Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Το καλό μες στο κακό - Samanta Schweblin

Πέρασαν έξι χρόνια, μοιάζει σχεδόν χτες, όταν διάβασα το Απόσταση ασφαλείας, το μυθιστόρημα με το οποίο η Σαμάντα Σβέμπλιν συστήθηκε στο ελληνικό κοινό. Δεν θυμάμαι πολλά από την ιστορία, μια γυναίκα στο κρεβάτι, η επιμονή κάποιου να την κάνει να θυμηθεί, ένα μεταφυσικό πέπλο, η απόσταση ασφαλείας είναι η απαραίτητη απόσταση από τη μνήμη, το συναίσθημα, την εμπειρία, που επιτρέπει στο υποκείμενο να νιώθει τη μικρότερη δυνατή ανασφάλεια, να μπορεί να ανασάνει, να σκεφτεί ψύχραιμα και να διατηρεί μια κάποια ψυχραιμία, θυμάμαι όμως καλά πως διαβάζοντάς το ένιωθα κάτι το υποδόρια ανησυχαστικό. Το Κεντούκι, πέντε χρόνια αργότερα και αφού η συλλογή διηγημάτων της, Επτά άδεια σπίτια, είχε μεσολαβήσει, με το κεντρικό εύρημα που το μετακινεί πιο μέσα στην επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται πλήρως σε αυτή, επίσης ανησυχαστικό, όχι υποδόρια αυτή τη φορά, αλλά στην επιφάνεια της ιστορίας, πιο απτό και επομένως πιο διαχειρίσιμο. Όλα τα βιβλία τής Αργεντινής συγγραφέα στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου.

Δεν είναι πάντοτε απλό, συνήθως είναι σπάνιο, να εντοπίσει κανείς επακριβώς τι είναι εκείνο που του ασκεί έλξη σε κάποιο βιβλίο, σε κάποια συγγραφέα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η Σαμάντα Σβέμπλιν, με τη διεθνή φήμη και τα πολλά βραβεία. Η φαινομενική απλότητα είναι που το κάνει ακόμα πιο σύνθετο και δύσκολο. Η κυκλοφορία των διηγημάτων της και η επικείμενη παρουσία της στο φεστιβάλ ΛΕΑ επέσπευσαν την ανάγνωση, ήθελα να πάω διαβασμένος στο πάνελ που μοιράστηκε με τον Νίκο Μάντη, σκασμένος που δεν θα μπορούσα να βρεθώ στη συζήτησή της με την Αλεξάνδρα Κ.

Την παρούσα συλλογή, Το καλό μες στο κακό, την αποτελούν έξι αρκετά μεγάλα διηγήματα, δύο από αυτά της τάξης των πενήντα σελίδων, τα πέντε πρώτα διαθέτουν πρωτοπρόσωπη αφήγηση, στο τελευταίο επιστρατεύεται ένας παντογνώστης αφηγητής. Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο νήμα σύνδεσης μεταξύ των διηγημάτων, σίγουρα δεν υπάρχει μετακίνηση προσώπων και καταστάσεων από το ένα στο άλλο, ωστόσο αυτό σε καμία περίπτωση δεν γεννά τη σκέψη πως απλώς εκδόθηκαν παρέα ώστε να δημιουργηθεί ένα βιβλίο. Ήδη από το πρώτο διήγημα, ο αναγνώστης που έχει διαβάσει κάποιο από τα προηγούμενα βιβλία της, αναγνωρίζει το ύφος, τη φωνή, το παράδοξο από το οποίο απειλούνται τα πρόσωπα. Το παράδοξο, συνήθως με τον μανδύα του μεταφυσικού ή της οριακότητας στην αντίληψη, είναι το μυαλό που παίζει παιχνίδια ή το εξωτερικό περιβάλλον, άραγε. Το μέγεθος, αλλά και το ταλέντο, η κλίση και η λεπτοδουλειά, επιτρέπει στη Σβέμπλιν να χτίσει αργά και σταθερά τις ιστορίες της, να κάνει τις απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, παρεκβάσεις αβίαστες που δεν πετούν τον αναγνώστη εκτός της ιστορίας, αλλά αντίθετα τον εισάγουν σε αυτή σε όλο της το μήκος.

Η ανισότητα, πάθηση συνήθης στις συλλογές διηγημάτων, φαινόμενο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όπως μου αρέσει να το αποκαλώ, όταν ένα άντε δύο τραγούδια ήταν αυτά που άξιζαν και τα υπόλοιπα απλώς συμπλήρωναν το σιντί, εδώ δεν παρατηρείται. Το κάθε διήγημα καταλαμβάνει τον χώρο του, συντελεί στη συνολική αίσθηση της ανάγνωσης, τι και αν αργότερα ένα ή δύο θα είναι αυτά που η μνήμη θα συγκρατήσει, στην περίπτωσή μου τα δύο μεγαλύτερα, τώρα, δέκα μέρες μετά την ανάγνωση, που πιάνω να γράψω αυτό το κείμενο, Το μάτι στο λαρύγγι και Η γυναίκα από την Ατλαντίδα, το τέταρτο και το πέμπτο αντίστοιχα, αν και πιο ανησυχαστικά σίγουρα λειτούργησε το Ο Γουίλλιαμ στο παράθυρο, κυρίως γιατί στο τέλος η Σβέμπλιν αναφέρει πως «συνέβη στα αλήθεια. Ίσως είναι το πιο αυτοβιογραφικό διήγημα που έχω γράψει κι ίσως επίσης, γι' αυτό ακριβώς, είναι καλύτερα να μην πω τίποτε περισσότερο».

Εκείνο που περισσότερο από όλα μου έκανε εντύπωση, και τώρα συνειδητοποιώ πως αποτελεί χαρακτηριστικό της αφηγηματικής επικράτειας της Σβέμπλιν, είναι πως πετυχαίνει μια ιδιότροπη συγχρονία. Λέω ιδιότροπη, θα μπορούσα σίγουρα να έχω πιο απλά χρησιμοποιήσει το επίθετο ιδιότυπη, αλλά νιώθω πως για κάποιο λόγο ταιριάζει καλύτερα εδώ. Δεν είναι μόνο η παράδοση της Νοτίου Αμερικής, και δη της Αργεντινής, στο διήγημα που ορίζει τις πηγές του λογοτεχνικού ποταμού στον οποίο κινείται η συγγραφέας, αλλά της ευρύτερης παράδοσης του παράδοξου ή μεταφυσικού κλίματος. Και ενώ, λοιπόν, η πλεύση στον ποταμό αυτό είναι εμφανής, εντούτοις τα διηγήματά της, στην προκειμένη περίπτωση αλλά και το συνολικό έργο της γενικότερα, δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παλιακά. Τείνω να ισχυριστώ μετά υποκειμενικής βεβαιότητας πως η ιδιότροπη συγχρονία που νιώθω κατά την ανάγνωση έχει να κάνει με τον δέκτη, και όχι με τον πομπό, που και η ίδια είναι δέκτρια με τη σειρά της. Χωρίς να το εκβιάζει, χωρίς να επιχειρεί να πιάσει το zeitgeist, χωρίς να χρησιμοποιήσει απευθείας την πρώτη ύλη από τον κοινωνικό ή πολιτικό ταμιευτήρα του παρόντος, εντούτοις, και αφού πρώτα έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί τη δική της φωνή, το δικό της ύφος, διακριτά και όχι φωναχτά σαν κάποιος που θα ήθελε να πείσει πως στα ερείπια χτίζει το δικό του λογοτεχνικό ανάκτορο, πετυχαίνει να προκαλέσει το αίσθημα του ανοίκειου στον σημερινό αναγνώστη, θύμα και θήτη ταυτόχρονα του επιστημονικά άτεγκτου ορθολογισμού και της απόλυτης αιτιοκρατίας, με ένα τρόπο που κάποτε μετήλθε η λογοτεχνία του φανταστικού, όταν πια οι κοινωνίες έπαψαν να λένε παραμύθια γύρω από τη φωτιά.

Η Σβέμπλιν, θεωρώ, πως πετυχαίνει εκεί που τόσοι άλλοι αποτυγχάνουν, ίσως γιατί δεν είναι εκείνη η κύρια επιδίωξή της, ίσως γιατί πρώτιστα επιθυμεί να υπηρετήσει με τον καλύτερο και αρτιότερα δυνατό τρόπο την κατασκευή και την εκτέλεση κάθε ιστορίας της, χωρίς να διατυμπανίζει πως είναι αποφασισμένη να κατέλθει στα μύχια της αντίληψης και πως είναι ανοιχτή στο παράλογο, στέκεται, θέλω να πω, στη σκιά σε απόσταση ασφαλείας. Κάνει κάτι που με τα χρόνια αμελείται, η λογοτεχνία, η κάθε τέχνη, δεν είναι μια αντικειμενική και επιστημολογικά συνεπής διεργασία, υπάρχουν άλλωστε η ιστορία, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και άλλες επιστήμες, θεωρητικές ή θετικές, γι' αυτό, αλλά ο εκάστοτε συγγραφέας διαθέτει τις ευαίσθητες εκείνες κεραίες ώστε να διακρίνει εκείνο που είναι δύσκολο να διατυπωθεί με σαφήνεια και ακρίβεια, και το απαραίτητο ταλέντο, σκληρή δουλειά επίσης μην το ξεχνάμε παρακαλώ, ώστε να το μεταφέρει στο χαρτί με τον κατάλληλο τρόπο, μια εμπειρία οριακή γίνεται τότε η γραφή και η ανάγνωση, χωρίς να διαφημίζεται και να φωνάζει πως είναι τέτοια. Και ίσως μερικούς μια γραφή όπως αυτή να τους ξενίζει, γιατί έχουν κιόλας συνηθίσει, είτε λόγω της παρέλευσης ικανού χρόνου, είτε γιατί η λογοτεχνία πηγαίνει προς μια κατεύθυνση αντικεμενικοποίησης, εκεί που οι φιλόλογοι και οι καθηγητές δημιουργικής γραφής νιώθουν αυτοπεποίθηση στην αποδόμηση και την εξήγηση του γιατί και του πώς λειτουργεί το κάθε κείμενο, πρώτη ύλη για τη διδασκαλία τους.

Κλείνοντας, να πω μόνο αυτό το κλισέ ακόμα, πως η έλξη στη λογοτεχνία της Σβέμπλιν μοιάζει με ένα παγάκι, σε δροσίζει και σε καίει, θες και δεν θες ταυτόχρονα να το κρατήσεις στη χούφτα σου, πόσο μάλλον να την κλείσεις σφιχτά. Και όλο αυτό ένα απλό παγάκι, η ηδονή και η ανησυχία, από τις απολήξεις νεύρων μέχρι το κέντρο ελέγχου.

υγ. Για την Απόσταση ασφαλείας έγραφα αυτό, για το Κεντούκι αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου