Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ - Joël Dicker




Ο Μάρκους Γκόλντμαν έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, όχι ένα οποιοδήποτε μυθιστόρημα, αλλά το απόλυτο best seller, οι πωλήσεις του οποίου έχουν σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ, οι αφίσες του βιβλίου και του συγγραφέα βρίσκονται παντού, σε στάσεις λεωφορείων και ουρανοξύστες, ο Μάρκους Γκόλντμαν είναι το νέο καυτό όνομα της αμερικανικής λογοτεχνίας, όλοι θέλουν να τον συναντήσουν και ίσως να του πάρουν κάποια συνέντευξη, ο εκδότης του ανυπομονεί για το επόμενο μυθιστόρημα, πριν κοπάσει ο θόρυβος από το προηγούμενο. Εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Αν και ο Μάρκους προσπαθεί, αλήθεια προσπαθεί -έχει νοικιάσει γραφείο στο οποίο περνάει τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας του και έχει προσλάβει γραμματέα, έτσι ώστε να μην ασχολείται με τίποτα άλλο ανούσιο παρά μόνο με τη συγγραφή- το αποτέλεσμα είναι μια λευκή σελίδα, και ένας κάδος γεμάτος με εκατοντάδες ακόμα σελίδες από προσχέδια και ιδέες που δεν λειτούργησαν. Η υπομονή του εκδότη εξαντλείται, τα καλοπιάσματα δεν αργούν να μετατραπούν σε απειλές για εξώδικα και καταγγελίες σύμβασης, ο μάνατζερ βλέπει τα προσδοκώμενα ποσοστά του να απομακρύνονται επικίνδυνα, η μητέρα τού Μάρκους άλλο καημό δεν έχει από το να τον δει παντρεμένο με ένα καλό κορίτσι, ανάμεσα σε όλα αυτά χτυπάει το τηλέφωνο, στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Χάρρυ Κέμπερτ από κάποιο αστυνομικό τμήμα, πρόκειται για το ένα και μοναδικό τηλεφώνημα που είχε δικαίωμα να πραγματοποιήσει και εκείνος άλλον αριθμό δεν θυμόταν, παρά εκείνον του άλλοτε μαθητή του, του σπουδαίου πια Μάρκους Γκόλντμαν, και ας έχει να του τηλεφωνήσει τόσο καιρό, δεν είναι ώρα για παράπονα τώρα, τώρα που το σώμα της Νόλα Κέλλεγκαν βρέθηκε στον κήπο του σπιτιού του Χάρρυ -τριάντα τρία χρόνια μετά την εξαφάνιση του δεκαπεντάχρονου τότε κοριτσιού- και ο Χάρρυ Κέμπερτ βρίσκεται προφυλακισμένος και κατηγορούμενος για δολοφονία. Ο Μάρκους Γκόλντμαν παρατάει τη Νέα Υόρκη και μετακομίζει στην Ορόρα για να ανακαλύψει την αλήθεια σχετικά με την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ.
-Το πρώτο κεφάλαιο, Μάρκους, είναι πολύ σημαντικό. Αν δεν αρέσει στους αναγνώστες, δεν θα διαβάσουν το υπόλοιπο βιβλίο. Με τι σκοπεύεις να ξεκινήσεις το δικό σου;
-Δεν ξέρω Χάρρυ. Πιστεύεις πως θα τα καταφέρω μια μέρα;
-Τι να καταφέρεις;
-Να γράψω ένα βιβλίο.
-Είμαι βέβαιος γι' αυτό. 
Το μυθιστόρημα του Ζοέλ Ντικέρ, γεννημένου το 1985, κινείται σε δύο βασικούς θεματικούς άξονες, από τη μία η "αστυνομική" ιστορία σχετικά με τη διαλεύκανση της δολοφονίας της Νόλα Κέλλεργκαν και την ανάμειξη ή όχι του Χάρρυ Κέμπερτ σε αυτή, και από την άλλη η ιστορία συγγραφής του βιβλίου. Η ιστορία μέσα στην ιστορία, το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, ο συγχρονισμός ανάγνωσης και συγγραφής, η ψευδαίσθηση του αναγνώστη ότι κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα του γραφείου του συγγραφέα, αυτό αποτελεί το βασικό εύρημα του Ντικέρ, το στοιχείο που πραγματικά απογειώνει το μυθιστόρημα και του επιτρέπει να ξεφύγει από πιθανές κατηγοριοποιήσεις, ενώ το σύγχρονο στοιχείο της έρευνας τού δίνει μια διάσταση ρεπορτάζ, προσδίδοντας την απαραίτητη αληθοφάνεια στην αστυνομική πλευρά της ιστορίας.  

Η σχέση των δύο αντρών, του μαθητή Μάρκους και του δασκάλου Χάρρυ, αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της ιστορίας, ο διαρκής διάλογος των δύο, η ιστορία τους μέσα στον χρόνο, ο μέντορας Χάρρυ που ωθεί τον Μάρκους να αφήσει πίσω του τις ευκολίες και να επιμείνει στη γραφή, παρότι είναι μια ιστορία αρκετά γνωστή και πιθανώς αρκούντως ειπωμένη, εντούτοις διατηρεί την απαραίτητη μαγεία. Ταυτόχρονα υπάρχουν δύο δεύτεροι ρόλοι μανάδων απολαυστικότατοι και γραφικότατοι, που ενώ ρέπουν προς την καρικατούρα, όπως και οι υπόλοιποι δεύτεροι ρόλοι της ιστορίας, χρησιμοποιούνται με πανέξυπνο τρόπο από τον συγγραφέα, και όχι μόνο δεν ενοχλούν αλλά παράλληλα δίνουν ανάσες και στιγμές εκτόνωσης από την κεντρική ιστορία. Γενικά, πέραν του ευρήματος, ο Ντικέρ δεν μοιάζει να επιθυμεί να εντυπωσιάσει, αντίθετα ποντάρει στο κλισέ καθώς τον ενδιαφέρει αυτή η ιδιότυπη αναμέτρηση, και με σύμμαχο την αφηγηματική άνεση και την ικανότητά του στη σύνθεση και στη στατικότητα του τελικού οικοδομήματος, παραδίδει ένα πραγματικά απολαυστικό μυθιστόρημα, ορισμό του page turner, με ελάχιστα χαλαρά σημεία παρά το μέγεθός του, πολυεπίπεδο και ικανό να έλξει πλήθος ετερόκλητων αναγνωστών λόγω των θεμάτων που θίγει, με τις απαραίτητες δόσεις σασπένς, κριτικής της εκδοτικής πραγματικότητας και στοχασμού, απόδειξη πως ένα μυθιστόρημα μπορεί να είναι ευπώλητο, ευκολοδιάβαστο και ταυτόχρονα αναγνωστικά αξιόλογο, ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι Η αλήθεια σχετικά με την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ. Α, και χαρακτηριστικά αμερικάνικο παρότι γραμμένο από Ελβετό.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Η κόρη του ταριχευτή - Kate Mosse




"Η ταρίχευση είναι μια τέχνη. Πάνω απ' όλα, έχει να κάνει με την ομορφιά. Με τη διατήρηση της ομορφιάς, την απεικόνιση της ομορφιάς, τον τρόπο που θα βρει κάποιος για να αιχμαλωτίσει την ουσία ενός πουλιού ή ζώου".
Ο Χάρι κουνούσε το κεφάλι. "Είμαι ζωγράφος. Δηλαδή δεν βγάζω έτσι τα προς το ζην, αλλά θα συμβεί κι αυτό. Το ίδιο λοιπόν νιώθω κι εγώ όταν δουλεύω έναν πίνακα, ότι έχει να κάνει όχι μόνο με την μπογιά στον καμβά αλλά και με όσα κρύβονται κάτω από την επιφάνεια". Τράβηξε το πανί από το γυάλινο φέρετρο της κάργιας. "Αυτό εδώ όμως, αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο. Πώς καταφέρνει κανείς να μην καταστρέψει αυτό ακριβώς που προσπαθεί να διασώσει;"

Σάσεξ 1912. Η εποχή που η ταρίχευση αποτελούσε σημείο αναφοράς για την διακόσμηση έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο πατέρας της Κόνι, σπουδαίος και ονομαστός ταριχευτής, έχει μείνει ουσιαστικά χωρίς δουλειά. Οι δυο τους ζουν σε ένα μεγάλο σπίτι έξω από το χωριό, στους βαλτότοπους του Φίσμπουρν. Η Κόνι, όταν ήταν μικρή είχε ένα ατύχημα, χτύπησε το κεφάλι της, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει την πρότερη μνήμη. Κάποιες εκλάμψεις φωτίζουν τις σκοτεινές πλευρές του παρελθόντος, όμως της είναι δύσκολο να συνθέσει την πλήρη εικόνα. Ο πατέρας της δεν μιλάει πολύ. Μεγαλώνοντας στο πλευρό του πατέρα της, η Κόνι έμαθε τα μυστικά της ταρίχευσης. Το πτώμα μιας γυναίκας, κοντά στο σπίτι τους, θα αποτελέσει την αρχή μια αλληλουχίας γεγονότων, αρκετά μπερδεμένων, τα οποία θα τη φέρουν κοντά με έναν νεαρό ζωγράφο, τον Χάρι, με τον οποίο φαίνεται να μοιράζονται τελικά ένα κοινό παρελθόν, γεγονός που θα αποκαλυφθεί σταδιακά και με αυξανόμενη ένταση.

Το παρελθόν επανέρχεται για να πάρει εκδίκηση και τα μυστικά ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Έγκλημα, τιμωρία, δικαιοσύνη.

Η Κέιτ Μος, γεννημένη στο δυτικό Σάσεξ, στήνει μια γοτθική ιστορία εκδίκησης, στηριζόμενη -ή στοχεύοντας- στην ατμόσφαιρα. Αυτό είναι -ή θέλει να είναι- το μεγάλο ατού του μυθιστορήματος, κάτι για το οποίο δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν το επιτυγχάνει. Χωρισμένη σε κεφάλαια, ανάλογα με τον τόπο εξέλιξης της δράσης, Η κόρη του ταριχευτή, διαβάζεται γρήγορα και αβίαστα, γεγονός που περιλαμβάνεται σίγουρα στα υπέρ του βιβλίου. Όπως και το στοιχείο της ταρίχευσης, που πέρα από τη σημασία του στην εξέλιξη της πλοκής, αποτελεί ένα γοητευτικό συστατικό, και με μια φιλοσοφική διάσταση, όπως αποτυπώνεται στο παραπάνω απόσπασμα. Οι χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι, δοσμένοι με σαφήνεια και φυσικότητα, με το παρελθόν τους, το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά, να ολοκληρώνει την εικόνα τους, κάτι το οποίο αποδεικνύει τη δουλειά της συγγραφέως σε όλα τα στάδια της συγγραφής.

Εκεί όμως που βρίσκεται η ένστασή μου, η κυρίως ένστασή μου, είναι στο μυστήριο. Εξηγούμαι: μου έμεινε η αίσθηση πως η Μος κάπως σκόπιμα θολώνει την ιστορία με στόχο να επιτείνει το μυστήριο, χρησιμοποιεί δηλαδή το μυστήριο για να δημιουργήσει μυστήριο, βιάζοντας κάπως τις καταστάσεις, θέτοντας περισσότερα ερωτήματα απ' όσες απαντήσεις γνωρίζει να δώσει.

Είχα μεγαλύτερες προσδοκίες απ' όσες τελικά ικανοποίησε η ανάγνωση, δυστυχώς.

Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Πάση θυσία (2016)






Σε καμία περίπτωση δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνη των θεατών ταινιών γουέστερν. Το αντίθετο, μάλλον. Τα γουέστερν δεν μου αρέσουν, δεν με έλκουν. Ούτε τα αυθεντικά, ούτε τα κλασικά, ούτε οι παρωδίες. Όμως δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ το ίδιο και για τα μεταγουέστερν, αυτό το ιδιαίτερο κινηματογραφικό υβρίδιο, το οποίο χρησιμοποιεί αρκετά από τα εργαλεία του προγόνου του, εκμεταλευόμμενο παράλληλα πλήθος άλλων. Η αλήθεια είναι πως κατηγορίες όπως αυτή είναι δύσκολο να οριστούν με ακρίβεια, με αποτέλεσμα συχνά ταινίες κάπως ετερόκλητες μεταξύ τους να χαρακτηρίζονται ως μεταγουέστερν. Όπως για παράδειγμα τρεις υπέροχες και αγαπημένες ταινίες, οι οποίες κατά την προσωπική μου άποψη ανήκουν στην προαναφερθείσα κατηγορία: Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (2005), Θα χυθεί αίμα (2007) και Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ (2007).

Το τρέιλερ λοιπόν ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μνήμες και αισθήσεις παρόμοιων ταινιών και σε συνδυασμό με την εγγύηση που προσέφερε η παρουσία των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις στη μουσική επένδυση μου δημιούργησαν την επιθυμία να δω αυτή την ταινία. Και ήταν μια σωστή απόφαση που ξεπέρασε τελικά τις προσδοκίες μου.

Ο Τόμπι Χάουαρντ (Κρις Πάιν), διαζευγμένος πατέρας δύο παιδιών και άνεργος, καταστρώνει ένα σχέδιο, ριψοκίνδυνο και φιλόδοξο, σε συνεργασία με τον αδερφό του, πουέχει μόλις αποφυλακιστεί, για να σώσουν το υποθηκευμένο ράντζο της μητέρας τους, που πέθανε πρόσφατα, λίγο πριν περιέλθει στην κατοχή της τράπεζας. Αποφασίζουν, λοιπόν, να πραγματοποιήσουν μια σειρά από ληστείες στα υποκαταστήματα της συγκεκριμένης τράπεζας μέχρι να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα για την αποπληρωμή της εγγύησης.

Για κάθε ζευγάρι κακών υπάρχει και ένα ζευγάρι καλών, έτσι και στην ταινία του Μακένζι, απέναντι στα δύο αδέρφια θα βρεθούν ο Μάρκους Χάμιλτον (Τζεφ Μπρίτζες), τρεις βδομάδες πριν συνταξιοδοτηθεί από την αστυνομία και ο συνεργάτης του· ζεύγος που αποτελεί ευφυές σεναριακό εύρημα, από τη μία ο λευκός Αμερικανός, πιθανότατα ιρλανδικής καταγωγής, και από την άλλη ο μισός Μεξικανός μισός Ινδιάνος, μια σχέση αγάπης και μίσους, με σπουδαίες μεταξύ τους ατάκες, που προσθέτουν πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα.

Βέβαια, το καλό και το κακό είναι έννοιες σχετικές και στη συγκεκριμένη ταινία σεναριογράφος και σκηνοθέτης μοιάζουν να επιθυμούν τέσσερις καλούς, ή καλύτερα τέσσερις κακούς με καλές προθέσεις, οι πράξεις των οποίων δικαιολογούνται σε μεγάλο βαθμό. Ταινία έντονα πολιτική, εκτυλίσσεται στο Τέξας, αν και καμία σκηνή δεν γυρίστηκε εκεί, και αποτυπώνει μια πλευρά της Αμερικής την οποία αρκετοί φαντάζονται αλλά λίγοι γνωρίζουν, κάνοντας παράλληλη αναφορά σε θέματα όπως η οπλοκατοχή, ο ρόλος των τραπεζών, η αγορά ακινήτων, η χωρίς όρια αναζήτηση πετρελαίου και το -ξεχασμένο πια- ζήτημα των αυτόχθονων Αμερικανών. Βέβαια, όλα τα παραπάνω θέματα θίγονται χωρίς να αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη της ιστορίας, γιατί, για να μην ξεχνιόμαστε, πρόκειται για μια ταινία με έντονη δράση και σασπένς, που δημιουργεί αγωνία ως προς την τελική έκβαση της μονομαχίας των δύο μερών.

Ιδιαίτερη αναφορά και μνεία σε εκείνους τους συντελεστές της ταινίας που επέλεξαν τα μέρη των γυρισμάτων, μέρη απίστευτης -αν και άγριας- ομορφιάς. Και αν με το ένα πόδι η ταινία πατάει στο γουέστερν, δεν μπορεί παρά να αναφερθεί κανείς και στο road movie, την μετακίνηση από πόλη σε πόλη σε μια αραιοκατοικημένη, για τα αμερικανικά δεδομένα, περιοχή, σκηνές στις οποίες η μουσική υπόκρουση των Κέιβ και Έλις δένει υπέροχα.

Μια ταινία ήπιων τόνων, χωρίς αχρείαστες συναισθηματικές και ερμηνευτικές εξάρσεις, με υπέροχη κινηματογράφηση, σεναριακά άρτια -παρά τον κλισέ θεματικό πυρήνα- και με ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία, στην οποία διακρίνεται η αγάπη για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος και τον τόπο.


Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Η καρδιά πεθαίνει τελευταία - Margaret Atwood




Στρίμωγμα να κοιμάσαι σε αμάξι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα Honda από τρίτο χέρι δεν είναι παλάτι. Αν ήταν βαν, θα είχαν περισσότερο χώρο, αλλά σιγά να μην μπορούσαν να πάρουν βαν, ακόμα και παλιά, τότε που νόμιζαν πως είχαν λεφτά. Ο Σταν λέει ότι είναι τυχεροί που έχουν έστω και το Honda, κι έχει δίκιο, η τύχη τους όμως δεν κάνει το αυτοκίνητο μεγαλύτερο.
Η Σαρμέιν πιστεύει ότι ο Σταν θα έπρεπε να κοιμάται στο πίσω κάθισμα, επειδή χρειάζεται περισσότερο χώρο -αυτό θα ήταν το δίκαιο, αφού είναι πιο μεγαλόσωμος-, αλλά αναγκαστικά κοιμάται στο μπροστινό για να μπορεί να βάλει μπρος και να φύγουν γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης.

Σε μια παλιότερη -και ευτυχέστερη- εποχή, η Σερμέιν και ο Σταν γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν, έχοντας πάρει την απόφαση να ζήσουν μαζί το υπόλοιπο της ζωής τους. Τότε όλα φαίνονταν δυνατά, η αγάπη τους έραινε την καθημερινότητα με μαγεία. Όνειρα, σχέδια και έρωτας, τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ένιωθαν τόσο τυχεροί που είχαν ο ένας τον άλλον. Είχαν και οι δύο δουλειά, αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτι, ίσως σύντομα να χρειάζονταν επιπλέον δωμάτια. Τότε όλα άρχισαν να καταρρέουν, αργόσυρτα αλλά εκκωφαντικά. Η κρίση έφτασε στην πολιτεία, έχασαν τις δουλειές τους και η υποθήκη έμενε ανικανοποίητη· ένα βράδυ φόρτωσαν το αμάξι και έφυγαν, πριν το χάσουν και αυτό. Τουλάχιστον είχαν το Honda, μια λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι τους, μια πόρτα, έστω, αν και όχι ασφαλείας, να κοιμούνται πίσω της. Δεν κάνουν έρωτα πια, εκτός και αν θεωρήσει έρωτα κανείς την άβολη και βιαστική συνεύρεση στο πίσω κάθισμα του Honda, γεμάτη άγχος. Εκείνη βρήκε δουλειά σε ένα μπαρ, με τα λίγα χρήματα που κέρδιζε αγόραζαν φαγητό, βενζίνη, πλένονταν και έπλεναν τα ρούχα τους. Ο Σταν συνέχιζε να ψάχνει για δουλειά.

Ώσπου μια μέρα ένα διαφημιστικό στην τηλεόραση του μπαρ τράβηξε την προσοχή της Σερμέιν. Έπεισε τον Σταν να δοκιμάσουν, τουλάχιστον αυτό, να δοκιμάσουν. Το Σχέδιο Ποζιτρόνιο υποσχόταν πολλά, ανάμεσα στα οποία: ασφάλεια, τροφή και στέγη. Έτσι μετακομίζουν στην πόλη της Χρονοκράτησης, έχοντας υπογράψει συμβόλαιο εγκλεισμού, εκεί όπου τον έναν μήνα ζουν σε ένα μεγάλο και άνετο σπίτι ενώ τον επόμενο τον περνούν ως έγκλειστοι στις φυλακές.

Κάπου εκεί ξεκινάει η κυρίως υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος της Άτγουντ. Μια παράλληλη δυστοπία στην ήδη διαμορφωμένη δυστοπία της Αμερικής της κρίσης, των εξώσεων, των ανθρώπων που αναζητούν τροφή στα σκουπίδια, γι' αυτό και τρομακτικά ρεαλιστική, καθώς δεν χρειάζεται να μεταφέρει τον αναγνώστη στο απώτερο μέλλον για να στήσει το δυστοπικό της σκηνικό, χρειάζεται απλώς μια πόλη φυλακή λίγο πιο κάτω στον χάρτη. Αργά και σταθερά κατασκευάζει η Άτγουντ αυτή την παράλληλη πραγματικότητα, ολοένα και πιο σύνθετη, πιο χαοτική, πιο τρομακτική, με την ικανότητα της έμπειρης συγγραφέως να οδηγεί την ιστορία με ακρίβεια στο σημείο της κορύφωσης και της τελικής εξόδου, υπενθυμίζοντας διαρκώς τον σχηματικό/παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας του Σταν και της Σερμέιν, χωρίς να παραλείπει στοιχεία απαραίτητα για το είδος, όπως το σασπένς και οι ανατροπές, δηλώνοντας την πίστη της πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ή θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο.

Μπορεί να μην πρόκειται για την καλύτερη στιγμή αυτής της σπουδαίας συγγραφέως, όμως -και ας μην είμαστε πια τόσο αυστηροί με τους συγγραφείς που αγαπάμε- το Η καρδιά πεθαίνει τελευταία είναι ένα δυνατό μυθιστόρημα, ένα ιδιαίτερο κράμα ρεαλισμού και επιστημονικής φαντασίας.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Έφη Τσιρώνη
Εκδόσεις Ψυχογιός
  

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Η ώρα του αστεριού - Clarice Lispector





Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή. Όμως πριν την προϊστορία υπήρχε η προϊστορία της προϊστορίας και υπήρχε το ποτέ και υπήρχε το ναι. Πάντα υπήρχε. Δεν ξέρω τι, μα ξέρω πως το σύμπαν ποτέ δεν ξεκίνησε.

Πώς να αρχίσεις από την αρχή, αν τα πράγματα συμβαίνουν πριν συμβούν;

Αν βρω την πρώτη λέξη, τότε θα είναι εύκολο, οι υπόλοιπες λέξεις θα ακολουθήσουν φυσικά και αβίαστα, -ιδανικά- θα αποτυπώσουν ένα ικανό μέρος εκείνων που θα ήθελα να συγκρατήσω από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού, σκέφτομαι. Ακόμα όμως και αν υποθέσουμε ότι βρήκα αυτήν την πρώτη λέξη, έστω και βεβιασμένα, τότε, ακόμα και αν οι υπόλοιπες λέξεις ακολουθήσουν φυσικά και αβίαστα, ακόμα και αν -ιδανικά- αποτυπώσουν ένα ικανό μέρος εκείνων που θα ήθελα να συγκρατήσω από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού, ακόμα και τότε το κείμενο θα τελειώνει με την ευχή: να μπορούσα κάποτε να γράψω ένα κείμενο τόσο εμπνευσμένο όσο αυτό της Ελέν Σιξού που συνοδεύει ως επίμετρο την ελληνική έκδοση.

Η ιστορία της Μακκαμπέα και η ιστορία της συγγραφής της ιστορίας της Μακκαμπέα, ο μονόλογος του συγγραφέα, τον οποίο αναγκάζεται -ή επιλέγει- να υποδυθεί η Λισπέκτορ, αν και πριν διηγηθεί την ιστορία της Μακκαμπέα φροντίζει να παρενθέσει το δικό της όνομα, για να υπογράψει έτσι ίσως το πλέον σημαντικό για εκείνη μέρος του βιβλίου, την αφιέρωση του συγγραφέα, στην πραγματικότητα Κλαρίσε Λισπέκτορ, αφιέρωση που αποτελεί ένα φόρο τιμής σε όλους εκείνους και σε όλα εκείνα τα σημαντικά, τα οποία προηγήθηκαν της φευγαλέας συνάντησης στον δρόμο, εκείνου του βλέμματος που γέννησε την Μακκαμπέα, μαζί με την υποχρέωση να ειπωθεί η ιστορία της, ιστορία που μόνο ένα άντρας θα ήταν ικανός να διηγηθεί, για να αποφευχθούν οι γλυκανάλατες κλάψες, ο Ροντρίγο Σ. Μ. ή κάποιος άλλος, πάντως άντρας, μία ιστορία που έχει δώδεκα πιθανούς τίτλους, καθένας από αυτούς κατάλληλος ή αντιπροσωπευτικός ή προσωπικός ή συνθηματικός. Δώδεκα τίτλοι, δύο συγγραφείς, μία συγγραφή, μία ιστορία.

Η ιστορία της Μακκαμπέα γνωστή, πολυειπωμένη· η φτωχή κοπέλα που φτάνει στη μεγάλη πόλη. Η ιστορία της ιστορίας της συγγραφής της ιστορίας της Μακκαμπέα επίσης γνωστή, αλλά ελάχιστα ειπωμένη· η συγγραφέας, που νιώθει υποχρεωμένη να διηγηθεί μια ιστορία, παλεύει με τις αμφιβολίες και τις αποφάσεις που πρέπει να λάβει, τα διλήμματα, τη ματαιότητα, αναζητά τις κρυψώνες του προσωπικού, τα όρια της αποστασιοποίησης, τα κενά για να παραχώσει ακόμα κάτι πέρα από την ιστορία. Και καταφεύγει σε ένα άλλο σώμα τελικά. Η ευφυΐα της Λισπέκτορ αποτυπώνεται στην απλότητα του σύνθετου, παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα βατό, μεταμοντέρνο και δείγμα υψηλής λογοτεχνίας ταυτόχρονα.

Στιγμή δεν σταμάτησα κατά την ανάγνωση να σκέφτομαι την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, περισσότερο την Περίπτωση Φράντσα, εκείνη η αίσθηση προσχέδιου, αποσπασματικού και θραυσματικού λόγου, για μένα ο ορισμός της βασανισμένης φράσης: γυναικεία γραφή. Συγγένειες που δημιουργεί το μυαλό, καμιά φορά ακόμα και αυθαίρετα, οδηγημένο από το ένστικτο.

Η επέμβαση ενός καλλιτέχνη πάνω σε μια παιδική ζωγραφιά. Αυτό σημείωσα όταν τελείωσα την δεύτερη ανάγνωση.

Μετάφραση Μάριος Χατζηπροκοπίου
Εκδόσεις Αντίποδες



    

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Νυκτόβια πλάσματα (2016)





Πριν από επτά χρόνια, το 2009 δηλαδή, ο Τομ Φορντ αφήνει για λίγο τις επιδείξεις μόδας και σκηνοθετεί, βασισμένος στο βιβλίο του Κρίστοφερ Ίσεργουντ, το Ένας άντρας μόνος. Την ταινία, για λόγους άσχετους με το περιεχόμενο και την αξία της, συνοδεύει ένα hype, το οποίο λίγο έλειψε να με αποτρέψει να τη δω. Στην πραγματικότηα άργησα και έχασα την προβολή στις αίθουσες ο χαζός, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, όταν δηλαδή είδα την ταινία κάποιο βράδυ, και συγκλονίστηκα, όχι τόσο εκείνη τη στιγμή, όσο αργότερα, με αριθμητική πρόοδο, καθώς οι μέρες περνούσαν, ακόμα και σήμερα, επτά χρόνια μετά, το Ένας άντρας μόνος είναι μια από τις ταινίες που αναλογίζομαι συχνά, την ατμόσφαιρά της κυρίως, λαχταρώντας την αίσθηση εκείνου του βραδιού, και αποφεύγοντας -μάλλον υποσυνείδητα- να τη δω ξανά, αν και μια κινηματογραφική προβολή θα ήταν κάτι το φανταστικό.

Σε μια βιομηχανία, όπως αυτή του θεάματος, που οι ταχύτητες δημιουργίας και παραγωγής είναι ιλιγγιώδεις, περιπτώσεις σαν του Φορντ τραβούν, αναποφεύκτα, το ενδιαφέρον, και εμένα προσωπικά με προκαταβάλλουν θετικά, καθώς μου δημιουργούν την αίσθηση ενός δημιουργού που αποφασίζει να μιλήσει όταν όντως έχει κάτι να πει και όχι όταν πρέπει κάτι να πει. Ο Φορντ αποφάσισε να σκηνοθετήσει τη δεύτερη ταινία του επτά χρόνια μετά.

Η αλήθεια είναι ότι αμφιταλαντεύτηκα, έτσι πέρασε η πρώτη βδομάδα της ταινίας στις αίθουσες. Η επιθυμία μου να παρακολουθήσω το δεύτερο σκηνοθετικό βήμα τού Φορντ προσέκρουε σε αυτή τη διάσταση αγωνίας που έμοιαζε να έχει η ταινία, και τέτοιες ταινίες τις αποφεύγω. Έψαξα να βρω τις αίθουσες στις οποίες παιζόταν, ο Μικρόκοσμος είναι από τα αγαπημένα μου σινεμά και είχα καιρό να πάω. Ο κύβος ερρίφθη.

Η εναρκτήρια σεκάνς είναι εντυπωσιακή, στυλιζαρισμένη, ατμοσφαιρική και άκρως υποβλητική. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της ταινίας αναγνωρίζει κανείς την αισθητική του σκηνοθέτη, παρούσα και ευδιάκριτη. Ο Φορντ μαγνήτισε το βλέμμα μας, μας καθήλωσε εξαρχής, κι εμείς υποταχθήκαμε αυτοβούλως και μετά χαράς.

Η Σούζαν λαμβάνει ένα παράξενο πακέτο. Ο πρώην άντρας της, δεκαεννέα χρόνια μετά το διαζύγιό τους, αποφασίζει να της στείλει το αντίγραφο του τελευταίου του μυθιστορήματος, με τίτλο Νυκτόβια πλάσματα, πριν κυκλοφορήσει, το οποίο είναι αφιερωμένο σε εκείνη. Με έναν γάμο σε κρίση και έντονες αϋπνίες να τη βασανίζουν, η Σούζαν θα δώσει στο προσωπικό της έπαυλης ρεπό ολόκληρο το σαββατοκύριακο, ελπίζοντας αρχικά να περάσει κάποιες στιγμές προσωπικές με τον άντρα της, ο οποίος όμως πρέπει πάλι να απουσιάσει για κάποια δουλειά, και εκείνη αρχίζει να διαβάζει το βιβλίο. 

Μια ιστορία μέσα στην ιστορία, η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, δύο ιστορίες παράλληλες, σε αντίστιξη, από τη μία οι έντονοι ρυθμοί θρίλερ του βιβλίου, με την καταιγιστική δράση και την αγωνία να χτυπάει κόκκινο, από την άλλη, η μοναχική ανάγνωση της Σούζαν, με την αίσθηση αϋπνίας και κόπωσης να επικρατεί, ένα ταξίδι μνήμης για να διαπιστώσει πώς βρέθηκε εκεί.

Δεν νομίζω πως υπάρχει κατηγορία στην οποία να υστερεί η ταινία, βέβαια, υπερτερεί το στυλ, αποτυπωμένο σε κάθε πτυχή, η σκηνοθετική υπογραφή φαρδιά πλατιά, η τελική έγκριση του Φόρντ σε κάθε ελάχιστη λεπτομέρεια μοιάζει δεδομένη, η πρόθεσή του να αποτυπώσει στη μνήμη των θεατών και αυτή την ταινία του, μέχρι την επόμενη, ποιος ξέρει πότε. Τα Νυκτόβια πλάσματα είναι από τις ταινίες εκείνες -τα δημιουργήματα γενικότερα- για τα οποία νομίζω πως δικαίως υπάρχει και χρησιμοποιείται το ρήμα στοιχειώνω.

Σκέφτομαι, καμιά φορά, πως η αναφορά στις αναφορές κάποιου δημιουργού μπορεί στα μάτια ενός τρίτου να μειώνει την αξία του έργου του, είναι βλέπετε αυτή η κενόδοξη διάθεση για πρωτοτυπία και παρθενογένεση. Οι αναφορές στα έργα του Ντέιβιντ Λιντς είναι ευδιάκριτες μα ταυτόχρονα τόσο αφομοιωμένες από τον Φορντ.

Και κάτι τελευταίο: η χρήση των κλισέ μού προκαλεί όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον με το πέρασμα των χρόνων, σε σημείο που να με γοητεύει.
 

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Το κρύο




Εκτιμώ το κρύο για τη σιωπή που επιβάλλει. Δεν είναι μόνο που οι άνθρωποι μένουν στα σπίτια τους, αποφεύγοντας, συχνά καθ' υπόδειξη, τις άσκοπες μετακινήσεις, είναι κυρίως που δεν μπορούν ν' ανοίξουν το στόμα τους και να φωνάξουν, γιατί κρυώνουν, και έτσι, απλώς ψιθυρίζουν τα πιο σημαντικά ή βρίσκουν την ευκαιρία να μην λένε τίποτα. Αυτή τη συνήθεια, που την επιβάλλει ο φόβος του κρύου, τη διατηρούν οι άνθρωποι, συνήθως, και σε κλειστούς χώρους, όπως στο οδοντιατρείο, στην τράπεζα, στο ταχυδρομείο ή στο μετρό, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχουν μεσολαβήσει κάποια χρόνια γάμου μεταξύ τους. Αφαιρώντας λίγη ένταση και λίγο θόρυβο από την κάθε μία ελάχιστη πηγή ήχου αθροίζεται μια σεβαστή ποσότητα σιωπής τελικά. Σιωπή αστική, την αποκαλεί μία φίλη, ένα φίλτρο που απορροφά τον περιττό θόρυβο, έτσι περιγράφει εκείνη το κρύο. Και πιστέψτε με, η φίλη μου κρυώνει πολύ, περισσότερο απ' όσο παραπονιέται. Η αλήθεια είναι πως δεν παραπονιέται καθόλου. Αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά, να παραπονιέται δηλαδή περισσότερο αυτός που υποφέρει λιγότερο. Όταν κάνει κρύο, είναι περισσότεροι εκείνοι οι άνθρωποι που κοιτάζουν έξω απ' το παράθυρο, κάτι το οποίο αποτελεί μια όμορφη εικόνα· εξαρτάται, βέβαια, τι κοιτάζουν ή τι σκέπτονται όταν κοιτάζουν ό,τι κοιτάζουν· ως καρέ όμως δεν παύει να είναι όμορφο, όπως κι αν έχει.

Σήμερα κάνει κρύο και η γειτονιά είναι ήσυχη, πιο ήσυχη απ' όσο είναι συνήθως, γιατί η γειτονιά είναι συνήθως ήσυχη, πιο ήσυχη απ' όσο κατηγορείται. Και κατηγορείται πολύ, και άδικα. Ισχύει, μάλλον, εκείνο που λένε για το μάτι και το όνομα, ή -άλλοι ισχυρίζονται- εκείνο το άλλο με την αλεπού. Όταν επικρατεί τόση ησυχία, βέβαια, ακούγεται πιο ευδιάκριτα η φωνή του γείτονα που όλο βρίζει, πάντα κάποιος του φταίει, αλλά ακόμα και εκείνος, ο γείτονας που όλο βρίζει, δεν αντέχει πολύ, κλείνει πίσω του τη μπαλκονόπορτα καθώς μπαίνει πάλι στο σπίτι. Ο γείτονας που όλο βρίζει είναι σίγουρα πιο ενοχλητικός από το ζευγάρι στον δεύτερο που κάνει έρωτα με ανοιχτά τα παράθυρα, όταν ο καιρός το επιτρέπει. Εγώ μένω στον τέταρτο και αντιλαμβάνομαι μόνο τις κορυφώσεις του ζευγαριού, αντίθετα τον γείτονα που όλο βρίζει τον ακούω καθαρά, μάλιστα, μερικές φορές, καταφέρνει να καλύψει τις κορυφώσεις του ζευγαριού. Όταν κάνει κρύο μοιάζει συχνά με Κυριακή, ίσως όμως να πρόκειται για μια προσωπική εμμονή.

Σήμερα είναι Δευτέρα, κάνει κρύο και η γειτονιά είναι ήσυχη. Μια κοπέλα διασχίζει τον δρόμο. 

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Τα κορίτσια - Emma Cline



Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα εξαιτίας του γέλιου, και συνέχισα να κοιτάζω εξαιτίας των κοριτσιών.
Πρώτα πρόσεξα τα μαλλιά τους, μακριά και αχτένιστα. Μετά τα μπιχλιμπίδια τους που άρπαζαν τον ήλιο. Τρεις ήταν, και αρκετά μακριά ώστε να μην μπορώ να διακρίνω παρά το περίγραμμα των χαρακτηριστικών τους, αλλά δεν είχε σημασία -ήξερα ότι ήταν διαφορετικές απ' οποιονδήποτε άλλο στο πάρκο.
Η λάμψη του διαφορετικού, στον ωκεανό της ομοιομορφίας των πλούσιων προαστίων, είναι ικανή να θαμπώσει το βλέμμα, που υποσυνείδητα την αναζητούσε στα κοριτσίστικα περιοδικά, κάτω από τα σκεπάσματα και στα αποτυχημένα πάρτυ, στο ξύπνημα της σεξουαλικότητας. Η Ίβι, με την τότε κολλητή της, όχι ιδιαίτερα δημοφιλής, για να το θέσουμε με τακτ, ένιωθε κάπως άβολα στο περιβάλλον, χωρίς απαραίτητα να έχει εξήγηση για το συναίσθημα αυτό, γύρευε σε μέρη ετερόκλητα, μα πλήρως ελεγχόμενα, το διαφορετικό· και το βρήκε στο πάρκο, μόλις κοίταξε τα κορίτσια.

Χρόνια μετά, φιλοξενούμενη στο σπίτι ενός φίλου, θα συναντήσει τον γιο του και τη φίλη του. Ο νεαρός, μόλις συνειδητοποίησε πως επρόκειτο για την Ίβι, για την οποία τόσα και τόσα είχε ακούσει από τον πατέρα του, είπε ενθουσιασμένος στην κοπελιά του: ήταν σε εκείνη τη σέκτα! Και κάπως έτσι αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι της αφήγησης.

Μια παρένθεση πριν απ' οτιδήποτε άλλο: το παρελθόν έχει λάμψη είτε για όσους το έζησαν αλλά έχουν ασθενή μνήμη, είτε για εκείνους που δεν ήταν εκεί. Για την Ίβι δεν έχει λάμψη άλλη εκτός από εκείνη του κεραυνού.

Τότε δεν θα της περνούσε ποτέ από το μυαλό η λέξη σέκτα, ούτε καν μετά το αποτρόπαιο έγκλημα, τότε ήταν κάτι το διαφορετικό, άνθρωποι που ζούσαν με άλλους όρους, αντιμετωπίζοντας το σώμα και το πνεύμα τους με ελευθερία και άρνηση καλουπώματος. Ο Ράσελ, αρχηγός του κοινόβιου, με το χάρισμα της γοητείας, η Σούζαν με τον μαγνητισμό που ασκούσε στην Ίβι, αλλά και οι υπόλοιποι, ξαναζωντανεύουν στη μνήμη της καθώς διηγείται, πότε στους δύο νεαρούς και πότε στον εαυτό της, την παλιά εκείνη ιστορία. Και αν και εκείνη γλίτωσε από κάθε συνέπεια του νόμου, αφού ποτέ δεν ταυτοποιήθηκε ως μέλος της ομάδας από τις αρχές, εντούτοις τα τραύματα της εμπειρίας ελάχιστα επουλώθηκαν από τη μνήμη.

Γιατί άραγε η Έμα Κλάιν, γεννημένη το 1989, ενδιαφέρεται να διηγηθεί μια ιστορία παλιά; Ίσως γιατί το σκοτάδι που άφηνε μέσα της η λάμψη των διηγήσεων στάθηκε ικανό να τη στοιχειώσει. Ίσως και όχι.

Αν και γενικά απόλαυσα το μυθιστόρημα αυτό, υπήρχε κάτι που με ενοχλούσε διαρκώς, σαν ένα μικρό πετραδάκι στο παπούτσι, το οποίο δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς ήταν· ίσως μία επιτήδευση στην αφήγηση, ίσως και όχι.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Έφη Τσιρώνη
Εκδόσεις Ψυχογιός 
  

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Paterson (2016)





Το βράδυ που θα ερχόταν η παγωνιά, η καινούρια ταινία του Τζάρμους, η ουρά για τα εισιτήρια, το κατάμεστο ΑΣΤΥ.

Ο Πάτερσον ζει στο Πάτερσον και οδηγεί το λεωφορείο που πραγματοποιεί τη γραμμή Πάτερσον. Ζει με την ιδιαίτερη κοπέλα του και τον σκύλο της. Κάθε πρωί ξυπνάει από μόνος του κάπου ανάμεσα στις έξι και δέκα και στις έξι και μισή, φιλάει την Λάουρα, που θα συνεχίσει να κοιμάται, τρώει το πρωινό του, που είναι πάντα το ίδιο φλιτζάνι με γάλα και δημητριακά, παίρνει το μεσημεριανό του φαγητό στο μεταλλικό βαλιτσάκι του και πηγαίνει στον σταθμό των λεωφορείων με τα πόδια. Λίγο πριν αρχίσει η βάρδιά του γράφει ποιήματα στο σημειωματάριο του, κάτι που συνεχίζει και στο μεσημεριανό διάλειμμα με θέα τους καταρράκτες του Πάτερσον, και ίσως γυρίζοντας από τη δουλειά στο μικρό, γεμάτο από βιβλία, δωμάτιο γραφείο του. Το βράδυ βγάζει βόλτα τον σκύλο και πίνει μια μπύρα στο μπαρ. Αυτή είναι η ζωή του Πάτερσον, και εκείνος είναι ευχαριστημένος με τη ζωή αυτή.

Ο Τζάρμους ξέρει πώς να διηγηθεί μια απλή ιστορία χωρίς επιτήδευση, να προκαλέσει ομαλά και αβίαστα τη συγκίνηση και το γέλιο, να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα αξέχαστο χωρίς να διαθέτει καμία αρετή υπερήρωα. Σενάριο δουλεμένο στη λεπτομέρεια, με τα απαραίτητα ευρήματα να το υποστηρίζουν. Ίσως ο πλέον Ευρωπαίος Αμερικανός σκηνοθέτης.

Έλλειψη επιτήδευσης. Η έμμονη σκέψη που αναδύθηκε κατά τη διάρκεια της ταινίας και παρέμεινε στην επιφάνεια και τις επόμενες μέρες. Η ποίηση του Πάτερσον και η κινηματογράφηση του Τζάρμους.

Άργησα, αλλά κατάλαβα, άπαξ και δια παντός, τι είναι εκείνο που κυρίως με ενοχλεί στην ποίηση -όπως αυτή ετεροπροσδιορίζεται: η επιτήδευση. Η αναζήτηση της δύσκολης λέξης, του δυσνόητου εντυπωσιασμού· έτσι δημιουργείται η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και τον αναγνώστη. Και προφανώς αυτό εφαρμόζεται και στις υπόλοιπες μορφές έκφρασης. Η δυσκοιλιότητα στο απλό, η επικράτηση του δήθεν σύνθετου και τελικώς κενού νοήματος, αποτελεί μία μάστιγα. Όχι τη μόνη.

Ήπιων τόνων και έντονης ειλικρίνειας, έτσι θα χαρακτήριζα -επιστρέφοντας στο Paterson- με πέντε λέξεις την τελευταία ταινία του Τζάρμους, με έναν στοχασμό ψιθυριστό και ευδιάκριτο, θα συμπλήρωνα. Μια ωραία ταινία, ίσως να φτάνει μόνο αυτό.

Έξω από την αίθουσα απλώς χιονόνερο, τίποτα παραπάνω. Παρασκευή βράδυ στο κέντρο της πόλης. 

Ή μήπως θα προτιμούσες να είσαι ψάρι;      

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η γυναίκα που περίμενε - Andreï Makine





Μια γυναίκα τόσο δυνατά προορισμένη για την ευτυχία -για μια ευτυχία, έστω, τελείως σωματική· ναι, μια κοινότοπη σαρκική ευχαρίστηση- που επέλεξε, αμέριμνα θα 'λεγε κανείς, την μοναξιά, την πίστη σ' έναν απόντα, την άρνηση να αγαπήσει...
Η στέρεη εικόνα που συνθέτουμε για τον άλλον, καθορισμένη από τις προσλαμβάνουσες, τις απόψεις και τις εμπειρίες μας, υποβοηθούμενη πάντα από τη δεδομένη απόσταση και την άγνοια. Και αυτό μας απωθεί και μας έλκει, κάποιες φορές ταυτόχρονα. Παράξενο. Και ύστερα, όταν οι δικές μας βεβαιότητες έχουν πια καταρρεύσει, έρχεται αναπόφευκτα η απομάγευση.

Όταν ο νεαρός αφηγητής βρέθηκε στην απομακρυσμένη και ξεχασμένη Σιβηρία, ερχόμενος από την πόλη με τους τίτλους των σπουδών του να τον συνοδεύουν, με τη δεδομένη αντιπάθεια για το καθεστώς και την αγάπη για ό,τι δυτικό, με σκοπό την έρευνα των τοπικών ηθών και εθίμων, γνώρισε τη Βέρα· πρώτα του μίλησαν για τη Βέρα, τη γυναίκα, λίγο μετά τα σαράντα, που είδε τον πρώτο της έρωτα να φεύγει για το μέτωπο στο τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, και έδωσε μια υπόσχεση, να τον περιμένει να γυρίσει, και όχι μόνο δεν γύρισε εκείνος αλλά ούτε και υπήρξε κάποια επίσημη ενημέρωση για το τι απέγινε, και εκείνη έμεινε πιστή στην υπόσχεσή της, να τον περιμένει, και έγινε σχεδόν περίγελος, αντικείμενο ζήλιας όπως όλοι όσοι μένουν πιστοί σε μια απόφασή τους, σε ένα χωριό που ο μέσος όρος ηλικίας είναι μεγάλος, που μία μία οι ηλικιωμένες χήρες πεθαίνουν, εκείνη έχει αναλάβει να τις φροντίζει και να υλοποιεί τις τελευταίες τους επιθυμίες, γι' αυτή τη Βέρα τού μίλησαν, και εκείνος μόλις την είδε κατέγραψε τη βεβαιότητά του στο σημειωματάριο του.

Ο Μακίν είναι από εκείνες τις περιπτώσεις συγγραφέων, που η ανάγνωση του βιογραφικού τους είναι σημαντική για την προσέγγιση του έργου τους· ένας Ρώσος εμιγκρές στη Γαλλία, που ποτέ δεν επέστρεψε πίσω στον τόπο του, γίνεται συγγραφέας και γράφει στα γαλλικά, αν και αρχικά, αδυνατώντας να εξασφαλίσει εκδότη, επέλεξε να παίξει το χαρτί του Ρώσου συγγραφέα, ισχυριζόμενος πως τα κείμενά του, αν και γραμμένα στα γαλλικά, ήταν μεταφράσεις από τα ρωσικά, και έτσι να βρει επιτέλους τον δρόμο προς την έκδοση, πάντα είναι πιο εξωτικός ένας μεταφρασμένος συγγραφέας από έναν ακόμα που επιχειρεί να γράψει  στη μητρική μας, ισχύει και αλλού εκτός από τη μικρή μας χώρα αυτή η ξενομανία. Ο Μακίν πατάει, λοιπόν, αναπόφευκτα σε δύο πραγματικότητες, και αυτό γίνεται εμφανές στο μυθιστόρημά του, παρότι πουθενά δεν γίνεται αναφορά στη Γαλλία.

Και ενώ το βιβλίο αυτό θα μπορούσε άνετα να πάρει τον εύκολο και κακό δρόμο που οδηγεί σε μια ακόμα γλυκανάλατη ερωτική ιστορία, μια ακόμα καταδίκη του υπαρκτού σοσιαλισμού, μια ακόμα αδιάφορη τελικά ιστορία, ο Μακίν καταφέρνει να ακροβατήσει στο όριο και να παραδώσει ένα γλυκό μυθιστόρημα, που σίγουρα δεν αλλάζει τον ρου της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά αποτελεί μια τίμια και ειλικρινή προσπάθεια, δικαιωμένη εκ του αποτελέσματος, στον δρόμο που -για μένα- πρωτοπόρος είναι ακόμα ένας υιοθετημένος Γάλλος, ο Μίλαν Κούντερα.

Τον Μακίν δεν τον γνώριζα, και ήρθε η κυκλοφορία ενός ακόμα μυθιστορήματός του στα ελληνικά (Η ζωή ενός άγνωστου άντρα, μτφρ. Αγγελική Σιγούρου, εκδόσεις Καστανιώτη) για να αποτελέσει την αφορμή για συζήτηση με μια αναγνώστρια που εκτιμώ πολύ, και μετά η τυχαία ανακάλυψη αυτού του μυθιστορήματός του, κατά τι παλαιότερου και δυσεύρετου μάλλον πλέον, για να γίνει η αρχή μιας γνωριμίας που προβλέπεται να έχει μέλλον.


Μετάφραση Μαρία Κράλλη
Εκδόσεις Ηλέκτρα

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ανασκόπηση 2016






Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες καταφεύγω στην ανασκόπηση για να διαπιστώσω την πρόοδο, την εξέλιξη, να υψώσω μια ασπίδα απέναντι στη ματαιότητα, μια ασπίδα ίσως μάταιη, αλλά ασπίδα τελικά. Και κάθε χρόνο καταλήγω στο ίδιο πρώτο συμπέρασμα, που αυτόματα μετατρέπεται σε στόχο για την επόμενη χρονιά, για να καταλήξει συμπέρασμα στο τέλος της και να επαναπροσδιοριστεί ως στόχος, για ακόμα μια χρονιά -είναι η πέμπτη ή έκτη φορά νομίζω- και το συμπέρασμα/στόχος ήταν και είναι πως θα έπρεπε/ήθελα να αναρτώ δημόσια ή ιδιωτικά περισσότερα σχετικά με ταινίες, παραστάσεις και μουσικές, γιατί στο τέλος η πλάστιγγα μοιάζει κάπως να γέρνει αποκλειστικά στα βιβλία, γεγονός αναληθές μεν, μα λόγω της αδυναμίας της μνήμης, δύσκολα διαχειρίσιμο και αποδείξιμο. Οπότε έχουμε στόχο: σημειώσεις δημόσιες ή ιδιωτικές για ταινίες, παραστάσεις και μουσικές.

Ω, οι λίστες! Ω, οι λίστες! Τις αγαπώ και τις μισώ, τις μισώ και τις αγαπώ. Από τον Νοέμβρη κιόλας κάνουν την εμφάνισή τους τα καλύτερα της χρονιάς. Ω! Λίστες τεράστιες με πλήθος υποκατηγοριών για όλα τα γούστα, πωλητών και αγοραστών. Λίστες από τις οποίες λείπει ένα ρήμα βασικό, το ρήμα διαβάζω, σε πρώτο ενικό (ή έστω πληθυντικό της ευγενείας) και χρόνο παρελθοντικό, και αφού λείπει ο συντάκτης δεν λέει ψέματα. π.χ. Τα δύο χιλιάδες δεκαεννέα βιβλία της χρονιάς· δεν υπάρχει ψέμα και αναλήθεια, είναι δύο χιλιάδες δεκαεννέα βιβλία, όχι; Σταματώ πάραυτα όμως την γκρίνια, όχι λόγω των ημερών τόσο, όσο γιατί δεν ανακάλυψα την Αμερική.

Ω, οι λίστες! Ω, οι λίστες! Πόσα μαθαίνουμε από τις λίστες, πόσα ανακαλύπτουμε ότι μας διέφυγαν, βιβλία που κάποιοι άλλοι διάβασαν και συγκλονίστηκαν. Οι λίστες μάς τιθασσεύουν το Εγώ, μας υπενθυμίζουν ότι χρειαζόμαστε και τους άλλους, ακόμα και για κάτι τόσο προσωπικό όσο η ανάγνωση, οι λίστες αναδεικνύουν και τις υπέροχες συγγένειες, τους κοινούς τόπους, που διαβήκαμε εν αγνοία μας, αλλά και τις διαφορές, που και πάλι έμειναν αγεφύρωτες..  

Επιστρέφω στην ανασκόπηση πριν από τη λίστα, εκείνη είναι άλλωστε η αόρατη βάση του παγόβουνου. Φέτος έκανα ένα πείραμα, δοκίμασα να φτιάξω μια λίστα χωρίς να καταφύγω στα αρχεία του ιστολογίου, σημείωσα τα βιβλία σε ένα χαρτί, δεν έβαλα περιορισμό αριθμητικό αρχικά, στην πορεία κάποια τα διέγραψα και κάποια άλλα τα υπογράμμισα, δύο και τρεις φορές. Μετά μισή ώρα περίπου είχα μια λίστα. Δεν έχει σημασία και αξία να τη φανερώσω. Εκείνο που έχει σημασία είναι κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά της λίστας αυτής, που, επαναλαμβάνω, συντάχθηκε στηριζόμενη αποκλειστικά στη μνήμη, και τα χαρακτηριστικά αυτά αποκαλύφθηκαν όταν άρχισα να ψαχουλεύω στα αρχεία του ιστολογίου. Χαρακτηριστικό πρώτο: η χρονικά άνιση κατανομή· δηλαδή μεγαλύτερη συγκέντρωση των χρονικά πιο πρόσφατων βιβλίων που διάβασα. Λογικό. Χαρακτηριστικό δεύτερο: η συναισθηματική κατάσταση κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Για να φτιάξει κανείς μια λίστα πρέπει να αποκλείσει κάποια βιβλία, μελετώντας, λοιπόν, μία μία τις αναρτήσεις συνειδητοποίησα πως η μνήμη πέταξε έξω σημαντικά και σπουδαία βιβλία για χάρη άλλων, σαφώς πιο αδύναμων, τα οποία όμως διαβάστηκαν σε κρίσιμες περιόδους και συσχετίστηκαν άπαξ και δια παντός με πρόσωπα και καταστάσεις. Λογικό επίσης.

Για παράδειγμα, και αποκαλύπτοντας λίγο τα χαρτιά μου, στην πρώτη λίστα, εκείνη της μνήμης, ένα από τα πρώτα βιβλία που σημειώθηκαν ήταν Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων του Faber, βιβλίο που στη δεύτερη λίστα δεν υπάρχει. Η πρώτη λίστα έχει την ατέλεια της μνήμης, έχει όμως το συναίσθημα ανόθευτο από τη συγκριτική σκέψη. Η δεύτερη λίστα έχει κάτι αντικειμενικό, η διαδικασία σύνταξής της για την ακρίβεια. Και αυτό το αντικειμενικό, αφού πρώτα το λοιδορήσει κανείς, έρχεται να φωτίσει το συναισθηματικό: η χρονιά ξεκίνησε και τελείωσε με ανάγνωση πολυσέλιδων μυθιστορημάτων, από την Πόλη στις Φλόγες και την Καρδερίνα έως τη Λίγη Ζωή και την Αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, και αυτό δείχνει κάτι, κάτι που μπορεί να φανεί χρήσιμο ως πυξίδα, μπορεί και όχι. Επίσης, η δεύτερη λίστα με οδήγησε σε κενά στα ράφια της βιβλιοθήκης: έχω δανείσει αρκετά από αυτά. Φέτος δάνεισα περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, κάθε χρονιά και πιο εύκολα, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς φόβους και διάθεση προάσπισης περιουσίας, αλλά και πόσα βιβλία δανείστηκα παράλληλα, βιβλία εξαντλημένα και υπέροχα, και ναι, είναι ωραίο να κλείνει ένα κείμενο ανασκόπησης με έναν στόχο που πραγματοποιήθηκε!

Και το ερώτημα που μοιάζει να μένει αναπάντητο: η λίστα σου, No14U;