Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Πανόραμα Σίτυ - Antoine Wilson




Κ: Δεν πρόκειται να πεθάνεις.
Ο: Δεν ξέρεις ποτέ. Γράφω αυτές τις κασέτες για τον Χουάν-Τζορτζ, σε περίπτωση που τελικά πεθάνω. Ποτέ δεν ξέρεις, Κάρμεν, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί από τη στιγμή που μπαίνεις στο νοσοκομείο.
Από το κρεβάτι του νοσοκομείου, εκεί όπου βρέθηκε μετά το ατύχημα που είχε με το ποδήλατό του, ο Όπεν Πόρτερ, τυλιγμένος με γύψο, αποφασίζει να διηγηθεί τη ζωή του στον αγέννητο ακόμα γιο του, καθώς φοβάται πως άμεσα θα πεθάνει. Ξενυχτά με το κασετοφωνάκι ανά χείρας, ενώ η Κάρμεν, η έγκυος γυναίκα του, κοιμάται στην καρέκλα δίπλα του. Ο Πόρτερ διαθέτει ένα αθώο μυαλό και μια συγκινητική αφέλεια, ο πατέρας του του έλεγε πάντα πως δεν είναι έξυπνος, εκείνου όμως απλώς του άρεσε να πηγαίνει καθημερινά με το ποδήλατό του μέχρι την πόλη, αναζητώντας κάποια ευκαιριακή δουλειά. Σχεδόν όλοι στην πόλη τον αποκαλούσαν δήμαρχο. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Πόρτερ έκανε πράξη την επιθυμία του και τον έθαψε στον κήπο του σπιτιού δίπλα στα αγαπημένα του σκυλιά, πράξη η οποία προκάλεσε αναστάτωση στην τοπική κοινωνία, με το άψυχο σώμα να γνωρίζει μια δεύτερη ταφή στο νεκροταφείο αυτή τη φορά.

Ο Πόρτερ ερμηνεύει τον κόσμο κυριολεκτικά, δεν αντιλαμβάνεται τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, τα σχήματα λόγου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο πατέρας του ήθελε να ταφεί στον κήπο του σπιτιού του, και εκείνος έκανε πράξη την επιθυμία του. Αργότερα, στο Πανόραμα Σίτυ, για να υπογράψει σύμβαση εργασίας σε ένα φαστφουντάδικο υποχρεώνεται να παρακολουθήσει ένα βίντεο σχετικό με τη φιλοσοφία και τους στόχους της εταιρείας, όταν όμως θα επιχειρήσει να εφαρμόσει στην πράξη όσα έμαθε, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον προϊστάμενό του, τι νομίζεις ότι κάνεις, θα τον ρωτήσει, εφαρμόζω όσα είδα στο βίντεο, θα απαντήσει ο Πόρτερ, αυτά να τα ξεχάσεις, το βίντεο το είδες γιατί έπρεπε να το δεις πριν να υπογράψεις, του εξηγεί ο προϊστάμενος.

Στο Πανόραμα Σίτυ βρέθηκε ύστερα από πρόσκληση-απαίτηση της θείας του, αδερφής του πατέρα του, η οποία ένιωσε την υποχρέωση να προστατέψει τον ορφανό ανιψιό της. Αποφασισμένη να τον βάλει στον ίσιο δρόμο, του βρίσκει δουλειά στο φαστφουντάδικο, του πληρώνει συνεδρίες με ψυχίατρο, τον υποχρεώνει να πηγαίνει στην Αδελφότητα του Φάρου. Η γνωριμία του Πόρτερ με τον Πόλ, ενός εφευρέτη που βρίσκεται στο κυνήγι της πατέντας, θα του αλλάξει τη ζωή και  τον τρόπο σκέψης. Αυτά και πολλά περισσότερα καταψύχει ο Πόρτερ για τον γιο του. 

Η επιλογή αφηγητή από τον συγγραφέα είναι απόφαση εξίσου σημαντική με τη μορφή της αφήγησης που επιλέγει ως βάση για το μυθιστόρημά του, καθώς ένας εξυπνάκιας αφηγητής θα εξόργιζε τον αναγνώστη με τα σχόλια του και τη στάση του απέναντι στα πράγματα, μετατρέποντας το σύνολο της αφήγησης σε κάτι ψεύτικο, κάτι δήθεν. Αντίθετα, η επιλογή του Πόρτερ προσδίδει μια γλυκύτητα στην αφήγηση, ένα διαρκές χαμόγελο και μια αβίαστη συγκίνηση, απόρροια των περιπετειών του αθώου Πόρτερ στον μεγάλο και περίπλοκο κόσμο, τον οποίο μόνο μερικώς αντιλαμβάνεται εκείνος. Η απεύθυνσή του στον γιο του, δίνει το δικαίωμα στον αφηγητή -και επομένως στον συγγραφέα- να δώσει βαρύτητα στα συμβάντα εκείνα που ο ίδιος κρίνει σημαντικά και αντιπροσωπευτικά.

Μέσα από την αφήγηση του Πόρτερ, ο Γουίλσον βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στην αμερικανική πραγματικότητα, κυρίως της επαρχίας, εκεί που η πατρίδα στην τρομακτική τριαδικότητα, έχει αντικατασταθεί από την επιχείρηση -όσο διάγουμε καιρούς ειρήνης. Θρησκεία και οικογένεια διατηρούν ακόμα τη δυναμική τους. Σε όλα αυτά τα γρανάζια μέσα στα οποία στριμώχνεται ο Πόρτερ στο Πανόραμα Σίτυ προστίθεται και ο ψυχίατρος με την αποστολή να τον βοηθήσει να κλείσει την πληγή της πατρικής απώλειας. Όμως ο Πόρτερ, με τον απλό τρόπο σκέψης του, διαθέτει μια έμφυτη και πανίσχυρη ροπή προς την ελευθερία.

Ένα γλυκό και τρυφερό βιβλίο. Ο Πόρτερ είναι ένας αξέχαστος χαρακτήρας.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια


 

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Η έκθεση



Σκεφτόμουν πάλι το κείμενο που είχα γράψει με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μαρίας, Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς, και που του είχα δώσει τον τίτλο: η πραγματική λογοκρισία είναι το προσωπικό. Πριν λίγες μέρες το μπλογκ μπήκε στον έβδομο χρόνο λειτουργίας του και η γενέθλια επέτειος αναπόφευκτα συνοδεύτηκε από μια διάθεση στοχαστική, ανάμεσα σε άλλες η σκέψη γύρω από την προσωπική έκθεση, την αναπόφευκτη έκθεση εκείνου που γράφει, ακόμα και αν νιώθει (καλά) κρυμμένος πίσω από τον τίτλο ενός βιβλίου, μιας ταινίας ή μιας συναυλίας. Πώς να κρατήσεις έξω αυτό που σε απασχολεί, αφού αυτό είναι, μην κρυβόμαστε, η κινητήριος δύναμη, η πραγματική αφορμή για τη γραφή;

Παίζω συχνά ένα παιχνίδι, προσωπικού ενδιαφέροντος. Όταν αναλογίζομαι κάποια περίοδο περασμένη, συνήθως δύσκολη και θλιμμένη, επιχειρώ να ανατρέξω στα κείμενα εκείνης της περιόδου, κυρίως των επόμενων ημερών, των επόμενων εβδομάδων με σκοπό να αναζητήσω τις λεπτομέρειες εκείνες, που περιγράφουν τη διάθεση που επικρατούσε τότε μέσα μου. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το παιχνίδι αυτό, καθώς χαρτογραφεί, με τη βοήθεια του χρόνου που μεσολάβησε, τα περασμένα, την αντίδραση· ακολουθώ την πορεία των κειμένων, μέχρι που η φλόγα πια χάνει την αρχική της θέρμη, ο πόνος υποχωρεί, η πληγή μοιάζει να κλείνει. Όχι για να επιβεβαιώσω το αδιανόητα ανόητο κλισέ, πως ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα, σκέψη που επιχειρεί να πάρει το βάρος από πάνω μας, αφήνοντας κατάλοιπα και απωθημένα, αλλά για να επιβεβαιώσω την αντίδραση, να νιώσω δυνατός.

Με ρωτάνε συχνά: μα, δεν έχεις βαρεθεί τόσα χρόνια να γράφεις στο μπλογκ; Ακούω και άλλους να το επιβεβαιώνουν, να λένε: κάποιες φορές βαριέμαι τόσο πολύ. Όχι, δεν το έχω νιώσει ποτέ έως τώρα. Ίσως γιατί η γραφή εξυπηρετεί μια ανάγκη βαθύτερη, μια θεραπεία πέρα από τα προφανή που μπορώ με ευκολία να ονοματίσω: την ανάγκη για επικοινωνία, την περιχαράκωση της ανάγνωσης και της εμπειρίας, τη ματαιοδοξία της αναγνώρισης και της απήχησης ή την επαγγελματική εξέλιξη. Είναι ίσως αυτό το πάντρεμα της δημιουργικής πρόσληψης και της προσωπικής έκφρασης, εκείνα που έρχονται στο νου έμμεσα κατά την παρατήρηση και εκείνα που κρύβονται κατά τη γραφή, η απόθεσή τους στην πολύτιμη αυτή συναισθηματική χωματερή.

Η ρουτίνα, επιθυμητή και άκρως λειτουργική για μένα, κρύβει έναν μεγάλο κίνδυνο: να θεωρήσεις κάποια πράγματα δεδομένα, θεώρηση που αναπόφευκτα επιφέρει την έκπτωση και την υποτίμηση, να αμελήσεις το βλέμμα στα περασμένα, στους ευδιάκριτους εκείνους κόμπους της γραμμής, να ξεχάσεις ποιος ήσουν.  


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Χρόνια έξη




Σήμερα συμπληρώνονται 6 χρόνια από την πρώτη εκείνη συμβολική ανάρτηση. 6 χρόνια. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, καθώς επεξεργάζομαι νοητά το επετειακό κείμενο, διάφορες σκέψεις περνούν απ' το μυαλό μου, ανάλογα με την περιρέουσα ατμόσφαιρα της περιόδου, τα εξωτερικά, αλλά κυρίως, τα εσωτερικά ερεθίσματα. Κάποιο απ' αυτές, για κάποιον συχνά αδιευκρίνιστο λόγο, επικρατεί και εν τέλει αποτελεί τον πυρήνα της επετειακής ανάρτησης.

Να σκέφτεσαι πόσο απολαμβάνεις την ανάγνωση και όχι πόσα βιβλία έχεις διαβάσει. Να μένεις ψύχραιμος μπροστά στον κατακλυσμό των νέων εκδόσεων, αρνούμενος να συμμετέχεις σε αυτόν τον άτυπο αγώνα ταχύτητας και όγκου. Να αναζητάς τα νήματα και τα ερεθίσματα, την παρέα παθιασμένων αναγνωστών. Τα καλά βιβλία δεν τελειώνουν ποτέ, να το θυμάσαι. Ευτυχώς. Πολλές φορές όμως τα καλά βιβλία εξαντλούνται, για διάφορους λόγους, και η αναζήτησή τους σε στοιχειώνει.

Φέτος, λοιπόν, η σκέψη-πρόθεση είναι η εξής: να κάνω μία κλήρωση με έπαθλο τρία βιβλία κορυφαίων συγγραφέων, που είναι εξαντλημένα και δυσεύρετα. Ένας συνδυασμός ευχαριστίας και διάθεσης για μοίρασμα. Τα τρία βιβλία του διαγωνισμού είναι τα εξής:

α) Βάναυση αγάπη, Έλενα Φεράντε (μτφρ. Παναγιώτης Σκόνδρας, εκδόσεις Perugia). Το πρώτο μυθιστόρημα της Ιταλίδας συγγραφέως-μυστήριο, για την οποία τίποτα δεν γνωρίζουμε πέραν των βιβλίων της και κάποιων συνεντεύξεών της, και που αποτελεί πια παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο με την τελευταία της τετραλογία, της οποίας το πρώτο μέρος αναμένεται σύντομα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Δήμητρας Δότση.

β) Σκληρή χώρα των θαυμάτων και το Τέλος του Κόσμου, Χαρούκι Μουρακάμι (μτφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη). Το τρίτο και τελευταίο μέρος του Trilogy of the Rat, εκεί που ο διάσημος Ιάπωνας περιδιαβαίνει τα τοπία της επιστημονικής φαντασίας, με ευδιάκριτη ήδη την αφηγηματική φωνή που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους και πολυδιαβασμένους συγγραφείς της εποχής μας.

γ) Ο Αθλητικογράφος, Ρίτσαρντ Φορντ (μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Ωκεανίδα). Το πρώτο μέρος της τριλογίας με ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ. Το παράξενο με αυτή την τριλογία είναι ότι στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί μόνο το πρώτο και το τρίτο μέρος (Η χώρα όπως είναι - μτφρ. Σπύρος Τσούγκος, εκδόσεις Πατάκη).


Πώς μπορείτε να συμμετάσχετε; Συμπληρώνοντας την ακόλουθη φόρμα ή ακολουθώντας εδώ τις οδηγίες στην ανάρτηση της σελίδας του ιστολογίου στο facebook.

      

  

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων - Michel Faber




Κάτι θα 'λεγα, είπε εκείνος.
Ε, τότε πες το, είπε εκείνη.

Τι είναι, άραγε, σημαντικό να ειπωθεί λίγο πριν απ' τον επερχόμενο χωρισμό δύο ανθρώπων; Ο χρόνος μετράει αντίστροφα και βαραίνει το κάθε τι, δεν υπάρχει κάτι απλό να ειπωθεί, κάτι αδιάφορο, δεν περισσεύει χώρος για σιωπή, ο εκνευρισμός και η ένταση επιτείνουν την κακή σκέψη: ας περάσει η ώρα γρήγορα, δεν αντέχω άλλο! Σκέψη, αναπόφευκτη, που θα επιστρέφει, ξανά και ξανά, και θα ζητάει το αντίτιμό της. Ξανά και ξανά.

Ο Πίτερ πρόκειται να φύγει μακριά, πολύ μακριά, σε έναν άλλο πλανήτη. Ιεραπόστολος, που επελέγη να συμμετάσχει στο εν εξελίξει διαστημικό πρόγραμμα της εταιρείας USIC. Η γυναίκα του, Μπία, τον οδηγεί στο αεροδρόμιο. Χάρη σε εκείνη έφτασε ως εδώ. Πριν τη γνωρίσει, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας αλήτης, ένας αλκοολικός που ζούσε στα όρια του νόμου. Εκείνη δούλευε ως νοσοκόμα στην κλινική που τον μετέφεραν με σπασμένους και τους δύο αστραγάλους. Δίπλα της, άφησε το αλκοόλ και γνώρισε τον Χριστό. Τα χρήματα της αποζημίωσης αποτέλεσαν το ισχυρότερο δέλεαρ για τη συμμετοχή του σε αυτό το ταξίδι, χρήματα που θα αξιοποιηθούν για τις ανάγκες της εκκλησίας και του ποιμνίου της.

Ο Φέιμπερ απογειώνει -κυριολεκτικά- μια κλισέ δακρύβρεχτη και ίσως βαρετή ιστορία, το απολωλός πρόβατο που βρίσκει τον δρόμο του Κυρίου, με την απαραίτητη παρουσία μιας γυναίκας, μοιραίας για εκείνον. Η δύναμη της αγάπης και η επικράτηση του καλού. Ο Φέιμπερ χρησιμοποιεί την ιστορία αυτή ως το απαραίτητο υπόβαθρο που θα του επιτρέψει να στήσει την ιστορία που τον ενδιαφέρει πραγματικά, τον χωρισμό των δύο, την εξωγείωση του Πίτερ, τον νέο πλανήτη και τους κατοίκους του. Η βασική ιδέα δεν είναι σύνθετη, κάθε άλλο, είναι απλή. Η υποστήριξη και η εξέλιξη αυτής της ιδέας είναι το βασικό στοίχημα για τον συγγραφέα, το κρίσιμο σημείο για ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Και το Βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων είναι ένα απόλυτα επιτυχημένο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Ο Φέιμπερ, άξιος συνεχιστής των σπουδαίων του είδους, χρησιμοποιεί το εύρημα ως βάση κριτικής και παρατήρησης, χτίζει έναν νέο κόσμο από το μηδέν, οικείο με τον δικό μας αλλά ταυτόχρονα διαφορετικό. Η τεράστια χιλιομετρική απόσταση των δύο κόσμων, η αποξένωση των δύο συντρόφων, η προβληματική γραπτή επικοινωνία -εξαίσιο αφηγηματικό εργαλείο-, οι νέες προκλήσεις για τον Πίτερ, αλλά και για την Μπία που μένει, μετά από χρόνια, μόνη της, προσδίδει ένα συναισθηματικό βάρος, καθοριστικό για την αναγνωστική εμπειρία, ισορροπώντας το στοιχείο της δράσης και της κατάκτησης τους διαστήματος. Ο Φέιμπερ καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη στον νέο πλανήτη, να του μεταδώσει αυτή την απόκοσμη αίσθηση, να τον κάνει να αισθανθεί μακριά από τη γη, να διαβάζει τις διηγήσεις της Μπία σαν ανακοινωθέν από κάποιον άλλον πλανήτη. 

Μυθιστόρημα που θα μπορούσε να προσεγγιστεί ως αμιγώς ερωτικό, μια ιστορία αγάπης δυο συντρόφων που αναγκάζονται να ζήσουν με μια τεράστια απόσταση να απλώνεται ως άβυσσος ανάμεσά τους, αλλά μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν μάλλον ατελής, όπως ατελής θα ήταν και μια ανάγνωση ως ενός απλού και μονοδιάστατου μυθιστορήματος δράσης, καθώς δεν του λείπει η κοινωνική, ανθρωπολογική, πολιτική και γλωσσική παρατήρηση, ένας στοχασμός φιλοσοφικός και τελολογικός, με κομβική την παρουσία της θρησκείας, ή της πίστης καλύτερα, σε συνδυασμό με το έντονο σασπένς και τη ζηλευτή ευκολία του Φέιμπερ στην αφήγηση, άθροισμα στοιχείων που έχουν ως αποτέλεσμα ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου
Εκδόσεις Λιβάνη



Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Ψηλά πάνω από τον κόσμο - Paul Bowles



Φλέρταρα για καιρό με την ιδέα να διαβάσω κάτι ακόμα του Πωλ Μπόουλς. Πέρυσι το καλοκαίρι το Τσάι στη Σαχάρα αποτέλεσε την πρώτη επαφή με το έργο του. Οι ταξιδιώτες ήρωες και η ανατομική ικανότητα του συγγραφέα στην ανάδειξη των σχέσεων, η ατμόσφαιρα και μια αίσθηση τρόμου να αιωρείται διαρκώς· σε αυτά προσέβλεπα. Η ταινία της Σάρα Ντράιβερ, You are not I, βασισμένη σε ένα διήγημά του, ήταν -εκ του αποτελέσματος- η πλέον αναπάντεχη κινηματογραφική έκπληξη της περασμένης χρονιάς, άλλωστε στην επιστροφή από το σινεμά τράβηξα το βιβλίο από το ράφι των αδιάβαστων και το τοποθέτησα κοντά μου, δίπλα στον υπολογιστή. Όλο το ανέβαλα όμως. Μέχρι τη στιγμή που διάβασα το Ουτς του Μπρους Τσάτουιν και ένιωσα το νήμα να απλώνεται καθαρό και μετέωρο.

Οι Σλέιντ κάθισαν για το πρωινό τους πιο πολύ κοιμισμένοι παρά ξύπνιοι. Το πλοίο είχε δέσει· το είχαν ακούσει να σφυρίζει πένθιμα όταν έφτασα στα ανοιχτά του λιμανιού, κάποια σκοτεινή ώρα στη διάρκεια της νύχτας. Τώρα, το μόνο που έμενε ήταν να επιβιβαστούν μαζί με τις αποσκευές τους.
Ο δόκτωρ Σλέιντ και η νεαρή σύζυγός του ταξιδεύουν στη Λατινική Αμερική, χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο, δύο περιπλανώμενοι με οικονομική άνεση, φτάνουν σε μια πόλη, που δεν κατονομάζεται, χτισμένη σε μεγάλο υψόμετρο, κατάκοποι από το όλο εναλλαγές μεταφορικών μέσων ταξίδι τους, εμποτισμένοι από τη ζάλη του άστατου ύπνου, της αλλαγής καταλύματος και της πρόχειρης διατροφής. Βολεύονται σε δύο χωριστά δωμάτια, πάντα χρησιμοποιούν δύο χωριστά δωμάτια στο ταξίδι τους αν και ζευγάρι, και προσπαθούν να συνηθίσουν την ακίνητη γη κάτω από τα πόδια τους, να διαλύσουν την ομίχλη που τους δυσκολεύει. Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου εκείνη θα γνωρίσει έναν παράξενο νεαρό, ευγενή και καλλιεργημένο, τον Βέρο, ο οποίος επιτυγχάνει αμοχθυτί να της επιβληθεί ως ξεναγός και οικοδεσπότης. Το πολυτελές διαμέρισμά του, και ιδιαιτέρως το τεράστιο μπαλκόνι με την εντυπωσιακή θέα, που δεσπόζει ψηλά πάνω από τον κόσμο, αποτελεί το επιστέγασμα της γοητείας που της ασκεί, το ιδανικό σκηνικό της αποπλάνησης. Ο Βέρο, απευθυνόμενος κάποια στιγμή στους Σλέιντ, θα πει: Δεν είναι αυτό ακριβώς που νομίζετε.

Ο Μπόουλς βυθίζει με μαεστρία τον αναγνώστη στο σκοτάδι της ιστορίας του, χτίζει τον τρόμο αργά και σταθερά, φέρνοντας στη σκηνή τους ήρωές του, με την αφέλειά τους και την υστεροβουλία τους, αναδεικνύει την προβληματική των σχέσεων και την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στο τυχαίο. Ο εξωτισμός της Λατινικής Αμερικής, εκείνο το άγνωστο που γοήτευσε τους Σλέιντ και τους οδήγησε στο ταξίδι αυτό, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μυθιστορήματος. Ο Μπόουλς, πολυταξιδεμένος ο ίδιος, είναι δεινός παρατηρητής της ανθρώπινης φύσης, ικανότητα που επιτυγχάνει να τη μεταδώσει στο χαρτί. Κατά την ανάγνωση ένιωσα τη συγγένεια του συγκεκριμένου έργου με τρία άλλα μυθιστορήματα, τα οποία επίσης διαδραματίζονται στη Λατινική Αμερική με ήρωες ξένους, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν εκεί: Οι θεατρίνοι του Γκρην, Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι και Μεθυσμένο ημερολόγιο του Τόμσον.

Με το πέρας της ανάγνωσης, οι αναγνωστικές προσδοκίες μου ικανοποιήθηκαν, γεγονός μάλλον σπάνιο.  

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Απόπειρα


Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Ουτς - Bruce Chatwin




Μια ώρα πριν από την ανατολή του ήλιου, στις 7 Μαρτίου 1974, πέθανε ο Κάσπαρ Ιωακείμ Ουτς από μια δεύτερη και από καιρού αναμενόμενη εγκεφαλική συμφόρηση, στο διαμέρισμά του στην οδό Σίροκα 5, που βλέπει στο παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Πράγας.
Όταν ο αφηγητής θέλησε να ταξιδέψει στην Πράγα, με σκοπό να κάνει επιτόπια έρευνα γύρω από το πάθος του αυτοκράτορα Ροδόλφου Β', να συλλέγει εξωτικά αντικείμενα, καταπολεμώντας έτσι την κατάθλιψή του, και ρώτησε έναν φίλο του αν είχε να του συστήσει κάποιον στην πρωτεύουσα της Τσεχοσλοβακίας, εκείνος τον έφερε σε επαφή με τον Ουτς, που διέθετε μια τεράστια συλλογή με φιγούρες πορσελάνης Μάισεν. Ήταν το καλοκαίρι του 1967, έναν χρόνο πριν από την εισβολή των σοβιετικών τανκς. Όταν, σχεδόν εφτά χρόνια αργότερα, ο αφηγητής θα πληροφορηθεί τον θάνατο του Ουτς, θα επιχειρήσει να φιλοτεχνήσει το πορτραίτο εκείνου του παράξενου ανθρώπου, και μαζί μιας ολόκληρης εποχής.

Ο Τσάτουιν επιτυγχάνει την αρμονική συνύπαρξη του ρεαλιστικού και του μαγικού στοιχείου, μετατρέπει σε λέξεις την ατμόσφαιρα που αποπνέει η Πράγα, που μοιάζει να πατάει ανάμεσα σε δύο εποχές, δημιουργώντας στον επισκέπτη/αναγνώστη την αίσθηση ενός μεταίχμιου χωροχρονικού, εκεί που φαντάζει δυνατή η αλχημεία και στα σκοτεινά παραφυλούν τα Γκόλεμ. Η μανία του συλλέκτη, η διάσωση της τέχνης και τα ύποπτα μονοπάτια για την απόκτηση έργων τέχνης, τα ταξίδια του Ουτς στο εξωτερικό, ο φίλος του δόκτορα Βάτσλαβ Όρλικ και οι έρευνες του για την οικιακή μύγα, μα πάνω απ' όλα η δυνατότητα του Ουτς να φύγει στο εξωτερικό, μακριά από την Πράγα, αλλά και η άρνηση της δυνατότητας αυτής. Η σταδιακή αποκάλυψη του πορτραίτου του Ουτς, το χτίσιμο του ήρωα από τον συγγραφέα είναι το τεράστιο αβαντάζ αυτού του βιβλίου, ένας ικανός λόγος για να διαβάσει κανείς αυτό το μυθιστόρημα, ακόμα και σαν εγχειρίδιο γραφής.

Τίποτα δεν είναι όπως μοιάζει. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο πυρήνας του μυθιστορήματος, τίποτα δεν είναι όπως μοιάζει, και τίποτα δεν είναι μόνο έτσι ή μόνο αλλιώς, και σίγουρα η ιστορική στιγμή στην οποία διαδραματίζεται ενισχύει περισσότερο αυτό τον ισχυρισμό, η μεταβλητή και σύνθετη, συχνά αντικρουόμενη, εικόνα για το τι πραγματικά συνέβαινε στις χώρες πέρα από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, μια παραδοχή αβεβαιότητας σε αντίθεση με την άποψη εκείνων, που ακόμα και αν δεν γνώρισαν τη ζωή σε εκείνες τις χώρες από κοντά, δεν διστάζουν να παρουσιάζουν και να υποστηρίζουν, με μανία και απόλυτη πίστη, τη μία και μοναδική αλήθεια τους.

 Και ένα απόσπασμα πολιτικό, γιατί το βιβλίο είναι σαφέστατα -και- πολιτικό:

Αλλά, κατά την άποψή του, οι πραγματικοί ήρωες αυτής της αφόρητης κατάστασης ήταν άνθρωποι που δεν έβγαζαν άχνα εναντίον του Κόμματος ή του Καθεστώτος - και εντούτοις έμοιαζαν να έχουν κλεισμένο μέσα στο μυαλό τους ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό.
Η σιωπή του αποτελεί τελεσίδικη ύβρη κατά του Καθεστώτος, γιατί κάνουν σαν να μην υπάρχει.    
Ακόμα ένα παράθυρο άνοιξε. Αυτό είναι το συνθηματικό μας, το επιδοκιμαστικό σχόλιο μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου που αποτέλεσε πρόταση του άλλου. Το ευχαριστώ δεν μοιάζει να ταιριάζει πια στην περίσταση, επιτηδευμένο υπόλοιπο κοινωνικών συμβάσεων. Έτσι και τώρα, ακόμα ένα παράθυρο άνοιξε, της έστειλα όταν τελείωσα την ανάγνωση του Ουτς, του μυθιστορήματος του Μπρους Τσάτουιν, τον οποίο έως τότε μόνο ως όνομα γνώριζα. Και δεν είναι το καλύτερό του, μου είπε.



Μετάφραση Τερέζας Βεκιαρέλη
Εκδόσεις Χατζηνικολή

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Η Καρδερίνα - Donna Tart



Όσο ήμουν ακόμα στο Άμστερνταμ, είδα στον ύπνο μου τη μητέρα μου για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια. Ήμουν κλεισμένος στο ξενοδοχείο μου πάνω από μία βδομάδα, υπερβολικά φοβισμένος για να ξεμυτίσω ή να τηλεφωνήσω σε οποιονδήποτε. Η καρδιά μου έτρεμε και σφιγγόταν με τους πιο αθώους θορύβους: Το κουδούνισμα του ανελκυστήρα, το κροτάλισμα του τρόλεϊ με τα μπουκαλάκια για τον ανεφοδιασμό των μίνι-μπαρ, ως και αυτά ακόμα τα μελωδικά καμπανίσματα των ρολογιών που σήμαιναν την ώρα από τα κωδωνοστάσια της Βεστερκερκ και της Κρέιτμπερχ είχαν μια σκοτεινή αιχμή στην κλαγγή τους, μια υποβόσκουσα αίσθηση καταδίκης βγαλμένη από σκοτεινό παραμύθι. Περνούσα τη μέρα μου καθισμένος στα πόδια του κρεβατιού, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βγάλω κάποιο νόημα από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων (πράγμα εντελώς μάταιο, αφού δεν ήξερα λέξη ολλανδικά), κι όταν τελικά τα παρατούσα, στηνόμουν μπροστά στο παράθυρο και χάζευα πέρα στο κανάλι, με το χαμηλό παλτό μου ριγμένο πάνω μου, αφού, έχοντας φύγει εσπευσμένα από τη Νέα Υόρκη, δεν είχα πάρει μαζί μου ρούχα αρκετά ζεστά ούτε καν για εσωτερικό χώρο.

Ο Θίο Ντέκερ ξεκινά την αφήγηση της ιστορίας του από το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ, όπου βρίσκεται φοβισμένος και ελαφρά ντυμένος, για να το εγκαταλείψει ή για να επικοινωνήσει με κάποιον γνωστό ή φίλο, δημιουργώντας στον αναγνώστη εξ αρχής ένα πλήθος ερωτημάτων (ανάμεσα σε άλλα: πώς και κάτω από ποιες συνθήκες βρέθηκε εκεί, πού βρίσκεται τώρα που γράφει αυτές τις γραμμές) και ένα κλίμα αγωνίας. Και θέλοντας να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, και να δικαιολογήσει τον τρόμο αλλά και την ανάγκη να διηγηθεί αυτή την ιστορία, πρώτιστα στον εαυτό του, ο Θίο θα πιάσει το νήμα από την αρχή, από την ημέρα εκείνη που η ζωή του άλλαξε για πάντα, όταν, πηγαίνοντας με τη μητέρα του στο σχολείο για ένα ραντεβού με τον διευθυντή, εξαιτίας ενός παραπτώματος συνηθισμένου, όπως το κάπνισμα εντός των σχολικών εγκαταστάσεων, θα αποφασίσουν, έχοντας χρόνο μπροστά τους, αντί να φάνε πρωινό, όπως θα προτιμούσε εκείνος, να μπουν στο μουσείο και να περπατήσουν ανάμεσα σε αίθουσες γεμάτες ζωγραφικούς πίνακες της παγκόσμιας κληρονομιάς. Κάποια στιγμή που η μητέρα του έχει πάει μέχρι το κατάστημα με τα αναμνηστικά, ενώ εκείνος, μαγνητισμένος από ένα κορίτσι στην ηλικία του, που το συνοδεύει ένας ηλικιωμένος κύριος, στέκεται μπροστά στον πίνακα του Carel Fabritius, Η Καρδερίνα, αναζητώντας την ελάχιστη αφορμή για να μιλήσει στο κορίτσι, μια έκρηξη θα σπείρει τον πανικό. Λίγες στιγμές μετά, αφού ανακτήσει τις αισθήσεις του ο Θίο, θα επιχειρήσει να εγκαταλείψει το κτίριο, αναζητώντας τη μητέρα του και παίρνοντας μαζί του τον μικρό πίνακα. Το όνομα της μητέρας του βρίσκεται στη λίστα των θυμάτων του χτυπήματος.

Η Ντόνα Ταρτ επιτυγχάνει, ήδη από την αρχή, δύο στόχους πράγματι σπουδαίους και σημαντικούς, απόδειξη του ταλέντου, της έμπνευσης και του μόχθου κατά τη συγγραφή. Ο πρώτος, να εξάψει την περιέργεια του αναγνώστη, να τον εμπλέξει στην ανάγνωση του πολυσέλιδου μυθιστορήματός της. Και ο δεύτερος, να δικαιολογήσει, τόσο την έκταση, όσο και την ένταση της αφήγησης. Βέβαια, το αρχικό αυτό βήμα δεν θα ήταν αρκετό, αν δεν συνοδευόταν από μια ιστορία δυνατή και το σταδιακό χτίσιμο ενός χαρακτήρα, αντιφατικού μα στέρεου, όπως αυτού του Θίο, με ένα πλήθος άλλων, δευτερευόντων χαρακτήρων να τον συνοδεύουν και να εμφανίζονται στη σκηνή κατά την εξέλιξη της ιστορίας, ακόμα και ως ανάμνηση, όπως η μητέρα του ήρωα για παράδειγμα, μιας ιστορίας διάχυτης από ευρήματα και ανατροπές, με την ομαλή και συνειδητή πορεία προς την ολοκλήρωση του κύκλου, την επαναφορά του Θίο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, και την έξοδο, το (προσωρινό) τέλος της ιστορίας. Η εκ των υστέρων καταγραφή της ιστορίας επιτρέπει και δικαιολογεί την ενιαία αφηγηματική φωνή, το φιλτράρισμα της ιστορίας, την παράκαμψη κάποιον γεγονότων και χρονικών περιόδων, και την επιμονή στη λεπτομερή καταγραφή άλλων. Η Ταρτ, αν και προφανώς ελέγχει την ιστορία της στο σύνολό της, αφήνει εντούτοις να φανούν κάποιες ραφές στη σύνθεσή της, κάποιες κρίσιμες στιγμές, στις οποίες αποφασίζει να ακολουθήσει μια κατεύθυνση αντί για μια άλλη, αίσθηση που συγγενεύει με τα αδιέξοδα που βασανίζουν τον αφηγητή.

Αν και σίγουρα δεν πρόκειται για δοκίμιο, ούτε καν για μυθιστόρημα δοκιμιακού χαρακτήρα, εντούτοις η Καρδερίνα διαθέτει ενδιαφέροντες προβληματισμούς γύρω από την τέχνη, την αυθεντικότητά της, τη χρηματική αποτίμησή της, τους διαφορετικούς τρόπους πρόσληψής της και τη χρησιμότητά της. Κάποια στιγμή ο Θίο, θα βρει καταφύγιο στο εργαστήριο του Χόμπι, που βρίσκεται στο υπόγειο της γκαλερί που διατηρεί, εκεί, στην ησυχία και την προσήλωση που απαιτούνται για τη συντήρηση και την ανακατασκευή, θα δει έναν καινούριο κόσμο να ανοίγεται μπροστά του, έναν κόσμο ταυτόχρονα γόνιμο και γήινο, πνευματικό και χειρωνακτικό, εκλεπτυσμένο μα και γεμάτο ευκαιρίες εξαπάτησης νεόπλουτων πελατών. Οι σκηνές από το εργαστήριο του Χόμπι ξεχωρίζουν σε ένα μυθιστόρημα ξεχωριστό στο σύνολό του.

Υποψιάζομαι πως η επιλογή της συγγραφέως να απλώσει την ιστορία της ανάμεσα σε τρεις πόλεις, το Άμστερνταμ, τη Νέα Υόρκη και το Λας Βέγκας, δεν είναι καθόλου τυχαία, εφόσον η τέχνη αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του μυθιστορήματος. Μοιάζει να τοποθετεί τρία σημεία κομβικά στην εξέλιξη του πολιτισμού, την Βορειοκεντρική Ευρώπη, την ανατολική ακτή και τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η γέννηση, η συντήρηση και η παρακμή.

Η κατοχή του πίνακα, η απώλεια της μητέρας και η αναζήτηση της ταυτότητας, σε μια πορεία δίχως πυξίδα, σε ένα μυθιστόρημα με έντονη την υπαρξιακή αγωνία, με μια επίφαση αστυνομικής πλοκής, ευκολοδιάβαστο μα ταυτόχρονα πολυεπίπεδο. Παρά τις ενστάσεις αρκετών σχετικά με το μέγεθός του, προσωπικά δεν θα αφαιρούσα ούτε μία σελίδα, ίσως, δε, να πρόσθετα κάποιες, καθώς το βύθισμα στην ιστορία του Θίο υπήρξε μια εμπειρία γοητευτική, μια πολυήμερη παραμονή, που μοίρασε την καθημερινότητά μου στα δύο. Η στιγμή που θα αναζητήσω το πρώτο μυθιστόρημα της Ταρτ, τη Μυστική Ιστορία, κατά γενική ομολογία το καλύτερό της, δεν θα αργήσει.  


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Χριστιάννα Ελ. Σακελλαροπούλου
Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη


Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Υπομονή




Είναι βλακεία, είπε, να ξέρεις τι θέλεις και να μην μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό, εκτός απ' το να κάνεις υπομονή, ακούγοντας πως υπάρχουν σημαντικότερα προβλήματα στον κόσμο, πως δεν υπάρχει δεν μπορώ παρά μόνο δεν θέλω, πως όταν θέλεις κάτι πραγματικά τότε αργά ή γρήγορα θα το αποκτήσεις, πως το καλό πράγμα αργεί να γίνει, πως όταν αποκτήσεις αυτό που θέλεις αναπόφευκτα θα θελήσεις κάτι άλλο και κυρίως υπομένοντας τη σχετική ή άσχετη ιστορία του καθενός, γιατί όλοι έχουν μια ιστορία να πουν, μια ιστορία πιο σημαντική απ' τη δική σου. Χρησιμοποίησε τη λέξη βλακεία με έναν τρόπο παιδικό, αυτό ήταν που με συγκίνησε στα λόγια της. Δεν τη ρώτησα τι ήθελε. Ήταν αργά τη νύχτα στο κέντρο της πόλης, το παγκάκι -μια μικρή ξύλινη τάβλα, χωρίς πλάτη- που είχαμε κάτσει ήταν στο πιο κακοφωτισμένο σημείο εκείνου του αστικού ανοίγματος, γιατί πλατεία δεν το έλεγες, και έτσι δεν είμαι σίγουρος αν κύλησε κάποιο δάκρυ. Θα ήταν ταιριαστό πάντως. Ο ουρανός ήταν κόκκινος, δίχως αστέρια. Ήθελα να πω: μην σε παίρνει από κάτω, κάνε υπομονή. Ένιωσα βλάκας, παρότι δεν μίλησα, η σκέψη και μόνο αρκεί. Ούτε εκείνη μίλησε, κουνούσε τα πόδια της πέρα δώθε, για ώρα, σε μια κούνια που εγώ δεν μπορούσα να διακρίνω, και αφού μάζεψε, θαρρείς, την απαραίτητη ορμή, έγειρε μπροστά και με ένα μικρό σάλτο στάθηκε όρθια στα πόδια της: πάμε, τι λες;


Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Formas de volver a casa - Alejandro Zambra




Το Μπονσάι του Αλεχάντρο Σάμπρα ήταν για μένα μία από τις πλέον αναπάντεχες αναγνωστικές αποκαλύψεις του 2015. Μια συνέντευξη της Έφης Γιαννοπούλου, μεταφράστριάς του στα ελληνικά, σε ένα αργεντίνικο λογοτεχνικό μπλογκ και η αναφορά του βιβλίου αυτού ανάμεσα σε εκείνα που η ίδια ξεχωρίζει, ήταν ικανή να με στείλει στο βιβλιοπωλείο. Και έτσι, σχεδόν από το πουθενά, βρέθηκα να διαβάζω αυτό το διαμαντάκι, ένα από τα πολλά τις ισπανόφωνης λογοτεχνίας, χωρίς να μπορέσω να αντισταθώ σε μια δεύτερη ανάγνωση,για να παρατείνω την αναγνωστική απόλαυση, μια Τετάρτη μεσημέρι στα Κάτω Πετράλωνα. Λίγες μέρες αργότερα οι εκδόσεις Ίκαρος θα ανακοίνωναν την επικείμενη κυκλοφορία ενός ακόμα βιβλίου του Χιλιανού συγγραφέα, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, με τον τίτλο: Τρόποι να γυρίζεις σπίτι. Όμορφες συμπτώσεις.

Το αναζήτησα. Ένας από τους στόχους της νέας χρονιάς είναι να αρχίσω επιτέλους να διαβάζω συστηματικά στα ισπανικά, την ξένη γλώσσα στην οποία νιώθω τη μεγαλύτερη άνεση. Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύτηκα να βρω το πρωτότυπο, αλλά η υπομονή και η επιμονή -αν και όχι πάντα- δικαιώνονται. Αφού το πρώτο και πιο δύσκολο βήμα είχε πλέον γίνει, δεν είχα πολλές δικαιολογίες για να μην προχωρήσω στην ανάγνωση.

Τώρα, καιρό μετά, έχοντας τελειώσει την ανάγνωση και επιχειρώντας να γράψω γι' αυτό το όμορφο βιβλίο, σκέφτομαι πως ειδικά για κάποιον σαν κι εμένα, που η καταγραφή της αναγνωστικής εμπειρίας πάντα αφήνει μια χαραμάδα για να παρεισφρήσει το προσωπικό, ευθύ ή συγκαλυμμένο -τι σημασία έχει;-, είναι μάλλον δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξεφύγει από το πνεύμα του βιβλίου, αγνοώντας αυτό το εγκιβωτισμένο παιχνίδι της συγγραφικής διαδικασίας που εντάσσει ο Σάμπρα στο μυθιστόρημά του, και να μην πράξει ανάλογα γράφοντας γι' αυτό.

Una vez me perdí. A los seis o siete años. Venía distraído y de repente ya no vi a mis padres. Me asusté, pero enseguida retomé el  camino y llegué a casa antes que ellos -seguían buscándome, desesperados, pero esa tarde pensé que se habían perdido. Que yo sabía regresar a casa y ellos no.                                                                                Tomaste otro camino, decía mi madre, después, con los ojos todavía llorosos.                    Son ustedes los que tomaron otro camino, pensaba yo pero no lo decía.*

Η Αναγνώστρια του βιβλίου που γράφει ο αφηγητής, με το άλφα κεφαλαίο, η μία και μοναδική αναγνώστρια, εκείνη που πρέπει να γοητευθεί και στη συνέχεια να ενθαρρύνει τον συγγραφέα, εκείνη στην οποία απευθύνεται η ιστορία, όχι με έναν τρόπο ευθύ αλλά συγκαλυμμένο -τι σημασία έχει;- ζητάει την απόσταση από τη σχέση, μετακομίζει σε άλλο σπίτι, και όλο αναβάλλει την ανάγνωση της ιστορίας του αφηγητή, ιστορία που ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του, όταν έχασε τους γονείς του και κατάφερε να γυρίσει σπίτι, τότε που νόμιζε πως εκείνοι είχαν χαθεί, και η μητέρα του, ενώ εκείνος παρίστανε τον κοιμισμένο, του είπε: ο πατέρας σου έχει δίκιο, τώρα ξέρουμε πως δεν πρόκειται ποτέ να χαθείς.

Η ιστορία του ήρωα και η ιστορία της συγγραφής, η αλήθεια και η μυθοπλασία που μπλέκονται, οι υποσχέσεις του συγγραφέα για απόκρυψη και συγκάλυψη, για μη αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις, που καταστρατηγούνται, η αίσθηση του ανολοκλήρωτου μυθιστορήματος, ή μάλλον καλύτερα η κοινή έκδοση, θαρρείς, του βιβλίου και του ημερολογίου συγγραφής του, προσδίδουν μια οικειότητα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αναγκάζουν -με τρόπο όμορφο και αβίαστο- τον αναγνώστη να πλησιάσει. Ο Σάμπρα μοιάζει να διασκεδάζει συγχέοντας το πραγματικό με το φανταστικό, σε ένα αποτέλεσμα -το βιβλίο που κρατάει ο αναγνώστης στα χέρια του- φανταστικό -καθώς αποκαλείται μυθιστόρημα- που αναζωπυρώνει την ίδια του τη φλόγα: είναι προϊόν μυθοπλασίας το πραγματικό;

Οι δύο μεγάλοι σεισμοί που συγκλόνισαν τα τελευταία χρόνια τη Χιλή ορίζουν τα χρονικά όρια της ιστορίας. Η δικτατορία του Πινοσέτ, τη βαραίνει. Εκείνοι που βασανίστηκαν, εκείνοι που επωφελήθηκαν και εκείνοι οι άλλοι οι πολλοί, που σώπασαν και τώρα σε κάθε ευκαιρία λένε με την καρδιά ελαφριά σαν πούπουλο: ένας Πινοσέτ χρειάζεται. Η ανάγκη για επιστροφή στο σπίτι, στην παιδική ηλικία, στα σημαντικά βιβλία. Η ανάγκη για επιστροφή του αγαπημένου στο κρεβάτι, στο κοινό μαξιλάρι, κάτω από τη σκηνή που φτιάχνει το ζευγάρι με τα σκεπάσματα, ακόμα και όταν κάνει κρύο. Και η απορία: πώς γίνεται κάποιος να αποκοιμηθεί βλέποντας μια ταινία όπως το Chungking Express;




*Mια φορά, χάθηκα. Θα ’μουν έξι ή επτά χρονών. Είχα αφαιρεθεί και, ξαφνικά, δεν έβλεπα πια τους γονείς μου. Φοβήθηκα, αλλά βρήκα αμέσως το δρόμο κι έφτασα πρώτος στο σπίτι – εκείνοι μ’ έψαχναν συνέχεια, απεγνωσμένα, αλλά εγώ νόμισα ότι είχαν χαθεί· ότι εγώ ήξερα να γυρίζω σπίτι κι εκείνοι όχι. 
Ήρθες από άλλο δρόμο, είπε η μητέρα μου αργότερα, με τα μάτια της ακόμα κλαμένα. 
Εσείς ήρθατε από άλλο δρόμο, σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα.

(Ευχαριστώ πολύ τον Αχιλλέα Κυριακίδη για την ανταπόκριση και την αποστολή του συγκεκριμένου αποσπάσματος από τη μετάφρασή του, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ίκαρος, με τον τίτλο: Τρόποι να γυρίζεις σπίτι)