Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Το πλοίο των νεκρών - B.Traven





Είχαμε μεταφέρει με το "Τοσκαλούσα", ως τα μπούνια φορτωμένοι, βαμπάκι από τη Νέα Ορλεάνη στην Αμβέρσα. Χωρίς παινέματα, ήταν περίφημο καράβι! Πρώτης τάξεως ατμόπλοιο, ναυπηγηθέν εν Η.Π.Α., νηολογημένο στη Νέα Ορλεάνη. Νέα Ορλεάνη!... Βρείτε μου μιαν άλλην πόλη, τόσο γελαστή, τόσο ηλιόλουστη! Κάτι διαφορετικό από τις πόλεις του Βορρά, τις σαπισμένες από το κρύο κάτουρο του ουρανού και τους παχύδερμους βαμβακέμπορους! Και ο χώρος του πληρώματος, τι θαύμα! Φαντασθείτε, Κύριε, ο ναυπηγός είχε στ' αλήθεια επαναστατική τόλμη, αφού θεώρησε τους ναύτες για ανθρώπους και όχι για εργαλεία! Όλα εκεί ήταν φωτεινά και καθαρά, αδιαπέραστα για τα κουνούπια· λουτρά και ασπρόρουχα κατά βούληση, τροφή καλή και άφθονη, πιάτα να λάμπουν, μαχαιροπήρουνα ν' αστράφτουν.

Υποπλοίαρχος, εγώ; Όχι Κύριε, δεν ήμουνα υποπλοίαρχος σ' εκείνο το καράβι· μόνο απλός ναύτης καταστρώματος: εργάτης, αυτό ήμουνα!

Τι όμορφη ζωή, ονειρεμένη, για έναν απλό ναύτη καταστρώματος, με όλα τα κομφόρ και τις ανέσεις! Πόσο όμως μπορεί να κρατήσει το όνειρο; Λίγο! Μια στιγμή κακότυχη και όλα χάνονται, σαν άμμος γλιστρούν οι όμορφες μέρες μέσα από τη σφιχτά κλεισμένη χούφτα. Έτσι του έτυχε και του αφηγητή της ιστορίας μας, μια στιγμιαία αβλεψία, ένα νυχτοπερπάτημα τόσο συνηθισμένο για έναν ναύτη, το οποίο στην περίπτωσή του αποδείχτηκε καταστροφικό. Το πλοίο απέπλευσε δίχως εκείνον, και το χειρότερο: μαζί με τα χαρτιά και τα λεφτά του. Και στον δυτικό κόσμο, μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα χαρτιά είναι σημαντικότερα από τα λεφτά, δίχως χαρτιά δεν είσαι εσύ, είσαι ο κανείς. Έτσι ξεκινά η περιπέτεια του αφηγητή.

Ως Αμερικανός πολίτης θα επισκεφτεί τα προξενεία της χώρας του, δίχως αποτέλεσμα, κανένα πιστοποιητικό να αποδεικνύει εκείνα που ισχυρίζεται, αναμενόμενα προβλήματα με τις αρχές, φυλακές και γραφειοκρατία. Οι αρχές της κάθε χώρας προσπαθούν να τον ξεφορτωθούν σε μια γειτονική, μετατοπίζοντας το πρόβλημα ενός ανθρώπου δίχως χαρτιά. Τα διαδραματιζόμενα θα μπορούσαν να θεωρηθούν αστεία αν δεν ήταν τραγικά. Με τα πολλά καταφέρνει να επιβιβαστεί σε ένα πλοίο φάντασμα, εκεί που τα χαρτιά δεν είναι απαραίτητα, κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει ποιος πραγματικά είσαι, ακόμα ένα αναλώσιμο γρανάζι για να κινείται η μηχανή.

Το πλοίο των νεκρών θα μπορούσε να θεωρηθεί μια ναυτική ιστορία και η ανάγνωση να σταματήσει εκεί, θα μπορούσε να θεωρηθεί και παραβολή, αλλά ο Traven δεν υπονοεί τίποτα, αποφεύγει τους συμβολισμούς, άσχετα αν η ιστορία του αφηγητή θα μπορούσε να είναι η ιστορία πολλών ανώνυμων -και όχι μόνο- ανθρώπων της χαμηλότερης τάξης αυτού του πυραμιδίσιου κόσμου. Ενα μυθιστορηματικό μανιφέστο λοιπόν, από το οποίο απουσιάζει η αδικαιολόγητη και ουτοπική αισιοδοξία, μια ρεαλιστική κατάδειξη της πραγματικότητας, μια τακτική αφύπνισης, δίχως υποσχέσεις για αναίμακτες και εύκολες λύσεις. Η δυστοπία είναι εδώ.

Σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης το εξής σύνηθες -και ταιριαστό στην περίπτωση- απόφθευγμα: πόσο επίκαιρος είναι ο Traven ενενήντα χρόνια μετά. Θα μπορούσε κανείς επίσης να προσθέσει επιθετικούς προσδιορισμούς όπως προφητικός και διορατικός. Ολα αυτά με θετική χροιά και διάθεση αποθέωσης του συγγραφέα. Όμως μια στιγμή! Πιστεύετε πως ο ίδιος προσδοκούσε κάτι τέτοιο; Θα χαιρόταν δηλαδή που ενενήντα χρόνια μετά λίγα πράγματα έχουν αλλάξει απλώς και μόνο επειδή ο ίδιος ή το έργο του δικαιώνονται σήμερα; Δεν νομίζω. Το ίδιο ισχύει και για τους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Φαντάζομαι τον Όργουελ, ή θέλω να φαντάζομαι τον Όργουελ να απεύχεται την επικαιροποίηση του 1984, να ελπίζει πως η φαντασία του ήταν νοσηρή και πως ο κόσμος, με τα χρόνια, έγινε ένα καλύτερο μέρος για να ζει κανείς.

υ.γ Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τον συγγραφέα που κρυβόταν πίσω από το ψευδώνυμο Traven, ένας Πίντσον της εποχής, ο οποίος υπέγραψε δώδεκα μυθιστορήματα.     



Μετάφραση Κώστας Σκορδύλης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Το τούνελ - Ernesto Sábato





Η επιστροφή, η κάθε επιστροφή, θέτει σε δοκιμασία την αναπόφευκτα ωραιοποιημένη, με το πέρασμα του χρόνου, νοσταλγία, απειλεί να γκρεμίσει όσα έχτισε, σε βάρος της μνήμης, η φαντασία, να επιφέρει τελικά την απογοήτευση. Ταξίδι στα θεμέλια του σήμερα, γι' αυτό και απαραίτητο, το οικοδόμημα σημαντικότερο της ανάμνησης, ο περιοδικός επαναπροσδιορισμός της πορείας ζήτημα ζωτικής σημασίας. Η αβεβαιότητα και η συσκότιση εντείνουν αυτή την ανάγκη για επιστροφή, η νοσταλγία θεριεύει, το παρελθόν, ανεμπόδιστο, δελεάζει και τρομοκρατεί. Τις τελευταίες εβδομάδες διάβασα ξανά, μετά από χρόνια, αρκετά βιβλία, βιβλία που κάποτε ένιωσα να μου ανατινάσσουν το μυαλό, διαμορφώνοντας, όχι απλώς τον μετέπειτα αναγνώστη, μα πολλά περισσότερα. Ανάμεσά τους το Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο. Πήρα το ρίσκο της αναμέτρησης με το παρελθόν, με την καθορισμένη από την ανάμνηση  προσδοκία, και δικαιώθηκα, γιατί κάποτε, σπάνια είναι η αλήθεια, η επιστροφή είναι ταξίδι ολάκερο και όχι απλή ρέπλικα του πρωτότυπου.

Αφήνω τις ημέρες μετά το τέλος της ανάγνωσης να περάσουν. Αναβάλλω διαρκώς τη στιγμή αυτή της καταγραφής, με αντικρουόμενα μεταξύ τους επιχειρήματα και σκέψεις. Σήμερα συνειδητοποιώ κάτι ενδιαφέρον. Είκοσι μέρες μετά, ο τυφλός σύζυγος της Μαρία Ιριμπάρνε, ένας χαρακτήρας δευτερεύων στο μυθιστόρημα, έχει αποκτήσει αυξημένη βαρύτητα στην αναγνωστική μου ανάμνηση, αντίστοιχη εκείνης της πρώτης φοράς. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, διαπιστώνοντας τον περιορισμένο ρόλο του, είχα σοκαριστεί. Τώρα, είκοσι μέρες μετά, αναζητώ τα αίτια της έλξης αυτής, που υπάγεται στη γενικότερη έλξη της λογοτεχνικής τυφλότητας. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση.  
 
Θα είναι αρκετό να πω πως είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε. Υποθέτω πως η δίκη βρίσκεται στη μνήμη όλων και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις για το άτομό μου.
Η ανάγνωση της πρώτης περιόδου. Η ανατριχίλα στη βάση του κρανίου. Μνήμη του σώματος. Η αποκάλυψη που προηγείται της αφήγησης. Η σκέψη πηδά στο μυθιστόρημα του Μαρίας, Καρδιά τόσο άσπρη, την πρώτη επαφή με το έργο του.

Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους. Όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός, πέντε λεπτά περίπου από τη στιγμή που το κορίτσι είχε φύγει από το τραπέζι, ο πατέρας δεν σηκώθηκε αμέσως, αλλά έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να είχε παραλύσει, με το στόμα γεμάτο, χωρίς να τολμάει ούτε να μασήσει ούτε να καταπιεί ούτε, πόσο μάλλον, να φτύσει την μπουκιά στο πιάτο· κι όταν επιτέλους σηκώθηκε και έτρεξε στο μπάνιο, εκείνοι που τον ακολούθησαν, είδαν πως, ενώ ανακάλυπτε το αιμόφυρτο σώμα της κόρης του κι έκρυβε μες στα χέρια του το κεφάλι του, συνέχιζε να περνάει την μπουκιά του κρέατος από τη μία στην άλλη πλευρά του στόματος, μην ξέροντας τι να την κάνει.

Παρατήρηση δεύτερη. Η διαμόρφωση των αναγνωστικών μου προτιμήσεων. Η λεπτή σημασιολογική διαφορά των φράσεων: μου άρεσε, με συγκλόνισε, με ενθουσίασε, μου ανατίναξε το μυαλό. Μια ακόμα μελλοντική επιστροφή, κιόλας προγραμματισμένη.

Παρατήρηση τρίτη. Η εκ των υστέρων συνειδητοποίηση της ανάγκης να διαβάσω κάτι δίχως φτιασίδια, δίχως ούτε έναν περιττό επιθετικό προσδιορισμό. Καθαρότητα. Η σύνδεση με τον Ξένο, αναπόφευκτη, σε συνδυασμό και με το Homo Faber του Φρις, μια προσωπική Αγία Τριάδα.

Παρατήρηση τέταρτη. Η σημαντικότερη. Το συναίσθημα της ασφάλειας στο τέλος της ανάγνωσης, η επιβεβαίωση της ύπαρξης ενός ακόμα ασφαλούς καταφυγίου.



υ.γ Κανένα κείμενο δεν θα είναι ποτέ αντάξιο ενός μυθιστορήματος όπως αυτό.



Μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου
Εκδόσεις Αστάρτη  

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Ήθελα να πετάξω - Carlo Lucarelli





Ξεφύλλιζα τις νέες εκδόσεις, αδιακρίτως. Είχα μόλις διαβάσει μια υπέροχη μελέτη, τη Δόξα των σιδηροδρόμων του Tony Judt, ένιωθα αναγνωστικά ανοικτός. Διαβάζω στο οπισθόφυλλο: "Σε μια Μπολόνια που δεν είναι πια η ίδια, ένας κατά συρροήν δολοφόνος επιβάλλει τη δική του δικαιοσύνη απέναντι στην αδικία που αντικρίζει γύρω του".  Σε μια Μπολόνια που δεν είναι πια η ίδια. Πρώτα, παρατηρώ το δεύτερο όμικρον, για μένα πάντα θα είναι ωμέγα, και ας είμαι θεωρητικά υπέρ της ορθογραφικής απλοποίησης, Μπολώνια λοιπόν. Ύστερα, συνειδητοποιώ πως η Μπολώνια όντως δεν είναι πια η ίδια, ποτέ δεν θα είναι, ούτε εκείνη, ούτε εγώ. Πάνε δέκα χρόνια από τότε. Δεν ήταν ίδια ούτε όταν γύρισα ένα καλοκαίρι με τους ελάχιστους γηγενείς γνωστούς να λείπουν μακριά από την τερατώδη υγρασία, επωφελούμενοι της ακαδημαϊκής παύσης, και εγώ να επισημαίνω συνεχώς στον Α. τα μέρη και τις αναμνήσεις. Έμοιαζε, αλλά δεν ήταν η ίδια πόλη.

Δεν χρειάζεται νομίζω να προσπαθήσω περαιτέρω να εξηγήσω γιατί διάβασα τελικά το βιβλίο του Λουκαρέλι. 

Ήταν μια αίσθηση.
Δεν ήταν θόρυβος, γιατί η μουσική του iPod γέμιζε τα αφτιά του απαλή και πυκνόρρευστη σαν λιωμένο κερί, ούτε ήταν κάποια σκιά ή κάποια κίνηση, γιατί, παρότι είχε σπάσει η λάμπα και το υπόστεγο ήταν σκοτεινό, εκείνος ήταν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις του, που δεν θα καταλάβαινε τίποτα, ακόμα κι αν ήταν μέρα και είχε λιακάδα.
Ήταν μια αίσθηση.

Η μνήμη με πρόδιδε κατ' εξακολούθηση, οι οδοί μου θύμιζαν κάτι αλλά έπρεπε να ανατρέξω στον χάρτη για να προσανατολιστώ, τουλάχιστον με τις πλατείες και τα πάρκα δεν χρειάστηκε. Ένα έγκλημα είχε λάβει χώρα λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι μου, το τότε σπίτι μου, πρέπει να διορθώσω και να πω. Ένα από τα πολλά εγκλήματα. Ο δολοφόνος φαίνεται να έχει κίνητρα πολιτικά, μια προσωπική απόδοση δικαιοσύνης. Αναπόφευκτα οι έρευνες, μετά την πρώτη δολοφονία με θύμα τον γιο σημαίνοντος μαφιόζου, επικεντρώνονται στον αναρχικό χώρο, έφοδοι σε σπίτια και καταλήψεις, προσαγωγές και ανακρίσεις. Bologna la rossa, Μπολώνια η κόκκινη, έτσι είναι γνωστή η πόλη με το αρχαιότερο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, επιθετικός προσδιορισμός που προστέθηκε με τα χρόνια που πέρασαν και θα αφαιρεθεί με τα χρόνια που θα έρθουν.

Της έρευνας προΐσταται η αστυνόμος Γκράτσια Νέγκρο, ομορφιάς κανονικής και όχι υπερβολικής όπως θα περίμενε κανείς από έναν Ιταλό δημιουργό, κατά το στερεότυπο. Μια ερωτική ιστορία, αναμενόμενη και καλοδεχούμενη, τρέχει παράλληλα με την έρευνα. Διακριτικός κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός από μεριάς συγγραφέα που δεν κουράζει. Ο Λουκαρέλι επιθυμεί να επενδύσει στην ατμόσφαιρα, άλλοτε τα καταφέρνει και άλλοτε εκβιάζει. Ο δολοφόνος μάλλον είναι ο αναμενόμενος, οπότε αν ψάχνετε για ένα δυνατό αίνιγμα δεν θα ικανοποιηθείτε.

Η ανάγκη για "επιστροφή" στη Μπολώνια δεν πληρώθηκε, δεν θα μπορούσε άλλωστε. Ωστόσο, αναδύθηκε η επιθυμία για νουάρ λογοτεχνία, μετά από καιρό. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Καστανιώτη

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Πάντα ο διάβολος - Donald Ray Pollock




Αυτό είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο.

Όταν ο Μπόντεκερ έκλεισε το τηλέφωνο, τα θυμήθηκε όλα: το κούτσουρο, τα ψόφια ζώα τον μικρό που είχε το πρόσωπό του λερωμένο με πίτα. Άρβιν Γιουτζίν Ράσελ. "Σε θυμήθηκα, αγόρι μου". Πήγε και στάθηκε κοντά σε έναν μεγάλο χάρτη των ΗΠΑ που κρεμόταν στον τοίχο. Βρήκε το Τζόνσον Σίτι και το Λούισμπεργκ και με το δάχτυλό του τράβηξε μια νοητή γραμμή που περνούσε από τη Δυτική Βιρτζίνια  και έφτανε στο Οχάιο από τον αυτοκινητόδρομο 35 στο Πόιντ Πλέζαντ.

Αυτά είναι τα όρια της Αμερικής του Πόλοκ, εκεί πέρασε όλη του τη ζωή, δουλεύοντας από το 1973 έως το 2005 στη βιομηχανία Mead Paper Mill στο Οχάιο, εκεί τα βιώματά του, εκεί και η έμπνευσή του. Σε ηλικία 54 χρονών εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων Knockemstiff η οποία γίνεται δεκτή με επαινετικές κριτικές. Δύο στερεότυπα σε ανατροπή: ο συγγραφέας, ένας πενηντατετράχρονος εργάτης. Μα ποιος άλλος, σκέφτεσαι, θα μπορούσε να έχει διηγηθεί μια ιστορία όπως αυτή.

Μια ιστορία βαθιάς αγάπης. Ο πατέρας του Άρβιν, επιστρέφοντας σπίτι μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ερωτεύεται μία σερβιτόρα στην τελευταία στάση του λεωφορείου. Λίγες μέρες μετά, θα γυρίσει σε αναζήτησή της, θα την βρει στο ίδιο μαγαζί και θα της ζητήσει να τον παντρευτεί. Εκείνη θα δεχτεί. Μια ήρεμη ζωή μετά τη φρίκη του πολέμου, ένα σπίτι απομονωμένο, περιτριγυρισμένο από ένα κατάφυτο λιβάδι. Η γέννηση του Άρβιν θα ολοκληρώσει την ευτυχία του ζευγαριού. Το καλό ποτέ δεν κρατά πολύ, εκείνη θα αρρωστήσει βαριά. Εκείνος θα καταφύγει στην πίστη του στον Θεό, όπως εκείνος τον ερμηνεύει, όπως εκείνος έμαθε να τον κατανοεί, έναν Θεό που ζητά θυσίες και αίμα. Στον προσωπικό του βωμό κουβαλά ζώα, τα προσφέρει θυσία, τα κουφάρια κρέμονται από τα κλαδιά· όσο εκείνη καταπέφτει, τόσο εκείνος εντείνει τις προσφορές. Ο Άρβιν είναι πάντα εκεί, δίπλα στον πατέρα του, προσλαμβάνοντας με τις παιδικές του κεραίες την αγάπη και την αφοσίωσή του, τις θυσίες δίχως τελικό αντίκρυσμα· εκείνη πεθαίνει, εκείνος αυτοκτονεί φέρνοντας το ίδιο μαχαίρι στο λαιμό του.

Μια Αμερική σκοτεινή, μακριά από τις ηλιόλουστες ακτές των επιρροών και της προόδου, προσκολλημένη σε έναν κώδικα αξιών βασισμένων στη θρησκοληψία, την απόδοση δικαιοσύνης και τη σεξουαλική καταπίεση. Τα βιώματα παίζουν πάντα τον πλέον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικής ηθικής. Αυτή είναι η Αμερική του Πόλοκ. Η Αμερική του Άρβιν, είκοσι χρόνια μετά την αυτοκτονία του πατέρα του, σε τίποτα δεν μοιάζει να έχει αλλάξει. Ο Πόλοκ μεταφέρει αυτή τη μαυρίλα, διηγείται και παντρεύει με μαεστρία, τρεις παράλληλες ιστορίες. Ένα ζευγάρι σίριαλ κίλερ, ένας διεφθαρμένος σερίφης και ένα περιπλανώμενο ζεύγος ιεροκηρύκων συνθέτουν αυτό το σύμπαν παρακμής, όπου οι έννοιες, οι θεσμοί και τα συναισθήματα, διαστρεβλώνονται, η θρησκεία, η αγάπη, η εξουσία, όλα διαστρεβλώνονται.  

Κατά την ανάγνωση, δύο ακόμα συγγραφείς μού ήρθαν στον νου: ο Τομ Ρόμπινς και η Σίρι Χούστβεντ. Ο πρώτος περιγράφει την ίδια Αμερική, με μια διάθεση σουρεαλιστική, μέσα από το χιούμορ και την υπερβολή επισημαίνει τα ίδια κακώς κείμενα, παρεμβάλλοντας ένα αναγκαίο πρίσμα μαγείας, ένα γέλιο πικρό. Η Σίρι Χούστβεντ, στο έξοχο και σκοτεινό Μυστικό της Λίλυ Νταλ, χρησιμοποιεί παρόμοια υλικά με τον Πόλοκ, προσθέτοντας στην εξίσωση έναν καλλιτέχνη από τα ανατολικά, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό όπως αυτό της κωμόπολης. Και δεν ήταν μόνο λογοτεχνικά τα νήματα που έπλεξε η ανάγνωση. Ήταν και μουσικά, από έναν Αυστραλό, τον Νικ Κέιβ. Ήταν και κινηματογραφικά, με πρωτεύουσα την ταινία των Κοέν, Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους.

Το Πάντα ο διάβολος είναι ένα βιβλίο τρομακτικό, όχι όμως όπως τα αστυνομικά, με τα οποία λόγω του ελληνικού εξώφυλλου συγγενεύει, αλλά εξαιτίας του ωμού ρεαλισμού του, γραμμένο δίχως καμία αναγνωρίσιμη επιτήδευση, δημιουργεί μια άρρωστη βεβαιότητα πως ναι, έτσι είναι τα πράγματα. Ένα σπουδαίο βιβλίο, το οποίο δυστυχώς κινδυνεύει να χαθεί ανάμεσα σε τόσα άλλα.    



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
   

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Αμόκ και άλλες νουβέλες - Stefan Zweig




"Αμόκ;... Νομίζω πως το 'χω ξανακούσει... Το λένε στη Μαλαισία... Κάτι σαν μεθύσι;"

"Είναι περισσότερο από μεθύσι... είναι τρέλα, κάτι σαν ανθρώπινη λύσσα... ένας παροξυσμός δολοφονικής αλλόφρονης μονομανίας, που δεν συγκρίνεται με τη μέθη από κανένα ποτό... Είχα την ευκαιρία να μελετήσω εγώ ο ίδιος κάποια περιστατικά αυτά τα χρόνια που έμεινα εκεί -όταν πρόκειται για άλλους, τότε είμαστε πάντα παρατηρητικοί και έξυπνοι-, χωρίς ωστόσο ποτέ να κατορθώσω να εξιχνιάσω το φριχτό αίνιγμά του, τις αιτίες που το προκαλούν... Σχετίζεται ίσως με το κλίμα, με την αποπνικτική υγρασία, τη βαριά ατμόσφαιρα που πιέζει τα νεύρα σαν μπόρα έτοιμη να ξεσπάσει, ώσπου σπάνε... Το αμόκ, λοιπόν..., ναι, το αμόκ... Ακούστε τι είναι το αμόκ: Ένας Μαλαισιανός, ένα απλός, συνηθισμένος, καλός άνθρωπος, πίνει ήσυχα το ποτό του... Κάθεται απαθής, αδιάφορος, χωρίς να κάνει τίποτα... έτσι όπως καθόμουν κι εγώ στο δωμάτιο μου... και ξαφνικά τινάζεται όρθιος, αρπάζει το μαχαίρι του και βγαίνει τρέχοντας στον δρόμο... Τρέχει ίσια μπροστά, πάντα μπροστά... Δεν ξέρει, δεν νοιάζεται για πού... Κι ό,τι φανεί εμπρός του, ζώο ή άνθρωπος το μαχαιρώνει, το σφάζει και η μυρωδιά του αίματος τον τρελαίνει ακόμα πιο πολύ..."

Η εξορία
Οι ήρωες του Τσβάιχ αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους· ακόμα και εκείνοι που θεωρητικά λαμβάνουν μόνοι τους την απόφαση να αναζητήσουν καταφύγιο στη φυγή, έχουν βαθιά επίγνωση της σκληρής πραγματικότητας: καμία επιλογή δεν έγινε, μονόδρομος υποχρεωτικής κατεύθυνσης απλώθηκε εμπρός τους, εκείνοι απλώς είπαν: θα φύγω. Ψευδαίσθηση ελέγχου. Δεν έχει σημασία αν είναι λίγα χιλιόμετρα εκείνα που τους χωρίζουν από το μέρος που αναδύεται στο άκουσμα της λέξης: σπίτι. Μια λίμνη ή ένας ωκεανός, μια ήπειρος, τι σημασία άραγε έχει; Εκεί, σε τόπο ξένο, βυθισμένοι σε απόγνωση, συνειδητοποιούν πως η επιστροφή, εκτός από αδύνατη, απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί λυτρωτική, όμως, και παρά τη λογική προσέγγιση, ο νόστος προελαύνει θριαμβευτικά.

Το πάθος
Πυξίδα προσανατολισμού, επαναλαμβανόμενα αποδεδειγμένης μαγνητικής ανισορροπίας, υπεύθυνης, εν πολλοίς, για το σημερινό αδιέξοδο και όμως, τόσο προβλέψιμα, οδηγός για το αύριο, πάντα είναι το πάθος. Άνθρωποι αδύναμοι, που μια στιγμιαία επαφή με το πάθος τους τους προσφέρει μια αίσθηση θεϊκή, σύντομη και ίσως ψευδή, μα γλυκιά και υποσχόμενη πολλά, και εκείνοι, δίχως δεύτερη σκέψη, τρέχουν στο κατόπι της, αιμορραγώντας και τρεκλίζοντας.

Εύθραυστοι
Η ακατάπαυστη διαδοχή της ελπίδας από την απογοήτευση επιβαρύνει την ούτως ή άλλως εύθραυστη ψυχοσύνθεση των ηρώων, η τρέλα από τη λογική απέχει ελάχιστα, ποιος δεν το ξέρει αυτό άραγε; Μια στιγμή, και όλα αλλάζουν. Ούτε ελπίδα ούτε απογοήτευση πια.

Η εξορία

Το πάθος

Ο θάνατος
Τέλος όλων ο θάνατος, όχι ως φιλοσοφική βεβαιότητα, αλλά ως βίαιη διάρρηξη του παρόντος, η τελευταία πράξη του υποκειμένου πριν το πέρασμα στο βασίλειο της λήθης.

Ο συγγραφέας
Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881. Ασχολήθηκε με πολύ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Οι νουβέλες τού χάρισαν φήμη και αναγνώριση. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του το 1934. Περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες. Στις 23 Φεβρουαρίου 1942, μαζί με τη γυναίκα του, αυτοκτόνησε στη Βραζιλία.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Κάτω απ' το φως του ήλιου



Κάτω απ' το φως του ήλιου όλα μοιάζουν ασήμαντα, είπε, αφού πρώτα προλόγισε: κάποτε έγραφα στίχους. Ασυναίσθητα κοίταξα προς τον ουρανό, ούτε ένα σύννεφο. Σχεδόν ταυτόχρονα, σκεφτόμουν πως ήταν ακριβώς η προτροπή του αδράγματος της στιγμής εκείνη που με πετούσε έξω απ' το παρόν, προκαλώντας ένα άγχος: τώρα ή ποτέ. Συνέβαινε ακόμα μια φορά, τώρα όμως έπαιρνε μορφή λεκτική, μεταμόρφωση μάλλον άχρηστη σε επίπεδο πρακτικό. Σκεφτόμουν με αν, πράγμα διόλου πρωτότυπο. Αν ήμουν σίγουρος, σκεφτόμουν, πως θα την έβλεπα ξανά, όχι μία, αλλά πολλές φορές, θα με κατέκλυε μια ηρεμία, μια ηρεμία κατά παραγγελία, μια ηρεμία τόσο ποθητή. Δεν της φανέρωσα καμία από αυτές τις σκέψεις, πίστευα πως θα ακουγόταν δήθεν. Τώρα το έχω μετανιώσει. Προφανώς, το έχω μετανιώσει.

Θα πω όμως την ιστορία. Βράδυ καλοκαιριού. Ζέστη. Η πλατεία γεμάτη κόσμο. Η αλήθεια είναι πως περισσότερο έμοιαζε με προαύλιο εκκλησίας παρά με πλατεία, παρότι καμπάνα δεν χτυπούσε· η σκιά του ναού αρκούσε. Μπύρες, τσιγάρα και πολυλογία, ένα συνηθισμένο βράδυ με φίλους δηλαδή. Παράξενο πώς διαμορφώνονται τα στέκια, παράξενο και πώς εγκαταλείπονται από τη μια μέρα στην άλλη. Εκείνη καθόταν λίγο πιο πέρα με μια φίλη της. Ήταν όμορφη. Υπέθεσα, δηλαδή, πως ήταν όμορφη, με την πρώτη ματιά. Ήρθε σε μας τέσσερις ή πέντε φορές να ζητήσει αναπτήρα, είχα δεύτερο, δεν σκέφτηκα να της τον δώσω. Επιβεβαίωσα πως ήταν όμορφη. Δεν θα έβρισκα το θάρρος να της το πω, ούτε σε κανέναν άλλον το είπα, να γλιτώσω τουλάχιστον την καζούρα και τις προτροπές. Αργότερα εκείνη σηκώθηκε, έκανε τον γύρο της πλατείας, αναζητώντας κάτι από τις άλλες παρέες, σε εμάς δεν ήρθε. Σχεδόν παρεξηγήθηκα. Προσβολή εμπορικών σχέσεων, σκέφτηκα με μια διάθεση χιούμορ. Επέστρεψε. Πριν φύγει μας πλησίασε, άπλωσα μηχανικά το χέρι με τον αναπτήρα· όχι, όχι, είπε και μου έδωσε ένα χαρτί, χαιρέτισε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Έτσι γνωριστήκαμε. Ήταν γλυκιά η καζούρα.

Δυο μέρες, σκάρτες, τόσο κράτησε η ιστορία. Της γνωριμίας ακολούθησε ένας ατέλειωτος καφές. Πριν φτάσω σκεφτόμουν: τι διάολο θα βρούμε να πούμε. Κι όμως  βρέθηκαν πολλά. Η απουσία αμηχανίας είναι εμπειρία φοβερή. Η έλξη αναπλήρωνε τα κενά. Η εξέλιξη φυσιολογική. Την επόμενη μέρα η βόλτα κατω απ' το φως του ήλιου, εμένα δεν μου φάνηκε τίποτα ασήμαντο, συγγνώμη. Στο τέλος της βόλτας ο σταθμός του τρένου. Επέστρεψα σπίτι απ' την ίδια διαδρομή, κάνοντας διάφορες σκέψεις, ασυνάρτητες μεταξύ τους: η πέραν κάθε λογικής προοπτική να τη συναντήσω ξανά, η επιθυμία να ξαπλώσω, ο συμπαγής χαρακτήρας της ιστορίας με την ευδιάκριτη αρχή, το μεσαίο μέρος με την κορύφωση και το ακαριαίο τέλος, που θα αποτελούσε ενέχυρο για την -τόσο αναγκαία- συντήρηση της λάμψης του μύθου στο μέλλον, η επιθυμία να μην διηγηθώ σε κανέναν τι πραγματικά συνέβη.     


Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Birdman (2014)






Οι αντικρουόμενες γνώμες γύρω από μια ταινία με ιντριγκάρουν, καθώς εξαλείφουν -θεωρητικά τουλάχιστον- τον μεγαλύτερο κίνδυνο, εκείνον της αδιαφορίας. Τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από μια αδιάφορη ταινία. Επίσης, εξισορροπούν τις προσδοκίες, τις ουδετεροποιούν. Έτσι συνέβη με το Birdman· πρόσωπα, των οποίων το γούστο και την αισθητική εκτιμώ ιδιαιτέρως, εξέφρασαν απόψεις ακραίες. 

Το Birdman είναι η δεύτερη και πιο πρόσφατη μεγάλου μήκους ταινία του Alejandro Iñáritu, αφότου χώρισαν οι δρόμοι του με τον σεναριογράφο Guillermo Arriaga, συνεργασία από την οποία προέκυψαν τρεις σημαντικές ταινίες : Amores Perros (2000), 21 Grams (2003), Babel (2006). Η Babel, κατά την προσωπική μου γνώμη, έδειξε ξεκάθαρα πως το έως τότε επιτυχημένο μοντέλο δεν λειτουργούσε πια. Το Biutiful (2010) αποτέλεσε μια επανεκκίνηση για τον Μεξικανό σκηνοθέτη, γεγονός το οποίο το Birdman επιβεβαίωσε πανηγυρικά!

Ο Riggan  Thomson (Michael Keaton) υπήρξε σταρ του Χόλιγουντ, ενσαρκώνοντας, πριν πολλά χρόνια, τον Άνθρωπο Πουλί (Birdman). Τώρα, στη Νέα Υόρκη, επιχειρεί ένα νέο, τολμηρό βήμα, να διασκευάσει, να κάνει την παραγωγή, να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει στο διήγημα του Raymond Carver, Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη, και όλα αυτά στη Μέκκα του θεάτρου, το Broadway. Ένα ατύχημα του συμπρωταγωνιστή του θα φέρει στον θίασο τον Mike (Edward Norton), λίγες μόνο μέρες πριν από την επίσημη πρεμιέρα, και όλα θα πάρουν μια παρανοϊκή εξέλιξη.

Ας απαριθμήσουμε ορισμένα συστατικά που κρίνουν την επιτυχία μιας ταινίας, τυχαία και δίχως αξιολογική σειρά έχουμε: α) Ερμηνείες. Ό,τι και να πω, θα νιώσω λεξιλογικά φτωχός. Ειδικά ο Keaton με τον Norton δίνουν ρεσιτάλ. β) Σενάριο. Γεμάτο κλισέ και αναφορές, ένα κράμα κινηματογραφικών ειδών και στυλ, και όμως ισορροπημένο και σφιχτό. Χαρακτήρες δουλεμένοι σε βάθος -σε συνδυασμό με τις ερμηνείες βέβαια. γ) Σκηνοθεσία. Χρησιμοποίησα ήδη τη λέξη ρεσιτάλ παραπάνω για τους ηθοποιούς, ας μην επαναληφθώ. Ο Iñáritu κάνει μια επίδειξη ικανοτήτων στα όρια της πρόκλησης. Η επιλογή των μονοπλάνων προσδίδει απίστευτη ροή στο τελικό αποτέλεσμα, επιλογή εκτός από αισθητική και λειτουργική. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε και στην τεχνική υποστήριξη που διαθέτει, με το μοντάζ να υπηρετεί πιστά το σκηνοθετικό όραμα και τα ειδικά εφφέ να δένουν τέλεια με τα θεατρικά μέρη. δ) Διεύθυνση φωτογραφίας: ο σπουδαίος Emmanuel Lubezki. Αναζητήστε τις ταινίες του.

Συνήθως στο σινεμά η οθόνη λειτουργεί ως διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει το πραγματικό από το φανταστικό. Στο Birdman υπάρχει μια επιπλέον διαχωριστική γραμμή εντός της ταινίας, που χωρίζει τη σκηνή του θεάτρου από τα παρασκήνια, διάκριση, που σε μένα τουλάχιστον λειτούργησε, προσδίδοντας έναν έντονο ρεαλισμό στην εκτός σκηνής πραγματικότητα.


Μια σπουδαία ταινία. Μια ταινία δημιουργού, γεγονός σπάνιο στις μέρες μας, συγγραφικό και σκηνοθετικό όραμα που τόσο λείπει.



υ.γ Υπάρχει συγγένια εκλεκτική με μια άλλη σπουδαία ταινία, την Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης, του σπουδαίου Charlie Kaufman.

υ.γ 2 Πόσο παράπονο πρέπει να πιάνει τους θεατροανθρώπους βλέποντας τις υποδομές ενός θεάτρου στη Νέα Υόρκη.
   


Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Η δόξα των σιδηροδρόμων - Tony Judt





Ο μύθος δεν στηρίζεται πάντα στο ανεξήγητο. Η έλξη διαθέτει έδαφος στη μνήμη, αυτήν ανακαλώ τώρα.

Μνήμη πρώτη

Ο παππούς μου, από την πλευρά της μητέρας μου, δούλευε στα τρένα. Ξεκινούσε το ταξίδι από τον Πειραιά με προορισμό την Πελοπόννησο. Δεν έχω ανάμνηση της φωνής του, ήμουν μικρός όταν πέθανε. Τη διήγηση την ανέλαβε η ενδιάμεση σε εκείνον και σε μένα γενιά.

Μνήμη δεύτερη   

Την πρώτη φορά που βρέθηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολώνια έμεινα με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζω τον πίνακα αναχωρήσεων/αφίξεων. Τόσα μέρη, τόσοι πιθανοί προορισμοί. Με την ίδια ευκολία μπορούσε κανείς να βρεθεί από τη γειτονική Μόντενα μέχρι το Παρίσι.

Μνήμη τρίτη

Η συναισθηματική απόσταση, η χαρά της ανακοίνωσης από το μικρόφωνο του τερματικού σταθμού. Από τότε, πέρασαν χρόνια, πήρα ξανά το τρένο με την ίδια κατεύθυνση, μια ή δυο φορές, δεν ήταν το ίδιο. Ο σταθμός τώρα στέκει εμπόδιο στον οδικό άξονα αποφυγής του δακτυλίου, στροφή υποχρεωτική.

Σίγουρα θα υπάρχουν ακόμα περισσότεροι "λόγοι" να εξηγήσουν την έλξη. Κρυμμένοι, αφηρημένοι, ντροπιαστικοί. Τη μελέτη του Τόνυ Τζαντ, Η δόξα των σιδηροδρόμων (σειρά minima, εκδόσεις ΜΙΕΤ,  επιμέλεια σειράς Διονύσης Καψάλης), έπρεπε να τη διαβάσω. Ναι, έπρεπε.

Κανένας άλλος τεχνολογικός σχεδιασμός ή κοινωνικός θεσμός δεν αντιπροσωπεύει τη νεωτερικότητα όσο ο σιδηρόδρομος. Κανένα άλλο ανταγωνιστικό μέσο μεταφοράς, καμιά κατοπινή τεχνολογική καινοτομία, καμιά άλλη βιομηχανία δεν έχει επιφέρει αλλαγές σε τέτοια κλίμακα, ή δεν τις έχει διευκολύνει τόσο, όσο η εφεύρεση και η καθιέρωση του σιδηροδρόμου.

Και έπραξα σωστά. Η γεφύρωση ανάμεσα στον συναισθηματικό και τον επιστημονικό λόγο, η αφαιρετικότητα, η απέχθεια του συγγραφέα για την επίδειξη, κάποιες από τις αρετές του κειμένου. Η νοσταλγία δίχως τα βαρίδια του φόβου για την πρόοδο, ο σκεπτικισμός και η οξυδέρκεια απέναντι σε όσα έρχονται. Μελέτη ιστορική, κοινωνική, ανθρωπολογική και πολιτική, στον πυρήνα ο σιδηρόδρομος που τόσο αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.  

Επίκαιρο και ως προς την ελληνική πραγματικότητα, της απαξίωσης του σιδηροδρόμου, την ώρα που σε παγκόσμιο επίπεδο οι επενδύσεις σε υποδομές και σιδηροδρομικές υπηρεσίες αυξάνονται. Ο εγχώριος σιδηρόδρομος αποτέλεσε, από τα πρώτα δειλά του βήματα, μια πικρή ιστορία. 

Διαβάζοντάς το, θυμήθηκα το βιβλίο του Γάλλου ανθρωπολόγου Marc Augé, Ξανά στο μετρό (εκδόσεις Νόβολι), το μετρό, άλλωστε, αποτελεί την -εντός των αστικών τειχών- εξέλιξη του σιδηροδρόμου.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Κωστούλα Σκλαβενίτη
Επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης
Εκδόσεις ΜΙΕΤ  



Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Κατά μόνας - Andrés Neuman




Και τότε αρχίζω να τραγουδάω και το στόμα μου μεγαλώνει. Ο μπαμπάς γελάει βλέποντάς με τόσο χαρούμενο. Αλλά η μαμά δεν γελάει.
Τους το ζητούσα κι εγώ δεν ξέρω πόσα καλοκαίρια. Πάντα μου έδιναν την ίδια απάντηση. Αργότερα. Σιχαίνομαι όταν μου το λένε αυτό. Φαντάζομαι μια πολύ μεγάλη ουρά με παιδιά κι εγώ είμαι τελευταίος. Τώρα το συζήτησαν. Όχι δυνατά. Με πολλές χειρονομίες. Κλείστηκαν στην κουζίνα. Δε μ' αρέσει καθόλου όταν το κάνουν αυτό. Η κουζίνα είναι για όλους! Έβαλα τ' αφτί μου στην πόρτα. Δεν άκουγα καλά. Μετά από λίγο βγήκαν. Η μαμά ήταν πολύ σοβαρή. Πήγε στο παράθυρο. Φύσηξε τη μύτη της. Μετά ήρθε και με φίλησε στη φράντζα. Ο μπαμπάς μού ζήτησε να καθίσω μαζί του. Έτσι, σαν να 'ταν να συζητήσουμε. Μου έπιασε τα χέρια και είπε: Είσαι άντρας τώρα πια, Λίτο, πάμε. Κι εγώ άρχισα να χοροπηδάω στον καναπέ.
Ο χρόνος μετράει αντίστροφα. Σε λίγο ο πατέρας θα είναι νεκρός. Η ανάμνηση πρέπει να δημιουργηθεί άμεσα, μια ύστατη, δυνατή ανάμνηση, μια συναισθηματική παρακαταθήκη, ένα ιδιότυπο περιουσιακό στοιχείο. Ένα ταξίδι με τη νταλίκα του θείου, γνωστή ως Πέδρο, ένα ταξίδι μακρινό, οι δυο τους, ο πατέρας με τον μεγάλο -πια- γιο για συνοδηγό. Η μητέρα ανησυχεί. Η υγεία του Μάριο είναι εύθραυστη, το ταξίδι απαιτητικό. Τελικώς συνηγορεί, είναι σημαντικό να έχει κάτι να θυμάται απ' τον πατέρα του το παιδί. Εκείνο ενθουσιάζεται, δεν ξέρει.

Η κατάρα να γνωρίζει κανείς το μέλλον, το άμεσο μέλλον, ιδιότητα θεϊκή, βάρος δυσβάσταχτο για τις εύθραστες ανθρώπινες πλάτες. Πώς προετοιμάζεται άραγε κανείς; Η φθορά του αγαπημένου σώματος, η κόπωση που δημιουργεί ενοχές, η προστασία των αδύναμων. Η μοναξιά εκείνου που φεύγει, το άγνωστο. Η μοναξιά εκείνου που μένει, το άγνωστο. Τρεις μονόλογοι συνθέτουν την αφήγηση. Ο Λίτο γράφει μια έκθεση με θέμα: Πώς πέρασα στο ταξίδι με τον πατέρα μου. Ο Μάριο μαγνητοφωνεί εκείνα που θα ήθελε να εκμυστηρευτεί κάποια στιγμή στον γιο του. Η Έλενα καταφεύγει στο ημερολόγιο της. Τρεις διακριτές αφηγηματικές φωνές που εναλλάσσονται.

Ο Νέουμαν επιτυχάνει κάτι φαινομενικά απλό, που όμως χάσκει λάκος ανοιχτός για πλήθος συγγραφέων: να μιλήσει με φωνή πειστικά παιδική. Στις φωνές του ζεύγους, παρακάμπτοντας την προφανή διάκριση σε άντρα-γυναίκα, εντοπίζει την πραγματική διαφορά: τη στάση απέναντι στο μέλλον. Έτσι, η τεχνική υπηρετεί την κεντρική ιδέα, αποτελώντας το τέλειο σώμα για να του εμφυσήσει πνοή η γλώσσα. Γιατί, όσο και αν εθελοτυφλούμε, μόνος του περνά κανείς τον πόνο, με τις ανομολόγητες σκέψεις, τους φόβους και τα πάθη του. Επίτευγμα ακόμα πιο δύσκολο, η απουσία συναισθηματικού εξαναγκασμού. Η απώλεια και ο θάνατος διαθέτουν τέτοια δυναμική, λογοτεχνικά μιλώντας, που μπορούν να παραπλανήσουν τον συγγραφέα σε μονοπάτια γλυκανάλατα, ψευδοποιητικά, εκεί που ακόμα και ο θάνατος δημιουργεί, μου δημιουργεί, αναγνωστική αποστροφή, τι με νοιάζει εμένα, σκέφτομαι. Με το ζόρι συναίσθημα δεν γεννιέται, ο Νέουμαν το ξέρει και αποφεύγει τον σκόπελο με άνεση, η αφήγηση πρέπει να μπλέκεται με τις σκέψεις του αναγνώστη, και όχι μόνο με αυτές, μα και με τους φόβους και τα πάθη του, να μπορεί να υπερπηδήσει το ατομικό.

Ο συγγραφέας-αναγνώστης που αγαπά τη λογοτεχνία, που διψά για ιστορίες, που εμπνέεται και στοιχειώνεται απ' αυτές. Ο Νέουμαν είναι τέτοια περίπτωση συγγραφέα, ποικιλογραφότατος, φόρμα μικρή και μεγάλη, ποίηση και δοκίμιο, ακολουθεί τη λογοτεχνική παραγωγή, δεν ζει απομονωμένος, πιστεύοντας πως ο κόσμος μόνο τα δικά του πεπραγμένα αναμένει. Η αφήγηση της Έλενα, φιλολόγου στο επάγγελμα -ναι, μια φιλόλογος που διαβάζει λογοτεχνία- διάσπαρτη από λογοτεχνικές αναφορές, η ανάγνωση ως συναισθηματικό καταφύγιο, η ιδιαίτερη αυτή αίσθηση, που μόνο η τέχνη μπορεί να χαρίσει: δεν είμαι μόνος. Τα αναγνώσματα του Νέουμαν δημιουργούν έναν επιπλέον δεσμό, τα γνωστά και αγαπημένα χτίζουν ένα κοινό παρελθόν, τα άγνωστα προστίθενται στη μεγάλη λίστα με τα προσεχώς. Ένας συγγραφέας που δικαιολογεί τον ντόρο γύρω από το ονομά του, δικαιώνει -έστω και σε αυτό το δείγμα- τον χαρακτηρισμό ενός από τα νέα μεγάλα ταλέντα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.     
 

υ.γ μου έφερε στο νου τις Ακακίες, μια ωραία ταινία του 2011 από τηνΑργεντινή. Περισσότερα εδώ.



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη - Laurent Mauvignier





Το 2009, τις ημέρες ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, στη Λιόν της Γαλλίας, ένας Γάλλος υπήκοος, με καταγωγή από τη Μαρτινίκα, παίρνει μια παγωμένη μπύρα από το ψυγείο του σούπερ μάρκετ Carrefour και την κατεβάζει μονορούφι, οι άντρες της ασφάλειας τον πλευρίζουν, απαιτούν το αντίτιμο, τον κατηγορούν για κλοπή, τον οδηγούν στις αποθήκες, τον ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου, οι κάμερες τα καταγράφουν όλα, ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του θα πει: κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πεθαίνει για κάτι τόσο μηδαμινό, είναι άδικο να πεθαίνει κανείς για ένα κουτάκι μπίρα.

Όπως αντιλαμβάνεστε η είδηση κατέλαβε τον ελάχιστο χώρο στην επικαιρότητα των ημερών, η ζωή και ο θάνατος ενός ανώνυμου ανθρώπου. Ο Λωράν Μωβινιέ ήταν ένας απ' όσους διάβασαν την είδηση στις εφημερίδες. Δεν ξέρω αν το σωστό ρήμα θα ήταν το εμπνεύστηκε ή το θύμωσε, και μικρή σημασία έχει, εκείνο που έχει σημασία είναι το έργο, ένα μοιρολόι για κάποιον που ποτέ δεν γνώρισε, για κάποιον που έφυγε με έναν τρόπο ντροπιαστικό, εξευτελιστικό. Η απόλυτα ρεαλιστική βάση της έμπνευσης δεν οδηγεί τον δημιουργό σε ένα ρεπορταζιακού χαρακτήρα κείμενο, δεν επιθυμεί να μπει στη θέση δημοσιογράφων και τηλεσχολιαστών, αρνείται να ηθικολογήσει φτηνά και εκ του ασφαλούς. Στηρίζεται σε ένα γεγονός πραγματικό και το διανθίζει με στοιχεία φανταστικά, δεν έχει πια σημασία η προσήλωση στην αυστηρή αλήθεια που σε τίποτα δεν εξυπηρετεί τώρα πια, που ο νεκρός δεν έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δικαίωμα που του αφαιρέθηκε βάναυσα. Επιλέγει την υψηλή λογοτεχνία της αυστηρής φόρμας, έναν λόγο ποιητικό να συνοδεύσει τον νεκρό, να αντιπαραταχθεί στη λήθη. Αυτό που εκείνος ονομάζει λήθη. Λογοτεχνία στρατευμένη στη ζωή.

[...] κι εσύ, για πες εσύ,  δεν ξέρεις τι θα πει να διψάς ή να νιώθεις τις τσέπες σου σαν να ΄ναι ραμμένες, όταν είναι αδύνατον να περάσεις μέσα τους έστω και ένα δάκτυλο για να πιάσεις στο βάθος ένα κέρμα, ένα χαρτονόμισμα, έστω και των πέντε ευρώ, διπλωμένο στα τέσσερα, ξεπλυμένο, τσαλακωμένο, ε; όχι; τίποτα; και δεν προσπάθησε καν να τους πείσει, να τους πει πως σε κάποια άλλη ζωή θα μπορούσαν να είχαν πάει στο ίδιο σχολείο ή να ήταν φίλοι και να υποστήριζαν την ίδια ποδοσφαιρική ομάδα, ή ακόμα, ορίστε, ακόμα και αυτό, θα μπορούσε κι εκείνος να δούλευε μαζί τους και να ήταν φύλακας, ξέρει καλά τι είναι οι δουλειές που κάνει κανείς για να ζήσει, δεν τους κατακρίνει, αυτή ή η άλλη δουλειά, χέστηκε, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας απ' αυτούς, γιατί όχι;

Η απουσία τελείας οδηγεί σε μια ανάγνωση ελεύθερης πτώσης, πουθενά δεν υπάρχει ένα σημείο να ξαποστάσει ο αναγνώστης, από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να ξεκινήσει πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος, με σκυμμένο το κεφάλι, έστω και από υποχρέωση, όπως στις κηδείες, να διαβάσει τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, να μάθει εκείνα που αποσιωπήθηκαν. Η ομορφιά του κειμένου δεν κατευνάζει το αίσθημα ενοχής, αντίθετα μάλλον, το ενισχύει. Ο Μωβινιέ δεν μοιάζει να ζητά τη δικαίωση του νεκρού, δεν μοιάζει να στοχεύει σε ένα κείμενο χριστιανικό, σε μια προσευχή για τη σωτηρία μιας ψυχής, μοιάζει περισσότερο να δείχνει με το δάκτυλο τον αναγνώστη και να τον ρωτά: τι διάολο πάει στραβά σε αυτόν τον κόσμο που ένας άνθρωπος πεθαίνει για ένα κουτάκι μπίρα;

[...] θυμόταν όσα δεν πρόκειται να ξαναδεί γιατί οι φύλακες τον απάλλαξαν απ' την όραση κι απ' την ακοή, αλλά κι απ' την ελπίδα ακόμη, την ελπίδα που τον κράτησε μέχρι την ύστατη στιγμή, είμαι σίγουρος, δεν μπορεί να έγινε διαφορετικά, όταν βρισκόταν στην κόψη του τέλους, άγγιζε ήδη το τέλος, γλιστρούσε προς αυτό, νομίζω, όταν η ζωή έφευγε ενώ εκείνος συνέχιζε να σκέφτεται, θα σταματήσουν να χτυπάνε, θα ξαναβρώ την ανάσα μου, δεν μπορεί να τελειώνουν όλα εδώ, όχι τώρα [...]

Ένα συμβάν μικρής σπουδαιότητας για τον μεγάλο κόσμο, υψίστης για τον περίγυρο του νεκρού, ένας ακόμα θάνατος ανάμεσα σε τόσους άλλους. Ο συγγραφέας σε ρόλο διασώστη της μνήμης, της ελάχιστης μνήμης, σε ρόλο αμφισβητία της αντικειμενικής σημαντικότητας. Ο Μωβινιέ, σε μικρή φόρμα, διηγείται έναν ελάχιστο, ανώνυμο θάνατο, κάτι αντίστοιχο με εκείνο που σε μεγαλύτερη φόρμα, μα εξίσου υπέροχα και ποιητικά, πέτυχε ο Jon McGrecor, στο Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα (Εκδόσεις Άγρα, μτφρ Αθηνά Δημητριάδου).    

Ο μεταφραστής Σπύρος Γιανναράς, εκτός του απαιτητικού έργου της μεταφοράς στα ελληνικά του πυκνού λόγου του Μωβινιέ, συνοδεύει το κείμενο με ένα επίμετρο υψηλού επιπέδου και όχι απλώς επεξηγηματικού χαρακτήρα ως είθισται.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Σπύρος Γιανναράς
Εκδόσεις Άγρα