Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Άγρια Ακρόπολη - Νίκος Μάντης




Το όνομά μου είναι Μάνο. Μάνο απ' το Χέρι, το χέρι που δουλεύει, έτσι όπως λέγονται πολλοί ακόμα της δικής μου κάστας, ή απ' τον Εμμανουήλ, τον Μανώλη, τον Μανόλο, αυτό το όνομα του παλιού θεού που λίγοι πια ελπίζουν ότι μπορεί κάτι να σώσει ή να φέρει στον κόσμο.

Είναι το είδος της λογοτεχνίας που με ξεκουράζει, με χαλαρώνει και με αναγκάζει να ανεβάσω αναγνωστικούς ρυθμούς, να ξενυχτήσω ή να ξημερώσω. Αναφέρομαι στη λογοτεχνία του φανταστικού, με τα ταξίδια στο μέλλον και τις δυστοπίες που περιγράφουν, τους κόσμους που χτίζονται πάνω στα θεμέλια ή τα ερείπια του σημερινού. Οι φακοί που τοποθετούν οι δημιουργοί, διαμέσου των οποίων προβάλλεται η πραγματικότητα, η φαντασία τους που οργιάζει ελεύθερη, οι λέξεις που επινοούν για να περιγράψουν όσα πρόκειται να συμβούν, η απλότητα και η ακρίβεια της γραφής, οι κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές προεκτάσεις, η κριτική ματιά· αυτά, ανάμεσα σε άλλα, αποζητώ σε κάθε αναγνωστική μου επαφή με το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Η αλήθεια είναι πως τις περισσότερες φορές το επιστημονικό κομμάτι δεν αποτελεί τίποτε παραπάνω από μια πρόφαση για όλα τα υπόλοιπα. Προτιμώ τα σύγχρονα σε σχέση με τα παλιότερα έργα επιστημονικής φαντασίας, πρωτοποριακά και σημαντικά σίγουρα, όμως το μέλλον που περιγράφουν μοιάζει κάπως παρωχημένο πια και η ανάγνωσή τους προσφέρει συγκινήσεις διαφορετικές, με αξία μάλλον ιστορική/παρελθοντική και κρυμμένο το διακύβευμα της πραγματοποίησης ή μη της προφητείας. Και σε αυτή την περίπτωση η διαχρονικότητα διαχωρίζει την ήρα από το σιτάρι.

Η Άγρια Ακρόπολη του Νίκου Μάντη ικανοποίησε όλα όσα παραπάνω περιέγραψα. Ο συγγραφέας επιτυγχάνει ήδη από την αρχή στην πλέον απαιτητική πρόκληση: να μπάσει τον αναγνώστη στην πραγματικότητά του, γρήγορα και αβίαστα. Ύστερα, διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο στηριζόμενος στα ευρήματα και την εξέλιξη της ιστορίας η οποία διαθέτει όλα τα γνώριμα συστατικά του είδους, δίχως όμως αυτό να αποτελεί σε καμία περίπτωση κάτι το αρνητικό, μα αντιθέτως συνεισφέρει στην οικειότητα που νιώθει ο "φιλοξενούμενος" αναγνώστης στο έτος 2159 μ.Χ. όπως ο συγγραφέας το οραματίστηκε.
 
Για την υπόθεση δε θα μιλήσω, αρκεί το εναρκτήριο απόσπασμα. Το εξώφυλλο, που αρχικώς με ξένισε, πρέπει να παραδεχτώ πως είναι ταιριαστό.

Αν στην πρώτη παράγραφο του κειμένου αυτού βρίσκετε τον εαυτό σας, θα σας ικανοποιήσει.



υ.γ Λίγες μέρες μετά την ανάγνωση αυτή, κάποιος μου είπε πως η Ιωάννα Μπουραζοπούλου ετοιμάζει κάτι καινούριο. Προσμονή.


Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα.



Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ο Φρενίατρος - Μασάντου Ντε Ασσίς





Είχε προηγηθεί αναγνωστική απογοήτευση. Δεν ξέρω γιατί τέτοιο πείσμα να φτάσω μέχρι το τέλος. Αυτό είναι το μόνο σχόλιο που αφιερώνεται στο βιβλίο εκείνο.

Αναζητώντας το επόμενο βιβλίο συνειδητοποίησα πόση χαρά μου έδινε η διαδικασία αυτή· ξεφύλλισα αρκετά βιβλία, διάβασα εναρκτήριες προτάσεις και οπισθόφυλλα, άλλαξα γνώμη αρκετές φορές, σχεδίασα αναγνωστικές διαδρομές. Τελικώς: Φρενίατρος, Μασάντου Ντε Ασσίς.

Πέρυσι, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος του Βραζιλιάνου Graciliano Ramos, Άγονες ζωές, ο Αλέξης Δαμίγος αφιέρωσε μια ξεχωριστή ανάρτηση στη βραζιλιάνικη λογοτεχνία. Ανάμεσα στα ονόματα των σημαντικότερων συγγραφέων και εκείνο του Ασσίς. Πρόσφατα, σε βόλτα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, ο Φρενίατρος βρέθηκε.

Κοιτάζοντας πίσω, νομίζω πως είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο ήταν αυτό το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο: η ανάγκη να νιώσω ξανά έφηβος αναγνωστικά, να καθαρίσω τα μάτια και το μυαλό. Γραμμένη το 1881, η νουβέλα του Ασσίς έχει τον αέρα του παλιού, την απλότητα εκείνη της αφήγησης που δεν έχει -πια- την ανάγκη να εντυπωσιάσει, και, ακριβώς για αυτό -πια- τα καταφέρνει. Είναι δύσκολο -και ίσως να μην έχει σημασία- να φανταστώ την υποδοχή που γνώρισε η νουβέλα αυτή τότε, στο σήμερα όμως αποτελεί μια απελευθερωτική επιστροφή στις πηγές. Η ορθή χρήση του όρου κλασικό.

Ανάμεσα σε εκείνα, πέραν του ίδιου του βιβλίου, που καθορίζουν την αναγνωστική απόλαυση, περιλαμβάνεται σίγουρα και η σύγκριση, η μετάβαση από το προηγούμενο στο επόμενο, ίσως γι' αυτό στο προηγούμενο να αξίζει ένα ακόμα σχόλιο, ίσως μια ολόκληρη ανάρτηση, όπως αυτή.
    
Τα χρονικά της πόλης του Ιταγκουαΐ αναφέρουν πως σε κάποιους άλλους καιρούς, περασμένους, έζησε εκεί ο δρ Συμεών Μπακαμάρτε, απόγονος αριστοκρατικής γενιάς και μέγας γιατρός της Βραζιλίας, της Πορτογαλίας και ολόκληρης της επικράτειας του Ισπανικού Βασιλείου. Είχε φοιτήσει στην Κοΐμπρα και την Πάντοβα. Στα τριάντα τέσσερά του χρόνια επέστρεψε στη Βραζιλία μετά την αποτυχία των προσπαθειών του βασιλιά να τον πείσει είτε να παραμείνει στην Κοΐμπρα ως πρύτανης του Πανεπιστημίου είτε να εγκατασταθεί στη Λισαβόνα και να επωμισθεί τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της Μοναρχίας.

-Μοναδική μου εργασία κι απασχόλησή μου είναι η επιστήμη, δήλωσε στη Μεγαλειότητά Του, και το Ιταγκουαΐ για μένα είναι το σύμπαν.

Και κάπως έτσι το Ιταγκουαΐ απέκτησε το πρώτο του φρενιατρείο, κι ο Μπακαμάρτε, αφού πρώτα αρνήθηκε τις λαμπρές προοπτικές καριέρας, αφοσιώθηκε στην επιστήμη και την έρευνα, ταύτισε τη ζωή του με την ψυχική ίαση των φρενοβλαβών της γενέτειράς του. Ο γιατρός αρχίζει σιγά σιγά να μαντρώνει στην κλινική ένα μεγάλο μέρος της μικρής πόλης, κάποιοι από τους εναπομείναντες εκτός οργανώνονται ενάντια σε αυτή την ιατρική δικτατορία, η καθημερινότητα της πόλης ανατρέπεται και περιστρέφεται γύρω από το φόβο του εγκλεισμού, ο Μπακαμάρτε, ακάθεκτος συνεχίζει την έρευνά του, αναθεωρεί τα κριτήρια εισαγωγής με αποτέλεσμα ο τρελός του χτες, σήμερα να θεωρείται λογικός, σε ένα σκηνικό προμπουνιουελικό.

Ο Φρενίατρος πρέπει να αποτέλεσε έντονη επιρροή για τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, και ίσως όχι απλώς θεματικά, όπως είναι το προφανές, αλλά και αφηγηματικά, τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου αίσθηση.

Η επιλογή της μεταφράστριας να διατηρήσει τις καταλήξεις σε -ου και να μην τις μετατρέψει σε -ο, όπως κατά κόρον συνηθίζεται, (βλέπε Ρίο ντε Τζανέιρο αντί για το ορθό Ρίο ντε Τζανέιρου, Μασάντο αντί για Μασάντου κ.ο.κ) λειτούργησε θαυμάσια. Επίσης το επίμετρο του ψυχίατρου Δημήτρη Πλουμπίδη στο τέλος του βιβλίου, θέση που κάθε επίμετρο θα έπρεπε να κατέχει αυστηρά, είναι αρκετά ενδιαφέρον και σαφέστατα εντός θέματος, αρμονικό συμπλήρωμα σε μια ταπεινή έκδοση.

Η ανάλαφρη -στα όρια του κωμικού- διάθεση του αφηγητή, υπογραμμίζει τελικώς τη σοβαρότητα του θέματος επισημαίνοντας τον ανάλαφρο τρόπο προσέγγισης σε θέματα ψυχικής υγείας (κάτι το οποίο ελάχιστα με τα χρόνια έχει αλλάξει).


Μετάφραση Άννυ Σπυράκου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια



Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Έλλειψη Σελήνης





Αν υποθέσουμε ότι είμαι το φεγγάρι, και όλοι οι άλλοι η γη, που μου χαρίζει αυτήν την αδιάκοπη περιστροφή, την ασφάλεια της έλξης, την αποφυγή του χάους, τότε εσύ είσαι ο ήλιος που με φωτίζει, που με ζεσταίνει, που με κάνει πρωταγωνιστή στη νύχτα των άλλων, οδηγό για τους ναυτικούς, αφορμή για τους ερωτευμένους. Μια άμορφη, κρύα μάζα ήμουν και κοίτα με τώρα πώς μεσουρανώ.




Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Αστυνομικό




Κατάλαβε ότι ήταν ανθρώπινο οστό τη στιγμή που το πήρε από το μωρό που ήταν καθισμένο στο πάτωμα και το μασουλούσε.

Με τη Σιωπή του τάφου, του Arnaldur Indridason, έλαβε τέλος το μικρό αφιέρωμα στην ισλανδική λογοτεχνία, αφήνοντάς μου μια γεύση μάλλον ταγκή, μυθιστόρημα που αποτέλεσε σαφέστατα ρίσκο αναγνωστικό, όχι ως προς τη χώρα προέλευσης μα ως προς το είδος, το αποκαλούμενο ευρέως αστυνομικό.

Εγώ ζητούσα:
                 
                          α) γεύση από σύγχρονο Ρέικιαβικ.
                          β) τη σκοτεινιά του ισλανδικού χειμώνα.
                          γ) μια καλογραμμένη ιστορία.
                          δ) έναν ιδιαίτερο αστυνομικό επιθεωρητή.

Δεν βρήκα σχεδόν τίποτα, δυστυχώς.

Η υπόθεση έχει ως εξής: οικοδομικές εργασίες αποκαλύπτουν ένα γυναικείο σκελετό σε μια περιοχή, την οποία η συνεχής επέκταση της ισλανδικής πρωτεύουσας έχει καταστήσει πλέον προάστιο αυτής. Ο επιθεωρητής Έτλεντουρ αναλαμβάνει να διαλευκάνει το μυστήριο.

Αποδέχομαι τη σύμβαση της αστυνομικής λογοτεχνίας: ένας επιθεωρητής επιχειρεί να εξιχνιάσει ένα έγκλημα. Σύμβαση που όμως πρέπει να είναι η αφορμή για κάτι περαιτέρω, έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ, αλλιώς πρόκειται για μια διαδοχή δήθεν ανατροπών. Και τις ονομάζω δήθεν, γιατί πρόκειται για ανατροπές τις οποίες ο συγγραφέας-παντογνώστης κατασκευάζει, αφού πρώτα εκείνος οδήγησε σε εσφαλμένα συμπεράσματα τον αναγνώστη κάνοντάς τον να πιστέψει κάτι άλλο. Συγγνώμη κιόλας, αλλά μάλλον εξυπνάκιας μου φαίνεται ένας τέτοιος τύπος.

Μέσα από τη διαδικασία των ερευνών, προκύπτουν στοιχεία που ανασυνθέτουν ιστορίες που έλαβαν χώρα δεκαετίες πριν. Ο συγγραφέας επιλέγει μια πολυφωνική διήγηση, που εμένα ελάχιστα μου λειτούργησε, και μάλλον μου προκάλεσε σύγχυση καθώς κι έναν εκνευρισμό από την απόπειρα για εκβιαστικό δέσιμο των φωνών αυτών σε μία ενιαία διήγηση. Μου πήρε αρκετές σελίδες, αλλά τελικά συνειδητοποίησα ποια αφηγηματική φωνή μου έφερνε στο νου η ανάγνωση: εκείνη του Sebastian Barry στη Μυστική Γραφή, όπου, αν και το αποτέλεσμα με άφησε επίσης αδιάφορο, πρέπει να παραδεχτώ πως τουλάχιστον ο Ιρλανδός δε χρειάστηκε μια αστυνομική αφορμή για να διηγηθεί, κάνοντας χρήση δύο φωνών, μια ιστορία παλιά που έρχεται στο φως δεκαετίες μετά.    

Αναρωτιόμουν επίσης, αν όντως όλες αυτές οι πληροφορίες σχετικά με τους ήρωες δίνουν πράγματι κάποιο βάθος στην κεντρική ιστορία. Για παράδειγμα: η κόρη του επιθεωρητή βρίσκεται στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, κάτι το οποίο αποτελεί την αφορμή(;) να μάθουμε την παταγώδη αποτυχία του γάμου του κτλ κτλ. Έλεγα σε κάποιον, συζητώντας τους προβληματισμούς μου σχετικά με το μυθιστόρημα, πως είναι κρίμα να μη χρειάστηκα σημειώσεις στα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες και να το κάνω τώρα.

Ωστόσο, ουδέν κακό αμιγές καλού: Η ανάγνωση αυτή μ' έκανε να επιστρέψω σ' ένα από τα βιβλία εκείνα που διάβασα φέτος, και για τα οποία -το καθένα για τους δικούς του (μου) λόγους- δεν έγραψα κάποια σχετική ανάρτηση, ήταν το μυθιστόρημα του Jonathan Lethem, Όπλο μετά μουσικής. Είχαν προηγηθεί Οι Σκιές του Μπρούκλιν, μυθιστόρημα άκρως αποκαλυπτικό, η επιθυμία να διαβάσω κάτι ακόμα δικό του δεδομένη παρενέργεια της ανάγνωσης. Στάθηκα τυχερός, στον Ιανό της Σταδίου έχουν ακόμα απόθεμα των Εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα, και μάλιστα σε προσφορά. Η αναγνωστική εμπειρία στη σιωπή του τάφου, ανέδειξε τη συγγραφική ιδιοφυΐα του Λέθεμ, που κατάφερε πάνω σε μια βάση "δυστοπικού μελλοντολογικού αστυνομικού μυθιστορήματος", να στήσει μια γοητευτική ιστορία.

Ήμουν τυχερός και για έναν ακόμα λόγο: δε διάβασα έγκαιρα το οπισθόφυλλο και έτσι λειτούργησε η σταδιακή αποκάλυψη της χρονικής περιόδου στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία, εμπειρία πρωτόγνωρη, καθώς η πεποίθησή μου πως βρισκόμαστε σε μια Αμερική σύγχρονη κατέρρεε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των πρώτων - αρκετών- σελίδων. Μια αποκάλυψη φυσική, με τον αφηγητή να περιγράφει πρόσωπα και καταστάσεις που αποτελούν αναπόσπαστο και οικείο μέρος της δικής του πραγματικότητας, περιφέροντας τον αναγνώστη σε έναν καινούριο κόσμο δίχως να του εξηγεί με το ζόρι τις διαφορές και τις ομοιότητες. Ευφυές και για έναν ακόμα λόγο: καταφέρνει να διατηρήσει αναλοίωτο το σασπένς, σε ένα κείμενο που ρέει, η συγγραφική δεξιοτεχνία δεν περιπλέκει αλλά απλοποιεί τα πράγματα.

Έτσι, τα δύο αυτά μυθιστορήματα απέκτησαν στο μυαλό μου τη σύνδεση της αστυνομικής υπόθεσης ως αφορμής. Γιατί, είναι σημαντικό να έχεις μια ωραία ιστορία να διηγηθείς, σημαντικό όμως να βρεις και τον τρόπο.  
     



Η Σιωπή του τάφου, μετάφραση Γιώργος Μπαρουξής, Εκδόσεις Μεταίχμιο
Όπλο μετά μουσικής, μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα     


    

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Αλεπούδες στην πλαγιά - Ιάκωβος Ανυφαντάκης





Το βράδυ η λάμπα του δρόμου έφεγγε ακριβώς μέσα στο σαλόνι σαν να με προετοίμαζε για ανάκριση. Άφηνα τις κουρτίνες ανοιχτές. Το πρωί έμπαινε ο ήλιος και με τύφλωνε. Ήμουν ο πρώτος που ξυπνούσε σε όλη την πόλη. Άκαρπη θυσία. Τίποτα δεν μπορούσε να με σηκώσει από το κρεβάτι. Έμενα εκεί και ψηνόμουν μέχρι που τραβιόταν ο ήλιος. Το γραφείο ήταν στρατηγικά τοποθετημένο δίπλα στο κρεβάτι. Πολλές φορές δεν χρειαζόταν να σηκωθώ, αρκούσε να τεντώσω το χέρι για να φέρω τον υπολογιστή μπροστά μου.

Η αφήγηση του Χανς Σνιρ, στις Απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ, είναι η πλέον θλιβερή ιστορία αγάπης που έχω διαβάσει -μαζί με το Μαύρο Κουτί του Άμος Οζ-, αν και δεν είμαι σίγουρος πως πρόκειται για αγάπη και όχι για μίσος, ή για εκείνο ακριβώς το, λεκτικώς μη περιγράψιμο, συναίσθημα, στο ελάχιστο εμβαδό τομής των δύο.

Μια ιστορία που ανήκει πια στο παρελθόν μα οι πληγές της δε σταμάτησαν ποτέ να αιμορραγούν, είτε από αδυναμία να κλείσουν, είτε επειδή ποτέ δεν περιποιηθήκαμε αρκούντως τα νύχια μας, γαμψά και τραχιά, ένα ταμείο με χρεώσεις και πιστώσεις από έναν χαρτογιακά θαρρείς και όχι από έναν πρώην εραστή, μια απόπειρα κατανόησης με μοναδικό σκοπό την ενίσχυση της εθελοτυφλίας, ένα διαρκές κατηγορώ που τείνει να αφήνει έξω το εγώ και να επικεντρώνεται στις υπόλοιπες αντωνυμίες, συμπεριλαμβανομένου και του εμείς, μια ακατάπαυστη σειρά από αν και γιατί, μια δικαιολογία για τη στασιμότητα του παρόντος τελικά.

Οι Απόψεις ενός κλόουν του Μπελ, συστατικό πρωτεύον της νουβέλας του Ανυφαντάκη, με γύρισε χρόνια πριν, στο σήμερα. Η διατριβή του αφηγητή που δεν τελειώνει, βάρος μόνιμο στους ώμους του, πείσμα περισσότερο παρά στόχος ρεαλιστικός, ό,τι τον συνδέει με ένα παρελθόν που διακρινόταν για την προσήλωση και την αισιοδοξία του.

Ο καθένας ό,τι τον αφορά επιθυμεί να διηγηθεί. Και η ιστορία αυτή δείχνει να αφορά πραγματικά τον συγγραφέα, και είναι αυτό που την κάνει σημαντική και άξια να ειπωθεί, παρότι δεν εκφράζει -μήτε και το επιθυμεί άλλωστε- ιδέες οικουμενικές και παναθρώπινες, παρά πρόκειται για την ταπεινή ιστορία ενός λέκτορα που ένα καλοκαίρι, εγκλωβισμένος στην ανάγκη να προχωρήσει τη διατριβή του, θα συναντήσει, μετά από χρόνια, μια συμφοιτήτρια από τη σχολή, συνάντηση που θα ανασύρει τις σημαδούρες από το βυθό του χρόνου.

Η αφηγηματική φωνή διαθέτει μια γοητεία, που έλκει τον αναγνώστη και υπηρετεί την ιστορία, με τρόπο παρόμοιο όπως στο Homo Faber του σπουδαίου Μαξ Φρις, και που σε συνδυασμό με τις αναφορές στη γερμανόφωνη λογοτεχνία αποδίδουν ένα θετικό πρόσημο στη νουβέλα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη. 
    


υ.γ Κάποτε, ένα ζευγάρι, έδειχνε αρκετά ερωτευμένο, τράβηξε τον Κλόουν από το ράφι του βιβλιοπωλείου· δεν άντεξα να το δω να συμβαίνει. 



Εκδόσεις Πατάκη


(Κάθε Σάββατο το ιστολόγιο θα φιλοξενείται στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας Χανιώτικα Νέα. Η αρχή έγινε στις 3 Μαΐου με το παραπάνω κείμενο. Ο σύνδεσμος για τη στήλη σε ηλεκτρονική μορφή εδώ.)  

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Παλιοί Δάσκαλοι - Thomas Bernhard




Καθώς είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε με τον Ρέγκερ στο Κουνστχιστόρισες Μουζέουμ στις εντεκάμιση, ήμουν εκεί ήδη στις δέκα και μισή, με σκοπό, όπως είχα υποσχεθεί ήδη στον εαυτό μου, να μπορέσω μια φορά να τον παρατηρήσω ανενόχλητος από μια όσο το δυνατόν πιο ιδεώδη οπτική γωνία, γράφει ο Άτσμπαχερ. Αφού εκείνος κατέλαβε την πρωινή του θέση στη λεγόμενη Αίθουσα Μπορντόνε απέναντι από τον Άντρα με τη λευκή γενειάδα του Τιντορέτο, στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο, όπου χθες, αφού μου εξήγησε τη λεγόμενη Σονάτα της θύελλας, προχώρησε στη διάλεξή του με θέμα την Τέχνη της φούγκας από πριν από τον Μπαχ μέχρι μετά τον Σούμαν, όπως τη χαρακτήρισε, αν και ήταν σε διάθεση να μιλά ολοένα και περισσότερο μόνο για τον Μότσαρτ και καθόλου για τον Μπαχ, αναγκάστηκα και εγώ να στηθώ στην Αίθουσα Σεμπαστιάνο.

Από την Αίθουσα Σεμπαστιάνο, ο Άτσμπαχερ παρατηρεί τον Ρέγκερ, με τον οποίο έχει ραντεβού στις εντεκάμιση, έχοντας φτάσει μία ολόκληρη ώρα νωρίτερα, ξέροντας πως εκείνος θα κάθεται στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο, απέναντι από τον Άντρα με τη λευκή γενειάδα του Τιντορέτο, στην Αίθουσα Μπορντόνε στο Κουνστιστόρισες Μουζέουμ της Βιέννης, συνήθεια σταθερή και επαναλαμβανόμενη κάθε δεύτερη μέρα εδώ και τριάντα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της ώρας που μεσολαβεί μέχρι τη συνάντηση των δύο αντρών, και ενώ ο Ρέγκερ κάθεται στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο στην Αίθουσα Μπορντόνε, όπως άλλωστε συνηθίζει να κάνει κάθε δεύτερη μέρα τα τελευταία τριάντα χρόνια, και ο Άτσμπαχερ τον παρατηρεί από την Αίθουσα Σεμπαστιάνο, όπως είχε υποσχεθεί στον εαυτό του άλλωστε, ο παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει, αργά και μεθοδικά, να αποδομήσει το οικοδόμημα του πολιτισμού, χρησιμοποιώντας τη συλλογιστική του Ρέγκερ, τουλάχιστον όπως αυτό έφτασε στο αυστριακό σήμερα, με την καθοριστική μεσολάβηση των Παλαιών Δασκάλων κυρίως, δίχως όμως να παραγνωρίζονται και άλλοι παράγοντες, με πρωτεύοντα εκείνον της εθνικής ταυτότητας. Και αναφερόμενος στον πολιτισμό, κατοχυρώνει αρκετό χώρο στο λήμμα για την αισθητική και τις παγιωμένες απόψεις περί ομορφιάς και σπουδαιότητας, για τα αποστήματα της δήθεν τελειότητας που πρέπει, σύμφωνα με τον Ρέγκερ, και την σιωπηλή υποστήριξη του αφηγητή, κάποια στιγμή να σπάσουν, να χυθεί επιτέλους στη θάλασσα το σιχαμερό πύον. Ο Ρέγκερ, τα τελευταία τριάντα χρόνια, κάθε δεύτερη μέρα, καταφεύγει στην Αίθουσα Μπορντόνε, στο Κουνστιστόρισες Μουζέουμ, για να περάσει το πρωινό του καθήμενος στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο, απέναντι από τον Άντρα με τη λευκή γενειάδα του Τιντορέντο, γιατί μόνο εκεί βρίσκει καταφύγιο απέναντι στην απομυθοποίηση της τέχνης που αναγκαστικά επέρχεται με την επισταμένη παρατήρηση και τη διαρκή μελέτη, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε το σπουδαιότερο έργο, καθώς, αργά ή γρήγορα, κάποια ατέλεια θα ξεπηδήσει, ατέλεια που μια στιγμή πριν παρέμενε κρυμμένη καλά καθιστώντας το έργο παρουσία ανακουφιστική για την ύπαρξη του παρατηρητή, μα ξάφνου, αποκαλύπτεται, πυρπολώντας ένα ακόμα καταφύγιο. Όμως, οι παρεμβάσεις αναπόφευκτα κάποια στιγμή πλήττουν τον σκελετό του οικοδομήματος, απειλή για πλήρη κατάρρευση, εκείνο που αρχικώς φαντάζει μια υπεροπτική κριτική θεώρηση της τέχνης στα όρια του εγωπαθούς και του πικρόχολου μετατρέπεται σε μια βαθιά υπαρξιστική αγωνία. Το γέλιο σιγά σιγά παγώνει.

Ο Μπέρνχαρντ, όμως, είχε προσθέσει κάτω από τον τίτλο του μυθιστορήματος τη λέξη Κωμωδία.


Μετάφραση Βασίλης Τομανάς
Εκδόσεις Εξάντας 






Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Η Αφιέρωση - Botho Strauss




Ολόκληρη η Ευρώπη υποφέρει τούτες τις ημέρες κάτω από αυτόν τον καύσωνα. Τριάντα βαθμοί υπό σκιάν, μέσα Ιουνίου, ελαφροί σωρείτες στον ουρανό, κάθε μέρα το ίδιο. Το καλοκαίρι του αιώνα. Ο καύσωνας δε νεκρώνει όμως τη μελαγχολία, επιτείνει την αίσθηση διασάλευσης της κανονικότητας, οι δυο τους ζευγάρι δε θα ξεπερνούσαν τα κανονικά για την εποχή επίπεδα.

Χωρισμός: Εκείνη ανοίγει την πόρτα και βγαίνει στο δρόμο. Εκείνος βλέπει την πόρτα να κλείνει πίσω της. Συνεχίζει να της μιλάει, αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει το διάλογο, να πει: Αντίο. Ο Ρίχαρντ έγραφε. Εφτά ή οχτώ ώρες την ημέρα, με αρκετές διακοπές, όπου φανταζόταν τη Χ. σαν αναγνώστριά του και έτρεμε για την εντύπωση που θα της προκαλούσε. Κατηφορικό παραλήρημα που ανακόπτεται από μικρά διαλείμματα οξυδέρκειας, παρατήρηση του έξω κόσμου, ειδήσεις και αποτελέσματα στατιστικών ερευνών, χρηματικοί υπολογισμοί, αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας,  προσωρινός αποπροσανατολισμός έως τη βίαιη επαναφορά στο ερώτημα: γιατί με εγκατέλειψε; Γενικά πιστεύεται ότι ο άνθρωπος δεν διαθέτει ειδικό συναίσθημα για τον ερωτικό χωρισμό, ότι τελικά ο πόνος που αισθάνεται ο εγκαταλελειμμένος δεν ξέρει να ξεχωρίσει αν η αγαπημένη πέθανε ή απλώς μετέφερε τη ζωή της σε άλλο περιβάλλον. Έτσι λοιπόν ονόμασαν τον χωρισμό "έναν θάνατο μέσα στη ζωή".

Μετακινείται διαρκώς από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο αφήγησης, αναζητώντας τη φωνή του. Καταφεύγει διαρκώς σε έναν λογοτεχνικό υπαινιγμό, επιχειρώντας θαρρείς να διαρρήξει τον απτό πόνο, μια περιοδική αναφορά σε έργα της παγκόσμιας γραμματείας, να πετάξει από πάνω του το ασήκωτο αίσθημα της συναισθηματικής μοναδικότητας. Δεν είμαι μόνος. Ο Αμιέλ μπορούσε ακόμα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα να ισχυρίζεται ότι ήταν αυτός ο ίδιος ο μοναδικός και αδιαφιλονίκητος ειδικός για ό,τι αφορούσε το πρόσωπό του. Ενώ, όπως λέει, σαν ποιητής και σαν καθηγητής πανεπιστημίου ποτέ δεν ξεπέρασε το μέτριο, το ημερολόγιο του τον απελευθέρωνε από το συναίσθημα "της υπερβολικής χαρακτηριστικής κατωτερότητας απέναντι στους ειδικούς: Εδώ μπορεί να αναρριχηθείς από το επίπεδο του ερασιτέχνη στο επίπεδο του γνώστη". Τι όμορφη σκέψη, σωτήρια για εκείνον που η γραφή αποτελεί ανάγκη, μετατοπίζει την οπτική γωνία διατηρώντας αναλλοίωτο τον σεβασμό απέναντι στους σπουδαίους δημιουργούς που κατόρθωσαν να μετατρέψουν το αμιγώς προσωπικό σε οικουμενικό.

Ο Μπότο Στράους αποτελεί μέλος της ξεχωριστής φράξιας των γερμανόφωνων εκείνων συγγραφέων, όπως ο Μπέρνχαρντ, ο Φρις, ο Χάντκε, η Μπάχμαν, ο Μπελ, ο Ντύρενματ, η Έρπενμπεκ, και όποιον άλλο τώρα ξεχνώ, που καταφέρνουν να μιλήσουν εγκεφαλικά, σχεδόν αποστασιοποιημένα, για τον άνθρωπο και τα πάθη του, και να το κάνουν τόσο καλά, τόσο ειλικρινώς βαθιά, δίχως εύκολους εξαναγκασμούς και ποιητικούρες, μα ανατέμνοντας και φέρνοντας στο φως τα πιο σκοτεινά υλικά της φύσης μας.

υ.γ Αυτά που περνούσαν από το κεφάλι μου χωρίς εσένα.

(Η εκπληκτική φωτογραφία αποτελεί μέρος του πρότζεκτ: Silent Bodies. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.)


Μετάφραση Δήμος Βαρθολομαίος
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια   





Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Η Θύελλα - Γιάννης Αστερής






Απομάκρυνε το βλέμμα σου, είπα μέσα μου και ευθύς απομάκρυνα το βλέμμα μου από τις μάλλον εκατοντάδες σελίδες των σημειώσεων ανάμεσα στα μάλλον δεκάδες βιβλία που απλώνονταν, εκτείνονταν, που εκτείνονταν πάνω στο γραφείο μου και γύρω απ' το γραφείο μου στο πάτωμα, τώρα προς το παράθυρο, ναι, στρέφοντας το βλέμμα σου από την ας πούμε πνευματικότητα στην ας πούμε φυσικότητα περιγράφεις την εικόνα, είπα μέσα μου και στρέφοντας το βλέμμα μου από την πνευματικότητα στο παράθυρο έσπευσα να τραβήξω τη βαριά σκούρα κουρτίνα, αγαπημένη μου, την αγαπημένη μου βαριά σκούρα κουρτίνα που είχα μετά από πολύμηνη αναζήτηση επιτέλους εντοπίσει και αμέσως αγοράσει, εντέλει κυριολεκτικά αρπάξει, σκεφτόμενος αυτήν ακριβώς την ώρα που τα μάτια θαμπώνονται, τα μάτια πάντοτε αυτή τη δύσκολη ώρα χρειάζονται την προστασία της κουρτίνας από τον καυτό πρωινό ήλιο που στέλνει κακεντρεχώς το καυτό πρωινό φως παντού μες στο δωμάτιο εκμεταλευόμενος μέχρι κεραίας τα μικρά κενά στις δυο πλευρές του κλειστού και κλειδωμένου παντζουριού, πάντοτε την ώρα αυτή, το θέμα θα λυνόταν αν η κουρτίνα έμενε απλωμένη όλη τη νύχτα, ολονυχτία της κουρτίνας για ν' αστειευτώ, αλλά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, δημιουργεί μια φρικτής, ναι, συντριπτικής δύναμης κλειστοφοβία και στο τέλος τέλος δεν υπάρχει κάποιος λόγος για την ολονυχτία της κουρτίνας, ας έχτιζα το παράθυρο.

Είναι και το εκτυφλωτικό φως, ειδικά νωρίς το πρωί μετά το πλέον βαθύ σκοτάδι, λίγο πριν την ανατολή, μια μορφή θύελλας, ας μην κρυβόμαστε άλλο πια· μια θύελλα είναι, απλώς αθόρυβη σε σχέση με την αντίστοιχη υδάτινη, σιωπηλή και για αυτό ίσως κάποιες στιγμές πιο τρομακτική, καθώς βοηθά θαρρείς το κενό να αναδυθεί, δημιουργεί την αντίστιξη ανάμεσα στα ωδικά πτηνά και την επαναφορά στην ύπαρξη μετά τη θανάσιμη εμπειρία του ύπνου. Το σκοτάδι, βλέπετε, παρά τα μύρια όσα που του καταλογίζουν, διακρίνεται για τη συνενοχή του, τη, δίχως ανταλλάγματα, προθυμία του να κρύψει μυστικά και ατέλειες, με μέσα δικά του και δίχως την ανάγκη του όγκου, σε μια κατάσταση μόνιμη και όχι μεταβλητή και αβέβαιη όπως είναι εκείνη της σκιάς.

Η ανοχή του Άλλου στις προσωπικές μας εμμονές, αρχικώς προσφέρεται απλόχερα -η λάμψη της καινούριας αρχής-, αργότερα είναι που δυσκολεύουν τα πράγματα, τα αιτήματα για αλλαγή πυκνώνουν, απαιτήσεις εμφανίζονται, το έξω προσδιορίζει το μέσα, πρόοδος και εξέλιξη, τι όμορφες λέξεις οι γαμημένες, και τελικώς, όταν Εκείνος αναπόφευκτα αποχωρήσει, η εμμονή αποτελεί το πρώτο καταφύγιο, το πλέον ασφαλές, και εγγυάται την αποκοπή από το χτες που φλερτάρει εντόνως με το σήμερα παρά τα ερείπια που μεσολαβούν πια, με την ελπίδα πως δεν απόλεσες τη σύνδεση με εκείνη τη μεριά του εαυτού σου, οριστικά και αμετάκλητα, πως οι τροποποιήσεις υπήρξαν προσωρινές και αναστρέψιμες, αν και, τελικώς, άσκοπες.

Όμως, η εμμονή, η κάθε μία -και δεν υπάρχουν σύνθετες και απλές- διακρίνεται για την αναβλητικότητα με την οποία προικίζει το υποκείμενο, με πλείστα ονόματα: τελειότητα, αδυναμία, συγκέντρωση, συνθήκες κτλ κτλ κτλ, και κάπως έτσι το υποκείμενο ικανοποιείται με την εγγύτητα του τέλους, αδυνατώντας, ή καλύτερα πιστεύοντας πως αδυνατεί, να πραγματοποιήσει το τελευταίο βήμα, βήμα εξόδου από το τακτοποιημένο χάος, δημιουργός του οποίου υπήρξε ο ίδιος, στη μέση της δίνης, με τα βιβλία και τις σελίδες να πυκνώνουν τριγύρω, και την ακαταστασία να μην αποτελεί μέρος του λεξιλογίου, παρά εξωτερικό και μάλλον βλακώδη χαρακτηρισμό, χιλιεσοχτακοσιεςπενηνταεφτά σελίδες τελειώνουν με μία και μόνη φράση ως επίλογο. Μετά την εμμονή τι;

Η εμμονή και η νεύρωση, λάφυρο, ανάμεσα σε άλλα, η ημικρανία, το σώμα που επαναστατεί στην ξεχωριστή δικτατορία του πνεύματος, ακούγεται κάπως αυτή η επανάσταση, το ξέρω αλλά πώς αλλιώς θα μπορούσε να περιγραφεί, αν όχι έτσι, η ημικρανία;, επισκέπτρια άτακτη, εκτός συνθηκών εξωτερικών, ένας νευρώνας, ή δύο, που δίνει το ερέθισμα του πόνου, περιγελά την παρακεταμόλη στο ράφι πρώτων βοηθειών, απαιτεί το κλείσιμο των ματιών, απομακρύνει το όνειρο της δράσης, επιβάλλοντας απραξία.

Η επιτήδευση του λόγου, συνεπικουρούμενη από το πολυτονικό, φέρει μια ιδιότυπη αίσθηση φάρσας, ένα χιούμορ πικρό, μια επικριτική στάση απέναντι στο εγώ. Λέξεις διαλεγμένες μία μία, ανάμεσά τους παρεμβάλλονται λίγες μετρημένες, φαινομενικά αταίριαστες, όπως: κλάψα, σώβρακο, παντζούρι, κιτρινιασμένα· ξεπετάγματα από τη δίνη, στιγμιαία αποκοπή. Το ξεδίπλωμα του παραληρήματος, κλαδιά που φυτρώνουν σε κόμπους σκέψης, πριν μαραθούν ή θεριέψουν προλαβαίνουν να δώσουν καρπό και να εξελίξουν τον εσωτερικό διάλογο. Ανάγνωση που φέρει συμπτώματα ιλίγγου, οι λέξεις υποχωρούν προς τα κάτω, το αίσθημα του κενού και η ηδονή που γεννιέται απ' αυτό.
   



Εκδόσεις Ίνδικτος

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Ισλανδία (Η αφορμή)

Η ανάρτηση αυτή εκκρεμεί από τον περασμένο Οκτώβρη, τουλάχιστον. Τότε, στο υπόγειο του Αν, μια σπουδαία μπάντα, έστω και λειψή λόγω της απόστασης που δημιουργεί -όλο και πιο συχνά- η γραφειοκρατία, παρουσιάστηκε στη σκηνή φέρουσα έναν επιβλητικό σνομπισμό, απόρροια του φυσικού μεγέθους ή/και των γυαλιών ηλίου -επ' ευκαιρία αναζητήστε τις ταινίες του σπουδαίου Φιλανδού σκηνοθέτη, Άκι Καουρισμάκι-, ύφος αρχικώς παρεξηγήσιμο, μα εν συνεχεία αποδεχτό, εξαιτίας της υποστήριξης του στυλ με αυθεντικότητα, συνθήκη απαραίτητη και ευκταία. Το όνομα αυτών: Singapore Sling, δάνειο από την ομώνυμη ταινία του Νίκου Νικολαΐδη. Ένας ακόμα κρίκος στη σχέση μου με την ισλανδική μουσική σκηνή.

Τότε, τον Οκτώβρη, φλέρταρα με την ιδέα ενός κειμένου με αφορμή τη συναυλία εκείνη, αφορμή να μιλήσω για το νησί αυτό του Ατλαντικού, τσουβαλιασμένο στη συνείδηση των περισσότερων εξ ημών -όχι μόνο εξαιτίας άγνοιας, αλλά και χρόνιων πολιτικών δεσμών- με τις Σκανδιναβικές χώρες, παρότι γεωγραφικά βρίσκεται εγγύτερα στην Αμερική παρά στην Ευρώπη. Δεν το έκανα τότε.

Τώρα, που το τεχνικό πρόβλημα διευθετήθηκε και οι οικιακές προβολές είναι πάλι γεγονός, παρότι κάποιες λεπτομέρειες ως προς την άνεση των θεατών μένουν να διορθωθούν, είδα ξανά το Screaming Masterpiece, το ιδιαιτέρως γνωστό ντοκιμαντέρ σχετικά με την ισλανδική μουσική σκηνή. Πριν αρκετά χρόνια, νομίζω το 2005 αλλά μπορεί και να κάνω λάθος, βρήκα τελευταία στιγμή εισιτήρια για την προβολή στα πλαίσια του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας, και ενώ οι Sigur Rós είχαν ήδη διεισδύσει στη δισκοθήκη μου για να διώξουν την απογοήτευση που μου προκάλεσε η ακρόαση του Medúla της Björk. Βέβαια, πολλές φορές επέστρεψα στα πρώτα εκείνα άλμπουμ και ακόμα επιστρέφω, όμως, όσες ευκαιρίες και αν έδωσα στους έκτοτε δίσκους της, ικανοποίηση δεν άντλησα. Ωστόσο η τετράδα από το Ρέικιαβικ με την απόκοσμη φωνή και τα εξαίσια ξεσπάσματα γέμισε το νυχτερινό κενό, όχι μόνο εκείνης της περιόδου αλλά και των ύστερων.

Το Screaming Masterpiece αποτέλεσε το μέσο για να γνωρίσω ακόμα περισσότερες υπέροχες μπάντες. Κάπου εκεί γύρω είχα και την πρώτη μου επαφή με τον ισλανδικό κινηματογράφο· το εκπληκτικής ποπ αισθητικής Dark Horse, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και το βόρειο μελαγχολικό χιούμορ, σκηνοθεσία του Dagun Karí (όπως επίσης και το γλυκύτατο Noi Albinoi). Ο Baltasar Kormákur που ξεκίνησε κωμικά (101 Reykjavik), συνέχισε ερωτικά (The Sea) και φλέρταρε επιτυχώς με το ατμοσφαιρικό θρίλερ (Jar City) πριν καταλήξει σε αμερικανικά στούντιο γυρίζοντας μάλλον μέτριες ταινίες (2Guns).

Το 2007 κυκλοφόρησε το Heima και αποτέλεσε την οριστική αφορμή για να αρχίσω τον βομβαρδισμό με αιτήσεις για προσφορά εθελοντικής εργασίας στο σύνολο των μη κυβερνητικών οργανώσεων του νησιού. Δεν ήταν όμως επιτυχής η προσπάθεια, η φιλοδοξία να ζήσω κάποτε εκεί ψηλά μετατοπίστηκε στο αόριστο και άγνωστο μέλλον. Όσοι επηρεάζεστε από το παγωμένο συνθετικό της ονομασίας του τόπου αυτού, δείτε το Heima, ακόμα και αν η μουσική των Sigur Rós δεν σας συγκινεί, για να αναθεωρήσετε. Όμως σας προειδοποιώ: ένα ταξίδι ως εκεί είναι ιδιαιτέρως κοστοβόρο -για την πλειοψηφία τουλάχιστον.

Πλέον η Ισλανδία, στο μυαλό μου, έχει πια απομακρυνθεί από τις σκανδιναβικές χώρες, πλησιάζοντας την Ιρλανδία και τη βορειοδυτική μεριά της Ιβηρικής. Μη ρωτάτε γιατί. Είναι μια αίσθηση απλώς. Και είναι τώρα, που γράφεται το κείμενο, παρούσα η ανάγκη για εξωτισμό και μαγεία, η μεταφυσική εκείνη αίσθηση, ανάλογη με εκείνη που νιώθει κανείς, ακόμη και ο πλέον ορθολογιστής, στο υγρό τοπίο της Γαλικίας· εκεί που λίγο πριν ο ήλιος δύσει λέγονται οι πιο παράξενες ιστορίες με τον αφηγητή να αδιαφορεί να πείσει για την εγκυρότητα των λεγομένων του, ενισχύοντας την ανασφάλεια του ξενοφερμένου, του άμαθου. Το επόμενο πρωί όμως, ο ορίζοντας, καθαρός από τη νυχτερινή βροχή, φαντάζει διαφορετικός, τα όρια της αντιληπτής πραγματικότητας σωτήρια, αν και ελάχιστα, διευρημένα.

Κανέναν δεν έχω τώρα να μου διηγηθεί. Στη λογοτεχνία θα αναζητήσω καταφύγιο, ως συνήθως δηλαδή.



Και ας κλείσει αυτή η ανάρτηση, όπως ξεκίνησε, με τη μουσική των Singapore Sling: