Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Ζωνιανά Gold - Παρασκευάς Ακαμάτης







Μια κωμική δυστοπία ή μια δυστοπική κωμωδία (όπως αγαπάτε).


Βρισκόμαστε στο κοντινό μέλλον, οι συνέπειες της κρίσης είναι χειρότερες ακόμα και από τις πλέον απαισιόδοξες προβλέψεις. Η Αθήνα χωρισμένη στα δύο, σημεία ελέγχου φιλτράρουν την είσοδο στα βόρεια προάστια σε μια προσπάθεια να περιχαρακωθεί η ασφάλεια των προνομιούχων κατοίκων. Στο κέντρο οι συνθήκες είναι ζόρικες, τα συσσίτια δεν αρκούν, η κυκλοφορία χρήματος είναι σχεδόν μηδενική, η ανταλλαγή είναι η μόνη δίοδος, και η αλληλεγγύη, πάντα η αλληλεγγύη.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι τρεις – από ανάγκη – συγκάτοικοι, η Φρόσω, ο Ταρζάν και ο Παρασκευάς, προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες της άλλοτε απλής καθημερινότητας με αξιοπρέπεια και μη διστάζοντας να αναζητήσουν την ευτυχία κόντρα σε προγνωστικά και αναποδιές. Ζώο προσαρμοστικό ο άνθρωπος, που δεν παύει όμως να ονειρεύεται. 

Η ελληνική οικονομία αναζητά εναγωνίως μια καινοτόμο ιδέα που θα την οδηγήσει με ασφάλεια, μακριά από τα βράχια της κρίσης, στην ανάπτυξη και την ευημερία. Οι εκλογές είναι συχνό φαινόμενο, οι πολιτικοί ανακυκλώνονται από κόμμα σε κόμμα, προεκλογικές υποσχέσεις που εξανεμίζονται πριν ξημερώσει Δευτέρα. Φήμες από την Κρήτη αναφέρουν την ύπαρξη ενός χαρισματικού ηγέτη, το σύστημα προσπαθεί πρώτα να τον εξοντώσει και ύστερα να τον αγκαλιάσει. Κατάσταση ρευστή και αβέβαιη.

Ο συγγραφέας επιλέγει το δρόμο της σάτιρας, μιας σάτιρας πληγωμένης από την σκληρή πραγματικότητα που αγωνίζεται να υψώσει απάγκια γέλιου απέναντι στο λυσσασμένο άνεμο. Απόφαση υψηλού ρίσκου η διακωμώδηση καταστάσεων που προκαλούν την ανασφάλεια και το φόβο, καθώς ο αναγνώστης δεν αισθάνεται στο απυρόβλητο, υποψιάζεται πως ίσως το κύμα παρασύρει και εκείνον στο άμεσο μέλλον, πως ίσως πρωταγωνιστήσει αναγκαστικώς και δίχως να ερωτηθεί προηγουμένως σε μια αντίστοιχη ιστορία. Μια γλυκόπικρη γεύση αφήνει η πρόζα του Ακαμάτη, ένα συναίσθημα ανάμικτο.

Και αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι εύκολο να γίνει εικόνα, η ιστορία που διηγείται ο συγγραφέας διαθέτει, το απαιτούμενο στη σάτιρα,  στοιχείο υπερβολής. Η κρίση αποτελεί ευκαιρία – όπως ευαγγελίζεται γνωστό μότο – και οι ένοικοι της πολυκατοικίας αποφασίζουν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα εταιρείας παραγωγής του εξωτερικού και να γυρίσουν μια ερωτική ταινία με στοιχεία από την ελληνική πραγματικότητα.

Τα όρια της σάτιρας εγείρουν συχνά πολεμική. Η εμμονή  δύναται να οδηγήσει στην υπερβολή και κάπου εκεί ίσως χαθεί το στοίχημα για τον δημιουργό. Είναι δεκάδες τα παραδείγματα διάσημων κωμικών που έπεσαν θύματα των εμμονών τους και έγιναν καρικατούρες μονοδιάστατες. Ο Ακαμάτης φλερτάρει στενά με τα όρια, οι καταστάσεις στις οποίες κυριαρχεί το σεξ μοιάζουν να εγκλωβίζουν τη φαντασία του σε καλούπια, στερεότυπα δίχως την αρχική λάμψη.

Το τελικό πρόσημο είναι μάλλον θετικό εξαιτίας αυτής της αντίθεσης. Η σάτιρα και ο προβληματισμός, η εγγύτητα της δυστοπίας και η ανάγκη για γέλιο, η έλλειψη σοβαροφάνειας κατά την ανάλυση και την κατάθεση λύσεων, η ανάλαφρη αντιμετώπιση της πραγματικότητας που όμως αποδίδεται αρκετά ρεαλιστικά. Πρόζα ρέουσα παρά τη σεξουαλική επιμονή, σελίδες που γυρίζουν γρήγορα και γέλιο συνήθως αβίαστο συνθέτουν μια τίμια συγγραφική απόπειρα που φαίνεται να διαθέτει επίγνωση των ορίων της και αφήνει υποσχέσεις για στιγμές απόλαυσης κατά την ανάγνωση.




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)



Εκδόσεις Ωκεανίδα




Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Ο Αισθηματικός άντρας - Javier Marías







Η μνήμη, πάντα θα βρίσκει μια ακόμα κρυψώνα, όσο σκληρά και αν την κυνηγήσεις στους λαβύρινθους του μυαλού με σύμμαχο το χρόνο και τη λογική, εκείνη θα μεταμορφώνεται και θα υπομένει, μέχρι να βρεθεί η απρόσμενη ρωγμή για να ξεπηδήσει, και να ξεδιπλώσει ρόδα και αγκάθια. Ένα όνειρο, τέσσερα χρόνια μετά, θα φέρει τον αφηγητή της ιστορίας, διάσημο τραγουδιστή της όπερας, αντιμέτωπο με το παρελθόν, ξανά. Πριν η αίσθηση απομακρυνθεί και σβήσει, θα επιχειρήσει να καταγράψει το όνειρο, να συντάξει θαρρείς μια μεταχρονολογημένη καταχώρηση στο ημερολόγιο.

Το όνειρο ξεκινά με τον Λεών της Νάπολης - όνομα με το οποίο είναι γνωστός ο αφηγητής - να ταξιδεύει με τρένο για πολλοστή φορά σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξαιτίας του φόβου του για τα αεροπλάνα.

"Διάβαζα στο τρένο έναν τόμο με τα γεμάτα αλαζονεία απομνημονεύματα ενός Αυστριακού συγγραφέα. Αλλά καθώς σε κάποια στιγμή αυτό το διάβασμα με νευρίασε πολύ (πραγματικά εκείνη η αυγή με έβγαλε από τη βόλεψή μου) έκλεισα το βιβλίο και αντίθετα με τη συνήθεια που έχω, όταν ταξιδεύω με το τρένο, να κοιτάζω το τοπίο όταν δεν κουβεντιάζω ή δε διαβάζω ή δεν ξαναπερνάω νοερά το ρεπερτόριο μου ή όταν δεν ξαναφέρνω στη μνήμη μου στενοχώριες ή επιτυχίες, δεν κοίταξα κατευθείαν το τοπίο αλλά τους συνταξιδιώτες μου στο κουπέ. Η γυναίκα κοιμόταν, οι άντρες ήταν ξύπνιοι."

Πίσω από τον Αυστριακό συγγραφέα θα πόνταρα πως κρύβεται ο σπουδαίος Τόμας Μπέρνχαρντ, συγγραφέας με ιδιαίτερη κλίση στο "ξεβόλεμα" του αναγνώστη και εμφανή επιρροή στο έργο του Μαρίας.

Το τρένο έχει τελικό προορισμό τη Μαδρίτη, πόλη στην οποία ο αφηγητής πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, τελώντας υπό κηδεμονία μετά το χαμό της μητέρας του. Με την ενηλικίωση άφησε για πάντα πίσω του την ισπανική πρωτεύουσα, κόβοντας όλους τους δεσμούς και επιστρέφοντας σε εκείνη αποκλειστικά και μόνο για επαγγελματικές υποχρεώσεις. Η επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική επιβάλλει άλλωστε μια νομαδική ζωή, από πόλη σε πόλη, νύχτες μοναχικές σε πολυτελή μα παγωμένα ξενοδοχεία.

Ο αφηγητής θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στην παρατήρηση των τριών συνταξιδιωτών, καθώς το τοπίο, έξω από το παράθυρο της κουκέτας, περνά και χάνεται. Θυμίζει έντονα κινηματογραφική σεκάνς εισαγωγής· διαμέσου του αφηγητή, ο Μαρίας μας συστήνει τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, ενώ το τρένο μεταφέρει τους ήρωες στη Μαδρίτη όπου θα λάβει χώρα η κυρίως δράση, μια ιστορία ερωτική, σκοτεινή παρά τις λαμπερές στιγμές της κάθε αρχής.

Ένα από τα - πολλά - στοιχεία στη γραφή του Μαρίας που με γοητεύει, είναι το γεγονός πως δε διστάζει να αναφερθεί σε κάτι που θα συμβεί αρκετές σελίδες μετά, χωρίς να στερεί τελικώς τη μαγεία της αποκάλυψης από την ιστορία του. Σαν ταχυδακτυλουργός, εμφανίζει ξαφνικά μπροστά στα μάτια του αναγνώστη τον τελικό πίνακα σε ανάγλυφη μορφή, για να τον κρύψει σχεδόν αμέσως κάτω από ένα λευκό χαρτί. Τότε, αργά και μεθοδικά, αρχίζει να περνά τα μολύβια του πάνω από την επιφάνεια, η εικόνα σταδιακά αναδύεται και αποκτά διαστάσεις. Τεχνίτης ικανός, ξέρει να παίζει με τις σκιές και τις λεπτομέρειες, δείχνει να γνωρίζει όλες τις διαβαθμίσεις ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως και το βαθύ σκοτάδι.      


Ο Μαρίας μας ξεναγεί σε μια Μαδρίτη εφιαλτική, ελάχιστα φιλόξενη, όχι μόνο για τους ξένους αλλά και για τους δημότες της. Μας συστήνει ανθρώπους μοναχικούς να ωθούνται σε πράξεις ακραίες από την ανάγκη για αγάπη - ή μήπως από το φόβο της μοναξιάς; Μας παίρνει από το χέρι για να μας οδηγήσει στα παρασκήνια, μακριά από τους προβολείς της σκηνής, στον απόηχο του χειροκροτήματος μετά τη ρίψη της αυλαίας.




[ Με χαρά παρατηρώ τη "μανία" γύρω από το Μαρίας να εξαπλώνεται. Δεν ανακάλυψα τον τροχό, απλώς δε μπόρεσα να κρύψω - και γιατί να το κάνω άλλωστε; - τον ενθουσιασμό που μου προκάλεσε η επαφή με τον Ισπανό δημιουργό. Αρκετά ιστολόγια έχουν φιλοξενήσει από το Γενάρη και μετά παρουσιάσεις γύρω από βιβλία του Μαρίας, κάποιοι μπλόγκερς μάλιστα με κατηγόρησαν και ως ηθικό αυτουργό, δηλώνω ένοχος κύριες πρόεδρε! Το αστείο είναι πως αρκετοί φίλοι έχουν ήδη διαβάσει περισσότερα βιβλία του από μένα. Ο Αισθηματικός άντρας ήταν για μένα μόλις το τρίτο, είχαν προηγηθεί τα μυθιστορήματα Καρδιά τόσο Άσπρη, Τα Λημέρια του Λύκου.
Πρόσφατα η Ά. είχε την καλοσύνη να αναζητήσει και να εντοπίσει στα άδυτα της αποθήκης του Λιβάνη το - εμφανιζόμενο ως εξαντλημένο - μυθιστόρημά του ο Αιώνας. Την ευχαριστώ.
Αν κάποιος ξέρει κάτι σχετικά με το βιβλίο Όλες οι Ψυχές από τις εκδόσεις Κέδρος ας επικοινωνήσει.] 




Μετάφραση Μαρία Χατζηγιάννη
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
 


   

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Η νοσταλγία επικρατεί, οι προσδοκίες χάνουν συνεχώς έδαφος





Καθώς τα χρόνια περνούν, τα όνειρα δίνουν τη θέση τους στις αναμνήσεις, στιγμές περασμένες, ντυμένες πια με το μανδύα του χρόνου, επιλογή σοφή που κρύβει τις ατέλειες και αναδεικνύει τη γοητεία. Η λάμψη του νέου ωχριά μπροστά σε κείνη του παρελθόντος, η ασθενής μνήμη συμβάλλει σε αυτό. Τα σχέδια που δεν υλοποιήθηκαν, οι θυσίες που δεν έπιασαν τόπο, όλα αυτά αποτελούν βάρος στην πλάτη, δυσβάσταχτο για πτήσεις. Εμπιστευόμαστε ότι καλύτερα γνωρίζουμε, κρατάμε μικρό καλάθι στον αλλότριο ενθουσιασμό.

Είναι μια ανάρτηση που στριφογύρναγε εδώ και καιρό στο μυαλό μου, όλο την ανέβαλα όμως. Γεννήθηκε από την ενοχή που διακατέχει πολλούς αναγνώστες στον περίγυρό μου και όχι μόνο, ενοχή που σχετίζεται με τα "αριστουργήματα" που παραμένουν αδιάβαστα. Γι' αυτή την ενοχή ήθελα να μιλήσω.

Στην αρχή σκέφτηκα να το εντάξω στην κατηγορία "Δεν Καταλαβαίνω", ύστερα όμως το μετάνιωσα, θα έβγαινε αρκετά επιθετικό και άλλωστε είναι μία κατάσταση την οποία νομίζω πως καταλαβαίνω.

Απόρροια της ελιτίστικης στάσης - όχι απαραίτητα συνειδητής - αρκετών αναγνωστών που δε χάνουν ευκαιρία να δείχνουν με το δάκτυλο την άγνοια του συνομιλητή τους με φράσεις όπως : " μα δεν έχεις διαβάσεις Κάφκα;" ή "ο Οδυσσέας του Τζόυς δεν είναι για τον καθένα" ή "τώρα διάβασες Ντοστογιέφσκι; εγώ τον τελείωσα στην εφηβεία μου".  Θα το θέσω κομψά, κανείς δεν έχει διαβάσει τα πάντα, και κανείς δε θα το καταφέρει ποτέ. Η ανάγνωση δεν είναι διαγωνισμός, είναι απόλαυση.

Επανέρχομαι όμως στην εισαγωγή, για μένα είναι θέμα προσδοκιών. Δε θεωρώ κανένα βιβλίο αριστούργημα a priori, άσε που δε μου αρέσει και η λέξη αριστούργημα δηλαδή. Σέβομαι τον ενθουσιασμό με τον οποίο μιλάει κάποιος για το, άγνωστο σε μένα, βιβλίο που διάβασε, όσο πιο αυθεντικός και ειλικρινής τόσο μεγαλύτερη ευδαιμονία μου προκαλεί. Δεν τον φθονώ όμως, ούτε κατηγορώ τον εαυτό μου επειδή δεν έτυχε να έχω διαβάσει μέχρι τώρα το βιβλίο αυτό, δε νιώθω κατώτερος, απλώς ενημερώνω τη λίστα με τα προσεχώς. Προφανώς γύρω από κάποια βιβλία δημιουργούνται προσδοκίες - καθώς με τον καιρό το αναγνωστικό ένστικτο αποκτά χαρακτήρα -  γεγονός που τα βοηθάει στην αναρρίχηση προς την κορυφή της στοίβας, αλλά ως εκεί.

Αλλού κρύβεται ο φθόνος όμως για μένα. Φθονώ εκείνους που θα διαβάσουν  κάποιο από τα βιβλία εκείνα που με σημάδεψαν, τους φθονώ για την άγνοιά τους, τους φθονώ που θα αντικρίσουν εκείνες τις λέξεις για πρώτη φορά. Πρόσφατα, ένας αξιόλογος αναγνώστης δήλωσε στο facebook πως ξεκίνησε το Κουτσό του Κορτάσαρ, προφανώς και δεν έλειψαν τα σχόλια γύρω από την αργοπορία του, όμως εγώ σκεφτόμουν κάτι άλλο, σκεφτόμουν πως αν τώρα έπεφτε στα χέρια μου το Κουτσό για πρώτη φορά, τότε είμαι σίγουρος πως η ανάγνωσή του θα μου έσωζε τη ζωή, θα με βοηθούσε να ξεπεράσω τα πάντα, να βρω απαντήσεις στα μεγαλύτερα ερωτήματα, να κάνω το πιο υπέροχο ταξίδι.


Αυτό φθονώ, την αίσθηση της πρώτης φοράς.





Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Ο Αφρός των Ημερών - Μπορίς Βιάν [Μετά την (δεύτερη) ανάγνωση]








Είναι αυτή η οικεία αίσθηση της επιστροφής, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την τελευταία φορά, όσο αδύναμη και αν είναι η μνήμη. Καταχωνιασμένοι για καιρό οι ήρωες, έβγαιναν από τις σελίδες προσπαθώντας να ισιώσουν τα ρούχα τους που με τον καιρό είχαν τσαλακωθεί, επιχειρούσαν διακριτικές μα απαραίτητες διατάσεις, δεν αρνήθηκαν να πρωταγωνιστήσουν ξανά στην ίδια ιστορία, για χάρη μου.

Η μνήμη όντως αδύναμη, εν αγνοία της επέτεινε την απόλαυση. Διεσταλμένες κόρες και χαμόγελο στα χείλη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, η διάσωση μιας ανάμνησης. Φοβόμουν, είναι αλήθεια, την αποκαθήλωση του Αφρού των Ημερών εντός μου, φοβόμουν τα χρόνια που πέρασαν, την αναγνωστική αθωότητα που χάθηκε, τη νοσταλγία που επικρατεί στην απουσία της μνήμης. Αποφάσισα τελικά να μην αναζητήσω την προηγούμενη έκδοση ώστε να συγκρίνω τις μεταφράσεις, δε βρήκα το νόημα.


"Μόνο δύο πράγματα υπάρχουν: η αγάπη με τα ωραία κορίτσια, με όλους τους τρόπους, και η μουσική της Νέας Ορλεάνης ή του Ντιουκ Έλλινγκτον. Όλα τ' άλλα θα έπρεπε να εξαφανιστούν γιατί όλα τ' άλλα είναι άσχημα, και οι λίγες σελίδες που ακολουθούν ως απόδειξη βασίζονται στο γεγονός ότι η ιστορία είναι εξ ολοκλήρου αληθινή, γιατί τη φαντάστηκα απ' άκρη σ' άκρη."



Κεντρικός ήρωας ο Κολέν, τα διπλομύρια της κληρονομιάς του επιτρέπουν να ζει δίχως να εργάζεται, νιώθει όμως μοναξιά, θα ήθελε να ερωτευτεί. Τον επισκέπτεται συχνά ο Σικ, ο καλύτερός του φίλος, που έχει πάθος με τον Ζαν Σολ Παρτρ και ξοδεύει όλα του τα χρήματα συλλέγοντας οτιδήποτε σχετίζεται με εκείνον. Τους μαγειρεύει ο Νικολά, προσωπικός σεφ του Κολέν. Πηγαίνουν σε πάρτυ, χορεύουν με κοπέλες. Ο Σικ θα γνωρίσει την Αλίζ και η μοναξιά του Κολέν θα ενταθεί. Σύντομα όμως ο έρωτας θα χτυπήσει και τη δική του πόρτα!

Η ιστορία κοινότυπη μα παραμυθένια, μαγική. Είναι ο τρόπος να πεις μια ιστορία που την κάνει ξεχωριστή και μοναδική, και ο Βιάν ξεκάθαρα διαθέτει τον τρόπο. Δεν αποστρέφει το βλέμμα από την ασχήμια του κόσμου αλλά όπου μπορεί επεμβαίνει με την πένα του. Οι δρόμοι του Παρισιού θα ήταν λιγότερο άσχημοι και θορυβώδεις αν έφεραν όντως ονόματα μουσικών της τζαζ, οι αρρώστιες-άνθη θα ήταν λιγότερο τρομερές στο άκουσμά τους. Ο έρωτας και η αγάπη, η φιλία και η τζαζ κάνουν την πραγματικότητα πιο ανεκτή, πιο όμορφη. Ο Βιάν, γεννημένος με πρόβλημα στην καρδιά, το γνώριζε καλά αυτό, δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, δε θα έπρεπε να υπάρχει. 

Η παρουσία του Σαρτρ επιβλητική, από τη σάτιρα του Βιάν όμως δεν ξεφεύγει μήτε εκείνος μήτε οι θαυμαστές του. Οι σχέσεις των δύο στενές, η επιρροή της φιλοσοφίας του υπαρξισμού διακριτή. Δε νομίζω πως θα ήταν παράτολμο να χαρακτηρίσει κάποιος τον Αφρό των Ημερών ως την προσωπική προσέγγιση του Βιάν στον υπαρξισμό.

Τζαζ ακούγεται παντού, ο Έλλινγκτον δίνει το ρυθμό, δεκάδες ονόματα μουσικών παρελαύνουν. Ο Βιάν υπήρξε - ανάμεσα σε άλλα - μουσικός , ταγμένος στη τζαζ, λάτρης της μουσικής σκηνής της Νέας Ορλεάνης. Η τζαζ αποτελεί σημείο κατατεθέν της εποχής, μία από τις ελάχιστες χρονικές σημαδούρες σε ένα κείμενο εκτός τόπου και χρόνου, όπως συμβαίνει άλλωστε με τα όνειρα.

Το εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά θα σας πρότεινα να το αφήσετε για το τέλος. Είναι δεκάδες εκείνα που θα ήθελα να προσθέσω, για την υπόθεση, για τους τοίχους που μικραίνουν και μεγαλώνουν κατά βούληση, για τα νούφαρα που συνεχώς διψούν και τόσα άλλα υπέροχα αλλά και λυπηρά. Δε θα το κάνω όμως, σε αυτό το μυθιστόρημα θα έπρεπε να μπει κανείς σχεδόν γυμνός.



 υ.γ Προηγήθηκε και ανάρτηση πριν την ανάγνωση, αμέ! (εδώ)


Μετάφραση Μαρίνα Λεοντάρη, Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Νεφέλη 






Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ο Αφρός των Ημερών - Μπορίς Βιάν (Πριν τη δεύτερη ανάγνωση, χρόνια μετά)








Ντροπή μου αλλά δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι ποιος μου πρότεινε, και ύστερα μου δάνεισε, να διαβάσω τον Αφρό των Ημερών. Πάνε δώδεκα χρόνια από τότε, ίσως και δεκατρία. Υποψιάζομαι κάποιους, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Η ανάγνωση υπήρξε μια αποκάλυψη, διένυα βλέπετε την πρώτη αναγνωστική φάση, δίψα ακόρεστη και φαντασία παρθένα. Το μυθιστόρημα αυτό, το πρώτο βιβλίο του Βιάν που διάβασα ποτέ - ακόμα δε γνώριζα την πολυσχιδή καλλιτεχνική προσωπικότητα του Γάλλου δημιουργού - με μάγεψε και άμεσα με έστειλε πάλι πίσω στο βιβλιοπωλείο να αναζητήσω οτιδήποτε έφερε στο εξώφυλλο το όνομά του. Αν και μου άρεσαν, έμεινα με το αίσθημα της απογοήτευσης, δεν έμοιαζαν με τον Αφρό των Ημερών.

Ονειρικό. Έτσι θα περιέγραφα το μυθιστόρημα, αν κάποιος με ρωτούσε. Ως όνειρο, με έντονα χρώματα και παράξενα σχήματα έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μου. Τι και αν οι λεπτομέρειες έχουν χαθεί; Για μένα πάντα οι διάδρομοι από άνθη θα μεταβάλλουν κατά βούληση το σχήμα τους, πότε απόμακροι και πότε με την επιθυμία να αγγίξουν τα κορμιά που τους διατρέχουν.

Μετά την ανάγνωση το επέστρεψα. Τα επόμενα χρόνια το αγόρασα τρεις φορές με σκοπό να το τοποθετήσω στη βιβλιοθήκη μου, και τις τρεις το έκανα δώρο. Υπήρξαν κάποιοι που δε με πίστεψαν όταν τους είπα - αφού πρώτα τους ζάλισα σχετικά με το πόσο υπέροχο μυθιστόρημα είναι - πως δεν το έχω για να τους το δανείσω.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γράμματα και μπορεί κάποιος - νομίζω ακόμα - να το βρει στο βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία. Είναι από τα βιβλία που είναι συστηματικά σε προσφορά. Κάποτε, στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου της Πάτρας, ένας γνωστός, κρατώντας ένα αντίτυπο στο χέρι του, αναφωνούσε : "Αντί να πας για έναν καφέ, με τα ίδια χρήματα αγοράζεις ένα βιβλίο, δεν είναι φοβερό;".

Η πρόσφατη επανακυκλοφορία, από τις Εκδόσεις Νεφέλη, σε νέα μετάφραση, με εξέπληξε ευχάριστα. Μοιράστηκα το νέο με μία φίλη. "Ευτυχώς" μου είπε "γιατί η προηγούμενη μετάφραση είχε πολλά προβλήματα", έμεινα να την κοιτάω με απορία και έκπληξη. Μιλούσαμε άραγε για την ίδια έκδοση; Αποδείχτηκε πως ναι, εκείνη το είχε παρατήσει στη μέση, εγώ το είχα απολαύσει μέχρι την τελευταία σελίδα. Δεν έχω άποψη για εκείνη τη μετάφραση, δε θυμάμαι να μου είχε τραβήξει κάτι την προσοχή. Ίσως φταίει που ήμουν "νέος αναγνώστης", ίσως πάλι, η δύναμη του κειμένου να ξεπέρασε ακόμα και την κακή μετάφραση. Την παρούσα μετάφραση υπογράφουν η Μαρίνα Λεοντάρη και η Μαρία Παπαδήμα. Η παρουσία της Παπαδήμα - και μόνο για τη μετάφραση στα ελληνικά του Βιβλίου της Ανησυχίας - αποτελεί εγγύηση ως προς το τελικό αποτέλεσμα, το μεταφραστικό έργο της Λεοντάρη μου είναι άγνωστο. Θα είχε ενδιαφέρον πάντως να μπορούσα να συγκρίνω τις δύο μεταφράσεις, θα δούμε.

Από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισα στο βιβλιοπωλείο, αισθάνθηκα πως είναι η κατάλληλη στιγμή να επιστρέψω στην αγκάλη ενός παλιού αγαπημένου, να δοκιμάσω τη σχέση μας στο χρόνο, να θέσω το ρεαλισμό απέναντι στη νοσταλγία.

Σύντομα - φαντάζομαι - θα βγει και στις ελληνικές αίθουσες η καινούρια ταινία του πολύ ταλαντούχου Μισέλ Γκοντρί, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Βιάν. Πραγματικά δε θα μπορούσα - μέχρι αποδείξεως του εναντίου βέβαια - να σκεφτώ ιδανικότερο σκηνοθέτη για να μεταφέρει τον Αφρό των Ημερών στη μεγάλη οθόνη.  Εδώ μπορείτε να δείτε το τρέιλερ. Η ανάγνωση πρέπει να προηγηθεί.

Το 2012 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γνώση το graphic novel σε εικονογράφηση Marion Mousse.

Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν έχετε δικαιολογίες να μην κολυμπήσετε στον Αφρό των Ημερών, εγώ ετοιμάζομαι να βουτήξω ξανά!


Η ανάγνωση ξεκινά.

"Ο Κολέν μόλις είχε τελειώσει την τουαλέτα του."

 


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Η Πορνογραφία - Βιτόλντ Γκόμπροβιτς








«Καθήστε τώρα να σας πω μια άλλη περιπέτειά μου, και να μη με λένε Γκόμπροβιτς, αν δεν είναι η πιο σημαδιακή απ’ όσες έχω ζήσει στη ζωή μου»


1943, η Πολωνία είναι υπό πλήρη γερμανική κατοχή. Οι φίλοι του Βίτολντ πασχίζουν να συνεχίσουν τον μποέμικο τρόπο ζωής, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τις εξωτερικές συνθήκες. Κάθε Τρίτη μαζεύονται σε ένα μικρό διαμέρισμα και σε κατάσταση μέθης – για την οποία το αλκοόλ δε φέρει πάντα την αποκλειστική ευθύνη – γυροφέρνουν συνεχώς τα ίδια θέματα· θεός, τέχνη, λαός, προλεταριάτο. Η αιώνια συζήτηση γύρω από την αλλαγή.

Την ίδια ώρα που η κατάσταση στην πρωτεύουσα είναι σχεδόν ασφυκτική, στην επαρχία η ζωή συνεχίζεται σε ρυθμούς σχεδόν φυσιολογικούς. Παρέα με τον άγνωστο και μυστηριώδη Φρεντερίκ, θα αποδεχτούν την πρόσκληση να περάσουν μερικές μέρες στην έπαυλη του Ιππό, φίλου του Βίτολντ, σπρωγμένοι από την περιέργεια της ανακάλυψης του άγνωστου.

Τα επαρχιακά ήθη, η βαρύτητα της θρησκείας στην καθημερινότητα και η νιότη – κυρίως αυτή – θα αποτελέσουν πρόκληση για το δίδυμο. Και ενώ ο Βίτολντ θα αρκεστεί στο ρόλο του παρατηρητή, ο Φρεντερίκ δε θα διστάσει στιγμή να διαφθείρει και να προκαλέσει. Η κόρη του Ιππό, λογοδοσμένη με το γιο ενός μεγαλοκτηματία μα – υποσυνείδητα – ερωτευμένη με έναν νεαρότερό της, θα βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των δύο πρωτευουσιάνων. Ο Φρεντερίκ στο ρόλο ενός σκηνοθέτη – δημιουργού δίνει συνεχώς σκηνικές εντολές στους ηθοποιούς – μαριονέτες και είναι τέτοια η επιρροή του σε αυτούς ώστε εκείνοι του εμπιστεύονται τυφλά τις ζωές τους αδυνατώντας να προβάλλουν την παραμικρή αντίσταση. Ο ερεθισμός, η προδοσία, η απάτη, η υπόσχεση. Στην ατελή νιότη, εκεί κρύβεται κάθε ελπίδα για τη νέα ομορφιά, τη νέα ποίηση. Ο ποιητής δεν αρκείται όμως στην αναζήτηση, φλέγεται από την επιθυμία να στολίσει, να δώσει μορφή στο ατελές, μα πολλά υποσχόμενο, υλικό του. 

Με διάχυτα τα επαρχιακά στερεότυπα, το μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φολκλορικό ταυτόχρονα όμως και ποιητικό, εξαιτίας της διαρκούς παρουσίας του υπαινιγμού αλλά και του τρόπου με τον οποίο ο Γκόμπροβιτς χειρίζεται τη γλώσσα. Η αίσθηση της φάρσας, η μεταφυσική χροιά και η λατρεία του συγγραφέα για το ατελές αποτελούν βασικούς άξονες για την προσέγγιση του μυθιστορήματος. Και η Ιστορία, δε θα μπορούσε να απουσιάζει η Ιστορία σε μια περίοδο τόσο ταραγμένη για την Πολωνία αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Στην ηρεμία της πολωνικής επαρχίας οι φήμες για το αντάρτικο δίνουν και παίρνουν, πλήγματα σημαντικά στον κατακτητή μαρτυρούνται, η ελπίδα συντηρείται, ο αγώνας συνεχίζεται.

Δε θα διστάσω να εμπιστευτώ το ένστικτό μου· στην Πορνογραφία υπάρχουν επιρροές από το μυθιστόρημα του Μπουλγκάκοφ, ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα. Υποψία που επιβεβαιώνεται στη σκηνή που ο Φρεντερίκ με τον Βίτολντ παρευρίσκονται στην εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία.

Η έκδοση του Ηριδανού συνοδεύεται από ένα ιδιαιτέρως κατατοπιστικό και πλήρες επίμετρο, με κείμενα του ίδιου του συγγραφέα (αν και θα χρειαστεί να επαναλάβω την άποψή μου πως τα συνοδευτικά κείμενα κάθε έκδοσης θα έπρεπε να βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου και όχι στην αρχή αυτού...). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στον Μπόρχες (ο Γκόμπροβιτς έζησε πολλά χρόνια εξόριστος στην Αργεντινή): «Εγώ και ο Μπόρχες είμαστε δύο αντίθετα πράγματα, εκείνος είναι ριζωμένος στη λογοτεχνία ενώ εγώ είμαι στην πραγματικότητα αντιφιλολογικός.» Είναι νομίζω αυτή η επιφανειακή άρνηση του φιλολογικού που καθιστά τόσο ιδιαίτερο τον τρόπο γραφής του Πολωνού συγγραφέα και δίνει την αίσθηση του άναρχου αποτελέσματος που όμως γρήγορα υποχωρεί καθώς τα νήματα της ιστορίας κάνουν την εμφάνισή τους και η διονυσιακή πλευρά του αναγνώστη ξυπνά, σελίδα τη σελίδα, από το λήθαργό της.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)




Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης
Εκδόσεις Ηριδανός






Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Έκτακτο παράρτημα






Νιώθω την υποχρέωση, από το μικρό αυτό βήμα που μου αναλογεί, να εκφράσω την αντίθεσή μου στη χθεσινοβραδινή φασιστική σίγαση της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Επιμένω στο δημόσια, η ΕΡΤ είναι δημόσια και όχι κρατική όσο και αν κάποιοι επιμένουν στη σύγχυση των όρων.

ΕΡΤ δεν είναι μόνο η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, είναι αρκετά περισσότερα.  
ΕΡΤ δεν είναι μόνο οι φίρμες που συνοδεύουν την κάθε νέα κυβέρνηση και αμείβονται πλουσιοπάροχα πριν βρουν καταφύγιο σε πολιτικά γραφεία και υπουργεία. 
Οι "ορθολογιστές" που έστειλαν την αστυνομία να κατεβάσει τους πομπούς είναι οι ίδιοι που μέχρι πρόσφατα συνέχιζαν την πρόσληψη συμβούλων και ειδικών...

Φαντάζομαι πως η συνδρομή μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ δε θα ανασταλεί, φαντάζομαι επίσης πως οι υποχρεώσεις προς τρίτους (βλ. αποζημιώσεις, συμφωνίες εκατομμυρίων για μεταδόσεις αγώνων κτλ) θα βοηθήσουν το χρέος να γίνει ακόμα πιο βιώσιμο...

Πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν ήταν τα πάντα καλώς καμωμένα, μεγάλο μερίδιο ευθύνης βαραίνει και τους ίδιους τους εργαζόμενους. Όμως όταν πονάει το κεφάλι δεν το κόβεις, προσπαθείς να διαγνώσεις την πάθηση και να την γιατρέψεις.

Αποφάσισαν και διέταξαν το σκοτάδι, μέχρι και το ψηφιακό αρχείο κατεβάσανε... Μόνο μία παράταξη χαιρέτισε την απόφαση με τη δεξιά χείρα τεταμένη...


υγ Ούτε εγώ έβλεπα τηλεόραση, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.


Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Χέρτσογκ - Saul Bellow








Κάποιες φορές, η τύχη συναντά την έμπνευση, το ένστικτο την εμπειρία και η επιλογή του επόμενου βιβλίου αποπνέει μαγεία και απόλυτη ικανοποίηση της επιθυμίας. Δε συμβαίνει συχνά ευτυχώς, θα χανόταν η λάμψη.

Περιγραφή αναγνωστικής επιθυμίας: αμερικάνικο, πυκνογραμμένο και πολυσέλιδο, εγκεφαλικό με δράση σχεδόν στατική, άντρα πρωταγωνιστή, σαραντάρη, κάπως αποτυχημένο σε αντίθεση με το αμερικάνικο όνειρο που τον περιστοιχίζει, μελαγχολικό.

Και μόνο η ανάμνηση από την ανάγνωση της νουβέλας του Σώλ Μπέλοου, Άδραξε τη Μέρα, στάθηκε αρκετή. Η επιλογή ήταν εύκολη, ήταν το μοναδικό βιβλίο που έδειχνε να πληρεί τις προδιαγραφές. Δικαίωση.

Ο Μόουζες Χέρτσογκ είναι ένας εμβληματικός χαρακτήρας, ένας αντιήρωας στο πατρόν του οποίου "ράφτηκαν" αρκετοί μετέπειτα μεγάλοι της αμερικανικής λογοτεχνίας.


"Και αν μου ΄χει στρίψει, τι μ' αυτό, σκέφτηκε ο Μόουζες Χέρτσογκ.
  

Ο Χέρτσογκ είναι σαρανταπεντάρης, καθηγητής πανεπιστημίου. Πρόσφατα χωρισμένος για δεύτερη φορά, ζει μακριά από τα δύο παιδιά του. Προσπαθεί να βρει ισορροπία. Η θεωρία υπήρξε γι' αυτόν ανέκαθεν πιο οικεία, καταφύγιο από τη βαβούρα του έξω κόσμου, τόπος πρόσφορος για λύση σε κάθε πρόβλημα. Οι δυσκολίες γεννιούνται στα απλά και καθημερινά πρακτικά ζητήματα· η διαχείριση μιας σχέσης, όχι ως ανθρωπολογική μελέτη αλλά στην τριβή της συμβίωσης, για παράδειγμα. Η μοναξιά τον βρίσκει απροετοίμαστο - ανάθεμα αν υπάρχει κάποιο σχετικό εγχειρίδιο. Επιχειρεί να αναλύσει τα δεδομένα, συντάσσει επιστολές για να κατακεραυνώσει και να αποδείξει, δεν τις στέλνει ποτέ. Ακολουθεί τις μέρες στην αέναη εναλλαγή τους, κινήσεις σπασμωδικές, αναποφασιστικότητα. Αυτό που πριν λίγο έμοιαζε σωστό τώρα φαντάζει η χείριστη δυνατή επιλογή. Κάπως έτσι περιδιαβαίνει τον κόσμο, προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, να ακολουθήσει την κοινή λογική, δεν τα καταφέρνει. Μερικές φορές επιχειρεί δειλά να βγει από το καβούκι του για να διεκδικήσει ότι του αναλογεί, μάταια.

Επιβράδυνα σκόπιμα την ανάγνωση, ακολούθησα βήμα βήμα τις εγκεφαλικές διαδρομές του Χέρτσογκ, ταυτίστηκα με το παράπονό του, εκτίμησα τις απόπειρες - εκ των προτέρων καταδικασμένες - να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό, να δώσει μια ακόμα χαμένη μάχη. Μίσησα τους εχθρούς του, συγκινήθηκα από τους ανέλπιστους συμμάχους. Τρόμαξα στη θέα της αποδοχής της ματαιότητας, της παράδοσης.

Είναι από τις αναρτήσεις εκείνες που η συναισθηματική φόρτιση μοιάζει αδύνατο να κρυφτεί, ο φόβος πως θα μοιραστείς κάτι ιδιαιτέρως προσωπικό είναι παρών. Πολλά εκείνα που θα χωρούσαν σε αυτή την ανάρτηση, αρκετά και εκείνα που περισσεύουν. Θα αρκεστώ σε ένα φινάλε στερεοτυπικό μα ειλικρινές: ο Μπέλοου είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας και ο Χέρτσογκ ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.



Μετάφραση Δημήτρης Στεφανάκης
Εκδόσεις Το Βήμα βιβλιοθήκη   


Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Ήσυχες μέρες στο Κλισί - Henry Miller






Οι μέρες στο Κλισί δεν ήταν πάντοτε ήσυχες, για την ακρίβεια δεν ήταν σχεδόν ποτέ. Ήταν γεμάτες ένταση, πάθη, έρωτες, ελπίδες, έμπνευση, αλκοόλ, ξενύχτια. Υπήρχαν όμως πάντα εκείνες οι στιγμές, αργά το απόγευμα ή νωρίς το πρωί, που το φως ημέρευε την ψυχή.  Χρόνια μετά, στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, ο συγγραφέας αναπολεί, η ζωή στο Παρίσι ντύνεται το μανδύα της νοσταλγίας· η χαμένη νιότη, τα βουλεβάρτα και η ξεγνοιασιά, οι γυναίκες, κυρίως εκείνες. Αφήγηση εντόνως αυτοβιογραφική, ζωή μποέμικη που μοιάζει με μυθοπλασία· όμως τι άλλο είναι η λογοτεχνία άραγε αν όχι η απομαγνητοφώνηση της πραγματικότητας; Η φυσική ακολουθία των ημερών εκμηδενίζει το αίσθημα του ρίσκου, τα σημάδια της μοίρας ερμηνεύονται με ποικίλους τρόπους. "Αν αφεθείς σε οδηγάει ο δρόμος." 

Δεν είχα διαβάσει Μίλερ ποτέ πριν, με απωθούσε η περιρρέουσα φημολογία σχετικά με τις σεξουαλικές εμμονές στο έργο του· δεν ήταν θέμα ταμπού αλλά αισθητικής. Εδώ και μήνες είχα φροντίσει να προμηθευτώ  τη - σχεδόν εξαντλημένη - έκδοση από το Μεταίχμιο σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Μου την πρότειναν ως την καλύτερη ανάμεσα σε όσες κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Το βιβλίο περίμενε καρτερικά στην - περίφημη πια - στοίβα με τα προσεχώς. Ο Χάουαρντ Τζέικομπσον, στην Αστική Ζωολογία (βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση Μπαμπασάκη και τη σχετική ανάρτηση μπορείτε να τη βρείτε εδώ), κάνει συνεχής αναφορές στον Μίλερ, τόσο στη ζωή όσο και στο έργο του. Στάθηκε έτσι η αφορμή.

Οι πληροφορίες ήταν αρκετά ακριβής, μεγάλο μέρος του έργου καταλαμβάνουν οι αναφορές στο σεξ, λεπτομερείς περιγραφές φέρνουν τον αναγνώστη κοντά στο όριο να νιώσει ηδονοβλεψίας. Μια κλειδαρότρυπα τοποθετεί ο συγγραφέας και μας καλεί να κοιτάξουμε διαμέσου αυτής, αφού πρώτα σκύψουμε και κλείσουμε το ένα μάτι. Η αλήθεια είναι πως κάποιες στιγμές με ενόχλησε, με κούρασε μάλλον είναι πιο σωστό να πω, μου χάλασε λίγο τη μαγεία που εξέπεμπε το Παρίσι του '30, δε λειτούργησε ως αντίστιξη. Φαντάζομαι πως στην εποχή του ήταν πρωτοποριακό, σε μένα πάντως φάνηκε λίγο παρωχημένο, πρόκληση για την πρόκληση.

Δε γίνεται να μην αναγνωρίσω και αρκετές λογοτεχνικές αρετές, που όμως δυστυχώς χάθηκαν πίσω από το δέντρο του σεξ. Η ικανότητά του στις περιγραφές, η συνεχής εναλλαγή του εσωτερικού με το εξωτερικό, η ποιητική χρήση της γλώσσας, αποτέλεσμα ταλέντου μα και επιμονής κατά τη συγγραφή. Πείθει πως η καταφυγή στο σεξ γίνεται από επιλογή και όχι από αδυναμία, δικό του το βιβλίο δικές του και οι αποφάσεις. Και πάνω απ' όλα - λόγος αρκετός για να διαβάσει κάποιος τη νουβέλα αυτή - η μεταφορά στο Παρίσι του '30. Οι δύο όχθες του Σηκουάνα, οι πόρνες, τα κακόφημα στέκια, η Μονμάρτρη, οι λάμπες του δρόμου και οι σκιές. Μια νοσταλγία για το παρελθόν, το κάθε ατομικό παρελθόν.  

Η ματιά του ξένου με έλκει. Ένας Αμερικάνος στο Παρίσι, με βιώματα από έναν άλλο πολιτισμό, από μια καθημερινότητα που κυλάει σε ρυθμούς διαφορετικούς. Η αντίληψη της πραγματικότητας μέσω μιας γλώσσα που δεν είναι η μητρική του. Η συμπεριφορά των άλλων. Η αίσθηση του προσωρινού που διαθέτει αναπόφευκτα η παραμονή του εκεί. Οι σχέσεις που δημιουργεί και η μαγική στιγμή που συνειδητοποιεί την οικειότητα που νιώθει σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη.

Και βεβαίως η διαδικασία της συγγραφής που πάντα ιντριγκάρει και εμπνέει. Οι μέρες δημιουργίας αλλά και οι άλλες, της λευκής σελίδας, της έλλειψης έμπνευσης και αυτοσυγκέντρωσης, εκείνες είναι οι πιο κρίσιμες, η ορθή διαχείριση τους - προσωπική και ιδιαίτερη για κάθε δημιουργό - θα δημιουργήσει τη μαγιά του έργου, τις προϋποθέσεις για την επιστροφή στο εργαστήρι της γραφής. Λίκνο της λογοτεχνίας, το Παρίσι συγκέντρωσε την αφρόκρεμα των γραμμάτων και των τεχνών, σπουδαία έργα γεννήθηκαν εκεί.

Έργο ιδιαίτερο, το τοποθετώ πάνω και πέρα από την απλή διάκριση  μου άρεσε/δε μου άρεσε. Είναι κάποια βιβλία που κερδίζουν αυτή την ξεχωριστή θέση.

"Ήταν πια μεσημέρι, η τρίτη ή η τέταρτη μέρα της Άνοιξης..."



υ.γ Κρίμα να είναι εξαντλημένο πάντως.




Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Μεταίχμιο 




Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Αστική Ζωολογία - Howard Jacobson





Η λογοτεχνία πνέει τα λοίσθια. Ο Γκάι Έιμπλμαν είναι ένας συγγραφέας δίχως αναγνώστες, άλλωστε κανείς δεν έχει αναγνώστες, ουδείς διαβάζει πια λογοτεχνία και μόνο σκουπίδια με λυκανθρώπους πετυχαίνουν παροδικά υψηλές πωλήσεις. Οι εμπλεκόμενοι με το χώρο του βιβλίου ζορίζονται, ο εκδότης του Γκάι αυτοκτόνησε ενώ οι ατζέντηδες κρύβονται. Κάποτε, το να είσαι συγγραφέας αποτελούσε τίτλο τιμής, πλέον κυριαρχεί η απαξίωση. Στο προσκήνιο βρίσκονται οι κωμικοί και οι μάγειροι.

Παντρεμένος με τη Βανέσα, εντυπωσιακή κοκκινομάλα με χαρακτήρα ισχυρό, προσπαθεί παράλληλα να διαχειριστεί το πάθος  που του γεννά η  Πόπι, μητέρα της συζύγου του και επομένως πεθερά του! Τις γνώρισε ταυτόχρονα όταν μπήκαν να ψωνίσουν ρούχα στην οικογενειακή μπουτίκ. Μητέρα και κόρη, μοιάζουν περισσότερο με αδερφές ή φιλενάδες, περνούν πολύ χρόνο μαζί καθώς η Πόπι συνηθίζει να μένει σπίτι τους. Όμηρος δύο γυναικών, βιώνει μια φοβική ευτυχία υπό το βάρος της ζήλειας και του ανεκπλήρωτου πόθου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες επιχειρεί να γράψει, αναζητά την ιδέα εκείνη που θα φέρει το μυθιστόρημά του στην κορυφή. Αποφασίζει λοιπόν να συνδυάσει τα πάθη του και να τοποθετήσει στο πυρήνα του βιβλίου του την ερωτική επιθυμία για την πεθερά του. Η απόφαση της Βανέσα να δοκιμάσει την τύχη της στη συγγραφή, θα δημιουργήσει ένα αντίπαλο δέος και μάλιστα εντός της εστίας, καθώς μια πιθανή επιτυχία της θα αναδείξει ακόμα περισσότερο την αποτυχία του Γκάι...

Ο βραβευμένος με Booker το 2010, Χάουαρντ Τζέικομπσον, επιλέγει να αγνοήσει επιδεικτικά την οδό της γκρίνιας. Η λογοτεχνία περνάει κρίση, η σαβούρα κυριαρχεί, συγγραφείς και εκδότες συναντούν τεράστιες δυσκολίες. Ε και; Ένα ακόμα καταγγελτικό και εγωπαθές κείμενο που θα κατηγορούσε άπαντες για το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα – να μη γελιόμαστε – ο ίδιος ο συγγραφέας προσωπικά, δε θα προσέφερε τίποτα παραπάνω από συσσώρευση στείρας γκρίνιας στα όρια της μοιρολατρείας. Με μπόλικο φλέγμα στη φαρέτρα του – ίδιον των Βρετανών – ο συγγραφέας αντιμετωπίζει την κατάσταση ψύχραιμα, δε διστάζει να διακωμωδίσει τα κακώς κείμενα της συντεχνίας του και πετάει βέλη φαρμακερά διαθέτοντας υψηλά ποσοστά ευστοχίας. Δεν αφήνει εκτός το Εγώ, ο Γκάι λειτουργεί ως το προσωπικό του alter ego και πέφτει θύμα της ασυγκράτητης πρόζας του δημιουργού του. Ο αυτοσαρκασμός ηγείται πάντα της καλής σάτιρας.

Η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του Γκάι επισκιάζει ακόμα και την επιθυμία του για συγγραφή, το αντικείμενο του πόθου του είναι η πεθερά του, κάθε άλλο παρά τυχαία επιλογή. Είναι η υπερβολή που οδηγεί στα άκρα τη σάτιρα του συγγραφέα, σημείο κρίσιμο αφού για κάποιους αναγνώστες πιθανόν να αποτελέσει κόκκινη γραμμή. Στόχος του όμως  δεν είναι μόνο η απέναντι πλευρά, αλλά και η ίδια η λογοτεχνία και ο μικρόκοσμός της. Η (καταπιεσμένη) σεξουαλικότητα είναι από τα πλέον συχνά λογοτεχνικά θέματα – παρέα ίσως με το εβραϊκό ζήτημα, το οποίο επίσης δε παραλείπει να θίξει ο Τζέικομπσον .  Στο στόχαστρο του συγγραφέα μπαίνουν αρκετά ακόμα κλισέ. Ο αποτυχημένος γάμος, οι οικογενειακές σχέσεις, τα θρησκευτικά πιστεύω, η εγωπάθεια των δημιουργών, το μίσος των καλλιτεχνών για τους κριτικούς, τα ταξίδια ζωής, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και δεκάδες άλλα.

Η εξέλιξη της ιστορίας υπακούει στην οργιώδη φαντασία του συγγραφέα, ο ίδιος την ακολουθεί κατά πόδας δίνοντας την αίσθηση πως αγνοεί τι πρόκειται να συμβεί παρακάτω, έως και την τελευταία στιγμή. Η πρόζα του Τζέικομπσον κυλάει  (εύσημα αξίζουν και στο μεταφραστή Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη) και προσφέρει αβιάστες στιγμές γέλιου στον αναγνώστη. Η Αστική Ζωολογία είναιόμως  μια πικρή κωμωδία. Πίσω από τη σάτιρα, την πρόζα, την υπερβολή και το κλισέ, στέκει ευδιάκριτη η θλίψη και ο προβληματισμός για τη μοίρα της λογοτεχνίας.



 (πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)


Μετάφραση Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Ψυχογιός




Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Ο Φερνάντο Πεσσόα και η τύχη των χειμερινών σινεμά (για όλα φταίει η Αλμπερτίν)




-1. Καθώς το καλοκαίρι είναι εδώ - αν και μάλλον θα έπρεπε να περιμένουμε μέχρι τις 21 Ιουνίου για την επίσημη έναρξη - τα χειμερινά σινεμά κλείνουν τις πόρτες τους και ανανεώνουν το ραντεβού τους με τους θεατές για το φθινόπωρο, αντικαθιστώντας στη μαρκίζα την αφίσα της ταινίας με την ευχή  "Καλό καλοκαίρι".

Σκεφτόμουν πόσα άραγε θα καταφέρουν να υλοποιήσουν την υπόσχεση αυτή, οι Κασσάνδρες προβλέπουν αρκετά λουκέτα - ακούγονται τόσα ονόματα που θέλω να πιστεύω πως πρόκειται τελικά για διασπορά ψευδών ειδήσεων. Είναι αλήθεια πως, περισσότερο από άλλους επαγγελματίες, οι αιθουσάρχες, βλέποντας το τζίρο να κατρακυλά και το τέλος να πλησιάζει, πήραν κάποια μέτρα  προσπαθώντας να προσαρμοστούν στις παρούσες συνθήκες. Μέρες με ειδικό εισιτήριο, μίνι φεστιβάλ και σινεφίλ αφιερώματα, υπήρξαν κάποιες από τις τακτικές που εφάρμοσαν.

Προς το παρόν, τα ζεστά βράδια θα έχουμε καταφύγιο τα θερινά σινεμά με τις επανεκδόσεις κλασικών έργων και θα είναι ωραία.



                                           

-2. Τις προάλλες, χάζευα - όπως συχνά συνηθίζω να κάνω άλλωστε - τη βιβλιοθήκη μου, για λίγο στάθηκα στη μεριά που εδρεύουν τα έργα του Πεσσόα. Τράβηξα έξω τον πρώτο τόμο από το Βιβλίο της ανησυχίας και προσπάθησα να υπολογίσω πόσα χρόνια πέρασαν άραγε από τότε - αρκετά είναι η απάντηση και ας αρκεστούμε σε αυτό. Μια παράξενη σειρά από σκέψεις, με ελάχιστη σύνδεση μεταξύ τους με οδήγησε στο εξής :  

"Φαντάσου πάρτι που θα έκανε στη σημερινή εποχή ο Φερνάντο, πόσους διαφορετικούς λογαριασμούς θα είχε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πόσα διαφορετικά ψευδώνυμα και ετερώνυμα θα δημιουργούσε, τι διάλογο και πικρόχολη κριτική θα ασκούσε στο ίδιο του τον εαυτό, σίγουρα θα είχε παραπάνω από ένα μπλογκ..."

Ύστερα συνειδητοποίησα πως στον ψηφιακό κόσμο που μας περιβάλλει, υπάρχουν αρκετοί μιμητές του Πορτογάλου δημιουργού, μεγάλα εγώ που δεν αρκούνται σε ένα λογαριασμό ( ή σε ένα σώμα) και που διψούν να δημιουργήσουν ένταση και θόρυβο γύρω από τον εαυτό τους. Η διαφορά με το πρωτότυπο έγκειται στην κακή αντιγραφή, δίχως πνευματικό υπόβαθρο και στυλ. 
Σημεία των καιρών.




-3. Υπάρχουν λογοτεχνικοί χαρακτήρες που σου μένουν αξέχαστοι, όσα χρόνια και αν περάσουν από την ανάγνωση. Τέτοια είναι η περίπτωση της Αλμπερτίν για μένα. Η Αλμπερτίν δεν έχει κανένα στοιχείο ικανό να την κατατάξει στη κατηγορία "Αξέχαστοι Λογοτεχνικοί Χαρακτήρες" και όμως εμένα είναι η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό.   

Ας πιάσουμε την ιστορία από την αρχή όμως. Χρόνια πριν, έχω αφιερώσει τον αναγνωστικό μου χρόνο στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μάρσελ Προυστ. Είναι τέτοια η επίδραση που μου ασκεί η γραφή του Γάλλου - αλλά και η έκταση και η πυκνότητα του μυθιστορήματος- που πραγματικά η ζωή μου έχει χωριστεί στα δύο, εντός και εκτός βιβλίου. Όλα ωραία και όμορφα πλασμένα από τον δημιουργό εκτός από την Αλμπερτίν, μια προλολίτα, που άλλη δουλειά δεν κάνει από το να προκαλεί σεξουαλικά θέλοντας να είναι στο επίκεντρο της προσοχής και του ενδιαφέροντος. Με εκνεύριζε υπερβολικά, και μόνο η αναφορά στο όνομά της μου δημιουργούσε σημάδια ξινίλας στο πρόσωπο. Κάποια στιγμή ως εκ θαύματος εξαφανίστηκε από την πλοκή, καμία αναφορά σε εκείνη πια. Ώσπου μετά από τετρακόσιες - ίσως και κάτι παραπάνω - σελίδες επανήλθε. Δε νομίζω πως έχω εκνευρισθεί ξανά τόσο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Σκέφτηκα σοβαρά να αφήσω το βιβλίο εξαιτίας της. Τελικά έκανα την καρδιά μου πέτρα και συνέχισα (ελπίζοντας βαθιά μέσα μου πως σύντομα θα εξαφανιζόταν ξανά και για πάντα).

Οι περισσότεροι αναφέρονται στην εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος "Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς", άλλοι στην επίδραση του έργου του Προυστ στη γαλλική - και όχι μόνο - λογοτεχνία και εγώ στην Αλμπερτίν. Ο καθένας με τις εμμονές και τις αδυναμίες του.

Με την ευκαιρία να ευχηθώ σύντομα (αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια η ελπίδα δύσκολα καταβάλλεται) να έχουμε κάποιο χειροπιαστό νέο σχετικά με την τύχη του έκτου και έβδομου τόμου που εκκρεμούν για να ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα από τις Εκδόσεις της Εστίας. Η μετάφραση των πέντε πρώτων τόμων από τον Παύλο Ζάννα αποτελεί βαριά κληρονομιά για τον επίδοξο συνεχιστή.