Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Για τα αναφιλητά ενός υποχόνδριου άνευ θυρεού



Εξ αρχής αυτά τα δύο βιβλία, ο Υποχόνδριος του Στέλιου Παπαγρηγορίου (εκδόσεις Κυψέλη) και τα Αναφιλητά τού Γιώργου Δούλου (εκδόσεις Έρμα), απέκτησαν ιδιότητες διδύμου στο μυαλό μου, αφού πρώτα διαμορφώθηκε η επιθυμία να τα διαβάσω.

Προηγήθηκε ο Υποχόνδριος με τον προσδιοριστικό υπότιτλο: νοσοβιογραφία. Ύστερα από κάποιες σελίδες, μου άρεσε αυτό που διάβαζα, αναζήτησα τον συγγραφέα, είδα πως έχει γράψει και άλλα βιβλία, δεν το(ν) γνώριζα, έψαξα και τις μουσικές του, ούτε αυτές γνώριζα, επέστρεψα στην ανάγνωση. Στην είσοδο με καλωσόρισε ένα απόσπασμα από Τα στοιχειώδη σωματίδια του Μισέλ Ουελμπέκ, υπογραμμισμένο και από μένα στη δική μου ανάγνωση, «Τα μόνα γεγονότα που σου απομένουν να ζήσεις είναι ιατρικής τάξεως». Η αγάπη του, αυτό το παράδοξο για τον Ουελμπέκ ουσιαστικό, για τον Σοπενχάουερ είναι δεδομένη, άλλωστε, το παραπάνω απόσπασμα απλά την επισημαίνει.

Μια κακοήθεια στον θυρεοειδή αδένα δίνει τέλος στην υποχονδρία από την οποία έπασχε ο αφηγητής, αυτό που φοβόταν συνέβη, μια ασθένεια του χτύπησε την πόρτα, το φοβόταν ή το ήλπιζε, δεν ξέρω, βρίσκω τη γραμμή ιδιαιτέρως λεπτή, όση εκείνη ανάμεσα στο θα αρρωστήσω σίγουρα και στο είμαι άρρωστος σίγουρα, κάτι (θα) έχω. Μια νοσοβιογραφία, το εξώφυλλο δίνει την ειδολογική απάντηση, αν αυτό έχει κάποια αξία κατά την ανάγνωση, μια νοσοβιογραφία περιλαμβάνει: ένα μεγάλο μέρος εαυτού —υποκείμενο πρωταγωνιστικό, το πάσχον σώμα—, επιστημολογία —δείκτες, διαγνώσεις, θεραπείες, προσδόκιμα—, αλλά και μια καταβύθιση στον ψυχισμό δια μέσου (και) της λογικής. Χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο (ψευδο)αυτομυθοπλαστικό και το δοκίμιο, αυτό και αυτό με τη σειρά του, αναπόφευκτα. Αναλήψεις από τον ταμιευτήρα του υποχόνδριου παρελθόντος, καταθέσεις από το παρόν της εν εξελίξει μάχης, η φθορά, αναπόφευκτη και όμως τόσο εκπληκτική, ο θάνατος στο τέλος της διαδρομής, μόνη βεβαιότητα.

Όταν κάποιος γύρω μας αρρωσταίνει, η συμβουλή είναι οικουμενικά σύμφωνη: προσπάθησε να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου. Ένα χτύπημα στην πλάτη, ενίοτε. Αλλά και: δες το σαν μια δοκιμασία, μην απελπίζεσαι/αγχώνεσαι, μην το βάζεις κάτω, η επιστήμη έχει προοδεύσει, είσαι τυχερός γιατί θα μπορούσε, η ψυχολογία παίζει καθοριστικό ρόλο, να το θυμάσαι. Ο συγγραφέας Παπαγρηγορίου διατηρεί την ψυχραιμία του κατά την κατασκευή, πετυχαίνει αρμονία και ισορροπία στα συστατικά και τα μέρη, τις αναλογίες και τα υλικά, η νοσοβιογραφία δεν είναι κάτι απλό στην κατασκευή, όπως η νόσος δεν είναι κάτι το απλό στη βίωση, ούτε και ο υποχόνδριος βίος. Το συναίσθημα και η λογική, το μυθοπλαστικό και το δοκιμιακό, οι σκέψεις του υποκειμένου και τα δάνεια, η προσοχή να μη στεγνώσει το κείμενο εντελώς, αλλά και να μην γίνει συναισθηματικό νιανιά. Κυρίως η ισορροπία από την πτώση σε έναν παχύρρευστο μηδενισμό ή σε ένα βυθό ναρκισσισμού ή και κακόγουστου χιούμορ. Η ισορροπία αυτή, οριακή κάποιες στιγμές, είναι που κατά τη γνώμη μου καθιστά το κείμενο αυτό γοητευτικό στην ανάγνωση, προκλητικό κατά μία έννοια, καθώς δεν κινείσαι σε γνωστά και οικεία περιβάλλοντα, παρότι τα όσα αναφέρει είναι οικεία για κάθε σώμα και (τον φόβο για) τη φθορά του. Ένα σημείο κοινού εδάφους, η δανειοληψία από τις αναγνώσεις. Το αυτοδοκίμιο ως τρόπος αφήγησης του προσωπικού, ως αναγνώριση, ως παραδοχή των πηγών και των ριζών, ως πυξίδα που καθόρισε, αν και ακόμα το κάνει, το μονοπάτι, το αυτοδοκίμιο ως διερεύνηση των φίλτρων, της τυχαιότητας και της πρώτης ύλης από την οποία το υποκείμενο αποτελείται. Τα φανερά χαρτιά, όχι άσσοι κρυμμένοι στο μανίκι, όχι αφηρημένα ενδοκειμενικά κατάλοιπα, αλλά με βιβλιογραφία και συγκεκριμένα αποσπάσματα.

Ο Υποχόνδριος είναι ταυτόχρονα γνώριμος και ανοίκειος, η κατασκευή και η αφήγησή του, επίσης. Συγγενεύει/ανήκει σε ένα ευρύτερο αφηγηματικό κόρπους, υπό άνθιση τελευταία, αλλά δεν εξαχνίζεται εντός του, διατηρεί μια διακριτή αυτονομία, ξεχωρίζει χωρίς να φωνάζει, χωρίς να το εκβιάζει, ίσως γιατί καταστατικά αποδέχεται τη μη παρθενογένεση, γιατί τα δάνεια του/μας/μου είναι πολύτιμα.

Ακολούθησαν τα Αναφιλητά. Το πρωτόλειο συγγραφικό έργο ενός πολυσύνθετου δημιουργού, του Γιώργου Δούλου, πολυσχιδής μάλλον είναι η λέξη που ταιριάζει καλύτερα, με σπουδές στη θεατρολογία, ασχολείται με την κεραμική. Τα μπλε κεραμικά του τα είχα δει, δεν ήξερα πως είναι δικά του, ωστόσο.

Θα ήθελα να πω: σε κάθε ανάγνωση βουτάω γυμνός, χωρίς συμπράγκαλα. Είναι όμως ψέμα, αναπόφευκτα είναι. Το λέω αυτό γιατί τα συμπράγκαλα με βάραιναν ξεκινώντας και προχωρώντας την ανάγνωση, αναρωτιόμουν έντονα σχετικά με την ειδολογική κατάταξη του βιβλίου, ξεχνούσα να αναπνεύσω, να αφεθώ, να βρω ρυθμό. Το κείμενο ωστόσο με κρατούσε, η περιέργεια από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή, ποτέ δεν είναι, παρά τα συμπράγκαλα, πόσα χρόνια είχα να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη και τώρα με έχει πιάσει εμμονή, η ανάγνωση για μένα διαθέτει κυρίαρχο το στοιχείο της απόλαυσης, δεν είμαι φιλόλογος, δεν νιώθω κριτικός, είμαι αναγνώστης, άλλωστε, έτσι ζω. Το κείμενο, λοιπόν, με κρατούσε, όχι πάντοτε χωρίς όχληση, κύρια εκείνη του κατακερματισμού, μου έλειπε μια συνοχή, που με τη σειρά της θα απαντούσε σε διάφορα που τα συμπράγκαλα αναζητούσαν, φτου και πάλι από την αρχή. Το κείμενο με κρατούσε, με κράτησε μέχρι το τέλος, σελίδα τη σελίδα η όχληση υποχωρούσε, η συγκεκριμένη περί κατακερματισμού, τουλάχιστον, τα συμπράγκαλα τα συνήθισα κάπως, η αναπνοή βρήκε ρυθμό, απόλαυση και χαλάρωση, επίσης βρήκα.

Ευτυχώς το κείμενο με κράτησε. Όχι, ευχολόγιο είναι αυτό, δεν ισχύει, πάμε πάλι: Επειδή το κείμενο με κράτησε και έφτασα ως το τέλος, μπόρεσα να νιώσω τα παραπάνω, συναισθηματικά ήμουν καλυμμένος, πλήρης. Κοίταξα το εξώφυλλο ξανά, αναφιλητά, να το ειδολογικό, έστεκε εξαρχής εκεί, τα μαρτυρούσε όλα. Ειδολογικά το βιβλίο αυτό είναι αναφιλητά, στιγμές χαοτικού αφήματος, στιγμές παύσης, πειθαρχίας, επιβολής στο συναίσθημα, καλώς την τη λογική σκέψη, άφημα, παύση, πειθαρχία, επιβολή, λογική, φτου και πάλι από την αρχή. Αυτό ήταν. Η κειμενοποίηση των αναφιλητών. Να και η δική μου λογική, να και τα συμπράγκαλα, να που ικανοποιούνται. Μετά την αλληλουχία καταστάσεων, ας περάσουμε στα συστατικά τους. Πατρότητα, σεξουαλικότητα, δημιουργία, ύπαρξη. Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι.

Λέει κάπου ο Δούλος, σε ισορροπία συναισθήματος-λογικής, πως ένα από τα προβλήματα όταν αποκτάς παιδί είναι το βάρος, τα συμπράγκαλα καλή ώρα, που κουβαλάς από τις γενιές που προηγήθηκαν και από το γύρω περιβάλλον, η μονοσημία για το πώς οφείλεις να νιώσεις, για το πώς είναι σωστό να νιώσεις, με όρους απόλυτους, καλό κακό, σωστό λάθος, κανένα περιθώριο στην αμφιβολία, κανένα περιθώριο να τοποθετήσεις κάτι δικό σου στη νέα αυτή εξίσωση. Και έχει δίκιο, όχι μόνο στην πατρότητα συμβαίνει αυτό, αλλά αυτή είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς ο κόσμος μπορεί να πέσει να σε φάει αν τολμήσεις να ξεστρατίσεις. Σε αυτό το σημείο ξεκλειδώνουν πολλά στο κείμενο, στην κατασκευή του, στην ψυχή του. Ο Δούλος λέει πως παλεύει για τον δικό του τρόπο απέναντι στην πεπατημένη οδό που δεν τον ικανοποιεί. Λέει επίσης πως η αμφιβολία είναι συνεχής, σε πολλά ζητήματα απαντά με ένα δεν ξέρω. Λέει πως προσπαθεί.

Τα Αναφιλητά λαμβάνουν χώρο εντός του άνωθεν πλαισίου σκέψης, η ζωή συναντά το έργο, αναπόφευκτα.

Μπορεί η αμφιβολία να συνέχει μια κατασκευή λόγου; Αναρωτιέμαι. Δεν ξέρω. Εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, η εύκολη απάντηση είναι αυτή. Στα αναφιλητά συμβαίνει, αυτό ακριβώς είναι τα αναφιλητά, μια κατασκευή λόγου που τη συνέχει η αμφιβολία, που την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί. Αποφεύγω να εισέλθω σε αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, εκτός κατασκευής δεν θα λειτουργούσαν, θεωρώ. Τα αναφιλητά έχουν μια αυθεντικότητα, να ένα σημείο κοινό με τον υποχόνδριο, με τον τρόπο τους αποτυπώνουν μια εποχή, τη σημερινή, που η αμφιβολία κρατάει τα ινία της επανάστασης απέναντι σε έναν κόσμο που διατυμπανίζει διαρκώς βεβαιότητες, που όλοι ξέρουν, που όλοι τα κάνουν όλα σωστά, που κανείς δεν κάνει λάθος, που κανείς δεν πέφτει, που κανείς δεν χτυπά, παρά μόνο ευθύνη άλλου. Και τι κάνουμε όλοι εδώ κάτω στον βούρκο του 608, πώς βρεθήκατε και εσείς εδώ;

Δεν θυμάμαι αν το λέει κάπου ο συγγραφέας ή αν είναι σκέψη δική μου, όπως και να έχει: η αμφιβολία, όπως και τα αντιπαραδείγματα, είναι μια πολύ καλή πυξίδα, ένας ακριβής γεωεντοπισμός, καθώς ανά πάσα στιγμή γνωρίζει το υποκείμενο της αμφιβολίας πώς και πού βρίσκεται, αντίθετα με την τυφλή βεβαιότητα.

Τα αναφιλητά εντέλει λειτούργησαν πλήρως αναγνωστικά αλλά και συναισθηματικά, τα διαχωρίζω παρότι εν πολλοίς ταυτίζονται αυτά τα δύο. Υπάρχουν κάποια κείμενα, και αυτό είναι ένα τέτοιο, που κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος της ανάγνωσης, μοιάζει να σου τείνουν μια πρό(σ)κληση, δοκίμασε και εσύ, μοιάζει να λένε, δεν το απαιτούν, σε καμία περίπτωση δεν το κάνουν. Η γραφή άλλωστε, παρά τα όσα λένε οι επικοινωνιολόγοι, πρώτα αφορά τον εαυτό, την εξόρυξη και την τήξη, το ασχημάτιστο φλου που παίρνει μορφή, ύστερα αυτό γυρεύει να επικοινωνήσει, το κάθε υποκείμενο γραφής έχει τους λόγους του επί αυτού. Και η αμφιβολία στη γραφή είναι γόνιμη, μακριά από θέσφατα και αποστειρωμένους κανόνες, όχι μόνο για το υποκείμενο της γραφής, αλλά και για τον δέκτη, δεν μιλάω για παρθενογένεση εδώ, αλλά για πολυσημία, για τη διαφορετικότητα της κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, για μια καθησυχαστικά πλούσια παλέτα από αποχρώσεις στον καμβά (και) της δημιουργίας.

Τελικά το ένστικτό μου αποδείχτηκε σωστό. Κανένα παράσημο, μόνο τυχαιότητα. Τα δύο βιβλία ανήκουν σε ένα ευρύτερο κόρπους αυτομυθοπλασίας, γυρεύουν καταφύγιο σε δάνεια αλλότρια με την ευγνωμοσύνη του ευεργετηθέντος, αμφιβάλλουν, καθένα με τον τρόπο του, την ιδιοσυγκρασία του, γυρεύουν απαντήσεις, γυροφέρνουν σε ένα προκλητικό ανοίκειο παρότι γνώριμο στίβο, δεν δείχνουν, δεν επισημαίνουν, δεν εκβιάζουν, απλώνουν το χέρι, δοκίμασε κι εσύ, λένε, καθένα με τον τρόπο του, με την ιδιοσυγκρασία του, συμβάλλουν με τη σειρά τους κι αυτά στην πολυσημία, στην βιοποικιλότητα της ανθρωπινότητας.

Κλείνω εδώ αυτό το διπλό κείμενο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου