικητές και όλοι χαμένοι, θύτες και θύματα. 

Ο Πάουλς καταφέρνει να χωνέψει όλα τα "δάνεια" και να αποδώσει στο χαρτί ένα υπέροχο κείμενο, έργο το οποίο καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει  το παρελθόν και να αναπνεύσει χωρίς καμία υποστήριξη στο παρόν.Η μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου αποτελεί ευτύχημα για τον Έλληνα αναγνώστη σε ένα βιβλίο που σε λίγα χρόνια θα θεωρείται ορόσημο της νέας γενιάς της αργεντίνικης (και όχι μόνο) λογοτεχνίας.


Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου.
Εκδόσεις Πάπυρος.


Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Κράτα μου το χέρι - Δημήτρης Μαμαλούκας









Ο Συγγραφέας φτάνει με τρένο, μια νύχτα, σε μια άγνωστη πόλη. Αναζητά ένα μέρος να ξεχειμωνιάσει, να απομονωθεί και απερίσπαστος να ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου του. Θα νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα σε μια τεράστια πολυκατοικία χωρισμένη στα δύο. Η μία πλευρά, λαμπερή και πλούσια, με επιβλητική είσοδο και θυρωρό, ανελκυστήρες και παχιά χαλιά. Η πίσω πόρτα, που από θαύμα στέκει όρθια και μετά τη δύση του ήλιου με δυσκολία διακρίνεται στο σκοτεινό σοκάκι, οδηγεί τους μη προνομιούχους στα, αρχικώς προορισμένα για αποθήκες, διαμερίσματά τους. Υπάρχει όμως ακόμα μία ιδιαιτερότητα. Μέχρι τον πέμπτο όροφο το μπροστινό μέρος της πολυκατοικίας φιλοξενεί το Cinema Massimo. Τα διαμερίσματα β’ διαλογής βρίσκονται ακριβώς πίσω από την οθόνη και τα ηχεία του κινηματογράφου, με αποτέλεσμα από τις πέντε το απόγευμα, όταν και ξεκινάει η πρώτη προβολή, μέχρι και τη μία μετά τα μεσάνυχτα, να είναι αδύνατο να σταθεί κανείς στο εσωτερικό τους λόγω του εκκωφαντικού θορύβου.  

Τα οικονομικά του ήρωα δεν του επιτρέπουν κάτι καλύτερο. Αποφασισμένος να επικεντρωθεί στη συγγραφή του βιβλίου του, διαμορφώνει την καθημερινή του ρουτίνα με τέτοιο τρόπο που να του επιτρέπει να λείπει από το σπίτι τις ώρες που λειτουργεί ο κινηματογράφος. Κάνει στέκι του ένα καφέ αλλά αποφεύγει τη στενή επαφή με το μπαρίστα και τους υπόλοιπους πελάτες. Τα βράδια τριγυρίζει στην πόλη μονάχος. Στις περιπλανήσεις του θα συναντήσει μια ανήλικη κοπέλα, χρήστρια ναρκωτικών και μπλεγμένη σε σκοτεινά κυκλώματα.

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας αφήνει στην άκρη τους καταιγιστικούς ρυθμούς των αστυνομικών ιστοριών για να μας διηγηθεί μια ιστορία που θυμίζει σε ύφος και ατμόσφαιρα την πρώτη του νουβέλα, Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα, με το τεράστιο κτίριο, αυτή τη φορά όχι στα μακρινά προάστια αλλά στο κέντρο της πόλης, να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς. Οι χαρακτήρες της νουβέλας δεν έχουν ονόματα. Είναι ο Συγγραφέας, ο Μπαρίστας, ο Θυρωρός, η Κοπέλα, ο Εκμεταλευτής. Ούτε η πόλη έχει όνομα αν και μάλλον βρίσκεται κάπου στην Ιταλία. Είναι αυτή η απουσία ονομάτων που δίνει στο κείμενο ένα χαρακτήρα παραμυθιού, ενός  ονείρου ασπρόμαυρου. Μόνο ο κινηματογράφος φέρει όνομα, Cinema Massimo. Και αν στην κανονική ροή της ανάγνωσης, η εξέλιξη της ιστορίας φαντάζει απλή και «εύκολη», μια ματιά προς τα πίσω είναι ικανή να πείσει τον αναγνώστη για το αντίθετο. Τα ευρήματα, ένα από τα χαρακτηριστικά της γραφής του Μαμαλούκα, πότε ορατά και πότε επιμελώς κρυμμένα, κατέχουν κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής.

Ο ήρωας είναι συμπαθής από την αρχή της ιστορίας παρά το γεγονός πως ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για εκείνον, συμπάθεια που ίσως οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός πως τόλμησε να πράξει σύμφωνα με τις επιθυμίες του αφήνοντας πίσω τα πάντα για να αφιερωθεί στο βιβλίο του. Το βιβλίο μέσα στο βιβλίο προσδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα βιβλιοφιλική διάσταση. Ο συγγραφέας Μαμαλούκας αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο στον συγγραφέα ήρωα και στην απεγνωσμένη προσπάθεια που καταβάλλει για να ολοκληρώσει το έργο του. Οι ιδανικές συνθήκες, η ρουτίνα, οι διορθώσεις και η επιμέλεια, η απαιτούμενη αυτοπειθαρχία και η απομόνωση του δημιουργού, το τέλμα και ο ενθουσιασμός της έμπνευσης, η ματαιότητα και η ανάγκη για έκφραση είναι μερικά απο τα συνοδευτικά στοιχεία της συγγραφής.   

Χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια, η νουβέλα του Μαμαλούκα διαβάζεται απνευστί, όχι τόσο λόγω του μεγέθους της, όσο εξαιτίας της ικανότητας του συγγραφέα να «παγιδεύσει» τον αναγνώστη στην ιστορία του. Λειτουργώντας αφαιρετικά, θα επικεντρωθεί στη διήγηση της ιστορίας και θα αποφύγει εξωτερικά στοιχεία δράσης ικανά να αποπροσανοτολίσουν, θα ενσωματώσει στοιχεία από διάφορα λογοτεχνικά είδη και θα αποδώσει φόρο τιμής στον Κάφκα και στον Ένοικο του Τοπόρ. Γραφή απόμακρη και ρυθμός κοφτός (απόρροια των μικρών προτάσεων), που ίσως αρχικώς θεωρηθούν δείγμα συγγραφικής αμηχανίας αλλά που τελικώς εξυπηρετούν υπέροχα το όραμα του δημιουργού.



( πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Τζόνι και Λούλου - Βάσια Τζανακάρη






Η οικονομική (αλλά και κοινωνικοπολιτική) κρίση των τελευταίων χρόνων περνάει, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, και στην ελληνική λογοτεχνία γεγονός το οποίο αναγνωστικά το αντιμετωπίζω με επιφυλακτικότητα καθώς το όριο ανάμεσα στην έμπνευση και στην καιροσκοπία είναι λεπτό και εκ του μακρόθεν συχνά δυσδιάκριτο.

Το μυθιστόρημα της Τζανακάρη υπάγεται στην προαναφερθείσα κατηγορία, ένα love story σε συνθήκες κρίσης και φυγής. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 


Ο Τζόνι ως μουσικός είχε γνωριστεί με την επαγγελματική κρίση εδώ και καιρό, αντίθετα η Λούλου (απλώς Λου για τους κοντινούς) αποτέλεσε πρόσφατο θύμα των ανακατατάξεων στο χώρο των εκδόσεων. Το περιοδικό για το οποίο δούλευε ως φωτογράφος αντιμετώπισε κάποια προβλήματα βιωσιμότητας και η μείωση του προσωπικού κρίθηκε αναγκαία. Η καθημερινότητα του ζεύγους άλλαξε σε μεγάλο βαθμό, οι οικονομίες λιγοστεύουν με το πέρασμα του χρόνου και της άκαρπης αναζήτησης εργασίας. Είναι όμως νέοι και αγαπιούνται, κάνουν όνειρα και πιστεύουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Αρνούνται το πισωγύρισμα, έστω και προσωρινό, στη σκέπη της γονεϊκής φτερούγας. Δείχνουν να προσμένουν ένα σημάδι, μια καλή ιδέα που θα τους πάει λίγο πιο πέρα. Η Λου δέχεται πρόταση για μια δουλειά στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζουν να πάνε με το αμάξι του Τζόνι που παρά τα χρόνια η μηχανή του το λέει ακόμα.

Η Τζανακάρη ξεπερνά με επιτυχία το σκόπελο του στείρου ρεαλισμού (που προσωπικά με κουράζει αρκετά συνήθως), προσθέτοντας κάποιες δόσεις μαγείας κυρίως μέσω της αγίας τριάδας "αγάπη-ταξίδι-μουσική". Τοποθετεί την ιστορία της κάπου ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, καταφέρνει έτσι και να μην την υπερφορτώσει με τον ρεαλισμό της επικαιρότητας αλλά και να διατηρήσει το κείμενο επαφή με τις επικρατούσες συνθήκες κατά τη συγγραφή του.

Με συνεχή φλας μπακ στο παρελθόν, αποπειράται να προσδώσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των χαρακτήρων της ιστορίας. Μέσα από την αναδρομή στο παρελθόν ξεχωριστές είναι οι περιγραφές της καθημερινότητας στο αθηναϊκό κέντρο και κυρίως σε "παρεξηγημένες" γωνιές αυτού. Τεχνική η οποία λειτουργεί αρκετά ικανοποιητικά ως προς το τελικό αποτέλεσμα.

Κύριο χαρακτηριστικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο, που συναντάται στο σύνολο των κεφαλαίων που συνθέτουν το μυθιστόρημα, είναι η μουσική και πιο συγκεκριμένα η ύπαρξη τραγουδιών τα οποία εμπλέκονται, πότε αρμονικά και πότε βεβιασμένα, στην ιστορία. Κρίνοντας και από τη συλλογή διηγημάτων, Έντεκα μικροί φόνοι, με την οποία πραγματοποίησε το ντεμπούτο της, η σχέση της Τζανακάρη με τη μουσική είναι στενή. Όμως, προσωπικά πιστεύω πως ίσως θα έπρεπε να επανεξετάσει κάπως το συγκεκριμένο θέμα, όχι απαραίτητα αποφεύγοντας τελείως την παρουσία της μουσικής στις σελίδες ενός μελλοντικού πονήματος αλλά δείχνοντας ίσως κάποια αυτοσυγκράτηση.

Μια δεύτερη ένσταση προκύπτει από την άνιση έκταση που αφιερώνεται στις διάφορες φάσεις του ταξιδιού. Προφανώς και έχω υπόψη μου πως ο λογοτεχνικός χρόνος δεν κυλά ποτέ παρόμοια με τον χρόνο του ρολογιού, δεν είναι επ' αυτού η ένσταση που καταθέτω άλλωστε. Απλώς νομίζω πως λόγω της προαναφερθείσας ανισότητας προκύπτει ένα ζήτημα ρυθμού στο κείμενο, ιδιαίτερα σε κάποια τμήματα του ταξιδιού των δύο νέων προς την Κωνσταντινούπολη.

Σε γενικές γραμμές ευχαριστήθηκα πάντως το ταξίδι του ζεύγους. Μια ελαφρότητα όμορφη διαπερνά τις σελίδες - κάτι το οποίο οφείλεται στον τρόπο γραφής της Τζανακάρη- ικανή να δημιουργήσει εικόνες, να χαλαρώσει αλλά και να συγκινήσει αβίαστα. Βιβλίο που απευθύνεται ίσως περισσότερο στις νεότερες γενιές και στους κατοίκους των πόλεων λόγω θέματος και σκηνικού. Η μετανάστευση είναι καθημερινό θέμα συζήτησης, δυστυχώς. Φίλοι αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, όχι πάντα με τη θέλησή τους, σίγουρα χωρίς τις δυσκολίες του παρελθόντος και με πλούσια πνευματικά εφόδια στις αποσκευές αλλά ο νόστος είναι νόστος. Ίσως αυτό το αόριστο και φαινομενικά σύντομο της δουλείας για την οποία η Λου και ο Τζόνι πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη να είναι το σημαντικότερο εύρημα της συγγραφέως. Η έλλειψη δέσμευσης, η απουσία του εξοργιστικού και ασφυκτικού "για πάντα", το road trip με αρκετές στάσεις...

Θα το επαναλάβω, το όνειρο φέρει ρεαλισμό και η πραγματικότητα μαγεία, και μόνο για αυτό άξιζε να διαβάσω το βιβλίο της Τζανακάρη.



Εκδόσεις Μεταίχμιο   



Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Άκου κυρά μου τι πήρα στο παζάρι







Η πλατεία Κοτζιά είναι μία από τις πιο όμορφες-αφανείς πλατείες του αθηναϊκού κέντρου. Πλήθος κόσμου τη διασχίζει καθημερινά λόγω της στρατηγικής της θέσης, όμως, αντίθετα με ότι συμβαίνει συνήθως στις πλατείες δημαρχείου - όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας-,  λειτουργεί ελάχιστα ως σημείο συνάντησης. Κάποιες εκδηλώσεις και εκθέσεις προσελκύουν αρκετό κόσμο, δίνοντάς της εντονότερα χαρακτηριστικά ενεργού δημόσιου χώρου έστω και περιστασιακά.

Σκεπτόμενος τα παραπάνω παρατηρούσα πλήθος κόσμου να διασχίζει την είσοδο της έκθεσης την προηγούμενη Τρίτη. Ένα μεγάλο ποσοστό όσων εγκατέλειπαν το παζάρι κρατούσε ανά χείρας σακούλες με καινούρια βιβλία, εικόνα πραγματικά όμορφη! Δύο ατάκες από περαστικούς έφτασαν στα αυτιά μου θαρρείς για να με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Πρώτα, πενηντάρης (ίσως και λίγο μεγαλύτερος) γυρίζει στο φίλο του και έντονα του λέει : "Εγώ; Βιβλία; Εγώ ούτε εφημερίδα δε διαβάζω" φροντίζοντας να ξεκαθαρίσει πως δεν είναι απ' αυτούς που ...διαβάζουν. Λίγα λεπτά αργότερα εξηντάρης άντρας λέει στη σύζυγο πως "όποιος δεν έχει να φάει αγοράζει βιβλία", ατάκα που μάλλον σχετιζόταν με την προηγηθείσα επίσκεψη του ζεύγους στη γειτονική Βαρβάκειο.

Η έκφραση το παζάρι μεταφέρθηκε είναι απόλυτα ακριβής. Μόνο το μέρος άλλαξε, όλα τα άλλα έμειναν σταθερά και αναλλοίωτα. Στην είσοδο υπάρχουν καροτσάκια και καλαθάκια για όποιον ενδιαφέρεται. Ο διάδρομος είναι στο κατάλληλο μέγεθος ώστε να επιτρέπει το ταυτόχρονο οπτικό πέρασμα των τίτλων και από τις δύο μεριές. Τα βιβλία είναι τοποθετημένα ανά εκδοτικό οίκο κάτι που βοηθά ιδιαίτερα. Υπομονή και καλή διάθεση κρίνονται απαραίτητες.

Κάθε χρόνο, επισκέπτομαι το παζάρι με χαμηλές προσδοκίες. Κάθε χρόνο όμως, μετά την επίσκεψη, δηλώνω ενθουσιασμένος! Έτσι και φέτος, πήγα δύο φορές και νομίζω ότι αγόρασα αξιόλογα βιβλία σε συμφέρουσες τιμές. Από τις αγορές μου ξεχωρίζω κυρίως τις εξής:

  - Εκδόσεις Aquarius. Δύο στοίβες με λίγους τίτλους των όμορφων αυτών εκδόσεων με τα ιδιαίτερης αισθητικής εξώφυλλα. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αγοράσω κάποιο.  Η Χ. μου πρότεινε  την Χαμένη γλώσσα των γερανών. Πρόσθεσα και ένα του William Boyd, οι Τοπικές καταιγίδες του οποίου μου δημιούργησαν πρόσφατα ανάμεικτα συναισθήματα. Ο ελληνικός τίτλος: Ένας Άγγλος κάου..μπόι στη Νέα Υόρκη. Ο πρωτότυπος: Stars and Bars! Η ευχή πως κατεβαίνοντας τη στοίβα θα συναντούσα κάποιο βιβλίο του Τομ Ρόμπινς ( ένας ακόμα λόγος που αγαπάμε τις συγκεκριμένες εκδόσεις είναι πως πρώτες γνώρισαν τον Αμερικανό στο ελληνικό κοινό) δεν πραγματοποιήθηκε αλλά δεν πειράζει.

  - Χαβιέρ Μαρίας. Τρία έργα του υπέροχου αυτού συγγραφέα από τις εκδόσεις Σέλας με αποκορύφωμα το πρώτο μέρος της τριλογίας (η οποία κατά τα φαινόμενα θα μείνει ανολοκλήρωτη στα ελληνικά μέχρι νεωτέρας) Το πρόσωπό σου αύριο: Πυρετός και Λόγχη. Επίσης το μυθιστόρημα Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς καθώς και η συλλογή διηγημάτων Όταν ήμουν θνητός. Highly recommended!

  - Γκόμπροβιτς, η Πορνογραφία. Σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη. Συγγραφέας που αποτελεί κοινό τόπο στις προτάσεις αρκετών φίλων. Εκδόσεις Ηριδανός.

  - Βιρτζίνια Γουλφ σε μετάφραση Άρη Μπερλή. Στο Φάρο και Κύματα. Στο παζάρι να μη σκέφτεστε πως τα βιβλία που είναι εκεί απέτυχαν. Οι μεταφράσεις του Μπερλή στη Γουλφ αποτελούν σταθμό και δε θέλω να σκέφτομαι πως υπάρχει έστω και το ελάχιστο ενδεχόμενο πολτοποίησης.

  - Η σύμπραξη της Σιλβίνα Οκάμπο με τον Αντόλφο Μπιοϋ Κάσαρες. Όποιος αγαπά μισεί, εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Φίλοι και συνεργάτες του Μπόρχες. Οι τρεις τους συνήθιζαν να συνεργάζονται στενά και να υπογράφουν από κοινού διάφορα έργα. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μάλλον τη μεγαλύτερη προσδοκία από το φετινό παζάρι.

  - Τα διηγήματα του Λώρενς Ντάρρελ, Προπάντων τα προσχήματα. Ελπίζω να αποτελέσουν σκαλοπάτι προς το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (το οποίο δεν έχω διαβάσει ακόμα...)

  - Τσάι στη Σαχάρα, Πωλ Μπόουλς. Είναι το τρίτο παζάρι κατά σειρά που το λιγουρεύομαι και ένιωσα πως ήρθε η στιγμή.

  - Ένα από τα μεγάλα αναγνωστικά απωθημένα μου είναι το μνημειώδες έργο του  Ρόμπερτ Μουζίλ, Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες. Επειδή όμως ακόμα νιώθω πως δεν είναι η στιγμή να καταπιαστώ μαζί του αλλά επιθυμώντας ταυτόχρονα να έρθω σε επαφή με το συγγραφικό σύμπαν του Μουζίλ προμηθεύτηκα δύο τίτλους. Το Μαγεμένο Σπίτι. Η Γκρίτσα , εκδόσεις Ηριδανός σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη και τα Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


Συμβουλή πρώτη: Αν έχετε τη δυνατότητα, επιλέξτε απόγευμα καθημερινής, μετά τις επτά επικρατεί ηρεμία που επιτρέπει το νωχελικό περπάτημα δίπλα από τις στοίβες με τα βιβλία.

Συμβουλή δεύτερη: Ιδιαίτερα στην κλασική λογοτεχνία να κινηθείτε με γνώμονα τη μετάφραση και τον εκδοτικό οίκο. Υπάρχουν διαμάντια αλλά και παγίδες στο παζάρι.

Ανάμεσα στους χιλιάδες τίτλους υπήρχαν και βιβλία τα οποία έχω διαβάσει κατά το παρελθόν, τα περισσότερα αγορασμένα στο παζάρι. Μερικοί τίτλοι που είδα φέτος και θα πρότεινα είναι οι εξής (οι τίτλοι οδηγούν στις σχετικές αναρτήσεις):

                                                      
 Σε γενικές γραμμές το παζάρι δεν έκρυβε εκπλήξεις, ήταν δύο όμορφες βόλτες ανάμεσα σε βιβλία. Τα προσεχώς αυξήθηκαν αρκετά αλλά δεν πειράζει. Αυτό που πειράζει είναι τα αυτοκόλλητα των τιμών με τα οποία δύσκολα ξεκολλάς...



Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Δεν καταλαβαίνω... (#5)


τους ανθρώπους εκείνους που διατυπώνουν βεβαιότητες στηριζόμενοι σε κάτι που πήρε το αυτί τους και αδυνατούν (προφανώς) να υποστηρίξουν. Είναι πολλά τα παραδείγματα στα οποία συναντάται η παραπάνω υποομάδα του πληθυσμού αλλά εγώ θα επιλέξω να αναφερθώ στο "βαρετό και αργό σινεμά του Θεόδωρου Αγγελόπουλου."

Μου έχει συμβεί πολλάκις, απλώς και μόνο να αναφερθώ στο όνομα του σκηνοθέτη και να εισπράξω μια αδικαιολόγητη επιθετικότητα είτε λεκτική είτε συγκεντρωμένη σε μία σύσπαση του προσώπου. Δέχομαι κάποιος να μου πει πως είδε και δεν του άρεσε γιατί α, β, γ.... αλλά να έχει "πλήρη" άποψη και άρνηση δίχως να έχει δει έστω και ένα απόσπασμα το θεωρώ τουλάχιστον προσβλητικό. Κάποτε είχα το κουράγιο και την υπομονή να διαθέσω λίγο χρόνο (χαμένο) για να ακούσω τα επιχειρήματα τα οποία και περιορίζονταν στην (φημολογούμενη) ταχύτητα και στα μονοπλάνα (sic!)...πλέον όχι, προβαίνω άμεσα με τη σειρά μου σε αφορισμό αρκετά επιθετικό, αν δεν έχεις δει μη μιλάς γιατί δεν ξέρεις.

Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από το χαμό του διοργανώθηκε ένα μίνι αφιέρωμα προβολών σε διάφορους αθηναϊκούς κινηματογράφους. Είδα ξανά το Ταξίδι στα Κύθηρα σε μία γεμάτη αίθουσα. Δε νομίζω πως διαθέτω τις λέξεις εκείνες τις ικανές να περιγράψουν τα συναισθήματά μου τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη λήξη της προβολής. Ευτυχώς για το σύνολο του έργου του υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία και όχι μόνο στα ελληνικά, αν και η εμπειρία της θέασης υπερβαίνει τις αναλύσεις.

Θυμήθηκα όμως μια ιστορία που συνέβη πριν χρόνια και για μένα είναι χαρακτηριστική της επίδρασης που μπορεί να έχει η τέχνη στον άνθρωπο.

Στα πρώτα επαγγελματικά τους βήματα κάποιοι φίλοι, πρώην συμφοιτητές, αποφάσισαν να ενώσουν τις οικονομικές τους δυνάμεις και να συγκατοικήσουν στο ποθητό αθηναϊκό κέντρο. Το σπίτι δεν άργησε να μετατραπεί σε κέντρο διερχομένων λόγω της στρατηγικής του θέσης. Η ύπαρξη προτζέκτορα του έδωσε επιπλέον ένα χαρακτήρα κινηματογραφικό με απανωτές προβολές για όλα τα γούστα. Ένα βράδυ, μετά από πολλές αναβολές, αποφασίζεται η προβολή της ταινίας Το λιβάδι που δακρύζει. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων τις ενστάσεις που θα διατυπωθούν ήμασταν αποφασισμένοι να πολεμήσουμε για την επιλογή μας. Μην τα πολυλογώ το δωμάτιο γέμισε ασφυκτικά, νομίζω ότι ήμασταν πάνω από δέκα άτομα, οι ενστάσεις κατέληξαν στο βρόντο και η προβολή ξεκίνησε. Μετά από ένα νευρικό πεντάλεπτο κατά τη διάρκεια του οποίου οι παρόντες επιχειρούσαν κυρίως να βολευτούν στα - αυτοσχέδια στην πλειοψηφία τους- καθίσματα, επικράτησε μια ανατριχιαστική σιωπή, απίστευτη πραγματικά. Σχεδόν τρεις ώρες μετά, η λήξη της ταινίας μας βρήκε όλους γοητευμένους αν και σωματικά ταλαιπωρημένους. Η τουαλέτα απέκτησε ουρά αφού κατά τη διάρκεια κανείς δεν πήγε να την επισκεφτεί. Τα κινητά, μετά από ένα μήνυμα που ακούστηκε στα πρώτα λεπτά, πέρασαν στο αθόρυβο. Κανείς δεν κοιμήθηκε και κανείς δεν το μετάνιωσε. Μια παρέα ετερόκλητων ατόμων ως προς τα γούστα και τις προτιμήσεις κατάφερε να συνυπάρξει σε αρμονία και να βιώσει την εμπειρία του σινεμά των δημιουργών.

Νομίζω πως υπεύθυνη για το στερεότυπο είναι σε μεγάλο βαθμό η ξενομανία ως προς την καλλιτεχνική αυθεντία. Μη νομίζετε πως είναι μόνο δικό μας χαρακτηριστικό. Φίλος μου Ιταλός, που πραγματικά αγαπούσε το παγκόσμιο σινεμά μου εξομολογήθηκε κάποτε πως δεν είχε ποτέ του παρακολουθήσει ταινία των μεγάλων του ιταλικού σινεμά γιατί πίστευε πως δε θα του αρέσει. Όταν είδε το 8 1/2 άλλαξε γνώμη...

Τα στερεότυπα πρέπει να σπάνε και όχι να αναπαράγονται. Αν δε θες να δεις μη δεις αλλά μην εκφέρεις άποψη ρε γαμώτο.

 υ.γ Επίσης αν θες να έχεις άποψη για τα αγγελοπουλικά μονοπλάνα (και με την προϋπόθεση πως ξέρει τι σημαίνει στην κινηματογραφική ο όρος) θα σου πρότεινα να δεις απλώς την αρχή από την ταινία Το βλέμμα του Οδυσσέα...