Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Σάββατο πρωί




Υπάρχουν και εκείνοι, είπε, που προτιμούν να ποντάρουν εναντίον της ίδιας τους της ομάδας, αντί να βάλουν τα δυνατά τους για την υπέρβαση, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, έτσι; Δεν ήμουν σίγουρος. Μόλις είχα αφήσει κάτω το ολιγοσέλιδο διήγημα και αναλογιζόμουν το ενοικιαστήριο που είδα στην είσοδο της πολυκατοικίας, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, εκείνος είχε διάθεση αφοριστική, εγώ σκεφτόμουν εκείνη, ακόμα. Ακολουθούσε πάντα την ίδια τακτική· πρώτα, όλο φαινομενική αυτοπεποίθηση, έλεγε: να σου δώσω να διαβάσεις κάτι που έγραψα; Ύστερα έκοβε βόλτες στον χώρο. Μόλις τελείωνα την ανάγνωση, δεν με ρωτούσε ποτέ τίποτα, επιχειρούσε θεαματικά να αλλάξει θέμα συζήτησης, μια ξαφνική συστολή· έτσι και αυτή τη φορά. Όμως τώρα είχε καταφέρει, ασχέτως αν το επιδίωξε ή όχι, να με εμπλέξει συναισθηματικά, και το μόνο που ήθελα ν' ακούσω ήταν μια ενδελεχή και πολύλογη ανάλυση του διηγήματος εκ μέρους του, ήθελα να μου πει πότε και κυρίως πώς του ήρθε η αρχική ιδέα, οι χαρακτήρες και η τελική έκβαση, όμως πραγματικά, και ας είμαι ειλικρινής, έστω και εκ των υστέρων, ένα ήθελα να μάθω, το πιο χαζό: ήταν αλήθεια;

Δίστασα να πλησιάσω, δεν θα άντεχα να πέσω πάνω της στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο εγωισμός, όλα γι' αυτόν. Συνειδητά είχα διαλέξει τη διαδρομή, όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό περνούσα από εκεί, κάνοντας έναν μικρό κύκλο επιστρέφοντας στο σπίτι μου, μια δόση καθημερινής περιπέτειας. Περπατούσα, ως συνήθως, σκυφτός στο απέναντι πεζοδρόμιο, ρίχνοντας αποτυχημένα διακριτικές ματιές προς τα εκεί, με τον φόβο της συνάντησης να μεταμορφώνεται πότε σε λαχτάρα και πότε σε αηδία· τότε ήταν που είδα το ενοικιαστήριο, λίγες μέρες πριν. Από εκείνη την ημέρα δεν επέστρεψα, δεν θα είχα δικαιολογία πια να μην ελέγξω τις θυροκολλημένες πληροφορίες, και η γνώση ήταν κάτι που με τρόμαζε, προτιμούσα τις μοναχικές υποθέσεις. Και τώρα αυτό, μια ιστορία, πάντα μια ιστορία, για να νιώθει κανείς πρωταγωνιστής, καθένας, λένε, βλέπει αυτό που θέλει να δει. Έχουν δίκιο. Ίσως να αναφέρονται κυρίως στους αναγνώστες ή καλύτερα σε εκείνους που θεωρούν εαυτούς αναγνώστες. Σκέφτηκα να διαβάσω το διήγημα ακόμα μια φορά, εκεί ίσως βρεθούν οι απαντήσεις, του ζήτησα την άδεια, εκείνος χαμογέλασε και πήγε στην κουζίνα.

Ο ήρωας ερωτεύτηκε την ηρωίδα μόλις την είδε, εξαιτίας της θλίψης που φώλιαζε στο βλέμμα της, έτσι έγραφε, και εγώ πίστευα πως μπορούσα να αντιληφθώ το ακριβές συναίσθημα και να εικονοποιήσω το βλέμμα, προσαρμοσμένο προφανώς σε εκείνη, αν και δεν ήξερα, παρά πολύ αργότερα, πως ήταν εκείνη η θλίψη που με μαγνήτισε από την πρώτη στιγμή, εντούτοις μου φαινόταν κάπως πομπώδης η χρήση του ρήματος φωλιάζω, και το σημείωσα αχνά, με μολύβι, στο προνοητικά ευρύχωρο περιθώριο της εκτύπωσης. Πάντοτε την αχόρταγη πρώτη ανάγνωση ακολουθεί η πιο συγκρατημένη δεύτερη, της επιμέλειας και των ενστάσεων, των διορθώσεων, των: εγώ θα το έκανα έτσι. Και γιατί τον χώρισε έτσι ξαφνικά; Τον ρώτησα όταν μπήκε πάλι στο δωμάτιο. Γιατί, είπε, αφού πρώτα κάθισε στον καναπέ και άναψε τσιγάρο, δεν υπήρχε πια κάτι άλλο πάνω του για να αλλάξει, τον είχε φέρει στα μέτρα της, όμως δεν έπαυε να είναι απλώς ένα πιστό αντίγραφο του αυθεντικού, και η ομοιότητα, αντί για έλξη, είθισται να δημιουργεί αποστροφή. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, έτσι;

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν υπάρχει άλλος χρόνος - Andrea Carraro





Είπα: Για κάποιον λόγο, προς το παρόν άγνωστο, ταυτίζομαι με τους μεσήλικες εκείνους άντρες οι οποίοι είδαν τη ζωή τους, έστω και από ασήμαντη αφορμή, να ανατρέπεται. Εκείνος σχολίασε: να το προσέξεις αυτό.   

Οι λογοτεχνικοί μεσήλικες, στο μυαλό μου, αρχικώς φορούσαν πάντα γυαλιά ηλίου με χοντρό, κοκάλινο σκελετό, ανεξάρτητα από την μόδα της κάθε εποχής, ακόμα και κάτω από τον καυτό ήλιο του Μεξικού. Δύσκολο να υπάρξει νέο τύπωμα επί της μορφής του Mastroianni στο 8 1/2. Πολλά χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε ένας άντρας μόνος, ο Colin Firth, με γυαλιά μυωπίας, για να διακρίνεται διαρκώς, θαρρείς, αυτή η παραιτημένη θλίψη στα μάτια του. Αυτός ενσαρκώνει πλέον τον ρόλο. Οι ήρωες αυτοί συνεχίζουν να έχουν κάτι το ιταλικό για μένα. Ο Fellini θα "φταίει".

Η ρουτίνα που πηγάζει από την σταθερότητα, εκ του μακρόθεν τουλάχιστον, κρίνεται αυστηρά, όμως, αργά και σταθερά, παρά τις εξάρσεις και τις "νεανικές" ανησυχίες, έρχεται στο προσκήνιο ως φυσιολογική εξέλιξη. Η παραίτηση και η ανατροπή δεν περιλαμβάνονται στα βαφτισμένα θετικά της ζωής αυτής -της δικής σου ζωής- γι' αυτό και σπανίως λαμβάνονται σοβαρά υπ' όψιν. Όχι;

Διαβάζω στο οπισθόφυλλο: Η ζωή του Πάολο Λουτσάνι, ενός επίδοξου συγγραφέα γύρω στα σαράντα που ζει με τη σύζυγό του και τον γιο τους σε μια συνοικία της Ρώμης. Μετά τον θάνατο του πατέρα του πέφτει σε βαθειά κατάθλιψη. Σας εξήγησα ήδη νομίζω γιατί αποφάσισα να διαβάσω το Δεν υπάρχει άλλος χρόνος.   

Η σχέση με τον πατέρα, ο θάνατος του οποίου της αφαίρεσε την οποιαδήποτε δυνατότητα εξομάλυνσης. Η κατάθλιψη που συχνά -να μην είσαι απόλυτος, λένε, να μη λες πάντα- θεωρείται ένα καπρίτσιο του δυτικού κόσμου. Η συναισθηματική υποστήριξη που δεν λαμβάνει από τη σύντροφό του και το μονομερές δικαίωμα να ονομάσει εαυτόν θύμα -δίχως όμως να μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα: εσύ στη θέση της, τι θα έκανες; Το παιδί ως λάφυρο, η ιστορία που επαναλαμβάνεται, η φωνή του πατέρα του να επαναλαμβάνει: για εσάς μένουμε μαζί με την μάνα σου, είσαι μεγάλο παιδί, Πάολο, και πρέπει να ξέρεις. 

Ο Πάολο αναλαμβάνει την αφήγηση, επίδοξος συγγραφέας γαρ, πρωτοπρόσωπη, στιβαρή και ρέουσα, με ανατροπές και κορυφώσεις, αν και σε μερικά σημεία γλυκανάλατη και ιταλική, που όμως έλκει και συνάμα απωθεί, καθώς στηρίζεται, αναγκαστικά λόγω θέματος, στην συναισθηματική επίκληση, την οποία απαιτεί, σαν να φωνάζει πράγματα που λέγονται, αν λέγονται, ψιθυριστά, και όσο εκείνος φωνάζει τόσο μοιάζει να προσπαθεί να πείσει για τη δική του υπεροχή και αθωότητα. Και τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν.

Οι άχρωμες, μη τουριστικές, γειτονιές, στις οποίες συχνάζουν οι ήρωες, δίνουν μια αίσθηση αυθεντικού και καταγράφονται στα θετικά του μυθιστορήματος, μακριά από την πολυκοσμία και το ρωμαϊκό προφανές, όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, ο Sorrentino, στήνοντας την κάμερά του μπροστά στα πασίγνωστα, φωτισμένα μνημεία της ιταλικής πρωτεύουσας, τα κατάφερε κάλλιστα, προσφέροντας στον εξηνταπεντάχρονο Jep Gambardella τις κατάλληλες λέξεις.

Μετάφραση Αρχοντία Κυπριώτου
Εκδόσεις Ίνδικτος    

 


Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Το παιχνίδι της αντιστροφής - Antonio Tabucchi




Σπάνια, σχεδόν ποτέ, πιάνω το νήμα από την αρχή, και ας μην χάνω ευκαιρία να αναφέρομαι σε εκείνο, με ύφος, ελπίζω, όχι δασκαλίστικο ή ακόμα χειρότερα ξερολίστικο, το ελπίζω γιατί συχνά γινόμαστε εκείνο που σιχαινόμαστε, ύπουλα και αργά, ο καθρέφτης είναι μια κάποια λύση πάντως. Εκείνο που πάντα συμβαίνει, όμως, είναι η αγωνιώδης προσμονή για την επαφή αυτή, το αντίκρισμα του πρώτου βήματος εξωστρέφειας του δημιουργού, μακριά πια από τα κλειδωμένα συρτάρια και τα ύστερα φιλικά βλέμματα, τις εμμονές που παγιώθηκαν για πάντα ως τρομακτικής έντασης συγγένεια μεταξύ ημών των δύο, την εύρεση της φωνής που θα κάνει τις χιλιοειπωμένες ιστορίες μοναδικές, τον εγκλωβισμό του -οικειοθελή ή αναγκαστικό, δεν είμαι σίγουρος- στο σύμπαν εκείνο, την αρχή της ιστορίας των ιστοριών.

Το καλοκαίρι του '78 ο Αντόνιο Ταμπούκι, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών, γράφει το πρώτο διήγημα, Το παιχνίδι της αντιστροφής, ομώνυμο της συλλογής, θαρρείς και είχε βρει πια διά παντός τη φωνή του, η συνέχεια δείχνει εύκολη, όμως δεν είναι.

Όταν η Μαρία ντο Κάρμο Μενέσες ντε Σεκέιρα άφησε την τελευταία της πνοή, εγώ κοίταζα τις Meninas του Βελάσκεθ στο μουσείο του Πράδο. Ήταν ένα μεσημέρι του Ιουλίου κι εγώ δεν ήξερα ότι εκείνη πέθαινε. Έμεινα να κοιτάζω τον πίνακα μέχρι τις δώδεκα και τέταρτο, ύστερα βγήκα αργά προσπαθώντας να μεταβιβάσω στη μνήμη μου την έκφραση της φιγούρας του βάθους, θυμάμαι είχα σκεφτεί τα λόγια της Μαρία ντο Κάρμο: το κλειδί του πίνακα βρίσκεται στη φιγούρα του βάθους, είναι ένα παιχνίδι αντιστροφής·    
[Αν κάποιος με ρωτούσε ποια είναι η λογοτεχνία εκείνη που με αφορά βαθιά, θα σήκωνα τους ώμους από άγνοια, καθώς θα μου έλειπαν οι λέξεις -ναι οι λέξεις, τόσες λέξεις περί αναγνώσεων μετά- θα μπορούσα όμως κάλλιστα να του δείξω αποσπάσματα, όπως το παραπάνω για παράδειγμα, και να αντιστρέψω το παιχνίδι δίχως να έχω αποφύγει να απαντήσω με ειλικρίνεια ακριβή.]

Ίσως όμως η φράση-πυρήνας που προηγείται της κάθε αρχής να είναι η ακόλουθη:

Έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου ότι το διήγημα υπήρχε μέσα μου, μια μέρα θα το έγραφα. Θα καθόμουν, σαν σε όνειρο, στο τραπέζι, χωρίς καν να κοιτάξω το λευκό χαρτί μπροστά μου, και το διήγημα θα ανέβλυζε σαν πηγή: και τότε, ως διά μαγείας, θα άρχιζα να γράφω, και οι λέξεις θα έπαιρναν τη θέση τους στη σελίδα επίσης μαγικά, σαν να τις τραβούσε ο μαγνήτης που ονομάζεται έμπνευση.

Και η μέρα εκείνη έφτασε, κάπως διαφορετική, αλλά έφτασε για εκείνους που δεν επαναπαύτηκαν στη βεβαιότητα. Σε αυτό το πρώτο βήμα, όχι μόνο δεν θέλησε να κρύψει τις αναφορές και τις -πόσο θα ντρεπόταν τότε, πόση τιμή να το διακρίνει κάποιος- επιρροές του, αλλά επέλεξε να ονομάσει τους κατ' αυτόν μεγάλους της λογοτεχνίας, ταπεινά, ένας φόρος τιμής, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι, λογοτεχνικός και όχι αλφαβητική παράθεση σε κάποια στημένη συνέντευξη. Πρωτοστάτες της πομπής ο Φερνάντο και οι ετερώνυμοί του, λίγο πιο πίσω διακρίνονται η Γουλφ, ο Φιτζέραλντ, ο Κόνραντ, ο Σαίξπηρ, ο Καουμπάτα, η Σαγκάν, ενώ στο βάθος την πομπή ακολουθούν αρκετοί ακόμα.

Δεν ξέρω ποιον ή τι αλήθεια υποτιμώ μην αναφέροντας πολλά από εκείνα που σε ένα έργο θεωρώ προφανή, σημαντικά, σημαντικότατα, αλλά για μένα προφανή. Δεν μπορώ όμως να σταματήσω να σκέφτομαι πως μιλώντας εν προκειμένω για ένα κείμενο, ένα οποιοδήποτε κείμενο του Ταμπούκι, είναι κάπως πλεονασμός να αναφερθεί κανείς στη γλώσσα, το ύφος και την ατμόσφαιρα, χαρακτηρισμοί και όροι που δίχως τις λέξεις του συγγραφέα στέκουν κενότεροι ακόμα και ρούχων κρεμασμένων στη ντουλάπα. Ίσως όμως και να κάνω λάθος.

Τρεις τελείες επαναλαμβάνονται στις προσωπικές μου σημειώσεις, τις σχετικές με την ανάγνωση των έργων του:

α. Μουρμουριστή απεύθυνση.
 
Το συναίσθημα πως διαρκώς είσαι μάρτυρας μιας εξομολόγησης, εξόχως προσωπικής, και για το λόγο αυτό ψιθυριστής, ακόμα και στις στιγμές έντασης ο τόνος της φωνής παραμένει χαμηλός, μπάσος, προκαλώντας μικροδονήσεις.
 
β. Πατρική φιγούρα.

Μένω διαρκώς με την αίσθηση πως η σχέση με τον πατέρα είναι κάτι που τον απασχολεί έντονα, όμως, για τους δικούς του λόγους ή εξαιτίας της δικής μου υποκειμενικής πρόσληψης, δείχνει να επιθυμεί να την αφήσει στο παρασκήνιο, παρούσα μα όχι σε πρώτο πλάνο.

γ. Λατινικά δάνεια. 

Είτε γράφει στα ιταλικά, είτε στα πορτογαλικά, ο Ταμπούκι πάντα χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις, λατινικής προέλευσης, ξεχασμένες σε μια γλώσσα, ενταγμένες σε μιαν άλλη, αναζητά το γλωσσικό παιχνίδι, το οποίο εξαιτίας της συγγένειας λειτουργεί στην διαισθητική κατανόησή του.


Με λόγια δικά του θα κλείσω.

Μια μέρα συνειδητοποίησα, λόγω κάποιων απρόβλεπτων γεγονότων της ζωής, πως ένα πράγμα που ήταν "έτσι", ήταν παράλληλα και αλλιώς.



[Μιλώντας για τον Ταμπούκι στην ελληνική, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί κανείς στον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Είναι σπάνια και ευτυχής συγκυρία η ύπαρξη σχέσης τόσο στενής ανάμεσα στον  συγγραφέα και τον μεταφραστή, η οποία να εγγυάται πως η μετάφραση φέρει και την υπογραφή του ίδιου του συγγραφέα.]


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ο κινηματογραφιστής - Luigi Pirandello





Χειμώνας του '02, μάλλον, ημερολογιακά· τι την θέλεις αυτή την εμμονή με τα νούμερα και την ακρίβεια όταν γράφεις, ποτέ μου δεν κατάλαβα, είπε εκείνη ένα βράδυ, χρόνια μετά, και έμοιαζε με συμπληρωματική κατάθεση σε δικαστήριο, τότε που η αίθουσα στέκει άδεια, δίχως ούτε καν εκείνη την τρομακτική στα μάτια μου φυλή που συνθέτει το επονομαζόμενο ακροατήριο, και όμως οι αποφάσεις ακόμα λαμβάνονται, έστω και λιγότερο θεαματικά. Λες και είχε καταλάβει γιατί γράφω, την ένοιαζε απλώς να αναζητά τον εαυτό της, και μαντέψτε, πάντα τον ανακάλυπτε, όσο καλά, περηφανευόταν, και αν τον είχα κρύψει, σε ένα διφορούμενο κομπλιμέντο. Και όμως ήταν χειμώνας, εκεί που η πλειοψηφία είχε κιόλας καλωσορίσει την άνοιξη, να ξορκίσει το κρύο, σε ένα σύντομο διάλειμμα πριν αρχίσει να γκρινιάζει πως φέτος κάνει περισσότερη ζέστη, τέτοιο βροχερό Πάσχα δεν θυμάμαι ποτέ, άντε να έρθει το καλοκαίρι επιτέλους, και κανείς να μην κρατάει πρακτικά. Λίγο πριν ή λίγο μετά από ένα σημείο μηδέν, ίσως το πιο κοντινό στο μηδέν, τότε είχα διαβάσει τελευταία φορά Πιραντέλλο. Και Καλβίνο.

Το μυαλό ορίζει τα σημεία τομής, η αποκοπή γίνεται ξαφνικά· κλείσε τα μάτια και φαντάσου την πτώση ενός τεράστιου κομματιού πάγου στο χλιαρό για εκείνον νερό. Έτσι. Το πριν και το μετά ενώνονται, ένα χάραγμα μένει, πάντα μένει, με την απόσταση δυσδιάκριτο. Ύστερα ήρθε η Μπολώνια -με ωμέγα κύριοι, με ωμέγα-, ευτυχώς. Τους μπερδεύω αυτούς τους δύο, έλεγα. Κάποιοι γέλαγαν, η άγνοια αποτελεί, άλλωστε, προϋπόθεση βασική για να μπορεί κανείς να γελά, και η λήθη. Εγώ ζουμ δεν ήθελα να κάνω. Τους μπερδεύω αυτούς τους δύο λοιπόν.

Θα ήταν η τρίτη φορά που θα ανέβαλα -και ποιος νοιάστηκε- το αφιέρωμα στην ιταλική λογοτεχνία, κατέβασα τον Κινηματογραφιστή από το ράφι, διάβασα την πρώτη παράγραφο:

Μελετάω τους ανθρώπους στις πιο συνηθισμένες τους ασχολίες, μήπως και καταφέρω ν' ανακαλύψω σ' αυτούς εκείνο που λείπει από μένα στο καθετί που κάνω: τη βεβαιότητα. Μήπως αυτοί, τουλάχιστον, καταλαβαίνουν αυτό που κάνουν.
Και κάπως έτσι ο χρόνος πισωπάτησε και οι αντιστοιχίες βρέθηκαν, τώρα όμως έμεινα ατάραχος -αν και μάλλον πρέπει να σταματήσω να θέτω εαυτόν ενώπιον προκλήσεων- σχεδόν. Η βεβαιότητα, α!

Στη βόλτα μέχρι την κουζίνα δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σύνθεση ενός φιλιππικού ενάντια σε όλους εκείνους που δείχνουν τόσο βέβαιοι και σίγουροι, ατσαλάκωτοι υπό το βάρος της ύπαρξης, προφανώς έντυσα το κατακεραύνωμα και με προσωπογραφίες, καρικατούρες ορθότερα, μάλλον βιαστικές και χοντροκομμένες όπως εκείνες των πλανόδιων καλλιτεχνών. Τώρα που κάθησα όμως μου φαίνεται βαρετό.

Τσεκάρω τις σημειώσεις κατά την ανάγνωση, εκεί υπάρχει το απαραίτητο δεκανίκι για την υποστήριξη της ασθενούς μνήμης, μήπως και καταφέρει για μια φορά να σταθεί με αξιώσεις πλάι στο συναίσθημα, για την ισορροπία. Πάλι αφορμή για κρυψώνα βρήκα.

Ο Γκούμπιο, αφηγητής της ιστορίας, μου έφερε στον νου έναν άλλον λογοτεχνικό αλήτη, τον Γιάννη από το Θείο Τραγί. Ο Πιραντέλλο πρέπει να είναι βασική αναφορά του Σκαρίμπα. Ο Γκούμπιο, λοιπόν, αφήνει πίσω την Σαρδηνία για να περιπλανηθεί στα φώτα της μεγάλης πολιτείας. Αν ήταν κάποιος άλλος, η προηγούμενη πρόταση θα είχε ως εξής: Ο Γκούμπιο, αφήνει πίσω την φτωχή Σαρδηνία, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη Ρώμη. Όμως ο Γκούμπιο δεν σκέφτεται έτσι. Εκεί στη Ρώμη, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, ενάντια σε όλα τα προγνωστικά εκείνων που λαμβάνουν αποφάσεις με τη λογική και τις πιθανότητες, σταθμίζοντας πάντα τα υπέρ και τα κατά, και πιστεύοντας πως διαθέτουν το χάρισμα να "ακούν" τα καλέσματα της εποχής ή τα μηνύματα, δεν είμαι βέβαιος, θα βρει δουλειά ως κινηματογραφιστής. Ατάραχος, καθώς είναι, συνεχίζει να γυρίζει τη μανιβέλα ανεξαρτήτως όσων διαδραματίζονται στη σκηνή, κάτι το οποίο, όπως καταλαβαίνετε, θεωρείται τεράστιο προσόν στην βιομηχανία του σινεμά.

Δεν είναι τόσο το επάγγελμα όσο η στάση του Γκούμπιο απέναντι στα πράγματα που μου φέρνει στο νου ένα απόσπασμα, από το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος του Ναμπόκοφ, Μάτι.

Ο «θεατής» είναι το ον εκείνο, που, κυριευμένο από μια παντοδύναμη αίσθηση αδυναμίας να πράξει, περιορίζεται στο να βλέπει, να σχολιάζει αυτά που βλέπει, να τα μεγεθύνει ή να τα συρρικνώνει, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τους τρομερούς (γι' αυτόν) κινδύνους και της πλέον απειροελάχιστης πράξης.

Απόσπασμα το οποίο αποτελεί μάλλον και το άτυπο μανιφέστο αυτής εδώ της ψηφιακής γωνιάς. [Το βιβλίο του Ναμπόκοφ δεν ήταν στο δέμα που μου έστειλες πάντως.]


Ήταν η εισαγωγή, τώρα μπορώ πια να λέω: Θα διαβάσω (ξανά;) το Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες
 
  
Μετάφραση Κατερίνα Γλυκοφρύδη
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος 

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Αμετάφραστη επιστολή




Σήμερα, άντρα μου, θα παντρευτείς μιαν άλλη. Δεν γίνεται να είμαι καλεσμένη, πρέπει όμως να λάβεις ένα γράμμα από μένα. Καλεσμένοι είναι όλοι εκείνοι που μέχρι πριν από λίγο ήταν κοινοί μας φίλοι, αν και μάλλον δικοί σου παρά δικοί μου. Θα 'ρθουν λοιπόν σε σένα και θα γιορτάσουν μαζί σας, μολονότι το ξέρω, θα βρίσκονται πολλοί ανάμεσά τους που διστάζουν λίγο και δεν θέλουν τόσο γρήγορα να συνηθίσουν στην ιδέα ότι τόσα έχουν αλλάξει γύρω σου.*

Διαβάζω την παράγραφο και απογοητεύομαι, μου φαίνεται λίγη και μικρή, ξενερώνω· άλλες απαιτήσεις είχα. Μέχρι και λαϊκό άσμα μού θυμίζει. Περνάνε δύο λεπτά, μετρημένα δύο, δαγκώνω τη γλώσσα μου για όσα -έστω και άηχα- ξεστόμισα, δίχως πρώτα να αξιολογήσω την αυθεντικότητα του πόνου της. Εγώ πονάω πάντα, εσύ μάλλον υπερβάλλεις.

Αφήνω το βιβλίο στην άκρη. Αναλογίζομαι το δικαίωμα στην τελευταία λέξη, ποιος το έχει; Οι συμβάσεις του πολιτισμένου τέλους, της ευγένειας, δηλαδή του ψέματος, της απόκρυψης της αλήθειας, αν προτιμάτε. Οι συμβουλές για ξέγνοιαστο βάδισμα προς τα εμπρός πέφτουν σωρό, να μου επιτρέψετε να μείνω λίγο ακόμα καθισμένος.

Γυρίζω σπίτι με μία και μόνη επιθυμία: να ψάξω για εκείνο το γράμμα. Για κάποιο λόγο, κόντρα σε κάθε στατιστική απεικόνιση, έχει επιζήσει όλων των μετακομίσεων δέκα χρόνια τώρα. Τα φύλλα είναι ακόμα διπλωμένα στα τρία. Καθαρογραμμένο με μαύρο μαρκαδοράκι, που το μελάνι του όμως είναι πιο ισχυρό από το χαρτί και το διαπερνάει. Ξαπλώνω στον καναπέ, δεν είμαι χαλαρός.

Γράφω ένα γράμμα για σένα. Ένα γράμμα που ίσως να μην διαβάσεις ποτέ. Γράφω αυτό το γράμμα τώρα, πριν είναι αργά, πριν σε μισήσω. Ναι φοβάμαι, φοβάμαι πως θα ξημερώσει μια μέρα που θα σε μισώ, έτσι όπως μισούν όσοι κάποτε νόμισαν πως αγαπούν. Εσύ πρωταγωνιστείς και δεν είσαι πια εδώ. Είσαι ό,τι με κράτησε εδώ πριν τα πρώτα κρύα και τώρα με διώχνει μακριά. 

Έτσι ξεκινούσε, χρόνος παρελθοντικός, τώρα πια δεν έχει λόγο ύπαρξης, δεν θα έπρεπε να έχει λόγο ύπαρξης, έκθεμα μουσειακό, αρκετές σελίδες που αποδεικνύουν τα δικά της λάθη και υπερθεματίζουν τα δικά μου ορθά, εγω-ωραιοπάθεια, κι όμως εγώ το ανασύρω και το περιφέρω, με το διήγημα του Στράους για αφορμή, δέκα χρόνια μετά, τουλάχιστον δεν υποτροπιάζω στο δεύτερο ενικό, ακόμα.

Και τώρα μπορώ πάλι να επιστρέψω, να διαβάσω την πρώτη παράγραφο, να σκάσω και να ακούσω προσεχτικά τι έχει να πει εκείνη.




*Botho Strauss, Κανένας άλλος, μτφρ Λευτέρης Αναγνώστου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια   

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Με λυμένο χειρόφρενο - Μάρτυ Λάμπρου




Ήμουν κρατημένη απ' το μπράτσο του καθίσματος. Η νταλίκα μας έπαιρνε στροφή για το λιμάνι της Πάτρας, αλλά ερχόταν από απέναντι άλλος νταλικέρης με φορτίο νοβοπάν "μπαλαούρο", δεμένο με ιμάντες που λάσκαραν. Ο πατέρας μου έκοψε τέρμα το τιμόνι, καβαλώντας το πεζοδρόμιο. "Παρά τρίχα, Σωτήρη, πάνω στο βιράζ ν' αγκαλιαστούμε με το συνάδελφο. Πάω τελωνείο."

Η Σωτηρία ανεβαίνει για πρώτη φορά στο φορτηγό ως συνοδηγός, έχει μόλις τελειώσει την έκτη δημοτικού, προηγήθηκε ένας έντονος καβγάς ανάμεσα στους γονείς της με το θόρυβο της μηχανής του φορτηγού για ηχητικό χαλί·ελικώς επικράτησε ο Στράτος. Ανέβα Σωτήρη, φύγαμε, φωνάζει, Σώτη μπαμπά, παραπονιέται εκείνη, Σώτη. Το ταξίδι ξεκινά.

Η σχέση πατέρα-κόρης βασιζόταν στην απουσία, εκείνος έλειπε πάντα σε κάποιο ταξίδι, η αμηχανία αργεί να υποχωρήσει, τόσα χρόνια απόστασης και άγνοιας του ενός για τον άλλον είναι δύσκολο -αν όχι ακατόρθωτο- να ξεπεραστούν. Οι δυσκολίες του δρόμου όμως επιφέρουν την ποθητή τριβή, οι στιγμές αδυναμίας δεν μπορούν να κρυφτούν, πατέρας και κόρη πλησιάζουν, γνωρίζονται.   

Μια ματιά σε έναν κόσμο σχεδόν άγνωστο, παρότι τόσο κοντινό με τους δικούς του κώδικες συμπεριφοράς, τη μοναξιά των χιλιομέτρων, το άγχος της προθεσμίας, τους σταθμούς ανάπαυσης, την αναμονή κατά τη διάρκεια της φόρτωσης/εκφόρτωσης. Μια μικρογραφία τελικώς της κοινωνίας, με τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, τη δύσκολη επαφή με το ξένο και το διαφορετικό, αλλά και την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, την ελπίδα.

Ιδιότυποι ταξιδευτές, στα περιθώρια των πόλεων, τα ορισμένα όπως τις περιφερειακές οδούς, δίχως φωτογραφίες μπροστά από τουριστικά αξιοθέατα, απαλλαγμένοι από την υποχρέωση του σουβενίρ. Την ώρα που οι υπόλοιποι ονειρεύονται τη φυγή, εκείνοι μόνο το σπίτι τους σκέφτονται, αν και από το μικρόβιο του δρόμου είναι μάλλον αδύνατο να απαλλαγεί κανείς.

Διήγηση πρωτοπρόσωπη, στακάτη, στο ρυθμό των χιλιομέτρων που αφήνει πίσω της το φορτηγό, μερικώς παρμένη, θαρρείς, από τις σελίδες ημερολογίου εκείνου του μικρού κοριτσιού, εμπλουτισμένη στο σήμερα από ξεθωριασμένες αναμνήσεις, ύστερες σκέψεις και βιώματα, σε ένα συνδυασμό που λειτουργεί προσδίδοντας μια ζηλευτή αυθεντικότητα στο κείμενο. Το σίμωμα πατέρας κόρης θα αναδείξει άγνωστες πτυχές του οικογενειακού παρελθόντος, συνυφασμένου άρρηκτα με το ιστορικό πλαίσιο, έτσι προστίθεται η απαραίτητη εξωστρέφεια στο κείμενο και χώρος για μια κοινωνικοπολιτική ματιά στην Ελλάδα των τελευταίων τριάντα ετών.

Όμως, είναι το νεύρο στη γραφή της Λάμπρου, ευδιάκριτο και παρόν από τις πρώτες γραμμές, εκείνο που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, έλκει και εμπλέκει τον αναγνώστη σε αυτή την ιδιαίτερη ιστορία ενηλικίωσης.

Το σημαντικότερο ήταν που το επιδίωξα. Που πίστεψα στον εαυτό μου ότι μπορώ να την κουμαντάρω. Έτσι αρχίζεις μια υπέρβαση, πρώτα απέναντι στον εαυτό σου. Με μικρές κινήσεις, όπως μου είπε ο πατέρας μου, με κόψιμο πριν από τις στροφές και γκάζια αφού τις πάρεις.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Κέδρος



 

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αναμνήσεις από το ρετιρέ - Γιώργος Λαμπράκος




Ύστερα από εντολή της Υπηρεσίας Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του Μανόλη Αλεξανδράκη, τρεις μήνες μετά τον θάνατό του. Στην οθόνη του υπολογιστή του βρισκόταν το παρακάτω κείμενο.

Πρέπει να προλάβω να γράψω την ιστορία της ζωής μου, γράφει ο Μανόλης στην πρώτη πρόταση του κειμένου που ανακάλυψαν, μετά την έφοδό τους, οι αστυνομικοί και, λίγο πριν το αρχειοθετήσουν, το ονόμασαν, Αναμνήσεις από το ρετιρέ, μήνυμα που άμεσα μεταφράζεται: θέλω να διαβάσεις την ιστορία της ζωής μου· και πώς να αρνηθείς. Τουλάχιστον αρχικά, ο καθένας -θα έπρεπε να- έχει το δικαίωμα να διηγηθεί την ιστορία του. Διαφωνείς;

Είναι το πάθος και η λαχτάρα της κάθε απλής λέξης, που προσδίδουν το προσωπικό· και το πρωτοπρόσωπο της αφήγησης βέβαια, αλλά κυρίως το πάθος, η ανάγκη του γράφοντος να καταθέσει και να υπερασπιστεί τα έργα και τις ημέρες του, και στις αναμνήσεις του Μανόλη το πάθος ξεχειλίζει παρά την σκληρή προσπάθεια να δαμάσει το χάος, να τοποθετήσει σε σειρά τις σκέψεις, να αξιολογήσει, υπό το βάρος της αντίστροφης μέτρησης, την σημαντικότητα όσων έχει να διηγηθεί, αφήνοντας έξω το περιττό και το αχρείαστο, να μην χάσει το δρόμο του στα ατελείωτα σταυροδρόμια του πριν και του μετά, σύνθεση απαραιτήτως χρονική, καθώς πρόκειται για την ιστορία της ζωής του, υπακούοντας σε έναν εσωτερικό ρυθμό, πυρετικό, που περισσότερο μοιάζει με ριπή παρά με οτιδήποτε άλλο.

Εναλλακτικός τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι: Το μανιφέστο της μονάδας.

Κατά βάθος είμαστε όλοι μονάδες. Όμως ο πολιτισμός μάς έχει κάνει να πιστεύουμε πως δεν είμαστε μονάδες. Ο πολιτισμός καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να δημιουργήσει κάθε είδους σχέση, επαφή, επικοινωνία. Στόχος μου είναι να καταβάλλω κάθε προσπάθεια προκειμένου να καταστρέψω κάθε είδους σχέση, επαφή, επικοινωνία.

Μια μεταεφηβική οργή διαπερνά το κείμενο, μία εμμονή στο ασυμβίβαστο, στην ευθεία αντιπαράθεση με τους τοίχους που υψώνονται στη διαδρομή. Σε κάποια σημεία ο "ώριμος" αναγνώστης ίσως να ενοχληθεί, το γιατί όμως δεν είναι ξεκάθαρο και αυτό θα συνεχίζει να τον τριβελίζει παρά την φαινομενική βεβαιότητα των εξωτερικών του αντιδράσεων. 

Αναπόφευκτα στο νου, και σε αντιδιαστολή με το ρετιρέ, ακόμα και με εκείνο το μόνο κατ' όνομα ρετιρέ της μονοκατοικίας, έρχεται το ντοστογιεφκικό (ημι-)υπόγειο. Εδώ, στη θέση του παραθύρου στο ύψος του δρόμου, ο αφηγητής "έρχεται σε επαφή" με τον κόσμο μέσω του ψηφιακού αντιστοίχου του, το διαδίκτυο, στην επιφάνεια των πραγμάτων, δίχως καμία εμβάθυνση, εκεί που κατά τον αφηγητή υπάρχει όλη η ουσία. Μια δυστοπία παρούσα στο σήμερα και όχι τοποθετημένη, ως είθισται, σε κάποιο απώτερο μέλλον, πορευομένη από μία εσωτερική ανάγκη για μοναδικότητα, που μάχεται υπέρ της αποξένωσης και ενάντια σε κάθε μορφής συνάντηση, μετατρέποντας σταδιακά το λόγο από αυτοβιογραφικό σε αποστολικό. Στοχασμοί, κρίσεις και αφορισμοί, παρεμβάλλονται, ενσωματώνονται και συνυπάρχουν στην αφήγηση, όχι ιδιαιτέρως αρμονικά. Ευτυχώς. Ναι, ευτυχώς.

Και κάπως έτσι εκείνο που αρχικώς είχε τον τίτλο: Δικαίωμα του καθενός στην διήγηση της προσωπικής του ιστορίας, μετατρέπεται σε Επιθυμία του δέκτη να φτάσει μέχρι το τέλος.


Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Θυμάμαι - Βασιλική Πέτσα




Ένας φόνος σε ένα μικρό χωριό. Η Φανή και η Κάτια, δυο ανήλικες κοπέλες, είναι οι θήτες.
Τις είδα να κατευθύνονται προς το μέρος μου πιασμένες χέρι χέρι. Ίδιο ύψος, ίδιο μήκος μαλλιών, ίδιο βάδισμα. Σαν το παιχνίδι με το χαρτί, που το διπλώνεις, το κόβεις έπειτα στις γωνίες που πρέπει, το ανοίγεις και ξεδιπλώνονται μπροστά σου οι φιγούρες στη σειρά, ένα γαϊτανάκι. Έτσι μοιάζανε, σιαμαίες.
Μαρτυρία πρώτη. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμα. Εκτός της Φανής και της Κάτιας, κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη, και, κυρίως, ποιο ήταν το ακριβές κίνητρο, αν υπήρξε. Το καρουζέλ μαρτυριών αποκαλύπτει σταδιακά κάποιες λεπτομέρειες, οι περισσότερες φανταχτερές μα ανούσιες, ελάχιστες ξεφεύγουν από την τάση για κουτσομπολιό. Στις κοπέλες αντιστοιχεί ελάχιστος τόπος στη σύνθεση αυτή, γεγονός που δεν αποτελεί κάποια ιδιαίτερη συγγραφική επιλογή, μα πραγματικότητα, βαθιά ριζωμένη πολύ πριν την επικράτηση της δήθεν πολυφωνικής κουλτούρας των μέσων ενημέρωσης.

Η σιωπή της Φανής τρομακτική.

Μικρή σημασία στη νουβέλα της Πέτσα έχουν οι σχετικές με το έγκλημα λεπτομέρειες, δεν εστιάζει εκεί, παρά μόνο φαινομενικά, λόγω του ευρήματος στην αφήγηση, με την τοποθέτηση του αναγνώστη στο γραφείο του ανακριτή και την παρέλαση δεκάδων μαρτύρων, καθένας εκ των οποίων συνεισφέρει τη δική του γνώση, μην παραμελώντας βεβαίως να την εμπλουτίσει με τη γνώμη του. Εκείνο είναι που έχει άλλωστε σημασία για τη συγγραφέα· η ασφυκτική πραγματικότητα της μικρής κοινωνίας -ως πεπερασμένο μοντέλο μελέτης- χτισμένη σε μια σαθρή ανεκτικότητα και κρυμμένη καλά πίσω από χαμόγελα οδικής διασταύρωσης. Εκ των υστέρων όλοι ήξεραν, και τώρα περιμένουν, όχι και τόσο καρτερικά, στη σειρά τους, να πιάσουν την πέτρα στα χέρια τους, και να τη ρίξουν. Δεν έχει σημασία η αφορμή.

Η σιωπή της Φανής τρομακτική.

Αυτή η ατμόσφαιρα και η ουσιαστική θεματική στόχευση είναι που αφαιρεί εντελώς την αρνητικότητα του επιθετικού προσδιορισμού "τεχνικό" από τη νουβέλα. Ο φόνος, βλέπετε, αποτελεί απλώς την αφορμή και τη χρονική σήμανση που ορίζει το πριν και το μετά μιας τυχαίας κοινωνίας, φέρνει στην επιφάνεια το πάντα τελικά. Σκέφτομαι το λογοπαίγνιο με τον όρο μετά-αστυνομικό, πόσο ακριβές μοιάζει, ίσως σαν αίσθηση περισσότερο, σαν παιχνίδι του μυαλού, και ίσως να αποτελεί το πραγματικό εύρημα της συγγραφέως, που παρασέρνοντας, αναπόφευκτα, τον αναγνώστη στον δρόμο της αποκάλυψης, τον παγιδεύει τελικά σε αυτό το μικρό χωριό. Και αν κάποιες στιγμές το στυλ επισκιάζει την ιστορία, μικρή σημασία έχει, όχι γιατί πρόκειται για έργο πρωτόλειο αλλά γιατί είναι σημαντικό ό,τι κάνει κανείς να το κάνει με στυλ.
  
Η σιωπή της Φανής τρομακτική.


Εκδόσεις Πόλις


 


Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

I want to hold your hand





Φέτος, πρώτη φορά, την απουσία μου εκτός Αθήνας συνόδευσε ένας φόβος, υπόγειος και με επιλεκτικές εμφανίσεις, αλλά όπως κάθε φόβος διαρκώς παρών. Φόβος, πως θα γυρίσω σπίτι και κλέφτες θα έχουν διαρρήξει την πόρτα, φόβος αστείος για όποιον έχει δει το σπίτι μου, αλλά ανατριχιαστικός για όποιον βίωσε μια τέτοια εμπειρία. Εικόνα που σταματούσε εκεί, στην παραβιασμένη πόρτα.

Ευτυχώς, εμφανίστηκε ενώ καθόμουν ήδη στο γραφείο μου και επέμενα να ψάχνω για το κινητό στην τσάντα, βρήκα ένα σωρό πράγματα, ας όψεται η οικολογική μου συνείδηση, η σακούλα γέμισε ως τιμωρία της στιγμής, έβαλα ξανά τα παπούτσια, κατέβηκα μέχρι τον κάδο. Σκέφτηκα: δεν πάω μια βόλτα; Το ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων με είχε χαροποιήσει άλλωστε, έως και δέκα βαθμούς θα έπεφτε η θερμοκρασία σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες, κάτι ήταν κι αυτό. Η Αθήνα ήταν άδεια, αλλά αυτό το έχουν ήδη πει άλλοι, οπότε το ξέρετε.

Σκεφτόμουν το καλοκαίρι, που δεν ήταν όπως θα ήθελα να είναι, αλλά: α) πώς θα ήθελα να είναι, και β) πότε ήταν κάτι όπως κάποιος θα ήθελε να είναι; Δυσκολίες αντικειμενικές, για τις οποίες όλοι μιλάνε και ας μην τις βιώνουν πραγματικά, αραχτοί μέσα σε μια φούσκα σκληρόπετση που ακόμα να διαρραγεί, καραμέλα επαναληπτική και άνοστη να γυρίζει από φιλί σε φιλί στα μεγάλα στόματα. Αλλά και δυσκολίες προσωπικές, για τις οποίες αρκετοί μιλάνε, τίμημα της μικρής δημοσιότητας ή του υψηλού δείκτη ευαισθησίας στο κοινωνικό σχόλιο του "κύκλου μου". Αλλά δεν ήταν άσχημα, τουναντίον, ήταν όμορφα και σας ευχαριστώ, ξέρετε εσείς.

Και η Αιόλου ήταν άδεια, μέχρι την Κολοκοτρώνη, ύστερα άρχιζε το τζέρτζελο, σκέφτηκα πως δεν ήταν καλή ιδεά να πάω προς το Θησείο, έστριψα αριστερά. Με σταματά ένα ζευγάρι, Ελβετοί, μου ζητάνε οδηγίες για το ξενοδοχείο τους, ο χάρτης δεν τους βοηθά, να πάτε να πνιγείτε τους απαντώ, λεφτά έχετε να πάρετε ταξί, με κοιτούν έκπληκτοι, μάλλον θα φταίνε τα αγγλικά μου, σκέφτομαι, τους χαμογελώ, το ξενοδοχείο είναι λίγο πιο πάνω. -Και πώς ήξερες, ρε παλικάρι, ότι είναι Ελβετοί, μου σχολιάζει ο επιμελητής πικρόχολα. Να μην σε νοιάζει του απαντώ, ύστερα το μετανιώνω, δεν πήγε όλο το καλοκαίρι πουθενά ο φτωχός-. Ζουν στην Ισπανία, μαθαίνω, και τότε γιατί δεν μιλάμε ισπανικά, τους λέω και συμφωνούν. Δεν είχαν τόσα λεφτά αλλά μια μπύρα την ήπιαμε, είπα να τους κεράσω, είπαν πως είναι δύο, δεν είχα απάντηση στο επιχείρημα αυτό, όπως απάντηση δεν είχα ούτε στην παρατήρησή τους για την έντονη παρουσία (sic!) της αστυνομίας. Έχουν σφαίρες τα όπλα τους; με ρώτησαν.

Ήταν Τρίτη βράδυ και ανέβαινα μια Θεμιστοκλέους έρημη. Σκέφτηκα την πιθανότητα δεύτερης μπύρας, όχι με τους Ελβετούς, αλλά με κάποιον φίλο. Τεχνολογικό αδιέξοδο. Γύρισα σπίτι, η πόρτα ήταν παραβιασμένη, όχι ακριβώς παραβιασμένη αλλά διαφορετικά κλειδωμένη, αγριεύτηκα, ακόμα και τώρα, μέρες μετά που γράφω αυτές τις γραμμές, ανατριχιάζω. Πίστευα πως αν κάποτε βρισκόμουν σε ένα αντίστοιχο σκηνικό θα μου έπαιρνε υπερβολικά πολύ χρόνο να αποφασίσω να μπω ή όχι, στην πραγματικότητα απλώς μπήκα. Το φως του δωματίου αναμμένο, από το μπάνιο ήχος νερών που πέφτουν, κάποιος έκανε ντους, το κλειδί έκρυβε την όποια θέα. Εκείνη βγήκε από το ντους.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Εκείνη τα υπολόγισε τέσσερα και με πλήγωσε, ήταν τρία. Όταν της το επισήμανα είπε: ναι σωστά, έχεις δίκιο, είχα ξεχάσει εκείνο το καλοκαίρι. Ήταν όμορφο να είμαστε πάλι εδώ, μαζί, στο σπίτι μας, τρία χρόνια μετά, να μου λέει τις ιστορίες από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, σαν να μην είχε περάσει μια μέρα από εκείνο το Σάββατο του γάμου μας. Σου έχω ένα δώρο, μου είπε, ένα διήγημα. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε το τετράδιο της, πάντα το ίδιο, μαύρο δίχως διαγράμμιση, κάποτε θυμόμουν και το νούμερο της σειράς. Είναι η ιστορία των καλοκαιρινών σου διακοπών, μου είπε, και ξέρεις ποιος είναι ο τίτλος;, ανασήκωσα τους ώμους ψελλίζοντας: μπο. Ο Τσίρος στο Μον Ρεπό! και έσκασε στα γέλια.