Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Υδατώδεις Ιστορίες - Jaime Montestrela



Πέμπτη πρωί και σύνηθες σεργιάνι στους εκδοτικούς για προμήθειες του βιβλιοπωλείου. Για το τέλος αφήνω την Όπερα. Ίσως προλάβω να πιω έναν καφέ εδώ πιο κάτω, σκέφτομαι, και ας μην είναι τίποτα πια παρά ένα παρωχημένο σχήμα λόγου, αλλά εκείνο το καφέ πραγματικά μου αρέσει, ειδικά τα πρωινά. Ο καινούριος Μπουκάι μόλις έχει εμφανιστεί και ο υπάλληλος συσκευάζει και τιμολογεί, μακριά από το καθεστώς χαλαρότητας του συγγραφέα. Από συναδελφική αλληλεγγύη προσπαθώ να δείξω υπομονετικός και έτσι βολτάρω ανάμεσα στα βιβλία. Κατεβάζω τις Υδατώδεις Ιστορίες, το εξώφυλλο μου ασκεί μια εδραιωμένη εδώ και καιρό έλξη μα ποτέ ως τώρα δεν ενέδωσα στον πειρασμό του ξεφυλλίσματος. Διαβάζω την πρώτη ιστορία:


Στον Πλανήτη FH76, το σώμα των εμβίων όντων δεν είναι σύμφυτο με το πνεύμα τους. Συχνά, λοιπόν, το πνεύμα πεθαίνει πολύ πριν από το σώμα. Το σώμα συνεχίζει να τρώει, να τρέχει, να συζητά, ακόμα και να συνουσιάζεται, ώσπου να επέλθει ο θάνατος. Η σωματική αυτή δραστηριότητα μπορεί να συνεχίζεται επί πολλά χρόνια, χωρίς κανείς ν' αντιληφθεί το παραμικρό.

Πρώτα ψιθυρίζω: όπα, για δες! Ύστερα με πιάνει ένα γέλιο νευρικό. Αυτή η καθυστέρηση με προβλημάτισε, αργότερα όμως, με καθυστέρηση. Το γέλιο εντείνεται, ευτυχώς ο υπάλληλος είναι απασχολημένος, σκέψη που επίσης πρέπει να με προβληματίσει.

Άποψη προσωπική: η κωμωδία είναι είδος σαφώς πιο απαιτητικό από το κοινό δράμα του εύκολου συναισθηματικού εξαναγκασμού, τον οποίο ορισμένοι επιμένουν να ονομάζουν ρεαλισμό, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Να κάνεις κάποιον να γελάσει είναι αρετή, να κάνεις κάποιον που δε γνωρίζεις προσωπικά να γελάσει είναι χάρισμα. Εγώ έτσι το αξιολογώ. Και η πρώτη κιόλας ιστορία του Μοντεστρέλα με έκανε να γελάσω. Η αναμονή τελικώς ήταν ευλογία. Το πρόσθεσα στη λίστα, για χρήση προσωπική. Μέχρι το σπίτι διάβασα ακόμα μερικές ιστορίες, ναι, στο δρόμο, περπατώντας, όπως τότε παλιά στο μπαλκόνι σου, ικανότητα που ανέπτυξα κατά μήκος αεροδιαδρόμων.

Ο Β., σκέφτηκα, εκείνος πρέπει να διαβάσει αυτές τις ιστορίες.

Οι ερευνητές του Jacobson Research Institute της Ζυρίχης απέδειξαν πως η πρώτη λέξη που επινόησε ο άνθρωπος, ήταν η λέξη "υδροπνευματική", αλλά χρειάστηκε να περιμένει πολύ καιρό ώσπου να της βρει μια χρήση.

Οι ιστορίες του Μοντεστρέλα διακρίνονται για την οξύνοια της παρατήρησης. Η προφανής -εκ των υστέρων- λεπτομέρεια εξάγεται από το κυρίως σώμα της πραγματικότητας για να αποτελέσει τον πυρήνα της κάθε ιστορίας, σχόλιο συνήθως πικρό, μα εύστοχο και αδιέξοδο, και, ακριβώς γι' αυτό, αστείο. Παραμερίζει την πλατιάζουσα κριτική, αδιαφορεί να κάνει επίδειξη ευφυΐας, το "συμβάν" αρκεί.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως ο συγγραφέας στο Παρίσι, όπου και έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, συναναστράφηκε τύπους όπως ο Κενώ, ο Περέκ και ο Τοπόρ, ούτε και το γεγονός πως τη μετάφραση στα γαλλικά ανέλαβε ένα μέλος της Oulipo, ο Ερβέ Λε Τελιέ. Μεταφράζοντας εκείνον, γνώρισε ο Κυριακίδης  τον Μοντεστρέλα, συγκυρία ευτυχής.

Στο Αρχιπέλαγος Γκαγιόκ των Φιλιππίνων, οι ιθαγενείς ξέρουν να μετράνε μόνο μέχρι το 457. Για το μετά το 457, λένε: "πολλά". Το στοιχείο αυτό μπορεί να ξαφνιάζει, πόσο μάλλον που, όπως και να το κάνουμε, το 456 δεν είναι και λίγο.
 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Η Ιλόνα φθάνει με τη βροχή - Álvaro Mutis





Πρόκειται για το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Κολομβιανού συγγραφέα Άλβαρο Μούτις, που πέθανε πέρυσι τον Σεπτέμβρη, με πρωταγωνιστή τον γοητευτικό τυχοδιώκτη Μακρόλ Γκιαβέρο. Είχε προηγηθεί Το Χιόνι του Αλμιράντε. Πέραν της παρουσίας του Γκιαβέρο, κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα στις δύο νουβέλες αποτελεί η μανία -άλλη λέξη δύσκολα θα περιέγραφε την ένταση- με την οποία ο αφηγητής επιμένει να διαχωρίζει τους ρόλους, εκείνος είναι απλώς ο διαμεσολαβητής, ο επιφορτισμένος γραφιάς που στηρίζεται στα λεγόμενα του ήρωά του αλλά οφείλει να ξεκαθαρίσει πως το βάρος από τυχόν ανακρίβειες δεν θα πρέπει να πέσει στους ώμους του άδολου δέκτη-πομπού. Και αν στην προηγηθείσα νουβέλα ο αφηγητής είχε εντοπίσει τυπωμένη την περιπέτεια του Γκιαβέρο στο ποταμόπλοιο, σουλατσάροντας σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Βαρκελώνης, τώρα ισχυρίζεται πως υπήρξε μάρτυρας αυτήκοος του περάσματος του ήρωα από τον Παναμά.

Όταν είδα ότι η γκρίζα άκατος του λιμενικού πλησίαζε, με τη σημαία του Παναμά να κυματίζει περήφανα στην πλώρη της, κατάλαβα αμέσως ότι είχαμε φτάσει στο τέρμα του επεισοδιακού ταξιδιού μας. 

Παρά το γεγονός πως το περιβάλλον δύσκολα θα χαρακτηριζόταν φιλόξενο, ο Γκιαβέρο αποφασίζει να αράξει για λίγο στον Παναμά, εγκαταλείποντας προσωρινά τη θάλασσα και προσμένοντας κάποια καλύτερη ευκαιρία. Στον τόπο που είναι γνωστός για την ένωση των δύο ωκεανών, θα καταφύγει σε ένα οριακά αξιοπρεπές μοτέλ, έχοντας πρώτα κάνει έναν πρόχειρο, και μάλλον υπεραισιόδοξο, οικονομικό προϋπολογισμό, γεγονός που του επιτρέπει να διώξει προσωρινά την έγνοια της επιβίωσης. Όμως, η άφιξη ενός ξένου δύσκολα περνά απαρατήρητη, ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ξέρει αρκετά, ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα, και δείχνει πρόθυμος να μοιραστεί τις γνώσεις αυτές. Τότε εμφανίζεται η Ιλόνα, ο ρεαλισμός υποχωρεί στη θέα της, το κενό καλύπτεται από μαγεία και εσωτερικότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι που εξαφανίζονται διαρκώς μόνο και μόνο για να εμφανιστούν ξανά, την κρίσιμη στιγμή, σχέσεις δίχως αποχαιρετισμούς, μα με περάσματα στιγμιαία από την απουσία στην παρουσία, και αντιστρόφως. Τέτοια είναι η σχέση της Ιλόνα με τον Γκιαβέρο. Φίλοι, εραστές, συνέταιροι, συνταξιδιώτες. Άνθρωποι με πεπρωμένο κοινό. Ο συγχρονισμός φαντάζει πάντοτε ιδανικός, η Ιλόνα έχει μια νέα ιδέα και αναζητά συνεργό -ή και συνένοχο, ανάλογα με την ηθική ευαισθησία σας- και εκείνος εμφανίζεται.

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος πόλος, σημαντικός παρά την απουσία του, ο Αμπντούλ Μπασούρ, ένας παλιός γνώριμος από ένα άλλο βιβλίο του Μούτις, Η τελευταία σκάλα του Τραμπ Στήμερ, συγγενές στο μυαλό μου, λόγω θεματικής και ατμόσφαιρας με το Πορτ-Σουδάν του Ολιβιέ Ρολέν.

Ωραίος ο κόσμος του Μούτις -εντάξει του Γκιαβέρο, αν προτιμάτε να μείνετε πιστοί στη δήλωση του συγγραφέα- αποπνέει μια γοητεία σε έναν αναγνώστη δύστροπο με τον κόσμο των ναυτικών και των λιμένων, μια αίσθηση διαρκούς παρουσίας στο παρόν και, εξαιτίας αυτού, τόσο μαγικής και απρόβλεπτης. Τώρα απομένει η εύρεση και ανάγνωση του τελευταίου μέρους της τριλογίας, Ένας ωραίος θάνατος.  

υ.γ  Το 1996, ο Κολομβιανός σκηνοθέτης Sergio Cabrera μετέφερε τη νουβέλα στη μεγάλη οθόνη. 




Μετάφραση Μαρία Χατζηγιάννη
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Κύριε Διοικητά - Romain Slocombe




Κύριε Διοικητά,
            
                      Τις γραμμές αυτές, τις οποίες θα λάβετε απόψε, θα μου ήταν εύκολο -επικαλούμενος την εχεμύθεια, περιορίζοντας κατ' ανάγκην το περιεχόμενός τους στο ουσιώδες-, ακόμη και σε μια μικρή πόλη όπου τα πάντα,ή σχεδόν τα πάντα, μαθεύονται στο τέλος, θα μου ήταν εύκολο (επιτρέψτε μου να επιμείνω επ' αυτού του σημείου) να σας τις απευθύνω υπό την κάλυψη της ανωνυμίας.
                      Αλλά η ανωνυμία, ομοίως με το ψεύδος και το σφάλμα -για την ακρίβεια ό,τι εγώ θεωρώ ψεύδος και σφάλμα-, μου εμπνέει εντονότατη απέχθεια, και δεν είμαι διατεθειμένος, τώρα που βρίσκομαι στο κατώφλι του γήρατος, να αλλάξω άποψη επ' αυτού, ούτε χαρακτήρα.

Οι πρώτες αυτές γραμμές της επιστολής του Πωλ-Ζαν Υσσόν προς τον Γερμανό Διοικητή των χιτλερικών στρατευμάτων στο Παρίσι, αφήνουν ένα αίσθημα συμπάθειας. Το θάρρος της επωνυμίας, η επιμονή στην υπογραφή των γραφομένων, η υπεράσπιση των αξιών "στο κατώφλι του γήρατος". Το μυαλό βιάζεται να υποθέσει ένα ανδραγάθημα, μια πράξη ηρωική, τέτοιες είναι άλλωστε οι περισσότερες διηγήσεις από τις μαύρες περιόδους της Ιστορίας. Αίσθημα το οποίο γρήγορα υποχωρεί, καθώς η διήγηση εξελίσσεται με ένα ρυθμό πυρετικό, απόρροια της βιάσης του συντάκτη να την παραδώσει το ίδιο κιόλας βράδυ στον Γερμανό Διοικητή, αποκαλύπτοντας ένα πρόσωπο από την άλλη πλευρά, τη σκοτεινή, εκείνη που γρήγορα αποσιωπήθηκε και αφομοιώθηκε σταδιακά στην ιστορική μνήμη ως κοινός αγώνας ενάντια στον κατακτητή, το ηρωικό έθνος.

Ο Πωλ-Ζαν Υσσόν, ήρωας του Α' Παγκοσμίου και συγγραφέας βιβλίων που γνώρισαν αποδοχή και επιτυχία, φανατικός υποστηρικτής του Πεταίν και φιλοχιτλερικός, δε διστάζει στιγμή να συνταχτεί στον αγώνα για τον εκτοπισμό των Εβραίων, υπογράφει σειρά από άρθρα επ' αυτού, οραματίζεται μια Γαλλία καθαρή. Λίγο μετά την έναρξη του Β' Παγκοσμίου και την άκοπη ναζιστική επέλαση, βλέπει το γιο του να φεύγει για την Αγγλία με σκοπό να βρεθεί στο πλευρό του Στρατηγού Ντε Γκωλ, αφήνοντας πίσω του την όμορφη σύζυγό του και τα παιδιά του. Ο Υσσόν αναλαμβάνει την προστασία τους, κυριευμένος όμως ταυτόχρονα από έναν ακατανίκητο πόθο για εκείνη. Το ήδη τεράστιο ηθικό δίλημμα θα γιγαντωθεί με την αποκάλυψη πως εκείνη είναι Εβραία.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, κάπως παράπλευρο βέβαια μα σημαντικό για τη σχέση της τέχνης και της πολιτικής και για την ηθική του δημιουργού, αποτελεί το γεγονός πως, λόγω του επαγγέλματος του αφηγητή, γίνεται αναφορά σε αρκετούς συγγραφείς και στη στάση που εκείνοι κράτησαν κατά την γερμανική κατοχή. Τα βραβεία που δόθηκαν, οι κριτικές που γράφτηκαν, τα αξιώματα και η δόξα, η λήθη που τελικά τους αναλογούσε -με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως του Σελίν-. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι που επέμειναν υπέφεραν όχι μόνο την αφάνεια μα και τις διώξεις.

Παρά την απέχθεια που προκαλούν τα λόγια του Υσσόν, η υπό διαφορετική γωνία θέαση των γεγονότων παρουσιάζει αναπόφευκτα κάποιο ενδιαφέρον, όχι απαραίτητα αμιγώς ιστορικό, μα ταυτόχρονα κοινωνιολογικό και ψυχολογικό. Δεν είναι εύκολο -για μένα- να έχει κανείς απέναντί του μία αφήγηση γεμάτη μίσος, ευρισκόμενη ιδεολογικώς στον αντίποδα. Όμως, το βιβλίο αυτό διαβάζεται απνευστί. Είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που δίνει το ρυθμό, είναι το προφανές άγχος του Υσσόν να διηγηθεί ταχέως, μα δίχως να παραλείψει σημαντικές λεπτομέρειες, η αγωνία του να φτάσει στο τέλος για να φανερώσει το αίτημα πίσω από την επιστολή. Είναι, εν τέλει, αυτή η καμική πτώση του αφηγητή υπό το βάρος πρωτίστως της ίδιας του της ύπαρξης.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις  



Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Το μηδέν και το άπειρο - Arthur Koestler




Σκάλιζα τη βιβλιοθήκη του ακόμα μια φορά, όταν, ανάμεσα στους γνώριμους, από τα τόσα περάσματα, τόμους, εμφανίστηκε το Μηδέν και το Άπειρο του Καίστλερ. Το συναίσθημα ακαριαίο και έντονο, η σύνδεση με τη μνήμη αδύνατη.  Προδομένος ξανά, ένα ορφανό νήμα.    
Έκλεισε πίσω του με βρόντο η πόρτα του κελλιού.
        Ο Ρουμπάσωφ ακούμπησε για λίγο πάνω της κι ύστερα άναψε τσιγάρο. Στο κρεββάτι, στα δεξιά του, οι δυο κουβέρτες μοιάζανε καθαρές και το αχυρόστρωμα φρεσκογεμισμένο. Ο νιπτήρας, στ' αριστερά, δεν είχε τάπα, μα τουλάχιστον η βρύση λειτουργούσε. Ο κουβάς ήτανε πρόσφατα απολυμασμένος και δεν μύριζε. Οι τοίχοι, στις δυο πλευρές, ήσαν από τούβλο γερό -θα ήτανε, λοιπόν, αδύνατη κάθε επικοινωνία. Εκεί, όμως, που περνούσαν οι σωλήνες της θέρμανσης και του νερού ο τοίχος ήτανε σοβατισμένος και προσφερότανε σαν αντηχείο. Ιδιαίτερα ο σωλήνας της θέρμανσης θα πρέπει να ήτανε καλός αγωγός. Το παράθυρο βρισκότανε στο ύψος των ματιών και δεν χρειαζότανε να πιαστής από τα σίδερα για να κυττάξεις έξω στην αυλή. Ως εδώ καλά...

Πριν ακόμα ο αφηγητής μας συστήσει τον ήρωά του, ακούγεται ο βρόντος της πόρτας του κελιού. Η στέρηση της ελευθερίας ενός ανθρώπου πυροδοτεί πλήθος συναισθημάτων, το μετριοπαθέστερο εξ αυτών ίσως να είναι η συμπάθεια, δεν λείπουν όμως και άλλα, δυναμικότερα, όπως η αλληλεγγύη ή η οργή. Στον αναγνώστη γεννάται η έντονη επιθυμία να ακούσει την ιστορία του φυλακισμένου, όχι την απολογία του, την ιστορία του. Γιατί όμως γράφω σε τρίτο πρόσωπο;

Καθώς οι σελίδες περνούν, ο Ρουμπάσωφ αποκτά παρελθόν, υπεύθυνο εν πολλοίς για το παρόν του. Στο σημείο αυτό αρχίζω να ζορίζομαι. Τη συμπάθεια διαδέχεται η απέχθεια, είναι, έστω, υπήρξε για χρόνια, ένας απ' αυτούς που τώρα έχει απέναντί του. Όμως ούτε στην απέχθεια μπορώ να κατασταλάξω οριστικά. Δε θυμάμαι ποια ήταν η τελευταία φορά που ένας ήρωας μου προκαλούσε τόσο αντικρουόμενα συναισθήματα.

Αυτή η συναισθηματική αντίθεση με συντροφεύει ως το τέλος. Από την επιθυμία να τον πιστέψω, στη χριστιανική εικόνα της λίγο πριν από το τέλος μετάνοιας με έπαθλο τον παράδεισο, ζορίζομαι. Αναρωτιέμαι, πού πρέπει να τοποθετηθεί το μηδέν άραγε, να γίνει η νέα αρχή, δίχως παρελθοντικούς ανοιχτούς λογαριασμούς, θα ήταν εφικτό;  Ο ανακριτής, ανακρινόμενος, και από το μηδέν στο άπειρο, απλά, μα τόσο σημαντικά, γρανάζια του ολοκληρωτισμού. 

Δεν ξέρω αν σε αυτή την αντίθεση βασίζεται η σημαντικότητα του μυθιστορήματος αυτού, απλώς αναρωτιέμαι πολλές φορές αν η επίκληση στο συναίσθημα, συχνά εκβιαστική, αρκεί· για εμένα πάντως όχι, ξεκάθαρα όχι. Θα μπορούσα να μιλήσω σαν να επρόκειτο για δύο βιβλία, το ένα γεμάτο έννοιες, όπως η ελευθερία, η ανάγκη για επικοινωνία, η μεταμέλεια, η ενοχή, ο ολοκληρωτισμός, και το άλλο με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη, με συναισθήματα αντικρουόμενα. Το πρώτο θα μπορούσε να θεωρηθεί από στρατευμένο μέχρι προφανές, ανάλογα τα γούστα και τη σκοπιά του καθενός. Το άλλο είναι ένα τεράστιο βιβλίο που οδηγεί τον αναγνώστη, που με οδήγησε -στο διάολο πια αυτή η εμμονή με το τρίτο πρόσωπο- στα άκρα, με προκάλεσε και με ζόρισε.
 
Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι Darkness at noon, Σκοτεινιά το μεσημέρι. Ο τίτλος, το Μηδέν και το άπειρο, οφείλεται στη γαλλική μετάφραση, με την οποία ο συγγραφέας συμφώνησε. Από τις ελάχιστες, ίσως, φορές που η μεταφραστική παρέμβαση θεωρείται δημιουργία και όχι αυθαιρεσία.


Απόδοση Βασίλης Καζαντζής
Εκδόσεις Κάκτος


Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Σχετικά με τον Ροδερέρ - Guillerno Martínez




Ένα ακόμα τεράστιο κατάστημα προσφορών, ταμπέλες που υπόσχονται βιβλία από μισό ευρώ, με το "από" διακριτικά μικρότερο, κάπως παρωχημένο οπτικό τρικ, ικανό όμως να βαρύνει τους ταμείες με οργισμένα παράπονα: γιατί αυτό δεν έχει μισό ευρώ; Αμαρτίες διαφημιστών παιδεύουσι εργαζομένους. Παραδόξως, ανάμεσα στη συνηθισμένη επανάληψη των παζαριών, υπήρχαν και ορισμένες νέες αφίξεις.

Τον Μαρτίνες δεν τον γνώριζα, το λατινογενές επίθετό του στάθηκε αρκετό για να τραβήξω το βιβλίο από το ράφι. Διάβασα την πρώτη πρόταση:
Πρωτοείδα τον Γκουστάβο Ροδερέρ στο μπαρ της Λέσχης Όλυμπος, όπου τα βράδια μαζεύονταν οι σκακιστές του Πουέντε Βιέχο.
Πρόσφατα είχα διαβάσει τη νουβέλα του Ουναμούνο, ο Παίχτης του Σκακιού, γεγονός που αναθέρμανε, μετά από καιρό, τη δεδομένη αδυναμία μου για τη "λογοτεχνία του σκακιού". Ο μικρόκοσμος των δύο, η στιγμή πριν από την επόμενη κίνηση, η χάραξη στρατηγικής, το απαραίτητο καθαρό και πλήρως συγκεντρωμένο μυαλό, η μπλόφα, η υπεροψία που επιτέλους τιμωρείται, όλα αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, αρκούντως γοητευτικά και ας μην έχω παίξει ποτέ συστηματικά στη ζωή μου σκάκι. Από τη νουβέλα του Ζίσκιντ, μέχρι εκείνη του Τσβάιχ και τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, είναι δεκάδες τα βιβλία που δομούνται γύρω από την ασπρόμαυρη επιφάνεια.

Το αγόρασα, μην τα πολυλογώ.

Η παρτίδα ανάμεσα στον νεαρό τότε αφηγητή και τον συνομήλικό του Ροδερέρ θα αποτελέσει την αρχή μιας καθοριστικής σχέσης για τη ζωή των δύο ηρώων. Βέβαια, κάπου εκεί περιορίζεται η παρουσία του σκακιού στη νουβέλα, μια καταρριφθείσα αναγνωστική προσδοκία, την οποία ορθότερα -αν ήταν μυθιστόρημα- θα χαρακτήριζε ο όρος bildungsroman, ιστορία ενηλικίωσης, και μάλιστα διπλής, δηλαδή, με τα θετικά και τα αρνητικά του είδους αναπόφευκτα να επηρεάζουν την αναγνωστική απόλαυση.

Ο Ροδερέρ είναι ένας ήρωας ελάχιστα γήινος, ένα αερικό που στοιχειώνει και γοητεύει τον περίγυρό του, αν και όλοι ανεξαιρέτως θα τον χαρακτήριζαν παράξενο και κλεισμένο στον εαυτό του, με ελάχιστη ικανότητα στην επικοινωνία, υπερβολή νοημοσύνης, μα έλλειμμα της αντίστοιχης συναισθηματικής, μια φαινομενικά σκληρή επιφάνεια που περικλείει ένα χαρισματικό μυαλό. Όμως, για να γνωρίσει κανείς τον Ροδερέρ, αναγκάζεται να δεχτεί απειράριθμες πληροφορίες και ψευδοποιητικές περιγραφές σχετικά με τη μάλλον αδιάφορη πορεία του αφηγητή προς την επιτυχία και την αναγνώριση. Συνύπαρξη βαρετών στερεοτύπων και ιντριγκαδόρικων διαλόγων ανάμεσα στους δύο νέους για φιλοσοφικά και μαθηματικά θέματα, κάπως επιφανειακά όμως, δίχως το κατάλληλο υπόβαθρο ύφους.

Τελικώς, ni fu ni fa, όπως θα έλεγε κάποιος στα ισπανικά, ούτε κρύο ούτε ζέστη.


Μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη
Εκδόσεις Πατάκη
  



Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Ο αυστηρός.




Λίγες μέρες πριν· οδηγώ. Βγαίνοντας από την Αττική Οδό, παίρνω την κατεύθυνση για Πειραιά. Δίπλα μου εκείνη. Οδηγώ ήρεμα παρά την απλωσιά, το απολαμβάνω, η μη ρουτίνα βοηθά, πάντα βοηθά, ασχέτως με το πού νιώθει άνετα ο καθένας. Η ροή των αυτοκινήτων πυκνή μα δίχως διακοπές, ο ήλιος έχει πάρει πορεία καθοδική, μπροστά και δεξιά μας. Ο διάσημος σταθμός πάσχει από παράσιτα, συζητάμε όμως και ελάχιστα με απασχολεί. Ξαφνικά πρέπει να μειώσω ταχύτητα, ένα αναίτιο μποτιλιάρισμα, στο βάθος η κίνηση δείχνει ομαλή. Λίγα μέτρα ύστερα βλέπω την πηγή του κακού, λέω: Κοίτα τον μαλάκα, έχει βγάλει δεξί φλας και πάει αριστερά. Εκείνη, με την έγνοια της, παρακαλεί: Πρόσεξε μην πέσεις πάνω του. Πλησιάζουμε. Κοιτάζω να δω πού θα πάει, τον διακρίνω μέσα από τον δικό του καθρέφτη, κάτι με αναστατώνει στη μορφή που αντικρίζω, δεν προλαβαίνω να δώσω σημασία, πλησιάζουμε όλο και πιο πολύ, φτάνουμε στο ίδιο ύψος, στρέφω το βλέμμα δεξιά, έτοιμος να δω τη φάτσα του μαλάκα, βλέπω: ένας άνθρωπος αναίσθητος στη θέση του οδηγού με το κεφάλι να κρέμεται μπροστά· η κίνηση με παρασέρνει, κοιτάζω από τον καθρέφτη, οι κόρνες δίνουν και παίρνουν. Είναι νεκρός, της λέω. Εκείνη με καθησυχάζει, θα τον πήρε ο ύπνος ή θα λιποθύμησε. Εγώ επιμένω, εκείνη ψύχραιμη. Νιώθω παγωμένος. Όχι για τον άνθρωπο αλλά για τη ρωγμή στη λεία γαματοσύνη.


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι.
Και μια Καίτη θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα και νεκρό θα με βρίσει.
Κώστας Ουράνης- Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι

 

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Στο Φάρο - Virginia Woolf



"Ναι, βέβαια, αν έχει καλή μέρα αύριο", είπε η κ. Ράμζυ. "Αλλά θα πρέπει να σηκωθείς με τα κοκόρια" πρόστεσε. 

Η μητρική υπόσχεση, συνοδευόμενη από την προϋπόθεση της καλοκαιρίας ως δικλείδα ασφαλείας αλλά και την απαραίτητη απόδοση ευθύνης, αποτελεί την εναρκτήρια φράση, τόσο ευδιάκριτα γουλφική στα μάτια μου, ικανή να ανοίξει την πόρτα για την παραθαλάσσια κατοικία των Ράμζυ. Ο αφηγητής, που δεν είναι παντογνώστης, ή τουλάχιστον, για τους δικούς του λόγους, επιλέγει αυτόν το ρόλο, αναπαράγει ένα πλήθος φωνών, εσωτερικών στην πλειοψηφία τους, καθώς ελάχιστοι είναι οι διάλογοι, αποτελώντας τον αφανή ήρωα, καθώς εκείνον βαραίνει η ευθύνη της περιστροφής του φωτός και η επίτευξη της αβίαστης συνειδησιακής ροής.
 
Έχει τέτοια δυναμική η γραφή της Γουλφ, που ανασύρει από τη λήθη, όχι μόνο την αίσθηση, μα και λεπτομέρειες από τα υπόλοιπα έργα της, μέρος αξιομνημόνευτο της εμπειρίας· τελικά ίσως τίποτα να μην πηγαίνει χαμένο. Εμπειρία καθηλωτική, κείμενο που απαιτεί και συγκρατεί την απόλυτη προσοχή του αναγνώστη, αποκόπτοντάς τον από τις εξωτερικές συνθήκες που ποτέ δεν είναι ιδανικές, μην παύοντας όμως στιγμή να του υπενθυμίζει πως μια ανάγνωση δεν είναι αρκετή.

Είναι τεράστια η ευγνωμοσύνη για τον μεταφραστή, Άρη Μπερλή, που σεβάστηκε το κείμενο, επέμεινε στην κάθε λέξη και πρόσθεσε ένα μυθιστόρημα όπως αυτό στον κατάλογο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Και το επίμετρο, πλήρες και εύστοχο, δικό του επίσης. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. 
Και αν δεν μπορείς ούτε να σκεφτείς ούτε να νιώσεις, σκέφτηκε, τότε πού βρίσκεσαι; 

Αναλογίζομαι όλα εκείνα τα μυρμήγκια της γραφής, που σπυρί το σπυρί, παρά τις εξωτερικές δυσκολίες -σχόλια δηκτικά, ειρωνεία, χλευασμός, έλλειψη αποδοχής-, επέμειναν με προσήλωση να ακούν την εσωτερική εκείνη φωνή, διαφυλάσσοντας τελικώς -έστω και εν αγνοία τους- τη συγγραφή από το μεγαλύτερο ίσως εχθρό της, τη στασιμότητα. Τέτοια δημιουργό θεωρώ τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Οδηγημένος σε εκείνη ξανά, χρόνια μετά την τελευταία φορά, έχοντας πισωπατήσει γεμάτος θαυμασμό τη γραμμή της εξέλιξης -πρώτα με την Κράους, ύστερα με τη Γουίντερσον- ένιωσα επίκαιρη μια σκέψη παλιότερη, σχεδόν παιδική, που περισσότερο αποτελεί μια μεταφυσική αποκατάσταση για όλους εκείνους τους δημιουργούς, παραγνωρισμένους τότε, μα τόσο σημαντικούς τελικώς, παρά κάτι άλλο. Φαντάζομαι, λοιπόν, τη Γουλφ να διαβάζει για παράδειγμα  Γουίντερσον. Πώς θα ένιωθε άραγε;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Άρης Μπερλής
Εκδόσεις ΄Υψιλον



 
     

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Πες μου μια ιστορία - Jeanette Winterson




Λίγο μετά αφού είδα ότι οι κάλτσες που φορούσα είχαν σχιστεί εντελώς, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του ποδιού εκτεθειμένο, εικόνα που μου δημιούργησε ένα έντονο, αν και τελικώς στιγμιαίο, αίσθημα άγχους, τη φώναξα με το όνομά της. 'Εστεκε στο πεζοδρόμιο. Όταν αναρωτήθηκα μήπως ήταν εκείνη, είχα κιόλας περάσει από μπροστά της και έπρεπε πια να κλίνω αριστερά για να σιγουρευτώ. Ακαριαία αποφάσισα να τη φωνάξω, ίσως και να πίστευα πως δε θα μου απαντούσε, εξέλιξη που θα αποτελούσε μια δικαίωση ακόμα. Γύρισε. Είχε κουρευτεί και είχε ισιώσει τα μαλλιά της. Λίγες ώρες μετά, ενώ ξυριζόμουν, σκεφτόμουν πως ίσως δεν ήταν καλή ιδέα να προφέρω ξανά δυνατά το όνομά της, αλλά αυτό είναι το εξηγήσιμο μέρος του ονείρου για το οποίο φταίει η Γουΐντερσον.

-Γιατί δε μπορείς να μου πεις την ιστορία χωρίς να ξεκινάς μια άλλη;
-Γιατί δεν υπάρχει ιστορία που να αρχίζει από μόνη της. 

Μου μένουν δεκατέσσερις σελίδες, της είπα. Ήταν νωρίς το απόγευμα. Να διαβάσεις τις μισές τώρα και τις άλλες μισές το βράδυ πριν κοιμηθείς, μου πρότεινε. Πειθάρχησα παρά τη λαχτάρα μου, το βράδυ γύρισα αργά. Το σώμα δε συμμεριζόταν την επιθυμία, ένα αργό πέρασμα σε ύπνο βαθύ, με αποσπασματικά στιγμιότυπα ονείρων. Το πρωί, αφού σημείωσα τη μόνη ακολουθία εικόνων που μπορούσα να ανακαλέσω, διάβασα ξανά τις τελευταίες δεκατέσσερις σελίδες.

Είχε προηγηθεί η Νικόλ Κράους, Η ιστορία ενός έρωτα. Είναι κάποιες ιστορίες που δε θες να τελειώσουν, τέτοιο μυθιστόρημα διάβαζα. Είχα μια ιδέα για το επόμενο βιβλίο, το είχα κιόλας δανειστεί. Κάπου στη μέση άλλαξα γνώμη, αναγκάστηκα, για να είμαι ακριβής, να αλλάξω γνώμη. Στράφηκα στη βιβλιοθήκη, τμήμα αδιάβαστων, η Γουΐντερσον θα μου κρατούσε συντροφιά.

Η μητέρα μου με ονόμασε Σίλβερ. Γεννήθηκα η μισή από πολύτιμο μέταλλο και η μισή από ψεύτικο. Ζούσα σε ένα σπίτι επικλινές, πάνω στην απότομη πλαγιά του λόφου. Οι καρέκλες έπρεπε να είναι καρφωμένες στο πάτωμα, και ποτέ δε μας επιτράπηκε να φάμε σπαγγέτι.     

Όταν έχασε τη μητέρα της, η κοινότητα έβαλε αγγελία με σκοπό να βρεθεί ανάδοχη οικογένεια για το, αγνώστου πατρός, ορφανό. Ο Πίου τη δέχτηκε στο φάρο και μια νέα ιστορία ξεκίνησε. Στο κάποτε σημαντικό λιμάνι Σολτς, η αλμύρα και η υγρασία συνθέτουν ένα δίδυμο ανίκητο ανά τους αιώνες, κάποτε οι φωνές των μεθυσμένων ναυτικών διατάραζαν την κυριαρχία τους, τώρα πια όχι. Ο φάρος ό,τι απέμεινε να στέκει, ανάμνηση από ένα παρελθόν μακρινό.

Αναλογίζομαι την κεντρική ιστορία: ένα ορφανό βρίσκει καταφύγιο σε ένα φάρο. Πόσες δυνατότητες μπορεί μια τέτοια ιστορία να έχει άραγε; Στο μυαλό της Γουΐντερσον άπειρες, όσες και οι ιστορίες που εγκυβωτίζει, παραλληλίζει, υποσημειώνει, εντάσσει. Γραφή καινοτόμα και συνάμα κλασική, μια αίσθηση ανατριχιαστική, γουλφική, αποπλάνηση διαρκής και επαναλαμβανόμενη. Η -κατ' εμέ- σημαντικότερη σύγχρονη Βρετανή συγγραφέας διατυπώνει το αίτημα ξεκάθαρα·


Πες μου μια ιστορία, Πίου.
Ποια ιστορία, παιδί μου;
Την ιστορία του μυστικού του Μπέιμπελ Νταρκ.
Υπήρχε κάποια γυναίκα.
Πάντα το ίδιο λες.
Υπάρχει πάντα μια γυναίκα κάπου, παιδί μου· κάποια πριγκίπισσα, κάποια μάγισσα, κάποια μητριά, κάποια γοργόνα, κάποια καλή νεράιδα, ή κάποια που είναι ωραία αλλά κακιά, ή είναι ωραία και καλή.
Είναι αυτή ολόκληρη η λίστα;
Υπάρχει και η γυναίκα που αγαπάς.
Ποια είναι αυτή;
Αυτή είναι μια άλλη ιστορία.


υ.γ Είχε προηγηθεί το Βάρος, και πριν απ' αυτό, το Πάθος.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση  Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Μελάνι 

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Η ιστορία ενός έρωτα - Nicole Krauss




Η διήγηση ως κρυψώνα του προσωπικού, η διήγηση σχετικά με τη διήγηση ενός τρίτου, κρυψώνα μέσα στην κρυψώνα. Έτσι πάει. Η ιστορία ενός έρωτα. Στο αόριστο αριθμητικό εντοπίζεται η ασφάλεια που νιώθει ο αναγνώστης, αλλά και ο αφηγητής, ή μάλλον οι αφηγητές, για να είμαστε ακριβείς στα λεγόμενά μας. Η ταύτιση επιθυμητή, το προσωπικό ανέγγιχτο.
 
Η ιστορία ενός έρωτα. Έτσι ονομάζεται το βιβλίο που έγραψε ένας νεαρός Εβραίος στην Πολωνία, δεκαετίες πριν. Εκείνη είχε ήδη φύγει για την Αμερική, κανείς δεν ένιωθε ασφάλεια με τη φασιστική προέλαση. Η (ψευδ-)αίσθηση πως η ιστορία (τους) συνεχίζεται και η προδοσία των ταχυδρομείων. Βιβλίο και συγγραφέας ακολούθησαν πορείες διαφορετικές. Εκείνος, έμαθε να παραβιάζει πόρτες, έτσι κέρδιζε νόμιμα τη ζωή του ως "παράνομος", εκδοχή και αυτή του υπερατλαντικού ονείρου.

Η έλξη μιας ιστορίας δημιουργεί συχνά τάση οικειοποίησης, συναίσθημα συγγενές της ταύτισης, όμως πιο πονηρό, λερωμένο. Κάποτε -όχι τόσο σπάνια- οι σκέψεις αυτές παίρνουν σάρκα και οστά, η ανάγκη του πρωταγωνιστή κυριεύει το μυαλό, με λίγο μακιγιάρισμα -σκέφτεται- κανείς δε θα καταλάβει τη διαφορά. Συχνά, εκείνος καταφέρνει να πείσει τον ίδιο του τον εαυτό, να παραχαράξει το παρελθόν, το δικό του. Τέτοια δύναμη η ανάγκη.

Και αν νομίζει κανείς πως ο συγγραφέας εξαιρείται, πλανάται.

Δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη στιγμή για όρους τεχνικούς-προσδιοριστικούς όπως μεταμοντέρνο, πολυφωνικό. Δεν είναι μόνο αυτοί, είναι και άλλοι, όπως μυθιστόρημα σπονδυλωτό με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, με ιστορίες εγκιβωτισμένες και διαρκή χρονικά άλματα, εναλλασσόμενα στυλ αφήγησης και τυπογραφικά παιχνίδια. Τέτοιες είναι οι κρυψώνες που χτίζει εκείνος που ξέρει.

Το ερώτημα αναμενόμενο: αρκεί η δεδομένη τεχνική αρτιότητα;

Ναι, εφόσον δικαιολογείται η παρουσία της. Πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα μου λογοπαίγνια: κενοτομία/καινοτομία. Η Κράους έχει μια ιστορία να διηγηθεί, και το κάνει με τρόπο εντυπωσιακό, ολοκληρωτικό, σύνθετο μα τελικώς απλό, υποτάσσει με άνεση την τεχνική στο προσωπικό. Δίχως ίχνος κενού. Άπαξ και αφεθείς, εκείνη αναλαμβάνει να συνθέσει όλα τα κομμάτια -που, αταίριαστα καθώς φαντάζουν αρχικώς, ίσως ξενίσουν- να οδηγήσει την ιστορία της δίνοντας το ρυθμό, κινώντας τα νήματα με μαεστρία. Και δεν είναι μόνο οι ιστορίες των αφηγητών που διασταυρώνονται, είναι και οι μυθιστορίες αυτών. Στο επίκεντρο του μυθιστορήματος Η ιστορία ενός έρωτα βρίσκεται το μυθιστόρημα Η ιστορία ενός έρωτα, από τα γίντις στα ισπανικά και από εκεί στα αγγλικά. Ο συγγραφέας, ο οικειοποιητής και ο μεταφραστής. Αλλεπάλληλοι αντικατοπτρισμοί, όχι πάντα παραμορφωτικοί, της πραγματικότητας του καθενός, καθρέφτες που λειτουργούν μεν αντανακλαστικά, μα συχνά καλύπτουν παράθυρα. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ονομάζεται η κοπέλα παρά Άλμα;

Αν ο Λίτβινοφ, με τα χρόνια, έβηχε όλο και πιο πολύ -ένας ξερός, σπασμωδικός βήχας που συγκλόνιζε όλο του το κορμί τον δίπλωνε στα δύο και τον υποχρέωνε ν' αποχωρεί από δείπνα, να μην απαντά στο τηλέφωνο, και ν' απορρίπτει κάποιες σπάνιες προσκλήσεις να μιλήσει-, δεν έβηχε τόσο απ' την αρρώστια του όσο γιατί ήθελε να πει κάτι. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιότερο λαχταρούσε να πει αυτό το κάτι, κι όλο και πιο αδύνατο του γινότανε να το πει.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Πόλυ Μοσχοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο