Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

συνέδριο λογοτεχνίας - César Aira





Για να γίνω κατανοητός σε όσα ακολουθούν, θα αναγκαστώ να είμαι σαφής και λεπτομερής, έστω και σε βάρος της λογοτεχνικής καλλιέπειας. Αλλά με φειδώ στις λεπτομέρειες, διότι η συσσώρευσή τους μπορεί να θαμπώσει τη σύλληψη του συνόλου. Επιπλέον, όπως είπα ήδη, πρέπει να επαγρυπνώ για την έκταση του κειμένου. Εν μέρει λόγω της απαίτησης για σαφήνεια (με τρομάζουν οι ποιητικές ομίχλες), εν μέρει λόγω μιας φυσικής τάσης που έχω για την τακτοποιημένη παράθεση του υλικού, νομίζω ότι το καταλληλότερο είναι να επιστρέψω στην αρχή.
Ο Θέσαρ Άιρα γνωστός συγγραφέας, αν και τα τελευταία χρόνια αναγκάζεται να βιοπορίζεται από τη μετάφραση, επάγγελμα που περνάει -μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη- κρίση, πηγαίνει στη Βενεζουέλα για ένα λογοτεχνικό συνέδριο. Στον δρόμο για τις Άνδεις κάνει μια στάση σε ένα παραθαλάσσιο μέρος, το Μακούτο, γνωστό κυρίως για το περίφημο "Νήμα του Μακούτο", μια ανθρώπινη κατασκευή αιώνων, έναν γρίφο που ο θρύλος λέει ότι οδηγεί σε έναν θησαυρό αμύθητης αξίας. Και αν ο φαινομενικός σκοπός της παρουσίας του στο συνέδριο είναι η λογοτεχνία, ο πραγματικός είναι να καταφέρει να πάρει δείγμα γενετικού υλικού από τον Κάρλος Φουέντες, εκείνον που πιστεύει πως αποτελεί ιδανικό πρότυπο για να εφαρμόσει την κλωνοποίηση, στοχεύοντας να κατακτήσει τον κόσμο.

Αυτά, μαζί με άλλα, λαμβάνουν χώρα στην, ούτε εκατό σελίδων, νουβέλα Συνέδριο Λογοτεχνίας, του Αργεντινού συγγραφέα Άιρα, του οποίου η φαντασία και η αφηγηματική άνεση εντυπωσιάζουν. Κάθε φορά που διαβάζω κάτι δικό του σκέφτομαι πως ένας από τους βασικούς, ανάμεσα σε άλλους, λόγους που ο Άιρα γράφει, και μάλιστα σε τέτοιους φρενήρεις ρυθμούς, είναι η ανάγκη του να ψυχαγωγήσει τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και να τον εκπλήξει λαμβάνοντας ευφάνταστες αποφάσεις για την εξέλιξη της ιστορίας, με διαρκείς ανατροπές και φλερτάροντας με την υπερβολή, σαν μια επιτυχημένη παρτίδα σκάκι με τον ίδιο του τον εαυτό, το αποτέλεσμα της οποίας παραμένει ανοιχτό σε κάθε προγνωστικό μέχρι την τελευταία κίνηση. Ο τρόπος που γράφει ο Άιρα έχει κάτι το παιδικό: παίρνει στα σοβαρά το παιχνίδι.

Συγγραφέας του οποίου τα έργα βρίσκονται στην οριακή γραμμή ανάμεσα στο τέχνημα και τη λογοτεχνία, ασκήσεις ύφους ή μικρά κομψοτεχνήματα, ίσως απλώς η ανάγκη ενός μυαλού να αποτυπώσει στο χαρτί τις ιστορίες που διαρκώς γεννά. Και αν τον αρχικό ενθουσιασμό των πρώτων σελίδων ακολουθεί ο προβληματισμός της συνέχειας, πρέπει να γίνει αναφορά στον ελάχιστο εκείνο σπόρο, που, ακολούθως, και σε ανύποπτο χρόνο, κάνει τον αναγνώστη να αναπολεί την ανάγνωση εκείνου ή του άλλου δικού του βιβλίου, να νιώθει ότι του λείπει αυτή η τρέλα, αυτό το εγκεφαλικό πάθος, αυτή η αντίστιξη, και να επιθυμεί να επιστρέψει ξανά σε κάποια ιστορία του Άιρα.

Χρόνια μετά το Βάραμο και το Οι νύχτες στο Φλόρες, ακόμα ένα βιβλίο του Άιρα, του οποίου το όνομα όλο και αναφέρεται στις λίστες με τους πιθανούς νικητές του βραβείου Νόμπελ, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις νεότευκτες εκδόσεις angelus novus.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις angelus novus

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Ιδού οι ονειροπόλοι - Imbolo Mbue





Δεν του είχε ζητηθεί ποτέ να φορέσει κοστούμι σε συνέντευξη για δουλειά. Ποτέ δεν του είχαν πει να έχει μαζί του ένα αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος. Δεν είχε καν βιογραφικό μέχρι πριν από μία βδομάδα, που πήγε στη βιβλιοθήκη στη διασταύρωση της 34ης Οδού με τη Λεωφόρο του Μάντισον και ένας εθελοντής σύμβουλος επαγγελματικής σταδιοδρομίας τού το συνέταξε, παρουσιάζοντας λεπτομερώς το επαγγελματικό του ιστορικό, ώστε να δίνει την εντύπωση πως επρόκειτο για ένα άτομο με πολλές δεξιότητες: υπήρξε αγρότης, υπεύθυνος για το όργωμα της γης και την παραγωγή καλής σοδειάς· οδοκαθαριστής, υπεύθυνος για την όμορφη και άψογη όψη της πόλης του Λίμπε· λαντζιέρης σε εστιατόριο του Μανχάταν, υπεύθυνος για την καθαριότητα των πιάτων των πελατών και την απαλλαγή τους από τα μικρόβια· οδηγός ταξί στο Μπρονξ, υπεύθυνος για την ασφαλή μεταφορά των επιβατών σε διάφορα μέρη. Δεν είχε χρειαστεί ποτέ να ανησυχήσει για το αν διέθετε την απαιτούμενη πείρα, για το αν τα αγγλικά του ήταν ικανοποιητικά, για το αν θα κατόρθωνε να προβληθεί ως αρκετά έξυπνος.

Εκείνη η μέρα όμως δεν έμοιαζε με καμία από τις προηγούμενες, ούτε και με τις επόμενες, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων· τη μέρα εκείνη ο Γιέντε Γιόνγκα παρουσιάστηκε στο γραφείο του Κλαρκ Έντουαρντς, ανώτερου διευθυντικού στελέχους της Lehman Brothers, για να περάσει από συνέντευξη για τη θέση του σοφέρ. Όταν, λίγες μέρες αργότερα, ο Κλαρκ Έντουαρντς του τηλεφώνησε για να του ανακοινώσει πως εκείνος ήταν ο εκλεκτός για τη θέση, ο Γιέντε πίστεψε -και πώς να μην το πίστευε;- πως η ζωή του άλλαξε, πως η ζωή εκείνου και της οικογένειάς του για την ακρίβεια άλλαξε, επιτέλους θα μπορούσε να ονειρεύεται με μεγαλύτερη αισιοδοξία, και όχι αδικαιολόγητα, το μέλλον.

Η Αμερική, ο τόπος όπου ο καθένας μπορεί να έχει την ευκαιρία του, εκεί όπου οι κόποι και η επιμονή, αργά ή γρήγορα, επιβραβεύονται, σε αντίθεση με το Καμερούν, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Γιέντε, όπου καθένας έχει μια προδιαγεγραμμένη μοίρα, οι πλούσιοι εκείνη των πλουσίων και οι φτωχοί εκείνη των φτωχών. Το πρώτο βήμα ήταν το εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη που του έβγαλε ο ξάδελφός του. Το δεύτερο πραγματοποιήθηκε όταν η γυναίκα του και ο γιος του κατάφεραν να πάνε κι εκείνοι εκεί. Το τρίτο τώρα με τη δουλειά ως σοφέρ του Κλαρκ Έντουαρντς, δουλειά με κύρος και έναν μισθό που ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί.

Η γεννημένη στο Λίμπε του Καμερούν, Impolo Mbue, αποφασίζει να διηγηθεί μια γνώριμη σε εκείνη ιστορία, όχι απαραίτητα αυτοβιογραφική, αλλά σίγουρα οικεία, από διηγήσεις και από προσωπική εμπειρία, όντας και η ίδια μετανάστρια στην Αμερική, μια ιστορία της οποίας τα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά τα γνωρίζει πολύ καλά, μια ιστορία της οποίας τα όνειρα και τις απογοητεύσεις μπορεί να προσαρμόσει με ρεαλισμό στους ήρωες της δικής της ιστορίας. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αποφεύγει να υψώσει τον συναισθηματικό τόνο της αφήγησης, ακόμα και στις κορυφώσεις της ιστορίας, ακόμα και στις στιγμές που όλα αρχίζουν να καταρρέουν, γιατί οι ήρωες της ιστορίας της διαθέτουν μια αρετή, τη στωικότητα και την ηθική που απορρέει απ' αυτήν, η οποία, θα έλεγε κανείς πως, αναλογεί σε υπερήρωα, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στην προνομιούχα πλευρά του πλανήτη τις τελευταίες δεκαετίες, εκεί όπου η θυματοποίηση έχει χάσει από καιρό το περιεχόμενό της, νοθευμένη πια με εγωκεντρισμό και υπερβολή.

Το Ιδού οι ονειροπόλοι είναι ένα από τα πλέον ευκολοδιάβαστα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο, αρκετό, καιρό, χαρακτηρισμός που, ακόμα και αυτή τη στιγμή, δεν ξέρω αν φέρει κάτι το αρνητικό ή απαξιωτικό. Υπεύθυνος γι' αυτό το συναίσθημα είναι, μάλλον, ο συνδυασμός της αφηγηματικής άνεσης και της συναισθηματικής ηπιότητας. Ευκολοδιάβαστο, αλλά σε καμία περίπτωση αναγνωστικά ακίνδυνο, καθώς η συγγραφέας καταφέρνει, με τον τρόπος της, να εμπλέξει συναισθηματικά τον αναγνώστη, έστω και εν αγνοία του, τουλάχιστον αρχικά. Ο ορίζοντας προσδοκιών της συγγραφέως είναι ξεκάθαρος: να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, με χαρακτήρες αληθινούς, όχι χωρίς να απουσιάζει η κριτική ματιά για τα κυρίως συμβάντα σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, για την καθημερινότητα των δύο χωρών, για τους φόβους και τα όνειρα, για τις ανθρώπινες αδυναμίες. Και είναι ένα βιβλίο, τελικά, το οποίο ευκρινώς ανταποακρίνεται σε μεγάλο, αν όχι απόλυτο, βαθμό τις προσδοκίες της συγγραφέως.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Κέδρος

     
 

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Manchester by the sea (2016)






Δεν έχω δει ποτέ πιο ευτυχισμένο άνθρωπο, είπε ο Λι στη γυναίκα του όταν επέστρεψε σπίτι μετά από μια μέρα ψαρέματος με τον ανιψιό του στην ανοιχτή θάλασσα, όπου ο μικρός έπιασε με καλάμι ένα ψάρι οχτώ κιλών και το πρόσωπό του έλαμψε από ευτυχία. Αυτό όμως έγινε παλιά, σε μια άλλη ζωή. Στο αφηγηματικό σήμερα, κάποια χρόνια μετά, διάστημα στο οποίο πολλά -που μένει να μάθουμε στην εξέλιξη της ιστορίας- έχουν συμβεί, ο Λι ζει σε κάποιο προάστιο της Βοστώνης και δουλεύει ως επιστάτης κτιρίων, άνθρωπος για όλες τις δουλειές δηλαδή, με τις απαιτήσεις των ενοίκων να δοκιμάζουν το μάλλον ευερέθιστο νευρικό του σύστημα. Ζει σε ένα ημιυπόγειο που του παραχωρεί η εταιρεία, μια ζωή αδιάφορη και άχρωμη.

Μια μέρα το τηλέφωνο θα χτυπήσει και το, από καιρό αναμενόμενο, μοιραίο νέο θα του ανακοινωθεί: ο αδερφός του πέθανε, η αδύναμη καρδιά του τον πρόδωσε. Ο Λι θα επιστρέψει στο Μάντσεστερ. Πρέπει να αναλάβει τη φροντίδα του έφηβου ανιψιού του. Έτσι ξεκινάει η ιστορία, που θέλει να αφηγηθεί ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος Κένεθ Λόνεργκαν.

Η απώλεια, η επιστροφή, η φροντίδα του αδύναμου, η ικανοποίηση της επιθυμίας του νεκρού και η προσωπική επιβίωση. Μια εξίσωση σύνθετη και δύσκολη -αν όχι αδύνατη- στη διαχείριση. Ο τρόπος, με τον οποίον αντιδρούν συναισθηματικά στην απώλεια, κυρίως, ο Λι και, ακολούθως, ο ανιψιός του, δίνει έναν τόνο αυθεντικότητας στην ιστορία, όχι γιατί ο θεατής θα ταυτιστεί απαραίτητα με την αντίδραση αυτή, αλλά γιατί θα διακρίνει κάτι το ανθρώπινο. Εκεί, στις ερμηνείες των δύο δηλαδή, ο σκηνοθέτης θα βρει το απαραίτητο στήριγμα στο οικοδόμημά του, και θα ξεπεράσει έτσι με άνεση και χάρη τον σκόπελο ενός όχι και τόσο πρωτότυπου σεναρίου.

Με τη χρήση του flash back θα επιτύχει να δέσει την ιστορία του, αποκαλύπτοντας αργά και σταδιακά τις αρχικά αόρατες και άγνωστες πλευρές της. Και το τεχνικό αυτό εργαλείο, η μη γραμμική δηλαδή αφήγηση της ιστορίας, θα αποτελέσει τον δεύτερο πυλώνα αφήγησης. Αλλά και σε αυτό το τεχνικό χαρακτηριστικό υπάρχει κάτι το ανθρώπινο, κάτι που απορρέει τελικά από τον κλειστό χαρακτήρα του Λι, του ολιγομίλητου και εσωστρεφή Λι, που δεν αποκωδικοποιείται εύκολα και με την πρώτη ματιά.

Οι παραπάνω πυλώνες σε συνδυασμό με την κινηματογράφηση της παραθαλάσσιας πόλης της ανατολικής ακτής δίνουν ως αποτέλεσμα μια ταινία στην παράδοση του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου, που αξίζει να τη δει κανείς, ήπια και χωρίς αχρείαστες εξάρσεις, στην οποία ο θεατής είναι πιθανό να εμπλακεί συναισθηματικά, ίσως όχι άμεσα και απευθείας με την ιστορία αυτή καθεαυτήν αλλά με τις συνοδευτικές σκέψεις.


 

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού - Άντζελα Δημητρακάκη





Ο απαραίτητος μύθος, ο αναγκαίος. Πασπάλισμα μαγείας σε μια επιφάνεια ρεαλισμού. Μια πόρτα, ελάχιστα ορατή, που οδηγεί στην άλλη πλευρά όσους είναι διατεθειμένοι να την αναζητήσουν, όσους ο μύθος είλκυσε κοντά του, τους περιέλαβε, τους παρέσυρε. Το πέρασμα διαχώρισε άπαξ και δια παντός το πριν από το μετά. Η επιρρεπής στον μύθο εποχή και η καταβύθιση στον άκρατο ρεαλισμό. Η διάσωση του ρεαλισμού μέσω του μύθου εν τέλει, η αναγκαία υποστήριξη στο βάρος του ρεαλισμού, τα θεμέλια γεμάτα μύθους κρυμμένους επιμελώς στα έγκατα της μνήμης, στις παρυφές της πόλης. Και απομείναμε στο σήμερα χωρίς χθες, θαρρείς.

Και έρχεται κάποιος που ρωτάει: τι έγινε τότε;

Εκείνη, η καθηγήτρια, ήθελε οι μαθητές της να γνωρίσουν το κέντρο της πόλης, να δουν πέρα από τη γειτονιά της κολάσεως στη δυτική πλευρά της πόλης. Εκείνες, αχώριστες φίλες, ντυμένες μόνιμα στα μαύρα, υποκύπτουν στη γοητεία του μύθου, αναζητούν και τελικά βρίσκουν την κοίτη του ποταμού Ερρινυού.

Τα υπόγεια ποτάμια της Αθήνας, τα ποτάμια που τόσο λείπουν από το αστικό τοπίο, μετατρέπονται σε έναν αστικό μύθο, τα υπόγεια ποτάμια πέρα από εκείνα που μπαζώθηκαν, θυσία στην οικοδόμηση, και που από καιρό σε καιρό παίρνουν την εκδίκησή τους, ή για την ακρίβεια -και για να είμαστε δίκαιοι με την ειρηνική φύση των ποταμών- διεκδικούν τα αρχικά τους όρια. Ένα ποτάμι που αναδύεται ξαφνικά και οδηγεί μέχρι τη θάλασσα, εικόνα ονειρική. Ένα ποτάμι που παρασέρνει μια σχεδία με το νεκρό κορμί μιας νεαρής κοπέλας μέχρι τη θάλασσα, εφιάλτης.

Η νεαρή ανθρωπολόγος ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει μύθους των πόλεων, ιστορίες που κινούνται μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, κατά τη μεταπολίτευση, τον τρόπο που δημιουργούνται, που αναπαράγονται και μεταδίδονται, που μεταβάλλονται. Ένας από αυτούς η ιστορία σχετικά με την εκταφή του Ερρινυού. Χρόνια μετά, πολλά έχουν αλλάξει στις ζωές των τεσσάρων μαρτύρων, η κάθε μαρτυρία, πέρα από τα σχετικά με την ιστορία, φανερώνει και κάτι από τη μετάβαση αυτή, από το πώς το χτες διαμορφώνει το σήμερα, πώς το ελάχιστο εμπόδιο εκτρέπει την πορεία των πραγμάτων.

Η ιστορία μιας πόλης και μιας δεκαετίας. Η αστική μυθολογία. Η παραβολή και ο μύθος. Η κρυψώνα του προσωπικού. Η διάθεση για πειραματισμό και αφαίρεση.


υ.γ Η αυτόνομη κυκλοφορία της νουβέλας Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού έρχεται να καλύψει την έλλειψη από την αγορά της συλλογής στην οποία αρχικά συμπεριλήφθηκε υπό τον τίτλο Μυθιστόρημα μιας πόλης (επιμέλεια Κατερίνα Φράγκου, εκδόσεις Οξύ/Ωμέγα), έκδοση την οποία έχω χάρη σε μια ξεχωριστή φίλη που γνωρίζει την αδυναμία μου στην Άντζελα Δημητρακάκη.


Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Ημέρα Ανεξαρτησίας - Richard Ford



Ίσως έχει κάποιο ενδιαφέρον να πω πώς κατέληξα να γίνω ειδικός στα αστικά ακίνητα, δεδομένης της απόστασης που χωρίζει αυτό το επάγγελμα από τις προηγούμενες ενασχολήσεις μου, του αποτυχημένου συγγραφέα διηγημάτων και του αθλητικογράφου. Πρέπει να διαθέτει πολύ γερό συκώτι όποιος, άντρας ή γυναίκα, έχει διυλίσει όλα τα σημαντικά της ζωής για να καταλήξει σε μερικές αλληλένδετες αρχές και γεγονότα, που μπορούν να εξηγηθούν εύκολα μέσα σε δεκαπέντε λεπτά της ώρας, χωρίς να απαιτούνται ένα σωρό παύσεις λόγω σαστίσματος και συγγνώμες μια για το ένα και μια για το άλλο, όσα δηλαδή δύσκολα καταλαβαίνει κανείς επακριβώς αν δεν ήταν ο ίδιος παρών.

Ίσως και να μην έχει κανένα ενδιαφέρον, βέβαια, να μάθει κανείς πώς κατέληξε κάποιος κάπου αντί για κάπου αλλού, μέσα από ποιες στενωπούς -που στον απόντα φαντάζουν απλωσιές- πέρασε, σε ποια διλήμματα -χωρίς πραγματικό διακύβευμα- απάντησε έτσι και όχι αλλιώς. Ίσως ακόμα και τα δεκαπέντε λεπτά της ώρας -αν υποθέσει κανείς πως αρκούν- να αποδειχτούν τελικά υπερβολή. Ίσως και όχι, βέβαια.

Αυτή είναι η ιστορία του Φρανκ Μπάσκομπ, που διανύει την υπαρξιακή περίοδο της ζωής του, πουλώντας ακίνητα σε κάποιο προάστιο του Νιού Τζέρζι, επιχειρώντας να ισορροπήσει μετά τον χωρισμό του και την μετακόμιση των παιδιών του στο σπίτι του νέου συζύγου της γυναίκας του, κάποιες ώρες μακριά με το αυτοκίνητο. Είναι μερικά στιγμιότυπα από τη ζωή του Φρανκ Μπάσκομπ, που διαρκούν κάτι λιγότερο από τρεις μέρες, ένα σαββατοκύριακο που συμπίπτει με τον εορτασμό της 4ης Ιουλίου· ανάμεσα στην προσπάθεια πώλησης κάποιου ακινήτου σε ένα ζευγάρι, που αποφάσισε να μετακομίσει από το πιο ελευθεριακό Βερμόντ στο Νιού Τζέρζι, και σε μια κρίση με την ερωμένη του, ενώ το ενδεχόμενο ενός ακόμα γάμου καραδοκεί να πάρει μορφή και να αναδυθεί στην επιφάνεια, ο Φρανκ Μπάσκομπ οδηγεί μέσα στην κίνηση που είναι αντάξια μιας θερινής αστικής εγκατάλειψης, ώστε να περάσει κάποιες ώρες με τον γιο του, οι δυο τους μόνοι, να επισκεφτούν αθλητικά μουσεία, να έρθουν πιο κοντά.

Ένα αργό, αναλυτικό τράβελινγκ -με κινηματογραφικούς όρους. Ένας ήρωας που θυμίζει τον καμικό Μερσό -με λογοτεχνικούς όρους. Η φαινομενικά ψύχραιμη αποστασιοποίηση, η εγκεφαλική διαχείριση των βραδυφλεγών συναισθημάτων, η οξεία παρατήρηση και ο καίριος σχολιασμός ακόμα και μέσα από κάτι (λογοτεχνικά) αδιάφορο όπως η αγορά ακινήτων. Η Ημέρα Ανεξαρτησίας σίγουρα δεν είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα, παρότι διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος, για την ακρίβεια όλα τα χαρακτηριστικά ενός σπουδαίου μυθιστορήματος, ενός σπουδαίου αμερικάνικου μυθιστορήματος. Ο στοχασμός επικρατεί της δράσης, το βάρος των αποφάσεων αιωρείται, η παραίτηση πάντα καραδοκεί ως πιθανότητα, τα ερωτήματα δεν βρίσκουν πάντα απαντήσεις.   

Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως αυτό αποτελεί εμπειρία· ο συμπυκνωμένος λόγος, η διαχείριση του χρόνου, οι παρεκβάσεις και οι επιστροφές στον πυρήνα της ύπαρξης του ήρωα, η προώθηση της ιστορίας. Μυθιστόρημα που επιβάλλει το ίδιο τον αναγνωστικό ρυθμό. Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως αυτό αποτελεί απόλαυση. Ο Φορντ κατορθώνει -ανάμεσα σε άλλα- να επιτύχει την αντανάκλαση της μεγάλη εικόνας μέσα από το είδωλο του Φρανκ Μπάσκομπ· μέσα από την ιστορία ενός μόνο ανθρώπου καταφέρνει να αποδώσει την αμερικανική πραγματικότητα στα τέλη του εικοστού αιώνα. Καταφέρνει επίσης να δημιουργήσει έναν αξέχαστο ήρωα παρότι δεν τον οπλίζει με κανένα σημείο πιθανής ταύτισης, έτσι απόμακρος και εγκεφαλικός όπως στέκει απέναντι στα πράγματα.



υγ. Η Ημέρα Ανεξαρτησίας είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας με ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ, κάθε μέρος της οποίας ασχολείται με τον Μπάσκομπ σε κάποια στιγμή της ζωής του, διαβάζεται όμως και ανεξάρτητα, αν και είναι σχεδόν βέβαιο πως μετά απ' αυτό θα αναζητήσει κανείς και τα άλλα δύο μέρη της τριλογίας [Ο αθλητικογράφος (εκδ. Ωκεανίδα), Η χώρα όπως είναι (εκδ. Πατάκη)]. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Πατάκη  

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Ο εμποράκος (2016)





Είδα την τελευταία ταινία του Φαραντί την πρώτη εβδομάδα που βγήκε στις αίθουσες, έχει περάσει καιρός από τότε, ίσως να μην προβάλλεται πια πουθενά.

Ακόμα δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που είχα πάει στη συγκεκριμένη αίθουσα, στα όρια του δακτυλίου, σίγουρα είχα δει το Αμελί εκεί, καταλαβαίνετε τώρα. Δεν άργησα να καταλάβω γιατί είχα τόσο καιρό να πάω εκεί. Αίθουσα ψυχρή, χώρος ψυχρός, μοιάζει με multiplex στην αισθητική αλλά δεν είναι, αυτά τα ντεμί εμένα πολύ με ενοχλούν. Ήταν και Σάββατο, πλήθος και λαός στην αίθουσα, ζωντανός σχολιασμός της ταινίας, από το πρώτο πλάνο.

[Βράδυ Δευτέρας σε κάποιο άλλο σινεμά. Έτσι θα έπρεπε να είχε γίνει.]

Όταν βγήκα από την αίθουσα ήμουν κάπως μαγκωμένος, δεν είχα περάσει ωραία, ένιωθα πως δεν μπορούσα να εκτιμήσω πραγματικά την ταινία. Πέρασαν μέρες. Ευτυχώς οι εξωτερικές συνθήκες μόνο εν μέρει και προσωρινά μπορούν να ανακόψουν τη δυναμική μιας ταινίας όπως αυτή. Δεν ήταν έκπληξη, τόσο το Ένας χωρισμός, όσο και το Παρελθόν, ήταν ταινίες πραγματικά δυνατές, από εκείνες που φέρουν ευδιάκριτο το σκηνοθετικό στίγμα. Σίγουρα ο Εμποράκος δεν έφτασε κατ' εμέ στο ύψος αυτών των δύο. Γι' αυτό βέβαια μπορεί να φταίει πράγματι το γύρω τριγύρω.

Αυτό το κείμενο, λοιπόν, είναι μια απόπειρα επανόρθωσης, μη αδικίας.

Ένα νεαρό ζευγάρι ηθοποιών θα αναγκαστεί να αναζητήσει καινούριο διαμέρισμα, καθώς η πολυκατοικία στην οποία έμενε κρίθηκε ακατάλληλη. Παράλληλα, οι πρόβες για τον Θάνατο του εμποράκου έχουν μπει στην τελική ευθεία, η πρεμιέρα πλησιάζει. Μετά από αρκετές δυσκολίες θα βρουν ένα διαμέρισμα και θα μεταφέρουν τα πράγματά τους. Όλα μοιάζουν να επανέρχονται στους προηγούμενους ρυθμούς. Κι όμως.

Ένα δυνατό και αληθοφανές, σενάριο. Ένα σύνολο δυνατών ερμηνειών. Μια ξεκάθαρη σκηνοθετική προσέγγιση. Το σινεμά του Φαραντί με λίγα λόγια. Η εγκιβωτισμένη παράσταση έχει κομβική σημασία, δίνει τον χώρο στον Φαραντί να μας μιλήσει για μια άγνωστη πλευρά του Ιράν, μια εναλλακτική κοινότητα που παλεύει στα όρια της λογοκρισίας και της κοινωνικής προσταγής. Το Ιράν με το κοσμικό παρελθόν φαντάζει τόσο μακρινό. Σε αυτή την κοινότητα κρύβει ο Φαραντί διακριτικά τον προβληματισμό της αλλοτρίωσης, πώς ο γενικότερος συντηριτισμός διαβρώνει ακόμα και τα προοδευτικά μυαλά, πώς μοιάζει κανείς τελικά στο τέρας. Κατ' εμέ αυτό αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της ταινίας, το δεύτερο επίπεδο της ιστορίας.

Η ιστορία θα μπορούσε να εξελίσσεται οπουδήποτε στον κόσμο, ίσως μάλιστα σε κάποια δυτική χώρα να αναδεικνυόταν σαφέστερα η υποκρισία του εναλλακτικού, του προοδευτικού που στο πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη καταφεύγει στις παραδόσεις, στα στερεότυπα, στην επιβολή. Τον Φαραντί δεν μοιάζει να τον απασχολεί ο φανερός εχθρός, εκείνον άλλωστε τον αναγνωρίζει κανείς με ευκολία, τον ξεχωρίζει στο σύνολο, τον πολεμά -θεωρητικά τουλάχιστον-· εκείνο που τον φοβίζει είναι ο συμπολεμιστής που θα αλλάξει στρατόπεδο στην πρώτη ευκαιρία, στην πρώτη στραβή. Η ανοχή απέναντι στον άλλον, η αποδοχή του άλλου πριν τον χαρακτηρίσεις υπερβολικό και εγωιστή. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά που διαπραγματεύεται η ταινία, όλοι έχουν το δίκιο τους, όλοι έχουν το άδικό τους.

Σε μια περίοδο που η σεναριακή έμπνευση ολοένα και συρρικνώνεται, ταινίες όπως ο Εμποράκος, ακόμα και αν δεν πρόκειται για αριστουργήματα, πρέπει να λαμβάνουν τους έπαινους που τους αναλογούν.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η αρχή μιας ιστορίας



Οφείλει να παραδεχτεί κανείς πως η λέξη φρύδι (πληθ. φρύδια) είναι αντιστρόφως ανάλογα όμορφη με το σημείο του σώματος που περιγράφει, και όχι μόνο, είναι ίσως μία από τις πλέον κακόηχες λέξεις της ελληνικής γλώσσας, γεγονός το οποίο επιτείνει η συχνή συνοδεία της με τα ρήματα βγάζω και τρώω. Μην είσαι απόλυτος, μου ψιθυρίζει η φωνή. Φωνή πάψε, σε παρακαλώ. Κάνω μία γρήγορη αναζήτηση: eyebrow (αγγλικά), cejas (ισπανικά), Braue (γερμανικά), sourcil (γαλλικά), sopracciglio (ιταλικά), kaş (τουρκικά), sobrancelha (πορτογαλικά), brew (πολωνικά), obočí (τσέχικα), vetull (αλβανικά). Η αναζήτηση δεν με βοηθάει σε κάτι· ουσιαστικά αδυνατώ να συγκρίνω τα σύνολα των γραμμάτων με τη λέξη φρύδι, δεν μπορώ να καταλήξω αν σε κάποια άλλη γλώσσα είναι πιο εύηχη. Δοκιμάζω κάτι άλλο: (πρώτα φέρνω μια φωτογραφία σου και τη στερεώνω όρθια δίπλα στην οθόνη έτσι ώστε να έχουμε οπτική επαφή). Συνειδητοποιώ πως μόνο τη λέξη φρύδι (πληθ. φρύδια) μπορώ να χρησιμοποιήσω. Συνειδητοποιώ πως σε καμία άλλη γλώσσα δεν έχω αναφερθεί στα φρύδια κάποιου, ούτε για κομπλιμέντο, ούτε για κουτσομπολιό, πόσο μάλλον με διάθεση ποιητική. Θυμάμαι τα ανόητα πρώτα μαθήματα εκμάθησης κάποιας γλώσσας· ένα σκίτσο το ανθρώπινο σώμα και διάφορες γραμμούλες που ξεκινούν από μέρη και σημεία του και καταλήγουν σε καινούργιες λέξεις, άψυχες και άνευρες μέχρι νεωτέρας. Κοιτάζω πάλι τη φωτογραφία σου, λες και χρειαζόμουν αφορμή. Αρχίζω να τραβάω νοητές γραμμές και να κάνω επανάληψη λεξιλογίου εκτός προγράμματος: ojos, ears, capeli, nariz, cheek. Γρήγορα περνάω στα επίθετα. Απλώνω το χέρι και σε χαϊδεύω. Τι σε έπιασε σήμερα με τα φρύδια; με ρωτάει η φωνή. Φωνή, πάψε. Μα, άλλη ιστορία ήθελες να διηγηθείς, επιμένει. Φωνή, έχεις δίκιο.


(Δισταγμός) Πώς να διηγηθεί κανείς μία ιστορία όπως αυτή από το γραφείο του σπιτιού του; 

(Πριν την ιστορία) Συχνά χαιρόμαστε με κάτι χαζό, ελάχιστο και ανόητο. Έτσι κι εγώ εκείνο το βράδυ. Είχα βρει τραπέζι ελεύθερο σε εκείνο το μαγαζί. Γελάστε μαζί μου. Ήμουν τόσο χαρούμενος, που δεν με πείραζε να περιμένω. Ύστερα από λίγο μπήκαν οι δυο τους.

(Η ιστορία) Η αμηχανία ήταν εμφανής, κάπως έτσι άρχισα τις υποθέσεις, κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ιστορία. Ψευδής από την αρχή μέχρι το τέλος. Μάλλον. Τους τελευταίους μήνες είχαν αναπτύξει μια, αυξανόμενης συχνότητας, γραπτή επικοινωνία. Είχε προηγηθεί η γνωριμία τους σε ένα πάρτυ γενεθλίων. Δεν είχαν μοιραστεί και λίγα όλον αυτό τον καιρό. Όσο άκμαζε η γραπτή οικειότητα τόσο αυξανόταν η αμηχανία για το επόμενο βήμα. Σχεδόν δεν θυμάμαι τη φωνή σου, του είπε μια μέρα. Και γιατί δεν μιλάμε στο τηλέφωνο; σκέφτηκε εκείνος αλλά δεν το είπε ποτέ. Ο μύθος που χτίζει ο γραπτός λόγος έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. 

(Παρένθεση στη ιστορία) Στο μεταξύ εκείνη που περίμενα ήρθε. Μόνο πλάγιες και γρήγορες ματιές μπορώ πλέον να ρίχνω στο ζευγάρι απέναντι.

(Η ιστορία - η συνέχεια) Ο καθένας παίζει με το κινητό του, χωρίς να διστάζει να μοιράζεται με τον άλλον τα άξια αναφοράς, γελάνε -ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία. Παραγγέλνουν ένα δεύτερο καραφάκι ρακί (ή τσίπουρο, δεν μπορώ να ξέρω). Καπνίζουν και οι δύο. Εκείνη περισσότερο. Κανείς όμως δεν καπνίζει νευρικά, μοιάζουν να το απολαμβάνουν. Παρά την αμηχανία δείχνουν ήρεμοι. Κάπως έτσι το είχαν φανταστεί: ένα κρύο βράδυ, σε ένα μικρό, ζεστό μέρος με ξύλινη επένδυση και αδιάφορη μουσική, όχι πολύ δυνατή. Από τα πρώτα κιόλας μηνύματά τους είχανε βρει (και είχαν όντως ενθουσιαστεί) την κοινή αδυναμία τους στο ρακί (ή τσίπουρο), μια λαβή οικειότητας για τη σωματική επαφή. 

(Δεύτερη παρένθεση στην ιστορία) Απολογία: πού έχεις το μυαλό σου; βαριέσαι; με ακούς; 

(Η ιστορία - η συνέχεια) Ζητούν να πληρώσουν. Ο καθένας τα δικά του -έκπληξη που αναδεικνύει το στερεότυπο. Θα πάνε άραγε στο σπίτι κάποιου από τους δύο; -απορία που επιβεβαιώνει το στερεότυπο.

(Μετά την ιστορία) Δεν αργήσαμε να πληρώσουμε και να φύγουμε, έξω είχε βάλει πάλι κρύο.


Με το ζόρι δεν λέμε ιστορίες, η φωνή. Δεν είμαι σίγουρος, εγώ. Επιχειρήματα έχεις; η φωνή. Όχι, εγώ, άσε με να πω κάτι ακόμα όμως. Εντάξει, η φωνή.

Θυμάσαι εκείνες τις παιδικές ζωγραφιές, στη μία πλευρά το σπίτι, μια πόρτα και δύο παράθυρα, μια τριγωνική σκεπή, γύρω από το σπίτι το γρασίδι, λουλούδια ή και ζώα, από πάνω ο ουρανός γαλάζιος, ήλιος και σμήνη πουλιών. Θυμάσαι; Μια μέρα, που λες φωνή, την κοίταξα στα μάτια και ορκίζομαι πως είδα τα φρύδια της να γίνονται πουλιά και να φτερουγίζουν μακριά.

     

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Η άμυνα του Λούζιν - Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ




Ναι, κάτι ελευθερώθηκε εντός του, κάτι ξεκαθάρισε, κάτι έγινε διαυγές, και η πνευματική του μυωπία, που σκίαζε οδυνηρά τη σκακιστική του ενόραση, χάθηκε πια, εξαφανίστηκε.
Ο μικρός Λούζιν, με την έντονη δυσκολία προσαρμογής στο περιβάλλον, με αποκορύφωμα την αποτυχημένη, απ' όλες τις απόψεις, διαμονή του στο οικοτροφείο, στο οποίο τον έστειλαν οι γονείς του, ώστε να λάβει την, κατ' αυτούς, κατάλληλη παιδεία, ένιωσε ένα πρωτόγνωρο σκίρτημα όταν αντίκρισε τα ασπρόμαυρα τετράγωνα της σκακιέρας. Μια σειρά από συγκυρίες, και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες των δικών του, θα αποκαλύψει το ταλέντο του στο σκάκι.

Ταλέντο, λέξη προικισμένη με ένα θετικό φορτίο, κατάσταση ζηλευτή και επιθυμητή, συνυφασμένη με μια ζωή χαρισάμενη, εύκολη και λαμπερή. Από απόσταση τα πάντα μοιάζουν διαφορετικά απ' ότι πραγματικά είναι. Ευχή και κατάρα, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και ακριβώς αυτό το βάρος του ταλέντου αποτελεί τον πυρήνα του προβληματισμού του Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημα αυτό: ο προικισμένος Λούζιν που με τόση ευκολία κινεί τα πιόνια στη σκακιέρα, που διαθέτει μια ασύλληπτη ικανότητα να μνημονεύει τις ακριβείς θέσεις τους σε μια παρτίδα και να τη συνεχίζει μες στο κεφάλι του για μέρες, ο προικισμένος σκακιστής Λούζιν, που δυσκολεύεται όμως στα πλέον απλά και καθημερινά, που αδυνατεί να φροντίσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο αφηγητής πιάνει το νήμα από την αρχή, από τα παιδικά χρόνια του Λούζιν. Και ενώ ακολουθεί μια γραμμική χρονικά αφήγηση, ανά διαστήματα επιχειρεί άλματα στο μέλλον, κάνοντας μια περίφημη χρήση του συντελεσμένου μέλλοντα, τον οποίο ξαφνικά εγκαταλείπει για τον ενεστώτα, και έτσι από τη μια παράγραφο στην άλλη ο μικρός Λούζιν μεγαλώνει, και το τώρα μετατρέπεται σε παρελθόν, για λίγες παραγράφους, πριν ο αφηγητής επιστρέψει ξανά στο σημείο που άφησε μετέωρη την εξιστόρηση της ζωής του Λούζιν. Αν και ο προβολέας της αφήγησης είναι στραμμένος στον Λούζιν, το φως είναι αρκετό, για να αποκαλύψει ένα μέρος του κόσμου στον οποίον κινείται ο ήρωας, δείχνοντας έτσι ακόμα περισσότερα για τον τρόπο με τον οποίο ο Λούζιν αντιλαμβάνεται τη ζωή, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τη δυσχέρειά του να εκφραστεί συναισθηματικά. Στα περιθώρια της ιστορίας του Λούζιν, ο Ναμπόκοφ βρίσκει πρόσφορο έδαφος να προσθέσει τις απαραίτητες για τον ίδιο πινελιές από τη ζωή των Ρώσων εμιγκρέδων, τη ρωσική πραγματικότητα και τον έρωτα, έναν έρωτα ιδιαίτερο όπως ο Λούζιν.

Το σκάκι αποτελεί στοιχείο αναπόσπαστο της ιστορίας, αυτή η ύψιστη εγκεφαλική προσήλωση, παιχνίδι που οι χρόνοι του μοιάζουν λογοτεχνικοί, με τους άπειρους συνδυασμούς και τις τακτικές εναλλαγές. Δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν είναι κατάλληλο για έναν αναγνώστη με ελάχιστη εξοικείωση με το παιχνίδι, καθώς αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει τον Ναμπόκοφ είναι η εμμονή. Και είναι αυτή η εμμονή, στην οποία ο Λούζιν είναι αδύναμος να αντισταθεί, που κάνει τον ήρωα συμπαθή και δίνει το έδαφος για να ταυτιστεί μαζί του ο αναγνώστης.

Μια σημαντική επανακυκλοφορία ενός σπουδαίου μυθιστορήματος.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Μεταίχμιο

   

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Δολοφονικά αμαξίδια (2016)





Όταν η ζωή μοιάζει με εφιάλτη, δεν υπάρχει πιο παρήγορο καταφύγιο από τη φαντασία, το χτίσιμο μιας παράλληλης πραγματικότητας με περισσότερες δυνατότητες και εναλλακτικές. Δύο νέοι άνθρωποι, ο Ζόλι και ο Μπάρμπα, με κινητικά προβλήματα, μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο σε ένα κέντρο αποκατάστασης, και εκτός από τις δυσκολίες και τις αγωνίες της καθημερινότητας μοιράζονται και το πάθος για τα κόμικς, επιθυμώντας να δημιουργήσουν το δικό τους και να το δουν να εκδίδεται.

Ο Ρουμπαζοφ, πρώην πυροσβέστης, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι ύστερα από ατύχημα σε κατάσβεση φωτιάς, είδε τον έρωτα της ζωής του να οπισθοχωρεί μπροστά στο δύσκολο μέλλον. Είναι όμως αποφασισμένος να σταθεί ξανά στα πόδια του. Συνεργάζεται με έναν Σέρβο αρχιμαφιόζο, αποτελώντας το εκτελεστικό του όργανο, το μη αναμενόμενο εκτελεστικό όργανο, ένας πιστολέρο σε αναπηρικό καροτσάκι. Σε αυτή την ιστορία εμπλέκονται ο Ζόλι και ο Μπάρμπα. Τρεις ανάπηροι στον άγριο κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος.

Μαζί με το τρέιλερ, οι παραπάνω δύο παράγραφοι περιέχουν ίσως αρκετούς λόγους για να μη δει κάποιος αυτή την ταινία. Το σεναριακά πολυπαιγμένο κλισέ της αναπηρίας, που μυρίζει συναισθηματικό εξαναγκασμό από τη μία, και από την άλλη το γεγονός πως πρόκειται για μια ταινία δράσης, χαμηλού μπάτζετ, χωρίς ιδιαίτερα εφέ να την υποστηρίζουν, παρέα με τα σχόλια για στυλ Ταραντίνο, θα ήταν ικανά να με αποτρέψουν από το να φτάσω στην κινηματογραφική αίθουσα. Όμως, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στο τρέιλερ, υπήρχε μια αίσθηση φρεσκάδας που μου κίνησε το ενδιαφέρον, και που τελικά ήταν παρoύσα σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, μια ματιά ζωηρή και έξυπνη σε ένα σενάριο, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει περιορισμένων δυνατοτήτων έκπληξης, αλλά αποδεικνύεται πως στα χέρια του κατάλληλου ανθρώπου, στην προκειμένη περίπτωση του Ούγγρου σκηνοθέτη Attila Till, μπορεί να υπερβεί τα όριά του.

Και όλα αυτά με ένα μπάτζετ όχι μικρό αλλά σίγουρα περιορισμένο. Ο Till επιτυγχάνει το αυτονόητο -αλλά καθόλου συνηθισμένο- κάνοντας άριστη χρήση των μέσων, δουλεύοντας το σενάριο στη λεπτομέρεια, ποντάροντας στις ερμηνείες, εμπιστευόμενος το μοντάζ και το post production, υποστηρίζοντας σκηνοθετικά το συνολικό αποτέλεσμα, για να παραδώσει μια ταινία αξιόλογη, που καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και διακρίνεται για την ώριμη -και όχι δήθεν- αισιοδοξία της, χωρίς να γίνεται μελό και δικαιολογώντας μέχρι κεραίας κάθε πιθανώς υπερβολική στιγμή του σεναρίου του.

Μια δροσερή, ανάλαφρη και έξυπνη ταινία, έκπληξη από την Ουγγαρία, που κέρδισε τον Χρυσό Αλέξανδρο στη Θεσσαλονίκη.


Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού - Jorge Galán




Εσύ δεν πιστεύεις τίποτα. Εσύ ακούς αυτά που σου λέω σαν ν' άκουγες τη βροχή ή σαν ν' άκουγες τον άνεμο, χωρίς να καταλαβαίνεις τίποτα, κι αυτό γιατί δυσκολεύεσαι να πιστέψεις στα πράγματα, είσαι σαν εκείνους τα παλιά χρόνια, αλλά είναι κρίμα γιατί έζησες ανάμεσα σ' ανθρώπους απ' τους οποίους έπρεπε να μάθεις να πιστεύεις, γιατί εσένα σε μεγάλωσε η δόνια Προυδένσια, πιο πολύ έμεινες μαζί της παρά μαζί μου, κι εκείνη ήξερε πράγματα, ήξερε αυτά για τον αέρα και πρέπει να σ' τα 'χε πει, αλλά εσύ είσαι δύσπιστος και δε θα σου βγει σε καλό, γι' αυτό και, όταν εγώ σου διηγούμαι ένα θαύμα, εσύ με ρωτάς τι έγινε μετά, λες κι έχει σημασία. Έχει τη μικρότερη σημασία από καθετί. Αυτό που έχει σημασία είναι να ξέρεις ότι εκείνη την εποχή για την οποία σου μιλάω όλα ήταν δυνατά, ενώ τώρα δεν είναι τίποτα, γιατί όλα σβήστηκαν.

Απομάγευση, το σήμα κατατεθέν των τελευταίων χρόνων, των πολλών τελευταίων χρόνων. Η ανάγκη για ρεαλισμό, η υποχώρηση της φαντασίας, η περιφρόνηση της προφορικής αφήγησης, ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός: παραμύθια. Η ερώτηση: τι έγινε μετά; Η απαίτηση για εξηγήσεις και αποδείξεις. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, και στην τέχνη εν γένει, εκεί που η υποσημείωση "βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα" φιγουράρει όλο και συχνότερα, αλλά και στη ζωή την ίδια, την ενήλικη ζωή, την μεταπαιδική ζωή του καθενός. Όμως κάποιοι επιμένουν. Ευτυχώς. Ο Χόρχε Γκαλάν είναι ένας απ' αυτούς.

Ξεκίνησα την ανάγνωση με επιφυλάξεις, λίγες όμως σελίδες ήταν αρκετές για να καμφθούν και τελικά να εξαφανιστούν, να δώσουν τη θέση τους στην αναγνωστική απόλαυση, στη μαγεία, που τόσο λείπει πια. Οι επιφυλάξεις, συνειδητοποίησα αργότερα, δεν είχαν μόνο να κάνουν με τη φιλοδοξία του συγγραφέα να διηγηθεί μια ιστορία μαγικού ρεαλισμού και λαϊκής παράδοσης, να βάλει σε πρώτο πλάνο την προφορική αφήγηση της γιαγιάς του αφηγητή, αλλά και με τη δική μου "ικανότητα" να απολαύσω μια ιστορία όπως αυτή, εκεί που άνθρωποι πετούν και εγκαταλείπουν έναν τόπο όταν σηκωθεί αέρας. Εκεί έγκειται αναμφίβολα η ικανότητα του συγγραφέα, ή ορθότερα του παραμυθά, και ο Γκαλάν σαφέστατα έχει την ικανότητα αυτή, γεγονός που τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να καταδεχτεί να απαντήσει στο ερώτημα των απομαγευμένων: μα γιατί κάποιος να γράψει μια ιστορία μαγικού ρεαλισμού εν έτει 2013;

Αν και οι επιρροές από συγγραφείς όπως ο Μάρκες ή ο Ρούλφο είναι ξεκάθαρες, εντούτοις η οποιαδήποτε σύγκριση μοιάζει κενή νοήματος, καθώς Το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού στέκει με άνεση αυτόνομο, χωρίς την ανάγκη ετεροφωτισμού, λαμβάνοντας πάντοτε βέβαια υπόψη την απουσία παρθενογένησης στην τέχνη και αποτίνοντας τον απαραίτητο φόρο τιμής στους πρωτοπόρους, όπως ο Ρούλφο για παράδειγμα, που επινόησε τον μαγικό ρεαλισμό πριν καν οριστεί από ακαδημαϊκούς και κριτικούς.

Μια ιστορία όπως αυτή, παρά τη δυναμική της, θα έστεκε λειψή χωρίς την υποστήριξη από μια γλώσσα ποιητική και πλούσια, χωρίς τον ρυθμό της στίξης, τη μελετημένη εναλλαγή ανάμεσα στον μακροπερίοδο και κοφτό λόγο, τον πλάγιο και τον ευθύ προφορικό λόγο. Ο Γκαλάν τα καταφέρνει περίφημα, παραλείποντας οτιδήποτε περιττό, παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα τεχνικά άρτιο και σφιχτοδεμένο, έδαφος πρόσφορο για να καρπίσει ο σπόρος. Καιρό είχα να απολαύσω τόσο ένα μυθιστόρημα, πρόταση την πρόταση, ενώ η άνοιξη κάνει επέλαση πανηγυρική (σ.τ.σ. αναφορά στην περσινή άνοιξη, η φετινή αργεί λίγο ακόμα).

Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη αποτελεί ευτύχημα για την ελληνική έκδοση.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ψυχογιός

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου - Gaston Leroux




Και τι δεν έχουν σκαρφιστεί οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας· απίθανες εξιχνιάσεις, εξοργιστικά ευρήματα, διόλου πειστικά γεφυρώματα πλοκής, ακραία βία και σεξουαλικά στιγμιότυπα, χάρτινους ήρωες, καταφυγή στην ατμοσφαιρικότητα. Συνεχώς εμφανίζονται, και προωθούνται ως το επόμενο μεγάλο όνομα, συγγραφείς μάλλον μέτριοι, που σπάνια έχουν να επιδείξουν παραπάνω από ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, μετά ακολουθούν τα συμβόλαια και η μανιέρα. Μοιάζει, οι ίδιοι οι συγγραφείς και οι αναγνώστες λάτρεις του αστυνομικού, να αντιμετωπίζουν το είδος ως λογοτεχνικό αποπαίδι, χωρίς καμιά απαίτηση για υπέρβαση.

Κάπου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Γάλλος Γαστόν Λερού εγκαταλείπει τη δημοσιογραφία και αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα, συστήνοντας στο κοινό τον δημοσιογράφο-ντετέκτιβ Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, το Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου αποτελεί το λογοτεχνικό του ντεμπούτο, και τι ντεμπούτο! Σήμερα, πάνω από εκατό χρόνια μετά, η ανάγνωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος αποπνέει μια γλύκα παρόμοια με εκείνη της θέασης μιας ασπρόμαυρης ταινίας σε έναν θερινό κινηματογράφο, μια αίσθηση χαμένης αθωότητας. Ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, μια ιστορία που δικαιούται ως χαρακτηρισμό τη λέξη μυστήριο.
Είμαι βαθιά συγκινημένος που επιτέλους ξεκινώ την αφήγηση των απίστευτων περιπετειών του Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ. Έως σήμερα, ο ίδιος είχε τόσο σθεναρά αντιταχθεί στην εξιστόρησή τους, που πίστευα ότι δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να δημοσιεύσω την πιο παράξενη αστυνομική ιστορία των τελευταίων δεκαπέντε ετών: θεωρούσα έτσι, σχεδόν δεδομένο ότι η κοινή γνώμη δεν θα μάθαινε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια της περίφημης υπόθεσης, γνωστής και ως Το Κίτρινο Δωμάτιο, μιας υπόθεσης που είχε ως επακόλουθο πολλά μυστηριώδη, σκληρά και συγκλονιστικά δράματα με τα οποία ο φίλος μου αναμείχθηκε εξίσου.
Ο Δόκτωρ Στάνγκερσον έχει αποσυρθεί μαζί με την κόρη του στην εξοχή, μακριά από το Παρίσι των περισπασμών και των αδιάκριτων βλεμμάτων, και δουλεύει πάνω σε πειράματα σχετικά με τη διάσπαση της ύλης. Ένα βράδυ, μετά από ακόμα μία κοπιαστική μέρα στο εργαστήριο, η δεσποινίς Στάνεγκερσον αποσύρεται στο δωμάτιο της, λίγη ώρα αργότερα ακούγονται οι απεγνωσμένες κραυγές της, ο πατέρας της και οι επιστάτες θα φτάσουν στο δωμάτιό της, η πόρτα είναι κλειδωμένη, όταν τη σπάσουν θα ανακαλύψουν το αιμόφυρτο σώμα της νεαρής, η οποία έχει λιποθυμήσει, αλλά δεν θα βρουν πουθενά τον δράστη. Ποιος ήταν ο δράστης και κυρίως πώς κατάφερε να διαφύγει από το κλειδωμένο Κίτρινο Δωμάτιο;

Η υπόθεση θα συγκλονίσει το Παρίσι, θα κατακλύσει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και θα σημάνει συναγερμό στις διωκτικές αρχές. Ο νεαρός Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, χωρίς να του το ζητήσει κανείς, από προσωπική επιθυμία διαλεύκανσης της αλήθειας και ακλόνητης πίστης στις προσωπικές του ικανότητες, θα ανακατευτεί στην έρευνα και θα επιχειρήσει να καταδείξει τον ένοχο. Την αφήγηση της υπόθεσης, χρόνια μετά, θα αναλάβει ο συγγραφέας, όταν πια ο ντόρος έχει κατακαθίσει και τα στοιχεία μπορούν άφοβα να βγουν στην επιφάνεια.

Είναι συγκινητική η επιθυμία του συγγραφέα να δικαιολογήσει λογοτεχνικά το κάθε στοιχείο που παρουσιάζει, δίνοντας ανθρώπινη διάσταση στον παντογνώστη αφηγητή του, παρεμβάλλοντας στο σώμα της αφήγησης πρακτικά δικαστηρίων, αποκόμματα εφημερίδων και σελίδων από το προσωπικό ημερολόγιο του Ρουλεταμπίλ. Ο Λερού, σαν έμπειρος χαρτοπαίκτης, εμφανίζει τα χαρτιά του σιγά σιγά, δεν προδίδει το φύλλο του, αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά μέχρι το τέλος, όταν και έρχεται να παρουσιάσει το σύνολο από τα κομμάτια του παζλ, τα οποία αφαίρεσε ξεκινώντας να διηγείται την ιστορία του.

Δεν ξέρω αν πρόκειται για ένα από τα εκατό καλύτερα μυθιστορήματα μυστηρίου όλων των εποχών, δεν ξέρω αν έχει και σημασία κάτι τέτοιο. Σημασία έχει η δεδομένη αναγνωστική απόλαυση, και αυτό αρκεί.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Βαγγέλης Γιαννίσης
Εκδόσεις Διόπτρα


Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Moonlight (2016)



Καμιά φορά -συνήθως δηλαδή- αυτοπαγιδεύομαι σε προκαταλήψεις, στηριζόμενες μάλλον στο ένστικτο παρά σε κάποιο απτό στοιχείο. Έτσι, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που δεν τους δίνω εύκολα μια ευκαιρία. Τώρα που το σκέφτομαι μια τέτοια λίστα θα είχε ενδιαφέρον. Κάποιες φορές -ελάχιστες μάλλον- κάνω ένα βήμα πίσω και λέω: εντάξει, μπορείς να δώσεις μια ευκαιρία. Κάποτε δικαιώνομαι, έτσι και αλλιώς δικαιώνομαι, είτε δω κάτι υπέροχο, είτε όχι, αλλάζει μόνο το σχόλιο: ευτυχώς που δεν με άκουσα, ή: καλά έλεγα εγώ.

Αυτό συνέβη και με το Moonlight. Σε μια εβδομάδα που τίποτα δεν μου κινούσε το ενδιαφέρον κινηματογραφικά είπα να δώσω την ευκαιρία σε μια ταινία που πίστευα ότι δεν θα ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Έτσι, χωρίς προσδοκίες, οι εκπλήξεις συχνά αιφνιδιάζουν.

Ένας νεαρός μαύρος προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και τον δρόμο του σε μια δύσκολη γειτονιά του Μαϊάμι.

Το κλισέ της ιστορίας, η γνωστή και χιλιοειπωμένη ιστορία ενός μαύρου σε κάποιο μητροπολιτικό προάστιο, ήταν αυτό που αρχικά με απώθησε αλλά τελικά με έπεισε να φτάσω ως την αίθουσα. Διάγω, βλέπετε, την περίοδο που εκτιμώ το κλισέ και τη χρήση του, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στη λογοτεχνία. Ως προς το κλισέ όλα καλά. Εκείνο όμως που σίγουρα δεν ανέχομαι, εδώ και χρόνια, είναι ο συναισθηματικός εκβιασμός, και στο Moonlight δεν έλειπε κανένα συστατικό συναισθηματικού εκβιασμού. Ψέματα έλειπαν δύο: η αναπηρία και ο Εβραίος ήρωας. Όμως μια στιγμή, τον ήρωα τον λένε Σάιρον. Χμ. Κατά τα λοιπά: μικρό παιδί, μονογονεϊκή οικογένεια, ναρκωτικά, φτώχεια, ενδοσχολικός εκφοβισμός, ομοφυλοφιλία. Πώς να μην συγκινηθεί κανείς; Πώς να πει: έλα μωρέ τώρα.

Και ό,τι έλειπε από το σενάριο ο σκηνοθέτης προσπάθησε να το δώσει στυλιζάροντας τη φωτογραφία και τη σκηνοθεσία με φλου πλάνα και αντισυμβατικές λήψεις, θυμίζοντας κάποιες στιγμές ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως όλη αυτή η απόπειρα προσέδιδε κάποιο ενδιαφέρον στην παρακολούθηση της ταινίας, χορταίνοντας το μάτι, αλλά αδυνατώντας να της προσδώσει νόημα, περιτύλιγμα πολυτελείας για ένα -τουλάχιστον- αδιάφορο προϊόν.