Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Τεχνητή αναπνοή - Ricardo Piglia





Ακούω μια μουσική και δεν μπορώ να την παίξω, έλεγε, νομίζω, ο Κόλμαν Χόκινς: δεν ξέρω καλύτερη και πιο επιγραμματική περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκομαι. 

Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο σαν αυτό;

Μεγαλώνοντας, σκέφτομαι, χάνεις την ικανότητα να ενθουσιάζεσαι, να μαγεύεσαι, να συγκλονίζεσαι. Δεν το βρίσκουν όλοι αρνητικό αυτό. Αναλογίζομαι τα πρώτα βιβλία που διάβασα, και η σκέψη μου επιβεβαιώνεται πανηγυρικά. Κάτι τέτοιες στιγμές αναδεικνύεται μία από τις βασικές λειτουργίες -αν όχι η πλέον βασική- της συνήθειας να κρατάς ένα ημερολόγιο, αναγνωστικό στην προκειμένη: οριοθετείς το παρελθόν σου.

Κοιτάζω πίσω, λοιπόν, και όντως λιγοστεύουν τα βιβλία εκείνα που διαστέλλουν τις κόρες των ματιών μου, λιγοστεύουν αλλά εξακολουθούν να εμφανίζονται, παρά τον φόβο ότι η τελευταία ήταν όντως η τελευταία φορά, εμφανίζονται όπως τους πρέπει, ξαφνικά και απότομα, με έναν τρόπο που ανοίγει διάπλατα την πόρτα για πίστη στο μεταφυσικό. Τέτοιο βιβλίο η Τεχνητή αναπνοή του Πίλια, και ως τέτοιο πρέπει να καταγραφεί στο ημερολόγιο αυτό, δεκανίκι για ένα μέλλον που θα έρθει, αναπόφευκτα.

Υπάρχει κάποια ιστορία; Αν υπάρχει κάποια ιστορία, αρχίζει πριν από τρία χρόνια. Τον Απρίλιο του 1976, όταν εκδίδεται το πρώτο μου βιβλίο, εκείνος μου στέλνει ένα γράμμα.

Ο θείος του συγγραφέα, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, ο μοναδικός μυθιστορηματικός χαρακτήρας, από χρόνια εξαφανισμένος, με τη φήμη του να υπερβαίνει τη ζωή του. Ένα γράμμα, μια φωτογραφία και δυο στίχοι από ένα ποίημα του Τ.Σ. Έλιοτ. "Είχαμε την εμπειρία αλλά χάσαμε το νόημα,/ μια προσέγγιση στο νόημα αποκαθιστά την εμπειρία". Μια ανταλλαγή επιστολών ξεκινά ανάμεσα σε θείο και ανιψιό. Η ιστορία επαννεκκινά. Αν υπάρχει κάποια ιστορία.

Δεν θα είχε νόημα να αναφερθεί κάποιος στην υπόθεση του μυθιστορήματος του Πίλια. Ακόμα και η αναλυτικότερη, η πλέον πιστή απόδοσή της τίποτα δεν θα πρόσθετε στην εμπειρία της ανάγνωσης, αλλά ούτε και θα αφαιρούσε κάτι απ' αυτήν. Κάθε αναγνώστης διαφορετικό βιβλίο θα έχει την τύχη να διαβάσει.

Η σύλληψη και η εκτέλεση είναι εντυπωσιακή. Γράφω εντυπωσιακή και η λέξη χάνει ξαφνικά όλο της το βάρος, μοιάζει ελάχιστη. Ο Πίλια είναι σαράντα χρονών όταν ολοκληρώνει το πρώτο του μυθιστόρημα. Ναι, η Τεχνητή αναπνοή είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Μπορεί πλέον να παίξει τη μουσική που ακούει, να διηγηθεί την ιστορία που θέλει να διηγηθεί, με τον τρόπο που θέλει να τη διηγηθεί, ενσωματώνοντας τις ακαδημαϊκές γνώσεις στον ιστό της μυθοπλασίας. Κεφαλαιοποιεί τις παρακαταθήκες του παρελθόντος. Τις ομόγλωσσες, τον Αρλτ και τον Μπόρχες. Και τις αλλόγλωσσες, τον Γκομπρόβιτς, τον Χάιντεγκερ, τον Βίτγκενστάιν, τον Κάφκα. Ο φιλοσοφικός στοχασμός διαδέχεται τη συζήτηση περί λογοτεχνίας σε ένα αποτέλεσμα καθηλωτικό, καθώς οι αφορισμοί και οι αντεγκλήσεις εναλλάσσονται, τα αφηγηματικά πρόσωπα αλλάζουν και η ένταση κλιμακώνεται. Και αν η σύλληψη και η εκτέλεση μοιάζει -και είναι- επίτευγμα από μόνο του εντυπωσιακό, τι να πεις για αυτή τη φωνή που ακούγεται τόσο καθαρή από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη; 

Διαβάζω όσα έως τώρα έχω γράψει, και τα οποία κάποια στιγμή θα περάσουν και τον έλεγχο του επιμελητή. Η αποδοκιμασία του ίσως οδηγήσει τη διαδικασία πίσω στην αρχή, ίσως όχι, όπως και αν έχει σκέφτομαι πως ο καλύτερος τρόπος παρουσίασης θα ήταν η παράθεση εκτεταμένων αποσπασμάτων, ή μια παραίνεση, που θα έδειχνε πίστη στο προσωπικό κριτήριο: διάβασέ το

 
Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Παλιές συνήθειες





Δεν θα κάνω πάνω από πέντε λεπτά, μου είπε, και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Χωρίς τις παλιές συνήθειες είναι συχνά άβολη η αναμονή. Χαρακτηρίζω τις συνήθειες παλιές και δεν τις κατονομάζω, για να τις ξορκίσω μακριά τώρα, που για ακόμα μια φορά νιώθω τον πειρασμό, τον διπλό πειρασμό· από τη μία η απόλαυση, από την άλλη το δεκανίκι, για κάθε χρήση. Γιατί είναι πιο εύκολο -μακάρι να 'ναι και πιο αποτελεσματικό- να ξορκίσεις κάτι χαρακτηρίζοντάς το και αποφεύγοντας να το κατονομάσεις. Και όμως, λένε πως είναι καλύτερα έτσι, δίχως τις παλιές συνήθειες, άλλωστε, λένε, όλα στο μυαλό είναι. Με βρήκε να ξεφυλλίζω τις Ερωτοτροπίες, όταν γύρισε, ίσως να έκανε πάνω από πέντε λεπτά, και τη στιγμή που συναντήθηκαν τα μάτια μας σκέφτηκα: τώρα θα το πει: μα καλά, δεν το 'χεις διαβάσει αυτό το βιβλίο; Κι εγώ θα ξενερώσω, και ούτε να επιχειρηματολογήσω και να πω ότι τα βιβλία δεν είναι μιας χρήσης, και ειδικά κάποια βιβλία όπως αυτό ακόμα περισσότερο, κλισέ και στερεοτυπικά επιχειρήματα, ούτε καν αυτό θα θέλω να κάνω. Εκείνη απλώς χαμογέλασε και είπε: δεν είναι πραγματικά αξέχαστη η πρώτη πρόταση; Και για να επιβεβαιώσει, θαρρείς, άμεσα αυτό που μόλις είχε πει, συνέχισε: Η τελευταία φορά που είδα τον Μιγέλ Ντεσβέρν ή Ντεβέρν ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε η γυναίκα του, η Λουίσα, γεγονός που δεν έπαψε να είναι περίεργο και ίσως και άδικο, εφόσον εκείνη ήταν ακριβώς αυτό, η γυναίκα του, ενώ εγώ ήμουν μια άγνωστη και ποτέ δεν είχα ανταλλάξει κουβέντα μαζί του.* Και μετά συνέχισε και είπε: μου αρέσει αυτό το εναρκτήριο απόσπασμα που κοτσάρεις (μα είπε αλήθεια κοτσάρεις;) στις παρουσιάσεις σου, με βάζει στο κλίμα, νιώθω να βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο και να ξεφυλλίζω το βιβλίο, αυτό κάνω, αφού πρώτα διαλέξω κάποιο βιβλίο απ' τον πάγκο ή απ' το ράφι, το παίρνω στα χέρια και πριν απ' όλα διαβάζω την πρώτη πρόταση, αυτό είναι το βασικό κριτήριο για να συνεχίσω ή όχι, και, δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, όμως τις περισσότερες παρουσιάσεις σου δεν τις έχω διαβάσει ολόκληρες, παρά μόνο το πρώτο απόσπασμα, συχνά ούτε και αυτό ολόκληρο. Ένιωσα μπερδεμένος, η αλήθεια, κολακευμένος και προσβεβλημένος. Εμένα πάντως, είπα, ένα είναι το απόσπασμα που μου έχει μείνει αξέχαστο, και για να επιβεβαιώσω, θαρρείς, άμεσα αυτό που μόλις είχα πει, συνέχισα: Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους.** Και τότε συνειδητοποίησα τι ήθελα να κάνω, και κατάλαβα ότι όντως αυτό ήθελα να κάνω, γιατί δεν βιάστηκα να το μοιραστώ, και μόνο όταν, κάποιες ώρες αργότερα, βρέθηκα σπίτι μου, και κατέβασα το βιβλίο απ' το ράφι, κρατώντας το στα χέρια αναλογίστηκα αν η απόφαση να διαβάσω ξανά, τρία χρόνια μετά, την Καρδιά τόσο άσπρη, στο πρωτότυπο αυτή τη φορά, ρέπει περισσότερο προς την αναβίωση της απόλαυσης ή αν γυρεύω δεκανίκια, μόνο τότε ένιωσα την ανάγκη να συζητήσω μαζί της την πρόθεσή μου αυτή, ίσως βέβαια τίποτα άλλο να μην επιθυμούσα παρά εκείνη την αίσθηση οικειότητας.    



*Χαβιέρ Μαρίας, Ερωτοτροπίες, μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδόσεις Πατάκη
**Χαβιέρ Μαρίας, Καρδιά τόσο άσπρη, μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας

  

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο δικαστής και ο δήμιος του - Friedrich Dürrenmatt




Στα τέλη του φθινοπώρου του 1948, τα ορεινά χωριά του βουνού Τέσσεν ήταν συχνά σκεπασμένα από μια πυκνή ομίχλη. Το πρωί της τρίτης Νοεμβρίου, ο Άλφονς Κλένιν, χωροφύλακας του Τβανν, βρήκε μια γαλάζια Μερσεντές παρατημένη στην άκρη του δασικού δρόμου του Λαμποάγκ, που ξεπρόβαλλε από το φαράγγι του ποταμού Τβανν. Προσπέρασε το αμάξι με τα πόδια, έριξε μια γρήγορη ματιά μέσα από το θαμπό παρμπρίζ και του φάνηκε ότι ο οδηγός ήταν σωριασμένος πάνω στο τιμόνι.

Το πτώμα ανήκει στον αστυνόμο Ούρλιχ Σμιντ και ο επιθεωρητής Μπέρλαχ καλείται να ανακαλύψει τον δολοφόνο του υφισταμένου του, σε ένα μυθιστόρημα στο οποίο η αστυνομική πλοκή είναι προσχηματική, μια βάση από απλά υλικά, πάνω στην οποία ο Ντύρενματ απλώνει με μαεστρία στρώσεις φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικοπολιτικής παρατήρησης, με τις απαραίτητες δόσεις μαύρου, κατάμαυρου χιούμορ και με την αποστασιοποίηση του δημιουργού από το δημιούργημά του, μια διαδικασία εγκεφαλική. Το γεγονός πως η αστυνομική πλοκή αποτελεί πρόσχημα καθόλου δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας την παραμελεί, άλλωστε η βάση οφείλει να μπορεί να υποστηρίξει το οικοδόμημα, και ο Ντύρενματ το γνωρίζει καλά αυτό, προσδίδοντας το απαραίτητο βάθος, συνεπικουρούμενο από σασπένς -πώς αλλιώς;- και στέρεους χαρακτήρες. Η εξέλιξη της υπόθεσης δεν είναι τίποτα άλλο από την εξέλιξη του στοχασμού του Ντύρενματ πάνω στο ερώτημα: είναι δυνατόν ένα έγκλημα, συντελεσμένο μπροστά σε πλήθος αυτοπτών μαρτύρων, να μείνει ατιμώρητο; Και προεκτεινόμενο το ερώτημα αυτό: υπάρχει το τέλειο έγκλημα;

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, που το έγκλημα έχει διαπραχθεί σε ένα ορεινό και απόμερο σημείο, στο οποίο και διαδραματίζεται το ουσιαστικό μέρος της αστυνομικής έρευνας, ενώ το υπόλοιπο, το πιο γραφειοκρατικό κάτω στην κοιλάδα, στην κοντινή πόλη, θυμήθηκα τη Μαύρη πίστα, του Ιταλού Αντόνιο Μαντσίνι, λόγω της αναλογίας στο τοπίο, και δεν μπόρεσα παρά να μη θαυμάσω την ικανότητα του Ντύρενματ να αποδώσει την αίσθηση του τόπου αβίαστα, χωρίς την υπερβολή των περιγραφών του Ιταλού, ένας ώριμος σκιτσογράφος από τη μία και ένας φιλόδοξος ζωγράφος από την άλλη.

Αναλογίζομαι εκείνους που a priori αποκλείουν την αστυνομική λογοτεχνία από τα διαβάσματά τους, ως κάτι μιαρό και παρακατιανό, κάτι δεύτερο, αναλογίζομαι πόσους συγγραφείς έχουν χάσει, που η ετικετοποίηση τους έχει καθυποτάξει στον επιθετικό προσδιορισμό αστυνομική, συγγραφείς όπως ο Ντύρενματ για παράδειγμα, ή ο Σιμενόν, η Χάισμιθ και τόσοι άλλοι ακόμα, και να σκεφτεί κανείς πως κάποιοι συγγραφείς, αν και εξίσου αστυνομικοί με τους προαναφερθέντες, γλίτωσαν από την ετικέτα, και βρίσκονται έτσι στο γενικό τμήμα λογοτεχνίας, όπως, ανάμεσα σε άλλους, δύο αγαπημένοι μου, ο Μαρίας και ο Όστερ. Είναι, ρε γαμώτο, αυτονόητο, ή θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, πως δεν υπάρχει άλλη διάκριση στη λογοτεχνία, και στην τέχνη γενικότερα, πέρα από τη γραμμή που χωρίζει την καλή από την κακή. Και ο Ντύρενματ ανήκει σαφέστατα στην καλή πλευρά της λογοτεχνίας.

Είχαν προηγηθεί άλλα τρία μυθιστορήματα, philosophical crime novels όπως χαρακτηρίζονται:



Μετάφραση Ρεγγίνα Μόζερ Μαθιοπούλου
Μεταμεσονύχτιες Εκδόσεις

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Υποταγή - Michel Houellebecq



Όλα τα χρόνια της θλιβερής μου νιότης, ο Ουισμάνς παρέμεινε για μένα σύντροφος, πιστός φίλος· ποτέ δεν ένιωσα αμφιβολία, ποτέ δεν μπήκα στον πειρασμό να τα παρατήσω, ούτε να προσανατολιστώ σε κάποιο άλλο αντικείμενο· έπειτα, ένα απόγευμα τον Ιούνιο του 2007, αφού περίμενα πολύ καιρό, αφού αμφιταλαντεύτηκα πάρα πολύ, και μάλιστα λίγο παραπάνω από το επιτρεπτό, υποστήριξα ενώπιον της επιτροπής του πανεπιστημίου Παρίσι IV - Σορβόννη τη διδακτορική μου διατριβή: Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς, ή η έξοδος από το τούνελ. Από την επομένη το πρωί ( ή ίσως από το ίδιο βράδυ κιόλας, δεν μπορώ να είμαι βέβαιος, το βράδυ της υποστήριξής μου ήταν μοναχικό και ποτισμένο με πολύ αλκοόλ), κατάλαβα ότι ένα κομμάτι της ζωής μου μόλις είχε ολοκληρωθεί, κι ότι ήταν πιθανότατα το καλύτερο.

Ο Φρανσουά, αφού υποστήριξε με επιτυχία τη διδακτορική του διατριβή σχετικά με τον Γάλλο συγγραφέα Ζ.-Κ. Ουισμάνς, ακολούθησε μια μάλλον επιτυχημένη ακαδημαϊκή καριέρα, με λίγες ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα και κάποιες καίριες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, ζωή εργένη με ευκαιριακές σχέσεις με φοιτήτριες, κυρίως σεξουαλικές, διατηρώντας ελάχιστη επαφή με τα κοινά και την πολιτική. Τα χρόνια περνούν και η ζωή του ακολουθεί μια ρουτίνα επαναλαμβανόμενη.

Όποιος έχει προηγούμενη επαφή με το έργο του Μισέλ Ουελμπέκ στο πρόσωπο του Φρανσουά θα αναγνωρίσει μια γνώριμη φιγούρα, έναν χαρακτήρα στα όρια του αντικοινωνικού, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μισάνθρωπος· ο Φρανσουά έχει λάβει ανώτατη εκπαίδευση και απολαμβάνει ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης, πάσχει από κατάθλιψη και μοναξιά, περνάει ώρες σε διάφορες πορνοσελίδες στο διαδίκτυο και τρέφεται με έτοιμα γεύματα.

Η λογοτεχνία του Ουελμπέκ είναι ανθρωποκεντρική, η πραγματικότητα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά έναν στίβο δοκιμασίας για τους ήρωές του. Με αυτό το σκεπτικό στήνει την Υποταγή, δίχως να παρασύρεται από την ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη κεντρική ιδέα, που αποτελεί αναπόφευκτα τον πυρήνα του μυθιστορήματος, ιδέα ικανή να αποπροσανατολίσει και να καταστεί κατάρα για κάποιον άλλον συγγραφέα, όχι όμως για τον Ουελμπέκ. Η ιδέα του (ή η πολιτική προφητεία του αν προτιμάτε) είναι η εξής: στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2022 την πρώτη θέση καταλαμβάνει το ακροδεξιό κόμμα της Λεπέν, γεγονός που μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη σε μια Γαλλία που πλήττεται χρόνια από τη λιτότητα και την ανεργία. Στη δεύτερη θέση έρχεται η Μουσουλμανική Αδελφότητα, περνώντας οριακά τους σοσιαλιστές. Έτσι, στον δεύτερο γύρο το δίλημμα είναι πιο σύνθετο από ποτέ, η απλή λογική που έως τώρα οδηγούσε σε υπερψήφιση του αντίπαλου της ακροδεξιάς υποψηφίου, τακτική που διατηρούσε τα δύο μεγάλα κόμματα σε διαδοχικές διακυβερνήσεις, αποτελεί οριστικά παρελθόν.

Ο Ουελμπέκ επιμένει να διατηρεί τον προβολέα στραμμένο στον Φρανσουά, να βλέπει τις ραγδαίες εξελίξεις στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μέσα από τη δική του ματιά, μια ματιά αδιάφορη, εγωιστική, ελιτίστικη, συμφεροντολογική, εκνευριστική, μα οικεία στον αναγνώστη, οικεία όχι μόνο έξω, στον περίγυρό του, αλλά και μέσα, βαθιά στο είναι του. Και ο Ουελμπέκ ξέρει καλά τι κάνει, παρά τα όσα του καταλογίζονται, δεν παίρνει θέση, αλλά εξωθεί τον αναγνώστη να αναγνωρίσει πόσο Φρανσουά είναι ο ίδιος, να σκαρφιστεί δικαιολογίες και υπεκφυγές, να νιώσει άβολα στη θέση του απλού παρατηρητή.

Η εγκεφαλικότητα που χαρακτηρίζει τη γραφή του Ουελμπέκ, οι ξεκάθαρες ιδέες, οι άψογα δοσμένοι χαρακτήρες, οι διακειμενικές αναφορές -όποιος δεν έχει διαβάσει Ουισμάνς είναι σίγουρο πως θα τον αναζητήσει-, η σφιχτοδεμένη πλοκή, το κοφτό γλωσσικό ύφος, η άρνηση να παρασυρθεί από συναισθηματικότητες, το κρύο αίμα που κυλά στις φλέβες του σπουδαιότερου (σίγουρα πιο ενδιαφέροντα) σύγχρονου Γάλλου συγγραφέα την ώρα της δημιουργίας, όλα αυτά τα στοιχεία είναι παρόντα και σε αυτό το μυθιστόρημά του, που τρομάζει, όχι τόσο με την προφητεία του αυτή καθεαυτήν, όσο με τη δυνάμει ανθρώπινη αντίδραση σε όσα μέλλουν να έρθουν.  



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


υγ. Το 2011 είχε προηγηθεί Ο χάρτης και η επικράτεια, τι βιβλίο και εκείνο! 



Μετάφραση Λίνα Σιπητάνου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Το ναυπηγείο - Juan Carlos Onetti




Πριν από πέντε χρόνια, όταν ο κυβερνήτης αποφάσισε να εκτοπίσει τον Λάρσεν (τον επονομαζόμενο Χουντακαδάβερες) από την επαρχία, κάποιος προφήτεψε, χωρατεύοντας και κατά κάποιο τρόπο στην τύχη, ότι θα επέστρεφε και ότι θα παρατεινόταν το βασίλειο των εκατό ημερών, αυτή η πολυσυζητημένη και συναρπαστική σελίδα της ιστορίας της πόλης μας, μολονότι έχει πια σχεδόν ξεχαστεί. Λίγοι του έδωσαν τότε σημασία, και είναι βέβαιο ότι ο ίδιος ο Λάρσεν, εξαντλημένος τον καιρό εκείνο λόγω της ήττας του, περικυκλωμένος καθώς ήταν από την αστυνομία, ξέχασε αμέσως την προφητική εκείνη φράση και παραιτήθηκε από κάθε ελπίδα που σχετιζόταν με την επιστροφή του σ' εμάς.

Πέντε χρονιά μετά ο Λάρσεν επέστρεψε στη Σάντα Μαρία, ένα πρωί, λίγο αφότου σταμάτησε η βροχή, με μια βαλίτσα στο χέρι, βάδισε αργά μέχρι το μπαρ του Μπέρνι και πήρε το απεριτίφ του. Αργότερα θα συναντηθεί με τον Χερεμίας Πέτρους, ιδιοκτήτη του ναυπηγείου. Θα αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης. Ο Πέτρους δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να τον πείσει για το μέλλον της επιχείρησης, είναι τέτοια η ανάγκη του Λάρσεν να πειστεί, να ελπίσει σε κάτι, που η εγκατάλειψη του τόπου δεν είναι ικανή να τον προσγειώσει, να τον συνεφέρει. Περιφέρεται στον ερημωμένο τόπο, μελετάει παλιούς φακέλους, συνεργάζεται με τους δύο μοναδικούς υπαλλήλους, διευθυντές τμημάτων και εκείνοι, παρίσταται στη σταδιακή, μυστική εκποίηση των εγκαταστάσεων, σιδερικό το σιδερικό. Ζει μακριά από τη Σάντα Μαρία, κοντά στο ναυπηγείο. Φλερτάρει την κόρη του αφεντικού του. Όλα γύρω καταρρέουν.

Θα ήταν κωμικό, αν δεν ήταν τραγικό. Κάποιος που πιάνεται από μια ελάχιστη ελπίδα, από το τίποτα. Αναλογίζομαι εκείνους που διασκεδάζουν με τα διάφορα βιντεοσκοπημένα ατυχήματα τυχαίων ανθρώπων, που πατάνε μπανανόφλουδες στον δρόμο, γλιστράνε στον πάγο, πέφτουν από το ποδήλατο. Για εκείνους η λογοτεχνία του Ονέτι σίγουρα θα έχει κάτι το κωμικό. Ένας ανόητος άνθρωπος που το παίζει διευθυντής, που αναλώνεται σε γεροντοέρωτες, που βαδίζει στα χαμένα. Ένας αποτυχημένος. Εγώ θέλω να εκφράσω μονάχα την περιπέτεια του ανθρώπου, έτσι συνόψισε ο Ονέτι το σύνολο του έργου του.

Η Σάντα Μαρία του Ονέτι και η Κομάλα του Χουάν Ρούλφο, δύο τόποι επινοημένοι, μα τόσο διαβολεμένα οικείοι, και αν εδώ λείπει ο μαγικός ρεαλισμός, ξεχειλίζει ο υπαρξισμός, με το βάρος του και τη ματαιότητά του. Αυτή η αίσθηση τρόμου, η αίσθηση κατάβασης.

Ο αφηγητής της ιστορίας μοιάζει παντογνώστης, γνωρίζει όχι μόνο τις πράξεις αλλά και τις πλέον ενδόμυχες σκέψεις των χαρακτήρων, τις φοβίες και τις ελπίδες τους, τα συναισθήματά τους. Και όμως, ο Ονέτι ραγίζει την παντογνωσία του ίδιου του του αφηγητή, η λογική και οι μαρτυρίες δεν έχουν πια σημασία, έστω ότι τα πράγματα έγιναν κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτή εδώ είναι μια ιστορία, μια από τις πολλές ανθρώπινες ιστορίες, εδώ πρέπει να χωρέσουν όλες οι ανθρώπινες ιστορίες, καθώς ο ολοκληρωμένος κόσμος του ναυπηγείου δεν αποκλείει την ύπαρξη και άλλων κόσμων, εξίσου ολοκληρωμένων. 

Υπάρχουν βιβλία, που κατά την ανάγνωση νιώθεις τη σπουδαιότητά τους μέσα στη μεγάλη πορεία των βιβλίων, τη χοντρή τελεία στη γραμμή, που σηματοδοτεί την κεφαλαιοποίηση των περασμένων, την ισορροπία και το ίχνος του επόμενου βήματος. Τέτοιο βιβλίο Το ναυπηγείο, για την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και όχι μόνο.

Μετάφραση Αγγελική Αλεξοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Οι Ψαράδες - Chigozie Obioma



Ήμασταν ψαράδες.
Τα αδέρφια μου κι εγώ γίναμε ψαράδες τον Ιανουάριο του 1996, όταν ο πατέρας μας έφυγε από το Άκουρε, μια πόλη της δυτικής Νιγηρίας, όπου είχαμε ζήσει μαζί όλη μας τη ζωή. Η Κεντρική Τράπεζα της Νιγηρίας, για την οποία εργαζόταν, τον είχε μεταθέσει σε ένα υποκατάστημα της στη Γιόλα -μια πόλη στον βορρά πάνω από χίλια χιλιόμετρα ερήμου μακριά- την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου του προηγούμενου χρόνου.
Μια μέρα, ξαφνικά, η Κεντρική Τράπεζα της Νιγηρίας ανακοινώνει στον πατέρα του αφηγητή τη μετάθεσή του στη Γιόλα, πόλη στον βορρά της χώρας, πάνω από χίλια χιλιόμετρα ερήμου μακριά από το Άκουρε. Αυτή η μετάθεση, η απομάκρυνση του πατέρα από την οικογενειακή εστία, αποτελεί ένα σημείο καμπής στην ιστορία της οικογένειας, το χρονικό σημείο από το οποίο ξεκίνησε η διάλυση και η πτώση της.
Όποτε σκέφτομαι την ιστορία μας, το τελευταίο εκείνο πρωί που θα ζούσαμε όλοι μαζί ως η οικογένεια που πάντα ήμασταν, εύχομαι -ακόμα και τώρα, δύο δεκαετίες μετά- να μην είχε λάβει ποτέ εκείνη την επιστολή της μετάθεσης. Προτού έρθει η επιστολή αυτή, τα πάντα ήταν στη θέση τους· ο πατέρας πήγαινε κάθε πρωί στη δουλειά και η μητέρα, που διατηρούσε ένα κατάστημα με φρέσκα τρόφιμα στην υπαίθρια αγορά, φρόντιζε τα πέντε αδέλφια μου κι εμένα, που, όπως τα περισσότερα παιδιά στο Άκουρε, πηγαίναμε σχολείο. Τα πάντα ακολουθούσαν τη φυσιολογική τους πορεία.
Ο πατέρας, παραβλέποντας την κυβερνητική σύσταση για περιορισμένες γεννήσεις, συνοδεία του πάντα πρόθυμου και σε υψηλή εγρήγορση κοινωνικού σχολιασμού, πόνταρε στη δημιουργία μιας πολυάριθμης οικογένειας, αποτελούμενης από έξι παιδιά, εκ των οποίων τα πέντε αγόρια ήταν αποφασισμένος να τα οπλίσει με τα απαραίτητα εφόδια, στέλνοντάς τα στο καλύτερο σχολείο και παρέχοντας τους μια όσο το δυνατόν πιο δυτική ανατροφή, έχοντας προαποφασίσει αντ' αυτών το επαγγελματικό τους μέλλον, επιλέγοντας από την αφρόκρεμα των επαγγελμάτων, επιλογή η οποία εκτός από οικονομική άνεση θα προσέδιδε και αίγλη και κοινωνική καταξίωση στο καθένα χωριστά αλλά και στην οικογένεια στο σύνολό της. Και το σχέδιό του έμοιαζε να λειτουργεί μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος αναγκάστηκε να φύγει μακριά, η μητέρα έχασε τον έλεγχο, η πειθαρχία έδωσε τη θέση της στη χαλαρότητα. Τότε ήταν που τα παιδιά, τα τέσσερα μεγαλύτερα, έγιναν ψαράδες.

Μαζί με άλλα αγόρια κατέβαιναν στον ποταμό, κρυφά από τους ενήλικες, και ψάρευαν, συνήθως μικρά ψάρια, τα οποία μάταια προσπαθούσαν να κρατήσουν στη ζωή μέσα σε τενεκεδάκια με νερό από το ποτάμι, σπανιότερα ψάρια μεγαλύτερα, τα οποία πουλούσαν στην αγορά. Ο πρώτος εκείνος καιρός του ψαρέματος διέθετε τον ενθουσιασμό της νέας ανακάλυψης, της δημιουργίας ενός ιστού δυνατού ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, πράξης συνοδευόμενης από πολύωρες συζητήσεις γύρω από όνειρα και προσδοκίες, με χαρακτηριστικά τελετουργίας για τα μέλη της. Όμως το ποτάμι ήταν συνυφασμένο με δεισιδαιμονίες, ακόμα και για τους προοδευτικούς και χριστιανούς γονείς τους, με αποτέλεσμα, μόλις πληροφορήθηκαν τη συνήθεια των παιδιών από κάποια γειτόνισσα, να τους απαγορεύσουν αυστηρά την ενασχόληση αυτή.

Έτσι ξεκίνησαν όλα, στη μνήμη τουλάχιστον του αφηγητή, όταν ο πατέρας έλαβε την επιστολή για τη μετάθεση και εκείνοι, τα παιδιά δηλαδή, αποφάσισαν να γίνουν ψαράδες.

Οι Ψαράδες, το πρωτόλειο έργο του Νιγηριανού συγγραφέα Chigozie Obioma, είναι η ιστορία της διάλυσης των θεμελίων της οικογένειας του αφηγητή, μια διήγηση πρωτοπρόσωπη και συναισθηματικά φορτισμένη, ειπωμένη είκοσι χρόνια μετά, αφήγηση που ισορροπεί με τρόπο θαυμαστό ανάμεσα στην παιδική πρόσληψη των γεγονότων και την εκ των υστέρων καταγραφή τους, μια απόπειρα του αφηγητή να ξορκίσει και να κατανοήσει το παρελθόν, το πώς έφτασε στο σήμερα, να ψάξει στα χαλάσματα τα γεγονότα και τις αιτίες, να ανασυνθέσει την ιστορία.

Ο Obioma επιτυγχάνει να συγκινήσει τον αναγνώστη, να τον εμπλέξει συναισθηματικά δίχως εκβιασμούς και ευκολίες, να αποτυπώσει την καθημερινότητα της άγνωστης στον δυτικό αναγνώστη καθημερινότητας της Νιγηρίας, χωρίς να επαναπαύεται στον δεδομένο εξωτισμό, αλλά αντανακλώντας ομαλά τη μεγάλη εικόνα στην ιστορία των μελών της οικογένειας, αναφερόμενος στην πολιτική αστάθεια, τη διαφθορά της δικαιοσύνης και την οικονομική ανισότητα, παρουσιάζοντας μια πραγματικότητα γεμάτη αντιθέσεις και αντιφάσεις, όπως για παράδειγμα, η συνύπαρξη του χριστιανικού και του μεταφυσικού στοιχείου, η χρήση της αγγλικής γλώσσας και της τοπικής διαλέκτου, ο δυτικός τρόπος σκέψης και οι δεισιδαιμονίες. Μια γραφή που συνδυάζει τον ρεαλισμό με τον λυρισμό, ένα υπέροχο μυθιστόρημα, ένα εντυπωσιακό συγγραφικό ντεμπούτο.   

 
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Άμστερνταμ - Ian McEwan




Δεν έχω φαγούρα στα δάχτυλα. Δευτέρα πρωί στο κέντρο της πόλης, κάθομαι εδώ και ώρες -να 'ναι τρεις;- στο ήσυχο καφέ, μηχανικά χαζεύω από παράθυρο σε παράθυρο, κάθε τόσο επιστρέφω στην άδεια αυτή οθόνη, κάτι πάω να γράψω αλλά το μετανιώνω, αντιγράφω την πρώτη πρόταση, η κατάλληλη εισαγωγή για ένα κείμενο, η απαραίτητη ώθηση, η ανάσα και ο ρυθμός του βιβλίου ζωντανεύει ξανά, τα δάκτυλα πρέπει απλώς να ακολουθήσουν το βάδισμα της σκέψης, τις οδηγίες των σημειώσεων, τον αντίλαλο των λέξεων. Δεν έχω φαγούρα στα δάκτυλα.

Δεν ξέρω τι φταίει, δεν είμαι σίγουρος, κάνω υποθέσεις. Το μυθιστόρημα το απόλαυσα, το έψαχνα εδώ και καιρό, το βρήκα πρόσφατα στο Μοναστηράκι αντί ελαχίστου αντιτίμου -υπάρχουν και εκείνοι οι έμποροι που δεν γνωρίζουν τι πουλάνε-. Δεν βιάστηκα να το διαβάσω, αποφεύγω να λειτουργώ υπό καθεστώς ενθουσιασμού. Έτσι έχω πείσει τουλάχιστον τον εαυτό μου. 

Δύο παλιοί εραστές της Μόλι Λέιν περίμεναν όρθιοι έξω από τον ναό του κρεματορίου, με τις πλάτες τους εκτεθειμένες στην παγωνιά του Φεβρουαρίου. Όλα είχαν ήδη ειπωθεί, αλλά τα είπαν και πάλι.

Στο προαύλιο του ναού, εκεί που καταφεύγουν οι καπνιστές αναμένοντας την νεκρώσιμη ακολουθία που τους αφορά, ο Κλάιβ, διάσημος μουσικοσυνθέτης, ο σημαντικότερος ίσως της εποχής του, επιφορτισμένος με τη σύνθεση της συμφωνίας για την αλλαγή του αιώνα, και ο Βέρνον, διευθυντής της εφημερίδας Κριτής, δύο παλιοί εραστές της Μόλι, φίλοι πλέον, επιμένουν να επαναλαμβάνουν τα ίδια λόγια, το πρώτο σύμπτωμα, ένας κνησμός στο χέρι, η καλπάζουσα εξέλιξη, ο εγκλεισμός στην ασφάλεια του σπιτιού με φύλακα στην πόρτα τον άντρα της, ο θάνατός της. Το τέλος μιας εποχής, αναπόφευκτα. Εκείνο που πραγματικά όμως θα ήθελαν να πουν, εκείνο που πραγματικά τους απασχολεί και τους στοιχειώνει, τα βράδια κυρίως, είναι: πώς θα ήταν άραγε η ζωή μου αν με είχε παντρευτεί η Μόλι;

Οι μέρες που ακολουθούν είναι δύσκολες, ο θάνατος της Μόλι δεν αποτελεί απλώς μια απώλεια, είναι μια επιθανάτια εμπειρία, μια όξυνση της ματαιότητας, ένα σημείο καμπής στη ζωή των δύο αντρών. Ο ΜακΓιούαν επιτυγχάνει να διατηρήσει τη βαριά ατμόσφαιρα της πρώτης σκηνής σε όλο το μυθιστόρημα, εντείνοντάς την ίσως σε κάποιες στιγμές κορύφωσης, επικεντρώνεται στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων και δεν χάνει την ευκαιρία να εντάξει στην αφήγησή του τον στοχασμό και τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό.

Οι ήρωες του ΜακΓιούαν συνήθως είναι απόλυτα επιτυχημένοι, τουλάχιστον αρχικά, αυτή η σύμβαση στο Σάββατο με ενόχλησε -για το βιβλίο αυτό τσακώνομαι εδώ και χρόνια με τον Σ. σε κάθε ευκαιρία, εκείνος, βλέπετε, το θεωρεί αριστούργημα-, εδώ όχι τόσο, αν και δεν μου επέτρεψε μια πιο στενή ταύτιση με τον Κλάιβ ή τον Βέρνον. Το φάντασμα της Μόλι πλανάται συνεχώς πάνω από την αφήγηση, ένα αερικό που δικαιολογεί όχι μόνο κάθε ελάχιστη αντίδραση των χαρακτήρων, αλλά και την ίδια την επιλογή του συγγραφέα να αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές σκεφτόμουν το βιβλίο ενός άλλου Άγγλου, του Γκράχαμ Σουίφτ, Τελευταίος γύρος, και η ολοκλήρωση της ανάγνωσης μου ενέτεινε την επιθυμία να διαβάσω κάτι ακόμα δικό του.  

Είναι σημαντικό να επιμένει κανείς στη γραφή, λένε και το ασπάζομαι, να επιχειρείς ακόμα και τις μέρες εκείνες που μοιάζουν άγονες, να παλεύεις απέναντι σε μια λευκή οθόνη και ας πρόκειται στο τέλος απλώς να πατήσεις συγχρόνως τα πλήκτρα Ctrl και Α, κι ύστερα Delete.


Υγ. Τα Μαύρα Σκυλιά του ΜακΓιούαν είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει.


Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου - Μαρία Ξυλούρη




Επί δεκατρείς μέρες έβρεχε στο Νιόφυτο.
Η βροχή άρχισε ένα πρωί με καταγάλανο ουρανό· τα σύννεφα ήρθαν αργότερα, σα να σύρθηκαν ανόρεχτα σε μια υπόθεση που δεν τα αφορούσε· στάθηκαν μαύρα και βαριά κι έκρυψαν το Νιόφυτο, το βουνό, τον κόσμο.

Είναι η ιστορία ενός ορεινού χωριού, του Νιόφυτου, που η πολυήμερη βροχή καταπόνησε το σαθρό του έδαφος και έκανε το χώμα να υποχωρήσει, παρασέρνοντας μαζί του ψυχές και κτίσματα, αναγκάζοντας τους κατοίκους του να αναζητήσουν μια νέα γη, δίπλα στη θάλασσα, τόπος που δεν άργησε να μετατραπεί σε θέρετρο, τώρα που η θάλασσα δεν φέρνει πειρατές και ληστές μα τουρίστες και ανάπτυξη. Δεν υπάρχει όμως τόπος που να μην έχει βουτηχτεί στο αίμα.

Κάποτε το χωριό χωρίστηκε στα δύο, ακολουθώντας το βάδισμα της χώρας, χωρίστηκε στα δύο επίσημα φέρνοντας στην επιφάνεια έχθρες και αντιδικίες χρόνων. Ο Λουκάς Ραγκούδης κατέδωσε τους κρυμμένους σε μια σπηλιά συγχωριανούς του. Για εσάς το έκανα, θα επαναλάμβανε στη γυναίκα του και στους γιους του. Εγκατέλειψαν το Νιόφυτο βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα νησί, ένα νησί που τα κύματα το παρασέρνουν στο πέλαγος, και τα πλοία δυσκολεύονται να το εντοπίσουν για να δέσουν στο λιμάνι του.

Ο πρωτότοκος γιος του Λουκά θα πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην πατρογονική εστία, σέρνοντας μαζί του και τον ίδιο, τον δράστη, στον τόπο του εγκλήματος, ελπίζοντας να μην διαιωνιστεί το μολυσμένο αίμα των Ραγκουδαίων ή έστω να αραιώσει αρκετά.

Η Μαρία Ξυλούρη βάζει δύο στοιχήματα στο τραπέζι, με αυτό το τρίτο της μυθιστόρημα, και τα κερδίζει. Το πρώτο σχετίζεται με την ιστορία· μέσα από την ιστορία του Νιόφυτου η Ξυλούρη περνάει αναπόφευκτα μέσα από χιλιοειπωμένες θεματικές συμπληγάδες, όπως ο εμφύλιος, η εποχή της ευμάρειας και η κρίση, αλλά αποδεικνύει πως ακόμα και το πιο τετριμμένο θέμα, αν ξέρεις και πετύχεις να το χειριστείς με τον κατάλληλο τρόπο, δεν απολύει τίποτα από τη δεδομένη του βαρύτητα, παρά τις πλείστες αποτυχημένες απόπειρες αναπαραγωγής και επανάληψής του από διάφορους δημιουργούς. Το δεύτερο στοίχημα έχει να κάνει με τα εκφραστικά μέσα της Ξυλούρη, με το πάντρεμα των λογοτεχνικών ειδών που αποπειράται. Ο μαγικός ρεαλισμός συνυπάρχει με το δηκτικό χιούμορ, το λαϊκό μυθιστόρημα με το μεταμοντέρνο και το γοτθικό. Ετερόκλητα, φαινομενικά τουλάχιστον, χαρακτηριστικά, που δείχνουν μία δημιουργό με ποικίλες αναγνωστικές προσλαμβάνουσες, επιρροές καλά χωνεμένες και τελικά επιτυχώς χρησιμοποιημένες, με σύνεση και χρηστικότητα, και όχι με διάθεση επίδειξης.

Οι παρεκβάσεις στο κύριο σώμα της αφήγησης, την ιστορία των Ραγκουδαίων δηλαδή, προσθέτουν  ρυάκια και παραποτάμους, μετατρέποντας μια νουβέλα σε μυθιστόρημα, και αν και κάποιες στιγμές ξενίζουν, καθώς η κυρίως ιστορία διαθέτει τη μαγεία εκείνη που σαγηνεύει τον αναγνώστη, αποτελούν ξεκάθαρη, και άρα σεβαστή, συγγραφική επιλογή. Έχοντας διαβάσει και τα άλλα δύο μυθιστορήματα της Ξυλούρη (Rewind, Πώς τελειώνει ο κόσμος), είναι διακριτός ο συνδετικός ιστός που, παρά τη σαφή θεματική αλλαγή, υπάρχει, γεγονός που, πέρα από την αναγνωστική οικειότητα, επιτρέπει την παρατήρηση της εξέλιξης της συγγραφέως. Υπάρχουν σελίδες, και μάλιστα αρκετές, δουλεμένες, θαρρείς, μέχρι το ανώτατο γλωσσικό όριο, σελίδες στις οποίες δεν περισσεύει ούτε μία λέξη, ενώ και η αφηγηματική φωνή "ακούγεται" ξεκάθαρη και δυνατή.

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο πετυχαίνει κάτι σπάνιο και όμορφο· να απευθύνεται σε ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού, χωρίς να προβαίνει σε εκπτώσεις.

υγ. Και την επιθυμία να διαβάσω ξανά Αντρέα Φραγκιά. Και αυτό θα πρόσθετα στις αρετές του βιβλίου.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Καλέντη  


Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Το κάθετο ταξίδι - Enrique Vila-Matas




Παράξενα τα παιχνίδια του μυαλού. Σάββατο μεσημέρι, πάνε λίγοι μήνες, και διαβάζω την Πρόζα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Στην ανάπαυλα πριν το τελευταίο διήγημα της συλλογής συνειδητοποιώ ότι θα ήθελα να συνεχίσω με Βίλα-Μάτας, χωρίς να μπορώ να αιτιολογήσω με λογικά επιχειρήματα την απόφαση αυτή, ένιωθα την ύπαρξη μιας σύνδεσης, ίσως η αγάπη για τη λογοτεχνία που αναβλύζει έντονα από τα βιβλία του Καταλανού να ήταν το κλειδί, ίσως και όχι. Διαβάζω το τελευταίο διήγημα, πληρώνω και κατεβαίνω με γρήγορο βήμα προς το βιβλιοπωλείο, πλησίαζε τέσσερις η ώρα. Μπαίνω και ακολουθώ ευθεία πορεία προς το ράφι με το ποθητό βιβλίο. Δύο βιβλία του είχα αδιάβαστα: Το κάθετο ταξίδι και τη Νόσο του Μοντάνο. Δεν υπήρχε κανένα από τα δύο. Απογοήτευση. Η επιστροφή στο σπίτι ενέτεινε την απογοήτευση: εξαντλημένα. Διάολε.

Η αναγνωστική μετάβαση χάθηκε, η αναζήτηση ξεκίνησε. Σε άλλο βιβλιοπωλείο του κέντρου βρήκα τη Νόσο του Μοντάνο, τελευταίο αντίτυπο, σύμφωνα με το σύστημα υπήρχε και ένα αντίτυπο από το Κάθετο ταξίδι, στην πράξη όμως όχι. Το Κάθετο ταξίδι ήταν εκείνο που ήθελα να διαβάσω, αυτό που δεν έχει κανείς πιο έντονα ζητάει. Στα κεντρικά των εκδόσεων στάθηκα πιο τυχερός. Είναι τόσο λίγα τα εναπομείναντα αντίτυπα που πρακτικά το θεωρούμε εξαντλημένο, μου είπαν. Δεν με ένοιαζε πια.

Όταν ξαφνικά η μέρα έγινε νύχτα στη Βαρκελόνη και ξέσπασε η καταιγίδα, ο Φεδερίκο, που επί μια βδομάδα βρισκόταν στο χείλος της αβύσσου κι εκείνο το απόγευμα περιφερόταν άσκοπα, δεν είχε άλλη λύση παρά να βρει καταφύγιο σ' ένα μπαρ της πλατείας Λεταμέντι καθώς μουρμούριζε τη λέξη απελπισία. Όταν μπήκε στο μπαρ, είπε στον εαυτό του ότι έφτασε η ώρα να αντιμετωπίσει μια και καλή την κατάσταση πανωλεθρίας στην οποία βρισκόταν η ζωή του από τότε που η γυναίκα του, μια βδομάδα νωρίτερα, του είπε μέσα στο σκοτάδι της κουζίνας:

"Αν δεν σε φοβόμουν τόσο, αν είχα λίγο πιο δυνατό χαρακτήρα, θα τολμούσα τώρα να σου πω πόσο θα μου άρεσε..."

Μετά από πενήντα χρόνια γάμου, για την ακρίβεια την επόμενη μέρα του εορτασμού της χρυσής επετείου, η γυναίκα του, αφού πρώτα βρει καταφύγιο σε υποθετικές απειλές, θα μαζέψει όλο το κουράγιο της, κουράγιο συσσωρευμένο με τα χρόνια, και θα του ανακοινώσει ότι θέλει να μείνει μόνη της, ότι θέλει να χωρίσουν, ώστε να βρει τον απαραίτητο χώρο να αναζητήσει τον εαυτό της, να ζήσει όπως εκείνη επιθυμεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Ο Φεδερίκο θα αργήσει να αντιληφθεί πως δεν πρόκειται για αστείο, πως δεν πρόκειται για μια κενή απειλή, για μία άσφαιρη εκπυρσοκρότηση εντυπωσιασμού. Όσο εκείνος δεν το αντιλαμβάνεται, τόσο εκείνη βρίσκει το απαιτούμενο θάρρος, τόσο εντείνεται η επιμονή στην επιθυμία της να μείνει μόνη. Ο εβδομηντάχρονος Φεδερίκο θα αναζητήσει καταφύγιο και κατανόηση στα τρία του παιδιά, μάταια. Συνταξιούχος, με άπλετο χρόνο και με τους φίλους του θαμμένους από καιρό, ο Φεδερίκο συχνάζει στο καφενείο. Εκεί, η αντροπαρέα θα τον συμβουλέψει να φύγει ένα ταξίδι, αυτή είναι η μόνη λύση.

Ο εβδομηντάχρονος Φεδερίκο βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται από τη βάση της, ό,τι θεωρούσε δεδομένο καταρρέει, αναγκάζεται, χωρίς να το θέλει, να αναλάβει δράση για να επιβιώσει. Η κωμική διάσταση του τραγικού, αλλά και η τραγική διάσταση του κωμικού είναι ένα από τα γνώριμα και αγαπητά χαρακτηριστικά της γραφής του Βίλα-Μάτας. Ο αφηγητής, επίδοξος συγγραφέας που γνωρίζοντας τον Φεδερίκο νιώθει πως έχει επιτέλους μια σπουδαία και ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθεί, διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο μυθιστόρημα, προσθέτοντας την προσωπική του πινελιά σε όσα συμφώνησε ο Φεδερίκο να του εκμυστηρευτεί, πινελιά που διαθέτει χαρακτηριστικά τόσο τεχνικά όσο και συναισθηματικά, προσωπικά του αφηγητή, ο οποίος κάποιες στιγμές απορροφάται περισσότερο από το έργο του ξεχνώντας τον Φεδερίκο, αλλά ταυτόχρονα αδυνατεί να απεμπλακεί εντελώς από τη συναισθηματική σχέση που αναπόφευκτα αναπτύσσει με τον ήρωά του. Με τη χρήση επαναλήψεων και με συχνές αναφορές στο συντελεσμένο μέλλον, αναφορές που σπάνε τον γραμμικό αφηγηματικό άξονα, προσδίδοντας μια χρονική κυκλικότητα, που έρχεται σε ενδιαφέρουσα αντίθεση με το κάθετο χωρικό ταξίδι του ήρωα, ο Βίλα-Μάτας μένει σταθερός στην παιγνιώδη και ταυτόχρονα σοβαρή αφήγηση, αφήνοντας εκτός τη βαρετή σοβαροφάνεια διαφόρων ομότεχνών του. Οι λογοτεχνικές αναφορές, πέραν της παρουσίας του αφηγητή συγγραφέα, είναι, όπως πάντα άλλωστε στα βιβλία του Βίλα Μάτας, καθοριστικές για την εξέλιξη της ιστορίας και μεταδίδουν γενναιόδωρα την αγάπη του Βίλα Μάτας για τη λογοτεχνία, ενός συγγραφέα -εξαίρεση δυστυχώς στον κανόνα- που διαβάζει με πάθος. 

Ένα ακόμα υπέροχο βιβλίο του Καταλανού συγγραφέα, που, παρά το γεγονός ότι αρκετά βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, τα τελευταία χρόνια έχει κάπως ξεχαστεί.

υγ. Παλαιότερα βιβλία του Καταλανού συγγραφέα στο μπλογκ:
                Δόκτωρ Πασαβέντο
                Μπάρτλεμπυ & Σία
                Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ
                Δουβλινιάδα


Μετάφραση Ελένη Τσόκα
Εκδόσεις Καστανιώτη