Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις που ξέμειναν σε ένα βιβλίο





"Δεν μπορούν να ζήσουνε μονάχοι τους οι άνθρωποι, βιάζονται να συνθέσουν ζεύγη, δεν αντέχουνε τον εαυτό τους τον ίδιο. Τριγυρνούν αγχωμένοι, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον βιαστικά, ανόρεχτα, σαν από υποχρέωση, θαρρείς. Μοιάζει να γυρεύουν μια χωματερή, κάπου να αποθέσουν ό,τι μισούν, να ασχοληθούν με την δυσωδία του άλλου, θα αλλάξει, λένε, θα τον φέρω στα μέτρα μου, σκέφτονται. Είμαστε στην εποχή της σεξουαλικής και συναισθηματικής απελευθέρωσης, έτσι λένε. Κοιτάξτε γύρω σας και πείτε μου τι βλέπετε εσείς. Ανθρώπους, μεταξύ τους ξένους, που η σεξουαλική τους ζωή είναι ταμπού. Όχι; Και οι δικαιολογίες έτοιμες στη φαρέτρα: η ρουτίνα, η τριβή, το τέλος του έρωτα και του ενθουσιασμού. Εν κατακλείδι: έτσι συμβαίνει, λένε. Ύστερα κάνουνε παιδιά και η γνώση ταξιδεύει στους αιώνες. Ας μην είμαστε αυστηροί, ας μην είμαι δηλαδή. Δεν είναι αποδεκτό να είναι μόνος του κανείς. Δεν υπάρχει κάποιος άλλος να παραλάβει το δέμα για λογαριασμό σας, με ρώτησε με φυσικότητα η υπάλληλος του γραφείου ταχυμεταφορών τις προάλλες. Είναι και η πίεση της οικογένειας, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά. Είναι και οι αποκατεστημένοι που υψώνουνε σαν λάβαρα παιδιά και συζύγους. Είναι και η ανάγκη για συντροφικότητα, κυρίως αυτή είναι. Είναι πολλά. Και είμαστε αδύναμοι."

Η υπογραφή στο τέλος ήταν δυσδιάκριτη, αντίθετα με την πόλη: Αθήνα, και την ημερομηνία: 18/5/2015. Μια σελίδα τετραδίου σπιράλ, με δύο κόκκινες κάθετες γραμμές να διατηρούν τα όρια, και αρκετές παράλληλες μπλε να εξασφαλίζουν την ευθεία. Δεν το βρήκα παρά όταν έφτασα σπίτι, στο παλαιοβιβλιοπωλείο ήμουν χαρούμενος που ανακάλυψα το μυθιστόρημα του Πελέβιν, Η ζωή των εντόμων. Το μυθιστόρημα δεν το έχω διαβάσει ακόμα.   



Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινός στόχος - Ricardo Piglia





Ο Τόνι Ντουράν ήταν ένας τυχοδιώκτης και επαγγελματίας τζογαδόρος και βρήκε την ευκαιρία να κερδίσει το μεγαλύτερο στοίχημα όταν συνάντησε τυχαία τις αδερφές Μπελαντόνα. Ήταν ένα ménage á trois που σκανδάλισε την κωμόπολη και απασχόλησε για μήνες την προσοχή των κατοίκων. Παρουσιαζόταν πάντα με μία απ' αυτές στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Πλάσα, κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν αυτή που είχε μαζί του μιας και οι δίδυμες ήταν τόσο όμοιες μεταξύ τους που είχαν ίδιο ακόμη και τον γραφικό τους χαρακτήρα. Ο Τόνι δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ και με τις δύο ταυτόχρονα, αυτό το κρατούσε για τις πολύ ιδιωτικές στιγμές, κι εκείνο που εντυπωσίαζε περισσότερο όλο τον κόσμο ήταν η σκέψη ότι οι δίδυμες κοιμούνταν μαζί. Όχι τόσο ότι μοιράζονταν τον ίδιο άντρα αλλά ότι μοιράζονταν η μία την άλλη.
Και αν η εμφάνιση του Τόνι Ντουράν στάθηκε ικανή απλώς να αναστατώσει τη μικρή πόλη, η δολοφονία του πυροδότησε, πέρα από το αναμενόμενο κουτσομπολιού και την έμφυτη τάση για υποθέσεις και σενάρια, και μια σειρά από κοινωνικοπολιτικές αντιδράσεις.

Και αν αρχικά ο Τόνι Ντουράν μοιάζει  να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, έστω και νεκρός, ο Πίλια εμπλέκει στην ιστορία του αρκετούς ακόμα πρωταγωνιστές, χαρίζοντας σε καθέναν απ' αυτούς το μερίδιο που του αναλογεί στην ιστορία, μετατοπίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο συνεχώς τη φωτεινή δέσμη με την οποία σημαδεύει τη σκηνή.

Και αν εσύ, αναγνώστη, πιστεύεις πως θα διαβάσεις ένα απλό νουάρ μυθιστόρημα, με μια δολοφονία και μια πικάντικη ερωτική ιστορία, τότε ίσως να απογοητευτείς ή μάλλον, πιθανότερα, να γοητευτείς από την απαράμιλλη ικανότητα του Πίλια στη διήγηση.
Η μητέρα μου λέει ότι το να διαβάζεις σημαίνει να σκέφτεσαι, είπε η Σοφία. Δεν εννοεί ότι διαβάζουμε και μετά σκεφτόμαστε, αλλά ότι σκεφτόμαστε κάτι και το διαβάζουμε σε ένα βιβλίο που μοιάζει γραμμένο από μας αλλά δεν έχει γραφτεί από μας, αλλά κάποιος σε κάποια άλλη χώρα, σε άλλο τόπο, στο παρελθόν, το έχει γράψει ως μια σκέψη που ακόμα δεν την έχουμε σκεφτεί, μέχρι και τυχαία, πάντα τυχαία, ανακαλύπτουμε το βιβλίο όπου βρίσκεται εκφρασμένο με σαφήνεια εκείνο που, με τρόπο θολό, δεν είχαμε ακόμα σκεφτεί εμείς. Όχι όλα τα βιβλία, βέβαια, αλλά ορισμένα βιβλία που μοιάζουν να είναι αντικείμενα της δικής μας σκέψης και προορίζονται για μας. Ένα βιβλίο για τον καθένα από μας.  
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν, ή μάλλον ένιωθα, πως ο τρόπος που αφήνει ο Πίλια τις προτάσεις στο χαρτί, όχι όλες είναι η αλήθεια, και όχι απαραίτητα μόνο εκείνες που συνοδεύουν ως σκέψη τις προτάσεις εκείνες που εξελίσσουν την πλοκή, ένιωθα, λοιπόν, πως μοιάζουν, κάποιες από τις προτάσεις του Πίλια, με κομήτες. Και οι κομήτες έχουν την ιδιότητα να εντυπωσιάζουν και να παραπλανούν αρχικά με τη λάμψη τους, να καθηλώνουν με την κίνησή τους και να στρέφουν το βλέμμα του παρατηρητή προς την πορεία στην οποία κατευθύνονται, αλλά η πραγματική μαγεία και εκείνο που ισχυρότερα εντυπώνεται στη μνήμη είναι η φωτεινή ουρά τους, που διαγράφεται στο στερέωμα.

Το έρημο εργοστάσιο, υπό την απειλή της οριστικής και αμετάκλητης χρεοκοπίας καθώς τα χρέη προς τις τράπεζες είναι δυσθεώρητα, το όραμα και η δονκιχωτική επιμονή του Λούκα Μπελαντόνα, αδελφού των διδύμων, το πάθος του για την έρευνα, αλλά κυρίως η ματαιότητα μοιάζουν μια ευθεία αναφορά σε ένα άλλο εμβληματικό έργο της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, Το ναυπηγείο του Ουρουγουανού Χουάν Κάρλος Ονέτι.

Και επανερχόμενος στο πλήθος των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, αξίζει ειδική μνεία ο δημοσιογράφος Ρένσι, ο οποίος βρέθηκε τυχαία στη μικρή πόλη κατά την εξέλιξη της υπόθεσης και τον οποίο ο Πίλια μετατρέπει σε αφηγητή, αποκαλύπτοντάς τον σταδιακά -ειπωμένο καλύτερα- ως αφηγητή, έναν αφηγητή που για χρόνια διηγιόταν την ιστορία του Τόνι Ντουράν και της οικογένειας Μπελαντόνα, χρόνια μετά το τέλος της ιστορίας, αν υποθέσουμε πως οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν, και το βιβλίο αποτελεί ακριβώς αυτή την αποσπασματική και εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία διήγηση, σε ένα λογοτεχνικό εύρημα εντυπωσιακά λειτουργικό.

Και ποιος καταλληλότερος από τον ίδιο τον συγγραφέα, έστω και διαμέσου του αφηγητή του, για να μιλήσει για το ίδιο το βιβλίο, μέσα από το ίδιο το βιβλίο; Κανείς.
Θα έπρεπε να επινοήσουμε ένα καινούριο αστυνομικό λογοτεχνικό είδος, την παρανοϊκή μυθοπλασία. Οι πάντες είναι ύποπτοι, οι πάντες νιώθουν κυνηγημένοι. Ο εγκληματίας πλέον δεν είναι ένα άτομο απομονωμένο, αλλά μια συμμορία που έχει την απόλυτη εξουσία. Ουδείς αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει· τα ίχνη και οι μαρτυρίες αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι υποψίες μένουν στον αέρα, σαν να αλλάζουν μαζί με κάθε ερμηνεία. Το θύμα είναι ο πρωταγωνιστής και το επίκεντρο της πλοκής· όχι πια ο έμμισθος ντετέκτιβ ή ο πληρωμένος δολοφόνος.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Στρατιώτες της Σαλαμίνας - Javier Cercas






Υπάρχουν κάποια βιβλία για τα οποία έχω μια, αδικαιολόγητη μάλλον, άρνηση να τα διαβάσω. Τι κι αν πρόκειται για συγγραφείς που λατρεύω; Τρανό παράδειγμα το Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα· Είχα διαβάσει τόσα βιβλία του Ταμπούκι και όμως πεισματικά αρνιόμουν να διαβάσω εκείνο που κατά σχεδόν ομόφωνη γνώμη θεωρείται ένα από τα κορυφαία της βιβλιογραφίας του. Ώσπου μια μέρα πήρα την απόφαση. Ενθουσιάστηκα. Τότε είπα -για να με χαϊδέψω και να με δικαιολογήσω: τώρα ήταν η στιγμή. Όμως, έκτοτε έχω αποφασίσει να πολεμήσω την άρνηση αυτή, όταν μου μοιάζει αδικαιολόγητη.

Οι στρατιώτες της Σαλαμίνας. Ήμουν στο σπίτι μιας φίλης. Χάζευα τη βιβλιοθήκη της -καθόλου πρωτότυπο- όταν είδα το αντίτυπο. Λες;, τη ρώτησα κρατώντας το. Το βλέμμα της ήταν αρκετό. Εκείνη μόνο αυτό το μυθιστόρημα του Θέρκας είχε διαβάσει, εγώ όλα όσα έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά εκτός απ' αυτό. Αν δανείζεις σου δανείζουν, ακόμα και τα αγαπημένα τους βιβλία, εκείνα που έχουν για σελιδοδείκτη εισιτήρια πλοίων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η άρνησή μου είχε μία βάση ελάχιστη, αλλά βάση· καιρό τώρα έχω βαρεθεί ως θεματική τον ισπανικό εμφύλιο, αν και πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο σχετικό με τη δολοφονία του Ντουρούτι, που μου άρεσε αρκετά. Είπαμε όμως: έχω αποφασίσει να καταπολεμήσω αυτή την αγκύλωση. Η σελίδα γύρισε.
Ήταν το καλοκαίρι του 1994, πριν από έξι χρόνια, όταν πρωτάκουσα να μιλάνε για την εκτέλεση του Σάντσεθ Μάθας. Εκείνη την εποχή μόλις μου είχαν συμβεί τρία πράγματα: Πρώτον είχε πεθάνει ο πατέρας μου· δεύτερον, με είχε εγκαταλείψει η γυναίκα μου· και τρίτον, είχα παρατήσει την καριέρα μου ως συγγραφέα. Η πραγματικότητα είναι ότι, από αυτά τα τρία, τα δυο πρώτα είναι αληθινά, απολύτως αληθινά, όχι όμως και το τρίτο. Για να είμαι ειλικρινής, η καριέρα μου ως συγγραφέα δεν ξεκίνησε ποτέ, οπότε δύσκολα θα μπορούσα να την εγκαταλείψω. Πιο σωστό θα ήταν να πω ότι την παράτησα τη στιγμή που πήγαινε να αρχίσει.
Στοιχείο πρώτο. Η ανάμειξη του προσωπικού στο λογοτεχνικό είναι κάτι που μου προκαλεί ιδιαίτερη έλξη, ίσως επειδή αυτός είναι και ο δικός μου τρόπος να εκφράζομαι γραπτώς, αυτή η διαρκής αναζήτηση για κρυψώνες του προσωπικού.

Στοιχείο δεύτερο (σε συνέχεια του πρώτου). Η ανάμειξη της Ιστορίας στο λογοτεχνικό είναι κάτι που ο Θέρκας το κάνει με έναν τρόπο ομαλό, ταιριαστό, φαινομενικά απλό, που όμως κρύβει ώρες έρευνας πίσω του.

Στοιχείο τρίτο. Η αφηγηματική δεινότητα του Θέρκας είναι απαράμιλλη, θα τη χαρακτήριζα γενναιοδωρία και δεν θα ένιωθα υπερβολικός.
Γιατί οι λέξεις είναι φτιαγμένες μόνο για να μιλάνε στον εαυτό τους, για να λένε αυτό που μπορεί να ειπωθεί, δηλαδή τα πάντα, εκτός από αυτό που μας κυβερνάει ή που μας κάνει και ζούμε ή μας απασχολεί ή που είμαστε ή που είναι αυτός ο ανώνυμος και ηττημένος στρατιώτης, που κοιτάζει αυτόν τον άντρα του οποίου το σώμα έχει γίνει σχεδόν ένα με το χώμα και το καφετί νερό της τρύπας, και φωνάζει δυνατά στον αέρα, χωρίς να πάψει να τον κοιτάζει:
-Δεν είναι κανείς εδώ!
Μετά κάνει μεταβολή και φεύγει. 
Ο Σάντσεθ Μάθας, στον οποίο είναι αφιερωμένο ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου, υπήρξε ο ιδεολογικός πατέρας του ισπανικού φασισμού, φυσιογνωμία απεχθής, το δίχως άλλο. Αναρωτήθηκα, διαβάζοντας αχόρταγα το βιβλίο: μα, σοβαρά τώρα, διαβάζεις με ευχαρίστηση -και λίγα λέω- την ιστορία ενός φασίστα; Και όμως ναι, διάβαζα με πάθος την ιστορία ενός φασίστα, που ήθελε κάποτε να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο: Στρατιώτες της Σαλαμίνας.

Στοιχείο τέταρτο (μετά τη διακοπή). Ο συγγραφέας-αφηγητής άκουσε την ιστορία της εκτέλεσης του Σάντσεθ Μάθας η οποία δεν άργησε να μετατραπεί σε προσωπική εμμονή του και να μεταφραστεί σε πολλές ώρες έρευνας και πλήθος συνεντεύξεων. Αποφασίζει να γράψει ένα ιστορικό αφήγημα, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έτσι γεννιούνται τα σπουδαία βιβλία. Όταν δεν υπάρχει εναλλακτική διαφυγή για τον συγγραφέα, παρά να γράψει αυτό ακριβώς που πρέπει να γράψει. Όμως κάτι έλειπε.

Στοιχείο πέμπτο  (της βιογραφίας). Ο Θέρκας είχε ταραγμένη σχέση με τον πατέρα του, επειδή -σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου- ο πατέρας του ήταν πάντα στο πλευρό της κυρίαρχης εξουσίας/ιδεολογίας, όπου φυσούσε ο άνεμος, δηλαδή, χωρίς προσωπική πολιτική στάση και θέση, ένας καιροσκόπος.

Στοιχείο έκτο (ο Μπολάνιο). Ο σπουδαίος Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι παρών στο βιβλίο αυτό. Όταν ο συγγραφέας-αφηγητής, δουλεύοντας ως δημοσιογράφος, πήγε στο σπίτι του Χιλιανού εκείνος τον υποδέχτηκε με μία έκπληξη: είχε διαβάσει τα δύο πρώτα βιβλία του Θέρκας, εκείνα που καμία εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία δεν είχαν κάνει. Αργότερα του είπε μια ιστορία από τότε που δούλευε τα καλοκαίρια σε ένα κάμπινγκ. Ιστορία που ξεκλείδωσε τον Θέρκας.

Τώρα ήταν η στιγμή. Έτσι είπα ακόμα μια φορά για να με χαϊδέψω και να με δικαιολογήσω.

Τι βιβλίο!


υγ. Αν δεν το έχετε κάνει, τότε να διαβάσετε το Παγοδρόμιο του Μπολάνιο (περισσότερα σχετικά με το βιβλίο εδώ).


Μετάφραση Ελισώ Λογοθέτη
Εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Τα τρία στίγματα του Πάλμερ Έντριτς - Philip K. Dick



Ο Μπάρνι Μάγιερσον ξύπνησε μ' έναν απαίσιο πονοκέφαλο και ανακάλυψε πως βρισκόταν σε μια άγνωστη κρεβατοκάμαρα, σε ένα άγνωστο συγκρότημα διαμερισμάτων. Δίπλα του, με τα σκεπάσματα τραβηγμένα μέχρι τους γυμνούς απαλούς ώμους της, κοιμόταν μια άγνωστη κοπέλα, ανασαίνοντας ελαφρά από το στόμα, με ανακατωμένα μαλλιά, λευκά σαν μπαμπάκι. Βάζω στοίχημα ότι έχω αργήσει για τη δουλειά, σκέφτηκε.
Ο Μπάρνι Μάγιερσον δουλεύει ως προγνώστης στην εταιρεία Κατασκευές Πέρκι Πατ Α.Ε., ιδιοκτησίας Λίο Μπούλερο, εξαιτίας του χαρίσματος που διαθέτει να προβλέπει τα μελλούμενα, ένας σύγχρονος σύμβουλος επιχειρήσεων. Η εταιρεία του Μπουλέρο εμπορεύεται στις αποικίες του διαστήματος το Καν-Ντι, ένα ναρκωτικό που επιτρέπει στον χρήστη να βιώσει την ψευδαίσθηση της μεταφοράς σε έναν κόσμό γνώριμο από το παρελθόν, ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα στην οποία έχει εξοριστεί.

Ο μεγιστάνας Πάλμερ Έντριτς, ύστερα από χρόνια απουσίας σε ένα διαπλανητικό ταξίδι, επιστρέφει κουβαλώντας στις αποσκευές του ένα νέο ναρκωτικό, το Τσου-Ζεντ, ακόμα πιο ισχυρό από το Καν-Ντι, το οποίο και θα επιχειρήσει να προωθήσει στην αγορά. Όμως, αν το Καν-Ντι αποτελεί ένα μέσο προσωρινής διαφυγής από το παρόν, το Τσου-Ζεντ μοιάζει να είναι ένα μέσο ελέγχου, ένα αέναο ταξίδι από κόσμο σε κόσμο, με τον Πάλμερ Έντριτς κύριο των πάντων. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συγχέονται, τα πάντα αποκτούν ταυτόχρονα μια αίσθηση πραγματικού και ψευδαίσθησης, ο Πάλμερ Έντριτς εμφανίζεται με διάφορες μορφές, αναγνωρίσιμες από τα τρία χαρακτηριστικά στίγματά του, στα μάτια, στο χέρι και στα πόδια.

Ο Φίλιπ Ντικ, από τις πλέον σημαίνουσες προσωπικότητες στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, γράφει τα Τρία στίγματα του Πάλμερ Έντριτς το 1965, για να μιλήσει για τις αρχές του αιώνα μας, όταν η θερμοκρασία στη γη έχει ανέβει σε ακραία επίπεδα και η εποίκιση των πλανητών γίνεται με όρους επιστράτευσης, ενώ η μόνη ανεκτή πραγματικότητα είναι η ψευδαίσθηση των ναρκωτικών. Ένα μυθιστόρημα μεταφυσικό, δυστοπικό και (απευκταία για τον δημιουργό) προφητικό, στο οποίο η νοσταλγία για το παρελθόν αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο, η επιστροφή σε αυτό είναι επιθυμητή, όχι μόνο για την αναβίωση της εμπειρίας αλλά και για τη διόρθωση των λαθών και την εκτροπή του μέλλοντος χρόνου σε άλλα κανάλια.

Ο Φίλιπ Ντικ, με γνωμάτευση από νεαρή ηλικία για πιθανή σχιζοειδή προσωπικότητα, πειραματίστηκε με αμφεταμίνες, μέσω των οποίων οραματίστηκε στον ουρανό ένα γιγαντιαίο μεταλλικό πρόσωπο όλο κακία, πρόσωπο που αποτέλεσε την έμπνευση για τον Πάλμερ Έντριτς, ως το απόλυτο κακό. Η σύλληψη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος μοιάζει να αποτελεί μια απλή λεπτομέρεια σε σχέση με την τελική υλοποίηση, εκεί έγκειται -κατ' εμέ- η ικανότητα του Φίλιπ Ντικ, να αποτυπώνει στο χαρτί με τρόπο κατανοητό, αν και απαιτητικό, την οργιώδη φαντασία του και τις ενοράσεις του, τις λεπτές αποχρώσεις της ψευδαίσθησης, τα δυσδιάκριτα όρια του πραγματικού, χωρίς να χάνει έναν κεντρικό μπούσουλα αφήγησης, γιατί πέρα και πάνω απ' όλα θέλει να διηγηθεί μια ιστορία, χωρίς να κάνει υποχωρήσεις σε θέματα γλώσσας, χαρακτήρων και μορφής, παραδίδοντας εν τέλει ένα σημαντικό μυθιστόρημα, ακόμα μία απόδειξη πως η σπουδαία λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας δεν αποτελεί αποπαίδι της λογοτεχνίας.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υγ. πριν πέντε χρόνια είχε προηγηθεί Το ηλεκτρικό πρόβατο.


Μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις Κέδρος   

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Μωρό από ατόφιο χρυσάφι - Margaret Drabble





Η ιδιαιτερότητα του μικρού κοριτσιού δεν ήταν ορατή στην αρχή. Με μια πρώτη ματιά, έμοιαζε με όλα τα νεογέννητα.
Η Τζες βρέθηκε να σπουδάζει ανθρωπολογία από σύμπτωση, εγκαταλείποντας την ύπαιθρο για το Λονδίνο βρέθηκε σε έναν κόσμο μαγικό, ανάμεσα σε ενδιαφέροντες ανθρώπους, φρέσκες ιδέες, ανανεωτικές και εξονυχιστικές ματιές στο παρελθόν και την παράδοση, με μια διάχυτη αίσθηση κοσμοπολιτισμού. Ήθελε να κάνει έρευνα πεδίου, να ταξιδέψει στον μεγάλο κόσμο, να κάνει επιτόπια έρευνα, να κατανοήσει. Φοιτήτρια ταξίδεψε ως μέλος μιας αποστολής στην Αφρική, ένα ταξίδι που τη σημάδεψε μα έμελλε να είναι και το τελευταίο της. Η εγκυμοσύνη στην Άννα, αρχικά δεν φάνηκε να ανατρέπει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της Τζες, παρά την απουσία πατέρα, απλώς, σκεφτόταν ότι θα πρέπει να δείξει υπομονή τα πρώτα χρόνια, μέχρι να μεγαλώσει η Άννα και τότε θα μπορέσει να συνεχίσει. Έτσι σκεφτόταν. Όμως η Άννα δεν ήταν ένα παιδί σαν όλα τα άλλα, εκείνα που ονομάζουμε φυσιολογικά, ένα μωρό από ατόφιο χρυσάφι, ένα παιδί που θα παρέμενε για πάντα παιδί, θεμελιώνοντας ένα δεσμό μόνιμης εξάρτησης από τη μητέρα του. Η Τζες δεν βαρυγκόμησε, τουλάχιστον δεν έδειξε να βαρυγκομά, εγκατέλειψε τα σχέδια για έρευνα πεδίου και αφοσιώθηκε στη συγγραφή άρθρων, τη θεωρητική προσέγγιση και ανάλυση, με επισκέψεις στη βιβλιοθήκη και κατ' οίκον μελέτη, κυρίως. Αυτή είναι η ιστορία της Τζες και της Άννας.

Η Άννα αποτελεί ένα σταθερό σημείο, γύρω της τα πάντα τρέχουν και εξελίσσονται με ρυθμούς όλο και πιο ιλιγγιώδεις όσο μεγαλώνει η ακτίνα, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την κεντρομόλο δύναμη της αφήγησης, τον άξονα γύρω από τον οποίο η Νταμπλ θέτει σε κίνηση την ιστορία της, τουλάχιστον το πρώτο επίπεδο αυτής της ιστορίας, τη σχέση μητέρας και κόρης, αυτή την ιδιαίτερη σχέση μητέρας και κόρης. Ο απλός κόσμος της Άννας και ο σύνθετος μεγάλος κόσμος. Ο στενός κοινωνικός και οικογενειακός κύκλος, οι γείτονες και οι φίλοι της Τζες, τα παιδιά τους που μεγαλώνουν μαζί, οι γονείς και οι εραστές της Τζες. Η ανθρωπολογία ως επιστήμη, που γίνεται όλο και πιο αποδεκτή και κατανοητή, τουλάχιστον στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Η αντιμετώπιση της ψυχικής υγείας. Το φεμινιστικό κίνημα και οι κατακτήσεις του. Η Κάρναμπυ Στρητ. Το Λονδίνο. 

Η ιδιαιτερότητα αυτού του μυθιστορήματος έγκειται στην αφηγηματική φωνή. Η αφηγήτρια, επιστήθια φίλη της Τζες, υποδύεται πότε τον παντογνώστη-αφηγητή, που γνωρίζει τα πάντα σχετικά με την Τζες, τις ενδόμυχες σκέψεις της, τις προσωπικές της στιγμές, τους φόβους και τις ελπίδες της, ακόμα και το παρελθόν της, τα μυστικά που κρατάει από τις φίλες της, και πότε, αφηγούμενη σε πρώτο πρόσωπο, εντάσσει τον ίδιο της τον εαυτό στην αφήγηση, αναφέρεται προσωπικά στη δική της ιστορία. Μια συνεχής εναλλαγή, που αρχικώς ξενίζει, μα γρήγορα γίνεται αποδεκτή ως αναπόσπαστο εκφραστικό μέσο του μυθιστορήματος, κάνοντας τον αναγνώστη να λαχταράει τη λύση του μυστηρίου της αφηγήτριας και να κάνει υποθέσεις, ακόμα και ακραίες, έχοντας τη βεβαιότητα πως η Ντραμπλ ξέρει τι κάνει.  

Η Ντραμπλ επιδεικνύει μια θαυμαστή γκάμα ενδιαφερόντων και γνώσεων, συνθέτει ένα μωσαϊκό με ευδιάκριτους άξονες, λεπτομερές, χωρίς να χάνεται στιγμή το αναγνωστικό ενδιαφέρον, μια ιστορία σφιχτοδεμένη και με ροή, επίτευγμα αξιοθαύμαστο, τόσο σε σύλληψη όσο και σε εκτέλεση. Ένα πλουραλιστικό μυθιστόρημα, γοητευτικό όσο και το Λονδίνο.

I am your opus
I am your valuable
The pure gold baby
(Lady Lazarus, Sylvia Plath, 1932 -1963)

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Μια ευθεία γραμμή






Φαντάσου μια ευθεία γραμμή. Σου μιλάω για μια ευθεία που την ορίζουν δύο σημεία: το σημείο Α, ένα σημείο στο πάνω και μπροστινό μέρος του στομάχου, και το σημείο Β, ένα σημείο στη βάση του αυχένα, μια ευθεία που διέρχεται κάτω και πίσω από τους πνεύμονες. Δεν είναι ξεκάθαρο το υλικό κατασκευής. Πότε ευλύγιστη, πότε ελαστική, πότε σκληρή και άκαμπτη. Είναι αυτός άραγε ο άξονας του άγχους για τον οποίο μιλούσε εκείνη η κοπέλα;

Ποια κοπέλα;

Μου έφερνε βιβλία στο μαγαζί. Δεν ήξερε και πολλά για μένα. Όνομα και επάγγελμα. Κάποτε τη ρώτησα: πώς σου φαίνεται αυτό το βιβλίο; Ήταν η απαραίτητη εγκοπή, ώστε ν' αρχίσει να γυρνάει η ταινία. Έχουν περάσει δεκατρείς ή δεκατέσσερις μήνες από τότε. Μου έχει δανείσει έξι ή επτά βιβλία. Κάποιες φορές έχει προβλέψει πως θα έχω διαβάσει αυτό που μου είχε δανείσει την προηγούμενη φορά, τότε η ανταλλαγή γίνεται χέρι με χέρι· εγώ επιστρέφω το διαβασμένο, ενώ εκείνη μου δίνει το αδιάβαστο· αλλιώς περιμένω μια βδομάδα· αν έρθει την επόμενη βδομάδα. Όταν δεν έχω δουλειά, και αφού πρώτα διαβάσω τον τίτλο και χαζέψω γρήγορα το εξώφυλλο, γυρίζω στο οπισθόφυλλο. Κάποια στιγμή θα καταλάβω κι εγώ τη συνάρτηση που έχει ως αποτέλεσμα το επόμενο βιβλίο. Νομίζω, ελπίζω, αισιοδοξώ.

(Κοιτάζω μήπως έχει κάποια αφιέρωση, κάποιο χαρτάκι, κάποια σημείωση, αλλά, διάολε, τα βιβλία μοιάζουν με καινούρια.)

Μια μέρα δεν ήρθε. Πέρασε μια βδομάδα. Δεν ήρθε. Πέρασε ακόμα μία. Δεν ήρθε. Εγώ είχα διαβάσει το βιβλίο από την πρώτη βδομάδα. Ακόμα το έχω μαζί μου.

Τρεις ή τέσσερις φορές, πριν από την τελευταία φορά που την είδα, μου μίλησε για τον άξονα του άγχους. Υπερβολή εκ μέρους μου. μιλάω, μιλώ: ρήμα που δείχνει μια διάρκεια και υπονοεί μια συνομιλία. Διάρκεια δεν υπήρξε, απλή αναφορά έγινε. Ενώ μου έδινε το βιβλίο, μου είπε: μη γελάσεις αλλά νομίζω πως είναι ο μοναδικός συγγραφέας που μπορεί να μετατοπίσει τον άξονα του άγχους, τουλάχιστον τον δικό μου.

Και πώς θα της επιστρέψεις το βιβλίο;

Δεν ξέρω.

Γιατί μου τα λες και δεν τα γράφεις;

Δεν κατάλαβα την ερώτησή σου, παρ' όλ' αυτά τα έγραψα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Τα μυστικά όπλα - Julio Cortázar






Καθισμένος στην καρέκλα, απέναντι απ' την οθόνη με το  λευκό ορθογώνιο πλαίσιο και τον μαύρο κέρσορα ν' αναβοσβήνει, σκέφτομαι πώς να ξεκινήσω την ανάρτηση γι' αυτή τη συλλογή διηγημάτων του Χούλιο Κορτάσαρ, που, αφού παρουσιαζόταν για χρόνια ως εξαντλημένη, επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Απόπειρα σε μετάφραση Τάσου Δενέγρη. Ένας τρόπος θα ήταν να σταθώ ακριβώς σε αυτό το σημείο της επανακυκλοφορίας, ν' αναφερθώ κάπως κλισέ στη χαρά για το γεγονός αυτό, να ευχηθώ να συμβεί κάτι αντίστοιχο και με άλλα έργα και σιγά σιγά να περάσω στην έκδοση αυτή καθαυτήν. Η προσέγγιση αυτή όμως δεν με ικανοποιεί.

Ας δοκιμάσω αλλιώς.

Έχω έναν φίλο, ας τον πούμε Λευτέρη για χάρη της αφήγησης, ο οποίος κάποιο βράδυ, σε άλλη μία ανούσια σκοπιά, σκέφτηκε πως η φυσική ροπή του ανθρώπου μεγαλώνοντας είναι η συντηριτικοποίηση. Έτσι, συνέχισε ο Λευτέρης, αποφάσισα να γίνω όσο πιο ακραίος μπορώ σήμερα ούτως ώστε μεγαλώνοντας, και αδυνατώντας ν' αναχαιτίσω την επερχόμενη συντήρηση, να καταντήσω -επί λέξει- το λιγότερο δυνατόν συντηρητικός.

Μου έκανε εντύπωση η σκέψη αυτή. Λογικά ορθή και τρομακτική ως προοπτική. Ύστερα από κάποιες μέρες ξύπνησα με την εικόνα του Κορτάσαρ να μην έχει διαλυθεί ακόμα απ' το τελευταίο όνειρο. Το όνειρο είχε ως εξής: κάθομαι με άλλους σ' ένα οβάλ τραπέζι, στην κορυφή υπάρχει ένα μικρόφωνο και όλοι πίνουν αλκοόλ ενώ εγώ έχω ένα έντονο αίσθημα δίψας, είναι κάποιο σεμινάριο για τον Κορτάσαρ, για τη ζωή και το έργο του, εκείνη -η εισηγήτρια-, ανάμεσα σε άλλα, κάποια στιγμή γυρίζει, με κοιτάζει και μου λέει: θέλω από σένα, όταν φύγεις από 'δώ και γυρίσεις στο σπίτι σου, να ψάξεις στο διαδίκτυο για φωτογραφίες του Κορτάσαρ: να βρεις τον Κορτάσαρ νέο, πριν φύγει από την Αργεντινή, και τον Κορτάσαρ στην τελευταία δεκαετία της ζωής του. Εκεί θα δεις πώς μεγαλώνοντας άφηνε πίσω του τη συντήρηση των νεανικών του χρόνων, ένας μεσοαστός διανοούμενος με τα γαλλικά του και τις ευρωπαϊκές του ρίζες, που κοίταζε με τρόμο την άφιξη των ιθαγενών στο Μπουένος Άιρες φορώντας ζιβάγκο, και πώς λίγο πριν το τέλος, γοητευμένος από τις επαναστάσεις στην Κούβα και τη Νικαράγουα, πέρασε στην απέναντι όχθη.

Έφτιαξα καφέ και κάθισα στον υπολογιστή να ικανοποιήσω την ονειρική εκκρεμότητα. Έτσι ήταν. Πήρα τηλέφωνο τον Λευτέρη, σχεδόν είχε ξεχάσει τη συζήτησή μας· δεν του έκανε εντύπωση. Ίσως, του είπα, αν τα γράψω κάποια μέρα, να σου κάνουν. Από τότε πέρασαν χρόνια, και εγώ συχνά πυκνά σκεφτόμουν τον Κορτάσαρ και την αντίστροφη πορεία του.

Ας ξεκινήσω έτσι, λοιπόν.

Δεν είναι ότι δεν χάρηκα με την επανακυκλοφορία της εδώ και χρόνια εξαντλημένης συλλογής Τα μυστικά όπλα, αλλά μου φαίνεται κάπως κλισέ αυτό, για ν' αρχίσω αυτή την ανάρτηση, θα προτιμούσα να σας πω την ιστορία του φίλου μου του Λευτέρη που αποφάσισε να τα βάλει με τη συντηριτικοποίηση κατά το πέρασμα των χρόνων. Και θα πείτε: πού κολλάει ο Κορτάσαρ;

Στην ελληνική έκδοση λείπει ένα διήγημα της συλλογής, Ο κυνηγός, το οποίο η Απόπειρα κυκλοφόρησε ως ανεξάρτητη έκδοση. Τα τέσσερα διηγήματα που αποτελούν την παρούσα έκδοση διαφέρουν μεταξύ τους αρκετά ως προς το ύφος και την αφήγηση, είναι η περίοδος που ο Κορτάσαρ δοκιμάζει διάφορα πράγματα, ενώ η ζωή στο Παρίσι τον επηρεάζει και τον εμπνέει. Στα Γράμματα της μαμάς ο μετανάστης ήρωας αδυνατεί, παρά την απόσταση, να βρει την ισορροπία στη σχέση με τη μητέρα του, σχέση αλληλογραφίας που επαναφέρει διαρκώς στο προσκήνιο το παρελθόν (Ο Κορτάσαρ φτάνει στο Παρίσι). Η καλή εξυπηρέτηση, η απλή ιστορία μιας ηλικιωμένης γυναίκας, που αναλαμβάνει να υποδυθεί επί πληρωμή τη μητέρα ενός αγνώστου, έτσι ώστε εκείνος να μην ταφεί απουσία οικογένειας (Ο Κορτάσαρ νιώθει μακριά από τη γενέτειρά του και προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα πατρίδα). Τα σάλια του διαβόλου, διήγημα στο οποίο βασίστηκε ο Αντονιόνι για να γυρίσει το Blow Up, ο συγγραφέας ήρωας σώζει (;) ένα μικρό παιδί φωτογραφίζοντας την παράξενη συνδιαλλαγή δύο ενηλίκων (Ο Κορτάσαρ πάει σινεμά). Και στο ομώνυμο, Τα μυστικά όπλα, μια ιστορία αγάπης στο Παρίσι, μια ιστορία αγάπης όπως μόνο εκείνος μπορεί να τη διηγηθεί (Ο Κορτάσαρ είναι έτοιμος να γράψει το Κουτσό). Και -πάντα θα φαντάζομαι ως πέμπτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής- ο Κυνηγός, το πλέον παριζιάνικο απ' όλα, γεμάτο πάθος και τζαζ, γεμάτο καπνό και ανάγκη για έκφραση (Ο Κορτάσαρ και η Τζαζ).
Ποτέ δεν θα γίνει γνωστό με ποιον τρόπο θα έπρεπε να διηγηθώ αυτή την ιστορία, σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας το τρίτο πληθυντικό ή επινοώντας συνεχώς φόρμες που θα είναι άχρηστες. Αν ήταν δυνατό να ειπωθεί: εγώ είδαν να ανεβαίνει το φεγγάρι, ή: με πονάει το βάθος των ματιών μας, και κυρίως: εσύ η ξανθιά ήταν τα σύννεφα που τρέχουν μπροστά στα δικά μου δικά σου δικά μας δικά τους βλέμματα.
  


Μετάφραση Τάσος Δενέγρης
Εκδόσεις Απόπειρα
 

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο καθηγητής είναι νεκρός - Joost de Vries






Αναγνωστική έκπληξη απ' το πουθενά, θαρρείς, βασισμένη -για ακόμα μια φορά- σ' ένα ένστικτο στη θέα του βιβλίου στην προθήκη του βιβλιοπωλείου, η επιλογή το πρώτο βήμα και η μετέπειτα ανάγνωση χωρίς προσδοκίες, ο επιθυμητός τρόπος γνωριμίας με ένα έργο δηλαδή. Το μυθιστόρημα του Ολλανδού Joost de Vries, γεννημένου το 1983, Ο καθηγητής είναι νεκρός, με το ιδιότυπο εξώφυλλο, το οποίο, ακόμα και τώρα, τόσες μέρες μετά, δεν έχω αποφασίσει αν μου αρέσει ή όχι, σίγουρα όμως δεν περνάει απαρατήρητο.

Υπάρχει μια κατηγορία δημιουργών -συγγραφέων στην προκειμένη- για τους οποίους, ερχόμενος κανείς σε επαφή με το έργο τους, νιώθει ένα αίσθημα ζήλιας καθώς διαθέτουν τρεις ιδιότητες, που κάθε μία θα αρκούσε από μόνη της· α) οργιώδη φαντασία, β) αφηγηματική άνεση και γ) όχι μόνο γνώση αλλά και ικανότητα ένταξης στο έργο τους πολλών θεμάτων. Ο Joost de Vries διαθέτει και τις τρεις αυτές ιδιότητες σε υψηλότατο βαθμό. Ζήλια αρχικά, που σταδιακά, καθώς οι σελίδες περνούν, δίνει τη θέση της στο αίσθημα της ακραίας απόλαυσης και μετατρέπεται σε θαυμασμό και ευγνωμοσύνη.
Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα που μπορεί να προσάψει κανείς σ' έναν άντρα σαν τον Γιοσίπ Μπρικ. Αραιά και πού εγκατέλειπε την καλυβούλα του στου διαόλου τη μάνα για να επισκεφτεί τα Γόμορα, όπως αποκαλούσε το μικρό μας πανεπιστήμιο. Επισκεπτόταν μερικούς συναδέλφους, πήγαινε να κουρευτεί, έτρωγε ένα σάντουιτς στο μπιστρό της πανεπιστημιούπολης, για να κάνει την παρουσία του αισθητή σε όλους, και στο τέλος της ημέρας έμπαινε πάντα στο γραφείο τού Υπνοβάτη, περιοδικού για θέματα γύρω από τον Χίτλερ, από το 1991, που ιδρύθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Γιοσίπ Μπρικ.
"Για πες μου ειλικρινά, Φριζό, είσαι ο δελφίνος μου ή ο Ροβεσπιέρος μου;"
Ο Φριζό, ήρωας και αφηγητής της ιστορίας, συνεργάτης, τον οποίο ξεχώρισε και επέλεξε ο πλέον διάσημος καθηγητής χιτλερικών σπουδών Γιοσίπ Μπρικ, και του πρότεινε, και εκείνος δέχτηκε, να μετακομίσει από την Ολλανδία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας ικανότατος επιμελητής, ο κατάλληλος δηλαδή άνθρωπος για να οργανώνει το χάος της σκέψης και του έργου τού Μπρικ, είναι ο ήρωας της έκδοσης του περιοδικού Υπνοβάτης πίσω από τα φώτα, ο εκλεκτός και φυσικός διάδοχος του καθηγητή. Ο θάνατος του καθηγητή -πτώση από το παράθυρο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ- την ώρα που ο Φριζό ανάρρωνε από ένα ατύχημα -μια χαζή πτώση από τη σκάλα του αεροπλάνου μετά την προσγείωση στη Χιλή, όπου είχε βρεθεί για να συναντήσει κάποιον με το επίθετο Χίτλερ, ακόμα έναν, ατύχημα, το οποίο αποδείχτηκε σοβαρότερο τελικά, παρά την επιπόλαιη αρχική αντιμετώπισή του- και ως εκ τούτου δεν του επέτρεψε να παραυρεθεί στη νεκρώσιμη ακολουθία, η οποία έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη, εκεί που, από το πουθενά, εμφανίστηκε ο Φίλιπ ντε Βρις -η συνωνυμία με τον συγγραφέα διόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι- για να κλέψει τα φώτα της δημοσιότητας και να διεκδικήσει -να απαιτήσει καλύτερα- την κληρονομιά του Μπρικ. Ο Φριζό θα γίνει έξαλλος, όπως μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί. 

Ο de Vries συνδυάζοντας τις προαναφερθείσες αρετές και πασπαλίζοντάς τες με χιούμορ, ένα χιούμορ καυστικό και ανελέητο, υπογράφει ένα υπέροχο μυθιστόρημα, πολλών στρωμάτων και περισσότερων αναγνώσεων, φαινομενικά μόνο ελαφρύ και επιφανειακό, επιτυγχάνοντας να αναμετρηθεί με ένα θέμα, όπως ο Χίτλερ, έντονης πολεμικής και καθόλου πρωτότυπο, και να εντυπωσιάσει, να είναι εύστοχος και να κινηθεί στο όριο του χλευασμού και της σοβαρότητας, προκαλώντας ένα αβίαστο γέλιο στον αναγνώστη, μην ξεχνώντας όμως πως έχει μια παράλληλη και κύρια ιστορία να αφηγηθεί, επιτρέποντας στον εαυτό του κάποιες παρεκβάσεις και παρεκτροπές από το κυρίως σώμα της αφήγησης, ελεγχόμενες μα χωρίς να χάνουν τον χαοτικό τους χαρακτήρα, εντάσσοντας πλήθος αναφορών επί του θέματος.

Ο καθηγητής Χιτλερικών σπουδών και η παρωδία της πανεπιστημιακής κοινότητας φέρνει στον νου του αναγνώστη το βιβλίο του Ντε Λίλο Λευκός θόρυβος, ο de Vries δεν το κρύβει, το αντίθετο μάλιστα, αφού παραθέτει ένα απόσπασμα του βιβλίου στην αρχή του δικού του μυθιστορήματος, επιδεικνύοντας εκτός από αλτρουισμό και μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Επίσης, κάπου κρυμμένο, κυρίως σε μια σκηνή αναβίωσης, μέσω ενός παιχνιδιού στρατηγικής, μιας μάχης, βρίσκεται το Τρίτο Ράιχ του μεγάλου Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Αναρωτιέμαι πόσες σελίδες θα μπορούσε να είναι το αρχικό σχεδίασμα του μυθιστορήματος, εξαιτίας της άνεσης του συγγραφέα στην αφήγηση και των εγκεφαλικών στροφών της φαντασίας του, και είναι θαυμαστό το τελικό αποτέλεσμα επίσης γι' αυτόν τον λόγο, για την ικανότητά του να παραδώσει τελικώς ένα σφιχτοδεμένο χορταστικά χαοτικό μυθιστόρημα, γενναιόδωρο αλλά όχι υπερβολικό, ευφυές χωρίς να αφήνει την αίσθηση επίδειξης εκ μέρους του.

Πνευματικό παιδί ενός σημαντικού Ολλανδού συγγραφέα, του Cees Nooteboom, που φέρνει κάτι το φρέσκο και παιχνιδιάρικο στη λογοτεχνία, ο de Vries αποτελεί μια περίπτωση συγγραφέα που πιθανότατα θα μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον.  

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ινώ βαν Ντάικ-Μπαλτά
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Φαμπέρ - Tristan Garcia





Ήμαστε παιδιά της μεσαίας τάξης μιας μεσαίας χώρας της Δύσης, δυο γενιές μετά από ένα πόλεμο κερδισμένο, μια γενιά μετά από μια επανάσταση χαμένη. Δεν ήμαστε ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι, δεν νοσταλγούσαμε την αριστοκρατία, δεν ονειρευόμαστε καμιά ουτοπία και η δημοκρατία μάς ήταν αδιάφορη. Μας μόρφωσαν και μας διαμόρφωσαν τα βιβλία, οι ταινίες, τα τραγούδια -η υπόσχεση ότι θα γίνουμε αυτόνομα άτομα. Νομίζω ότι είχαμε το δικαίωμα να περιμένουμε μια ζωή διαφορετική. Είχαμε σπουδάσει -λίγο, αρκετά, πολύ-, είχαμε μάθει να σεβόμαστε την τέχνη και τους καλλιτέχνες, μας άρεσε να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο, αλλά και να ονειρευόμαστε, να κάνουμε περιπάτους, να εκτιμούμε τον ελεύθερο χρόνο, να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαμε όλοι να γίνουμε σπουδαίοι, περιφρονώντας τη βλακεία, μισώντας, όπως τους αξίζει, την αυταρχική εξουσία και την καθεστηκυία τάξη. Όμως για να επιβιώσουμε όπως όλος ο κόσμος, όταν ενηλικιωθήκαμε, καταλάβαμε ότι επρόκειτο απλώς να δουλέψουμε κι εμείς όπως οι προηγούμενοι.
Και όλα εκείνα, τα περασμένα, επιστρέφουν και ζητάνε την τροφή τους. Η νοσταλγία για μια εποχή παρελθούσα, τότε που όλα έμοιαζαν δυνατά και σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, με την αύρα της ελευθερίας και των άπειρων προοπτικών, περασμένα βέβαια μέσα από τα φίλτρα της μνήμης πια. Τη μέρα η προσπάθεια για εκλογίκευση, απαραίτητη για την απρόσκοπτη συνέχιση του βηματισμού, τη νύχτα -αργά συνήθως- οι αμφιβολίες: τι πήγε στραβά; Το επόμενο πρωί, εκλογίκευση ξανά. Και η απόφαση να σκοτώσεις εκείνο το παρελθόν, να το ξεφορτωθείς άπαξ και δια παντός, να συνεχίσεις ήσυχος και απαλλαγμένος από δεύτερες φωνές. Να καταστρέψεις ό,τι δημιούργησες κάποτε. Δεν σου αρέσει το Εσύ; Καλώς: Να καταστραφεί -από μόνο του, εσύ καμία ευθύνη δεν φέρεις- ό,τι δημιουργήθηκε κάποτε -από μόνο του, εσύ καμία ευθύνη δεν φέρεις. Εκεί, στο παλιό εργοστάσιο που πρόκειται να γκρεμιστεί, να πεταχτεί το πτώμα· τη νύχτα πριν ρίξουν τα μπετά.

Ο Φαμπέρ, όταν έφτασε στο δημοτικό σχολείο του Μπαζίλ και της Μαντλέν, τους έσωσε τη ζωή επιλέγοντάς τους για φίλους του. Μια αχώριστη τριάδα δημιουργήθηκε. Σήμερα, χρόνια μετά, ενεργοποιώντας έναν παλιό συναγερμό για περίπτωση έκτακτης ανάγκης, οι τρεις τους θα σμίξουν ξανά σε ένα ολότελα διαφορετικό περιβάλλον.

Ο Γκαρσιά μας υπενθυμίζει σε αυτό το μυθιστόρημα πως ο συγγραφέας, κάποιες φορές, τις περισσότερες μάλλον, είναι ένας περίεργος νεαρός που επιχειρεί να σκαλίσει το παρελθόν, επιθυμώντας να δικαιώσει τα πιστεύω του και να συντηρήσει τον μύθο που έχτισε -παρότι ίσως δεν το παραδέχεται, επιμένοντας στη λέξη έρευνα. Και αυτός ο νεαρός εμφανίζεται στο μυθιστόρημα, με σάρκα και οστά, και με το όνομα του συγγραφέα βεβαίως, για να ολοκληρώσει όσα έμειναν ανολοκλήρωτα και για χρόνια στα συρτάρια, να συγκεντρώσει τις επιστολές και τις μαρτυρίες, να παρουσιάσει αυτή την τριφωνική ιστορία, ελπίζοντας να μην ακουστεί δυνατά η δική του φωνή .

Πάνω και πέρα από οτιδήποτε άλλο όμως, ο Γκαρσιά παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, από εκείνα που εκφράζουν μια γενιά ιστορικά κάπως αδιάφορη, όπως η δική μου, με τη μυθολογία της να μην έχει ακόμα περάσει από το περιθώριο στο πάνθεον, το τελευταίο προπύργιο του αναλογικού κόσμου απέναντι στον ψηφιακό, μια γενιά στον προθάλαμο της μέσης ηλικίας, που αποκτάει ή μόλις έχει αποκτήσει απογόνους, που έχει πια απογαλακτιστεί από την οικογένεια, που στερήθηκε λιγότερα στην αρχή και περισσότερα στη συνέχεια, που έμεινε να τη συνοδεύει η ρετσινιά καλομαθημένη. Και αν αυτό είναι το πλαίσιο, κοινωνικοπολιτικοϊστορικό μέσα στο οποίο κινείται η ιστορία του Φαμπέρ, είναι και η ίδια η ιστορία καθεαυτήν γοητευτική, με το μυστήριο και τις συνεχείς ανατροπές να τη συνοδεύουν. Και βεβαίως μια γοητευτική ιστορία απαιτεί, για να αναδειχθεί σε όλο της το μεγαλείο, την κατάλληλη αφηγηματική μαεστρία, και εδώ ο Γκαρσιά παίρνει ακόμα υψηλότερο βαθμό· με διαρκή εναλλαγή αφηγητή, με την πρωτοπρόσωπη και την τριτοπρόσωπη αφήγηση αρμονικά και ορθά εναλλασσόμενες, με φλας μπακ που εξυπηρετούν την πρόοδο της ιστορίας και δεν καλύπτουν απλώς σελίδες, με χαρακτήρες πραγματικούς -όχι μόνο τους βασικούς αλλά και τους δευτερεύοντες-, με δουλεμένους διαλόγους και περιγραφές, ο Γάλλος συγγραφέας, γεννημένος το 1981, υπογράφει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που γοητεύει και συγκινεί.  
 
υγ. Η αναγνωστική εμπειρία είχε μια συγγένεια με το βιβλίο του Ισπανού Χαβιέρ Θέρκας, Οι νόμοι των συνόρων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Αλεξάνδρα Κωσταράκου
Εκδόσεις Πόλις

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν - Flannery O'Connor





ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ
ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται
καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.
                                 Κατά Ματθαίον, 11:12
Μόνο μισή μέρα είχε πεθαμένος ο θείος του Φράνσις Μάριον Ταργουότερ, όταν το αγόρι παραμέθυσε για να μπορέσει ν' αποσκάψει το λάκκο του και ένας νέγρος, ονόματι Μπάφορντ Μάνσον, που είχε έρθει για να γεμίσει ένα σταμνί, αναγκάστηκε να τον αποτελειώσει και να σύρει το πτώμα από το τραπέζι του πρωινού όπου ακόμα ήταν καθισμένος και να το θάψει πρεπούμενα και χριστιανικά, με το σημείο του Σωτήρος στην κεφαλή του τάφου και με χώμα κάμποσο από πάνω, ώστε να μην το ξεθάψουνε τα σκυλιά. Κοντά μεσημέρι ήταν σαν έφτασε ο Μπάφορντ και όταν έφευγε κατά το ηλιοβασίλεμα το αγόρι, ο Ταργουότερ, δεν είχε γυρίσει ακόμα από το αποστακτήριο.
Δύο ήταν οι επιθυμίες του Μέισον Ταργουότερ μετά τον θάνατό του, και υπεύθυνος για την υλοποίησή τους ο ανιψιός του Φράνσις Μάριον Ταργουότερ, δεκατεσσάρων ετών, όταν πέθανε ο Μέισον· να ταφεί χριστιανικά και κατά το πρέπον, αρκετά βαθιά για να μην τον φτάσουν τα σκυλιά, και να βαφτίσει τον Μπίσοπ, τον ξάδερφό του, τον γιο του δασκάλου Ρέιμπερ. Ο Μέισον Ταργουότερ, αυτόκλητος προφήτης, είχε περισυλλέξει τον ορφανό ανιψιό του, και δεν είχε επιτρέψει στον Ρέιμπερ να τον πάρει παρά τη συνδρομή μιας κοινωνικής λειτουργού, είχαν αποσυρθεί στο δάσος, δύο αναχωρητές, με σκοπό ο Φράνσις Μάριον να μεγαλώσει με ισχυρές αρχές και χριστιανικές διδαχές μακριά από την αλλοτρίωση της κοινωνίας και της εκπαίδευσης, έτσι ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί.

Ο νεαρός Ταργουότερ, ξυπνώντας από το μεθύσι του, θα εγκαταλείψει το σπίτι, θα κάνει οτοστόπ μέχρι την πόλη και το σπίτι του θείου του Ρέιμπερ. Εκεί θα συνεχίσει η μάχη εντός του ανάμεσα στις επιθυμίες του Μέισον και στις απόπειρες του ορθολογιστή Ρέιμπερ να τον εντάξει στο κοινωνικό σύνολο, ένα μικρό αγρίμι μακριά από τα λημέρια του.

Η σπουδαία Φλάνερυ Ο'Κόννορ, όμορφη και ταλαντούχα νεαρή, που στα είκοσι πέντε της χρόνια, ενώ έβλεπε ήδη τα διηγήματά της να φιλοξενούνται στα σπουδαιότερα και αυστηρότερα αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά, είδε τη ζωή της να ανατρέπεται, όταν διαγνώστηκε με μια ανίατη μορφή αθροίτιδας, που θα της παραμόρφωνε τα κάτω άκρα και το πρόσωπο, και θα την καθήλωνε  σχεδόν μόνιμα στο κρεβάτι, αυτή η βαθιά θρησκευόμενη συγγραφέας σε αυτό το δεύτερο -και τελευταίο της- μυθιστόρημα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της southern gothic λογοτεχνίας, επιχειρεί να αναφερθεί στη χαμένη πνευματικότητα μέσα σε έναν κόσμο που πάει κατά διαόλου, να αναδείξει την ανάγκη για πίστη και αναχώρηση, για μια διαρκή μάχη με τον διάβολο, να αφηγηθεί την ικανότητα του σώματος να μεταμορφώνεται, με μία ιστορία της αρχαίας αιγυπτιακής ερήμου τοποθετημένη στον αμερικανικό νότο.

Οι δύο πόλοι, ο νεκρός προφήτης και ο ορθολογιστής δάσκαλος, καθρεφτίζουν τον σύγχρονο κόσμο, όπως τον αντιλαμβάνεται η Ο'Κόννορ, δύο μέρη με άνιση πια ισχύ, σε ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει -παρά τη δεδομένη και ισχυρή πίστη της συγγραφέως- το θρηκευτικό, και θέτει ερωτήματα επίκαιρα ακόμα και σήμερα σχετικά με την ατομικότητα και την απαραίτητη ενδοσκόπηση, τη σύνδεση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή. Μυθιστόρημα, επίκαιρο στο σήμερα και κάπως προκλητικό, σίγουρα όχι ευθύνη της Ο'Κόνορ, προκλητικό στην ανάγνωση και την πρόσληψη από την πλευρά του αναγνώστη, με το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό πως ο ορθολογιστής Ρέιμπερ δείχνει πιο οικείος, πιο κανονικός σε σχέση με τον αυτοαποκαλούμενο προφήτη, σε μια εποχή που ο θρησκευτικός φομενταλισμός είναι ακόμα πιο έντονος σε σχέση με το παρελθόν.

Το συνοδευτικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Τζιαννόνε, του σημαντικότερου ίσως μελετητή της Ο'Κόννορ,  αποτελεί το ιδανικό συνοδευτικό αυτής της έκδοσης. Η επιμέλεια της μετάφρασης του Κοτζιά με το υπόμνημα στο τέλος του βιβλίου, αποτελεί ίσως χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη λογοτεχνία στους Αντίποδες.


υγ. Πριν από πέντε χρόνια, στο τρένο για Θεσσαλονίκη, διάβασα τη συλλογή διηγημάτων τής Ο'Κόννορ Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, και εντυπωσιάστηκα. Διαβάζοντας ξανά εκείνη την ανάρτηση, και βλέποντας κάποια λάθη, εκτίμησα, για ακόμα μια φορά, την τύχη να υπάρχει πια ένας ικανός επιμελητής πίσω από κάθε ανάρτηση. Εκείνη την ανάρτηση μπορεί κανείς να την βρει εδώ.


Μετάφραση Αλέξανδρος Κοτζιάς
Εκδόσεις Αντίποδες