Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Φάλαινα - Paul Gadenne





Πώς επιλέγεις το επόμενο βιβλίο; Μη βιαστείτε να απαντήσετε· από δίπλα πέφτει βαριά η σκιά : Οι γιοι, Φραντς Κάφκα. Σκέφτομαι με όρους βάρους, ίσως ελαφρύτερο, ίσως ισάξιο -αν υποθέσουμε πως υπάρχει. Αδιέξοδο. Κάθομαι στον αυτοσχέδιο καναπέ δίπλα στη μεταβατική βιβλιοθήκη, κλίνω το κεφάλι και ανατρέχω τις ράχες. Αδιέξοδο. Ένα ύποπτο κενό ανάμεσα στον Ταμπούκι και τον Ζέμπαλντ κρύβει τη Φάλαινα. Θυμάμαι την ημέρα που την αγόρασα: είχα υποσχεθεί βόλτα στο παζάρι των Εκδόσεων Άγρα, παρασύρθηκα και πήγα μόνος μου, εκείνη όμως θυμήθηκε το λόγο μου και διεκδίκησε, επέστρεψα δεύτερη φορά λοιπόν. Θα πειθαρχήσω, είπα. Τα πήγα αρκετά καλά, μόνο τη Φάλαινα πρόσθεσα, μάλιστα εκείνη μου την έκανε δώρο, τέτοιος άνθρωπος είναι (είμαι). Ύστερα κάτσαμε για καφέ, ήταν μέρος της συμφωνίας. Κάποια στιγμή, γνωρίζοντας τα χαρτιά μου, της είπα: θα ήθελα να μένω εδώ, ακριβώς εδώ από πάνω. Πέρασαν μήνες, πάλι κάνει καλό καιρό.

Στο σήμερα πάλι, έναν όροφο ψηλότερα, το παίρνω στα χέρια μου. Το μέγεθος εντείνει την προσοχή στη λεπτομέρεια, ο βαθμός καλαισθησίας υψηλός, η συμμετρία, γραμμάτων και εικόνας, διακριτική. Διαβάζω τις πρώτες γραμμές:

Πολλοί είχαμε καταφύγει εκεί, στη μικρή αυτή γωνιά όπου πιστεύαμε ότι θα μας ξεχάσουν...

Πιστεύαμε ότι θα μας ξεχάσουν. Η επιλογή έγινε.

Το τέλος της πρώτης ανάγνωσης γεννά δύο σκέψεις: η πρώτη, προφανής: δεύτερη ανάγνωση. Μαζί και η σκέψη πως για ένα τέτοιο κείμενο δε μπορεί να γραφτεί κάτι συμβατικό, μονάχα κάτι ποιητικό, με ορμή και έμπνευση από την ανάγνωση.

Πριν κοιμηθώ, αναλογίζομαι εκείνο το Καλοκαίρι, δέκα χρόνια πριν, δίπλα στη θάλασσα. Πίνουμε καφέ στην παραλία, ξάφνου, φωνές παιδικές διασαλεύουν τη μεσημεριανή ραστώνη: δέκα πέντε, ίσως και περισσότερα πιτσιρίκια, με το νερό λίγο πάνω από τα γόνατα, τσιρίζουν και χοροπηδούν γύρω από ένα έντρομο δελφίνι, γυρίζω να της πω τι βλέπω, συνειδητοποιώ πως δεν ξέρω τη λέξη στα ιταλικά. Αυτή την ιστορία θέλω να διηγηθώ με αφορμή τη Φάλαινα, σκέφτομαι.

Το πρωί, πριν απ' όλα, διαβάζω ξανά την πρώτη παράγραφο, ύστερα μερικές σελίδες ακόμα. Μέχρι να φτάσω στη δουλειά ολοκληρώνω και τη δεύτερη ανάγνωση, στο τέλος διαβάζω την πρώτη παράγραφο ξανά. Να μην ξεχάσω, αν ποτέ με ρωτήσει κανείς για τις αγαπημένες μου εναρκτήριες προτάσεις, να τη συμπεριλάβω.

Σχολώ και κάθομαι στο μπαρ. Να σου διαβάσω κάτι; τη ρωτάω, εκείνη γνέφει ναι. Μας διακόπτουν τρεις φορές, κάθε φορά, εγώ, βρίσκω την ευκαιρία να αρχίσω πάλι από την αρχή. Πολύ ωραίο, μου λέει τελειώνοντας, χαμογελώ. Μία φορά ακόμα την πρώτη παράγραφο και θα φύγω, σκέφτομαι, πρέπει να μαζέψω. Άργησα λίγο. Στην επιστροφή σκέφτομαι πως μόνο το ίδιο το κείμενο μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του, και εγώ είπα, όπως συνηθίζω, τόσα λόγια. Συγγνώμη.

Πολλοί είχαμε καταφύγει εκεί, στη μικρή αυτή γωνιά όπου πιστεύαμε ότι θα μας ξεχάσουν, και μέναμε σωριασμένοι στο βελούδο, μέσα σε μιαν αλλόκοτη πολυτέλεια από κρύσταλλα και απλίκες, προστατεύοντας τον εαυτό μας από τον υπερβολικό καπνό και τους κακούς δίσκους πίσω από μια κουρτίνα με εμβλήματα -ξεχαρβαλωμένη κι αυτή λίγο-πολύ και πεσμένη από τους γάντζους της-, ελπίζοντας στο συμβάν που θα μας έδινε τη δύναμη να ξεκολλήσουμε από κει ή, ίσως πάλι, περιμένοντας το άγγελμα μιας αναλαμπής πάνω στη θάλασσα. Πράγματι, οι πιο θαρραλέοι είχαν βγει στη βεράντα, όπου έμεναν ξαπλωμένοι, με το μάγουλο σχεδόν ακουμπισμένο στην πέτρα, ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζαμε να κατασκοπεύουμε ο ένας τον άλλο, μέσα από τις ξεφτισμένες μεσοτοιχίες, σ' εκείνη την κατάσταση της ζωώδους και σχεδόν δόλιας υποταγής απ' όπου πολύ εύκολα βυθίζεται κανείς στον ύπνο.
Ξαφνικά, καθώς βουλιάζαμε όλο και πιο πολύ στα μαξιλάρια μας, ένα πρόσωπο, που ελάχιστα το είχαμε προσέξει ως τότε, πλησίασε την μικρή παρέα μας των κοιμισμένων και, νομίζοντας ότι θα μας εμπλέξει, μας ρώτησε αν είχαμε ακούσει να μιλούν για τη φάλαινα.


Μετάφραση Βάνα Χατζάκη
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Ο λόφος



Κοίτα εκείνον το λόφο εκεί έξω·
ποτέ δε θα μάθουμε τι κρύβει
θα πεθάνουμε εδώ, στην ασφάλεια της πεδιάδας,
ατσαλάκωτοι πρωταγωνιστές του σινεμά
και θα λέμε:
ωραία η ζωή, άσχημο πράγμα ο θάνατος.

Θα μιλάμε με σιγουριά,
όπως κάποιοι που τα έζησαν όλα
και δε θα έχουμε ανέβει ποτέ στο λόφο,
δε θα έχουμε δει ποτέ τη θέα που κρύβει.

Θα σκαρώνουμε γιορτές στα λιβάδια αυτά
θα τραγουδάμε τη χαρά
θα ευχαριστούμε το θεό για τα γόνιμα εδάφη
θα μεθάμε για να ξεχνάμε.

Η σκιά του, το απόγευμα αργά, μας προκαλεί όμως μια προσωρινή ανασφάλεια,
τα παιδιά μαζεύονται γρήγορα στο σπίτι,
τα καφενεία κατεβάζουν τα ρολά,
όλοι στέκουν αμίλητοι,
κανείς δεν έχει το θάρρος να στρέψει το βλέμμα προς το λόφο,
εκεί που είναι ακόμα μέρα.

Κάποτε, θυμάμαι, πάνε χρόνια, κάποιος έριξε την ιδέα να τον ανατινάξουμε
έγιναν δωρεές, αγοράστηκε η απαραίτητη ποσότητα δυναμίτη
όμως, την τελευταία στιγμή δειλιάσαμε,
δεν το παραδεχτήκαμε βέβαια ποτέ,
πείσαμε τον εαυτό μας πως τελικά αδιαφορούμε,
πως το μόνο που αξίζει για μας είναι η εύφορη πεδιάδα,
τα σπαρτά που μας χαρίζουν τον καρπό,
τα ζώα,
που με το γάλα τους μεγαλώνουμε τα παιδιά μας,
και με το μαλλί τους προστατευόμαστε από την κρύα σκιά του.

Αφαιρέσαμε το λόφο από τους σχολικούς χάρτες
που μόνο την πεδιάδα μας δείχνουν πια,
αποκαλούμε τη σκιά αυτή νύχτα,
λέμε παραμύθια στα παιδιά,
με φαντάσματα
και με τέρατα που διψάνε για αίμα,
επινοήσαμε εχθρούς που ορέγονται τα εδάφη μας,
σφραγίσαμε τα παράθυρα που έβλεπαν στο λόφο,
χτίσαμε ένα μεγάλο τείχος για να προστατεύσουμε τον κόσμο μας,
και ζούμε εμείς καλά
και τα παιδιά μας ακόμα καλύτερα,
αφού δε θα μάθουν ποτέ,
αντίθετα με μερικούς από εμάς
που δυσκολεύονται να ξεχάσουν
και που η ανάμνηση του λόφου τούς βάζει σκέψεις,
για εκστρατείες.



[πρώτα ήρθαν οι λέξεις, ύστερα το σκηνικό και τέλος, τους τελευταίους μήνες, το βίωμα]

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Humor ist, wenn man trotzdem lacht.




Η επιθυμία υπήρχε από καιρό, προερχόμενη ίσως αρχικώς από την πληθώρα των αναφορών στο όνομά του, αναφορών προσωπικών, προσδιοριστικών κατά βάση, ενίοτε δε, και αυθαίρετων ή κάπως υπερβολικών, το επίθετο "καφκικό(ς)" αναπόσπαστο μέρος του λόγου περί γραφής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Με τον καιρό η επιθυμία εκφράστηκε, συνάντησε μία γκάμα αντιδράσεων, από την αδιαφορία μέχρι τον ενθουσιασμό -μαντέψτε εσείς ποιοι αδιαφόρησαν, εγώ δε λέω-, τελικώς με κυρίευσε.

Η λογοτεχνική διαθήκη του Κάφκα και η μη υλοποίησή της, υπήρξε ένα από τα βασικά ερωτήματα ηθικής της ύστερης εφηβείας μου, τότε που μέσα από τις Εκδόσεις Γράμματα, στο υπόγειο της πατρινής πρωτοπορίας, τον πρωτογνώρισα, μέσα από τη Δίκη, και ύστερα αχόρταγα διάβασα, το ένα μετά το άλλο, όλα τα υπόλοιπα, χαρούμενος, μέσα μου βαθιά, που η επιθυμία του παρακούστηκε, αν και ντρεπόμουν για το συναίσθημα αυτό.

Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια (πια). Η επιθυμία του εκείνη, μου άνοιξε τώρα την πόρτα της επιστροφής.

[...] Για αργότερα ίσως αυτά τα δύο κείμενα (βλέπε: η Μεταμόρφωση και ο Θερμαστής) και "η κρίση" από την Arcadia να συνιστούσαν ένα αρκετά καλό βιβλίο, που θα μπορούσε να λέγεται "οι γιοί". 

Η αποτίμηση μιας ανάγνωσης, όπως αυτή, δύναται να είναι είτε αμιγώς φιλολογική, είτε αποκλειστικώς συναισθηματική, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα. Και ως προσωπική, πρέπει να παραμείνει ένας μέρος της στο σκοτάδι, τέτοια είναι η γραφή του Κάφκα.

Πριν την ανάγνωση, όταν οι Γιοι είχαν πάρει αμετάκλητα πια τη θέση τους ανάμεσα στα προσεχώς, αναρωτιόμουν αν θα αναδείκνυαν την εξέλιξή μου ως αναγνώστη, αν πλέον θα ήμουν ικανός να συλλάβω νοήματα και σχήματα που παρέμειναν κρυφά τότε παλιά, στα άγουρα χρόνια της εισαγωγής στον κόσμο της λογοτεχνίας. Κάτι τέτοιο δε συνέβη. Εκείνο που συνέβη όμως, ήταν η σήμανση της συναισθηματικής μου εξέλιξης, όχι απαραίτητα στο δρόμο της προόδου, αλλά, όπως και αν έχει, τη μετατόπιση αυτής από τότε. Και αυτό είναι πιο σημαντικό, επιτρέψτε μου να πω κύριοι/κυρίες που θεωρείτε τη συναισθηματική εξέλιξη κάτι το δεδομένο και αναπόφευκτο, αποτέλεσμα, και αυτό, υπολογισμών μαθηματικών και δεικτών οικονομικών.

Ο πατέρας ενός φίλου, κάθε φορά που τελειώνει μια ακόμη ανάγνωση της Μεταμόρφωσης, συνηθίζει να λέει: όλα εδώ μέσα υπάρχουν. Σκέφτομαι τα λόγια αυτά τώρα που με σιγουριά προσθέτω την τριλογία αυτή, οριστικά και αμετάκλητα, στη λίστα εκείνη με τα αναγνώσματα 'πρώτων βοηθειών'.

Κι ήταν για 'κείνους σαν διαβεβαίωση των νέων τους ονείρων και καλών σκοπών, όταν στο τέλος της διαδρομής τους σηκώθηκε η θυγατέρα πρώτη και τέντωσε το νεανικό κορμί της.   

[ο τίτλος της ανάρτησης, φράση γερμανική που στα ελληνικά θα μεταφερόταν ως: χιούμορ είναι, όταν κανείς παρ' όλα αυτά γελά, αποτέλεσε την εύστοχη σύνοψη του Α., αφού πρώτα με περίσσια υπομονή άκουσε όσα είχα να πω, ενθουσιασμένος/μαγεμένος/συνεπαρμένος από την επιστροφή στο καφκικό σύμπαν.]


υ.γ Κατσαρίδα δεν είναι σίγουρα. Παράσιτο ναι, θα μπορούσε.

 

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Ίνδικτος 

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ένα βιβλιοπωλείο ζητά τη βοήθειά σου







Στη Ζίτσα Ιωαννίνων βρέθηκα πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2012, κάτι ανάμεσα σε couchsurfer και φιλοξενούμενος του φούρναρη του χωριού. Βλέπετε, η Ε. είχε φροντίσει να αναθερμάνει τη γνωριμία της με τον Κώστα λίγες μέρες νωρίτερα στη Βλάστη Κοζάνης, στα πλαίσια του φεστιβάλ Γιορτές της Γης. Δεν πήγαμε σε παραλία εκείνο το καλοκαίρι. Παρέα με την Ε. λοιπόν, διασχίσαμε τη γέφυρα στο δρόμο για το Βορρά, φτάνοντας πολύ κοντά στο χωριό του παππού μου που η ζωή τον έκανε τελικώς Πειραιώτη. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.






Αυτή όμως είναι πρωτίστως η ιστορία της Άννας και του ονείρου της. Η Άννα από την Αμερική βρέθηκε περαστική από τη Ζίτσα πριν λίγα χρόνια, εκεί γνώρισε τον Κώστα -θυμίζω πως ο Κώστας είναι ο φούρναρης του χωριού και ενεργό μέλος της κοινότητας των couchsurfers στην Ελλάδα- ύστερα εκείνη συνέχισε το ταξίδι της, όμως η φλόγα δεν έσβησε. Η επικοινωνία, παρά τις ιδιαιτερότητες της διαφοράς ώρας αλλά και των ωραρίων του φούρναρη, διαρκής, με τον καιρό εντονότερη, η ιδέα τρελή αλλά μονόδρομος: να δοκιμάσουν να μείνουν μαζί!

Κάπως έτσι η Άννα διέσχισε τον Ατλαντικό και βρέθηκε στη Ζίτσα.

Κατά την παραμονή μας εκεί παντρεύτηκαν, εγώ ανέλαβα δύο υποχρεώσεις: να φέρω τους κουμπάρους από τα Γιάννενα και να συνοδεύσω τον Τσάρλι στο δημαρχείο. Οι κουμπάροι έφτασαν στην ώρα τους, ο Τσάρλι και ο συνοδός του έφαγαν πόρτα από τον αντιδήμαρχο...







Το βράδυ πριν το γάμο συζητούσαμε με την Άννα για βιβλία, και τότε, κάπου ανάμεσα σε ονόματα συγγραφέων και διαφυγόντες τίτλους, μου ξεφούρνισε το τρελό της όνειρο: να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο στη Ζίτσα. Η αλήθεια είναι πως γέλασα με την ρομαντικότητά της, ευτυχώς εκείνη μιλούσε σοβαρά. 

Δύο χρόνια μετά, η Άννα είναι πολύ κοντά να δει το όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα και η Ζίτσα να αποχτήσει βιβλιοπωλείο για πρώτη φορά στα 800 χρόνια ιστορίας της!







Στο τελευταίο στάδιο της υλοποίησης του εγχειρήματός της, η Άννα ζητά τη βοήθειά μας μέσω του Indiegogo. Για τις επόμενες μέρες λοιπόν όποιος επιθυμεί μπορεί είτε να συνεισφέρει οικονομικά, είτε να γίνει αγγελιοφόρος της υπέροχης αυτής πρωτοβουλίας.

Εδώ η σελίδα του The Zitsa Bookgarden στο Indiegogo με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες!




Καναπές, ζέστη, βιβλίο και έξω χιόνι! Lets do it Anna!

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Το κόκκινο λουλούδι - Β.Μ. Γκάρσιν





[Είναι πολυτέλεια να μισείς τις Κυριακές. Κάποτε είχα τη δυνατότητα αυτή, τώρα πια όχι.]

Ξύπνησα νωρίς, ώρα πριν το ξυπνητήρι ασφαλείας. Το αναγνωστικό αίτημα είχε ήδη διατυπωθεί αποβραδίς: ένα βιβλίο σε μια μέρα, ανάγκη που για καιρό αμελούσα. Το διήγημα, Το Κόκκινο Λουλούδι, του Ρώσου συγγραφέα Γκάρσιν, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πόλις, φάνταζε ιδανικό. Και ήταν.

Πριν λίγες μέρες, θυμήθηκα, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια του νου, ένα ντοκιμαντέρ του Κισλόφσκι, με τίτλο Ακτινογραφία. Καρέ χαραγμένα έντονα στη μνήμη μου, εντονότερα ίσως από κάποιες μεγάλου μήκους του Πολωνού σκηνοθέτη. Εκείνη η κλινική υπήρξε το σκηνικό της ανάγνωσης, εκείνα τα χρώματα έντυσαν την αγωνία του ήρωα να εναντιωθεί, με κάθε κόστος, απέναντι στο Κακό.

Είναι η αγωνία του ήρωα που διέπει από άκρη σε άκρη το διήγημα, αγωνία που ο συγγραφέας έχει βιώσει, και εξαιτίας αυτού καταφέρνει να αποδώσει με απαράμιλλη λιτότητα και ευκρίνεια. Στοιβαγμένες υπό άθλιες συνθήκες, εκατοντάδες ψυχές με την ένδειξη: τρελός· διαβατήριο για την κόλαση. Απόκοσμες φωνές, κραυγές, ουρλιαχτά. Υποδομές ανύπαρκτες, προσωπικό ελλιπές. Ένα σκηνικό φρίκης.

Το νεοφερμένο ασθενή τον οδήγησαν στα λουτρά. Ακόμα και σε έναν υγιή άνθρωπο ο θάλαμος αυτός θα μπορούσε να προκαλέσει άσχημη εντύπωση. Στην διαταραγμένη, όμως, ερεθισμένη φαντασία επιδρούσε πολύ πιο άσχημα.

Οι σοφιστείες των θεραπόντων ελάχιστα καθησυχάζουν τον ήρωα, εκείνος ξέρει πως το Κακό βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα πιο πέρα με τη μορφή τριών κόκκινων λουλουδιών. Γνωρίζει το βαθμό δυσκολίας της αποστολής, όμως στιγμή δε δειλιάζει.

-Ξέρετε πού βρίσκεστε;
-Φυσικά, γιατρέ! Στο τρελοκομείο. Βλέπετε, αν καταλαβαίνεις, είναι τελείως αδιάφορο. Τελείως αδιάφορο.

Διάχυτη η γνώριμη οικειότητα της ρωσικής λογοτεχνίας, αυτή η τόσο ξεχωριστή αίσθηση κατά την ανάγνωση, η καθαρότητα στη γραφή, η λεπτομερής ψυχική απεικόνιση των ηρώων, η μεταφυσική/θρησκευτική διάσταση. Όλα εκείνα που ονομάζονται και εκείνα τα άλλα που εννοούνται και ερμηνεύονται υποκειμενικώς, επαναπροσδιοριζόμενα διαρκώς στο πέρασμα του χρόνου, δορυφόροι στην αέναη μάχη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. 

Και μια εικόνα, που ίσως σας φανεί παράξενη, να συντροφεύει και τούτη την επαφή με τη ρωσική γραμματεία: μια απέραντη έκταση γης, σπαρμένη με σιτάρι, κάτω από τον βαρυφορτωμένο, γκρίζο ουρανό. Έτσι θα ζωγράφιζα -αν μπορούσα- τη θέα πέρα από το φράχτη του ιδρύματος.

Για όλα τα παραπάνω, ξεχωριστό το διήγημα αυτό, επαναπροσδιόρισε τη χρονική ταχύτητα της Κυριακής, περιόρισε την τάση της να κυλά γοργά, ζήτησε και έλαβε δεύτερη ανάγνωση τελικώς.


Μετάφραση Δημήτρης Τριανταφυλλίδης
Εκδόσεις Πόλις



Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Η θεραπεία του ενός





Συχνά, η μετάβαση στο επόμενο μυθιστόρημα απαιτεί προηγουμένως μια ανάγνωση εκτόνωσης, ένα καθάρισμα του νου. Το τελευταίο διάστημα, οι ιστορίες του Όλιβερ Σακς, που περιλαμβάνονται στην έκδοση με τίτλο: Ένας ανθρωπολόγος στον Άρη, λειτουργούν υπέροχα, τόσο ως παύση, όσο όμως και ως ανεξάρτητο ανάγνωσμα.

Ο Σακς, νευρολόγος στο επάγγελμα, γράφει γι' αυτό που ξέρει καλά, ή μάλλον ορθότερα, όπως θα διευκρίνιζε και ο ίδιος πιστεύω, για εκείνο που προσπαθεί να γνωρίσει λίγο καλύτερα, τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ασθενείς με ιδιαιτερότητες νευρολογικής φύσεως, είτε εκ γενετής, είτε έπειτα από κάποιο ατύχημα, προσφέρουν στον επιστήμονα πρόσφορο έδαφος ώστε να επιχειρήσει θεραπεύοντας/μελετώντας το συγκεκριμένο να εξηγήσει το γενικό, από την εξαίρεση να δημιουργήσει τον κανόνα.

Οι ιστορίες αυτές, κινούνται σε μια ασαφή κατηγορία ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ιατρική. Από τη μία, ο μύθος είναι απαραίτητος για τη διασφάλιση του απόρρητου των ασθενών, αλλά και την εμφύσηση ψυχής σε έναν ξύλινο επιστημονικό λόγο. Από την άλλη, η απουσία επιστημονικού υπόβαθρου, θα αναδείκνυε το έλλειμμα στη γραφή και θα υποβίβαζε τα περιστατικά από πραγματικά σε αληθοφανή με πλούσια δόση φαντασίας από μεριάς δημιουργού.

Αναγνώσματα, όπως αυτό, με συγκινούν βαθιά. Αντίστοιχη περίπτωση με εκείνη του Σακς, θεωρώ τα βιβλία του ψυχαναλυτή Ίρβιν Γιάλομ. Το μυθιστόρημά του: Όταν έκλαψε ο Νίτσε, είναι εκείνο το οποίο, περισσότερο από κάθε άλλο, με ανάγκασε να διαβάζω συνεχώς και αδιαλείπτως, να ξυπνάω μέσα από τον πιο βαθύ ύπνο και να αναλογίζομαι: μπορώ να διαβάσω λίγο ακόμα.

Τις προάλλες, ξαφνικά, όπως συνήθως γίνεται δηλαδή, συνειδητοποίησα τι είναι εκείνο που με συγκινεί σε αυτή τη λογοτεχνία: η εξατομικευμένη θεραπεία.  

Αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό στη θεματική δομή της κάθε ιστορίας. Ο ασθενής προσέρχεται με το αίτημά του στον εξειδικευμένο και αναγνωρισμένο επιστήμονα, εκείνος με τη σειρά του διαθέτει όλο τον χρόνο και την προσοχή του στο "πρόβλημα" και στην αναζήτηση της θεραπείας· σκηνικό εξωραϊσμένο σίγουρα διαμέσου των λογοτεχνικών και αυτάρεσκων φίλτρων του συγγραφέα μα αρκούντως ικανό να γοητεύσει τον αναγνώστη (και στη δική μου περίπτωση να τον συγκινήσει).

Η καταφυγή στην αυθεντία, μια διαφορετικού είδους θρησκευτική κατήχηση και εξομολόγηση. Η ιδιαιτερότητα εκείνη που εξοστρακίζει τον "ασθενή" από το κοινωνικό περίγυρο, που αδυνατεί να τον κατανοήσει, αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με τον θεραπευτή, με τον οποίο δεν υπάρχει κανενός είδους πρότερη συναισθηματική σχέση. Η σχέση αυτή, γεμάτη κατανόηση και υπομονή, απαλλαγμένη από στερεότυπα και με διάθεση υποστηρικτική, θα ταίριαζε ίσως περισσότερο να χαρακτηριστεί ως φιλική ή ερωτική, παρά ως μια απλή σχέση ανάμεσα στον ασθενή και το γιατρό. Και είναι, θεωρώντας την ασθένεια ως κάτι συμβολικό, η ανθρώπινη επαφή, εκείνο που βαθύτερα συγκινεί· η διάθεση του άλλου να αφιερώσει χρόνο ως ακροατής, η πρόθεση να σκύψει πάνω από το προσκομισθέν αίτημα, να το εξετάσει με προσοχή, θεωρώντας το εκ των προτέρων ιδιαίτερο και σημαντικό, να επιχειρήσει την ταύτιση και τελικώς την αναζήτηση μιας εξήγησης/λύσης· αφού ήδη το αίσθημα μοναξιάς έχει εξασθενίσει.



  

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ο Παίχτης του Σκακιού - Miguel de Unamuno




Λίγος καιρός είναι που έλαβα ένα γράμμα από κάποιον άγνωστό μου αναγνώστη και μαζί το αντίγραφο της αλληλογραφίας που είχε μ' ένα φίλο του όπου σ' αυτήν ιστορείται η γνωριμία του με τον δον Σαντάλο, τον παίχτη του σκακιού, και παρασταίνεται αυτός ο δον Σαντάλιο.

Αυτό το τρικ, τόσο απλό, ίσως ακόμα και παρωχημένο σήμερα, μα τότε σίγουρα μέρος της πρωτοπορίας, καρπός ευρυμάθειας και διάθεσης για πειραματισμό και ανανέωση, μου προκαλεί μια ζαλάδα όμορφη με τις απανωτές αντανακλάσεις των υποκειμένων γραφής που δημιουργεί, με την αλήθεια να αιωρείται και κανένας να μην παίρνει την απόλυτη ευθύνη του λόγου, καθώς η καχυποψία φωλιάζει στη σκέψη του παραλήπτη, σε μια αλυσίδα στην οποία ο αναγνώστης αποτελεί ισοδύναμο κρίκο. 

[Είναι αυτή η μυρωδιά του κλασικού, αισθητή από τις πρώτες λέξεις, που έχω τόση ανάγκη αυτή την περίοδο στα διαβάσματά μου, ανάγκη να νιώσω στέρεη τη γέφυρα που φτάνει έως τις δυσδιάκριτες, λόγω της ομίχλης, πηγές.]

Ο (φερόμενος ως) συντάκτης των επιστολών, εγκαταλείπει τον τόπο του αναζητώντας καταφύγιο μακριά από την ανθρώπινη βλακεία -λες και κάτι τέτοιο είναι ποτέ δυνατό· όμως η αρχική άγνοια μετατρέπεται συχνά σε ελπίδα, αναγκαία για να συνεχίσει κανείς, μέχρι την κατάρρευση υπό το βάρος της πραγματικότητας, καθώς το χαλί σιγά σιγά τραβιέται αποκαλύπτοντας το γεμάτο σκόνη και κουβάρια από τρίχες πάτωμα- και καταφεύγει, ο αφηγητής, σε μέρος ξένο, όπου κανέναν δε γνωρίζει, και κανέναν δεν επιθυμεί να συναναστραφεί παρά τα κύματα της θάλασσας και τα φύλλα των δέντρων. Εκεί, στο καφενείο, ανάμεσα σε θορυβώδεις θαμώνες, θα ξεχωρίσει μια συγγενή ψυχή. Ο δον Σαντάλιο, φανατικός παίχτης σκακιού, έχει καταφέρει να εκτοπίσει τους ενοχλητικούς σαν τις μύγες θεατές και να κερδίσει την ησυχία του, άλλος θα το πει σεβασμό και κάποιος άλλος παραξενιά, μα τι σημασία έχει άραγε για εκείνον που τελικώς διατηρεί την απαραίτητη μοναξιά ανάμεσα στους ανθρώπους;

Γιατί, όσο και αν φωνάζει κανείς, όσο και αν ωρύεται ενάντια στην ανθρώπινη βλακεία, όσο και αν διατυμπανίζει την ανάγκη για μοναξιά και απομόνωση, πάντα θα υποκύπτει στη γοητεία της επαφής, στην υπόσχεση για κατανόηση και καταμερισμό του βάρους. Και είναι το εύρημα του σκακιού που, σε συνδυασμό με τον επιστολικό χαρακτήρα της νουβέλας, επιτείνει αυτό το ταυτόχρονο αίσθημα για μοναξιά και συντροφικότητα, για απομόνωση και επικοινωνία, κάτι που αποτελεί ίδιον της συγγραφής άλλωστε.
  
[Κάθε φορά που διαβάζω κάτι δικό του θυμάμαι αναπόφευκτα τη Λεόν της Ισπανίας, προορισμός του επόμενου τρένου, πάνε χρόνια πια, σε ένα ραντεβού, μάλλον κινηματογραφικό, που μας απάλλαξε προσωρινά από συζητήσεις και υποσχέσεις, καταλήγοντας στη συμφωνία πως, αν τελικώς το επιθυμούσαμε και οι δυο, θα συναντιόμασταν στο σταθμό την ορισμένη από πριν ώρα και μέρα. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη φοιτητική εστία "Miguel de Unamuno" και ένα ταλαιπωρημένο αντίτυπο της Καταχνιάς αποτέλεσμα επίμονης, παρά τη διάχυτη αίσθηση κυκλικότητας, πεζοπορίας στους πέτρινους δρόμους της Λεόν. Η επιστροφή στις πηγές σπάνια είναι μονοσήμαντη.]  

Αναπτύχθηκε λοιπόν, μέσα τους, μια ιδιότητα σπλαχνική ώστε να βλέπουν την ανθρώπινη ανοησία και να μην την ανέχονται.
Φλωμπέρ


Μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη
Οι Εκδόσεις των Φίλων