Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Η Μυστική Γραφή - Sebastian Barry








Η εκατοντάχρονη Ροσίν, τρόφιμος της ψυχιατρικής κλινικής του Ροσκομόν, αποφασίζει να αφηγηθεί τη ζωή της μέχρι τη στιγμή που πέρασε τις πύλες του ιδρύματος, πάνω από μισό αιώνα πριν. Κρύβει τα χειρόγραφα κάτω από το ξύλινο πάτωμα σηκώνοντας με προσοχή μια ελαττωματική σανίδα. Η έτερη αφηγηματική φωνή που παρεμβάλλεται ανήκει στο δόκτορα Γκρεν, διευθυντή της κλινικής. Το ίδρυμα πρόκειται σύντομα να κατεδαφιστεί και οι ασθενείς θα μεταφερθούν σε μια νέα, υπερσύγχρονη μονάδα, με λιγότερες κλίνες. Για το λόγο αυτό ο Γκρεν αναλαμβάνει να αξιολογήσει το σύνολο των ασθενών ώστε να εισηγηθεί ποιοι από τους τρόφιμους μπορούν να λάβουν εξιτήριο. Η Ροσίν απαντά κοφτά στις ερωτήσεις του ψυχιάτρου. Όταν εκείνος φεύγει, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, ξεθάβει τα χαρτιά της και συνεχίζει την εξιστόρηση. Καθώς περνούν οι μέρες, ο Γκρεν συλλαμβάνει τον εαυτό του να δείχνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την περίπτωση της Ροσίν, από το σύνηθες επαγγελματικό.

Ο Μπάρυ επιλέγει τη σύνθεση δύο προσωπικών ημερολογίων και αναδεικνύει δύο κεντρικούς χαρακτήρες, τη Ροσίν και τον Γκρεν, μέσα από την εναλλαγή αφηγητή. Χτίζει σταδιακά την ιστορία των δύο ηρώων φροντίζοντας να τη σηματοδοτεί με γεγονότα που σημάδεψαν την Ιρλανδία κατά τη διάρκεια του τελευταίων εκατό χρόνων. Επιλογή που από τη μία φανερώνει την τεχνική ικανότητα του Μπάρυ ενώ από την άλλη επιτρέπει στο βιβλίο να πατήσει επιτυχώς και στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος. Η Ροσίν είχε την ατυχία να είναι διαρκώς στην πλευρά των χαμένων είτε εξαιτίας του πατέρα της, είτε λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, είτε απλώς γιατί ήταν γυναίκα σε μια ανδροκρατούμενη περίοδο. Ο συγγραφέας αποφεύγει να πάρει θέση, ειδικά στη θρησκευτική διαμάχη καθολικών και προτεσταντών. Δίνει όμως τη δυνατότητα στη Ροσίν να καταγράψει η ίδια την ιστορία της, στην οποία για χρόνια έμεινε αμέτοχη, με τις μόνες σχετικές μαρτυρίες να είναι αλλότριες. Δίπλα στην εξαρχής τραγική φιγούρα της Ροσίν, ο συγγραφέας, σταδιακά φέρνει στο φως και τη ζωή του Γκρεν, αρχικώς αδιάφορη, υπό συνθήκες πολιτικά και ιστορικά ηπιότερες, τελικώς όμως ανίκανη να δραπετεύσει από το ποδοβολητό της Ιστορίας.

 Όμως, η αδιαμφισβήτητη τεχνική αρτιότητα του κειμένου δε στάθηκε αρκετή για να ικανοποιήσει τις αναγνωστικές μου προσδοκίες. Δε βρήκα θύρα, στο αψεγάδιαστο οικοδόμημα του Μπάρυ, για να μπω, απέμεινα έτσι αμήχανος απέξω να το κοιτάζω, να διακρίνω τη λεπτομέρεια στην περιγραφή, τον πλούτο της γλώσσας. Από τα παράθυρα έβλεπα ανθρώπους αδύναμους να περιδιαβαίνουν τον ιρλανδικό χειμώνα, μάταια να προσπαθούν να ορθώσουν παράστημα απέναντι στη σκοτεινή τους μοίρα. Έμαθα αρκετά για την ιρλανδική ιστορία, εκ των οποίων αρκετά γνώριζα και διέκρινα αντιστοιχίες με την ιστορία του τόπου μας. Όμως δεν παρασύρθηκα, δεν ταυτίστηκα. Παραδέχομαι με τη λογική την τραγικότητα της ιστορίας των ηρώων, κυρίως της Ροσίν, αλλά συναισθηματικά δε με άγγιξε. Ένα κορμί τέλειο, στην περιγραφή ποθητό, μα δίχως τη σπίθα που φωτιά ανάβει, άψυχο, χαμένο στην τελειότητά του. 

Ο συγγραφέας φρόντισε να ανεβάσει ρυθμούς καθώς όδευε προς το τέλος, δημιουργώντας έτσι μια κορύφωση συνοδευόμενη από μια ανατροπή - αν και μάλλον αναμενόμενη - που όμως δε στάθηκε ικανή να με εμπλέξει συναισθηματικά. Μια βόλτα στο διαδίκτυο θα αναδείξει τη μοναξιά της γνώμης μου, αφού το μυθιστόρημα του Ιρλανδού συγγραφέα έτυχε - ως επί το πλείστον - διθυραμβικής υποδοχής.




Μετάφραση Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Καστανιώτη




Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Σήμερα το μπλογκ έχει γενέθλια! Γίνεται τριών!




                                                                                                         (photo by Arttaf)



Η επετειακή αυτή ανάρτηση αποτελείται από αρκετά ευχαριστώ, μία (μάλλον) αποκάλυψη ενώ θα ολοκληρωθεί με τον καθορισμό του δώρου.

Νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω όλους εκείνους τους αφανείς "συνεργάτες", χωρίς τη συμβολή των οποίων το μπλογκ δε θα ήταν αυτό που σήμερα είναι. Τεχνικές συμβουλές, αισθητικές ενστάσεις, προτάσεις επί του περιεχομένου και της μορφής, ενδελεχές πέρασμα του κάθε κειμένου για εντοπισμό ορθογραφικών και συντακτικών ατοπημάτων, συμβολή στη διάδοση του ιστολογίου. Η βοήθεια δεν περιορίζεται στα παραπάνω αλλά περιλαμβάνει και όλα εκείνα τα μαγικά συστατικά, συχνά δύσκολα στην περιγραφή, που συνθέτουν την ανθρώπινη επαφή· έμπνευση, θραύσματα συζητήσεων, βόλτες βραδινές στην πόλη, βιώματα και νήματα, καθημερινότητα. Κυρίως γι' αυτά διατυπώνεται αυτό το ευχαριστώ.

No14Me = No One For Me = Κανείς Για Μένα

Φαντάζομαι πως το όνομα του μπλογκ έρχεται σε αντίθεση με αρκετούς από τους βασικούς κανόνες του μάρκετινγκ λόγω μιας πιθανής σύγχυσης που προκαλεί ο συνδυασμός αριθμών και γραμμάτων. Ας είναι. Οι τότε συνθήκες επέβαλαν μια νέα αρχή και το όνομα αυτό, που ακροβατεί επάνω στο λεπτό νήμα που χωρίζει την πίστη στο Εγώ από τη θλίψη της μοναξιάς, ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό. Τρία χρόνια μετά υπάρχουν αρκετοί...

Μετά τις ευχαριστίες και τις εξομολογήσεις έφτασε η στιγμή να καθορίσω το δώρο που θέλω να μου κάνετε! Σας ζητώ λοιπόν να μου προτείνετε ένα βιβλίο (όποιος θέλει και παραπάνω μπορεί, χατίρια δε χαλάω!) Χωρίς να βγείτε στα μαγαζιά και δίχως να ξοδέψετε χρήματα, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να αφήσετε το δώρο σας στα σχόλια κάτω από την ανάρτηση!    


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Τα Λημέρια του Λύκου - Χαβιέρ Μαρίας





Τελειώνοντας το πρώτο έτος της σχολής, ο δεκαεπτάχρονος Μαρίας το σκάει για το Παρίσι όπου θα περάσει το καλοκαίρι του 1969, συχνάζοντας σχεδόν αποκλειστικά σε κινηματογράφους που προβάλουν αμερικανικές ταινίες των δεκαετιών του τριάντα, του σαράντα και του πενήντα. Είναι η εποχή που το κινηματογραφικό γίγνεσθαι στο Παρίσι καθορίζεται από τη nouvelle vague και το περιοδικό Cahiers du cinéma. Η επαφή με τον αμερικανικό κινηματογράφο θα αποτελέσει το κύριο υλικό για το πρώτο του μυθιστόρημα, τα Λημέρια του Λύκου. Η δράση εκτυλίσσεται στη Βόρεια Αμερική, συγγραφική επιλογή που αποτέλεσε εμπόδιο  στην αρχική αποδοχή του βιβλίου, καθώς το 1971, έτος έκδοσης του μυθιστορήματος, μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ισπανίας απαιτούσε (και) από τη λογοτεχνία να είναι στρατευμένη στην ανατροπή του δικτάτορα Φράνκο.

Η έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου, βασίστηκε στην αναθεωρημένη, από τον ίδιο το συγγραφέα, έκδοση του μυθιστορήματος το 1987, για την οποία ο Μαρίας έγραψε και έναν εισαγωγικό πρόλογο, αποκαλύπτοντας αρκετές λεπτομέρειες γύρω από την περίοδο εκείνη. Αν και αρκετά διαφορετικό από τα μετέπειτα έργα του, τα οποία τον καθιέρωσαν ανάμεσα στους σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς (δεν είναι λίγοι εκείνοι άλλωστε οι οποίοι τον θεωρούν φαβορί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας), ο Μαρίας όχι μόνο δεν αποκήρυξε το έργο της πρώτης νεότητος αλλά επιχείρησε να βελτιώσει μερικές αδυναμίες, ορατές στα μάτια του δημιουργού.

Μυθιστόρημα σπονδυλωτό, με σχετικά χαλαρή σύνδεση των επιμέρους ιστοριών,  επιτρέπει την ανάγνωσή του και ως συλλογή διηγημάτων, καθένα από τα οποία είναι αφιερωμένο και σε ένα κινηματογραφικό είδος. Τον πυρήνα της υπόθεσης συνθέτει η διάλυση της οικογένειας Τάγκερ το 1922, συμβάν που θα σκορπίσει τα μέλη της στα τέσσερα σημεία του αμερικανικού βορρά και θα πυροδοτήσει την οργιώδη φαντασία του νεαρού Μαρίας. Οι πρωταγωνιστές (μαφιόζοι, αστέρες του κινηματογράφου, μοιραίες γυναίκες, ιδιωτικοί αστυνομικοί αμφιβόλου ηθικής, σκλάβοι που επαναστατούν, πλούσιοι που πιστεύουν πως το χρήμα αγοράζει τα πάντα), τα σκηνικά ( κακόφημα μπαρ, έρημος, φυλακές, επαύλεις πλουσίων, το λαμπερό Χόλυγουντ)  και οι υποθέσεις των ιστοριών (ο αμερικανικός εμφύλιος, η  ποτοαπαγόρευση, ο αγώνας των σκλάβων για απελευθέρωση, το αμερικανικό όνειρο, το Χόλυγουντ και η κινηματογραφική βιομηχανία) αποπνέουν ξεκάθαρα άρωμα Αμερικής, βασική επιδίωξη άλλωστε του συγγραφέα.

Ο γρήγορος ρυθμός, στα χνάρια του μοντάζ των ταινιών, συντελεί τα μέγιστα στην κινηματογραφική αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση. Η χαλαρή σύνδεση ανάμεσα στις ιστορίες και η «αβέβαιη» προέλευση και κατάληξη αρκετών χαρακτήρων, τελικώς δεν αποτελούν μειονέκτημα για το ξεχωριστό αυτό βιβλίο - φόρο τιμής (μέσω και της παρωδίας) στον αμερικανικό κινηματογράφο. Θα μπορούσε να γίνει τεράστια συζήτηση γύρω από τις ταινίες πίσω από τις διασκευασμένες ιστορίες του Μαρίας αφού ο ίδιος αποφάσισε να αφαιρέσει το κομμάτι του επιλόγου με την ονομαστική παράθεση των επιρροών του.  

Βιβλίο πραγματικά υπέροχο, ιδιαίτερα για τους λάτρεις του (παλιού) αμερικανικού σινεμά, που όμως δεν συνίσταται ως πρώτη γνωριμία με τον σπουδαίο Χαβιέρ Μαρίας, καθώς δεν είναι αρκούντως αντιπροσωπευτικό του συνολικού έργου του Ισπανού δημιουργού.



Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη


υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση/παρουσίαση για το μυθιστόρημα του Χαβιερ Μαρίας, Καρδιά τόσο άσπρη και εδώ το συλλογισμό πίσω από την απόφαση να συνεχίσω το ταξίδι μου στον κόσμο του Ισπανού συγγραφέα με τα Λημέρια του Λύκου!

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)



Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Ο Ήρωας της Γάνδης - Νίκος Καχτίτσης









" Ο αναγνώστης θα θυμάται ότι στην εισαγωγή ενός πρόσφατου βιβλίου μας, με το οποίο δώσαμε στη δημοσιότητα, μεταφρασμένες από τα φλαμανδικά, τις τελευταίες σελίδες κάποιου Σ.Π., που είχε να δώσει λόγο για τις πράξεις του, αναφέραμε μ' απογοήτευση πως στάθηκε αδύνατο ν' ανακαλύψουμε το πραγματικό όνομα του συγγραφέα, παρ' όλες τις ενέργειες που κάναμε, απευθυνόμενοι σε διάφορες αποικιακές αρχές της Αφρικής και της Ευρώπης. (...)

Βρισκόμαστε τώρα σε θέση να πληροφορήσουμε το φιλόμουσο ελληνικό κοινό, που με καταφανή αδημονία θα περιμένει να εκπληρώσουμε την υπόσχεσή μας, πως στο μεταξύ οι αγώνες μας καρποφόρησαν."

Ήδη από το εισαγωγικό σημείωμα -που αποδίδεται στον εκδότη-, ο Καχτίτσης επιχειρεί να δημιουργήσει την απαραίτητη ένταση και να εξάψει την περιέργεια του αναγνώστη. Δε φείδεται μέτρου αναφερόμενος στην επιτυχία που γνώρισε η έκδοση του Εξώστη και τις έντονες συζητήσεις που προκάλεσαν οι αποκαλύψεις σχετικά με τις τελευταίες μέρες του Σ.Π. στην Αφρική. Υπό τις παραπάνω συνθήκες, ο εκδότης καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανακαλύψει λεπτομέρειες γύρω από τον συγγραφέα του ημερολογίου και τελικώς δικαιώνεται. Μέσω ταχυδρομείου λαμβάνει πολύτιμα στοιχεία για τον ήρωα καθώς επίσης ανέκδοτα χειρόγραφα και αποκόμματα από εφημερίδες, με τα οποία και ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό η ιστορία του Σ.Π.

(Ο ήρωας της Γάνδης αποτελεί τη συνέχεια του Εξώστη και δύσκολα στέκει σαν αυτόνομη ανάγνωση. Αναπόφευκτα η παρουσίαση περιέχει αρκετά στοιχεία που είναι πιθανό να στερήσουν μέρος της απόλαυσης από τον επίδοξο αναγνώστη -εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση για τον Εξώστη- οπότε συνεχίζετε με δική σας ευθύνη!)


Το κουβάρι των στοιχείων αρχίζει να ξεδιπλώνεται με την αποκάλυψη του ονόματος του ήρωα που κρυβόταν πίσω από τα αρχικά Σ.Π., Στοππάκιος Παπένγκους. 

Ο συντάκτης της επιστολής έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο πλευρό της οικογένειας Παπένγκους. Ο πατέρας του δούλευε για χρόνια ως αμαξάς και του είχε παραχωρηθεί ένα μικρό σπίτι, για εκείνον και την οικογένειά του, δίπλα στην έπαυλη των Παπένγκους στη Γάνδη. Το στοιχείο αυτό προσδίδει αξιοπιστία στη μαρτυρία σχετικά με τη ζωή του Στοππάκιου και τις αιτίες που τον ανάγκασαν να φύγει κυνηγημένος στην Αφρική.  

Ο Στοππάκιος, γόνος πλούσιας οικογένειας της Γάνδης, υπήρξε, σύμφωνα πάντα με τον αφηγητή, χαρακτηριστικό παράδειγμα κακομαθημένου νέου εξαιτίας της αδυναμίας που έτρεφε η μητέρα του, Σολάνζ, στον μονάκριβο υιό της. Κάθε επιθυμία του αποτελούσε διαταγή, το κόστος δε στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τα καπρίτσια του. Φύση ανικανοποίητη, χαρακτηριζόταν από την τάχιστη απώλεια του όποιου ενδιαφέροντος του προκαλούσαν αρχικώς πρόσωπα, καταστάσεις ή πράγματα. Δημιουργούσε με τη φαντασία συνθήκες πρόσκαιρης ευτυχίας, ιδίως στον αισθηματικό τομέα. Σε νεαρή ηλικία θα αρρωστήσει βαριά και θα αναγκαστεί να περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιο ελβετικό σανατόριο. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή του θα διαδραματίσει κατά τα φαινόμενα η σχέση του με το Χέλμουθ που υπήρξε παιδικός του φίλος. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αφηγητής δε θα σταματήσει λεπτό να αφήνει αιχμές σχετικά με το ρόλο του Στοππάκιου στον πόλεμο και την πολιορκία της Γάνδης από τον εχθρό.  

Όμως, στη σκιά του "ήρωα" στέκει ο αφηγητής. Περισσότερο θεατής της ζωής του Στοππάκιου, παρά κύριος της δικής του. Η καταγραφή της παρούσας επιστολής αποτελεί τη μεγάλη του στιγμή, την ευκαιρία του να βγει στην κεντρική σκηνή και να εκφράσει ελεύθερα και δίχως φόβο την άποψή του για τα γεγονότα, να ορίσει εκείνος για μια φορά τη ζωή του Στοππάκιου. Καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να κρύψει τα ποταπά συναισθήματα που τρέφει για το πρώην αφεντικό του καθώς τη μεγάλη αυτή στιγμή δε χωρούν μικρότητες, έχει το ύψιστο καθήκον να αποκαλύψει την αλήθεια, να φέρει στο φως τις σκοτεινές εκείνες σελίδες της ιστορίας του τόπου του.   

Στο κείμενο είναι διαρκής η αίσθηση της συγγραφικής φάρσας, του κωμικού. Ο Καχτίτσης φροντίζει να ανανεώνει διαρκώς την αίσθηση ετούτη, κάτι το οποίο απουσίαζε εντελώς από τον Εξώστη ή τουλάχιστον κρυβόταν καλά πίσω από το μετα-καφκικό αίσθημα τρόμου που απέπνεαν οι νοτισμένες σελίδες από το ημερολόγιο του Σ.Π. Στον Ήρωα της Γάνδης αρκετά στοιχεία της υπόθεσης αποκτούν άλλη βαρύτητα και φλερτάρουν πότε με την παραβολή και πότε με την υπερβολή. Θα ήταν νομίζω ελλιπές να προσεγγίσει κάποιος το βιβλίο μόνο υπό το πρίσμα της προσωπογραφίας ή να μείνει πιστός στα όρια της ιστορίας.

Στον Ήρωα της Γάνδης δεν ολοκληρώνεται απλώς η ιστορία του Στοππάκιου, αλλά παίρνει και τελική μορφή το αρχικό όραμα του συγγραφέα. Σαφέστατο δείγμα μοντερνισμού, με μια υποβόσκουσα διάθεση ειρωνίας απέναντι στον αυστηρό ρεαλισμό. Ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες πέραν της κεντρικής ιστορίας του Στοππάκιου, αναδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα στην υποβολή. Ιδιοφυώς προσωπικό παρά τη φαινομενική διάθεση του Καχτίτση να παραμείνει μακριά από την εμβέλεια του φωτός.  

Η επανέκδοση του Εξώστη από τις Εκδόσεις Κίχλη αποτέλεσε την αφορμή να γνωρίσω αυτόν τον πραγματικά ξεχωριστό συγγραφέα. Ο Ήρωας της Γάνδης, σε άκοπο τόμο των Εκδόσεων στιγμή, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη στη βιβλιοθήκη αγαπημένου συγγενικού προσώπου που δε δίστασε στιγμή να μου το εμπιστευτεί! 

  

Εκδόσεις Στιγμή



Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Το γονίδιο της αμφιβολίας – Νίκος Παναγιωτόπουλος






Στο (όχι και τόσο μακρινό) μέλλον το «τεστ Τσίμερμαν» ανιχνεύει την ύπαρξη του γονιδίου της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μια απλή και ανώδυνη εξέταση αίματος έρχεται να ξεχωρίσει τους πραγματικούς καλλιτέχνες από το σωρό των επίδοξων. Το «τεστ Τσίμερμαν» αρχικά θα γίνει δεκτό με ειρωνική διάθεση από την επιστημονική κοινότητα αλλά γρήγορα θα επικρατήσει ως ο αλάθητος κριτής. Αρκετοί δημιουργοί θα αρνηθούν να υποβληθούν στο τεστ ενώ κάποιοι πιο τολμηροί θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων στη θέα των αποτελεσμάτων. Και οι δύο ομάδες θα περάσουν στο περιθώριο. Πρώην καταξιωμένοι συγγραφείς θα δουν τα βιβλία τους να αποσύρονται σταδιακά από την αγορά καθώς το αναγνωστικό κοινό δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη στα αποτελέσματα του τεστ. Οι κριτικοί θα αντιμετωπίσουν την επαγγελματική απαξίωση καθώς πλέον δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με την αξία ενός έργου, γεγονός που καθιστά αυτομάτως τη γνώμη τους περιττή. Από μικρή ηλικία οι γονείς γνωρίζουν αν το παιδί τους έχει κάποια καλλιτεχνική κλίση ή όχι. Τα ταλαντούχα παιδιά υπογράφουν παχυλά συμβόλαια πριν ακόμα μάθουν να γράφουν.

Ο James Wright στάθηκε τυχερός στα πρώτα συγγραφικά του βήματα. Τόσο η συλλογή διηγημάτων, όσο και το μυθιστόρημα που εξέδωσε γνώρισαν τη θερμή υποδοχή των κριτικών και αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Όμως το τρίτο βήμα δεν ήταν το αναμενόμενο και αποτέλεσε την αφετηρία μιας πτωτικής πορείας. Όταν ο εκδότης του ζήτησε να υποβληθεί στο «τεστ Τσίμερμαν» - το οποίο είχε ήδη επικρατήσει- ως όρο για την έκδοση του καινούριου του βιβλίου, εκείνος αρνήθηκε. Μάταια επιχείρησαν να του αλλάξουν γνώμη οι κοντινοί του άνθρωποι και κυρίως η γυναίκα του, εκείνος έμεινε σταθερός στην άρνησή του θεωρώντας προσβλητική την υποβολή στο τεστ. Αρκετά χρόνια μετά, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, ετοιμοθάνατος, θα πιάσει πάλι μολύβι και χαρτί για να διηγηθεί την ιστορία του και να αποτίσει φόρο τιμής στην αμφιβολία.

Ο συγγραφέας χτίζει μαεστρικά μια δυστοπία στην οποία η βεβαιότητα του επιστήμονα έρχεται να στερήσει την αμφιβολία του καλλιτέχνη. Τα συνεχή επιτεύγματα στο χώρο της βιολογίας αναγκάζουν τον καλλιτέχνη να ορμήσει προς υπεράσπιση της υπερπολύτιμης γι’ αυτόν αμφιβολίας πριν να είναι αργά και η φαντασία μετατραπεί σε πραγματικότητα. Μυθιστόρημα που στηρίζεται στο εύρημα με το συμβολική ονομασία «τεστ Τσίμερμαν». Ο συγγραφέας υπηρετεί την κεντρική ιδέα μέχρι τέλους, της προσφέρει υποευρήματα απαραίτητα για να αναπνεύσει και συνεχείς ανατροπές που διατηρούν την αναγνωστική περιέργεια. Δεν αρκείται απλώς στο δίπολο επιστήμη-τέχνη αλλά με βάση αυτό διατυπώνει έναν ευρύτερο προβληματισμό σε ζητήματα που άπτονται της βιοηθικής, χωρίς να λείπουν οι κοινωνικοπολιτικές αναφορές. Κύριο γνώρισμα των έργων επιστημονικής φαντασίας  αποτελεί άλλωστε η χρήση του ευρήματος ως σύμβολο και η απαραίτητη δεύτερη ανάγνωση ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου.

Ο κόσμος που γεννά η φαντασία του Παναγιωτόπουλου αποτελεί προέκταση του παρόντος λίγα χρόνια μετά, τρομακτικά οικείος καθώς το σπέρμα από το οποίο γεννήθηκε δεν είναι δύσκολο να διακριθεί στην απλή καθημερινότητα. Η δράση λαμβάνει χώρα μίλια μακριά από την Ελλάδα και ελάχιστα είναι εκείνα που μαρτυρούν την καταγωγή του δημιουργού.  Επιλογή στρατηγικής σημασίας, η αίσθηση του εξωτερικού φαντάζει πιο οικεία στα μάτια του Έλληνα αναγνώστη ως σκηνικό δράσης ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας. 

Γλώσσα απλή, στα όρια του μειονεκτήματος, θύμα του κεντρικού ευρήματος, που φαίνεται να αποτελεί όμως συγγραφική επιλογή στα χνάρια σπουδαίων μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας.

Το Γονίδιο της αμφιβολίας πρωτοκυκλοφόρησε το 1999 από τις Εκδόσεις Πόλις. Μετά από χρόνια, η πρόσφατη επανακυκλοφορία του από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο ήρθε να καλύψει την απουσία του βιβλίου από την αγορά. Δεν άργησε να περάσει τα ελληνικά σύνορα καθώς έχει ήδη μεταφραστεί στα γερμανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα σλοβενικά, τα σερβικά, τα κινεζικά και τα πορτογαλικά. 



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)


Εκδόσεις Μεταίχμιο




Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Όποιος αγαπά μισεί - Silvina Ocampo/ Adolfo Bioy Casares







Ο Ουμπέρτο Ούμπερμαν, ομοιοπαθητικός ιατρός αλλά και ερασιτέχνης διασκευαστής κλασικών έργων για τον κινηματογράφο, αποφασίζει να πάει διακοπές κάπου ήσυχα, σκοπεύοντας να συνδυάσει την ξεκούραση με τις κατάλληλες εκείνες συνθήκες που θα του επιτρέψουν να αφιερωθεί στο Σατυρικό του Γάιου Πετρώνιου. Το Μπόσκε ντελ Μαρ, απομονωμένο θέρετρο γνωστό για τα λουτρά του, φαντάζει ιδανικό. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του, μια αμμοθύελλα θα αποκόψει το ξενοδοχείο από τον έξω κόσμο. Το επόμενο πρωί, μια νεαρή ένοικος του ξενοδοχείου θα βρεθεί δηλητηριασμένη. Όλοι είναι πιθανοί ένοχοι.

Η Οκάμπο και ο Κασάρες υπογράφουν από κοινού αυτή την αστυνομική νουβέλα, που μοιάζει αρκετά με άσκηση ύφους. Στηρίζονται στις βάσεις της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας αλλά δεν παραλείπουν να αφήσουν το προσωπικό τους στίγμα, φλερτάροντας διαρκώς με την παρωδία αυτής. Η ανάγνωση αφήνει μια διαρκή αίσθηση αλλαγής κατεύθυνσης της ιστορίας, κάτι που μάλλον οφείλεται στην τακτική που ακολούθησαν οι δύο δημιουργοί κατά τη συγγραφή. Μοιάζει πιθανό η νουβέλα να αποτελεί προϊόν σκυταλοδρομίας μεταξύ των δύο, δηλαδή ο καθένας να έγραφε μέχρι ένα σημείο και από εκεί να συνέχιζε ο άλλος πριν παραδώσει ξανά τη γραφομηχανή, αλλά κάτι τέτοιο δεν παύει να παραμένει απλώς μία υπόθεση. Διατρέχοντας τις σελίδες, ακολουθώντας την εξιχνίαση του εγκλήματος, πέρασα και εγώ στο ρόλο του ερευνητή προσπαθώντας να διακρίνω πιθανά στοιχεία που θα μαρτυρούσαν την ύπαρξη δύο συγγραφέων πίσω από το κείμενο· έρευνα μέσα στην έρευνα. 

Η νουβέλα δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, έχει κάποια σημεία αξιόλογα και τεχνικά είναι άρτια αλλά μάλλον ως εκεί. Η ιστορία δεν είναι ικανή να παρασύρει τον αναγνώστη παρά τις συνεχείς ανατροπές και τους καλοδουλεμένους χαρακτήρες. Η διάθεση για παρωδία δεν επιτρέπει τη δημιουργία της, απαραίτητης στην αστυνομική λογοτεχνία, υποβλητικής ατμόσφαιρας. Ενδιαφέρον έχουν πάντως οι βιβλιοφιλικές αναφορές, κυρίως από τη μεριά του αστυνομικού επιθεωρητή που είναι μέγας λάτρης της λογοτεχνίας. Γενικώς το ενδιαφέρον περιορίζεται μάλλον στο φιλολογικό σκέλος παρά στο λογοτεχνικό.

Η Οκάμπο και ο Κασάρες (Η εφεύρεση του Μορέλ) υπήρξαν ζευγάρι και μαζί με τον κουμπάρο τους, Μπόρχες, συνέθεσαν μια δραστήρια λογοτεχνική ομάδα, υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της σύγχρονης αργεντίνικης λογοτεχνίας. Ο Κασάρες με τον Μπόρχες συνυπέγραψαν αρκετά έργα, ενώ οι τρεις τους συνεργάστηκαν στην "Ανθολογία φανταστικής λογοτεχνίας" που κυκλοφόρησε το 1940.




Μετάφραση Πέγκυ Πάντου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Λοιμός - Αντρέας Φραγκιάς







"Κάποια μέρα που φυσούσε δυνατά, κάποιος ρώτησε: <<Μπορώ να πιω νερό; >> Κι' ήταν πολύ φυσικό γιατί έσκαβε από το πρωί, η άμμος έτριζε τα δόντια του και τα χείλια του είχαν ξεραθεί. Για να κάνεις όμως ο,τιδήποτε, πρέπει να σου το επιτρέψουν. Είναι νόμος."

Οι κρατούμενοι στη σωφρονιστική αποικία δεν έχουν μήτε όνομα, μήτε παρελθόν. Φτάνουν με πλοία και τοποθετούνται από τους φύλακες στους τάφους που έσκαψαν γι' αυτούς οι παλιότεροι. Η καθημερινότητα προσδιορίζεται μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια από πλήθος νόμων και διαταγών, συχνά αντικρουόμενων. Η εξαντλητική σωματική εργασία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ημέρας, τη νύχτα επιστρέφουν στους τάφους ευχόμενοι να μην παραμιλήσουν στον ύπνο τους. Η ηγεσία, μέσω των οργάνων της, στοχεύει περισσότερο στην ψυχική, παρά στη σωματική, εξόντωση των κρατουμένων. Συνεχής απόπειρα διαίρεσης του πληθυσμού μέσω επιβραβεύσεων και τιμωριών. Καψόνια, βασανιστήρια, παραλογισμός. Καταπιεστές και καταπιεζόμενοι. Μια ζοφερή πραγματικότητα.

Μια μέρα δια νόμου, επιβάλλεται το κυνήγι της μύγας. Κάθε κρατούμενος υποχρεούται παράλληλα με τις υπόλοιπες εργασίες του να συγκεντρώνει είκοσι μύγες και να τις παραδίδει στην αρμόδια υπηρεσία περισυλλογής μυγών. Γρήγορα οι μύγες αποκτούν τεράστια αξία και ανταλλάσσονται με φαγητό και νερό καθώς αναπτύσσεται τάχιστα η μαύρη αγορά. 

Ο βιωματικός χαρακτήρας του κειμένου έντονος, η προσωπική εμπειρία του συγγραφέα στην εξορία ενισχύει τον καφκικό τρόμο με ισχυρότατες δόσεις ρεαλισμού. Ο Φραγκιάς αρνείται να βαδίσει στα γνωστά και πολλάκις πατημένα μονοπάτια της αυτοβιογραφικής ηρωοποίησης διαμέσου της, γεμάτης με καταγγελίες, ημερολογιακής περιγραφής. Δε στοχεύει στην παράθεση απλώς του προσωπικού αλλά επιδιώκει (και πανηγυρικώς επιτυγχάνει) την εξύψωση του ατομικού βιώματος στη σφαίρα του οικουμενικού. Με γλώσσα απλή και αποφεύγοντας να προσδιορίσει τόσο τον τόπο όσο και το χρόνο, ο Φραγκιάς υπογράφει ένα έργο που μιλάει για τον κάθε καταπιεζόμενο στο πέρασμα των αιώνων. Σμιλεύει την εμπειρία και αφαιρεί, με τη σοφία τεχνίτη, τα στοιχεία εκείνα που θα αιχμαλώτιζαν τον αναγνώστη σε ένα συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Έτσι, σε κάθε μεριά του πλανήτη, ο "κόσμος" που περιγράφει ο συγγραφέας ξυπνάει στον αναγνώστη μνήμες και εικόνες φρίκης και ας μην έχει ποτέ του ακούσει για την Ικαρία και τα υπόλοιπα ελληνικά νησιά εξορίας. Ο αναγνώστης ελεύθερος να κάνει αντιστοιχίες και συνδέσεις με καταστάσεις του παρελθόντος αλλά και του σήμερα, εντός και εκτός συνόρων.

Εμφανής παρουσία στοιχείων στενής συγγένειας με το φιλοσοφικό ρεύμα του υπαρξισμού. Και μπορεί η προφανής συσχέτιση να γίνεται με την Πανούκλα λόγω της θεματικής αντιστοιχίας, αλλά το κείμενο διέπεται από το πρωταρχικό, κατά τον Καμύ, φιλοσοφικό ερώτημα της αυτοκτονίας. Το δικαίωμα στην αυτοκτονία φαντάζει το μοναδικό δικαίωμα των κρατουμένων, αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος της ρητής απαγόρευσης του από τις αρχές. Η αυτοκτονία ως ένα ακόμα όπλο στη φτωχή φαρέτρα των κρατουμένων στον αγώνα τους για διατήρηση της αξιοπρέπειας.

Ο αναγνώστης, που αγνοεί πως ο Φραγκιάς έζησε αρκετό καιρό ως εξόριστος, είναι πιθανόν να προσεγγίσει το Λοιμό υπό το πρίσμα της παραβολής και να το τοποθετήσει δίπλα σε σπουδαία έργα επιστημονικής φαντασίας που προφητεύουν δυστοπίες. Προσέγγιση όχι απαραίτητα λανθασμένη μα λειψή που στερεί το στοιχείο της μαρτυρίας από το κείμενο.


Ο Φραγκιάς είχε σαφέστατη γνώση της σύγχρονης -με αυτόν- ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Γνώση η οποία συνεπικουρεί την ανάγκη του συγγραφέα να καταθέσει το προσωπικό του βίωμα και τον οδηγεί με ασφάλεια, μακριά από κακοτοπιές και επαναλήψεις, στη δημιουργία ενός εμβληματικού έργου με σημαίνουσα θέση στο πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας.               


Εκδόσεις Κέδρος




Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Άγνοια




(Στον Νίκο.)

Ας παραμερίσουμε όσους δηλώνουν γνώστες των πάντων, ανίκανοι πια να δεχτούν το νέο, να βιώσουν το αίσθημα της ηδονής μπροστά στην ανυπόγραφη σελίδα.
Μέλη μιας κλίκας ολίγων και εκλεκτών, που έθεσαν για πάντα τη λογοτεχνία στο περιθώριο της ελίτ, αποστειρωμένη και εξηγήσιμη.
Πίσω από τα χαμόγελα των εκδηλώσεων ο φθόνος της επιτυχίας εκείνου ή του άλλου.
Διδακτισμός απαρχαιωμένου σχολικού προγράμματος. 
Δογματισμός και απαξίωση.
Αυτό σου αρέσει, εκείνο όχι.
Εγώ ναι, εσύ όχι.

Είναι η άγνοια το μέρος, όπου συχνά ανθίζουν οι καρποί της ανακάλυψης του νέου, μακριά από αλλότριες γνώσεις και δίχως παρωπίδες.
Είναι εκείνα τα βιβλία που μέχρι χτες αγνοούσαμε ικανά να καθορίσουν το αύριο.
Ας αφήσουμε την άγνοια να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη των αναγνωσμάτων μας.



Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Οι Ναυαγοί της Πασιφάης - Φαίδων Ταμβακάκης





Η Πασιφάη σαλπάρει από τη Χιλή για το τρίτο και δυσκολότερο σκέλος του ταξιδιού της. Οι τρεις ναυτικοί του πληρώματος αψήφησαν τη ναυτική παράδοση σύμφωνα με την οποία η Παρασκευή είναι μέρα κακότυχη  και ανοίχτηκαν στον Ειρηνικό Ωκεανό, θάλασσα άγνωστη που καμία σχέση δεν έχει με τον Ατλαντικό ή τη Μεσόγειο. Ο Γαβρήλος και ο Μιχάλης τρέφουν ελάχιστη εμπιστοσύνη για τον πλοίαρχο (Αντώνης). Λίγες μέρες μετά την αναχώρηση από το λιμάνι, και ενώ μια φάλαινα βάλθηκε να κολυμπάει στο πλάι τους, αντικρίζουν ένα νησί. Εύλογοι προβληματισμοί εκφράζονται σχετικά με εκείνο το κομμάτι γης μεσοπέλαγα αφού, σύμφωνα με το στίγμα του πλοίου, το νησί δεν εμφανίζεται στο χάρτη. Εικασίες, σκέψεις και ναυτικές ιστορίες  θα ακουστούν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Το πλήρωμα αποκοιμιέται. Κατά τι διάρκεια της νύχτας το πλοίο προσεγγίζει αθόρυβα την ακτή, έντρομοι οι τρεις θα ξυπνήσουν αλλά  παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που θα καταβάλλουν δε θα καταφέρουν να σώσουν την Πασιφάη. Τελευταία στιγμή την εγκαταλείπουν για να βρεθούν ναυαγοί στην παραλία αντιμέτωποι με το άγνωστο.

Ο Ταμβακάκης, στο γνώριμο σε αυτόν κόσμο της θάλασσας και των ναυτικών , μας διηγείται την ιστορία των ναυαγών της Πασιφάης σε ένα άγνωστο νησί του Ειρηνικού, ιδωμένη μέσα από την αφήγηση ενός εκ των τριών, του Μιχάλη. Η εμφάνιση της φάλαινας στα πρώτα κιόλας ναυτικά μίλια μοιάζει να ξεπηδάει από τις σελίδες του επιβλητικού έργου του Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπι – Ντικ. Βέβαια πίσω από κάθε ναυτική ιστορία θα βρίσκεται πάντα το ταξίδι του ομηρικού Οδυσσέα πίσω στην Ιθάκη που αποτελεί τον ορισμό του νόστου που νιώθει ο ταξιδιώτης για τον τόπο του. Το ναυάγιο της Πασιφάης και η έξοδος του πληρώματος στη στεριά παραπέμπουν σε σημαίνοντα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος και το Νησί των θησαυρών. Τέλος, η καθημερινότητα στο νησί, με τις αγωνίες, τους κινδύνους αλλά και τις εντάσεις μεταξύ των ναυαγών, φέρει κάτι από το αριστούργημα του Γκόλντινγκ, ο Άρχοντας των μυγών.

Αυτό όμως που περισσότερο από όλα απασχολεί τον συγγραφέα είναι το αίωνιο ζεύγος που συνθέτουν η μνήμη και ο χρόνος. Χωρίς αναμνήσεις  - σημειώνει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο -  ο χρόνος παραμένει στάσιμος. Με το πέρασμα του καιρού η ιδέα της επιστροφής στην πατρίδα όλο και ατονεί, ο νόστος δίνει τη θέση του στην επιθυμία του ορατού, το άγνωστο και αφιλόξενο περιβάλλον μετατρέπεται για τους ναυαγούς σε καθημερινότητα.   

Ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει στο μυθιστόρημά του τη μορφή ταξιδιωτικής μαρτυρίας. Χωρισμένο σε επτά κεφάλαια, καθένα από τα οποία αποτελείται από επτά υποκεφάλαια ενώ το κάθε υποκεφάλαιο συνθέτουν είκοσι τέσσερις παράγραφοι. Οι προτάσεις της κάθε παραγράφου ξεκινούν με το γράμμα του αλφαβήτου που αντιστοιχεί στον αριθμό της παραγράφου. Άσκηση ύφους που παραπέμπει στο λογοτεχνικό κίνημα Ουλιπό (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας).

Πέρα όμως από αναφορές και ασκήσεις ύφους, το μυθιστόρημα του Ταμβακάκη έχει την ιδιότητα να γοητεύσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη αφού καταφέρνει να συνδυάσει την αφύπνιση της παιδικότητας μέσω της περιπέτειας με την ωριμότητα της σκέψης και του προβληματισμού.
Ναυτικές ιστορίες με πρωταγωνιστές πειρατές, ναυαγούς, φαντάσματα, πνεύματα, ανθρωποφάγους λαούς και  κρυμμένους θησαυρούς. Το ναυάγιο σε ένα παρθένο μέρος και ο αγώνας για επιβίωση ιντριγκάρουν τη συγγραφική και αναγνωστική φαντασία στο πέρασμα των αιώνων. Κατασκευή εστίας, εξερεύνηση του μέρους, το απαραίτητο κυνήγι για την τροφή και η επαφή με τους ιθαγενείς αποτελούν τόπο κοινό δεκάδων έργων.

Όμως έντονη είναι και η άλλη πλευρά, του στοχασμού, σε κοινωνικό, φιλοσοφικό και  ανθρωπολογικό επίπεδο. Ο τρόπος αντίδρασης των τριών μπροστά στο άγνωστο, οι ευθύνες που διατίθεται ο καθένας είτε να πάρει είτε να επιρρίψει, η προσαρμοστικότητα και το ένστικτο της επιβίωσης, η οργάνωση της καθημερινότητας. Η μνήμη και η λήθη. Η νοσταλγία. Το σύστημα αξιών και η ηθική σε ένα καινούριο περιβάλλον. Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Η ανάγκη για έκφραση και δημιουργία. Η κυκλική επανάληψη της ιστορίας. Ο έρωτας.

Η παραβολική χρήση του μύθου και η δημιουργία ατμόσφαιρας αποτελούν τις μεγαλύτερες αρετές του Ταμβακάκη όπως αυτές εμφανίζονται στο μυθιστόρημα. Ικανότατος τεχνίτης της γλώσσας, καταφέρνει να ενσωματώσει στο κείμενο ένα λεξιλόγιο αρκετά εξειδικευμένο και απαιτητικό με όρους ναυτιλίας, βοτανικής, ζωολογίας και μυθολογίας. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση λειτουργεί θαυμάσια. Με σημείο παρατήρησης την τελευταία σελίδα και κοιτάζοντας προς τα πίσω,το τελικό αποτέλεσμα στέκει ακόμα πιο σύνθετο και γοητευτικό απ’ όσο φάνταζε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Κάποιες ενστάσεις σχετικά με την έκταση του κειμένου δεν είναι ικανές να αλλάξουν την άποψή μου σχετικά με την ομορφιά των ναυαγών της Πασιφάης.

Σημ. να ξαναδιαβάσω άμεσα τον Ροβινσώνα Κρούσο

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)



υ.γ Την παρουσίαση της νουβέλας του Ταμβακάκη, Η Υστάτη, μπορείτε να τη βρείτε εδώ.



Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας





Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Λορένς για πάντα (2012)






Το 2009, τάραξε τα νερά με την ημι-αυτοβιογραφική ταινία Σκότωσα τη μητέρα μου. Γεννημένος το 1989, έχει ήδη στο ενεργητικό του τρεις μεγάλου μήκους ταινίες, ενώ σύντομα θα ξεκινήσουν τα γυρίσματα της επόμενης. Ο λόγος για το παιδί θαύμα του γαλλόφωνου καναδικού σινεμά, Xavier Dolan. Δημιουργός  με φανατικούς θαυμαστές και πολέμιους.


Ο Λορένς είναι καθηγητής λογοτεχνίας και συγγραφέας, διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής του και συγκατοικεί με την κοπέλα του, Φρεντ. Ο Λορένς ανέκαθεν ένιωθε γυναίκα φυλακισμένη σε αντρικό κορμί, ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Η σχέση του με τη Φρεντ θυελλώδης, γεμάτη πάθος. Η αναζήτηση της ηδονής διαρκώς επίκαιρη για ένα ζευγάρι που ωθεί στα άκρα κάθε πτυχή της κοινής του ζωής. Όταν ο Λορένς εξομολογείται στη Φρεντ το μυστικό του, όλα γίνονται πιο δύσκολα. Εκείνος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της επιλογής να ζήσει σύμφωνα με τα πραγματικά του θέλω, ενάντια σε προκαταλήψεις και εχθρικά βλέμματα. Εκείνη έρχεται αντιμέτωπη με την ξαφνική κατάρρευση της πραγματικότητας. Μια ερωτική ιστορία ιδωμένη από δύο οπτικές γωνίες.

Στο πλέον φιλόδοξο πρότζεκτ της μικρής του καριέρας, ο Ντολάν τα καταφέρνει υπέροχα. Με ωριμότητα εντυπωσιακή για την ηλικία του αποφεύγει τις κακοτοπιές και παραδίδει ένα φιλμ ιδιαιτέρως προσωπικό που όμως δεν πάσχει από δημιουργική ωραιοπάθεια. Πραγματεύεται με επιτυχία ένα θέμα αρκετά επίφοβο να αποπροσανατολίσει και να οδηγήσει σε μονοπάτια εμμονικά. Ενσωματώνει το κιτς και παραθέτει τη πραγματικότητα με τις κωμικοτραγικές της πλευρές. Αδιαφορεί για την πρόκληση, την κενή και στείρα, καταφύγιο συχνά της ανασφάλειας και της έλλειψης ταλέντου. Απαράμιλλη ικανότητα σοφής διαχείρισης πρωτίστως της ίδιας του της φαντασίας που μοιάζει οργιώδης.  Ο Ντολάν έχει μια ιστορία για να πει, γιατί πάνω και πρώτα απ' όλα το Λορένς για πάντα είναι μια δυνατή ιστορία αγάπης. Τα υπόλοιπα έπονται.


Η τεχνική αρτιότητα αποτελεί σίγουρα σύμμαχο στο όραμα του εκάστοτε σκηνοθέτη και ο, γεννημένος στο Κεμπέκ,  Ντολάν έχει την τύχη να πλαισιώνεται από ιδιαίτερα ταλαντούχους συνεργάτες. Το αποτέλεσμα ορατό από την πρώτη κιόλας σκηνή. Φωτογραφία αψεγάδιαστη που φανερώνει την ποπ διάθεση, εντυπωσιακά κάδρα και φανταστικό ρεπεράζ. Μουσικές επιλογές που σου καρφώνονται στο μυαλό, ντύνουν τις μουσικές σεκάνς που παρεμβάλλονται. Ερμηνείες εύστοχες δίχως υπερβολές. Ο Ντολάν σε ρόλο μαέστρου επιβλέπει και σκηνοθετεί.


Διαφωνώ με την άποψη της αλμοδοβαρικής επιρροής στο έργο του Ντολάν. Προφανώς και θα έχει υπόψιν του τις ταινίες του αλλά έχει καταντήσει λίγο μονότονο όλες οι ταινίες φύλου να θεωρούνται πνευματικά παιδιά του Ισπανού σκηνοθέτη. Κατά την ταπεινή μου άποψη οι βασικές επιρροές του Καναδού δημιουργού βρίσκονται στο γαλλόφωνο κινηματογράφο και ιδιαίτερα στις ταινίες του σπουδαίου Sébastien Lifshitz. 

Φαντάζομαι πως η τρίωρη διάρκεια και το θέμα αποτέλεσαν τον κύριο λόγο της χλιαρής υποδοχής της από το ελληνικό κοινό. Κρίμα, γιατί ήταν μια πραγματικά ιδιαίτερη ταινία.   


Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Ηλεκτρονική Ανάγνωση







Όσο περνάει ο καιρός οι e- readers πληθαίνουν με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι αναγνώστες να έρχονται σε επαφή με αυτά τα μηχανηματάκια που σκοπό έχουν να μας μαγέψουν και να μας πείσουν να εγκαταλείψουμε (ή έστω να απατήσουμε) το χάρτινο βιβλίο για χάρη του ψηφιακού!

Πριν καταθέσω τις ενστάσεις μου πρέπει να ομολογήσω πως η οθόνη ενός ηλεκτρονικού αναγνώστη καμία σχέση δεν έχει με εκείνη του υπολογιστή. Μία και μόνη δοκιμή θα σταθεί ικανή να σας πείσει. Επίσης διάφορες λειτουργίες όπως η σύνδεση στο ίντερνετ και η ύπαρξη λεξικού είναι αδιαμφισβήτητα χρήσιμες και λειτουργικές.

Γιατί τότε δεν αγοράζεις ηλεκτρονικό αναγνώστη;

Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους αρνούμαι (προς το παρόν τουλάχιστον) να αγοράσω έναν e-reader. Ο πρώτος λόγος είναι ξεκάθαρα συναισθηματικός. Αγαπώ την αίσθηση του χαρτιού στα δάκτυλά μου, τη θέα των βιβλίων στη βιβλιοθήκη, τις βόλτες στα παλαιοβιβλιοπωλεία, τους σελιδοδείκτες... Ο δεύτερος λόγος είναι οικονομικός. Πλέον η απόκτηση ενός ηλεκτρονικού αναγνώστη είναι αρκετά πιο φτηνή σε σχέση με το παρελθόν, όμως τα νούμερα της απόσβεσης δε μου βγαίνουν. Έχουμε το ακόλουθο προφίλ : συστηματικός αναγνώστης που διαβάζει κυρίως λογοτεχνία στα ελληνικά. Η ποσότητα των βιβλίων που διαβάζω μου δίνει αρχικώς ένα πλεονέκτημα ως προς τη γρήγορη απόσβεση αλλά το είδος και η γλώσσα το ελαχιστοποιούν, σχεδόν το μηδενίζουν. Οι διαθέσιμοι ηλεκτρονικοί τίτλοι στα ελληνικά είναι περιορισμένοι καθώς υπάρχουν αρκετοί εκδοτικοί οίκοι που δε διαθέτουν καν τα βιβλία τους σε ψηφιακή μορφή. Επίσης η διαφορά της τιμής δεν είναι μεγάλη (υπάρχει και η δικαιολογία του υψηλότερου φόρου που επιβαρύνει τα ηλεκτρονικά βιβλία). Υπολόγισα πρόχειρα πως θα χρειαζόμουν γύρω στα 75 βιβλία ώστε να κάνω απόσβεση της αγοράς μου... Τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά αν συνήθιζα να διαβάζω και σε κάποια άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής ή αν τα αναγνώσματά μου δεν περιορίζονταν στη λογοτεχνία, αφού θα είχα μεγαλύτερη γκάμα επιλογών και πρόσβαση σε τίτλους που δεν υπόκεινται στο νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας και επομένως η απόκτησή τους θα ήταν δωρεάν.

Νομίζω πως θα αγοράσω έναν e-reader όταν με το κακό αναγκαστώ να φύγω στα ξένα. Τότε, θα ζητήσω από τη μάνα μου αντί να μου ράψει πουλόβερ, να μου φορτώσει τη μνήμη με λογοτεχνία για τα κρύα βράδια!

Καιρό σκεφτόμουν να γράψω μια σχετική ανάρτηση και αφορμή στάθηκε η εβδομάδα "Διάβασε ένα e-book" από τις 3 έως τις 9 Μαρτίου. Σχετικά με την πρωτοβουλία αυτή ενημερώθηκα από το ιστολόγιο του Ηλεκτρονικού Αναγνώστη (το πλέον ενημερωμένο γύρω από την ηλεκτρονική ανάγνωση) και αποφάσισα να ανταποκριθώ στο κάλεσμα και να φιλοξενήσω το αντίστοιχο μπάνερ κατά τη διάρκεια της εβδομάδος αφού, παρά το γεγονός πως δεν είμαι "ηλεκτρονικός αναγνώστης", βρίσκω αξιόλογη την πρωτοβουλία αυτή.  Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά θα βρείτε εδώ.