Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Τις μικρές ώρες - Χαρούκι Μουρακάμι




Μπροστά μας έχουμε τη νυχτερινή όψη της πόλης. Βλέπουμε την εικόνα της από ψηλά, όπως θα την έβλεπε ένα νυχτοπούλι που πετάει στον ουρανό. Πλαισιωμένη από τον πλατύ ορίζοντα, η πόλη μοιάζει μ' ένα γιγάντιο ον, με το σύνολο ενός σύνθετου οργανισμού που απαρτίζεται από πολλούς μικρότερους. Αμέτρητα αιμοφόρα αγγεία επεκτείνονται μέχρι τις άκρες του αόρατου σώματός της, αντικαθιστώντας αδιάκοπα τα κύτταρα: στέλνουν νέες πληροφορίες, συλλέγουν τις παλιές· νέα αναλώσιμα συλλέγουν τα παλιά· νέες αντιφάσεις συλλέγουν τις παλιές.

Ένα κινηματογραφικού στυλ μονοπλάνο, με έντονη την επιστημονική ποιητικότητα, στην οποία συχνά -και κυρίως στα πρώτα έργα του- αρέσκεται ο Μουρακάμι, οδηγεί τον αναγνώστη από την πανοραμική θέα της μεγάλης πόλης (βλ. Τόκιο), με τα εκατομμύρια φώτα και τον βαρυφορτωμένο με ουρανοξύστες αστικό ορίζοντα να επιβάλλει τη σιωπή και το δέος, στο τραπέζι του εστιατορίου Denny´s, όπου η Μαρί κάθεται μόνη της και διαβάζει ένα ογκώδες βιβλίο, λίγα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα.

Ύστερα, ο Τακαχάσι θα μπει με την σειρά του στο εστιατόριο, επιθυμώντας να φάει κάτι πριν την ολονύχτια πρόβα με την μπάντα στη οποία παίζει τρομπόνι. Θα αναγνωρίσει την Μαρί, είχαν βγει, πάει καιρός, σε ένα διπλό ραντεβού, οι δυο τους ήταν οι κομπάρσοι, ο φίλος του και η αδερφή της ήταν οι πρωταγωνιστές. Θα κάτσει στο τραπέζι της δίχως να την ρωτήσει. Kάπου στο βάθος ακούγεται το τζαζ κομμάτι, Five spot after dark.   

Η αδερφή της, η Έρι, πάσχει από μια σπάνια και μάλλον ανεξήγητη ασθένεια, κατά την οποία διαρκώς κοιμάται. Και είναι ακριβής γλωσσικά η χρήση της λέξης ασθένεια, αναφερόμενη σε ένα σώμα δίχως το απαραίτητο σθένος για να σταθεί και όχι προσβεβλημένο από κάτι, γι' αυτό και ιατρικώς ανεξήγητη. Ο αφηγητής μάς οδηγεί στην κάμαρά της, στη μέση της νύχτας, εκεί που μόνο φαινομενικά όλα είναι ήρεμα και στάσιμα.

Η Μαρί πάντοτε ζούσε στην σκιά της ομορφιάς της αδερφής της, ήταν η άτυχη στη ζαριά των γονιδίων, αναγκαστικά πήρε το ρόλο του πνεύματος, εκείνος ήταν ο μόνος που περίσσευε, μαζί με αυτόν τον ρόλο φορτώθηκε και το βάρος από σχόλια και υποθέσεις του περίγυρου, συμπεράσματα σχετικά με τα συναισθήματά της, με τον καιρό σαράκι στην αυτοπεποίθησή της. Δεν υπάρχει, μάλλον, χειρότερο συναίσθημα από το να νιώθεις άσχημος, μη ποθητός ή αδιάφορος. Και όλα αυτά εξαιτίας μιας σύμπτωσης, μιας γειτνίασης που επιβάλλει τη σύγκριση, την άχρηστη και άσκοπη σύγκριση.
 
Το πρώτο πληθυντικό της αφήγησης, ένα ιδιότυπο voice over με χαρακτήρα σκηνοθετικής οδηγίας, αρχικώς ξενίζει και ίσως καταπιέζει την ανεξάρτητη φύση του αναγνώστη, όμως σύντομα ο αφηγητής αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο, μην διστάζοντας να μιλήσει για λογαριασμό μας και να διατάξει, όταν το κρίνει απαραίτητο, οδηγώντας μας εκεί που εκείνος επιθυμεί, σε μια επίδειξη δύναμης και βεβαιότητας, υπνωτίζοντας τις αισθήσεις και βυθίζοντάς μας σε αυτό το απόκοσμο σκηνικό που συνθέτει.

Πρέπει να παραδεχτεί κανείς πως ακόμα και στις πλέον αδύναμες στιγμές του, και ναι, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι αδύναμο συγκρινόμενο με την υπόλοιπη βιβλιογραφία του, ο Μουρακάμι έχει το ταλέντο να καθηλώνει, ακόμα και όταν για τους δικούς του λόγους επιλέγει να είναι αφαιρετικός και ολιγαρκής, ποντάροντας σε ένα σίγουρο γι' αυτόν χαρτί, την ατμόσφαιρα· και ποιο καλύτερο σκηνικό άραγε από το μεταμεσονύχτιο Τόκιο;



υ.γ Περισσότερο από όλα τα έργα του μου έφερε στο νου ένα από τα πρώτα του, Σκληρή χώρα των θαυμάτων και το τέλος του κόσμου.

υ.γ2 Δεν το θεωρώ κατάλληλο για έργο γνωριμίας με τον Μουρακάμι, απευθύνεται μάλλον σε δηλωμένους θαυμαστές του.

υ.γ3 Η δεύτερη ανατύπωση διόρθωσε την ατυχή επισήμανση της πρώτης έκδοσης, Υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ.

     
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Μαρία Αργυράκη
Εκδόσεις Ψυχογιός


Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

En duva satt på en gren och funderade på tillvaron (2014)




Η καινούρια ταινία του Ρόι Άντερσον, Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί, συλλογιζόμενο την ύπαρξή του, προβάλλεται στους κινηματογράφους. Ποντάρισμα σίγουρο, προσδοκίες δικαιολογημένες, προσμονή. Δευτέρα βράδυ σινεμά.

Στην εποχή που η λέξη παραγωγικότητα γνωρίζει το ύψιστο μέχρι το επόμενο απόγειο της κενής δόξας της, ταιριάζοντας σε καταστάσεις μέχρι πρότινος ξένες προς αυτή, γυμνωμένη από οποιαδήποτε ίχνη εργατικότητας και επιμονής, που ίσως διέθετε κάποτε, λήμμα κυρίαρχο της οικονομικής ορολογίας, προσόν απαραίτητο στη βιομηχανία του θεάματος, μετρήσιμη όπως ο κάθε ψυχρός συντελεστής. Στην εποχή αυτή, λοιπόν, υπάρχουν, εξαιρέσεις του κανόνα, δημιουργοί, όπως ο Ρόι Άντερσον εν προκειμένω, που αφήνουν τον χρόνο να μεσολαβήσει ανάμεσα σε κάθε ταινία, και επανερχόμενοι αφήνουν το προσωπικό στίγμα τους ξανά καθαρό επικρατώντας της λήθης, διαψεύδοντας όσους ισχυρίζονται πως το φιλοθεάμον κοινό πάσχει από μνήμη ασθενή και πλήθος ερεθισμάτων. Μία ταινία κάθε εφτά χρόνια, σκηνοθετεί ο Σουηδός, αλλά τι ταινία.

Κάθε καλοκαίρι, στα πλαίσια του Ταινιοράματος που οργανώνει το Άστυ, περνώ μια βόλτα να δω ξανά, ακόμα μια φορά, είτε τα Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο, είτε το Εσείς οι ζωντανοί, είτε και τα δύο, για να βρεθώ πάλι σε αυτό τον ανοίκεια γνώριμο κόσμο του Άντερσον, όχι για να καταλάβω, μα για την επαναβίωση της οπτικής εμπειρίας, το αργό βύθισμα στα σταθερά κάδρα, με τη διάθεση για γέλιο ηχηρό να πνίγεται στη θλίψη. Την ικανότητά του να παραμερίζει την ανάγκη για λογική επεξήγηση του συναισθήματος, την υποχρέωση της μαθηματικής απόδειξης, την ικανότητά του αυτή απολαμβάνω κάθε φορά.

Αυτή την ελευθερία ένιωθα όταν βγήκα από την αίθουσα με την επιθυμία για επανάληψη κιόλας παρούσα και το μοτίβο των τηλεφωνικών συνομιλιών να δημιουργεί μια παραμορφωμένη ηχώ στην άδεια Αθήνα: Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά. Είπα πως χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά.

 
Ήταν μια κρύα βραδιά, ίσως η πιο κρύα ως τώρα.


Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Σύρε καλέ την άλυσον - Γλυκερία Μπασδέκη

(Ετούτη τη φορά τα λόγια ανήκουν στη δημιουργό, δικά μου, άξια, δεν βρήκα. Και το Σάββατο δεν μπόρεσα να είμαι εκεί. Γαμώτο.)




Μ' αρέσει που συζητάμε πολιτισμένα


θα σε σκοτώσει
το τσιγάρο ( είπες )

το τραμ Πατήσια - Λάρισα
το νι πριν τα φωνήεντα
το ασετόν, οι λάμπες αλογόνου,
ένας φαντάρος Κώστας
απ' τον Έβρο (είπα)

θα με σκοτώσει επίσης
                        

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

η γιορτή της ασημαντότητας - Milan Kundera




Σημασία, συχνά, έχει ποιος διηγείται την ιστορία, η σαγήνη κρύβεται στα πλέον προφανή μέρη, αρκεί να μπορεί κανείς να τη δείξει.

Εικόνα πρώτη, δεκαπέντε χρόνια πριν· στέκομαι πελαγωμένος στο υπόγειο βιβλιοπωλείο, δεν ξέρω από πού να πιάσω το νήμα, το όνομα Κούντερα το έχω ακούσει ξανά, μάρτυρας σε τυχαίο διάλογο, σε τόνο κοροϊδευτικό: Είναι κουλτουριάρης, διαβάζει Κούντερα. Αγόρασα την Ταυτότητα, δεν ένιωσα κουλτουριάρης αλλά μου άρεσε πολύ, κυρίως το συναίσθημα πως είχα διαβάσει κάτι σπουδαίο, όχι βαρύ, αλλά συμπυκνωμένα σπουδαίο. Η κρυφή χαρά της ηρωίδας για την απώλεια του βρέφους που κυοφορούσε· κάτι μέσα μου έτριξε κατά τη διαστολή.

Εικόνα δεύτερη, δύο χρόνια αργότερα· Η κυρία Ελένη προσπαθεί να με αποτρέψει από το να διαβάσω την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, δίχως να διασαλευτεί το πνεύμα φιλοξενίας. Αν το θες να το δανειστείς να το κάνεις, έλεγε, αλλά ρε παιδάκι μου ήρθατε τρεις μέρες να ξεκουραστείτε. Τελικά το δανείστηκα, το ξεκίνησα το ίδιο βράδυ, είχε δίκιο, δεν ήταν κατάλληλο για το εκδρομικό τριήμερο, αν και το βαρυσυννεφιασμένο θέρετρο θα αποτελούσε σκηνικό ταιριαστό για την ανάγνωση.  Η αίσθηση πως κάτι χάνω, γεγονός που δεν μείωσε όμως στιγμή την αναγνωστική απόλαυση, με το γύρισμα της τελευταίας σελίδας ξεκίνησα ήδη να σχεδιάζω την μελλοντική επιστροφή.

Εικόνα τρίτη, έξι μήνες μετά· Το βαλς του αποχαιρετισμού. Ο φόβος της σύλληψης και του βασανισμού τον παραλύει, και μόνο η ιδέα αρκεί για να του κοπεί η ανάσα. Ένα χάπι είναι η λύση, ένα θανατηφόρο χάπι είναι εκείνο που του επιτρέπει να απολαύσει τη ζωή, η δύναμη πως είναι εκείνος που ελέγχει τη μοίρα του. Η αυτοκτονία ως πηγή ζωής, παρατεταμένο τρίξιμο, η ιδέα επιβάλλεται πλήρως της μνήμης και ενσωματώνεται στο εγώ.

Στο τέλος της αναγνωστικής μου εφηβείας είχα διαβάσει το σύνολο σχεδόν του έργου του. Με τα χρόνια επανήλθα για να καλύψω το κενό της συγγραφικής του σιωπής με επαναλήψεις, δεν μου αρκούσε, επιθυμούσα μια καινούρια διήγηση, Η γιορτή της ασημαντότητας ήταν μια τεράστια έκπληξη, απέφευγα να το σκέφτομαι αφήνοντας νέες εκδόσεις και ανακαλύψεις να με παρασύρουν, οι φήμες για την οριστική έκδοση των απάντων του αποτελούσαν μια αιωρούμενη τελεία.

Ήταν Ιούνιος, ο πρωινός ήλιος έβγαινε μέσα απ' τα σύννεφα, και ο Αλαίν περπατούσε αργά σ' έναν παρισινό δρόμο. Παρατηρούσε τα νεαρά κορίτσια, που έδειχναν όλα τον γυμνό αφαλό τους ανάμεσα στο χαμηλοκάβαλο παντελόνι και το πολύ κοντό μπλουζάκι.
Η πρώτη πρόταση γεννά την οικειότητα μιας γνώριμης αφηγηματικής φωνής, η παρατήρηση του μικρού, του ασήμαντου, ως βάση. Αυτό το φαινομενικά ανάλαφρο, η αίσθηση της φάρσας και του κωμικού, στοχαζόμενος τον γυναικείο αφαλό ή την αίσθηση χιούμορ του Στάλιν, σπάζοντας συνεχώς τις χρονικές συνέχειες, σταματώντας την μία αφήγηση για να περάσει στην άλλη, δημιουργώντας ένα ανομοιογενές φαινομενικά σύνολο ηρώων και ιστοριών, συνθέτοντας, τελικά, μια παράδοξη μικρογραφία του όλου. Ο μονόλογος του συγγραφέα, παράλληλος με την αφήγηση, προσφέρει μια αίσθηση ανανέωσης που, σε συνδυασμό με τη βαρύνουσα προσωπικότητα του Στάλιν, επιτρέπουν στο μυθιστόρημα να σταθεί αυτόνομο παρά τον ανασκοπικό του χαρακτήρα, με διάσπαρτες τις αυτοαναφορές και τις κουντερικές ιδέες, μια αφαιρετική ανακεφαλαίωση· η τελεία πρέπει να ανήκει στον δημιουργό.

Δοκιμάστε να αυτοσχεδιάσετε και να μιλήσετε μια φανταστική γλώσσα έστω και για τριάντα δευτερόλεπτα χωρίς διακοπή! Θα επαναλαμβάνετε συνέχεια τις ίδιες συλλαβές και θα φανεί αμέσως πως η φλυαρία σας είναι σκέτη απάτη. Να επινοήσετε μια ανύπαρκτη γλώσσα προϋποθέτει πως την κάνετε πειστική ακουστικά: πως δημιουργείτε μια ιδιαίτερη φωνητική και δεν προφέρετε το "α" ή το "ο" όπως το προφέρουν οι Γάλλοι· πως αποφασίζετε ποια συλλαβή τονίζεται κάθε φορά. Καλό θα ήταν επίσης, για να είναι φυσικός ο λόγος, να φανταστείτε πίσω από αυτούς τους περίεργους ήχους μια γραμματική δομή και να ξέρετε ποια λέξη είναι ρήμα και ποια ουσιαστικό.


Μετάφραση Γιάννης Η. Χάρης
Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας



 

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

όταν ήμουν θνητός - Javier Marías




Δεν ήταν ακόμα ο καιρός να διαβάσω τα διηγήματά του, έτσι πίστευα· πρώτα θα ήθελα, αργά και σταθερά, να εξαντλήσω τα μυθιστορήματα, ύστερα θα ακολουθούσαν όλα τα υπόλοιπα, διηγήματα, άρθρα και δοκίμια· έτσι πίστευα. Δεν εξελίχθηκαν όμως έτσι τα πράγματα. Αρχικά ήρθε το δώρο από τη Μαδρίτη· ονόμασε το βιβλίο που θες, είπε, και εγώ θα σου το κάνω δώρο. Έτσι έγινε. Ύστερα ήρθε ο νόστος για την εποχή εκείνη και τη γλώσσα της. Ίσως απλώς τότε να εμφανίστηκε, ίσως να προϋπήρχε εκεί στο βάθος συγκεχυμένος και βουβός. Ίσως και όχι.

Είναι ξεκούραστα, του είπα όταν με ρώτησε: πώς σου φαίνεται που διαβάζεις στα ισπανικά; Αποκοπή από το βάρος της πραγματικότητας, βάρος διατυπωμένο, αναλυμένο, υπερτιμημένο στην ελληνική, τώρα, οι ξένες λέξεις, ακόμα και εκείνες οι γνώριμες και κατά το παρελθόν ειπωμένες, διέθεταν την απαραίτητη καθαρότητα, όχι μόνο οι λέξεις βέβαια, αλλά και η γραφή του, να σαγηνεύσουν το βλέμμα, να εγκλωβίσουν το μυαλό μακριά από την ανεπιθύμητη ελευθερία της διάσπασης.

Έως τώρα, είχαν προηγηθεί αποσπάσματα εκτεταμένα, για την αίσθηση του ρυθμού περισσότερο και πάντοτε ύστερα από την μεταφρασμένη ανάγνωση, το ολοκληρωμένο βήμα και η βουτιά στο πρωτότυπο λάμβανε διαρκή αναβολή. Ατολμία. Ένα πρωί σκέφτηκα: θα διαβάσω τα διηγήματα, αυτό θα κάνω. Ήταν η αναγκαία σκέψη για να ξεκλειδώσω. Απόπειρα να ξεγελάσω τη νοσταλγία, έστω και προσωρινά.

Κρατούσα σημειώσεις στα ισπανικά. Ύστερα, τις συνέκρινα με παλιότερες, εκείνες, τις ελληνικές, που αφορούσαν τα μυθιστορήματά του, και τις βρήκα παρεμφερείς και ταιριαστές, όπως άλλωστε και οι αναγνώσεις του έργου ενός δημιουργού που πάντα μοιάζει να αφηγείται την ίδια ιστορία με τους ίδιους δαίμονες να τριγυρνούν. Η μνήμη, η παρακολούθηση, η αυτοκτονία, η δολοφονία. Το πρόσωπο, η μάχη, η λόγχη, το πτώμα. Και η αγάπη, σε όλες τις εκφάνσεις.

Αποχαιρέτησα για πάντα τον καλύτερο μου φίλο χωρίς να ξέρω ότι το έκανα, γιατί την επόμενη νύχτα, με υπερβολική καθυστέρηση, τον ανακάλυψαν πεσμένο στο κρεβάτι με μια λόγχη στο στήθος και μια άγνωστη γυναίκα στο πλάι του, πεθαμένη και αυτή αλλά χωρίς το φονικό όπλο στο σώμα της γιατί το όπλο ήταν το ίδιο και είχε χρειαστεί να το τραβήξουν αφού το είχαν καρφώσει σ' αυτήν πρώτα, για να αναμείξουν το αίμα της με το αίμα του καλύτερού μου φίλου.
Εκτός όλως των άλλων αναζητούσα και αυτό: την ισότιμη ένταξη των διηγημάτων στο έργο του. Και τη βρήκα. Και να σκεφτεί κανείς πως τα έντεκα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής υπήρξαν προϊόν παραγγελίας, ακόμα και έτσι είναι αδύνατο τελικά να πεις μια ιστορία που δεν σε ενδιαφέρει, εάν όντως υπάρχουν ιστορίες που σε ενδιαφέρουν και δεν προσποιείσαι, στον ίδιο σου τον εαυτό πρωτίστως. Αν όντως συμβαίνει αυτό, τότε ακόμα και τα προσχέδια μυθιστορημάτων -βλέπε το διήγημα Στο γαμήλιο ταξίδι, και την σχέση του με το μυθιστόρημα Καρδιά τόσο άσπρη- αποτελούν λογοτεχνία.

Η σχεδόν παιδική ανάγκη του αφηγητή να απολογηθεί για την αναταραχή που θα προκαλέσει στην ακίνητη θάλασσα του παρελθόντος, η αναφορά στο αίτιο που ενεργοποίησε την μνήμη. Ένα μόνο από τα στοιχεία που με συγκινούν.

Διαβάζοντας στα ισπανικά ένιωσα επίσης κάτι ακόμα, πολύ όμορφο, ένιωσα πως διαβάζω τον ίδιο συγγραφέα που οι μεταφράστριες του στα ελληνικά μου είχαν συστήσει, πέρα από την επιλογή μιας λέξης αντί για άλλης που μικρή σημασία έχει, η αίσθηση είναι πως διαβάζεις Μαρίας, και αυτό έχει σημασία.



Μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις Σέλας

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Οι Θεατρίνοι - Graham Greene



Στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων  υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή το οποίο περνάει απαρατήρητο. Ούτε ο Τζόουνς ούτε εγώ το αναγνωρίσαμε, παρόλο που, σαν τους πιλότους των παλιών αεροπλάνων, της προ αεριωθούμενων εποχής, θα 'πρεπε οι καριέρες μας να μας είχαν κάνει πιο παρατηρητικούς. Εγώ σίγουρα δεν πήρα χαμπάρι τη συγκεκριμένη στιγμή, όταν ξεμάκρυνε ένα μελαγχολικό πρωινό του Αυγούστου στον Ατλαντικό μαζί με τα απόνερα του Μήδεια, ενός φορτηγού πλοίου της Royal Netherlands Streamship Company με προορισμό την Αϊτή και το Πορτ-ω-Πρενς, έχοντας ξεκινήσει από τη Φιλαδέλφεια και τη Νέα Υόρκη. Σ' εκείνη τη φάση της ζωής μου εξακολουθούσα να αντιμετωπίζω σοβαρά το μέλλον μου -ακόμα και το μέλλον του έρημου ξενοδοχείου μου και ενός ερωτικού δεσμού εξίσου έρημου.

Ο Μπράουν, γεννημένος στο Μονακό, θεωρούσε εαυτόν απάτριδα, έως τη στιγμή που βρέθηκε στην Αϊτή, για να επισκεφτεί την μητέρα του, και ένιωσε το αποκαλυπτικό συναίσθημα πως ανήκει κάπου. Ο θάνατός της τον άφησε μοναδικό κληρονόμο ενός ξενοδοχείου σε μια χρυσή εποχή για τον τουρισμό. Τότε γνώρισε τη Μάρτα. Ύστερα ήρθε στην εξουσία ο Πάπα Ντοκ και τη θέση των τουριστών πήρε η παραστρατιωτική οργάνωση των Τοντόν Μακούτ. Ο Μπράουν έφυγε, μαζί με τόσους άλλους, για την Αμερική. Συχνά ένα μέλλον δίχως προσδοκίες είναι χειρότερο ακόμα και από τον φόβο.

Αφήγηση εκ των υστέρων, τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής και ο αφηγητής δύνανται να συνυπάρξουν στο ίδιο πρόσωπο, έστω και άνισα. Η επιβίβαση του Μπράουν στο Μήδεια οριστικοποιεί την απόφασή του για επιστροφή στο Πορτ-ω-Πρενς. Ο πεπερασμένος πλωτός κόσμος του φορτηγού πλοίου, με τους ελάχιστους επιβάτες, αποτελεί το ιδανικό σκηνικό γνωριμίας με τα πρόσωπα της ιστορίας· ο Τζόουνς, με το νεφελώδες παρελθόν και τις αμέτρητες, συνήθως αντικρουόμενες, ιστορίες· ο κύριος και η κυρία Σμιθ, εκείνος πρώην υποψήφιος πρόεδρος στις αμερικανικές εκλογές, εκείνη η γυναίκα που κρύβεται πίσω από έναν σπουδαίο άντρα. Αντίθετα με τον αφηγητή που αρνείται να προσδώσει έστω και το ελάχιστο ιδεολογικό υπόβαθρο στην απόφασή του να επιστρέψει, χρόνια μετά σε μια Αϊτή ερημωμένη και επικίνδυνη, υπό την δικτατορία του Πάπα Ντοκ, εκείνοι διαθέτουν κάτι το δονκιχωτικά αφελές, μια έντονη διάθεση να αλλάξουν τον κόσμο, είτε ηγούμενοι της επανάστασης, είτε θεμελιώνοντας ένα κέντρο χορτοφαγίας, έτοιμοι πάντως να τείνουν χείρα βοηθείας προς τον αδύναμο, ή εκείνον που τέλος πάντων θεωρούν αδύναμο. 

Η πραγματικότητα που αντικρίζει ο Μπράουν μετά την αποβίβαση είναι μελανότερη απ' ό,τι περίμενε, η πρότερη παρουσία του εκεί δεν τον βοήθησε ούτε ελάχιστα στην ακρίβεια των υποθέσεών του. Άλλωστε, όλα είναι χειρότερα εκ του σύνεγγυς· πάντα. Η κατάσταση δεν είναι δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστο ακόμα και κάποιον όπως ο Μπράουν -που, στιγμές στιγμές, θυμίζει έντονα τον Μερσώ- και να μην τον τραβήξει στο κέντρο της δίνης, εκεί που όλα έρχονται περήφανα στην επιφάνεια για μια τελευταία υπόκλιση πριν χαθούν.

Στέκομαι σε μια λεπτομέρεια, εκεί που ο Μπράουν αναρωτιέται: πώς μπορώ να εμπιστευτώ μια Γερμανίδα, αναφερόμενος στην Μάρτα. Είναι τρομακτικό στα μάτια μου, πώς η Ιστορία, οι γενικεύσεις, τα στερεότυπα ή το αλλότριο μπορούν να μολύνουν τόσο τα συναισθήματα, την εμπιστοσύνη στο προσωπικό.

Οι Θεατρίνοι, χαρακτηριστικό, αν και ίσως παραγνωρισμένο, έργο του Γκράχαμ Γκρίν, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ενταχθούν ορθά και αποκλειστικά σε κάποια κατηγορία, γιατί, αν και η πολιτική κατάσταση -της Αϊτής εν προκειμένω- βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος, ο Γκριν δεν αδιαφορεί ούτε για το προσωπικό, ούτε για τον μύθο· το αντίθετο μάλιστα, φροντίζει να αποβάλλει τη στείρα και ψυχρή δημοσιογραφική ματιά, κρατώντας μόνο ό,τι -ορθώς- θεωρεί απαραίτητο, επιτυγχάνοντας να σκεπάσει την πραγματικότητα με τον λεπτό πέπλο του μύθου, να μαγέψει τον αναγνώστη, δίχως να τον αποκοιμίσει στη χώρα της φαντασίας.




(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)




Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Πόλις   
 

 

    
  

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Deux jours, une nuit (2014)





Το ξέρεις από πριν, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους η συνήθης ερώτηση, σου άρεσε;, δεν θα ειπωθεί. Και πώς αλλιώς μετά απ' όσα είδες. Οι αδερφοί Νταρντέν δεν χασομερούν, από την πρώτη κιόλας σκηνή, η Σάντρα (Marion Cotillard) μαθαίνει το δυσάρεστο νέο: οι δεκαέξι συνάδελφοί της, έπειτα από ψηφοφορία, αποφάσισαν να πάρουν το πριμ που δικαιούνται, γεγονός που σημαίνει πως εκείνη θα απολυθεί. Είναι Παρασκευή πρωί. Το δίλημμα ήταν ξεκάθαρο: λεφτά και για τα δύο δεν υπάρχουν. Είχε την ατυχία να αρρωστήσει, βλέπετε, η δουλειά έβγαινε και με έναν εργαζόμενο λιγότερο, με κάποιες υπερωρίες, η κρίση, ο ανταγωνισμός των Κινέζων, τώρα που η Σάντρα νίκησε την κατάθλιψη είναι αργά.

Ο διευθυντής του εργοστασίου, ύστερα από πίεση, δέχεται την επανάληψη της διαδικασίας τη Δευτέρα το πρωί. Η Σάντρα δεν έχει το κουράγιο να παλέψει για την ανατροπή, δεν θέλει να παρακαλέσει, δεν θέλει να εκβιάσει συναισθηματικά. Ο άντρας της και μια συνάδελφός της προσπαθούν να τη στηρίξουν, να της εξηγήσουν πως δεν φταίει αυτή που θα χαθεί το πριμ, εκείνη απλώς διεκδικεί τη δουλειά της, το δικαίωμα σε ένα καλύτερο μέλλον. Το δίλημμα το έθεσε η εργοδοσία άλλωστε, όχι εκείνη. Ένας αγώνας δρόμου ξεκινά, σπίτι το σπίτι, τηλέφωνο το τηλέφωνο, να μιλήσει σε κάθε έναν ξεχωριστά, να του πει: θέλω να σε ρωτήσω αν τη Δευτέρα θα ψηφίσεις να μη χάσω τη δουλειά μου.

Ο μικρόκοσμος της Σάντρα πυροδοτεί δεκαέξι ακόμα μικρόκοσμους, άνθρωποι για τους οποίους τα χίλια ευρώ του πριμ αποτελούν το ρεύμα και το αέριο μιας χρονιάς, το ενοίκιο του παιδιού που σπουδάζει μακριά απ' το σπίτι, την αρχή για μια νέα ζωή. Η ανεργία δεν είναι άγνωστο φαινόμενο στα σπίτια τους, με ένα μισθό προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα, κάποιοι δουλεύουν και τα Σαββατοκύριακα. Στη θεωρία είμαστε όλοι δυνατοί, η ηθική μας μετριέται στην πράξη.

Και εκεί έγκειται η ιδιαιτερότητα της ιστορίας της Σάντρα: η ταύτιση είναι αδύνατη. Όλοι έχουν δίκιο και ο Σολομώντας είναι από χρόνια νεκρός.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Εάν έχεις φαντάσματα, τότε έχεις τα πάντα.




Εάν έχεις φαντάσματα, τότε έχεις τα πάντα, μου μετέφρασε από τα αγγλικά τον στίχο. Δεν είναι πως δεν ξέρω αγγλικά, αλλά με διακρίνει μια ανικανότητα να αποκωδικοποιήσω τα λόγια των τραγουδιών, λέω μάλιστα επ' αυτού: για μένα η φωνή είναι ένα ακόμα όργανο· το λέω και μόνος μου, προτρέχοντας, δίχως κάποιος να με ρωτήσει, ποιητική κάλυψη μιας αδυναμίας. Δεν θα ρωτούσα, εάν δεν περνούσαμε ένα ηλιόλουστο απόγευμα ακούγοντας σε επανάληψη αυτό το κομμάτι, μια πράξη ύψιστης αντίστιξης, δίχως να μπορώ να εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ με αυτόν τον όρο, που όμως, παραδόξως ίσως, περιγράφει με σαφήνεια την εμπειρία εκείνη· μου θυμίζει μια συναυλία, είπε, δίχως να προσθέσει τίποτα παραπάνω. Δεν μου το είπε παρά αργότερα εκείνο το βράδυ, αφού πρώτα μου μετέφρασε τον στίχο, και ο συλλογισμός μου ακολούθησε νέα μονοπάτια, άλλη ιστορία είχα πλάσει εγώ αρχικά, και ας μην είχα τις λέξεις. Δεν μου το είπε, λοιπόν, παρά αργότερα εκείνο το βράδυ, με το αλκοόλ υπομονετικό κυρίαρχο και ενώ το τραγούδι συνέχιζε να επανέρχεται και να υποχωρεί: εάν έχεις φαντάσματα, τότε έχεις τα πάντα.

Χτες ήταν η δική μου σειρά, και εκείνος δεν ήταν εδώ.



Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Εμείς τα θηρία - Justin Torres



Θέλαμε περισσότερα. Χτυπούσαμε το πίσω μέρος των πιρουνιών μας στο τραπέζι και τα κουτάλια μας στα άδεια πιάτα· πεινούσαμε. Θέλαμε πιο δυνατά τον ήχο, θέλαμε περισσότερη φασαρία. Ανεβάζαμε την ένταση της τηλεόρασης μέχρι που πονούσαν τα αυτιά μας από τις φωνές των θυμωμένων αντρών στην οθόνη. Θέλαμε πιο πολλή μουσική στο ραδιόφωνο· θέλαμε ρυθμό· θέλαμε ροκ. Θέλαμε μυς στα αδύνατα μπράτσα μας. Είχαμε κόκκαλα πουλιών, κούφια και ανάλαφρα, και τα θέλαμε πιο πυκνά και βαριά. Ήμασταν έξι χέρια που άρπαζαν και έξι πόδια που βροντοχτυπούσαν· ήμασταν αδέλφια, αγόρια, τρεις μικροί βασιλιάδες έτοιμοι να χύσουν αίμα για περισσότερα.

Θέλαμε περισσότερη σάρκα, περισσότερο αίμα, περισσότερη ζεστασιά.

Η ανάγκη του αφηγητή για επιστροφή στο παρελθόν, χρήση παρατατικού και αόριστου χρόνου. O διαχωρισμός του τότε από το τώρα, η -φαινομενική- ασφάλεια που προσφέρει το σήμερα, το σκληρά και επώδυνα σφηρηλατημένο σήμερα, η τελική αναμέτρηση με το χρόνια ανείπωτο, η επούλωση της πληγής, βλέψεις, ψιθυριστά διατυπωμένες, για επανεκκίνηση. Όλα αυτά αρχικώς. Ύστερα, το αφηγηματικό τώρα παγιδεύει τον συγγραφέα, επιχειρώντας ξεκαθάρισμα βρίσκεται ξανά εκεί. Ενεστώτας. Μην τα ρίχνουμε όμως όλα στην τεχνική. Η νοσταλγία ομορφαίνει τις στιγμές, πάντα. Ανθρώπινη η ροπή στον εξωραϊσμό, πώς αλήθεια να μονοχρωματίσεις το παρελθόν σου;

Στιγμιότυπα μιας εύθραυστης ενηλικίωσης, εκεί που ένα οικογενειακό δείπνο δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί, καθώς ο χορός από τον τσακωμό απέχει ελάχιστα, σε βαθμό εξοργιστικό, σαν η ζωή να πρόκειται απλώς και μόνο για μια συγκυρία, η απουσία δόλου αναγνωρίζεται, αν και με δυσκολία βέβαια, αλλά τι σημασία έχει; Πάντα η ίδια δικαιολογία: Δεν είχα πρόθεση, προσπαθούσα για το καλύτερο.

Εκείνο που λείπει από το χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια μυθιστόρημα του Τόρρες είναι μια φωτογραφία από μηχανή Polaroid στη θέση του κάθε τίτλου. Το λευκό κάδρο, τα ξεθωριασμένα χρώματα και τα παγωμένα από το φλας πρόσωπα· αισθητικό, και όχι μόνο, συμπλήρωμα της επιλογής για αφαίρεση και αποσπασματικότητα. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, καθώς το τέλος του κάθε κεφαλαίου έδινε το περιθώριο ολιγόστιγμης παύσης, αναλογιζόμουν το Tarnation, του Jonathan Caouette, ταινία με το δικό της μύθο, καθώς ο δημιουργός, με μηδαμινό μπάτζετ και πρώτα υλικά το οικογενειακό αρχείο, φωτογραφίες, βίντεο, ηχητικά μηνύματα από τον τηλεφωνητή, μόνταρε την δική του ιστορία ενηλικίωσης δίπλα στη σχιζοφρενή μητέρα του. Ταινία από την οποία εκπορεύεται μια, τόσο δυσεύρετη στο είδος της, αύρα αυθεντικότητας, παρόμοια με εκείνη της πρώτης ταινίας του ταλαντούχου Xavier Dolan, I killed my mother.

Η επιλογή για παράθεση στιγμιοτύπων, αρχικώς, φαντάζει καταφύγιο για τον αφηγητή -και για τον αναγνώστη-, βαθιά ανάσα και βουτιά, ασφαλής επιστροφή στο τώρα. Ύστερα όμως, καθώς η κατάδυση επαναλαμβάνεται, το κάδρο ανοίγει, τα κομμάτια ενώνονται και βαραίνουν, η επιστροφή δυσκολεύει, και αν δεν επιστρέψεις πώς θα προχωρήσεις;



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Πατάκη




Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Φάλκονερ - John Cheever




Την κύρια είσοδο του Φάλκονερ -τη μοναδική είσοδο για κατάδικους, επισκέπτες και προσωπικό- τη στεφάνωνε ένας θυρεός που απεικόνιζε την Ελευθερία, τη Δικαιοσύνη και, ακριβώς ανάμεσά τους, την υπέρτατη ισχύ του Κράτους. Η Ελευθερία φορούσε σκούφια και κρατούσε δόρυ. Κράτος ήταν ο ομοσπονδιακός Αετός, που βαστούσε ένα κλαδί ελιάς και ήταν εφοδιασμένος με κυνηγετικά βέλη. Η Δικαιοσύνη ήταν συμβατική· τυφλή, ακαθόριστα ερωτική μέσα στο εφαρμοστό της φόρεμα και οπλισμένη με το σπαθί του δήμιου. Το γλυπτό ήταν μπρούντζινο, μα τον καιρό εκείνο έμοιαζε μαύρο σαν ακατέργαστος ανθρακίτης ή όνυχας.

Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και πρώην ηρωινομανής εθισμένος στη μεθαδόνη, φυλακίζεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Φάλκονερ για τον φόνο του αδερφού του.

Πίσω από την πόρτα της φυλακής, της κάθε φυλακής, ο χρόνος στερείται της μελλοντικής του διάστασης, καθώς το αύριο συγκολλάται βιαίως με το σήμερα, δημιουργώντας την κάτασπρη και στατική επιφάνεια προβολής του παρελθόντος· των αναμνήσεων, των τύψεων, των απωθημένων και των λοιπών δαιμονίων, που, στην ασφάλεια της απουσίας κάθε ελπίδας, ξεπροβάλλουν και σβουρίζουν σε πλήρη αρμονία με τη φύση τους.

Ο ήρωας του Τσίβερ ανήκει στην -από κάθε άποψη- προνομιούχα πλευρά· είχε βρει τοίχο καιρό πριν καταδικαστεί, χαμένος ανάμεσα σε εξαρτήσεις και ανεξερεύνητες περιοχές της ίδιας του της ύπαρξης, αφημένος στο γενικό εγχειρίδιο διαβίωσης, δίχως καμία τροποποίηση, θεωρώντας a priori δεδομένα τα πλέον εύπλαστα χαρακτηριστικά. Με την πλάτη στην πόρτα, που του φράζει το δρόμο προς το αύριο, το οποίο ποτέ δεν λαχτάρησε πραγματικά, λόγος ικανός για να τον αντιπαθήσει κάποιος βαθιά, βλέπει τις βεβαιότητές του να καταρρέουν και τον χρόνο να έχει περάσει ανεπίστρεπτα. Εγκλωβισμένος σε ένα τεράστιο εγώ, το οποίο δεν γνωρίζει και το οποίο δεν σταματά να τον εκπλήσσει ούτε μια στιγμή, επαναδιαπραγματεύεται, έστω και με το ζόρι, κεφαλαιώδη ζητήματα της ύπαρξης, όπως η δυνατότητα στην ευτυχία, η έννοια της ελευθερίας, και η καταπιεσμένη από τις συμβάσεις σεξουαλικότητα.

Ο Τσίβερ αναζητά το τέλειο αδιέξοδο, και η φυλακή μοιάζει να αποτελεί το κατάλληλο σκηνικό, που, δίχως περαιτέρω εξηγήσεις και περιγραφές, αρκεί για να προσδώσει τις συνθήκες εγκλεισμού ενός ανθρώπου σε μία κατάσταση. Η καθημερινότητα του Φάραγκατ στη φυλακή, δεν είναι παρά ένα πρόσχημα για τον συγγραφέα, η βάση πάνω στην οποία επιχειρεί, και θριαμβευτικά καταφέρνει, να προσομοιώσει την "ελεύθερη" κοινωνία, αφαιρώντας το όνειρο, αφήνοντας γυμνό ουσιαστικά το αμερικάνικο, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βρει σημεία ταύτισης, και τελικώς εμπλοκής, σε μια ιστορία που εκ πρώτης όψεως φαντάζει μακρινή και ελάχιστα οικεία. Ο καθένας μπορεί να δώσει στη φυλακή το όνομα που θέλει, αρκεί όμως πρώτα να διακρίνει τον εαυτό του εντός αυτής, γιατί αυτό είναι το δύσκολο, η συνειδητοποίηση του εγκλεισμού· η βούληση για έξοδο, αν ποτέ εκδηλωθεί, έπεται.


υ.γ Υψηλή αμερικανική λογοτεχνία που στο μυαλό μου συγγενεύει με τις ταινίες ενός Ιταλού, του Αντονιόνι.
 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη