Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν - Juan Gabriel Vásquez




Στα μέσα του 2009, στην Κοιλάδα Μαγκνταλένα διακόσια πενήντα χιλιόμετρα βόρεια της Μπογκοτά, ελεύθεροι σκοπευτές κατάφεραν να εντοπίσουν και να εκτελέσουν, με δύο σφαίρες, μία στο κεφάλι και μία στην καρδιά, έναν αρσενικό ιπποπόταμο που είχε δραπετεύσει λίγο καιρό νωρίτερα, παρέα με το ταίρι του και το μικρό τους, από τον εγκαταλελειμμένο πλέον ζωολογικό κήπο του άλλοτε βαρόνου της κοκαΐνης, μα πλέον νεκρού, Πάμπλο Εσκομπάρ, και που στο πέρασμά του, ο ιπποπόταμος, τρομοκράτησε τους αγρότες, κατέστρεψε καλλιέργειες και διέλυσε ποτίστρες. Οι ελεύθεροι σκοπευτές φωτογραφήθηκαν χαμογελαστοί και περήφανοι δίπλα στο τρόπαιο και αποχώρησαν θριαμβευτές. Οι εφημερίδες έπαψαν σχεδόν αμέσως να ασχολούνται με τον νεκρό και έστρεψαν το ενδιαφέρον τους, με τόνο μελοδραματικό, όπως εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, στην τύχη των εναπομεινάντων μελών της οικογένειας των ιπποπόταμων, με εκτενή ρεπορτάζ και αποκλειστικές πληροφορίες, δίχως να ξεχνούν, βεβαίως, τη σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης. Μια μέρα, ενώ ο Αντόνιο Γιαμάρα διάβαζε ένα ακόμα ρεπορτάζ, μια μορφή από το παρελθόν, την οποία θεωρούσε λησμονημένη πλέον, θα τον επισκεφτεί.

Η πυροδότηση της μνήμης, ένας μηχανισμός σύνθετος και μόνο επιφανειακώς εξηγήσιμος, μα ικανός να ανασυνθέσει ή και να επινοήσει ξανά, αν χρειαστεί, το παρελθόν, να γεμίσει με καρέ δίχως ήχο τον περιβάλλοντα χώρο, σε μία κατά Προυστ αναζήτηση του χρόνου, χαμένου ή μη. Δεν ξέρω τι μας χρησιμεύει να θυμόμαστε, τι καλό μάς κάνει ή πώς μπορεί να μας βασανίζει, ούτε πώς γίνεται ν' αλλάξουν όσα έχουμε ζήσει με το να τα θυμόμαστε, αλλά η ανάμνηση του Ρικάρδο Λαβέρδε πήρε για μένα χαρακτήρα επείγοντος.

Με τον Ρικάρδο Λαβέρδε γνωρίστηκαν στα τέλη του 1995, σύχναζαν και οι δύο στο ίδιο μπιλιαρδάδικο, εκείνος λιγομίλητος, επικεντρωμένος στις παρτίδες του μπιλιάρδου, η τηλεόραση πάντα ανοιχτή να παίζει στο βάθος, τότε ήταν επίκαιρη η τύχη της περιουσίας του Εσκομπάρ, και ο Λαβέρδε, στη θέα της έπαυλης, είπε: Να δούμε τι θα κάνουν με τα ζώα. Τα κακόμοιρα λιμοκτονούν, και κανείς δε νοιάζεται. Ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσε από εκείνον. Χρόνια μετά η κόρη του θα πει στον Αντόνιο: Αναρωτιέμαι πόσο μπορούν ν' αντέξουν αυτά τα πλάσματα. Δεν υπάρχει κανείς να τα ταΐσει, κανείς να τα φροντίσει. Η πέτρα πριν βυθιστεί στο νερό αναπηδά.

Στις αρχές του 1996, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, ο Λαβέρδε θα δολοφονηθεί, ο Αντόνιο θα τη γλιτώσει με ένα τραύμα στην κοιλιακή χώρα και μια πολυήμερη νοσηλεία. Ύστερα, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.

Η ενηλικίωση φέρνει μαζί της την καταστροφική ψευδαίσθηση του αυτοελέγχου, ίσως δε να εξαρτάται κι απ' αυτήν. Εννοώ την αυταπάτη ότι εξουσιάζουμε τη ζωή μας, που μας επιτρέπει να νιώθουμε ενήλικες, καθότι συναρτάμε την ωριμότητα με την αυτονομία, το κυρίαρχο δικαίωμα να καθορίζουμε τι θα συμβεί μετά. Η απομάγευση έρχεται αργά ή γρήγορα, αλλά πάντα έρχεται, δεν είναι ασυνεπής στο ραντεβού, ποτέ δεν ήταν.

Πρώτα τον επισκέφτηκε ο φόβος, τον καθήλωσε, αυτόν και τους οικείους του, εκείνος αμύνεται: ο φόβος δεν κληρονομείται. Σωστά, του απαντά εκείνη, ο φόβος δεν κληρονομείται αλλά μεταδίδεται. Ύστερα, παράλληλα με τη σταδιακή υποχώρησή του, αναδεικνύεται το γιατί, πάντα αναδεικνύεται το γιατί. Θέλει να μάθει τι συνέβη τότε, να ανακαλύψει το σκοτεινό παρελθόν του δολοφονημένου, το οποίο συμπαρέσυρε τελικά και τη δική του ζωή.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές και ευδιάκριτο: ο Βάσκες είναι ένας απαράμιλλος στυλίστας του λόγου. Χαρακτηριστικό που από μόνο του όμως δεν είναι σπάνιο, μήτε συνθήκη ικανή για να εμπλέξει τον αναγνώστη οριστικά, πριν αναφωνήσει κουρασμένος, παρά τον αρχικό εντυπωσιασμό: ήμαρτον πια με την επίδειξη. Ο Κολομβιανός συγγραφέας διαθέτει κάτι ακόμα σημαντικό, αν και πάλι όχι σπάνιο μήτε ικανό επίσης από μόνο του, μια ιστορία δυνατή, ένα υλικό που το ελέγχει με μια γοητευτική σιγουριά. Είναι ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων που σπανίζει και ενθουσιάζει. Η αφήγηση μιας δυνατής ιστορίας, γεμάτης δράση και σασπένς, με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Σελίδες που διαβάζονται σε ένα ρυθμό πυρετώδη, μα ταυτόχρονα χαράσσονται πολύ βαθιά.

Ο τρόπος του Βάσκες μου έφερε στο νου τον Χαβιέρ Μαρίας, και μάλλον δεν ήμουν ο μόνος, αφού στην έκδοση περιέχεται μέρος της κριτικής του Dwight Garner για τους New York Times: "Έξοχο υπαρξιακό νουάρ που φέρνει στο νου τον Paul Auster". Καθένας με τις εμμονές και τους συνειρμούς του. Εκείνο που κυρίως, ανάμεσα σε άλλα, διαφοροποιεί τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν είναι ο συνδυασμός του αστικού με το εξωτικό, η κολομβιανή ύπαιθρος, οι εναλλαγές του τοπίου εξαιτίας της υψομετρικής και κλιματολογικής διαφοράς. Ένα αρμονικό πάντρεμα της κολομβιανής (ή λατινοαμερικάνικης, αν προτιμάτε) λογοτεχνικής παράδοσης με το κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα.

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας διαδραματίζουν τα συγγραφικά ευρήματα, πρωτότυπα και χρηστικά, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα κάποιου να προμηθευτεί την κασέτα από το μαύρο κουτί ενός αεροπλάνου -που στην πραγματικότητα είναι πορτοκαλί-, και να μπορεί, εξαιτίας αυτού, να αναπαράγει στο διηνεκές τις τελευταίες συνομιλίες των πιλότων με τον πύργο ελέγχου. Ο Βάσκες δημιουργεί συνεχώς ένα παρόν, ένα νέο κάθε φορά αφηγηματικό παρόν, ένα σημείο μηδέν, το οποίο του δίνει τη δυνατότητα να διηγηθεί τα προηγούμενα και να φανερώσει τα επόμενα, προσθέτοντας πάντα τη φράση: όμως αυτά δεν συνέβησαν παρά πολύ αργότερα. Έτσι, στο τέλος, αναγκάζεσαι να γυρίσεις πάλι στο αρχικό αφηγηματικό παρόν, να διαβάσεις ξανά την είδηση για τη θανάτωση του αρσενικού ιπποπόταμου.

Όσο ιδιωτική και αν είναι η ιστορία που περιγράφει ένας Κολομβιανός, μάλλον είναι αδύνατο να μείνει εκτός το δημόσιο, με την τόση έντονη επιρροή στη διαμόρφωση, όχι μόνο της έξωθεν εικόνας της χώρας, μα και του ίδιου του χαρακτήρα των κατοίκων.

Προσοχή στον τίτλο. Τον Βάσκες τον ενδιαφέρει/ιντριγκάρει/γοητεύει/φοβίζει ο ήχος των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της πτώσης τους, όχι η δεδομένη πρόσκρουση∙ παρατηρεί τις στιγμές, δευτερόλεπτα ή χρόνια, μικρή σημασία έχει, της πτώσης των πραγμάτων και του κενού που αφήνουν πίσω τους. Όμως, ακόμα και μετά την πρόσκρουση, το βουητό της πτώσης αργεί να καταλαγιάσει.

Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, τόσο από την ανάγνωση όσο και από την αντιπαραβολή κάποιων αποσπασμάτων, υπηρετεί πιστά το όραμα του συγγραφέα, σε μια δύσκολη, ρυθμική κυρίως, αποστολή.



υ.γ "Να που και εσύ ενθουσιάζεσαι τελικά", μου είπε μία φίλη.



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος



Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Αρκετά καλά - Birgit Vanderbeke





Πρώτα διάβασα την Ταυτότητα, ακολούθως το σύνολο της μεταφρασμένης βιβλιογραφίας του Μίλαν Κούντερα. Διένυα την πρώτη αναγνωστική περίοδο· ήξερα λίγα, έψαχνα σχεδόν στα τυφλά, εκείνη η πρώτη επαφή μού άνοιξε μια πόρτα. Εκτός της εικόνας του παραθαλάσσιου ξενοδοχείου, ανεξίτηλη στη μνήμη μου παρέμεινε η τότε σοκαριστική ανακούφιση της ηρωίδας όταν της ανακοίνωσαν πως το έμβρυο που κυοφορούσε ήταν νεκρό, ένα αίσθημα ελευθερίας, αρκετά προκλητικό για την εγκεφαλική μου στενωπό, το παξιμάδι περιστράφηκε λίγο.
  
Μέχρι τότε δεν είχα παιδί.
Δεν ήθελα παιδί.
Μετά απέκτησα ένα.
Καλά.
Καλά;

Καθώς είχε προηγηθεί, αναπόφευκτα αναλογιζόμουν την οικογένεια στο Δείπνο με Μύδια της ίδιας, όχι τόσο για την προφανή συγγένεια στη γραφή, όσο για την πιθανότητα να επρόκειτο για την ίδια οικογένεια, χρόνια πριν, προτού ακόμα θεωρηθεί οικογένεια, όταν ένα ζευγάρι που ουδέποτε είχε σκεφτεί το ενδεχόμενο σχηματισμού οικογένειας πέρασε ξαφνικά στην απέναντι όχθη, εκεί που κατοικούν οι σκοτωμένοι, όπως τόσο εύστοχα η Βάντερμπέκε τους αποκαλεί, εκείνοι δηλαδή, που όταν τους ρωτάς "τι κάνεις;" σου απαντούν "είμαι πτώμα/νεκρός/πεθαμένος".

Ύστερα, εγκλωβισμένος στον ελικοειδή μονόλογο, κάποιες στιγμές θα έπαιρνα όρκο πως αφηγήτρια ήταν η αριστερόχειρη γυναίκα του Χάντκε και ας ζούσε σε διαμέρισμα και όχι σε σπίτι με μικρή αυλή. Ήταν ο κοινός φόβος του να νιώθει κανείς άγαρμπος, ειδικά σε ένα ρόλο τόσο σημαντικό, όπως θεωρείται τουλάχιστον από την πλειοψηφία ο ρόλος του γονιού, αίσθημα που τονίζεται, ανθίζει και γιγαντώνεται από τις διαρκείς και συνεχείς παρεκβάσεις κάθε σχετικού ή άσχετου, βλέπετε, πέραν του άμεσα ενδιαφερόμενου οι υπόλοιποι καμία ανασφάλεια δε διαθέτουν βαριά στους ώμους, μα ανάλαφροι και με το δάχτυλο προτεταμένο συμβουλεύουν, κρίνουν, ενοχοποιούν. Κάποιοι γράφουν και εκδίδουν ακόμα και εγχειρίδια, οδηγούς τεχνικούς, με πιθανότητες επιτυχίας αντίστοιχες με εκείνες των οδηγών μαγειρικής, οι συνοδευτικές φωτογραφίες δεν λείπουν ποτέ.

Η θυσία, το σημείο μηδέν, το πριν και το μετά, τα κόμπλεξ. Ξέρεις τι στερήθηκα εγώ για σένα, είσαι αχάριστος, αν περάσεις το δρόμο θα σου κόψω τα πόδια, θα σε σκοτώσω· μερικές από τις αγαπημένες μου ατάκες. Και ο κόσμος συνεχίζει να γονιμοποιεί, να ολοκληρώνει την ευτυχία του και να αναπαράγεται. Συσχετισμοί με τα συμπαθή κουνέλια μάλλον προσβλητικοί είναι. Για τα κουνέλια.

Και όμως. Υπάρχουν και εκείνοι που στέκονται ανάμεσα στους δύο κόσμους. Ευτυχώς. 

Μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα περίπτωση η Βάντερμπέκε, με τις επιρροές του Μπέρνχαρντ έντονες και τη γραφή γυναικεία, διαθέτει μια ματιά διεισδυτική και την απαραίτητη αίσθηση του χιούμορ ή της σάτιρας αν προτιμάτε, και επιτυγχάνει να μη θυσιάσει το θέμα στο βωμό του στυλ, αλλά ούτε και το αντίστροφο, επιτυγχάνοντας μια διπλή, ταυτόχρονη ανάδειξη.


Μετάφραση Λένα Σακαλή
Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Η Γοργόνα - Emilia Pardo Bazán




Δεν πέρασε καιρός από τότε που έγραφα:

Πλέον η Ισλανδία, στο μυαλό μου, έχει πια απομακρυνθεί από τις σκανδιναβικές χώρες, πλησιάζοντας την Ιρλανδία και τη βορειοδυτική μεριά της Ιβηρικής. Μη ρωτάτε γιατί. Είναι μια αίσθηση απλώς. Και είναι τώρα, που γράφεται το κείμενο, παρούσα η ανάγκη για εξωτισμό και μαγεία, η μεταφυσική εκείνη αίσθηση, ανάλογη με εκείνη που νιώθει κανείς, ακόμη και ο πλέον ορθολογιστής, στο υγρό τοπίο της Γαλικίας· εκεί που λίγο πριν ο ήλιος δύσει λέγονται οι πιο παράξενες ιστορίες, με τον αφηγητή να αδιαφορεί να πείσει για την εγκυρότητα των λεγομένων του, ενισχύοντας την ανασφάλεια του ξενοφερμένου, του άμαθου. Το επόμενο πρωί όμως, ο ορίζοντας, καθαρός από τη νυχτερινή βροχή, φαντάζει διαφορετικός, τα όρια της αντιληπτής πραγματικότητας σωτήρια, αν και ελάχιστα, διευρυμένα. 

Λίγο αργότερα παρακολούθησα την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του Schiller, Εγκληματίας για την χαμένη του τιμή, απόρροια της συνεργασίας των Εκδόσεων Πάπυρος με το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία" του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανάμεσα στα βιβλία της σειράς αυτής, και ένα που είχε διαφύγει της προσοχής μου το 2010, όταν κυκλοφόρησε, αλλά που τώρα ήταν ακριβώς αυτό που ζητούσα. Αναφέρομαι στη νουβέλα της Μπαθάν, η Γοργόνα.

Στις μέρες μας, το κάστρο και το αρχοντικό δεν είναι παρά μόνο ερείπια σκεπασμένα από πράσινες αψίδες πυκνού και άγριου κισσού, ρημαγμένα, με τοίχους που οι πέτρες τους, στο πέρασμα του χρόνου, έχουν κυλήσει στις απότομες πλαγιές του βουνού φθάνοντας μέχρι τη μεγάλη παραλία, όριο της κυριαρχίας των Απόντε, γνωστών σε όλη την περιοχή ως "οι άρχοντες της Γοργόνας".
Αναμφίβολα, ο λόγος που τους αποκαλούσαν έτσι ήταν το μικρό λιτό οικόσημο, άτεχνα σκαλισμένο σε γρανίτη, που κοσμούσε τον πύργο τους.

Εκεί, στις ακτές της Γαλικίας, ο ωκεανός δίνει και παίρνει ζωή, χτυπά και διαμορφώνει τραχιά και δίχως έλεος τις ακτές, παρασύρει στο βυθό του ναύτες και καράβια, ξεγελά με τη φαινομενική του ηρεμία, προσφέρει πλούσιες ψαριές, με τέτοια συχνότητα που του αποδίδονται τελικώς θεϊκές ιδιότητες, με αποτέλεσμα να γίνεται δέκτης μιας υστερόβουλης λατρείας. Εκεί, στο βυθό του, σε σπηλιές ντυμένες με χρυσό, λέγεται πως κατοικούν πλάσματα τρομαχτικής ομορφιάς, ένας υδάτινος κόσμος γνωστός μέσα από τις διηγήσεις και τα τραγούδια που περνούν από γενιά σε γενιά. Θρύλοι και δοξασίες που σχεδόν κανείς δεν παραδέχεται πως συμμερίζεται, και όποιος το κάνει υπάγεται αυτόματα στην κατηγορία του ελαφροΐσκιωτου, μα όμως όταν τα σημάδια αρχίσουν, στην αρχή δειλά μα αργότερα με περίσσιο θράσος, να εμφανίζονται, ο ιδρώτας όλων παγώνει.

Αυτή τη μεταφυσική ατμόσφαιρα καταφέρνει να αιχμαλωτίσει στις σελίδες της νουβέλας η, γεννημένη στη Λα Κορούνια, Μπαθάν. Και μπορεί να μην καταφέρνει -ίσως και να μη γίνεται πια- να τρομάξει τον σημερινό αναγνώστη αφήνοντάς τον άυπνο, γεννά όμως μια ιδιαίτερη, σκοτεινή έλξη, ένα συναίσθημα παιδικό, όταν ταυτόχρονα ήθελες να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας αλλά κρυβόσουν κάτω από το σεντόνι, πιέζοντας τα αυτιά με τα χέρια σου, και εκείνη σου έλεγε, μήπως να μη συνεχίσω; και εσύ έβγαζες το κεφάλι για να πεις, πες, πες, πριν χωθείς ξανά κάτω από το σκέπασμα.  

Όμως, μια προσωπικότητα όπως η Μπαθάν σίγουρα θα είχε και άλλα πράγματα στο νου της όταν αποφάσιζε να διηγηθεί την ιστορία των Απόντε. Η προσέγγιση της νουβέλας ως παραβολής θα είχε βέβαια κάποια ενδιαφέροντα και προφανή σημεία, όμως αναγκαστικά στο βωμό της εκλογίκευσης και της αντιστοιχίας θα χανόταν η μαγεία. Σημειώνω μόνο, αφού έκλεισα τον κύκλο της ανάγνωσης διαβάζοντας ξανά τις πρώτες γραμμές, το στίχο εκείνο του Θανάση από το Σαμπάχ:

Όσοι με γέλασαν, όσοι με κέρασαν
πικρό ποτήρι κι άχρηστους κανόνες,
θα ηττηθούν απ' ό,τι πιο αδύναμο
από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες.

Από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες.


υ.γ Η Μπαθάν (1851-1921) δεν υπήρξε μόνο μια σημαντική πεζογράφος, διαβάστε περισσότερα για εκείνην εδώ.




Μετάφραση: Θεώνη Κάμπρα
                     Δώρα Δημητρίου
                     Νάντια Γιαννούλια
Επιμέλεια Μετάφρασης - Εισαγωγή: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Πάπυρος


Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Και τα ψάρια τραγουδούν - Halldór Laxness




Ένας σοφός είπε κάποτε ότι, μετά από το να χάνει τη μητέρα του, δεν υπάρχει τίποτα πιο υγιές για ένα παιδί από το να χάνει τον πατέρα του. Και μολονότι δε θα μπορούσα ποτέ να συμφωνήσω μ' όλη μου την καρδιά με μια τέτοια δήλωση, θα ήμουν ο τελευταίος που θα την απέρριπτε ασυζητητί.

Ό,τι κι αν σκέφτεται όμως κάποιος για την αξία αυτής τη παρατήρησης, η μοίρα τα 'φερε έτσι ώστε εγώ να βρεθώ χωρίς γονείς. Αν έλεγα ότι ήταν όντως καλοτυχία, θα υπερέβαλλα, αλλά σίγουρα δεν μπορώ να το αποκαλέσω κακοτυχία, τουλάχιστον όχι στη δική μου περίπτωση, κι αυτό γιατί, στη θέση τους, απέχτησα παππού και γιαγιά.



Αρχές εικοστού αιώνα, εκεί που σήμερα εκτείνεται το Ρέικιαβικ, υπήρχε ένα μικρό σπίτι με το όνομα: Μπρέκεκοτ. Ο Άουλβγκριμερ -όνομα που στα ισλανδικά σημαίνει αυτός που περνάει τις νύχτες με τα ξωτικά- αποφασίζει, χρόνια μετά, να διηγηθεί την ιστορία του, από την αρχή, όταν ορφανό τον περιμάζεψαν στο σπίτι τους, ο Μπγιορν του Μπέρεκοτ και η γυναίκα του, που δεν άργησαν να μετατραπούν σε παππούς και γιαγιά, έστω και εξ αγχιστείας, το αίμα, άλλωστε, ποτέ δεν ήταν συνθήκη από μόνη της ικανή για την αγάπη και τη φροντίδα.

Η ροπή στο μύθο αποτελεί χαρακτηριστικό σύμφυτο της ισλανδικής ιστορίας, κάτι που μάλλον οφείλεται στην ιδιαίτερη θέση της, την ιδιότυπη απομόνωση και το δύσκολο κλίμα, ούσα πέρασμα ανάμεσα στις δύο ηπείρους, λιμάνι κυνηγημένων και χαμένων ναυτικών, κρυψώνα ιδανική μα ταυτόχρονα απαιτητική, ακριβώς για τους ίδιους λόγους.

Και είναι αυτή η ιστορία ενηλικίωσης μια ταυτόχρονη μετάβαση από το μαγικό μύθο στην αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα, όχι μόνο του ήρωα μα και ολόκληρης της χώρας. Οι ήρωες των σάγκα έχασαν τη λάμψη τους, τα ιδανικά των ψαράδων ατόνησαν στο πέρασμα του χρόνου και έδωσαν τη θέση τους σε εκείνα των πολιτικών και των επιχειρηματιών, το παιδικό βλέμμα σκλήρυνε, μια αναγκαία (;) προσαρμογή.
 
Με την αύρα του κλασικού και τη γοητεία της ισλανδικής γης για σκηνικό, ο Λάξνες στήνει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, επιτυγχάνοντας απόλυτα να πείσει για την εναλλαγή του τρόπου με τον οποίο κοίταζε τα πράγματα ο ήρωας μεγαλώνοντας, δείχνοντας έτσι την παράλληλη μετάβαση -κάποιοι θα την ονόμαζαν ελαφρά τη καρδία ανάπτυξη- της Ισλανδίας σε μια νέα εποχή. Η αποκοπή της χώρας από τον υπόλοιπο κόσμο είναι διαρκώς αισθητή στον αναγνώστη, τα δύσκολα στην προφορά ισλανδικά επίθετα προσδίδουν έναν επιπλέον τόνο μαγείας, αλλά είναι ο μυστηριώδης Γκάρδαρ Χόουλμ, που αποτελεί το κρυφό χαρτί του Λάξνες στην ιστορία που διηγείται.

Θείος του αφηγητή και διάσημος τραγουδιστής της όπερας, ο Γκάρδαρ Χόουλμ είναι ο ορισμός του προκλητικού δεύτερου χαρακτήρα, που απειλεί να κλέψει τη δόξα του κεντρικού ήρωα στα μάτια του αναγνώστη, μαγεύοντας και εκείνον με τον ίδιο τρόπο που μάγεψε τον μικρό Άουλβγκριμερ. Με τεράστια καριέρα στο εξωτερικό, πρωτοσέλιδα και βραβεία, ακριβοθώρητος όμως κατά τις -φημολογούμενες- σύντομες επιστροφές του στη χώρα, με συναυλίες που όλο αναγγέλλονται μα τελικώς ακυρώνονται, μια αδιόρατη ρυθμική απουσία διαρκώς παρούσα στη ζωή του αφηγητή, καταλυτικής σημασίας.


Η μουσική δεν ήταν αντικείμενο διδασκαλίας στην Ισλανδία ήδη από τον Μεσαίωνα, και για την ακρίβεια θεωρούταν εκζήτηση ή διαστροφή, ιδιαίτερα μεταξύ των μορφωμένων, ώσπου ο Γκάρδαρ Χόουλμ κέρδισε για τη χώρα μουσική φήμη στο εξωτερικό, και τότε μερικοί άρχισαν να την έχουν σε μεγαλύτερη εκτίμηση. Αλλά για πολύ καιρό κατόπιν εξακολούθησε γενικά να θεωρείται παράξενο να είσαι διάσημος επειδή τραγουδούσες. Έτσι, ήταν ουσιαστικά αδιανόητο στα νιάτα μου να ασχολείται κανείς με κάτι τόσο ανιαρό όσο η μουσική, παρά μόνο ως μέσο σωτηρίας. Η μουσική ήταν καλή για όταν έπρεπε να παραχώσουν κάποιον στη γη.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση (από τα αγγλικά): Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Σκύβαλα - Jenny Erpenbeck


Σκύβαλα, σκύβαλα/ Είν' ό,τι φτιάχνει τ' ανθρώπινο το χέρι

Ψευδαισθήσεις κυριαρχίας ενάντια στη φθορά, μνημεία εφήμερα που καταρρέουν με περισσή μεγαλοπρέπεια, εφάμιλλη -αν όχι ανώτερη- της τελετής των εγκαινίων, όρη από χαλάσματα με τη σημαία της αλαζονείας να ανεμίζει, κουρέλι περήφανο. Άνθρωποι τσακισμένοι, κάποτε στητοί, πια όχι, τσακισμένοι από την Ιστορία, τον έρωτα, την ύπαρξη, μοναδικό καταφύγιο το παρελθόν και η οικογένεια, κατάντια και απελπισία.

Τρεις είναι οι θεματικοί άξονες που διέπουν τα διηγήματα της συλλογής:

i) Η Ιστορία.
ii) η κάθετη δομή της οικογένειας.
iii) Τα ερωτικά τρίγωνα. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διήγημα Σιβηρία, από τις πρώτες κιόλας γραμμές:

Ο πατέρας μου λέει σέρνοντάς την απ' τα μαλλιά την έβγαλε τότε η μάνα του την αντίζηλό της απ' το σπίτι. Την άρπαξε απ' τα μαύρα μαλλιά, τη στροβίλισε μια-δυο φορές σ' όλο το χωλ και τελικά την πέταξε έξω απ' το σπίτι. Ευκαιρία ο πατέρας του, ο παππούς μου, δεν είχε τότε. Κι επίσης η φιλενάδα του πατέρα του δεν ήτανε ούτε τόσο δα εντυπωσιακή σαν τη γυναίκα που ήταν μαζί της παντρεμένος ο πατέρας του. Υπέροχη, λέει ο πατέρας μου, ήταν η μάνα του. Αυτό να φανταστώ μονάχα, λέει, ότι εκείνη βγήκε ζωντανή από τη Σιβηρία. Τη Σιβηρία!

i) Η Ιστορία, μέρος αναπόσπαστο του λογοτεχνικού σύμπαντος της Γερμανίδας δημιουργού, όπως κυρίως δείχτηκε μέσα από τα υπέροχα μυθιστορήματά της, Ιστορία του γερασμένου παιδιού και Παιχνίδι με τις λέξεις, παρούσα και εδώ, σε ένα ρόλο υπαινικτικό· το ιστορικό γεγονός, δίχως να κατονομάζεται, ρίχνει τη σκιά του βαριά, χωρίς τις λεπτομέρειες που θα το καθιστούσαν ιδιαίτερο και ανεπανάληπτο, σε μια γενική θεώρηση της Ιστορίας, με την τρομαχτική τάση της επανάληψης και της ανατριχιαστικής αντιστοιχίας. Οικουμενική διαχρονικότητα.

ii) Η κάθετη δομή της οικογένειας, το βάρος της προηγούμενης γενιάς στις πλάτες εκείνης που αναγκαστικά ακολουθεί, τα βιώματα και οι αρχές, το ταξίδι ενηλικίωσης και αυτογνωσίας, το τραύμα που χρόνια μετά παραμένει διαμπερές στις ορέξεις της μοίρας. Ταυτόχρονα όμως και καταφύγιο, και ας είναι μονόδρομος ο δρόμος που οδηγεί εκεί, είναι εκείνη η αίσθηση οικειότητας που ηρεμεί και αναστατώνει, ταυτόχρονα, είναι εκείνη η φράση της δημιουργίας, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση, που σου κόβει τα πόδια και ρίχνει νερό στον τροχό.

iii) Τα ερωτικά τρίγωνα, με θεμέλια σαθρά, σπάνια φέρουν πλευρές ισότιμα αναγνωρίσιμες, τείνουν να διατηρούν μυστικά, όχι και τόσο καλά κρυμμένα. Βασικά τους χαρακτηριστικά, και γνωρίσματα που η Έρπενμπεκ εξερευνά ενδελεχώς, αποτελούν η ευκολία της έξωθεν κριτικής, η προφανής έξοδος, τα τελεσίγραφα οριστικής επιλογής, και η πραγματικότητα· ο εγκλωβισμός, η ρουτίνα, η εξαίρεση που έγινε κανόνας.

Σε όλα τα παραπάνω ας προστεθεί η φθορά παρακαλώ.

Συλλογή διηγημάτων, η οποία δύσκολα θα έστεκε μόνη της ως αντιπροσωπευτικό και ανεξάρτητο δείγμα δουλειάς της Έρπενμπεκ, έργο πρώιμο και, παρά τις κοινές θεματικές και την ευδιάκριτη αφηγηματική φωνή, αποσπασματικό, δίχως την ορατή εκείνη σύνδεση μεταξύ των διηγημάτων που δικαιώνει την απόφαση για την έκδοση μιας συλλογής. Όμως ταυτόχρονα σημαντικό, όχι μόνο για εκείνα τα δείγματα υψηλής και στοιχειωτικής λογοτεχνίας (Σιβηρία, Άτροπος Μπελαντόνα, Γη του πάγου), αλλά και για την περαιτέρω γνωριμία με μια δημιουργό που βαδίζει με άνεση το μονοπάτι της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας.



υ.γ Μία και μοναδική σημείωση κράτησα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης: Συγκινητική τραχύτητα. 


Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Ίνδικτος       

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Στη χώρα των έσχατων πραγμάτων - Paul Auster


(Μνήμη Κ.Μ.)






Δεν είμαι σίγουρη γιατί σου γράφω τώρα. Για να 'μαι ειλικρινής, σ' έχω σκεφτεί ελάχιστα από τότε που βρέθηκα εδώ. Αλλά ξαφνικά, ύστερα από τόσο καιρό, νιώθω ότι υπάρχει κάτι να πω, κι αν δεν το γράψω αμέσως το μυαλό μου θα εκραγεί. Δεν έχει σημασία αν θα το διαβάσεις. Δεν έχει καν σημασία αν θα σ' το στείλω -υποθέτοντας ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ίσως σου γράφω γιατί δεν ξέρεις τίποτα. Γιατί είσαι πολύ μακριά μου και δεν ξέρεις τίποτα.

Η Άννα Μπλουμ ταξίδεψε μέχρι την ακατονόμαστη εκείνη χώρα των έσχατων πραγμάτων αναζητώντας τον αδερφό της, που έφυγε για εκεί σε δημοσιογραφική αποστολή και νέα του οποίου δεν έχει λάβει κανείς εδώ και πάρα πολύ καιρό. Απόφαση που, με βάση την αντικειμενική και λογική ασφάλεια που ορίζει η συναισθηματική απόσταση, θα χαρακτηριζόταν κατά το ελάχιστο ως ριψοκίνδυνη ή και αφελής ακόμα. Εκείνη όμως έπρεπε να πάει να ψάξει τον αδερφό της. Ας μην το ονομάσουμε παρακαλώ άγνοια κινδύνου.

Εκεί αντικρίζει ένα τοπίο μετά-αποκάλυψης. Δύσκολο να υποθέσεις την ευμάρεια ακόμα και των λίγων προνομιούχων που βασιλεύουν στην κάθε δυστοπία εις βάρος του πλήθους. Η δύναμη που προσδίδει στην αφηγήτρια το ένστικτο της επιβίωσης ελάχιστα φωτίζει το μαύρο καμβά, ίσως γιατί εκείνη φρόντισε να το ξεκαθαρίσει από την αρχή κιόλας της επιστολής αυτής:

Μπορώ να σου μιλήσω για όσα είδα, για όσα δεν υπάρχουν πια, όμως αμφιβάλλω αν υπάρχει χρόνος. 

Η Άννα δίνεται με πάθος σε κάθε ψίχουλο που η καθημερινότητα της προσφέρει, δημιουργεί σχέσεις, φιλικές και ερωτικές, κρατάει καλά κρυμμένη την ελπίδα πως ίσως συναντήσει τον αδερφό της, πως ίσως καταφέρει να ξεφύγει από εκεί, ελπίδα που καταφέρνει να τρυπώσει ακόμα και σε καιρούς ήδη παρελθόντες, η αναβίωση της μνήμης στο χαρτί βλέπετε. Μα πάνω απ' όλα αγωνίζεται να διαφυλάξει τη Λέξη, το δικαίωμα να συνεχίσει να ονομάζει όλα όσα χάνονται.

Και ενώ το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα δυστοπικής λογοτεχνίας του φανταστικού, είναι εντούτοις πολλά περισσότερα εκείνα που διεκδικεί και τελικώς επιτυγχάνει ο συγγραφέας. Είναι κυρίως η χρήση της γλώσσας εκείνη που ενδιαφέρει τον Όστερ, κάτω από ακραίες συνθήκες επιτάχυνσης της απώλειας, και λιγότερο ο αγώνας για επιβίωση της αφηγήτριας, που αποτελεί τη βάση για προβληματισμούς και σκέψεις σε σχέση με το σημαντικότερο συστατικό της τέχνης του, τις λέξεις. Ξεκινώντας από την Άννα, που μέσω της αφήγησης προσπαθεί να κρατήσει εκτός τη λήθη, και συνεκτιμώντας το σύνολο των χαρακτήρων του μυθιστορήματος είναι προφανής η σχέση, μικρότερη ή μεγαλύτερη, του καθενός με τη γλώσσα.        

Δεν έχει νόημα λοιπόν ν' αγανακτώ. Ο καθένας ξεχνάει, ακόμα και κάτω απ' τις ιδανικότερες συνθήκες, και σ' ένα μέρος σαν κι αυτό, με τόσα πράγματα να εξαφανίζονται κυριολεκτικά απ' τον κόσμο, μπορείς να καταλάβεις πόσα ξεχνιούνται συνέχεια. Τελικά, το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι οι άνθρωποι ξεχνούν, αλλά το ότι δεν ξεχνάνε πάντα το ίδιο πράγμα.

Ο επιστολικός χαρακτήρας της αφήγησης, με τη δευτεροπρόσωπη απεύθυνση, σου δημιουργεί την αίσθηση μιας δυναμικής εμπλοκής, κυρίως στην ένοχη σκέψη πως ετούτη η επιστολή ίσως να μην έφτασε ποτέ στον επιθυμητό για τη συντάκτρια αποδέκτη της, αλλά στα χέρια σου, και ίσως τώρα εσύ να αποτελείς ένα λαθραναγνώστη.



Μετάφραση Άρης Σφακιανάκης
Εκδόσεις  Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Σαν όλα αυτά που φύγανε - Σταύρος Δάλκος





Είναι γεγονός πως σχεδόν απέκλεια την πιθανότητα να εμπλακώ συναισθηματικά, τώρα πια, με έναν δίσκο "έντεχνο", θεωρούσα πως ο κύκλος αυτός είχε δια παντός κλείσει και πως μόνο λίγα διαλεχτά κομμάτια και δημιουργοί ηλικιώθηκαν μαζί με μένα και τα ακούσματά μου.  Όμως όχι. Την προηγούμενη Τρίτη, γυρίζοντας σπίτι, βρήκα ένα μήνυμα από τον Ν., το οποίο περιείχε ένα σύνδεσμο και μια προτροπή: άκουσέ το!

Και όμως, όλα είχαν κινήσει ήδη μια βδομάδα πριν.

Αναζητούσα ένα από εκείνα τα παλιά κομμάτια που συνηθίζουν να μου χτυπούν την πόρτα σωτήρια κάποιες στιγμές. Αδυνατούσα να θυμηθώ αν όντως υπήρχε η ψηφιακή του εγγραφή στον ιστό ή αν η ανάμνηση των ζωντανών εμφανίσεων των Σέπια το είχε χαράξει τόσο έντονα. Τα παράτησα μάλλον γρήγορα. Ανυπόμονος γαρ.

Οι φίλοι μου, έτσι λέγεται το τραγούδι, υπάρχει στο δίσκο, Σαν όλα αυτά που φύγανε. Επέστρεψα τρεις φορές, αυτό το κομμάτι έπρεπε για πλήθος λόγων να το ακούσω και να το μοιραστώ, ακόμα και μια βδομάδα μετά από την γέννηση της επιθυμίας.

Κάθε βράδυ έρχονται σπίτι
οι φίλοι μου

Μπουσουλάνε στη φλοκάτη
έρπουν κάτω απ' το κρεβάτι
οι φίλοι μου

Πόσο αστείοι είναι που κοιτούνε
να βρουν σκόνες στις πολυθρόνες
οι φίλοι μου

Αχ οι φίλοι που έχουν φύγει
μια για πάντα απ' τη ζωή μου

Ύστερα αφέθηκα στη λίστα αναπαραγωγής, δίχως προσδοκίες ιδιαίτερες, μάλλον εξαιτίας της δεδομένης νευρικής κούρασης εκείνης της βραδιάς. Έμεινα στην καρέκλα για όσο διαρκούν δύο ακροάσεις, έκπληκτος. Ύστερα ξάπλωσα, αρκετά νωρίτερα από το συνηθισμένο.

Το επόμενο πρωί η ανάμνηση της ακρόασης είχε θεριέψει, δεν ήταν πια μόνο Οι φίλοι μου, ήταν το σύνολο του δίσκου. Μεγάλη υπόθεση.

Εκείνο που με έλκει σε αυτό το είδος είναι οι λέξεις, όμως ταυτόχρονα είναι και εκείνο που με απωθεί, ο λόγος που πια δεν ξεσηκώνομαι. Εδώ οι λέξεις υπηρετούν και υπηρετούνται με αγάπη, δίχως την υπερβολή και την γλυκύτητα της ομφαλοσκόπησης του δημιουργού γύρω από τη σημαντικότητα του κόσμου του και την ατυχία του έρωτά του, κάτι το οποίο διαφαίνεται ήδη από το πρώτο κομμάτι, στο οποίο ο Δάλκος μελοποιεί το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον, Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου.

Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου
γιατί αυτό θα 'ταν ζωή
και η ζωή μου είν' εκεί
ακίνητη στο ράφι.
[...]
Δεν μπορώ να πεθάνω μαζί σου
γιατί ο ένας πρέπει να περιμένει
του άλλου να κλείσει τα μάτια, -
εσύ δεν θα μπορούσες.

Κι εγώ πώς θα στεκόμουν
βλέποντάς σε λίγο λίγο να παγώνεις,
χωρίς να έχω δικαίωμα να παγώσω κι εγώ,
προνόμιο μόνο του θανάτου;
 (μετάφραση Αγγελική Σιδηρά)

Με τη φωνή μπροστά αλλά δίχως να φωνάζει, δίχως να απαιτεί την προσοχή και ακριβώς γι' αυτό να την κερδίζει τελικά. Είναι σύνηθες γνώρισμα του θεατή/αναγνώστη/ακροατή να εγωποιεί το δημιούργημα. Κάπως έτσι ένιωσα, πως αυτός ο δίσκος ήρθε την κατάλληλη στιγμή, τώρα που τον είχα ανάγκη, η αναζήτηση του Ελ Ντοράντο διαρκής, ο Πόε επίκαιρος:

Μέρα-νύχτα περπατεί
ιππότης όλο θάρρος
τραγουδώντας πως θα βρει
τη χώρα του Ελντοράντο

Μα η ματιά του γέρασε
κι ο ιππότης πέφτει κάτω,
βαριά που νιώθει την καρδιά
καθώς δεν βρίσκει πουθενά
τη χώρα του Ελντοράντο

Μαύρον ίσκιο συναντά
στον δρόμο του απάνω
"Ίσκιε" είπε
"πού θα βρω τη χώρα του Ελντοράντο;"

"Πάνω από του Φεγγαριού
την πιο ψηλή χαράδρα,
κάτω κι από των Σκιών
την τρομερή κοιλάδα
θ' ανέβεις και θα κατεβείς"
του είπε η Σκιά "σαν θες να βρεις
τη χώρα του Ελντοράντο"
 (Μετάφραση: Σταύρος Δάλκος, βασισμένος στη μετάφραση του Κώστα Ουράνη)
 
Η εμπλοκή τελικώς αναπόφευκτη και σωτήρια. Ολόκληρο το δίσκο, Σαν όλα αυτά που φύγανε, μπορείτε να τον ακούσετε εδώ.



  

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Το Άλλο Βιβλίο στην Πλατεία Εξαρχείων






Κάθε Σάββατο του Ιούνη, η Πλατεία θα φιλοξενεί το "Άλλο" Βιβλίο. Έντεκα εκδοτικά εγχειρήματα με πάθος και επιμονή, σε πείσμα των καιρών ή και εξαιτίας αυτών, επιστρατεύουν την αυτοοργάνωση και το μεράκι σε μια πρωτοβουλία εξωστρέφειας και ευρύτερης επαφής με το κοινό, επιλέγοντας ως τόπο την πλατεία Εξαρχείων. Κίνηση με σαφέστατη πολιτική και κοινωνική σημειολογία, τόσο ως προς την κατανόηση της έννοιας του δημόσιου χώρου όσο και της ένταξης αυτής στο πλαίσιο μιας σειράς δράσεων διαφόρων συλλογικοτήτων με στόχο την αποφυγή της πλήρους παράδοσης της γειτονιάς στο σκοτάδι.     

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Απογοήτευση και αμφιβολία




Μετρημένοι οι σύμμαχοι, και οι προς αυτούς κινήσεις καλά εκ των προτέρων υπολογισμένες -θα έπρεπε να είναι, επιμένει η φωνή να τονίζει- καθώς ένα εσφαλμένο βήμα δύναται να υψώσει έναν ακόμα τοίχο -να σε γαμήσει εντελώς, επιμένει η φωνή- δεν είναι ο καιρός κατάλληλος -ποτέ δεν είναι ο καιρός κατάλληλος, επιμένει η φωνή- ε, μα σκάσε επιτέλους!

Ο ατελείωτος Μάης βάδιζε προκλητικά περήφανος προς τα τέλη του, δεν έπνεε τα λοίσθια μα αντιθέτως επεδείκνυε τη δύναμή του, αυτός και ο Γενάρης, από παιδί θυμάμαι, δεν τελείωναν με τίποτα, και ας ήταν οι επόμενοι αυτών εκείνοι των εξετάσεων, ο Γενάρης και ο Μάης επέμεναν να διαρκούν για πάντα. Υπερβολικός από παιδί ακόμα. Ο Μάης βάδιζε λοιπόν προς τα τέλη του και εγώ τον παρατηρούσα, αφήνοντας την καταμέτρηση για πιο μετά.  

Οι προσδοκίες τρέφονται -γιγαντώνονται, που θα έλεγε και η φωνή- από την ανάγκη. Θεοποιούνται, ακούς φωνή;

Επιβεβλημένη η απουσία από τα καθημερινά, μετά από καιρό, η φυγή, στο σακίδιο και η Μπάχμαν, Το 30ο έτος, εξαντλημένος θησαυρός, φυλαγμένος πολύ καιρό, για όταν οι συνθήκες θα ήταν ακατάλληλες. Τα λογοπαίγνια σπάνια είναι το φόρτε του, είπε εκείνη ένα βράδυ, άλλη ιστορία όμως αυτή, πολύ παλιά πια. Το σπάνια δεν είναι ποτέ, δεν κρατήθηκα, το είπα.

Και εκείνη δε μου άνοιξε την πόρτα, έμεινα απ' έξω, δίχως τη δύναμη να χτυπήσω με περισσότερη επιμονή. Απογοήτευση.

Όσα στη γραφή της είχα αγαπήσει τώρα έστεκαν άψυχα. Εκείνη η εγκεφαλικότητα, η τόσο εσωτερική και προσωπική, που με ενέπλεκε πέρα από κάθε λογικό προγνωστικό, γονιμοποιώντας όχι μόνο το μυαλό, μα και την καρδιά, εκείνη η αποσπασματικότητα, σε μια κατάβαση σχεδόν αυτοματοποιημένη, εδώ δεν λειτουργούσε, έμοιαζε άσκοπη και εγωπαθής, εκείνη η θλίψη τόσο ξένη πια.

Μετά την απογοήτευση η ανασφάλεια: Εκείνη ή μήπως εγώ;

Εκείνος έθεσε μια τρίτη παράμετρο, τη μετάφραση, ύστερα ανέσυρε από τη βιβλιοθήκη του το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν. Αυτή η σχέση θα έχει ακόμα μία ευκαιρία και ο Μάιος τελείωσε.


υ.γ Δίχως να θέλω να γίνω σπαστικός και τυπολάτρης, μέχρι τις 21 Ιουνίου, μέρα θερινού ηλιοστασίου, καλοκαίρι δεν έχει...