Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Χειμώνας




Τον Μάρτη, μην ξεχνάς τον Μάρτη, της είπε, κάνει κρύο τον Μάρτη, το περισσότερο κρύο, δριμύ ψύχος, που λένε οι λόγιοι και οι μετεωρολόγοι, ένα κρύο που σε περονιάζει, πιο λαϊκά, τον Μάρτη τα σπίτια θα έχουνε ποτίσει υγρασία και τα κορμιά θα έχουνε κουραστεί απ' τον χειμώνα, που δεν θα 'χει τελειώσει ακόμα, και ας βιαστούν πάλι κάποιοι, οι ίδιοι πάντοτε, να καλωσορίσουν την άνοιξη πριν τις είκοσι μία, να μιλάνε για αλκυονίδες μέρες κάθε τρεις και λίγο, σε μια φράση κλισέ, για ανθισμένες αμυγδαλιές, σε μια εικόνα κλισέ, για τις καλοκαιρινές διακοπές, σε μια ευχή κλισέ, εσύ μην ξεχνάς τον Μάρτη όταν λες για το κρύο που σκαπουλάραμε τον Νοέμβρη, δεν τον λένε άδικα γδάρτη και κακό παλουκοκαύτη τον Μάρτη, μην τον ξεχνάς, λοιπόν, όταν αφαιρείς έναν μήνα από τον λογαριασμό του ηλεκτρικού, δείχνοντάς μου το τεφτέρι στο τραπέζι της κουζίνας, σε ένα σπίτι χωρίς κεντρική θέρμανση, οι τοίχοι ένα κορμί δίχως αίμα στις αρτηρίες, μην τον ξεχνάς, γιατί δεν θα αργήσουν να έρθουνε μέρες, και κυρίως νύχτες, που θα σέρνουμε πίσω μας το αερόθερμο, θερμοπομπό τον λένε τώρα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, μόνιμο ίχνος σε κάθε μας βήμα, θα βγαίνουμε τρέμοντας από την μπανιέρα, θα πλαγιάζουμε πάνω στα ηλεκτρικά υποστρώματα, με τα καλώδια να προεξέχουν από κάθε πλευρά του κρεβατιού, θα χωνόμαστε στην αυτοσχέδια σκηνή από κουβέρτες και παπλώματα και το πρωινό ξύπνημα θα είναι ακόμα πιο σκληρό, θα αναπολούμε, ανάμεσα σε άλλα, τις γιορτές των παιδικών μας χρόνων, τα παχιά χάλια και τους στολισμένους τοίχους, τη θαλπωρή και τα δώρα, τα στρωμένα τραπέζια με παρόντες όλους, ζωντανούς και πεθαμένους πια, και ας γκρινιάζαμε τότε ότι εμείς με τους φίλους μας θα θέλαμε να είμαστε, να γλεντάμε και να πίνουμε, και όχι με τους γέρους γονείς μας, γέροι εκ γενετής, θαρρείς, τώρα, που οι απουσίες στο οικογενειακό προσκλητήριο πυκνώνουν, νιώθουμε ενοχές, όμως είναι αργά πια, μην ξεχνάς τον Μάρτη, σε παρακαλώ, μη, ο χειμώνας είναι ακόμα μπροστά μας, φθινόπωρο είναι ακόμα, της είπε.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ - Γκαϊτό Γκαζντάνοφ




Από όλες μου τις ενθυμήσεις, από τα άπειρα βιώματα της ζωής μου, η πλέον οδυνηρή ανάμνηση ήταν εκείνη του μοναδικού φόνου που είχα διαπράξει. Από τη στιγμή που συνέβη, δεν θυμάμαι μέρα που να μην ένιωσα λύπη γι' αυτό. Καμιά τιμωρία δεν με απείλησε ποτέ, καθώς είχε συμβεί κάτω από πολύ ιδιάζουσες συνθήκες και ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά. Επιπλέον, κανείς άλλος εκτός από μένα δεν το ήξερε.
Ο Γκαϊτό Γκαζντάνοφ (1903-1971), Ρώσος συγγραφέας, που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στο εξωτερικό, ενώ αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε από ένα κοινό πιο ευρύ την τελευταία μόλις πενταετία, όταν και εκδόθηκαν νέες μεταφράσεις των έργων του, φροντίζει να συστηθεί στον αναγνώστη με έναν τρόπο ευφυή, από την πρώτη κιόλας πρόταση, όπου αποκαλύπτει τόσο το ύφος όσο και τους δύο θεματικούς άξονες στους οποίους θα κινηθεί η νουβέλα Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ, η οποία κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, με τη δεδομένη εγγύηση που προσφέρει το όνομα της Ελένης Μπακοπούλου στη μετάφραση.

Πιο έντονη, και αρχικώς εκείνη που μονοπωλεί το ενδιαφέρον, είναι η αναφορά στον φόνο, τον μοναδικό φόνο που ο αφηγητής ισχυρίζεται πως έχει διαπράξει, γεγονός που στοίχειωσε τη μετέπειτα ζωή του. Όμως, ο ήρωας/αφηγητής φροντίζει να διευκρινίσει, πρώτα και κύρια στον ίδιο του τον εαυτό, πως ο φόνος, αν και γεγονός εξαιρετικά βαρύνουσας σημασίας, δεν παύει να αποτελεί ένα από τα άπειρα βιώματα της ζωής του, την οποία, σε μια διάθεση απολογιστική, επιχειρεί να εξιστορήσει. Αφορμή για την εξιστόρηση αυτή αποτέλεσε η ανακάλυψη από τον αφηγητή ενός διηγήματος στα αγγλικά, με τίτλο Περιπέτεια στη στέπα, κάποιου Αλεξάντρ Βολφ, στο οποίο γίνεται ακριβής περιγραφή του ίδιου φόνου από την πλευρά του θύματος. Όπως είναι φυσικό η ανακάλυψη αυτή θα αναστατώσει τον αφηγητή και θα τον οδηγήσει στο κυνήγι της αναζήτησης του συγγραφέα του διηγήματος, τον οποίο είχε δει να πέφτει νεκρός απ' το δικό του όπλο.

Ο Γκαζντάνοφ, στυλίστας του λόγου και οξυδερκής παρατηρητής της ανθρώπινης ύπαρξης, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κλίμα ασφυκτικό, ένα λαμπερό παρισινό αδιέξοδο για τον ήρωά του, ο οποίος σιγά σιγά βυθίζεται όλο και βαθύτερα στην κόλαση, παρ' ότι, και εκεί φαίνεται ο ρόλος και η σημασία των παρεκβάσεων, οι οποίες αρχικώς ίσως ξενίσουν, προσπαθεί να δώσει χώρο και χρόνο και σε άλλες εμπειρίες από τη ζωή του, κυρίως στο Παρίσι, κάνοντας αναφορά στη ζωή του εμιγκρέ και στις ερωτικές του επιτυχίες, ένα δυτικοευρωπαϊκό αντίβαρο στο ρωσικό παρελθόν του, στην Οκτωβριανή επανάσταση και τη νίκη των Κόκκινων που τον ανάγκασε να περάσει τα σύνορα, αλλά και την παρούσα ζωή του, στην οποία κερδίζει χρήματα ως δημοσιογράφος σε γαλλική εφημερίδα, έχοντας δηλαδή προσαρμοστεί στη νέα πατρίδα.

Και είναι αυτή η θαυμάσια ισορροπία που επιτυγχάνει ο Γκαζντάνοφ, οι εναλλαγές ανάμεσα σε μια τυπική ρωσική νουβέλα, βαθιά υπαρξιακή, με τη στέπα να απλώνεται αχανής, και σε μία γαλλική, με τα βουλεβάρτα, τα καφέ και τα καμπαρέ, που κάνει ιδιαίτερο το Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ, δικαιολογώντας τον ντόρο των τελευταίων χρόνων· άλλωστε οι προσλαμβάνουσες του ίδιου του Γκαζντάνοφ μοιάζουν να καθορίζουν και να διαμορφώνουν αυτόν τον διχασμό, το τρέκλισα σε δύο πραγματικότητες, που με τόση ακρίβεια και ψυχραιμία αποτυπώνονται στη νουβέλα· εκείνες οι πρώτες προσλαμβάνουσες, από τη μικρή του ηλικία, η μητρική του γλώσσα αλλά και οι ύστερες, η νέα γλώσσα και η βεβιασμένη προσαρμογή του ξένου μακριά από τις σταθερές του.

Και ίσως, αν προσπαθήσει να φέρει κανείς τη νουβέλα εγγύτερα στην πραγματικότητα του ίδιου του Γκαζντάνοφ, ο φόνος να μην είναι τίποτα άλλο από την απόφασή του να εγκαταλείψει τη Ρωσία, γεγονός που, όπως είναι αναμενόμενο, τον στοιχειώνει, όσο και αν το αρνείται, όσο και αν προσπαθεί να μετατοπίσει το βάρος της καθημερινότητάς του. Και είναι αυτή η διαρκής αναζήτηση, η αλήθεια από την άλλη πλευρά για το τι πραγματικά έγινε, εκείνη που τον αναγκάζει να αναμετρηθεί ξανά με το παρελθόν, με τις αναμνήσεις, να επαναξιολογήσει τη στάση του και τις αποφάσεις του. Και ίσως όλες οι παρεκβάσεις να μην είναι παρά ασκήσεις φόνων, επαναλαμβανόμενες απόπειρες να αφήσει οριστικά πίσω την πρώτη πατρίδα, την οποία μοιάζει να μην έχει εγκαταλείψει ποτέ, και ας είναι τόσα χιλιόμετρα μακριά, να δει κατάματα αυτό το φάντασμα που πότε τον τρομάζει και πότε τον καλοπιάνει να πλησιάσει.

Το επίμετρο του Χρήστου Αστερίου, κατατοπιστικό και πλήρες, αποτέλεσμα θαυμασμού και έρευνας, αποτελεί ένα χρήσιμο συμπλήρωμα της αναγνωστικής εμπειρίας.   



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Αντίποδες

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Εικόνες στα λόγια τους





Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους. Όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός, πέντε λεπτά περίπου από τη στιγμή που το κορίτσι είχε φύγει από το τραπέζι, ο πατέρας δεν σηκώθηκε αμέσως, αλλά έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να είχε παραλύσει, με το στόμα γεμάτο, χωρίς να τολμάει ούτε να μασήσει ούτε να καταπιεί ούτε, πόσο μάλλον, να φτύσει την μπουκιά στο πιάτο· κι όταν επιτέλους σηκώθηκε και έτρεξε στο μπάνιο, εκείνοι που τον ακουλούθησαν, είδαν πως, ενώ ανακάλυπτε το αιμόφυρτο σώμα της κόρης του κι έκρυβε μες στα χέρια του το κεφάλι του, συνέχιζε να περνάει την μπουκιά του κρέατος από τη μία στην άλλη πλευρά του στόματος, μην ξέροντας τι να την κάνει.

Καρδιά τόσο άσπρη - Javier Marías (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας)


                                 
              




Δεν ένιωσα ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άτομό μου. Αυτό όμως δε θέλει να πει ότι θα μπορούσα κατά βούληση να σταματήσω να σκέφτομαι για μένα και για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι κρίμα, αλλά δυστυχώς έτσι είναι. Και το πρωί εκείνο είχα στ’ αλήθεια κάτι να σκεφτώ, αυτό είναι σίγουρο. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου θα μιλούσε ίσως για ζήτημα ζωής ή θανάτου, αλλά εγώ δεν ξεστομίζω εύκολα τέτοια μεγάλα λόγια· ούτε καν όταν είμαι μόνος μου, όπως τότε.

               
Η ακόλουθη ιστορία - Cees Nooteboom (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Καστανιώτη) 

                          




Όταν η Μαρία ντο Κάρμο Μενέσες ντε Σεκέιρα άφησε την τελευταία της πνοή, εγώ κοίταζα τις Meninas του Βελάσκεθ στο μουσείο του Πράδο. Ήταν ένα μεσημέρι του Ιουλίου κι εγώ δεν ήξερα ότι εκείνη πέθαινε. Έμεινα να κοιτάζω τον πίνακα μέχρι τις δώδεκα και τέταρτο, ύστερα βγήκα αργά προσπαθώντας να μεταβιβάσω στη μνήμη μου την έκφραση τής φιγούρας του βάθους, θυμάμαι είχα σκεφτεί τα λόγια της Μαρίας ντο Κάρμο: το κλειδί του πίνακα βρίσκεται στη φιγούρα του βάθους, είναι ένα παιχνίδι αντιστροφής· διέσχισα τον κήπο και πήρα το λεωφορείο μέχρι την Πουέρτα δελ Σολ, γευμάτισα στο ξενοδοχείο, ένα παγωμένο γκασπάτσιο και φρούτα, και πήγα να ξαπλώσω για να ξεγελάσω τη μεσημεριανή ζέστη στο ημίφως του δωματίου μου. Με ξύπνησε το τηλέφωνο στις πέντε, ή ίσως να μην με ξύπνησε, βρισκόμουνα σε μια περίεργη κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, έξω βούιζε η κίνηση τής πόλης και στο δωμάτιο βούιζε το κλιματιστικό, που όμως στο υποσυνείδητό μου ήταν η μηχανή ενός μικρού γαλάζιου ρυμουλκού που διέσχιζε το στόμιο του Τάγου το δειλινό, ενώ εγώ και η Μαρία ντο Κάρμο καθόμασταν και το κοιτάζαμε. Έχετε μια κλήση από τη Λισαβόνα, μου είπε η φωνή της τηλεφωνήτριας, ύστερα άκουσα τη μικρή ηλεκτρική κένωση του μεταλλάκτη και μια αντρική φωνή, ουδέτερη και μπάσα, που ρώτησε να μάθει το όνομά μου και ύστερα είπε: Είμαι ο Νούνο Μενέσες ντε Σεκέιρα, η Μαρία ντο Κάρμο πέθανε το μεσημέρι, η κηδεία θα γίνει αύριο στις πέντε το απόγευμα, σας τηλεφωνώ γιατί μου το είχε ζητήσει εκείνη. Το τηλέφωνο έκανε κλικ και εγώ είπα: Εμπρός εμπρός. Έκλεισαν κύριε, είπε η τηλεφωνήτρια, η συνδιάλεξη είχε διακοπεί.

Το παιχνίδι της αντιστροφής - Antonio Tabucchi (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Άγρα)



Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Συνέδριο για το μέλλον - Στάνισλαβ Λεμ





Κυριακή πρωί. Εκείνος διάβαζε το Solaris σε ένα τραπέζι κάπως πιο πέρα από εκεί που καθόμουν εγώ. Πήρα το θάρρος και περνώντας από δίπλα του, κατευθυνόμενος στο ταμείο, του είπα: δεν είναι απίστευτος συγγραφέας ο Λεμ; Ξαφνιάστηκε, και απομάκρυνε το βλέμμα από τις σελίδες, ακολουθώντας την ηχητική παρεμβολή. Ναι, συμφώνησε. Συζητήσαμε για τον Λεμ και για τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, για την άδικη θέση της σαν αποπαίδι, για την αβίαστη αναγνωστική προσέγγισή της ακόμα και από κάποιους που δηλώνουν μεγάλοι θαυμαστές της. Γκρίνιαξα: μα, είναι δυνατόν να κυκλοφορούν στα ελληνικά μόνο δύο βιβλία του;* Υποσχέθηκε να μου φέρει, την επόμενη φορά, στο ίδιο καφέ, το Συνέδριο για το μέλλον, εδώ και χρόνια εξαντλημένο, από τη βιβλιοθήκη του. Τήρησε την υπόσχεσή του.

Μια έκδοση ταπεινή, που δεν θα γέμιζε το μάτι κάποιου εστέτ βιβλιόφιλου, με χρονολογία έκδοσης πρότερη εκείνης της γεννήσεώς μου, ένα αντίτυπο ταλαιπωρημένο, με τα σημάδια του χρόνου -μα και της ανάγνωσης- εμφανή στο σώμα του, ένα ανέλπιστο εύρημα. Να το προσέξεις, μου είπε. Η ανάγνωσή του απέκτησε το χαρακτήρα επείγοντος, ένας συνδυασμός λαχτάρας και υποχρέωσης για άμεση επιστροφή, σφήνα ανάμεσα στα ιταλικά μυθιστορήματα που διάβαζα εκείνες τις μέρες με μανία -εξαιτίας της Φεράντε και του Ταμπούκι που είχαν προηγηθεί.

Ο ήρωας του Λεμ, κάποια στιγμή στο μέλλον, ταξιδεύει για ένα συνέδριο μελλοντολόγων, το οποίο φιλοξενείται σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο στην Κόστα Ρίκα, με κύριο θέμα συζήτησης τον υπερπληθυσμό που απειλεί τον πλανήτη. Ξαφνικά, θα ξεσπάσει μια απεργία και η πόλη θα περιέλθει σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, την οποία οι αρχές προσπαθούν να διαχειριστούν με τη χρήση διάφορων τακτικών, τα αποτελέσματα των οποίων όμως καταλήγουν αντικρουόμενα και επιτείνουν το χάος, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για τον συγγραφέα.

Ο Λεμ, ο σπουδαίος και τεράστιος αυτός συγγραφέας, παραδίδει ένα μυθιστόρημα αχαλίνωτης φαντασίας και μαύρου χιούμορ, γραμμένο το 1971, μεταφρασμένο στα ελληνικά το 1977, που η ανάγνωσή του σήμερα, εκτός από τη δεδομένη απόλαυση, αναδεικνύει μία διορατικότητα του συγγραφέα του για την εξέλιξη των πραγμάτων στον πλανήτη Γη, διορατικότητα, την οποία -κάπου έχω επαναλάβει και παλαιότερα- δεν είμαι σίγουρος ότι θα επιθυμούσε να επιβεβαιωθεί ο διακρινόμενος για τον ανθρωπισμό του Λεμ, αρκούμενος, φαντάζομαι, στο μασκάρεμα του τότε παρόντος, ξεγελώντας τις επιτροπές λογοκρισίας και ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο.

Η ικανότητα του Λεμ στην γλωσσοπλαστία, αποτελεί την κύρια πηγή του χιούμορ και το βασικό εργαλείο της κατασκευής και της παρουσίασης του μέλλοντος κόσμου ή της παραμόρφωσης του σύγχρονου με εκείνον, στοιχείο το οποίο ο μεταφραστής στα ελληνικά, Βασίλης Καζαντζής, αναδεικνύει με έμπνευση και επιμονή στην ανάδειξη της λεπτής απόχρωσης κάθε νέας λέξης που επινοεί και εισάγει ο συγγραφέας, εμπνεόμενος σίγουρα, πέρα από τη δεδομένη ικανότητά του, και από τη γοητεία που του άσκησε ως αναγνώστη το κείμενο.

Λίγες μέρες μετά επέστρεψα το βιβλίο στον κάτοχό του.


*Από τις εκδόσεις Ποταμός κυκλοφορούν το Solaris και το Ημερολόγιο των άστρων.

Μετάφραση Βασίλης Καζαντζής
Εκδόσεις Κάκτος

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Little Scarlet - Walter Mosley




Ο πρωινός αέρας μύριζε ακόμα καπνό. Καμένο ξύλο κυρίως, αλλά υπήρχε επίσης αυτή η έντονη βρώμα καμένου πλαστικού και μπογιάς. Και, παρόλο που ήξερα ότι δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, νόμιζα ότι έπιασα τη μυρωδιά σαπισμένης σάρκας κάτω από τα χαλάσματα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Το κατάστημα ειδών κιγκαλερίας και το χαρτοπωλείο του Μπέρναρντ είχαν γίνει στάχτη. Το παντοπωλείο του Γκονζάλες είχε λεηλατηθεί, αλλά μόνο ένα μέρος της σκεπής του είχε καψαλιστεί. Το γωνιακό κτίριο όμως, η κάβα "Τυχερή Δεκάρα" είχε καεί ολοσχερώς. Ο Μάνι Μάσμαν ήταν κάτω, μέσα στα συντρίμμια, με τους δυο γιους του, κλωτσώντας τα μεταλλικά ράφια. Κάποια στιγμή ο μεσήλικας καταστηματάρχης έσκυψε το κεφάλι του και άρχισε να κλαίει.
Βρισκόμαστε στο 1965 και η Αμερική προετοιμάζει μια στρατιωτική επέμβαση εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ο ψυχρός πόλεμος βρίσκεται στο απόγειο του, ενώ η κατάκτηση του διαστήματος δίνει όραμα σε έναν ολόκληρο λαό. Στο εσωτερικό της χώρας, στη σκιά του αμερικάνικου ονείρου και του αντικομουνισμού, οι φυλετικές διακρίσεις εξακολουθούν να υφίστανται και να δημιουργούν μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, αντιφατική και εύφλεκτη. Μια ακόμα μέρα ξημερώνει στο γκέτο του Γουότς, στο Λος Άντζελες, με τα σημάδια της βίαιης νύχτας που προηγήθηκε να είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Η παρουσία του στρατού και της αστυνομίας περισσότερο προκαλούν παρά λειτουργούν κατευναστικά. Ο φόνος μιας μαύρης γυναίκας, γνωστής ως Little Scarlet, απειλεί να αναζωπυρώσει τη φωτιά, καθώς ο φερόμενος ως δολοφόνος είναι ένας λευκός άντρας, στον οποίο το θύμα πρόσφερε καταφύγιο όταν τον κυνηγούσε εξαγριωμένο πλήθος αφροαμερικανών. Η αστυνομία χτυπά την πόρτα του μαύρου ντετέκτιβ Ίζυ Ρόουλινς και ζητά τη βοήθειά του. Άλλωστε, μόνο ένας μαύρος θα μπορούσε να κινηθεί με σχετική άνεση μέσα στο γκέτο, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πιθανών μαρτύρων και να ανακαλύψει τον δράστη.
Ήμουν ένας μεσήλικας δημοτικός υπάλληλος. Τα μόνα πράγματα που θα έπρεπε να έχω στο μυαλό μου ήταν το κρεβάτι μου, τα παιδιά μου, το δάνειό μου και η γυναίκα που αγαπούσα. Όλα αυτά με περίμεναν μέσα στο σπίτι.
Αλλά, αντί να λάβω υπόψη μου αυτό το οικογενειακό καθήκον, πήγα στο αμάξι μου, το έβαλα μπροστά και απομακρύνθηκα.
Κάθε νουάρ μυθιστόρημα, που φιλοδοξεί να διεκδικήσει την αναγνωστική προσοχή, οφείλει να διαθέτει έναν ντετέκτιβ όπως ο Ίζυ Ρόουλινς: ανθρώπινο και ακριβώς γι' αυτό αντιφατικό, σκοτεινό και ακριβώς γι' αυτό γοητευτικό, με τον απαραίτητο αλτρουισμό, ενισχυμένο από μια πίστη στο Εγώ, και την αγάπη για τον κόσμο να επικρατεί αέναα, έστω και την τελευταία στιγμή, απέναντι στη ροπή προς τη μισανθρωπία. Μέσω του Ρόουλινς, και της έρευνάς του σχετικά με τον πραγματικό δολοφόνο της Little Scarlet, ο Γουόλτερ Μόσλυ μάς ξεναγεί στα γκέτο του Λος Άντζελες της δεκαετίας του '70, εστιάζει στους αγώνες, συχνά τυφλούς και αδιέξοδους, της αφροαμερικανής κοινότητας για ίσες ευκαιρίες και τερματισμό των διακρίσεων, σε ένα Λος Άντζελες ελάχιστα φαντασμαγορικό, με τα στούντιο του Χόλιγουντ να αποτελούν μια παράλληλη και μακρινή πραγματικότητα. 

Όμως, ούτε ο συμπαθής ντετέκτιβ, ούτε το ενδιαφέρον ιστορικό φόντο θα ήταν αρκετά, παρά την αδιαμφισβήτητη δυναμική τους, για την κατασκευή ενός σπουδαίου νουάρ μυθιστορήματος. Ο Γουόλτερ Μόσλυ, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και γι' αυτό φροντίζει να  παρουσιάσει μια ιστορία δουλεμένη στη λεπτομέρεια, με σφιχτή πλοκή και τις απαραίτητες ανατροπές, ενώ δεν αμελεί τους υπόλοιπους ήρωες πέραν του Ρόουλινς, τα κίνητρα και οι αποφάσεις των οποίων διαθέτουν ορατή βάση στον χαρακτήρα του καθενός από αυτούς, γεγονός που δίνει επιπρόσθετο βάθος και αληθοφάνεια στην πορεία για την εύρεση του δολοφόνου. Η εσωτερική μάχη του Ρόουλινς ανάμεσα στην συναισθηματική ισορροπία τής, με κόπο χτισμένης, οικογενειακής εστίας και την αίσθηση του καθήκοντος, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει -και είναι κάπως- κλισέ, εντούτοις λειτουργεί ικανοποιητικά στα πλαίσια του μυθιστορήματος. 

Ο Μόσλυ επιτυγχάνει να αποδώσει μέσα από ένα μεμονωμένο περιστατικό, τη δολοφονία της Little Scarlet, το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, ισορροπώντας επιτυχώς, δίχως κενούς διδακτισμούς και άσκοπες ηρωοποιήσεις, παραδίδοντας ένα σκληρό και ρεαλιστικό νουάρ μυθιστόρημα, δημιουργώντας στον αναγνώστη την περιέργεια και για τις υπόλοιπες ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Ίζυ Ρόουλινς.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις         
   

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Η Μαζώχτρα του Αργύρη Εφταλιώτη στο θέατρο Μικρό Γκλόρια




Μπορεί ένα διήγημα του 1900 να μετατραπεί σε θεατρική παράσταση, που να αφορά τον σημερινό θεατή; Αυτή ήταν η τελευταία μου σκέψη λίγο πριν μπω στην κατάμεστη αίθουσα του θεάτρου Μικρό Γκλόρια.

Είναι η ιστορία ενός χωριού της Κρήτης, ας το ονομάσουμε Παραμυθία, κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής, λίγα χρόνια μετά την αποτυχημένη επανάσταση, η οποία και καταπνίγηκε, αφήνοντας πίσω της ανοιχτές πληγές και καμένη γη. Σε εκείνο το μικρό χωριό έχει επέλθει μια κατάσταση φαινομενικής ισορροπίας· ο τουρκικός μαχαλάς στη μια άκρη και ο κρητικός στην άλλη, τα λιόδεντρα δίνουν πάλι καρπό, ο κατακτητής χαλαρώνει τα δεσμά, ώσπου μια ερωτική ιστορία έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα. Η Ασήμω, μια ορφανή μαζώχτρα που ζει με τη γιαγιά της, και ο Πανάγος, γόνος πλούσιας οικογένειας, μετά από χρόνια κρυφών ματιών και ανομολόγητων πόθων, θα βρεθούν μόνοι τους σε ένα ειδυλλιακό βουκολικό τοπίο, έξω από το χωριό, κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου, εκείνος θα της προσφέρει ένα γλυκό τσαμπί σταφύλι και θα της ζητήσει να τον παντρευτεί, εκείνη θα γυρίσει στο σπίτι, θα πει τα ευχάριστα νέα στη γριά και τη γειτονιά και θα αρχίσει να φρεσκάρει τα προικιά της. Όμως, μετά και από πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος, ο Πανάγος θα πάρει τον λόγο του πίσω. Τότε η Ασήμω θα αποφασίσει να τον εκδικηθεί.

Είναι η ιστορία για το πώς μια κοινωνία αντιδρά σπασμωδικά, χωρίς να σκεφτεί τις αιτίες και τους υπαίτιους, τυφλά και κατά πάντων, μέχρι τελικής πτώσης, πώς ένα μικρό χαλίκι μπορεί να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό. "Πού καιρός και πού κεφάλι να στοχαστούνε." Είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που κάνει την παράσταση -και το διήγημα βέβαια- επίκαιρο στη σημερινή -και όχι μόνο- εποχή, είναι αυτό που διακρίνει και αναδεικνύει ο Εφταλιώτης. Ο σκηνοθέτης, Κώστας Παπακωνσταντίνου, επιτυγχάνει να αναδείξει αυτό το στοιχείο δίχως να καταφύγει σε αχρείαστες και εξυπνακίστικες σύγχρονες αναφορές στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αποφεύγοντας να μετατρέψει σε επιθεώρηση την παράσταση, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά σε αντίστοιχες περιπτώσεις, χωρίς να εκβιάζει το γέλιο ή τον παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας, διατηρώντας την ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.

Με την αμέριστη υποστήριξη των τριών ηθοποιών, η θεατρική μεταφορά του διηγήματος γίνεται με έναν τρόπο φυσικό, με την εναλλαγή αφήγησης και διαλόγου να είναι επιτυχώς χωνεμένη, χωρίς να πετάει εκτός τον θεατή. Και η γλώσσα, πρωτοποριακή και ρηξικέλευθη για την εποχή της, δεν ξενίζει, αλλά υπηρετεί την παράσταση, αποτελώντας ταυτόχρονα και απόδειξη για τη δουλειά που έχει προηγηθεί στις πρόβες, στις οποίες οφείλεται και η χημεία μεταξύ των ηθοποιών επί σκηνής, με τον αυτοσχεδιασμό να μη λείπει. Οι ηθοποιοί εναλλάσσονται σε διάφορους δευτερεύοντες ρόλους, πέραν των βασικών, χωρίς να καταφεύγουν στην υπερβολή της καρικατούρας. Τέλος, η χρήση των μέσων είναι λειτουργική, το αφαιρετικό σκηνικό μεταμορφώνεται διαρκώς, η πρωτότυπη μουσική και τα φώτα συνεπικουρούν, ενώ και τα ευρήματα είναι έξυπνα και χρηστικά. Και η τελευταία σκηνή, ο κύκλος που κλείνει, προσδίδει άλλη μια διάσταση στην παράσταση, ανακόπτοντας την πορεία της σκέψης του θεατή προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, βλέπετε, η διήγηση μιας ιστορίας, της όποιας ιστορίας, δεν παύει να είναι ακριβώς αυτό: μια διήγηση, και όχι η ακριβής ιστορία.

Ένα διήγημα, όπως αυτό του Εφταλιώτη, ως βάση για μια θεατρική παράσταση αποτελεί ευχή και κατάρα. Ευχή γιατί πρόκειται για ένα σπουδαίο κείμενο, όχι μόνο γλωσσικά, αλλά και τεχνικά. Και κατάρα για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Όμως, και εξαιτίας της σκληρής δουλειάς και του ταλέντου, της πίστης και της αγάπης των συντελεστών στην πρώτη ύλη, το αποτέλεσμα ικανοποιεί τον θεατή και απαντά στο βασικό -μου- ερώτημα: ναι, η θεατρική μεταφορά ενός διηγήματος του 1900 δύναται να αφορά τον σημερινό θεατή.


info: Μικρό Γκλόρια (Ιπποκράτους 7, Αθήνα), κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15, τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3600832.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Ανοχή στην άγνοια




Ανοχή στην άγνοια. Έτσι είχε ονομάσει το παιχνίδι αυτό. Τον ενοχλούσε που, στην εποχή της απόλυτης εξειδίκευσης, οι περισσότεροι δήλωναν απόλυτοι γνώστες. Δεν προλάβαινε να ξεκινήσει μια απλή πρόταση και η διακοπή ερχόταν: ναι, το ξέρω. Όποιο και αν ήταν το περιεχόμενό της. Ξεράδια, ήθελε ν' απαντήσει, αλλά κρατιόταν. Συνήθως. Ένας αγώνας γνώσεων επί παντός επιστητού. Τι να κερδίζει άραγε ο παντογνώστης;, αναρωτιόταν. Πέρα από μια βαρετή και δίχως εκπλήξεις ζωή, δηλαδή.

Έτσι, μια μέρα επινόησε αυτό το παιχνίδι. Απλό, τόσο στη σύλληψή του, όσο και στην εκτέλεσή του. Αρκεί να μη φοβάται την έκθεση κανείς. Αυτός δεν φοβόταν. Έτσι πίστευε. Θα ρωτάω το προφανές, σκέφτηκε, το πλέον προφανές, αγνώστους. Ίσως έτσι αποκτήσω κάποια άποψη σχετικά με την ανοχή του κόσμου στην άγνοια.

Την πρώτη μέρα πήγε στην Ακρόπολη, πλήρωσε το εισιτήριο του, ανέβηκε τα σκαλιά, στάθηκε με πλάτη προς τον ναό και περίμενε. Ναι, συγγνώμη, είπε στην πρώτη παρέα που άκουσε να μιλάει ελληνικά, ξέρετε πού είναι ο Παρθενώνας;, ρώτησε στα αγγλικά. Εκείνοι, κάπως αμήχανα, του έδειξαν. Α, πολύ σας ευχαριστώ, είπε χαμογελώντας στα αγγλικά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ασφαλείς στη γλώσσα τους εκείνοι, επιδόθηκαν στον σχολιασμό της ασχετοσύνης του. Επανέλαβε το παιχνίδι για ώρες πριν γυρίσει σπίτι του.

Την επόμενη μέρα πήγε και στάθηκε στην πλατεία Ομονοίας. Ναι, συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η Ομόνοια, ρωτούσε στη γλώσσα του αυτή τη φορά. Το παιχνίδι αυτό έληξε κάπως άδοξα, λίγες ώρες μετά, δυο αστυνομικοί τού έκαναν εξακρίβωση στοιχείων. Το ίδιο βράδυ πήγε σε κάποιο κεντρικό σινεμά. Αφού πλήρωσε το εισιτήριο του, στάθηκε κοντά στο μπαρ. Ξέρετε ποια ταινία παίζεται απόψε, ρωτούσε. Παιχνίδι που κράτησε λίγο καθώς σύντομα τα φώτα χαμήλωσαν και η προβολή ξεκίνησε.

Γήπεδα, θέατρα, συναυλιακοί χώροι και πλοία ακολούθησαν. Ποιοι είναι αυτοί με τα κόκκινα; Ποια παράσταση παίζεται; Πώς λέγεται το συγκρότημα; Πού πάμε; Η Μόνα Λίζα και ο Πύργος του Άιφελ. Το Μπιγκ Μπεν. Το Κολοσσαίο. Το παιχνίδι γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον. Και ας έπαιζε μόνος του.

Και πού κατέληξες τελικά, τον ρώτησε ένας φίλος του, υπάρχει ανοχή στην άγνοια; Δεν ξέρω, του είπε, όμως σίγουρα υπάρχει μεγάλη άγνοια.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Αμέριμνη δυστυχία - Peter Handke




Αφορμή ο Μαξ Φρις. Καλοκαίρι του '10 κι εγώ ανακαλύπτω τον κόσμο του Ελβετού. Διαβάζω το ένα μετά το άλλο τα μυθιστορήματά του, με μια μανία πρωτόγνωρη, εγώ, που πάντα λέω πως πρέπει να κάνεις διαλείμματα αναγνωστικά, μην τυχόν και μπουχτίσεις, να μπαίνεις και να βγαίνεις, στην περίπτωσή του αποδείχτηκαν μεγάλα λόγια. Κάπου ανάμεσα στις σελίδες, η αναφορά στην Αμέριμνη δυστυχία του Χάντκε, όχι απλή αναφορά, αποθέωση. Νήματα. Τον Χάντκε τον γνώριζα έως τότε ως σεναριογράφο εξαιτίας της συνεργασίας του με τον Βιμ Βέντερς και ως θεατρικό συγγραφέα. Με την επιστροφή στην πόλη, επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο και απογοήτευση, είναι από χρόνια εξαντλημένο, μου απάντησαν. Συμβιβάστηκα με το Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό, γοητεύτηκα, και η αναζήτηση έγινε εμμονή. Ακολούθησαν το Δοκίμιο για το τζουκ μποξ και η Αριστερόχειρη γυναίκα. Ένας ακόμα σπουδαίος γερμανόφωνος συγγραφέας.

Άνοιξη του '15. Βόλτα βραδινή στο κέντρο της πόλης, στάση για χάζεμα στη βιτρίνα του Ναυτίλου στην Τρικούπη. Παρά το κατεβασμένο ρολό διακρίνω την Αμέριμνη δυστυχία! Χαρά και ενθουσιασμός. Σχεδόν άμεσα ο φόβος: και αν πουληθεί μέχρι αύριο το μεσημέρι που θα ξαναπεράσω; Υπερβολικός στην αντίδραση, αλλά όταν ψάχνεις κάτι με ένταση, πιστεύεις πως όλος ο κόσμος αυτό ψάχνει, όχι; Την επόμενη, με άγχος και προσμονή, ανεβαίνω την πολύβουη μεσημεριανή Τρικούπη, το βλέπω και το αρπάζω μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο, ο ιδιοκτήτης με παίρνει στο κατόπι, ίσως φοβήθηκε πως θα το κλέψω, απόλυτα δικαιολογημένα, τέτοια μανία.

Από τότε πέρασαν μήνες. Το βιβλίο όμως, παρά την περίοπτη θέση του στο γραφείο, παρέμενε κλειστό. Λες και η επιθυμία εκπληρώθηκε με την απόκτηση. Θα έρθει ο καιρός του, καθησύχαζα τον εαυτό μου. Και ήρθε. Στο διάστημα που μεσολάβησε οι προσδοκίες οπισθοχώρησαν.

Στη στήλη ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ο "Λαϊκός τύπος" της Καρινθίας έγραφε στο φύλλο του της Κυριακής: Την νύκτα προς το Σάββατον ηυτοκτόνησε λαβούσα ισχυράν δόσιν υπνωτικών οικοκυρά ετών 51 εξ Α. (κοινότης Γκ.).
Στο μεταξύ πέρασαν εφτά βδομάδες σχεδόν από τότε που πέθανε η μητέρα μου και θα ήθελα να πέσω με τα μούτρα στη δουλειά, προτού, η ανάγκη, να γράψω γι' αυτήν που ήταν τόσο δυνατή στην κηδεία, μεταβληθεί στην ίδια εκείνα ηλίθια βουβαμάρα, με την οποία αντέδρασα στην είδηση της αυτοκτονίας.

Ο ήρωας-αφηγητής νιώθει την ανάγκη να γράψει για τη μητέρα του, που πέθανε εφτά βδομάδες νωρίτερα, πριν η ανάγκη μετατραπεί σε βουβαμάρα, όσο η πληγή είναι ανοιχτή, και κυρίως καθαρή, πριν μολυνθεί κατά την επούλωσή της. Προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να σταθεί σε μια απόσταση τέτοια, ώστε να εξασφαλίσει -κυρίως- για εκείνη μια νεκρολογία, που να φανερώνει και ταυτόχρονα να αποκρύπτει όσα ο ίδιος, αυθαίρετα προφανώς, κρίνει, αλλά συγχρόνως να προσδώσει και διαστάσεις πιο οικουμενικές, να εντάξει την Ιστορία στην ιστορία της, τη Γυναίκα στη μητέρα του.

Φυσικά είναι αόριστο αυτό που έχει διατυπωθεί για ένα ορισμένο πρόσωπο· ωστόσο μόνο γενικοποιήσεις, που σαφώς και κατηγορηματικώς ανεξάρτητες από τη μητέρα μου σαν πρώτο πρόσωπο, πιθανώς μοναδικό και ανεπανάληπτο, μέσα σε μια ιστορία πιθανώς μοναδική και ανεπανάληπτη, μπορούν να αφορούν κάποιον άλλον εκτός από μένα τον ίδιο -η απλή διήγηση μιας πορείας ζωής με ξαφνικό τέλος δεν θα ήταν παρά αναίδεια.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο προσωπικό και το γενικό, ο Χάντκε μπερδεύει τα πρόσωπα, ο αφηγητής του πότε γράφει σε πρώτο πρόσωπο, πότε σε τρίτο, πότε αναφέρεται στη μητέρα του με ένα ευθύβολο εσύ και πότε την κρύβει πίσω από ένα απρόσωπο εκείνη, αποτυπώνοντας μια κατάσταση σύγχυσης, αναμενόμενης εκ μέρους του αφηγητή, που γράφει υπό το καθεστώς πένθους, αδυνατώντας να διατηρήσει ακέραιο τον εγκεφαλικό έλεγχο της αφήγησης, παρασυρόμενος από την ανάγκη να συνομιλήσει μαζί της, να της πει όσα δεν πρόλαβε, ή δεν θέλησε, να της πει. Και επιτυγχάνει έτσι, ο συγγραφέας, αυτό το πάντρεμα, ανάμεσα στην εμπλοκή και την αποστασιοποίηση, το ατομικό και το γενικό, συστήνοντας στον αναγνώστη έναν ανθρώπινο πενθούντα, που δεν επιθυμεί να εκμεταλλευτεί τον χαμό της μητέρας του, ούτε για να δειχτεί, ούτε για να προκαλέσει τον οίκτο, και έτσι η αφήγησή του γίνεται δεκτή ως πραγματική ανάγκη καταγραφής, πένθιμης καταφυγής, δίνοντας το περιθώριο, στον αναγνώστη, τόσο να υποδεχτεί το ξένο πένθος, όσο και να εμπλακεί συναισθηματικά και ο ίδιος, ξεχνώντας πως πρόκειται για την ιστορία κάποιου τρίτου.

Και είναι εκεί, στην κλισέ θεματολογία, και πόσο πιο κλισέ είναι η απώλεια της μητέρας;, που αναδεικνύεται η ικανότητα του Χάντκε, στην επικίνδυνη αυτή ακροβασία, στη διαχείριση του θέματος, στην πειστικότητα πως είναι κάτι που όντως τον απασχολεί και πως δεν πρόκειται για μια ευκολία εκ μέρους του, πως δεν στοχεύει στον εύκολο συναισθηματικό εκβιασμό του αναγνώστη, πως δεν περιμένει απλώς να ακούσει: αχ τον καημένο τον αφηγητή, έχασε τη μητέρα του και έμεινε ορφανός και μόνος.

Μετάφραση Νίκη Αντενάιερ
Εκδόσεις Νεφέλη

    


Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Πρόζα - Thomas Bernhard




Αναγνωστική πρόκληση. Και όχι μόνο. Δύο είναι οι βασικές αφορμές για να αποφασίσω την κατάδυση στο μπερνχαρντικό σύμπαν. Από τη μία, η ανάγκη για ένα δυνατό ανάγνωσμα, αφορμή που περιλαμβάνει αρκετούς ακόμα συγγραφείς, μια επίλεκτη ομάδα υποστήριξης, ένα σίγουρο καταφύγιο. Από την άλλη, η ανάγκη για μάζεμα του μυαλού, αφορμή που περιλαμβάνει σαφώς λιγότερους -και εκλεκτότερους- γραφιάδες, όταν η αυτοσυγκέντρωση αποτελεί το ζωτικής σημασίας ζητούμενο. Δεν είχα παράπονο από τα βιβλία της προηγηθείσας της Πρόζας περιόδου, όμως είχα ανάγκη από έναν εγκλωβισμό, από την πολυπόθητη αποκοπή. Και είναι τέτοια η γραφή του Μπέρνχαρντ, ιδανική για περιπτώσεις όπως η δική μου τότε, γραφή που σε αρπάζει και δεν σε αφήνει ακόμα και όταν η ανάγνωση έχει πια τελειώσει, σε πετάει στις σπείρες του, σε αφήνει να παλεύεις με τους αντίλαλους, τις παρηχήσεις, τις επαναλήψεις, και επιχειρώντας να ανταποκριθείς εγκεφαλικά στις απαιτήσεις, βρίσκεσαι ξαφνικά συναισθηματικά μπλεγμένος. Η κάθαρση δεν είναι βέβαιη.

Πάνε χρόνια, σε ένα χωριό της Βόρειας Ισπανίας, διάβαζα την Ξύλευση, η αποκλειστική σχεδόν επαφή μου με την ελληνική γλώσσα για ένα μεγάλο διάστημα, όταν, έκπληκτος, μια μέρα συνειδητοποίησα πως ακόμα και τα πιο τυπικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έγραφα διακατέχονταν από μια μπερνχαρντική επιρροή ύφους και χρήσης της γλώσσας, μηνύματα απλοϊκά όπως: εδώ όλα καλά, εκεί;, μεταμορφώνονταν σε κάτι άλλο, ξένο προς τον προσωπικό μου τρόπο σκέψης και έκφρασης.

Έως τώρα είχα διαβάσει μυθιστορήματα του Αυστριακού συγγραφέα, είχα παρακολουθήσει και δύο θεατρικές παραστάσεις βασισμένες σε έργα του, διηγήματά του δεν είχα διαβάσει. Όταν ένιωσα την ανάγκη για κάτι από Μπέρνχαρντ, ανάγκη που προφανώς είχε προηγηθεί της δικής μου αναγνώρισης, εκ φύσεως αργοπορημένης, πώς αλλιώς άλλωστε, και αφού είχαν περάσει μέρες δύσκολες, εκ των υστέρων αποτιμημένες, αμφιταλαντεύτηκα αν θα έπρεπε να δοκιμάσω την πρόσφατη στα ελληνικά Πρόζα ή κάποιο μυθιστόρημά του, διαβασμένο ή αδιάβαστο, δευτερεύον ερώτημα το οποίο δεν απαντήθηκε ποτέ· θα ήταν η Πρόζα.

Πραγματικά, ο νέος παιδαγωγός κι εγώ, ο παλιός, μέχρι αυτήν τη στιγμή, δεν μπορέσαμε να ανοίξουμε ούτε μια συζήτηση. Δεν είναι συζητήσεις τα σχόλια για τις ακραίες καιρικές συνθήκες, τα χρώματα, τον εγωισμό της φύσης, τις απότομες αλλαγές του τοπίου στους πρόποδες των Άλπεων, για διαβασμένα και αδιάβαστα βιβλία, για προθέσεις και έλλειψη προθέσεων, για την καταστροφική απέχθεια των οικότροφων προς τη μελέτη, για τις δικές μας απέχθειες, για το φαγητό και τον ύπνο, την αλήθεια και το ψεύδος, προπάντων όμως για την παραμέληση, σε εξοργιστικό βαθμό, από τους εκάστοτε υπευθύνους, της συντήρησης των μονοπατιών του δάσους, στα οποία περπατάμε. Τα σχόλιά μας εξουδετερώνουν τη θέληση για συζήτηση, οι παρατηρήσεις μας, όπως όλες οι παρατηρήσεις γενικά, που εκείνος αποκαλούσε "απόπειρες πρόσληψης της επικαιρότητας", δεν έχουν καμιά σχέση με το πραγματικό νόημα της συζήτησης.

Και ήδη από το πρώτο διήγημα, όπως ο βαριά άρρωστος ανακουφίζεται άμεσα από τον ορό, καθώς το σώμα ενυδατώνεται και υποστηρίζεται στη μάχη ενάντια στη λοίμωξη, έτσι κι εγώ ήδη από το πρώτο διήγημα ένιωσα την ανακουφιστική επίδραση του Μπέρνχαρντ. Είναι ο τρόπος του να παρατηρεί, με οξυδέρκεια την ανθρώπινη φύση και το αλισβερίσι σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, να καταγγέλλει το θεωρούμενο ως αποδεκτό και φυσιολογικό, να σχολιάζει πικρόχολα, αλλά ορμώμενος από έναν ιδιαίτερο και βαθύ ανθρωπισμό, την αυστριακή πραγματικότητα, τις αγκυλώσεις και τα στερεότυπα ενός κόσμου στον οποίο νιώθει ξένος. Αντίφαση φαινομενική και μόνο αν σκεφτεί κανείς και τον τρόπο με τον οποίο μάχεται τη γερμανική γλώσσα ενώ ταυτόχρονα εκφράζεται σε αυτή με έναν τρόπο μοναδικής ομορφιάς.

Η θεματική του Μπέρνχαρντ δεν είναι εξεζητημένη, φλερτάρει έντονα με το κοινό και το τετριμμένο, είναι ο τρόπος που κάνει το θέμα μοναδικό, που πιάνεται από το ελάχιστο και το τοποθετεί στο επίκεντρο της σκέψης του, στηρίζοντας πάνω σε αυτό το ελάχιστο ένα οικοδόμημα στέρεο και πολυδιάστατο. Σκεφτείτε μια ιστορία στην οποία ο αφηγητής-δικηγόρος δέχεται την επίσκεψη ενός πελάτη του, που μόλις έχει αποφυλακιστεί, και αδυνατεί να προσαρμοστεί, ζει εις βάρος της αδερφής του και σπαταλάει τα λιγοστά του χρήματα στο ποτό. Ή την ιστορία ενός ανθρώπου, που ζει απομονωμένος και αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές, ο οποίος βρίσκει μια μέρα σε κάποιο μονοπάτι μια τραγιάσκα, και η αναζήτηση του κατόχου της μετατρέπεται σε εμμονή. Ελάχιστα ελκυστικά θέματα, διαφωνείτε; Και όμως, ανάμεσα σε διηγήματα υψηλού επιπέδου, είναι τα δύο διηγήματα της Πρόζας που περισσότερο με γοήτευσαν.

Καθώς για μια ακόμα φορά, αν και πολύ πιο συνετά αυτή τη φορά, έγινα έρμαιο της  ασθένειας και της παθογένειάς μου, σκέφτηκα, τι κάνουμε τώρα; Και στρώθηκα κάτω και άρχισα να γράφω. Και το μόνο που σκεφτόμουν όλη την ώρα που έγραφα, ήταν ότι, μόλις ξεμπερδέψω με δαύτα, θα μαγειρέψω κάτι, επιτέλους θα φάω πάλι κάτι ζεστό, και αιφνιδίως, καθώς όσην ώρα έγραφα είχα ξεπαγιάσει, φόρεσα την τραγιάσκα. Όλοι φοράνε μια τέτοια τραγιάσκα, σκέφτηκα, όλοι, καθώς έγραφα και έγραφα και έγραφα...

Θα ήταν ίσως υπερβολή να αναφερθεί κανείς στο νήμα που ενώνει και ομογενοποιεί τα διηγήματα της συλλογής, είναι τέτοιας έντασης άλλωστε η φωνή του συγγραφέα, ο τόσο προσωπικός τρόπος έκφρασης, ξέρετε, εκείνο που οι κακεντρεχείς ονομάζουν υποτιμητικά μανιέρα, πιστεύοντας, οι αφελείς, πως η λογοτεχνία -και η τέχνη γενικότερα- αποτελεί ένα στίβο διαρκούς επινόησης, έδαφος για φτηνό εντυπωσιασμό, αδυνατώντας να διακρίνουν την πραγματική διάσταση και αποστολή της έκφρασης του προσωπικού και της αναγωγής του σε οικουμενικό. Ο Μπέρνχαρντ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα στη λογοτεχνία του καιρού τους και ανάγκασαν κριτικούς, όπως ο Ρανίτσκι για παράδειγμα, να κοντοσταθούν, να περιμένουν πριν εκφράσουν την τελεσίδικη άποψή τους, την αποθέωση εν προκειμένω.

Στην Πρόζα, για πρώτη φορά, αναρωτήθηκα για την επιρροή του Κάφκα στο έργο του Μπέρνχαρντ, κυρίως όταν διάβασα την ιστορία του Γκέοργκ, στο Έγκλημα του γιου ενός εμπόρου από το Ίνσμπουργκ, συνονόματου με τον πρωταγωνιστή της Κρίσης, την ιστορία ενός νεαρού με μια φρικτή παραμόρφωση εκ γενετής, τον οποίον η οικογένεια στέλνει στη Βιέννη, όσο μακρύτερα γινόταν δηλαδή, να σπουδάσει, για να γλιτώσει έτσι η αγία οικογένεια, έστω και προσωρινά, από το μίασμα. Ο Γκέοργκ αυτοκτονεί.

Το επίμετρο του μεταφραστή Βασίλη Τσαλή κλείνει επιτυχώς τη συλλογή, κατατοπιστικό σε σχέση με το ευρύτερο έργο του Μπέρνχαρντ, με αναφορές και βιβλιογραφία, αποτελεί μια καλή αρχή περαιτέρω ενασχόλησης με έναν από τους συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα που επηρέασαν όσο λίγοι τη λογοτεχνική γραφή εν γένει.

Μετάφραση Βασίλης Τσαλής
Εκδόσεις Κριτική

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

45 χρόνια (2015)




Ένα νεκρό σώμα. Ένα τέλεια διατηρημένο σώμα, παρά τημ πάροδο μισού αιώνα από τον τελευταίο καρδιακό σφυγμό του, η παγωμένη φυλακή αφαίρεσε τη ζωή και έδωσε ως ελάχιστο αντίτιμο τη συντήρηση. Η Kate και ο Jeoff, λίγο πριν την επέτειο των σαράντα πέντε χρόνων έγγαμου βίου, απολαμβάνουν τη ρουτίνα της βρετανικής υπαίθρου, μακριά από την πόλη. Εκείνη, ένα πρωί, γυρίζοντας από τη βόλτα με τον σκύλο, θα τον βρει να κάθεται στο τραπέζι, αναστατωμένος, και να διαβάζει ένα γράμμα στα γερμανικά. Τη βρήκαν, θα της πει, είναι απίστευτο. Με τη βοήθεια του λεξικού, καταχωνιασμένου από χρόνια στην αποθήκη, μαζί με όλα τα άχρηστα εκείνα πράγματα που ο χρόνος συσσωρεύει, και που ξαφνικά μετατρέπονται σε σύνεργα πρώτων βοηθειών, καθώς τα αναζητούμε μανιασμένα, ελπίζοντας να είναι ακόμα εκεί, μέρος της σαβούρας που όλο υποσχόμαστε να ξεφορτωθούμε, άπαξ και δια παντός, εκεί βρίσκει το λεξικό, λοιπόν, με τη βοήθεια του οποίου μαθαίνει την απίστευτη είδηση: το σώμα εκείνης βρέθηκε, μισό αιώνα μετά, καθώς οι πάγοι λιώνουν και το παρελθόν έρχεται στην επιφάνεια, κάπου στις ελβετικές Άλπεις, κοντά στα ιταλικά σύνορα, εκείνα, που νέοι τότε, ο Jeoff και η Γερμανίδα κοπέλα του ήθελαν να περάσουν, με κατεύθυνση τον νότο. Η είδηση έρχεται να ταράξει την ηρεμία της ρουτίνας του ζευγαριού. Ξαφνικά το παρελθόν, πριν από το κοινό παρελθόν, βαραίνει το παρόν.

Εκείνος θα ξεκινήσει το κάπνισμα ξανά, παρότι προσπαθεί να πείσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό, και ύστερα εκείνη, πως δεν είναι κάτι σοβαρό, είναι απλώς ένα μικρό σοκ, μια απροσδόκητη είδηση που φέρει μια θλίψη μαζί της, θλίψη αναμενόμενη. Οι μέρες περνούν και εκείνος βυθίζεται βαθύτερα στην ανάμνησή της, εκείνη τον νιώθει όλο και πιο ξένο. Οι ετοιμασίες για το πάρτυ της επετείου τους περνούν σε δεύτερο επίπεδο. Η ασφάλεια και η βεβαιότητα, ακόμα και αν όχι συνειδητά, αποτελούν εντούτοις αναπόσπαστο μέρος της συντροφικότητας, καθώς ο έρωτας μετατρέπεται, αργά ή ακαριαία, σε αγάπη ή ανάγκη, αν προτιμάτε. Η έκπληξη είναι κάτι που αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη και φόβο.

Πέρασε μια βδομάδα από τότε που είδα στον κινηματογράφο την ταινία του Andrew Haigh και ακόμα τη σκέφτομαι, όχι τόσο για τα τεχνικά της μέρη, ή για την ερμηνεία των δύο ηθοποιών, υψηλού επιπέδου και τα δύο, όσο για το θέμα της. Χωρίς να φωνάζει και να καταφεύγει στον εύκολο και συνήθη συναισθηματικό εκβιασμό, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να πει ξεκάθαρα αυτό που θέλει να πει, και κυρίως καταφέρνει να μετατρέψει τον θεατή σε μέρος της εξίσωσης, να μεταφέρει λίγο ή πολύ βάρος από τους ώμους των ηρώων του στους δικούς του. Περπατώντας προς το σπίτι, εκείνο το βράδυ, σκεφτόμουν να προτείνω αυτή την ταινία σε αρκετούς ανθρώπους, όμως το μετάνιωνα σχεδόν αμέσως, σαν να φοβόμουνα, θαρρείς, τις επιπτώσεις, πρώτα απέρριψα εκείνους σε μεγάλη ηλικία, από χρόνια σε σχέση, αργότερα εκείνους που έχασαν το σύντροφό τους, στο τέλος τους νεότερους. Πέρασε όμως μια βδομάδα και ακόμα σκέφτομαι αυτή την ταινία, ακόμα διαπραγματεύομαι τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, επιχειρώ να διακρίνω τις δικές μου ανοχές απέναντι στο παρελθόν του άλλου, αν όντως υπάρχει -και κυρίως αν στην πράξη εφαρμόζεται- εκείνο το κλισέ που λέει: να δέχεσαι τον άλλον όπως είναι.


Θυμήθηκα ξανά το Amour του Χάνεκε, για τη συναισθηματική αντίδραση του ήρωα απέναντι στον επερχόμενο θάνατο της συντρόφου του, την επερχόμενη μοναξιά. Αν είναι κανείς τυχερός, νιώθει πως έχει βρει κάποιον με τον οποίο μπορεί να μοιράζεται το σύνολο των ανομολόγητων σκέψεων, δίχως το φόβο του σχολιασμού ή της απόρριψης. Αυτή τη βεβαιότητα απολύει η Kate. Αν είναι κανείς τυχερός, νιώθει πως έχει πάρει τις σωστές αποφάσεις, έχει καταλαγιάσει μέσα του τη διαρκή βουή του ερωτήματος τι θα είχε γίνει αν. Αυτή τη βεβαιότητα απολύει ο Geoff.

Η τεχνική υποστήριξη του σεναρίου είναι ιδανική. Η φωτογραφία αποτυπώνει όχι μόνο τη βρετανική ύπαιθρο, συνήθως μουντή, μα ενίοτε, αν και σπάνια, λαμπρή, αλλά και τη συναισθηματική κατάσταση του ζευγαριού. Η σκηνοθεσία λιτή δίχως να διεκδικεί από την ιστορία μερίδιο μεγαλύτερο από εκείνο που της αναλογεί. Οι ερμηνείες του Tom Courtenay και της Charlotte Ramplin εξαιρετικές.

Το βρετανικό σινεμά μάς δίνει συχνά τέτοια μικρά διαμαντάκια, στηριζόμενο κυρίως σε μια αυτογνωσία σχετικά με τις δυνατότητες και τα σημεία υπεροχής, γεγονός που επιτρέπει στους δημιουργούς να μακιγιάρουν τις αδυναμίες, λόγω του χαμηλού οικονομικού προϋπολογισμού, και να δουλεύουν ενδελεχώς εκείνα τα στοιχεία, όπως οι ερμηνείες ή το σενάριο για παράδειγμα, που έχουν να κάνουν με την επιμονή και το ταλέντο.
  

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Το βιβλίο ως αντικείμενο




Κάποτε, ανόητος νέος, πίστευα ακράδαντα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω μακριά από τα βιβλία μου, και όχι μόνο αυτό, αλλά οι βιβλιοθήκες είχαν στριμωχτεί στο μικρό υπνοδωμάτιο, το σαλόνι δεν ήταν λύση. Ύστερα μετακόμισα στο εξωτερικό, οι βιβλιοθήκες έμειναν πίσω να σκονίζονται, και μόνο λίγα αδιάβαστα βιβλία χώρεσαν στα είκοσι κιλά της βαλίτσας (συν τα επτά της χειραποσκευής). Και συνειδητοποίησα πως μπορούσα να ζήσω και χωρίς εκείνα. Από τότε έχω κάνει τέσσερις μετακομίσεις, ο διαθέσιμος χώρος βαίνει αντιστρόφως ανάλογος του όγκου των βιβλίων, κάθε φορά προτεραιότητα δίνεται στα αδιάβαστα, μετά από κάποιο ξεσκαρτάρισμα βέβαια, εκείνα είναι που παίρνουν τη θέση τους στις κούτες.

Κάποτε, πάνε χρόνια, γνώρισα έναν τύπο, τότε στα σαράντα του, που ισχυριζόταν πως είχε ήδη μετακομίσει πάνω από είκοσι φορές. Όπως καταλαβαίνεις, μου είπε, τα υπάρχοντά μου πρέπει να μπορώ να τα μεταφέρω μόνος μου σε ένα δρομολόγιο, έτσι έχασα την οποιαδήποτε αίσθηση ιδιοκτησίας, κάποτε συσσώρευα βιβλία, δίσκους, ρούχα, τώρα πια όχι γιατί ποτέ δεν ξέρω πότε θα χρειαστεί να μετακομίσω ξανά.

Εγώ νιώθω να στέκομαι κάπου στη μέση. Θεωρητικά θα ήθελα να έχω τον απαραίτητο χώρο εκείνο για το σύνολο των βιβλίων μου, ζηλευτές εκείνες οι βιβλιοθήκες που καταλαμβάνουν περιμετρικά ολόκληρα δωμάτια, πρακτικά όμως η απουσία τους είναι κάτι που δεν μου δημιουργεί πρόβλημα στην καθημερινότητά μου. Δεν θα ξαναγύριζα σε κανένα από τα προηγούμενα σπίτια μόνο για εκείνα. Βέβαια, και έχοντας την τύχη να επισκέπτομαι συχνά τις κατά τόπους βιβλιοθήκες μου (τρεις πόλεις, πέντε σπίτια), δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως κάθε φορά, και για ασήμαντη αφορμή, φεύγοντας παίρνω μαζί μου κάποιο ακόμα, έτσι, σιγά σιγά, σαν το μυρμήγκι τα μεταφέρω. Βέβαια, ο απαραίτητος χρόνος, με τη δεδομένη ταχύτητα, τείνει στο άπειρο.

Κάπως έτσι, και λόγω των συνθηκών, αναγκάστηκα να πάψω να θεωρώ φετίχ τα βιβλία, ενώ συνειδητοποίησα πως οι περιπτώσεις στις οποίες πρέπει ή θέλω να επιστρέψω σε ένα βιβλίο δεν είναι τόσο συχνές που να συντηρούν τη νεανική εκείνη εμμονή. Μια εξέλιξη που με ωφέλησε γενικότερα, ως μια ικανότητα προσαρμογής και θέσπισης προτεραιοτήτων, απαλλαγμένος από διάφορες ανασφάλειες δίχως πραγματικό υπόβαθρο, δημιουργήματα του μυαλού.


Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Ιεροτελεστίες - Cees Nooteboom



Τη μέρα που ο Ίννι Βίντροπ αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, οι μετοχές της Φίλιπς έφτασαν στις 149.60 μονάδες. Η τράπεζα του Άμστερνταμ έκλεισε στις 375 και η Ένωση Εφοπλιστών έπεσε στις 141.50. Η μνήμη είναι σαν σκύλα, ξαπλώνει όπου της αρέσει. Και έτσι αυτό θυμόταν, αν θυμόταν οτιδήποτε: το δελτίο τιμών του Χρηματιστηρίου, πως το φεγγάρι καθρεφτιζόταν στο κανάλι κι ότι κρεμάστηκε στο λουτρό γιατί είχε προβλέψει στο ωροσκόπιο που συνέτασσε για την Het Parool πως η γυναίκα του θα έφευγε με άλλον και ότι ο ίδιος -Λέων- θα αυτοκτονούσε. Η πρόβλεψη ήταν τέλεια. Η Ζίτα έφυγε μ' έναν Ιταλό και ο Ίννι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Είχε διαβάσει κι ένα ποίημα του Μπλουμ, αλλά δεν θυμόταν ποιο ακριβώς. Η σκύλα, το πεισματάρικο κτήνος, σ' αυτό το σημείο τον εγκατέλειψε.

Ο Ίννι Βίντροπ, ήρωας του μυθιστορήματος, βιοπορίζεται παίζοντας στο χρηματιστήριο, σπρώχνοντας έργα τέχνης και γράφοντας τα ζώδια σε διάφορα περιοδικά. Οι φίλοι του του καταλογίζουν αυτήν την ετερόκλητη πολυπραγμοσύνη του, και πώς όχι; Εκείνος δεν δείχνει να ενοχλείται από τις μομφές αυτές. Μοιάζει, όμως, να είναι ο κατάλληλος ήρωας για το μυθιστόρημα του Ολλανδού συγγραφέα, ενός ακόμα υπέροχου μυθιστορήματος, ενός συγγραφέα που δεν έχει γνωρίσει την αντάξια για το έργο του υποδοχή στη χώρα μας.

Είναι αυτό το ευμετάβλητο και ακατονόητο του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα, που εμπνέει τον Νόοτεμποομ, χρονικό διάστημα που χαρακτηρίζεται από την (φαινομενική) οικονομική ανάπτυξη, τον υπαρξισμό, το εύκολο σεξ, την απώλεια του θρησκευτικού αισθήματος και την εφόρμηση της ανατολίτικης κοσμοθεωρίας στη δύση.

Χωρισμένες σε τρία κεφάλαια, που αναφέρονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής του Ίννι, με απόσταση δεκαετίας μεταξύ τους, οι Ιεροτελεστίες είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς, παρά το γεγονός πως η ανάγνωσή τους ρέει αβίαστη και κατανοητή, καθώς βρίσκονται σε εκείνη τη λεπτή γραμμή που υπερβαίνει ελάχιστα την πραγματικότητα, όπως τη βιώνει ένας άνθρωπος, δίχως ευαίσθητες κεραίες, αδυνατώντας να την προσλάβει και να την αποτυπώσει, και γι' αυτό απομένει να στέκει έκθαμβος μπροστά σε έργα όπως αυτό.  

Κάθε περίοδος της ζωής του Ίννι χαρακτηρίζεται και από την παρουσία ενός προσώπου κλειδιού, ενός -προσωρινού- σημείου αναφοράς στην ετερόκλητη ζωή του Ίννι, και μέσα από την επίδραση αυτών των προσώπων, ο Νόοτεμποομ βρίσκει την ευκαιρία να προσθέσει ιδέες και σκέψεις στα κενά της αφήγησης. Και αν στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο διαδραματίζεται το 1963, η παρουσία της Ζίτα, ή μάλλον η απουσία της, αποτελεί μια αναμενόμενη -όσο αναμενόμενο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάτι στο έργο του Νόοτεμποομ- αναφορά στην απώλεια, τη μοναξιά, την κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών για μια ζωή συντροφική, τα επόμενα κεφάλαια, τόσο το προγενέστερο, πίσω στο 1953, όσο και το μεταγενέστερο, στο 1973, διαθέτουν δύο χαρακτήρες, πατέρα και γιο, συγγενείς εξ αγχιστείας του Ίννι, που φέρνουν μια περισσότερο φιλοσοφική διάσταση στο έργο, εντάσσοντας σε αυτό ζητήματα πίστης, τέχνης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, σε μια συνεχή συνδιαλλαγή με τον ακατανόητο χαρακτήρα της ύπαρξης.     

Υπήρχαν μέρες, σκεφτόταν ο Ίννι Βίντροπ, που έμοιαζε ότι κάποιο επαναλαμβανόμενο, γελοίο φαινόμενο προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο κόσμος είναι παράλογος και πως ο καλύτερος τρόπος να τον αντιμετωπίσεις είναι η αδιαφορία, γιατί αλλιώς η ζωή θα γινόταν αφόρητη.
Είναι αυτός ο εγκεφαλικός τρόπος γραφής, που καταφέρνει όμως να αγγίξει τον αναγνώστη στο συναίσθημα, ένα -ίσως το σημαντικότερο κατ' εμέ- χαρακτηριστικό της γραφής του Νόοτεμποομ, η ικανότητά του να παρατηρεί και να καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής και σκέψης, μια εκλεκτική συγγένεια με τον πλέον αγαπημένο μου όλων, ακριβώς γι' αυτό το γνώρισμα, Χαβιέρ Μαρίας.

Είχε προηγηθεί η γνωριμία μαζί του μέσα από την Ακόλουθη ιστορία.


Μετάφραση (από τα αγγλικά) Κώστας Κουντούρης
Εκδόσεις Μέδουσα

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Το παραθυράκι του Ιούδα - John Dickson Carr




Ο Έιβορι Χιουμ βρέθηκε νεκρός, από ένα βέλος, στο ερμητικά κλειστό γραφείο του. Μοναδικός μάρτυρας και προφανής ένοχος ο μέλλων γαμπρός του, Τζέιμς Κάπλον Άνσγουελ. Τα δακτυλικά αποτυπώματα στο βέλος αποτελούν ακόμα ένα αδιάσειστο στοιχείο. Ο Άνσγουελ επιμένει πως έχει πέσει θύμα πλεκτάνης, όμως η αστυνομική έρευνα δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας και η δίκη μοιάζει με τυπική διαδικασία πριν την αγχόνη. Ο σερ Χένρι Μεριβέιλ, δικηγόρος και ερασιτέχνης ντετέκτιβ, γνωστός για τις αντισυμβατικές μεθόδους του, αναλαμβάνει την υπεράσπιση του κατηγορούμενου.

Ο επιθεωρητής -όπως κι όλοι οι άλλοι αστυνομικοί εδώ μέσα- πρέπει να έχουν ακούσει, λογικά, την έκφραση "το παραθυράκι του Ιούδα", που προέρχεται απ' την "αργκό" των φυλακισμένων. Το "παραθυράκι του Ιούδα" είναι πάνω στις πόρτες των κελιών. Είναι κείνο το μικρό τετράγωνο άνοιγμα, που ανοιγοκλείνει απ' την έξω μεριά, ώστε οι φρουροί να μπορούν να βλέπουν μες στο κελί και να μπορούν να επιθεωρούν απαρατήρητοι τον φυλακισμένο. Ένα τέτοιο παραθυράκι χρησιμοποίησε και ο δολοφόνος του Έιβορι Χιουμ.
Το μυθιστόρημα αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα μυστηρίου κλειδωμένου δωματίου, όπως αποκαλείται αυτή η υποκατηγορία αστυνομικής λογοτεχνίας, και έχει μάλιστα ψηφιστεί ως το πέμπτο καλύτερο όλων των εποχών στο είδος του, με πρώτο στη σχετική ψηφοφορία τον Ασώματο άνθρωπο, του ίδιου (κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Τόπος). Ένας δυσεπίλυτος γρίφος για τον ήρωα του Καρ, που καλείται να πείσει το σώμα των ενόρκων πως ο πελάτης του είναι αθώος. Γραμμένο το 1938, το Παραθυράκι του Ιούδα διαθέτει όλα τα στοιχεία της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ το γεγονός πως διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας προσδίδει μια έντονη θεατρικότητα, με την αίθουσα να αποτελεί τη σκηνή και τον αναγνώστη να νιώθει ένας από τους ακροατές της δίκης, ενώ όλοι οι χαρακτήρες παρελαύνουν από το εδώλιο, παίρνοντας όρκο να πούνε την αλήθεια, απαντώντας στις ερωτήσεις τις πολιτικής αγωγής και της υπεράσπισης, σε μια παρτίδα σκάκι, στην οποία κάθε κίνηση είναι μελετημένη και η οποία, παρά την όποια άμεση επίδρασή της, θα κριθεί στο τέλος ως μέρος της τακτικής της κάθε πλευράς.

Το διακύβευμα στη λογοτεχνία μυστηρίου έγκειται κυρίως -αν όχι αποκλειστικά- στην ικανότητα του συγγραφέα να κλιμακώνει την ένταση και να εντείνει την αγωνία του αναγνώστη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Καρ τα καταφέρνει περίφημα σε αυτό το κομμάτι, γεγονός που θα ήταν από μόνο του αρκετό, όμως οι αρετές που διαθέτει το Παραθυράκι του Ιούδα δεν σταματούν εκεί. Οι χαρακτήρες, προεξέχοντος του επιθεωρητή Μεριβέιλ, είναι καλοσχηματισμένοι και όχι προσχηματικοί, στοιχείο που προσδίδει το απαραίτητο βάθος στην υπόθεση. Η ικανότητα του συγγραφέα στους διαλόγους αποτελεί επίσης αναπόσπαστο συστατικό της επιτυχίας που γνώρισε το μυθιστόρημα, καθώς επί των διαλόγων στηρίζεται το μεγαλύτερο ποσοστό της εξέλιξης της πλοκής, που στιγμή δεν έπαψε να μου φέρνει στο νου την κλασική -και κατάλληλη για θερινό σινεμά- ταινία του Sidney Lumet, Δώδεκα ένορκοι (1957).

Ο Καρ είναι ένας κλασικός συγγραφέας που αξίζει την προσοχή μας, ενώ ο επιθεωρητής Μεριβέιλ θα μας γοητεύσει -αν και καθόλου δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Νεοκλής Γαλανόπουλος
Εκδόσεις Τόπος