Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Τομ Ρόμπινς, ξανά!









Εδώ και καιρό, γυρόφερνα στο νου την ιδέα της επιστροφής στον κόσμο του Ρόμπινς και ο Βόνεγκατ υπήρξε η καλύτερη αφορμή, απόφαση οριστική και αμετάκλητη, έχω ήδη διαβάσει τις πρώτες σελίδες από το Χορό των εφτά πέπλων, το ποτάμι πίσω δε γυρνά!

Πριν χρόνια, προσπαθούσα να εισχωρήσω σε μια ήδη διαμορφωμένη παρέα, δεμένη και με ιδιαίτερους κώδικες επικοινωνίας μεταξύ των μελών της. Μία από τις πρώτες συζητήσεις αφορούσε κάποιο βιβλίο του Ρόμπινς, μαζεύτηκα σε μια γωνιά, ήλπιζα να μη φανεί η άγνοιά μου. Την επόμενη κατέβηκα στο βιβλιοπωλείο, ενστικτωδώς διάλεξα τον Τρυποκάρυδο, μάλλον θα έπαιξε ρόλο το εξώφυλλο. Εκείνη την περίοδο πήγαινα συχνά στη Θεσσαλονίκη, μεγάλο μέρος του βιβλίου το διάβασα εκεί. Μου πήρε καιρό, με δυσκόλεψε αρκετά, διένυα τα πρώτα αναγνωστικά στάδια, αναζητούσα βηματισμό, δεν είχα ποτέ - ως τότε - διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Μαγευτικό και παραμυθένιο, ανατολίτικο. Αχαλίνωτη φαντασία που απαιτούσε εικονοποίηση λεπτομερή. Ακόμα θυμάμαι τα πήγαινε-έλα στο πακέτο Κάμελ, το σχέδιο, εικόνα στερεοσκοπική θαρρείς, αποκτούσε τρίτη διάσταση λίγο παραπάνω αν επέμενες με το βλέμμα. Ο αέρας της ερήμου να στροβιλίζει την άμμο, να εξαναγκάζει σε κίνηση τα φοινικόφυλλα. Ένας κόσμος εξωτικός, απρόσμενα ερωτικός.

Με το πρώτο μου μηνιάτικο αγόρασα μαζεμένα τρία ακόμα βιβλία του. Ακολούθησε η Αμάντα, ύστερα και τα υπόλοιπα. Από διάφορες συζητήσεις με ομοιοπαθούντες, τείνω να καταλήξω στο συμπέρασμα πως το πρώτο βιβλίο του Ρόμπινς σε γοητεύει, όμως είναι το δεύτερο που αγαπάς παντοτινά, στην περίπτωση μου το κορίτσι της γης, την Αμάντα.

Η βουλιμία με την οποία διάβασα τα βιβλία του Ρόμπινς μου δίδαξε κάτι πολύ σημαντικό, να αφήνω λίγο διάστημα ανάμεσα στα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, όσος και αν είναι ο αρχικός ενθουσιασμός. Η επιστροφή μετά την ανάπαυλα διαθέτει την απαραίτητη οικειότητα δίχως όμως να χάνεται η μαγεία της πρώτης φοράς. Η διαδοχική ανάγνωση είναι πιθανό να δημιουργήσει μια αίσθηση επανάληψης, να επιφέρει κόπωση και τριβή στη σχέση αναγνώστη-συγγραφέα.

Για καιρό με διακατείχε ένας φόβος, θα έμπαινα σε ένα βιβλιοπωλείο και δε θα υπήρχε κανένα βιβλίο που να θέλω να διαβάσω. Σήμερα αναλογίζομαι εκείνη τη σκέψη και γελώ καθώς κοιτώ τη λίστα με τα προσεχώς και τα θέλω. Τότε όμως ήμουν ένας νεαρός αναγνώστης, είχα διαβάσει λίγα βιβλία και η τεράστια ποσότητα τίτλων που αντίκριζα στις βιβλιοθήκες δεν κάλμαρε από μόνη της τη φοβία μου. Ο Ρόμπινς έδωσε τη λύση! Ο Χορός των εφτά πέπλων ήταν η απάντηση, το φάρμακο, το βιβλίο που θα διάβαζα όταν θα βρισκόμουν με την πλάτη στον τοίχο και θα κέρδιζα τον απαραίτητο χρόνο μέχρι να ανακαλύψω κάτι καινούριο που να υπόσχεται πολλά. Τώρα πια που ο φόβος αντιστράφηκε, ήταν η κατάλληλη στιγμή να κλείσει ένας λογαριασμός με το παρελθόν.


Η ανάγνωση ξεκινά: " Αυτό είναι το δωμάτιο της λυκομάνας. Το μοτέλ των μανιταριών, που κάποτε νομίζατε πως είναι ένα λαϊκό παραμύθι, ένα ηλίθιο, απαρχαιωμένο επαρχιώτικο φούμαρο."




Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Τελευταίος γύρος - Graham Swift








Νότιο Λονδίνο, γειτονιές τουριστικά αδιάφορες, συνοικίες αμιγώς εργατικές στη σκιά των προβολέων που φωτίζουν τη μητρόπολη. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και ο κόσμος αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, οι κανόνες του εμπορίου μεταβάλλονται, τα μικρά καταστήματα δέχονται την ασφυκτική πίεση των πολυκαταστημάτων. Ο Τζακ Ντοτζ είναι χασάπης, επαγγελματικός μονόδρομος στα βήματα του πατέρα του, αν ήταν στο χέρι του θα σπούδαζε ιατρική – ευχή διατυπωμένη ψιθυριστά. Μια ζωή περνούσε τα πρωινά στην κεντρική κρεαταγορά και την υπόλοιπη μέρα, φορώντας τη ματωμένη ποδιά, πίσω από τον πάγκο. Λίγο μετά που παντρεύτηκε την  Έϊμυ έφυγε φαντάρος, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν σε εξέλιξη, βρέθηκε να πολεμά στην αιγυπτιακή έρημο. Εκεί γνώρισε τον τυχεράκια Ρέι, κοντογείτονες, μεγάλωσαν στον ίδιο δρόμο μα έμελλε να γνωριστούν στη σκιά των πυραμίδων, παιχνίδια της ζωής. Το τέλος του πολέμου αφήνει το Λονδίνο γεμάτο πληγές, ανθρώπινες απώλειες, σπίτια ανέπαφα ανάμεσα σε χαλάσματα, μέσα όμως στα ερείπια συναντάται κυρίαρχη η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. 

Μια μέρα, χρόνια μετά, ο Τζακ γυρίζει σπίτι και ανακοινώνει στην Έϊμυ πως αποφάσισε να αλλάξει ζωή, θα πουλήσει την επιχείρηση και με τα χρήματα αυτά θα μπορέσουν να αγοράσουν ένα σπίτι στο Μάργκεϊτ, δίπλα στη θάλασσα μακριά από τη λονδρέζικη γκριζάδα, οι δυο τους, μετά από τόσες στερήσεις και δυστυχία. Εκείνη δεν ενθουσιάζεται, δύο φορές την εβδομάδα,  εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, επισκέπτεται την μοναχοκόρη τους, Ιουνία, στο ίδρυμα, υποχρέωση ιερή την κρατά στο Λονδίνο. Το όνειρο για αλλαγή δε θα κρατήσει πολύ, οι εξετάσεις δείχνουν καρκίνο του στομάχου. Τελευταία του επιθυμία η διασπορά της στάχτης του στη θάλασσα, στον προβλήτα  του Μάργκειτ.

Ο Ρέι, ο Βικ, ο Βινς και ο Λέννυ δίνουν ραντεβού στην Άμαξα, την παμπ στην οποία συνηθίζουν να πίνουν μια μπύρα – ίσως και μια δεύτερη – από πάντα, τόπος συνάντησης, σημείο αποφόρτισης από την καθημερινότητα. Παραγγέλνουν έναν τελευταίο γύρο πριν ξεκινήσουν το ταξίδι για τη θάλασσα, το κουτί με τη στάχτη του φίλου τους είναι στο διπλανό σκαμπό. Ο Βινς έχει εξασφαλίσει μια πολυτελή Μερσεντές, θα ήταν ευχαριστημένος ο Τζακ.

Μέσα από μια πολυφωνική αφήγηση, ο Σουίφτ εκμεταλλεύεται την αμηχανία που επικρατεί στο αμάξι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού – μετρημένες κουβέντες και χώρος διαθέσιμος για  ενδοσκόπηση – για να συνθέσει, μέσα από τις διαφορετικές οπτικές, τη ζωή στο Νότιο Λονδίνο κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Χωρισμένο σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια, που το καθένα φέρει το όνομα του αφηγητή, το μυθιστόρημα αποτελεί φόρο τιμής στα χαμένα όνειρα, τις δυσκολίες αλλά και τις μικρές χαρές της ζωής.

Πομπή νεκρική, το Λονδίνο δίνει τη θέση του στην ύπαιθρο, το τοπίο παύει να είναι αμιγώς αστικό, το μάτι βρίσκει περιθώριο να δραπετεύσει λίγο μακρύτερο απ’ όσο ήταν συνηθισμένο, το γκρίζο παύει να κυριαρχεί. Καθώς τα χιλιόμετρα περνούν, οι αφηγήσεις δένουν μεταξύ τους, μυστικά αποκαλύπτονται ενώ αναμνήσεις έρχονται στην επιφάνεια. Η ένταση οδηγεί σε ξεσπάσματα, η απώλεια είναι ακόμα νωπή. Μια θλίψη αυθεντική αναβλύζει, ένα κλάμα ήπιο που διακόπτεται από χαμόγελα υγρά, γεύση γλυκόπικρη έχει η ζωή. Οι ήρωες του Σουίφτ είναι βαθιά ανθρώπινοι, μπορεί κανείς να τους αγγίξει, να ακούσει την ιστορία τους, να γελάσει και να κλάψει στο πλάι τους.

Λογοτεχνία βρετανική, με τα μουντά χρώματα και το υγρό τοπίο. Με ένα εύρημα αφήγησης που αναδεικνύει τη συγγραφική ευφυία του Σουίφτ, εργαλείο λειτουργικό που δε βάζει τρικλοποδιές στον δημιουργό. Γοητευμένος από το σύνολο του βιβλίου, αναγνωστική απόλαυση καθάρια δίχως ενστάσεις, λογοτεχνία υψηλή.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Bookstand.gr)




Μετάφραση Άντζελα Δημητρακάκη
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας




Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Πιανίστας - Kurt Vonnegut







" Το Ίλιουμ στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, είναι χωρισμένο σε τρεις περιοχές. Στη βορειοδυτική μένουν οι διοικητικοί, οι μηχανικοί, υπάλληλοι του δημοσίου, και μερικοί ελευθερίων επαγγελμάτων. Στη βορειοανατολική, μένουν οι μηχανές. Στη νότια, από την άλλη όχθη του ποταμού Ιρόκη, βρίσκεται η ζώνη που οι ντόπιοι την αποκαλούν << Τα Προσφυγικά >>. Εκεί μένει και ζει ο περισσότερος κόσμος."

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι εργάτες άφησαν τα πόστα τους για να βρεθούν στην κόλαση της μάχης, ενώ οι μηχανικοί πέτυχαν να τελειοποιήσουν τις μηχανές έτσι ώστε η παραγωγή να διατηρηθεί στα ίδια υψηλά προπολεμικά επίπεδα. Με το τέλος του πολέμου, χιλιάδες θέσεις εργασίας έχουν καλυφθεί από τις μηχανές, δρόμος χωρίς επιστροφή η τεχνολογική πρόοδος. Στη νέα πραγματικότητα, εκείνο που ξεχωρίζει τους ανθρώπους δεν είναι το χρήμα αλλά ο δείκτης νοημοσύνης. Σε νεαρή ηλικία, άπαντες υποβάλλονται στο τεστ, τα αποτελέσματα του οποίου καταδεικνύουν, αυστηρά, τα περιθώρια επαγγελματικής και κοινωνικής ανέλιξης του καθενός. Η πλειοψηφία θα κληθεί να επιλέξει ανάμεσα στην κατάταξη στο στρατό και τις ομάδες αποκομιδής.

Ο Πωλ, ο Φίννερτυ και ο Σέπερντ είναι τρεις παιδικοί φίλοι, μηχανικοί, στελέχη σημαντικά και με λαμπρές προοπτικές. Ήρωας κεντρικός είναι ο Πωλ Πρότιους. Ο πατέρας του υπήρξε μία από τις πλέον ισχυρές προσωπικότητες της μεταπολεμικής Αμερικής, το όνομά του σε συνδυασμό με την αποδεδειγμένη ευφυΐα του αποτελούν διαβατήριο επιτυχίας. Η φαντασμένη σύζυγος του ήρωα, που κάποτε κατοικούσε στα Προσφυγικά, αντλεί λάμψη από εκείνον, πρόθυμη να υποδυθεί μια γυναίκα δυναμική πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα, με μοναδικό οδηγό την άσβεστη φιλοδοξία.

Ο Φίννερτυ δυσκολεύεται να υποτάξει την αντισυμβατική του φύση, ο Πωλ συλλαμβάνει εαυτόν να αμφιβάλλει και να έλκεται από την απέναντι πλευρά, ενώ ταυτόχρονα ο Σάχης κάποιου μακρινού κρατιδίου πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στην Αμερική...

Στις πρώτες σελίδες, το μυθιστόρημα έχει ένα χαρακτήρα αρκετά τεχνολογικό, λεπτομερείς περιγραφές των εργοστασίων και των μηχανών, κάπως κουραστικές μα απαραίτητες για να αποδοθεί η μεταπολεμική πραγματικότητα όπως τη φαντάστηκε - ως ένα βαθμό - ο συγγραφέας. Εικόνες από το Metropolis του Φριτς Λανγκ ξεπηδούν συνεχώς, και ας μην είναι ο κόσμος χωρισμένος με όριο την επιφάνεια της γης. Το χιούμορ, σήμα κατατεθέν του Βόνεγκατ, εμφανίζεται αργά, στην αρχή ύπουλα, περιμένει στη γωνία θαρρείς υπομονετικά τον αναγνώστη να βυθιστεί καλά μέσα στη δυστοπία, και τότε, σίγουρο πια πως είναι η κατάλληλη στιγμή διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην ιστορία, γνωρίζοντας πως ρόλος του δεν είναι αποκλειστικά να ευφράνει. Γεμάτα ειρωνεία, συχνά τραγική, τα σχόλια του Βόνεγκατ αφήνουν μια αίσθηση γλυκόπικρη, αν και εντυπωσιάζουν με την ευστροφία και την ακρίβεια τους. Οι ήρωες του ανθρώπινοι, με τα πάθη και την αφέλεια να τους διακρίνουν, ακολουθούν την Ιστορία στο κυκλικό της ταξίδι.

Οι αναφορές στη βαρβαρότητα του πολέμου αποτελούν προσωπικά βιώματα του συγγραφέα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, βιώματα στα οποία βασίστηκε ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, το Σφαγείο Νούμερο 5. Ο Πιανίστας, συνδυάζει το ρεαλισμό με τη φαντασία, περιγράφει το τώρα με όρους μελλοντικούς, αποτυπώνει τους φόβους του Βόνεγκατ πως το τέλος της φρίκης του πολέμου δε θα οδηγήσει από μόνο του σε ένα καλύτερο και πιο ανθρώπινο αύριο για τον κόσμο. Ο Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος του Χάξλευ (και άρα κατ' επέκταση το Εμείς του Ζαμιάτιν) αποτέλεσαν βασική επιρροή για τη σύλληψη και τη συγγραφή του μυθιστορήματος αυτού, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος άλλωστε σε συνέντευξή του.

Είναι η πένα του Βόνεγκατ, ευδιάκριτη σε κάθε έργο του, ικανή να γοητεύσει ακόμα και τον πλέον απαιτητικό αναγνώστη, και να βοηθήσει - εκείνους που έχουν μια σχετική τριβή - να ξεπεράσουν τους σκοπέλους μιας έκδοσης με πολλά προβλήματα, όχι τόσο στη μετάφραση, όσο στην επιμέλεια και την εκτύπωση, όσο αυτής των Εκδόσεων Κάκτος. Αν και το έτος έκδοσης (1978) αποτελεί μια δικαιολογία, εντούτοις δε στάθηκε ικανή να μετριάσει την απογοήτευση που διαδέχτηκε τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης ενός "εξαντλημένου Βόνεγκατ" στο παλαιοβιβλιοπωλείο...

Και τέλος κάτι μεταφραστικό, ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι Player Piano, παιχνίδι γλωσσικό, στο πνεύμα του βιβλίου, ο πιανίστας και το μηχανικό πιάνο, η μάχη ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή για την τελική επικράτηση.



υ.γ Καταλληλότερη αφορμή για να διαβάσω Τομ Ρόμπινς δε θα μπορούσα νομίζω να βρω.


Μετάφραση Π. Μάτεσι
Εκδόσεις Κάκτος

   

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Το Σβήσιμο - Percival Everett







" Το ημερολόγιό μου είναι προσωπική υπόθεση, αλλά καθώς δεν ξέρω ποια στιγμή θα πεθάνω, ούτε έχω, όλως ατυχώς, σοβαρές τάσεις αυτοχειρίας, φοβάμαι πως αυτές τις σελίδες θα τις δουν κι άλλοι. Βέβαια, αφού θα είμαι νεκρός, δε θα πρέπει να με απασχολεί ιδιαίτερα το ποιος θα δει τι και πότε. Τ' όνομά μου είναι Θελόνιους Έλισον. Και είμαι συγγραφέας."

Ο Θελόνιους Έλισον είναι συγγραφέας, έχει στο ενεργητικό του κάποια βιβλία υψηλής λογοτεχνίας, παρά τα βραβεία όμως, οι πωλήσεις δεν υπήρξαν ποτέ ικανοποιητικές, ενώ το τελευταίο του χειρόγραφο απορρίπτεται διαδοχικά από σειρά εκδοτικών οίκων, φως στο τούνελ δε διακρίνεται. Ζει στην Καλιφόρνια, δεκάδες μίλια μακριά από την οικογενειακή εστία στην Ουάσιγκτον, μια θέση καθηγητή του εξασφαλίζει τα προς το ζην και του δίνει το δικαίωμα να αποκαλεί εαυτόν συγγραφέα. Η χήρα μητέρα του ζει μόνη της, τη φροντίζει η αδερφή του Έλισον. Η Λίσα είναι γιατρός που έχει αφιερώσει τη ζωή της στο δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση, αποτέλεσμα αυτού η στοχοποίησή της από συντηρητικούς διαδηλωτές.

Ο θάνατος της Λίσα και η εμφάνιση συμπτωμάτων αλτσχάιμερ στη μητέρα του, θα ανατρέψει την καθημερινότητά του. Ακόμα και αν θεωρείς εαυτόν ανεξάρτητο, η ζωή, σε μια στιγμή, μπορεί να σε οδηγήσει πίσω ξανά, σε μια αναστροφή των ρόλων, που φέρνει το παιδί να φροντίζει το γονιό. Ο άνθρωπος, άλλωστε, μεγαλώνοντας μοιάζει να γίνεται πάλι παιδί, ιδιαίτερα αν έχει την ατυχία να πάσχει από κάποια εκφυλιστική ασθένεια όπως το αλτσχάιμερ. Έτσι λοιπόν, ο Μονκ, όπως του αρέσει να τον αποκαλούν, αναγκάζεται να μετακομίσει πίσω στο σπίτι των παιδικών του χρόνων.

Εκ των συνθηκών, αρνείται τη θέση καθηγητή που κατείχε, η επαγγελματική αναζήτηση στην πρωτεύουσα μοιάζει καταδικασμένη, τα οικονομικά προβλήματα δεν αργούν να κάνουν την εμφάνισή τους. Και σα να μην έφταναν όλ' αυτά, πέφτει στα χέρια του το νέο αφροαμερικάνικο μπεστ-σέλερ, τα νούμερα των πωλήσεων προκαλούν ίλιγγο, τα δικαιώματα για την κινηματογραφική του μεταφορά αστρονομικά. Χάνει την ψυχραιμία του και αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα. Ο ατζέντης του δε χάνει ευκαιρία να του προτείνει να γράψει ένα μυθιστόρημα που να φαίνεται πως ανήκει σε μαύρο συγγραφέα, ισχυρίζεται πως αυτό περιμένουν εκδότες και αναγνώστες από εκείνον. Σε μια στιγμή βαρεμάρας, αποφασίζει να κάνει μια φάρσα, γράφει μια παρωδία μυθιστορήματος. Ελεεινή λογοτεχνία, για πέταμα, υπογράφει με ψευδώνυμο και στέλνει το πόνημα στους εκδοτικούς οίκους. Επιτυχία και θρίαμβος!

Ο Έβερεττ επιλέγει, όπως και στην αριστουργηματική Θεραπεία του Νερού, μια ημερολογιακή μορφή για το κείμενό του, καταχωρήσεις πρωτοπρόσωπες, που δημιουργούν μια αμεσότητα στην γραφή και ένα χαρακτήρα κάπως αποσπασματικό μα τόσο ταιριαστό τελικά. Μετακινείται με χάρη ανάμεσα στην κωμωδία και την παρωδία διηγούμενος μια ιστορία κατά βάση συγκινητική, το χιούμορ του, εναλλασσόμενης έντασης και ποιότητας, αποτελεί ισχυρό χαρτί για τον συγγραφέα, που γνωρίζει πότε να περάσει τα όρια και πότε όχι, ενώ διαχειρίζεται έξυπνα τη φαντασία του και δε διστάζει να την τιθασεύσει για χάρη του τελικού αποτελέσματος.

Η συγγραφή και ο ρατσισμός αποτελούν τους δύο κεντρικούς θεματικούς  πυλώνες. Μυθιστόρημα βιβλιόφιλο. Περιέχει ένα αυτόνομο έργο στα σπλάχνα του και αρκετές διάσπαρτες ιδέες σε μορφή ημερολογιακών καταχωρήσεων. Κεντρικός ήρωας ένας συγγραφέας, που καλείται να απαντήσει στο ερώτημα : "Πόσο μαύρος είσαι;" Ο δημιουργός καλείται να χρησιμοποιήσει τις ιδιαιτερότητες της ταυτότητάς του για να γράψει, σε μια απόπειρα να δημιουργήσει ο ίδιος το target group στο οποίο επιθυμεί να απευθυνθεί. Ο Μονκ, για παράδειγμα, που είναι μαύρος θα έπρεπε να γράψει ένα καθαρά αφροαμερικάνικο μυθιστόρημα, με ιστορίες από τα γκέτο και το περιθώριο, με ήρωες μαύρους θύματα των λευκών, να χρησιμοποιήσει τα εμπόνικς (ιδιαίτερος τρόπος ομιλίας των αφροαμερικανών) κ.ο.κ Μια κριτική στη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα, στα βραβεία, στην υποκειμενικότητα του γούστου και την ηθική ακεραιότητα του δημιουργού. 

Το βιβλίο μέσα στο βιβλίο ήταν πραγματικά πολύ κακό, ο συγγραφέας όντως πέτυχε το στόχο που έθεσε εξαρχής. Αν και καταλαβαίνω τους λόγους για τους οποίους η παρουσία του είναι σημαντική, ομολογώ πως δυσκολεύτηκα να ακολουθήσω το παραλήρημα του ήρωα και σκέφτηκα σοβαρά να παραμερίσω ορισμένες σελίδες - ασχέτως που τελικά δεν το έκανα. Ενδιαφέρον παρουσίασε το γεγονός πως πίσω και από τα δύο βιβλία - κατά την προσωπική μου γνώμη - ήταν εύκολο να διακριθεί ο ίδιος συγγραφέας, ενώ και ο Ισμαήλ (βλ. Θεραπεία του νερού) ήταν επαγγελματίας συγγραφέας ροζ μυθιστορημάτων τα οποία υπέγραφε με ψευδώνυμο, χωρίς κανείς από το περιβάλλον του να γνωρίζει κάτι σχετικό - έχουν τη γοητεία τους τα νήματα μεταξύ των βιβλίων.

Ο Έβερεττ τοποθετεί απέναντί του τη συντηρητική πλευρά της αμερικάνικης κοινωνίας. Η θρησκοληψία, ο φυλετικός ρατσισμός, η ομοφοβία. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως η μάχη απέναντι στις αμβλώσεις αποτελεί διαχρονικά το κεντρικό σύνθημα στις προεκλογικές εκστρατείες των ρεπουμπλικάνων, το δικαίωμα στην οπλοκατοχή θεωρείται ιερό, η Θεωρία της Εξέλιξης αμφισβητείται έντονα, η πίστη στον Αλλάχ ταυτίζεται με την τρομοκρατία. Ο φανατισμός δεν είναι αποκλειστικό ίδιον της Ανατολής.

Η σταδιακή κατάπτωση της μητέρας του Μονκ και η μεταξύ τους σχέση αποτελούν το εμπνευσμένο αντίβαρο στην κωμική πλευρά της ιστορίας που επιφέρει συναισθηματική ισορροπία και πληρότητα στο μυθιστόρημα. Ο Έβερεττ είναι ένας πραγματικά σπουδαίος συγγραφέας και το Σβήσιμο ένα βιβλίο ιδανικό για να τον γνωρίσετε.

Το έργο της μεταφράστριας Χίλντας Παπαδημητρίου υπήρξε απαιτητικό, όμως το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί παράσημο στο πέτο!



υ.γ Το Σβήσιμο είναι το τρίτο βιβλίο του Έβερεττ που διαβάζω και για μένα αποτελεί το πέρασμα του συγγραφέα από την Αμερικάνικη Έρημο στη Θεραπεία του Νερού



Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πόλις.


Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η παγίδα των τριών







Οι τρεις συγγραφείς (Κωνσταντίνος Παπαχρήστου, Γιάννης Πλιώτας, Σάββας Γρηγοριάδης) αποφασίζουν να ακονίσουν τις πένες τους σε ένα διαχρονικό λογοτεχνικό παιχνίδι, την από κοινού συγγραφή. Οι ρόλοι μοιράζονται, καθένας τους στην κορυφή του τριγώνου αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τον ήρωα του, να καταγράψει τη μαρτυρία του και να απομακρύνει τη φωτεινή δέσμη της ανάκρισης από το πρόσωπό του. Το αποτέλεσμα εξόχως ενδιαφέρον, ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Σάιμον Κρόουλ, πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, βρίσκεται ένα βήμα πριν την καταστροφή, ένα βήμα ελάχιστο. Το πάθος του για τον τζόγο ακόρεστο, όσα χρήματα και αν ποντάρει πάντα θα ζητάει να δανειστεί περισσότερα, όμως η τύχη δεν είναι, εδώ και καιρό, με το μέρος του και ούτε φαίνεται να γυρίζει. Συχνάζει σε κακόφημα μπαρ, πολλοί είναι εκείνοι που θα ήθελαν να τον δουν στο χαντάκι δίπλα στο δρόμο, ο χρόνος του μοιάζει να εξαντλείται, οι πιστωτές αρνούνται να δώσουν νέα παράταση, το τηλέφωνο, ως εκ θαύματος, χτυπάει. «Πρόκειται για την σπουδαιότερη υπόθεση της καριέρας σου» του ανακοινώνει μια άγνωστη γυναικεία φωνή.

Στην άλλη άκρη της γραμμής η Κατρίν, πρώην ηθοποιός και νυν σύζυγος. Μετά το γάμο της με το βαθύπλουτο Τσέρφιλντ αποσύρθηκε αιφνιδίως από το καλλιτεχνικό στερέωμα, μοναδικό της καταφύγιο η φιλανθρωπία. Αυτό που ζητάει από τον Σαίμον είναι φαινομενικά απλό, υπόθεση ρουτίνας, να φωτογραφίσει τον άντρα της που συνηθίζει να βρίσκει καταφύγιο για τις ερωτοδουλειές του στο παρκαρισμένο αμάξι του, σε ένα έρημο άλσος του Λονδίνου. Επιθυμεί διακαώς να επανακτήσει την ελευθερία της, και αφού εκείνος δεν της δίνει το ποθητό διαζύγιο είναι αναγκασμένη να βάλει σε λειτουργία το πανούργο σχέδιο της.

Ο Τσέρφιλντ, γόνος πάμπλουτης οικογένειας, περνάει κάποιες ώρες στο γραφείο απλώς  και μόνο για το φαίνεσθαι, στην πραγματικότητα, είναι ο έμπιστος Τζέικομπ που ελέγχει την λειτουργία της αυτοκρατορίας. Ο γάμος του με την Κατρίν αποτυχημένος, όπως και ο πρώτος με την Εβίτα. Στο μυαλό του διαρκώς το σεξ. Μια απιστία παραλίγο να τον καταστρέψει οικονομικά, ο Τζέικομπ όμως είχε φροντίσει να προσθέσει μικρά γράμματα στο προγαμιαίο συμβόλαιο με την – επίσης πάμπλουτη – οικογένεια της Εβίτα και έτσι η ζημιά περιορίστηκε σε μερικά εκατομμύρια λίρες. Αυτή τη φορά άραγε θα καταφέρει να ξεμπλέξει αναίμακτα;

Προφανώς η υπόθεση δεν είναι απλή, είναι όντως η σπουδαιότερη που έχει ποτέ αναλάβει ο Σάιμον. Μια παγίδα, ένα σχέδιο πανούργο. Καθένας από τους τρεις εμπλεκόμενους  θα επιχειρήσει να αποκομίσει το μέγιστο όφελος αποδιώχνοντας ταυτόχρονα τις υποψίες από πάνω του. Ο επίδοξος νικητής χρειάζεται ένα πτώμα και έναν ένοχο.

Αντίθετα με άλλες απόπειρες συνεργατικής γραφής, η Παγίδα των Τριών χαρακτηρίζεται πρωτίστως μυθιστόρημα και εν συνεχεία αποτέλεσμα πειραματισμού. Διαθέτει όλα τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν ένα καλό αστυνομικό· δράση, απανωτές ανατροπές, σασπένς, ευρήματα που ανανεώνουν διαρκώς το αναγνωστικό ενδιαφέρον, σεβασμό στις λεπτομέρειες, έναν ντετέκτιβ κατεστραμμένο, μοιραίες γυναίκες, τζαζ μουσική. Κινηματογραφικές εικόνες ξεπηδούν σε κάθε σελίδα. Η επιλογή του Λονδίνου ως σκηνικό βοηθά στη δημιουργία σκοτεινής ατμόσφαιρας, απαραίτητης σε μια ιστορία όπως αυτή. 

Παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής και καθώς οι αφηγητές εναλλάσσονται, η διαδικασία της συγγραφής ιντριγκάρει αντίστοιχα με το αποτέλεσμα. Περιέργεια σχετικά με τη μέθοδο που ακολούθησαν οι τρεις συγγραφείς, τον τρόπο με τον οποίο έλυσαν τις διαφορές τους και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν. Την αγωνία και την έκπληξη του καθενός καθώς λάμβανε τη συνέχεια της ιστορίας μετά από την παρεμβολή των άλλων δύο, την οργή στη θέα της εκτροπής των σχεδίων του, το πείσμα να δει τον ήρωα του τελικό νικητή...




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)


Εκδόσεις Εξάντας



Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Άγρια Ζωή - Richard Ford







"Το φθινόπωρο του 1960, όταν ήμουν δεκάξι χρονών κι ο πατέρας μου είχε μείνει για κάμποσο χωρίς δουλειά, η μητέρα μου γνώρισε και ερωτεύτηκε κάποιον Γουόρεν Μίλερ. Αυτά έγιναν στην περιοχή Μεγάλοι Καταρράκτες, στη Μοντάνα, την εποχή της μεγάλης ανόδου των τιμών του πετρελαίου στο Τζίπσι Μπέιζιν κι ο πατέρας μου μας είχε πάει εκεί την άνοιξη της ίδιας χρονιάς από το Λιούστον του Αϊντάχο, με την πεποίθηση πως στη Μοντάνα ο κόσμος - δηλαδή ο κοσμάκης σαν κι αυτόν - έβγαζε ή θα έβγαζε σύντομα λεφτά κι ήθελε να επωφεληθεί, όσο μπορούσε, προτού όλ' αυτά καταρρεύσουν και χαθούν στο πρώτο φύσημα του ανέμου."

Ο Τζο, αφηγητής της ιστορίας, επιστρέφει στο παρελθόν, σε μια προσπάθεια να κατανοήσει, πιάνει το νήμα από την αρχή, από τη μέρα της απόλυσης του πατέρα του από τη λέσχη του γκολφ. Ανακαλεί στη μνήμη του, χρόνια μετά, εκείνη την περίοδο, προσδοκώντας να κλείσει επιτέλους τους λογαριασμούς με το χτες. Η υποκειμενική αφήγηση της ιστορίας, μέσα από τα μάτια του έφηβου ήρωα, έχει τη δική της αξία, καθώς αφήνει να διαφανεί ξεκάθαρα η προσωπική κρίση και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το "'θύμα" της γονεϊκής διαμάχης. Με συναίσθηση της άβολης θέσης στο μέσο του πεδίου μάχης, ο Τζο επιδεικνύει μια αξιοθαύμαστη ηρεμία, ένας συνδυασμός σεβασμού και αγάπης απέναντι στους γονείς του.

Η απόλυση του πατέρα αποτελεί την αρχή του κακού, ο Τζο είναι σίγουρος γι' αυτό αν και δυσκολεύεται - λόγω ηλικίας - να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν να σχετίζεται η απώλεια του εισοδήματος με την αλλαγή των συναισθημάτων από τη μεριά της μητέρας του. Προσωπικά σοκαρίστηκα από το γεγονός πως μου φάνηκε κάπως φυσιολογικό όλο αυτό· εκείνος χάνει τη δουλειά του, απελπίζεται και παρουσιάζει σημάδια κατάθλιψης, εκείνη νιώθει να χάνει το στήριγμα, η ανασφάλεια για το μέλλον τη σπρώχνει σε μιαν άλλη αγκαλιά. Επιχειρώ να δώσω εξήγηση καθώς δε νιώθω οικεία με αυτό το συναίσθημα αποδοχής, με προβληματίζει που τίποτα μέσα μου δεν κλώτσησε· αναλογίζομαι σχέσεις στον περίγυρό μου που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα κυρίως λόγω ανεργίας, αρκετά τα παραδείγματα, ζευγάρια χρόνων, ευτυχισμένα και πλασμένα για ζωή κοινή, χωρίζουν από τη μια μέρα στην άλλη, τα νεύρα κουρέλια, φωνές και θυμός εκτός σχέσης διαβρώνουν τα συναισθήματα. Όσο και αν μου χαλάει την εικόνα, οφείλω να παραδεχτώ - πρώτα και κύρια απέναντι σε μένα τον ίδιο - πως δε με ξεσηκώνει πια, δε μου προκαλεί μήτε καν απορία όλο αυτό, ίσως να συνέβαινε πάντα και παντού, τι να πω, δεν ξέρω. Χάρηκα όμως ταυτόχρονα γιατί συνειδητοποίησα πως γνωρίζω και ζευγάρια που ακόμα αντέχουν, κρατάνε γερά παρά τις όποιες δυσκολίες, με πείσμα διατηρούν το ιερό της σχέσης τους καθαρό και αμόλυντο.

Ο Φορντ, μετά την έκδοση του υπέροχου Αθλητικογράφου και πριν ολοκληρώσει την τριλογία με ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ, γράφει το μικρό αυτό μυθιστόρημα, με διακριτικές αυτοβιογραφικές υπόνοιες, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας φόρος τιμής στη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα, ένα συγγραφικό απωθημένο. Είναι αρκετές οι αναφορές, τόσο λογοτεχνικές όσο και κινηματογραφικές, που δείχνουν την επιθυμία για μια επιστροφή στις πηγές, για απόδοση της οφειλής στους "δασκάλους". Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, σε στυλ αρκετά διαφορετικό από εκείνο της τριλογίας που καταξίωσε το Φορντ ανάμεσα στους μεγάλους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς, διαβάζεται ιδιαιτέρως ευχάριστα καθώς διαθέτει την αθωότητα μιας σκληρής εποχής, επαρκώς οπτικοποιημένης με αποτέλεσμα οι εικόνες που ξεπηδούν να είναι ασπρόμαυρες και κινηματογραφικές. Στοιχείο που το διαφοροποιεί από έργα αντίστοιχης θεματικής, είναι το γεγονός πως οι λευκοί πρωταγωνιστές έχουν τελειώσει το κολέγιο, ανήκουν δηλαδή σε μια τάξη αρκετά προνομιούχα για την εποχή εκείνη, όμως φαίνεται πως τα συναισθηματικά αδιέξοδα είναι συχνά κοινά ανάμεσα σε φυλές και τάξεις.

Αν και διαφορετικό από τις προσδοκίες μου, η Άγρια Ζωή μου πρόσφερε κάποιες ευχάριστες ώρες ανάγνωσης.

Ο Αθλητικογράφος και Η Χώρα,όπως είναι αποτελούν σπουδαία δείγματα σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, αναζητείστε τα!     




Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος



Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Λευκός Θόρυβος - Don DeLillo






" Τέτοια ατυχήματα συμβαίνουν μόνο σε φτωχούς ανθρώπους που μένουν σε εγκαταλελειμμένες περιοχές. Η κοινωνία είναι έτσι φτιαγμένη που πάντα οι φτωχοί και οι αμόρφωτοι υποφέρουν από τα πλήγματα της φύσης ή από τα καταστροφικά κατασκευάσματα του ανθρώπου. Όσοι ζουν σε γούπατα πλημμυρίζουν τα σπίτια τους και όσοι πάλι στεγάζονται σε παραπήγματα χτυπιούνται από θύελλες και τυφώνες. Όπως ξέρεις, είμαι καθηγητής κολεγίου. Πες μου, έχεις δει ποτέ σου έναν καθηγητή κολεγίου να κωπηλατεί σε μια βάρκα στο δρόμο του σπιτιού του σε κάποια απ' αυτές τις πλημμύρες που δείχνει η τηλεόραση; Ζούμε σε μια οργανωμένη κι ευχάριστη μικρή πόλη, κοντά σ' ένα κολέγιο με περίεργο όνομα. Τέτοιες καταστροφές δε συμβαίνουν σε μέρη σαν το Μπλάκσμιθ."


Ο Τζακ Γκλάντνεϋ, αφηγητής της ιστορίας, δε φαινόταν προικισμένος για λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα, μέτριος ερευνητής και μυαλό περιορισμένων δυνατοτήτων, θα ήταν μάλλον τυχερός αν κάποιο επαρχιακό κολέγιο του πρότεινε θέση μόνιμου καθηγητή. Μια μέρα όμως, είχε μια πρωτότυπη ιδέα. Πρότεινε στον πρύτανη τη δημιουργία ενός τμήματος με αποκλειστικό αντικείμενο τη ζωή και το έργο του Χίτλερ, εκείνος ενθουσιάστηκε με τα διαφαινόμενα οφέλη και κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο Τμήμα Χιτλερικών Σπουδών στην Αμερική. Ο Τζακ, ως εμπνευστής και ιδρυτής του τμήματος, κέρδισε δικαιωματικά τη θέση του προέδρου.

Ο γάμος του Τζακ με τη Μπάμπετ, πριν κάποια χρόνια, είχε ως αποτέλεσμα τη σύσταση μιας ιδιόμορφης οικογένειας, αποτελούμενης από τέσσερα παιδιά προερχόμενα από προηγούμενους γάμους και των δύο. Και όμως το σύνολο δείχνει να λειτουργεί με σχετική αρμονία και αλληλοκατανόηση παρά τις δεδομένες ιδιαιτερότητες των μελών. Την ήσυχη καθημερινότητα θα διαταράξει το εναέριο χημικό επεισόδιο που πλήττει μια κοντινή περιοχή και θα αναγκάσει τους κατοίκους του Μπλάκσμιθ να εγκαταλείψουν για λίγες μέρες τα σπίτια τους.

Ο ΝτεΛίλλο είναι μεγάλος προβοκάτορας, δε διστάζει να σατιρίσει το σύνολο της αμερικανικής καθημερινότητας με ρυθμούς πολυβόλου, περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο. Όμως το χιούμορ του είναι ιδιαίτερο, μοιάζει με μια ιδιότυπη άμυνα απέναντι στη μαυρίλα που τον περιβάλλει, αντικαθιστά την οργή με σάτιρα, προσπαθεί να κρύψει τα νεύρα του πίσω από γέλια τρανταχτά. Αντιμέτωπος με καταστάσεις "για γέλια και για κλάματα" εκείνος διαλέγει τα γέλια, για λόγους επιβίωσης και μόνο. Σκεφτόμουν, πως όσο εγγύτερα ζει κάποιος στην πραγματικότητα που περιγράφει ο ΝτεΛίλλο, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να γελάσει, καθώς αναγνωρίζει στοιχεία της δικής του καθημερινότητας, της δικής του ζωής. Παρωδία ενός μοντέλου που δυστυχώς δεν εμπεριέχει στοιχεία φαντασίας. Επίκαιρος όσο ποτέ.

Άλτερ έγκο του συγγραφέα μοιάζει να είναι, όχι ο αφηγητής, αλλά ο Μάρρεϋ, επισκέπτης καθηγητής που παραδίδει κάποια σεμινάρια στο κολέγιο σχετικά με τον Έλβις Πρίσλεϊ. Ζει σε ένα χόστελ, σχεδόν ετοιμόρροπο, με ελάχιστους ενοίκους. Οι απόψεις του Μάρρεϋ, όπως αποτυπώνονται μέσα από τους διαλόγους του με τον Τζακ κυρίως, διακρίνονται για την οξύνοια στην παρατήρηση, είναι καυστικές, ιδιαίτερης ματιάς, ενώ θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακόμα και γραφικές από κάποιους. Εύστοχες και λακωνικές, συνδυάζουν σκεπτικισμό και κυνικότητα, καθώς τα όρια της μισανθρωπίας διακρίνονται αχνά. Ο Μάρρεϋ είναι ένας κομβικής σημασίας δεύτερος ρόλος.

Μυθιστόρημα ολιστικό, απλής σύλληψης και ιδιοφυούς εκτέλεσης. Τρομακτική η ικανότητα του συγγραφέα να διατηρεί το υψηλό επίπεδο, δίχως να παρεμβάλλονται κομμάτια άνισα, αποτέλεσμα ταλέντου, έμπνευσης και πειθαρχίας. Γραφή έξυπνη και όχι δήθεν, σε αναγκάζει να γελάσεις για να συνειδητοποιήσεις ύστερα το απρεπές της πράξης σου. Δεκάδες μυθιστορήματα και διηγήματα ενυπάρχουν στις τετρακόσιες αυτές σελίδες, ιδέες ολοκληρωμένες και όχι απλά θραύσματα.

Εκείνο όμως, που περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο, με γοητεύει στο έργο του ΝτεΛίλλο είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το χρόνο, η σχεδόν μεταφυσική δυνατότητα να επιβραδύνει το ρυθμό, να παγώνει το χρόνο στο τώρα, να απλώνει τη δράση σε στατικά καρέ αφημένα εκεί μπροστά και ενώ το μεγάλο ρολόι συνεχίζει να σημειώνει τα δευτερόλεπτα. Υπνωτισμός. 

Το λογοτεχνικό ταξίδι στην Αμερική συνεχίζεται!




υ.γ Το Σημείο Ωμέγα αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα ανωτέρω γραφέντα περί ντελιλλικού χρόνου. Περισσότερα εδώ.

υ.γ2 Το αντίτυπο του μυθιστορήματος το προμηθεύτηκα σε μια εκποίηση των εκδόσεων, βιβλία τραυματισμένα, λιγότερο ή περισσότερο, που δε μπορούσαν πια να σταθούν στο ράφι του βιβλιοπωλείου.



Μετάφραση Πέτρος Αμπατζόγλου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας



Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Μ' ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι - Αλέξανδρος Κυπριώτης







Το εξώφυλλο, μαυροκόκκινη κάτοψη παραθαλάσσιου αστικού τοπίου, ορίζει – εκτός από τα χωρικά – τα χρωματικά όρια της συλλογής, ο τίτλος περιγράφει τον τρόπο. Αίμα ζεστό αναβλύζει από την πληγή, καθώς τα λεπτά της ώρας περνούν, το ερυθρό χάνει την καθαρότητά του, μακριά από το κορμί, αρχίζει να παγώνει, η ροή σταματά καθώς το υγρό αποκτά ιδιότητες σταθερές.

Από το πρώτο διήγημα ( Τα κλειδιά του), διακρίνεται με ευκρίνεια ο συγγραφικός βηματισμός.  «Εμμονικές επαναλήψεις και προσήλωση στη σπείρα», αυτές είναι οι πρώτες σημειώσεις που κρατώ καθώς ολοκληρώνω την ανάγνωση του διηγήματος για δεύτερη φορά. Φράσεις που τελικά χαρακτηρίζουν με ακρίβεια τη συλλογή στο σύνολό της. Ευδιάκριτες επιρροές – καλώς χωνεμένες – της γερμανόφωνης λογοτεχνίας, μετερίζι που ο Κυπριώτης υπηρετεί με επιτυχία, εδώ και χρόνια, από το πόστο του μεταφραστή. Είναι αυτή η ιδιαίτερη χρήση του λόγου, ο «ξενικός» ρυθμός που – επιτυχία του συγγραφέα – φαντάζει απρόσμενα οικείος και καταφέρνει να εγκλωβίσει ρυθμικά το νου.

Διαρκείς επανεκκινήσεις, περιστροφές γύρω από το ίδιο σημείο. Σε κάθε ιστορία, ο συγγραφέας επιλέγει με φροντίδα τη λεπτομέρεια εκείνη που θα αποτελέσει το σημείο περιστροφής, τον πυρήνα γύρω από τον οποίο θα δημιουργηθεί η απαραίτητη δίνη, αναγκαία να προσδώσει ορμή, να οπλίσει το χέρι, να διαλύσει τον ίδιο της τον εαυτό. Ένα ανεπαίσθητο σημείο αιμορραγίας είναι συνήθως αρκετό να προκαλέσει το θάνατο, μια στιγμή αρκεί για να διαρραγεί το δεδομένο μοτίβο. Συναισθήματα, καταπιεσμένα από καιρό, έρχονται στην επιφάνεια. Θαρραλέα βήματα προς τα εμπρός, επέλαση τολμηρή την οποία διαδέχεται η υποχώρηση, πότε συγκροτημένη και πότε άτακτη επιστροφή στο σημείο εκκίνησης. Επέλαση ξανά, υποχώρηση ξανά, επανάληψη μέχρι το τέλος, το όποιο τέλος.

Υποβολή. Δεν είναι  μόνο ο ρυθμός που καθηλώνει, είναι και οι ιστορίες που αφορούν προσωπικά τον αναγνώστη, κυρίως εξαιτίας της σχηματικής τους λειτουργίας. Ιστορίες που περιγράφουν χρόνιο εγκλωβισμό σε καταστάσεις, αναζήτηση στα σκοτεινά για μια έξοδο κινδύνου. Η εσωτερική προετοιμασία πριν την έξοδο, προσομοίωση της πραγματικότητας στη ασφάλεια του εργαστηρίου, ασκήσεις θάρρους και αναπνοών. Ακόμα μια φορά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, σκέφτεται, σκέφτεσαι, σκέφτομαι, πρόβα εμπρός στον καθρέφτη, στιγμές πίστης, ξεφούσκωμα, ξανά από την αρχή. «Θα ‘ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα». Πάντα είναι απαραίτητο ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι, ακόμα και όταν πρόκειται για μια λεπτή κλωστή.

Επιλογή συνειδητή η μη αναφορά σε κάθε διήγημα χωριστά, αλλά η αντιμετώπιση της συλλογής ως σύνολο, ενιαίο και αδιαίρετο. Ευδιάκριτο το νήμα που συνδέει τις δέκα ιστορίες με τις οποίες ο Αλέξανδρος Κυπριώτης μας συστήνεται ως συγγραφέας και μας υπενθυμίζει, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, πως η μετάφραση είναι πράξη συγγραφής, και η μεταμόρφωση δυνατή, αρκεί ο δημιουργός να απεγκλωβιστεί από το καθεστώς του ετεροφωτισμού.



[ Να αναζητήσετε τις μεταφράσεις του Κυπριώτη, να γνωρίσετε τη σπουδαία Γερμανή συγγραφέα Τζένυ Έρπενμπεκ, να αναμετρηθείτε με τα παιχνίδια του νου στα οποία υποβάλει τον αναγνώστη ο Μπότο Στράους]


(πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)




Εκδόσεις Ίνδικτος






Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Λεβιάθαν - Paul Auster







" Πριν έξι μέρες, ένας άντρας ανατινάχτηκε στην άκρη ενός δρόμου στο βόρειο Ουισκόνσιν. Δεν υπήρχαν μάρτυρες, φαίνεται όμως ότι καθόταν στο γρασίδι πλάι στο παρκαρισμένο του αυτοκίνητο όταν η βόμβα που έφτιαχνε εξερράγη. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση που μόλις δημοσιεύτηκε, ο άντρας σκοτώθηκε ακαριαία. Το σώμα του διαλύθηκε σε χιλιάδες κομματάκια και μέλη του πτώματος βρέθηκαν έως και είκοσι μέτρα μακριά από το σημείο της έκρηξης."


Ο συγγραφέας Πήτερ Άαρον αναγνωρίζει στην παραπάνω περιγραφή τον φίλο του, Μπέντζαμιν Σακς, και είναι σχεδόν βέβαιος πως αργά ή γρήγορα οι έρευνες της αστυνομίας θα οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του βομβιστή παρά τις πρόσκαιρες δυσκολίες. Οι αρχές και τα μίντια θα διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα προς το συμφέρον τους, θα παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή των πραγμάτων δίχως να νοιαστούν για τα πιστεύω του φίλου του, εκείνος νιώθει την υποχρέωση να καταγράψει, με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, τις μέρες και τα έργα του Μπέντζαμιν Σακς, μια υποχρέωση ηθική απέναντι στο νεκρό. Ο χρόνος κυλάει αντίστροφα, πρέπει να ολοκληρώσει την βιογραφία πριν οι αρχές τον συλλάβουν και τον οδηγήσουν στο γραφείο του ανακριτή, το χαρτάκι με το νούμερο του τηλεφώνου του, που βρέθηκε ανάμεσα στα χαλάσματα της έκρηξης, αποτελεί ικανό αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος του Άαρον.

Ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών, η βιογραφία του Σακς υφαίνεται μέσα από αντανακλάσεις προσώπων και καταστάσεων, ένας συνδυασμός ντοκουμέντου και φαντασίας, γεγονότα που ακόμα και αν είναι πραγματικά δεν παύουν να είναι επινοημένα και το αντίστροφο, γνώριμα μονοπάτια για τον Όστερ δηλαδή. Η παρεμβολή προσωπικών βιογραφικών στοιχείων βαραίνει τη ρεαλιστική πλευρά του μυθιστορήματος, ο Άαρον αποτελεί κάτι παραπάνω από άλτερ έγκο του συγγραφέα, είναι ο ίδιος ο Πολ Όστερ που απλώς χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. Με αφορμή την εξιστόρηση της ζωής του Σακς, ο Όστερ βρίσκει την ευκαιρία να διηγηθεί και τη δική του ζωή, υποδυόμενος ένα δεύτερο ρόλο, επιβεβαιώνοντας την άποψη πως, κατά βάθος, είναι πάντα η δική μας η ιστορία που επιθυμούμε να διηγηθούμε και πιανόμαστε από κάθε δοθείσα αφορμή. Η δεύτερη σύζυγος του αφηγητή ονομάζεται Ίρις, όνομα που αποτελεί την αναστροφή του Σίρι, ενώ, Ίρις ονομάζεται και η νεαρή πρωταγωνίστρια της Τυφλόμυγας, πρώτου μυθιστορήματος της συζύγου του Αμερικανού συγγραφέα, Σίρι Χούστβεντ. Οι άμεσες αναφορές στην Ίρις (και άρα έμμεσες στη Σίρι) ξεχειλίζουν από αγάπη και αφοσίωση, μια δημόσια συναισθηματική δήλωση-δέσμευση του Όστερ προς τη σύντροφό του. Την ίντριγκα μεγαλώνει η αφιέρωση του βιβλίου στον, επίσης συγγραφέα, Ντον Ντελίλλο.  

Στην ιστορία υπάρχει ένας υπέροχος δεύτερος γυναικείος ρόλος, η Μαρία, γοητευτική και γεμάτη μυστήριο, περιδιαβαίνει τους δρόμους τη Νέας Υόρκης με τη φωτογραφική της μηχανή, σκαρώνει διαρκώς παιχνίδια, έλκεται από την ιδέα της παρακολούθησης, η φωτογραφία είναι απλώς το μέσο αποτύπωσης, η φαντασία της δε σταματά στιγμή να γεννά ιδέες. Αυθεντική, ακολουθεί κοινό δρόμο στην επαγγελματική και προσωπική/συναισθηματική της καθημερινότητα. Αναζητά σημάδια, τα αναγνωρίζει και δε διστάζει να χαράξει πορεία σύμφωνα με αυτά.

Στις ιστορίες του Όστερ το τέλος προηγείται συχνά της αρχής, ήδη από τις πρώτες γραμμές γνωρίζουμε για το θάνατο του Σακς, ύστατη σελίδα της βιογραφίας. Και όμως μικρή σημασία δείχνει να έχει η κατάληξη της ιστορίας, εκείνο που μετράει είναι η ίδια η ιστορία και ο τρόπος να τη διηγηθεί κανείς. Ο συγγραφέας επιδίδεται συχνά στο παιχνίδι της προκαταβολικής αποκάλυψης, σαν μια κασέτα μουσικής, πίσω στην αναλογική εποχή, γύρισμα μπρος και πίσω μέχρι να βρεις το επιθυμητό τραγούδι, έτσι και ο Όστερ σε μια γρήγορη κίνηση προς τα εμπρός αποκαλύπτει στιγμιαία μια σκηνή από το μέλλον, συχνά καθοριστική, πριν γυρίσει προς τα πίσω πιάνοντας την ιστορία από την αρχή.

Η Νέα Υόρκη δε θα μπορούσε να απουσιάζει, ακόμα και στις σκηνές που εκτυλίσσονται μακριά από τη μητρόπολη, εκείνη συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της βαριά, μια παρουσία επιβλητική. Ήταν αυτή η ποθητή ατμόσφαιρα που με οδήγησε να τραβήξω το Λεβιάθαν από το ράφι της βιβλιοθήκης, ο Όστερ δικαίωσε τις προσδοκίες μου ακόμα μια φορά. Η περιπλάνηση σε αμερικανικά τοπία θα συνεχιστεί μέχρι νεοτέρας.




υ.γ πριν λίγους μήνες έγραφα για το Παλάτι του Φεγγαριού
υ.γ2 η Σίρι Χούστβεντ είναι μία εκπληκτική συγγραφέας. Τη χρονιά που μας πέρασε διάβασα και τα τρία μυθιστορήματά της που κυκλοφορούν στα ελληνικά: Η Τυφλόμυγα, Το Μυστικό της Λίλυ Νταλ, το Καλοκαίρι Δίχως Άντρες
υ.γ3 Όποιος δηλώνει φαν του Όστερ πιστεύω πως θα έπρεπε να γνωρίσει, αν δεν το έχει ήδη πράξει, τον Ισπανό Χαβιέρ Μαρίας.




Μετάφραση Άρης Σφακιανάκης
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος



Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Η χαμένη γλώσσα των γερανών - David Leavitt






Καθώς τα χρόνια περνούν, οι άγνωστες περιοχές μεταξύ των συντρόφων ελαχιστοποιούνται, τα μυστικά παύουν να ζουν στα σκοτεινά, η εμπιστοσύνη κυριαρχεί ενάντια στην ανασφάλεια της αρχής, κλισέ και θεωρία, λόγια. Η Ρόουζ και ο Όουεν διανύουν το εικοστό έβδομο έτος έγγαμου βίου, έρχονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να χάσουν το διαμέρισμα που νοικιάζουν χρόνια, καθώς η πολυκατοικία περνάει σε καθεστώς συνδιαχείρισης, καλούνται να αποφασίσουν αν θα αγοράσουν ή αν θα μετακομίσουν. Δίλημμα σύνθετο, η αγορά απαιτεί οικονομική υπέρβαση και τραπεζική συμμαχία, άνθρωποι που ποτέ δεν έμαθαν να σκέφτονται με αριθμούς καλούνται να αξιολογήσουν τα περιθώρια κέρδους μιας πιθανής επένδυσης. Και όμως δεν είναι αυτός ο πραγματικός δυναμίτης στα θεμέλια της οικογενειακής εστίας.

Ο γιος τους, Φίλιπ, ζει πια μόνος του, καταφέρνει έτσι, δίχως κόπο, να κρατά κρυφές τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Μικρός, αναγκαζόταν να τοποθετεί με προσοχή τα περιοδικά κάτω από το κρεβάτι, στρατηγικές άμυνας ενάντια στη μητρική καθαριότητα, όλα αυτά όμως ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Καθώς μεγαλώνει, νιώθει την ανάγκη για συναισθηματική σταθερότητα, για μια σχέση που να μη στηρίζεται αποκλειστικά στο σεξ. Η μοναξιά μετά από μια νύχτα με κάποιον άγνωστο είναι σκληρή, ενώ παράλληλα οι φήμες για το AIDS πυκνώνουν σπέρνοντας το φόβο. Όταν γνωρίζει τον Έλιοτ πιστεύει πως βρήκε το άλλο του μισό, εκείνον που θα του προσφέρει τον ώμο του για να γείρει το κεφάλι στο τέλος της μέρας, σχέδια και όνειρα για ένα μέλλον κοινό, συντροφικό. Είναι τέτοια η δύναμη, που βρίσκει το απαιτούμενο κουράγιο για να ανακοινώσει στους δικούς του την αλήθεια, τέρμα πια τα μυστικά, όλα στο φως.

Η αλήθεια είναι πως ο Φίλιπ δεν είχε σκεφτεί πέρα από τη στιγμή της αναγγελίας, άπαξ και η ομολογία δραπέτευσε από τα χείλη του, απέμεινε δίχως περαιτέρω προσδοκίες. Δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ποια θα ήταν η επιθυμητή αντίδραση από τη μεριά των γονιών του, μονάχα μια αόριστη ανάγκη για επιβεβαίωση και κατανόηση. Ο Όουεν θα παραμείνει σιωπηλός, σοκαρισμένος, μα για λόγους τελείως διαφορετικούς, θα βυθιστεί σε μια προσωπική αναπόληση της δικής του ζωής, των δικών του μυστικών. Τα πάθη που προσπάθησε να χαλιναγωγήσει προσδοκώντας μια συμβατική και ήρεμη ζωή, θα απαιτήσουν το χώρο που τους στερήθηκε και τους αναλογεί. Η Ρόουζ δεν είχε μυστικά αντίστοιχης βαρύτητας, υποφέρει κάτω από το βάρος των αποκαλύψεων, ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να καταστρώσει ένα εναλλακτικό σχέδιο.

Η οστερική μυρωδιά της Νέας Υόρκης είναι αισθητή από τις πρώτες σελίδες Το κυριακάτικο απόγευμα στην έρημη πόλη, η εκτός πλαισίου, τυχαία συνάντηση του Όουεν και της Ρόουζ, δεκάδες τετράγωνα μακριά από το σπίτι, η αμηχανία της στιγμής. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι εδώ και είκοσι επτά χρόνια συναντιούνται απρόοπτα και δεν έχουν τι να πουν. Σκηνή συγκλονιστική, παρά την απλότητά της, αποτυπώνει σε ένα καρέ όλα εκείνα που η θεωρία θα δυσκολευόταν να περιγράψει με όρους τεχνικούς και άψυχους. Είναι όμως και τα μυστικά, η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, η αυταπάτη πως είναι δυνατόν να γνωρίσεις πραγματικά τον άλλον ή και τον ίδιο σου τον εαυτό ακόμα, η ανάγκη για ηρεμία και απουσία εκπλήξεων, θυσία το πάθος για μια ρουτίνα αγία και ιερή.

Η κοινότητα των ομοφυλόφιλων στη Νέα Υόρκη κατακτά καθημερινά όλο και περισσότερα δικαιώματα, το περιθώριο εγκαταλείπεται, ο ακτιβισμός ανήκει στο παρελθόν, το κάδρο μοιάζει να χωρά ( ή μήπως απλώς να ανέχεται; ) τη σεξουαλική διαφορετικότητα. Πίσω όμως από τις συλλογικές κατακτήσεις στέκει η ατομικότητα με τα λιγότερο φανταχτερά μα ουσιαστικά και ζωτικά προβλήματά της, από κοντά όλα είναι πιο σύνθετα. Η πόρτα που κλείνει και σε αφήνει μονάχο, παρέα με το μυστικό σου, μυστικό που κρατάς χρόνια και νιώθεις πως σε αφήνει έξω από τις ζωές των κοντινών σου ανθρώπων, της οικογένειάς σου αλλά και των φίλων σου, σχέσεις που στηρίζονται σε μια απόκρυψη. Όσο και αν η κοινωνία βαδίζει σε ένα δρόμο φιλελεύθερο, το οικογενειακό στίγμα θα παραμένει ισχυρό, οι κολλητοί φίλοι θα είναι συχνά οι πλέον πικρόχολοι κατήγοροι, οι πρώτοι που θα σκύψουν να πιάσουν την πέτρα. Και μέσα σε όλα, η ανάγκη για δημιουργία μιας σχέσης σταθερής, ζηλευτό προνόμιο της άλλης πλευράς, χάραξη μέλλοντος κοινού, ασφάλεια συναισθηματική, μια ακόμα ψευδαίσθηση, το δικαίωμα στο γάμο και την υιοθεσία, απώλεια στόχου στη θέα του δάσους.      

Και ότι ξεκινά ως μια οστερική ιστορία με φόντο τη Νέα Υόρκη, συνεχίζεται ως ένα οικογενειακό δράμα σκανδιναβικής δυναμικής και δεξιοτεχνίας, με εντάσεις, άρσεις και θέσεις. Ο Λίβιτ εντυπωσιάζει με τη διαχείριση του υλικού του και την ικανότητά του στην καταγραφή των διαπροσωπικών σχέσεων. Σε ένα μυθιστόρημα με τρεις βασικούς πρωταγωνιστές, ο συγγραφέας καταφέρνει να διατηρεί την ισορροπία και να αλλάζει επιδέξια "φωνή". Θίγει ζητήματα, που ακόμα και σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, συνεχίζουν να είναι επίκαιρα, αν όχι ταμπού για ορισμένους, δείχνοντας τη βραδύτητα που διακρίνει την κοινωνία σε ορισμένους τομείς. Δεν επιχειρεί να δώσει λύσεις και απαντήσεις, πρόθεσή του να καταγράψει, χαρτογράφηση περιοχής κυρίως για εκείνους που αποστρέφουν το βλέμμα αλλά και για (εμάς) τους υπόλοιπους που νιώθουν (νιώθουμε) άνετα στην κουλ - και από μακριά - βεβαίοτητά τους (μας).

Αναγνωστική έκπληξη που με οδήγησε στην απόφαση να συνεχίσω με αμερικάνικη λογοτεχνία.  




[Τυχερή ανακάλυψη στο χειμερινό παζάρι της πλατείας Κοτζιά, η στοίβα με τις Εκδόσεις Aquarius έστεκε προκλητική, η φίλη που με συνόδευε μου πρότεινε, απολύτως φυσιολογικά, εκείνο που είχε διαβάσει.
Σε γνωστό παλαιοβιβλιοπωλείο του κέντρου υπάρχει πάντως αρκετά μεγάλο απόθεμα, για να μη λέτε δηλαδή πως δε βρίσκετε τα βιβλία που παρουσιάζω ;) ]



Μετάφραση Γιάννης Τζώρτζης
Εκδόσεις Aquarius

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Πάρα πολλή ευτυχία - Alice Munro






Καταραμένη δυσπιστία, με κρατάς μακριά από υπέροχα διηγήματα. Θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ανάρτησης αυτής, πιο ιντριγκαδόρικος από τον τίτλο του βιβλίου, παγίδα για αύξηση της επισκεψιμότητας. Και είναι τόσο αληθινή η φράση αυτή, δυσπιστία στα όρια της φοβίας και της άρνησης, απέναντι στη μικρή φόρμα, χρόνια τώρα. Για κάθε ένα διήγημα που απόλαυσα νιώθω πως θα μπορούσα να ονομάσω τουλάχιστον τρία που με απογοήτευσαν, μην κοιτάτε που αποφεύγω να αναφέρομαι συχνά σε αναγνώσεις κακές, αρπαχτές και καταφύγια ευκολίας, μια ιδέα από μόνη της δεν αρκεί με αποτέλεσμα τα ράφια των βιβλιοπωλείων να είναι γεμάτα με πραγματικά κακές συλλογές διηγημάτων.

Όμως, κάτι βαθιά μέσα μου δε με αφήνει να παραιτηθώ, όσο και αν γκρινιάζω, πάντα αναζητώ καταφύγιο σε μια συλλογή συνήθως, και όχι σε ένα αυτόνομο διήγημα, από καιρό σε καιρό, μια αίσθηση διαφορετική από εκείνη του μυθιστορήματος, συμπυκνωμένη θαρρείς.

Μετά το τέλος της ανάγνωσης, με θέα το οπισθόφυλλο, καθώς τεντωνόμουν για να ακουμπήσω το βιβλίο της Μονρό στην καρέκλα - σε προσωρινό ρόλο κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι - ένιωθα σα να είχα διαβάσει δέκα μυθιστορήματα, και όχι διηγήματα, τέτοια ήταν η πληρότητα των συναισθημάτων. Διηγήματα μεγάλης φόρμας, δουλεμένα στη λεπτομέρεια, με χαρακτήρες ολοκληρωμένους, πίσω από τα οποία είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τη γυναίκα δημιουργό. Το κλείσιμο, αμήχανη στιγμή για αρκετούς δημιουργούς, αποτελεί πλεονέκτημα στις ιστορίες της Μονρό· στακάτο, κοφτερό, πότε λυτρωτικό και πότε προκλητικό, συχνά γεμάτο με την ελπίδα που γεννά μία και μόνη απειροελάχιστη πιθανότητα.  

Πρώτη επαφή με το έργο της, γεννημένης στο Οντάριο το 1931,  Αλίς Μονρό και δηλώνω εντυπωσιασμένος. Αν και πολυγραφότατη και βραβευμένη, στα ελληνικά κυκλοφορούν μόλις δύο συλλογές διηγημάτων της από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Συνηθίζω να μην αναφέρομαι στην υπόθεση των διηγημάτων, είναι τέτοια η έκτασή τους που θεωρώ κάπως άδικο την αποκάλυψη στοιχείων της ιστορίας, και δε σκοπεύω να αλλάξω τακτική.

Η επιρροή της γαλλικής λογοτεχνίας στη γραφή ενός Καναδού συγγραφέα, ακόμα και αν πρόκειται για αγγλόφωνο όπως στην περίπτωσή μας, δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς η γαλλική κουλτούρα αποτελεί κυρίαρχο συστατικό της εκεί πολιτιστικής ταυτότητας. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση ήταν η ιαπωνική επιρροή σε κάποια σημεία της συλλογής, με το Γουένλοκ Ετζ να αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, κυρίως ως προς τη διαπραγμάτευση της σεξουαλικότητας και τη μυστικιστική ατμόσφαιρα - στοιχεία που αποτελούν ειδικότητα της ιαπωνικής παράδοσης. Άρωμα ανατολής, δάνειο από την επαφή με τη λογοτεχνία του Καβαμπάτα, του Μίσιμα, του Τανιζάκι και τόσων άλλων σπουδαίων συγγραφέων, καταφέρνει να το οικειοποιηθεί γόνιμα και να το εντάξει στη δική της φαρέτρα.

Η σχέση των ηρώων με τη γη, ταίριαξε με την - ίσως αυθαίρετη - προσωπική πεποίθηση για τους έντονους δεσμούς που διατηρούν οι Καναδοί με τη φύση. Σεβασμός για το περιβάλλον, καταφύγιο μακριά από την αστική ένταση, αρμονική συνύπαρξη των μεγαλουπόλεων με τα απέραντα δάση και την άγρια ζωή. Η ασχολία με το ξύλο, πρώτη ύλη για την κατασκευή κατοικίας, το μεράκι και η επιμονή στη λεπτομέρεια, χαρακτηριστικό γήινο και βαθιά ανθρώπινο. Οι ήρωες της Μονρό είναι εγκλωβισμένοι, όμως δεν τα παρατούν, παλεύουν - συχνά απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό - να ισορροπήσουν, να βρεθούν σε αρμονία, διεκδικούν - ίσως και άθελά τους κάποιες στιγμές - το δικαίωμα στην ευτυχία.

Και για το τέλος, ένα απόσπασμα που αποτελεί αυτοσαρκασμό της συγγραφέως αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει την άποψη αρκετών σχετικά με τη μικρή φόρμα, σκέψη της ηρωίδας του διηγήματος Πεζό:

"Το Πώς να ζούμε δεν είναι μυθιστόρημα αλλά μια συλλογή διηγημάτων. Αυτό από μόνο του είναι απογοήτευση. Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ' αυτήν." 



Μετάφραση Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο







Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα - Jon McGrecor




Ένα αργόσυρτο και λεπτομερές κινηματογραφικό τράβελινγκ σε τοπίο αστικό, κίνηση κυκλική που αναδεικνύει εικόνες της καθημερινότητας. Διασχίζοντας διάφορους δρόμους της μικρής πολιτείας, οι ράγες, πάνω στις οποίες ταξιδεύει η κάμερα, θα καταλήξουν σε ένα δρόμο με λίγα μόνο νούμερα, από τη μία τα μονά και από την άλλη τα ζυγά, σπίτια χαμηλά, κάποια με φθαρμένες σκεπές, στεγάζουν τις ζωές συνηθισμένων ανθρώπων που νιώθουν άνετα στην "ανωνυμία" τους. Μια μέρα συνηθισμένη, όπως τόσες και τόσες άλλες, λίγο πριν συμβεί κάτι τρομερό που θα σημάνει τελεσίδικα την καταγραφή της στη μνήμη των παρόντων, μια ιστορία μικρή, στα πίσω παρασκήνια του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, δίχως φώτα και μικρόφωνα, υπό ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο.

Έτσι κυλούν οι πρώτες σελίδες του εντυπωσιακού (πρωτόλειου) μυθιστορήματος του Βρετανού συγγραφέα, Τζον ΜακΓκρέκορ. Αφήνεις στην άκρη την προσπάθεια να κατανοήσεις τα πάντα, διαβάζεις μαγεμένος, πράττεις σωστά.

"Αν στήσεις αυτί, θα την ακούσεις.
Την πόλη, τραγουδάει.
Αν σταθείς ήσυχα, στην άκρη του κήπου, στη μέση του δρόμου, στη στέγη του σπιτιού.
Πιο καθαρά ακούγεται τη νύχτα, τότε ο ήχος, πιο αστόμωτος, τέμνει την επιφάνεια των πραγμάτων, τότε το τραγούδι φτάνει μέχρι τα μέσα σου.
Είναι ένα τραγούδι στο μεγαλύτερο μέρος του χωρίς λόγια, πάντως ένα τραγούδι κι όποιος το ακούει, δεν αναρωτιέται τι είναι αυτό που τραγουδάει. Και το τραγούδι γίνεται ακόμη πιο δυνατό, όταν την κάθε νότα την πιάνεις χωριστά."

Ποιητικό θρίλερ, έτσι θα ονομαζόταν η κατηγορία, αν υπήρχε η υποχρέωση. Είναι αυτό το ανομολόγητο τρομακτικό συμβάν που διαρκώς αιωρείται και δεν αφήνει σε ηρεμία τον αναγνώστη, καθώς ο χρόνος επιβραδύνεται μέχρι να αγγίξει το σημείο μηδέν καρέ καρέ, και ο συγγραφέας επιμένει να περιστρέφει την παρατήρησή του από σπίτι σε σπίτι, να περιγράφει το σύνολο των πράξεων και των σκέψεων, ενώ προσπαθεί να αποτυπώσει συναισθήματα και να δώσει διαστάσεις στους χαρακτήρες του που προσδιορίζονται από κάποιο στοιχείο, όπως για παράδειγμα το νούμερο του δρόμου, το χρώμα των μαλλιών ή οτιδήποτε άλλο παρεμφερές θα μπορούσε να επιστρατεύσει η ανάγκη ενός εξωτερικού παρατηρητή να τους διακρίνει. Είναι αυτό το προσωπικό φίλτρο του συγγραφέα, μέσα από το οποίο συλλαμβάνει την πραγματικότητα και την αποτυπώνει σε ένα μήκος κύματος τόσο διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα οικείο. Δίχως όμως την ιδιαίτερη γλώσσα, η αποτύπωση αυτή πιθανότατα θα έστεκε τεχνικώς άρτια μα ψυχικώς κενή. Επίσης, ο ενσωματωμένος στην αφήγηση ευθύς λόγος, καθιστά το κείμενο ακόμα πιο ζωντανό ενώ προσθέτει ροή στην ανάγνωση.

Μία από τις πρώτες σημειώσεις σχετικά με το βιβλίο υπήρξε η λέξη υπέροχο, λίγες σελίδες αρκούσαν άλλωστε. Το συναίσθημα δεν υποχώρησε στιγμή, μάλλον εντάθηκε, αποτέλεσμα να αναζητώ ξανά και ξανά τη σωστή σελίδα στο τετράδιο για να σημειώσω : υπέροχο. Αυτή η συνεχής επιστροφή οδήγησε στην εξής σημείωση : επιμένω να σημειώνω πόσο υπέροχο είναι. Λες και υπήρχε η πιθανότητα να το ξεχάσω.

Στα μάτια του ΜακΓκρέγκορ δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε σημαντικές και ασήμαντες υπάρξεις, κάθε ύπαρξη είναι εξόχως σημαντική, μοναδική και σπουδαία. Αντίστοιχα και οι πράξεις, τα γεγονότα. Μοιάζει να σιχαίνεται την εστίαση στις ζωές των λίγων και εκλεκτών, βρίσκει ενδιαφέρον και έμπνευση σε αυτό που τον περικλείει και μπορεί να αγγίξει, όχι στην εικονική πραγματικότητα. Προτιμά τη θέα από το παράθυρό του παρά εκείνη του δέκτη της τηλεόρασης. Όπως ο νεαρός ήρωας του βιβλίου που μαζεύει, θαρρείς, τις λεπτομέρειες του κόσμου· συλλέγει φαινομενικά άχρηστα μικροαντικείμενα, φωτογραφίζει το ασήμαντο, στριφογυρίζει γύρω από τον πυρήνα των μικρών πραγμάτων.

 " Κάνει διάφορες συλλογές λέει, μαζεύει πράγματα από το δρόμο, αποδείξεις από ταμειακές μηχανές ας πούμε και πανεπιστημιακές σημειώσεις και φύλλα από περιοδικά, μια φορά μάζεψε ένα σωρό σπασμένα γυαλιά από τζάμι αυτοκινήτου και έφτιαξε ένα κολιέ λέει.
 Είπε ότι είναι αστικά διαμάντια, λέει."


Είχε προηγηθεί η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Γκράχαμ Σουίφτ, Τελευταίος Γύρος. Ήμουν σε τοπία βρετανικά και εκεί ήθελα να παραμείνω, εύστοχη επιλογή ενός πραγματικά σπουδαίου μυθιστορήματος.

Μνεία ιδιαίτερη στο μεταφραστικό έργο της Αθηνάς Δημητριάδου.


Εκδόσεις Άγρα


  

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Σημεία στίξης




Ο χρόνος απέκτησε - ευτυχώς - διαστάσεις ξανά, σημεία στίξης παρεμβάλλονται ανάμεσα στο κεφαλαίο κάπα της καλημέρας και τη νυχτερινή τελεία, αυτό συνέβη φέτος το καλοκαίρι, ακριβέστερα να περιγραφεί δε γίνεται θαρρώ.

Αύγουστος αστικός, μα ευτυχώς δροσερός, σε μια πόλη άδεια. Λογοτεχνία αμερικάνικη κυρίως, στους δρόμους άνθρωποι φορτωμένοι με σακίδια ή σέρνοντας βαλίτσες να εγκαταλείπουν την πόλη, εδώ και μέρες τους βλέπω να γυρνούν. Συζητήσεις για μακρινά νησιά και νυχτερινά μπάνια, σώματα μαυρισμένα, κάποιοι άλλοι, βιαστικοί, να εύχονται καλό χειμώνα, ξεχνώντας το φθινόπωρο. Δε ζήλεψα, έμεινα με ευκολία πιστός στην αρχική απόφαση.

Η αποχή από το ιστολόγιο αναζωπυρωτική. Ένιωσα τον πειρασμό αλλά τελικώς δε λύγισα, περισσότερο σα μια προσωπική άσκηση πειθαρχίας. Παρατηρούσα τα στατιστικά, η μη ανανέωση και η αυγουστιάτικη φυγή επηρέασαν την επισκεψιμότητα, όμως εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι πως οι αναγνώστες διέθεσαν περισσότερο χρόνο τριγυρνώντας στο ιστολόγιο, επισκέφτηκαν περισσότερες σελίδες, μια ένδειξη χαλαρότητας και χρονικής άνεσης, έτσι τουλάχιστον την εξέλαβα εγώ.

Η έκπληξη όμως δεν ήταν αστική τελικά. Δύο φίλες, Ιταλίδες, επέμειναν να πάμε στην Αρχαία Κόρινθο. Πρώτη τους φορά στην Ελλάδα, ο οδηγός που συμβουλεύτηκαν παλιός. Έδειξα δυσπιστία, το ομολογώ, δεν ήθελα όμως να τους χαλάσω το χατίρι. Εντυπωσιάστηκα, τόσα χρόνια εκεί γύρω και να μην έχω ανέβει ποτέ, απαράδεκτος. Θα επιστρέψω με την πρώτη ευκαιρία.

Τώρα είναι Σεπτέμβρης, αρχή του έτους για πολλούς. Σχέδια, ιδέες και αποφάσεις περιμένουν να περάσουν στο στάδιο της υλοποίησης. Μη γελιόμαστε όμως, η πλειοψηφία θα περιμένει μέχρι του χρόνου, τουλάχιστον. Ακόμα όμως είναι καλοκαίρι - μέχρι της είκοσι μία του μήνα - μετά βλέπουμε.