Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Καρδιά, Γ. - Ευθύμης Φιλίππου

Τις Τρίτες, πριν πάω στο βιβλιοπωλείο, κατεβαίνω στο κέντρο για την απαραίτητη περισυλλογή. Ανάμεσα σε άλλες καινούριες εκδόσεις και αυτή. Στο λεωφορείο, βρήκα και έκατσα, πράγμα σπάνιο. Άρχισα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Η αναγγελία της στάσης με άφησε ανικανοποίητο, ήθελα λίγη ακόμα διαδρομή, πράγμα σπάνιο. Είχα διαβάσει είκοσι σελίδες περίπου. Αργότερα, καθώς το μεσημέρι βάθαινε προς το απόγευμα και η Δροσοπούλου, πράγμα σπάνιο, ήταν ήσυχη από κόρνες, το έπιασα ξανά στα χέρια μου. Περιπατητικό διάβασμα, δεξιότητα που ανέπτυξα στην ελληνική αεροπορία ως μέτρο αντιμετώπισης της όχλησης από την σκοπιά. Διάβασα ακόμα αρκετές σελίδες. Το βράδυ στο σπίτι το τελείωσα.

«Ο Γιώργος γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1962 στο μαιευτήριο της Αγόριανης, ένα πετρόκτιστο αρχοντικό που σώζεται ως τις μέρες μας. Ο πατέρας του, Θωμάς, ήταν αγρότης· η μητέρα του, Βασιλική, συμβολαιογράφος».

Το Γ. του τίτλου μοιάζει να ανήκει στον Γιώργο. Στον Γιώργο αφιερώνει και τη νουβέλα του ο Ευθύμης Φιλίππου. Οι αντιστοιχίες είναι απλές υποθέσεις, ωστόσο. Είναι η ιστορία του Γιώργου, λοιπόν, το μικρό μέγεθος της νουβέλας δεν επιτρέπει την παράθεση περαιτέρω πληροφοριών, ακόμα και το οπισθόφυλλο περιορίζεται στις πρώτες παραγράφους, ό,τι άλλο θα πλήξει την αναγνωστική εμπειρία. Ογδόντα σελίδες που ακολουθούν τον Γιώργο από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, αυτό ναι, μπορώ να το μαρτυρήσω, τρία κεφάλαια, η αρχή, η μέση και το τέλος, αποτελούν τη νουβέλα αυτή.

Την επόμενη μέρα τη διάβασα ξανά. Ο κύριος λόγος γι' αυτό ήταν η αίσθηση πυκνότητας που μου άφησε, δυσανάλογος του μεγέθους και της διάρκειας της ανάγνωσης, το εμβαδόν της ιστορίας μέσα μου ήταν πλατύτερο. Το Καρδιά, Γ. θα μπορούσε να εκτείνεται σε πολύ περισσότερες σελίδες, δεν είναι η ιστορία αυτή που ορίζει το μέγεθος, αλλά μια ξεκάθαρα συγγραφική επιλογή. Κοφτά και περιεκτικά ο Φιλίππου, διαμέσου του παντογνώστη αφηγητή του, εξιστορεί τη ζωή του Γιώργου με έναν τρόπο μινιμαλιστικό αλλά και ανησυχαστικό ταυτόχρονα. Διαρκώς κάτι αιωρείται, κάτι έξω από το αναμενόμενο με τη λογική, το κακό, σε ποικίλα σχήματα και εκφάνσεις, δηλώνει διαρκώς το παρόν, εκεί έγκειται το ανησυχαστικό που διασαλεύει την απλότητα της ιστορίας του Γιώργου. Ο κοφτός και περιεκτικός λόγος εγκυμονεί μικρές χαραμάδες από τις οποίες εισχωρεί το κακό, όλα στην επιφάνεια μοιάζουν και ίσως και να είναι στρωτά και περιγράψιμα, ο πυθμένας, ωστόσο, βράζει.

Το κινηματογραφικό έργο του Φιλίππου μου άφησε αρχικά την αίσθηση πως η συγγραφή της νουβέλας αυτής ήταν μια άσκηση τρέιλερ, μια σειρά από στιγμιότυπα, ανθολογημένα με τρόπο που να δελεάσουν τον υποψήφιο θεατή. Ωστόσο, στη δεύτερη ανάγνωση, με τη γνώση της πρώτης, η υποψία αυτή υποχώρησε, η νουβέλα δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου, αλλά μια αυτόνομη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος, που μπορεί, και το κάνει, να σταθεί ανεξάρτητη και πλήρης. Η αίσθηση πυκνότητας, η ακρίβεια στη χρήση των μέσων, όλα αυτά σε ευθεία διαμάχη με το μέγεθος, έχουν ως αποτέλεσμα κάτι το ενοχλητικό, κάτι το δυσάρεστο ή ανησυχαστικό όπως προείπα. Και τα τρία αυτά επίθετα μοιάζει να αποτελούν συγγραφικές επιδιώξεις. Η όχληση, θα ήταν κάπως αφελές, να συσχετιστεί αυτόματα με την ποιοτική στάθμη του έργου, θα ήταν κάπως ρηχό η προσδοκία της ανάγνωσης αλλά και η ίδια η ανάγνωση να περιορίζονταν σε κάτι γενικόλογα περιγραφόμενο ως ευχάριστο.

Η πυκνότητα και η ακρίβεια προσδίδουν μια χειρουργική αποστείρωση, ο αφηγητής στέκεται σε απόσταση, χωρίς να αφήνει να διαφανεί το συναίσθημά του, επιτελεί τον ρόλο που του ανατέθηκε από τον συγγραφέα. Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία, αρκετά από τα επεισόδια της διαδρομής του Γιώργου, θα μπορούσαν με ευκολία να ανήκουν σε μια λογοτεχνία πιο απλοϊκή, μια ιστορία που μέρη της θα μπορούσαν να απασχολούν τα μεσημεριανά σλοτ των τηλεοπτικών σταθμών, πάνελ και παρεμβάσεις από τηλεθεατές, μια σαπουνόπερα βγαλμένη από τη ζωή. Το ανησυχαστικό μέρος, ωστόσο, αποτρέπει κάτι τέτοιο, όσο και να φλερτάρει μαζί του, ο υπερρεαλισμός εδώ χρησιμοποιείται διαφορετικά από το σύνηθες, από το αναμενόμενο. Σε διάφορα σημεία αναλογίστηκα τον πολυαγαπημένο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, η ενασχόληση με το σενάριο επίσης απλώνει ένα ακόμα νήμα σύνδεσης των δύο. Το Καρδιά, Γ. ανήκει σε μια λογοτεχνία που στο σήμερα στην Αργεντινή ξέρουν να κάνουν πολύ καλά, η Μαριάννα Ενρίκες, να ένα καλό παράδειγμα. Σίγουρα γνώριμο και συγγενές με το κινηματογραφικό και θεατρικό του έργο.

«Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα» έτσι αρχίζει το Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας. Αυτή η φράση, μια από τις πλέον υποδειγματικές πρώτες φράσεις, συμπυκνώνει το συναίσθημά μου απέναντι σε αυτή τη νουβέλα. Και τώρα που έμαθα δεν γίνεται να ξεμάθω, το συναίσθημα είναι εδώ, πέρα και πίσω από την καθημερινότητα, η ιστορία του Γιώργου με τις σκοτεινές γωνιές και τις αναπάντεχες ατραπούς παρούσα. Ο υποδόριος τρόμος, το κακό, τα όρια του ορθολογικού, το δυσερμήνευτο της ύπαρξης. Ο Φιλίππου εμφυσά το κακό πάνω από τη νουβέλα του, σχηματίζει κάποιες λίγες εικόνες, δεν επεξηγεί, δεν τονίζει κάτι σε σχέση με κάτι άλλο, αφήνει τον αναγνώστη να την αντιμετωπίσει, χωρίς τρικ, όχι εμφανή τουλάχιστον, με οικονομία στα μέσα δημιουργεί την ατμόσφαιρα, ο Γιώργος πατάει στο οικείο και το ανοίκειο, και το οικείο, πόσο μάλλον το ανοίκειο, αποτελεί γόνιμο έδαφος για τον υπαρξιακό τρόμο, για την ενεργοποίηση του στοιχειώματος.

υγ. Για την τελευταία νουβέλα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, Το όνομά σου, περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το υπέροχα σκοτεινό μυθιστόρημα της Μαριάννα Ενρίκες, Η δική μας πλευρά της νύχτας, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Δώμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου