Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Locke (2013)




Το εργοτάξιο αδειάζει με τη λήξη της βάρδιας. Ο Ίβαν Λοκ (Τομ Χάρντυ), φανερά καταπονημένος, κατευθύνεται προς το αμάξι του. Η αυριανή θα είναι η πιο κρίσιμη μέρα για το έργο, η μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, καθώς έχει την πλήρη ευθύνη για την υλοποίηση ενός έργου εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών, ενός έργου χωρίς προηγούμενο για την Ευρώπη, όταν δεκάδες μπετονιέρες θα έρθουν για να εναποθέσουν το περιεχόμενό τους στα έγκατα του τεράστιου υπό ανέγερση κτιρίου. Εκεί, που ακόμα και η πλέον αδιόρατη ρωγμή μπορεί να αποδειχτεί καταστροφική, τίποτα δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη. Προσδοκά σε λίγες ώρες χαλάρωσης στο σπίτι με τους γιούς και τη γυναίκα του, η ομάδα του δίνει έναν κρίσιμο αγώνα για τον οποίο όλοι μιλάνε εδώ και μέρες. Ακόμα και εκείνη φόρεσε τη φανέλα της ομάδας αφού πρώτα φρόντισε να αγοράσει μπύρες και λουκάνικα, ο ενθουσιασμός των παιδιών είναι διάχυτος, οι ενστάσεις τους για τους έντεκα βασικούς που επέλεξε ο προπονητής πολλές. Το τηλέφωνο ξάφνου χτυπά, η είδηση από την άλλη άκρη της γραμμής τον αναστατώνει, αρχικά αποφασίζει να αγνοήσει αυτή την παρεκτροπή της κανονικότητας, στο φανάρι όμως θα βγάλει φλας. Στη διάρκεια της διαδρομής για το Λονδίνο, που χωρίς κίνηση την υπολογίζει, σύμφωνα πάντα με τον πλοηγό, σε περίπου δύο ώρες, θα μιλήσει με διάφορους ανθρώπους στο τηλέφωνο, επιχειρώντας να δώσει πρακτικές λύσεις και όχι εξηγήσεις, αν και γρήγορα θα αναγκαστεί να δώσει και τέτοιες.

Πρόκειται για ταινία που αποτελείται, πρακτικά, από μία σκηνή. Το σεναριακό αυτό εύρημα, αρκετά λογοτεχνικό -διάβασα πρόσφατα και το Ταξιδεύοντας σε ξένη γη, που πραγματεύεται την ίδια συνθήκη αφήγησης-, θέτει δεδομένους περιορισμούς και δυσκολίες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον διάλογο σε πρωτεύον κινηματογραφικό συστατικό, παραμερίζοντας την εικόνα που παραμένει σταθερή. Ο Στίβεν Νάιτ, σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας, ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην πρόκληση αυτή, πετυχαίνοντας ένα αρκετά σφιχτοδεμένο αποτέλεσμα, ιδιαιτέρως αληθοφανές, χωρίς παρεκκλίσεις αχρείαστου μελοδραματισμού, καταφέρνοντας -το σημαντικότερο ίσως στοίχημα- να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον του θεατή. Ο τρόπος με τον οποίο εισάγει τον μονόλογο του Λοκ, στα κενά των τηλεφωνημάτων, είναι έξυπνος και λειτουργικός, αφού προάγει την πλοκή και δίνει απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα. Ο ακινητοποιημένος εν κινήσει Λοκ είναι το μοναδικό πρόσωπο του δράματος που αντικρίζει ο θεατής, καθώς τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν μόνο φωνή μέσω της ανοιχτής ακρόασης με την οποία είναι εξοπλισμένη το αμάξι. Το ταξίδι του ήρωα εδώ είναι κυριολεκτικό. Ξεκινώντας είναι ένας άντρας με σπίτι, οικογένεια και δουλειά· το τέλος δεν ξέρει πώς θα τον βρει. Ένα ιδιότυπο road movie όπου η εσωτερική δράση είναι μεγαλύτερη της εξωτερικής. Η περιγραφή της δράσης έξω από το αυτοκίνητο μέσω των διαλόγων, χωρίς τη βοήθεια της εικόνας, αποτελεί μια εμπειρία αρκετά σπάνια στην εποχή της εικόνας, καθιστώντας απαραίτητη την ενεργοποίηση της φαντασίας του θεατή, και εδώ έγκειται η λογοτεχνικότητα της εμπειρίας, καθώς ο θεατής δίνει σχήμα και μορφή σε πρόσωπα, μέρη και καταστάσεις, κάτι το οποίο διαθέτει μια ιδιαίτερη δυναμική, αφού είναι πιθανό όταν φαντάζεσαι, για παράδειγμα, μια γυναίκα να κλαίει να φαντάζεσαι μια γυναίκα που γνωρίζεις να κλαίει, σε ένα υπνοδωμάτιο που γνωρίζεις καλά, σε ένα υπνοδωμάτιο που έχεις ξαπλώσει μαζί της.  

Και αν οι διάλογοι αποτελούν τον έναν πυλώνα στήριξης της ταινίας, τον άλλο αποτελεί -όπως εύκολα φαντάζεστε- ο Λοκ. Η ερμηνεία του Χάρντυ δίνει πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, δίνοντας πνοή στον χαρακτήρα που ο Νάιτ σχεδίασε στο χαρτί. Ο Λοκ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, δεν διαθέτει κάτι το ηρωικό, που θα θαμπώσει τον θεατή και θα σώσει τον κόσμο, ίσα-ίσα, υπάρχουν στιγμές που διχάζει, που ενοχλεί, όπως διχάζουν και ενοχλούν όλες οι αποφάσεις στην πραγματική ζωή. Δεν υπάρχει, όσο και αν την έχουμε ανάγκη για να χαϊδέψουμε το εγώ μας, η τέλεια συμπεριφορά, η ιδανική στάση απέναντι στα πράγματα. Όσο προσπαθεί κανείς να ζήσει με βάση κάποιες αρχές τόσο αναγκάζεται να πληγώσει και να θυμώσει τους γύρω του. Ο Λοκ το γνωρίζει αυτό. Το γνωρίζει καλά. Θέλει να τα έχει καλά με τη συνείδησή του, να μην κάνει εκείνα για τα οποία μίσησε άλλους, ελπίζει -ανθρώπινα- πως το τίμημα δεν θα είναι δυσβάσταχτο, πως -αφελώς- κάπως θα του πιστωθεί η καλή πρόθεση. Όχι πως είναι απλό να τα 'χει κανείς καλά με τη συνείδησή του, ιδιαίτερα στο τέλος της ημέρας. Η -πιθανή- σκληρή στάση του θεατή απέναντι στον Λοκ έχει κάτι από το κοίταγμα σε έναν καθρέφτη, από την ευκολία του υψώματος του δείκτη, από την άνεση της εκ του μακρόθεν καθοδήγησης της ζωής των άλλων. Από την ίδια αφετηρία όμως εκκινεί και η ενσυναίσθηση. 

Είχα επιφυλάξεις για την ταινία αυτή, όπως και για κάθε ταινία της οποίας η φήμη του ευρήματος προηγείται αυτής. Αποδείχτηκε μια καλή ταινία με ένα χρηστικό, και κυρίως καλοδουλεμένο, εύρημα, ταινία ήπιων τόνων και χωρίς συναισθηματικό εκβιασμό. Οι λύσεις στα προβλήματα που έθετε το σενάριο ήταν έξυπνες και λειτουργικές, και όχι τραβηγμένες από τα μαλλιά στον βωμό του εντυπωσιασμού και της ευκολίας. Εκείνο που με ενόχλησε λίγο ήταν η φωτογραφία, και κυρίως τα εφέ θολώματος της εικόνας ως προέκταση του θολού βλέμματος του Λοκ, μια ευκολία αχρείαστη. Αντίθετα θαύμασα την σχεδόν παντελή έλλειψη μουσικής, ακόμα ένα δεκανίκι που ο Νάιτ δεν χρησιμοποίησε επιμένοντας στο σενάριό του. Αξίζει να δει κανείς την ταινία αυτή, για τις ώρες που πολλοί και πολλές περνάμε στο αμάξι οδηγώντας μόνοι μας, για την ανάγκη μας να έχουμε τον πλήρη έλεγχο στα πράγματα και να είμαστε αψεγάδιαστοι, οι κύριοι τέλειοι, για τις μαύρες τρύπες που ξάφνου ανοίγονται μπροστά μας, για την αυστηρότητα με την οποία κρίνουμε. 

Για το μυθιστόρημα του David Park Ταξιδεύοντας σε ξένη γη, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υγ. Για την απόδοση του τίτλου στα ελληνικά ως Σε λάθος χρόνο δεν χρειάζεται φαντάζομαι να σχολιάσω κάτι...


       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου