Ήμουν πέριξ των δέκα όταν αυτός ο πόλεμος συνέβη. Ελάχιστες αναμνήσεις έχω, αν και η τηλεοπτική αναμετάδοση εμφύτευσε αρκετές εικόνες στο μυαλό μου.
Ο Όζρεν Κέμπο, λίγο μετά τα τριάντα τότε, εγκλωβίστηκε στο Σαράγεβο και δεν το εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της σερβικής πολιορκίας, λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις ανήσυχες εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας.
Κάποιος μπορεί να ξέρει λιγότερα ή περισσότερα για ένα τέτοιο τερατώδες στιγμιότυπο της ανθρώπινης ιστορίας, κανείς ωστόσο δεν ξέρει πώς είναι η βίωσή του, η εξ αποστάσεως μελέτη και έρευνα έρχεται σύμφυτη με το εκ του ασφαλούς.
Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια να διαβάζω την Καταστροφή του Χανς Έρικ Νόσσακ, ενός συγγραφέα που ο Ζέμπαλντ είχε περί πολλού, στο οποίο γινόταν αναφορά στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Αμβούργου το καλοκαίρι του 1943 στο πλαίσιο της επιχείρησης Γόμορρα. Λίγες μέρες πριν, η σύντροφός του είχε καταφέρει να νοικιάσει μια καλύβα στην εξοχή της μεγαλούπολης, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν ολιγοήμερων διακοπών. Οι σειρήνες ήχησαν, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά, οι πρώτες εκρήξεις ακούστηκαν, εξ αποστάσεως ο συγγραφέας είδε τους καπνούς πάνω από την πόλη στο βάθος του ορίζοντα. Μετά το τέλος της επιχείρησης θα επιστρέψει, στην Καταστροφή θα περιγράψει αυτή την επιστροφή στην βομβαρδισμένη πόλη, ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα ερείπια, εκεί όπου το εδώ ήταν αυτό και εκεί το άλλο, τώρα ένας σωρός από χαλάσματα, διανύει την αφήγηση, παρέα με ένα διάχυτο τι θα είχε συμβεί εάν δεν απουσίαζαν εκείνες τις κρίσιμες μέρες. Ακόμα θυμάμαι την ανάγνωση εκείνη. Ακόμα θυμάμαι τον συγγραφέα να θέτει διαρκώς στο προσκήνιο της γραφής πως εκείνος δεν ήταν εκεί όταν ο βομβαρδισμός συνέβη. Οι βομβαρδισμοί των συμμάχων, οι θάνατοι και οι εκτεταμένες καταστροφές δεν βρέθηκαν ποτέ πραγματικά στο επίκεντρο της κριτικής, ήταν κάτι το αναπόφευκτο στη μάχη απέναντι στο κακό.
Είχα το βιβλίο εκείνο κατά νου διαβάζοντας το Σαράγεβο.
Θέλω αρχικά να μείνω σε δύο αντιδράσεις. Εκείνων που έλειπαν και επέστρεψαν τότε, εκείνων που έκτοτε μελετούν και γνωμοδοτούν τα σχετικά με εκείνη την πολιορκία. Την ατάκα των πρώτων, δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα είχαμε φανταστεί, την ατάκα των δεύτερων, υποδόρια μομφή, ο Χ εκμεταλλεύτηκε το δείνα σκηνικό, πάτησε πάνω του, διεκδίκησε την προσοχή και την αναγνώριση. Μια μάχη, ένας πόλεμος, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Απέξω και μακριά όλα μοιάζουν διαφορετικά. Δείχνει απλοϊκό αυτό στο οποίο στέκομαι, όμως συμβαίνει. Με τα χρόνια μάλιστα εντείνεται, τώρα που ο καθένας πρέπει να έχει μερίδιο στη συζήτηση για το οποιοδήποτε συμβάν, επιπλέον συμβουλές να δώσει για το πώς έπρεπε να είχε αντιδράσει το αφηγηματικό υποκείμενο. Ακόμα και το διαδεδομένο γιατί δεν έφυγε, εμφανίζεται ως μια μορφή επίκρισης του θύματος.
Σκέφτηκα τον σεισμό στη Σάμο. Το πλέον οδυνηρά τρομακτικό σκηνικό που έχω βιώσει. Όχι συγκριτικά, ελπίζω, αλλά αναλογικά.
Αυτός ο ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας διαπνέεται από έναν ρεαλισμό υποκειμενικό, το φίλτρο μέσα από το οποίο εισήλθαν και ακολούθως εξήλθαν τα στιγμιότυπα, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, και πήραν τη μορφή αφήγησης, ενός βιβλίου χωρισμένου σε μικρά κεφάλαια. Εμείς, απέξω και εκ του ασφαλούς, λέμε: το βιβλίο αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης, ένα υπόμνημα, λέμε, είναι ώστε κάτι τόσο φρικώδες να μην επαναληφθεί, ένα οδυνηρό μάθημα για την ανθρωπότητα. Και λέγοντας αυτά απέξω και εκ του ασφαλούς απανθρωποιούμε τα χρόνια εκείνα, την εμπειρία των πολιορκημένων, παράγουμε θεωρία. Η απανθρωποίηση δεν είναι μία κατηγορία, είναι κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει εκ του μακρόθεν ή εκ των υστέρων, τα θύματα, οι παρόντες, οι βιώσαντες είναι μια άλλη ομάδα. Είναι και ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης ενάντια στο φόβο του θανάτου, ένα ξόρκι για το κακό, μια ελάχιστη επιφάνεια επί της οποίας δύναται να σταθούμε για να νιώσουμε πως έχουμε τον έλεγχο, πως κάτι τέτοιο σε μας, άγνωστο γιατί, δεν θα συμβεί.
Δεν ξεχνώ στιγμή την εκ του μακρόθεν θέση μου από το περιγράψιμο, από το βίωμα. Διαρκώς μου την υπενθυμίζω. Ακόμα και στο σίμωμα στον γλυκό καρπό της ενσυναίσθησης, στην ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μου για να πω: τον νιώθω, τον συμμερίζομαι, τον κατανοώ. Όχι. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Το Σαράγεβο είναι ένα τεκμήριο μνήμης, μαζί με την εικόνα, μαζί με την ιστορική μελέτη, ένα ακόμα θραύσμα του ιστορικού κεφαλαίου της πολιορκίας του Σαράγεβο, κεφάλαιο στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.
Η λογοτεχνία, γιατί περί λογοτεχνίας πρόκειται, έχοντας αρετές γλωσσικές, αφηγηματικές, εν γένει φιλολογικές που το διαχωρίζουν από το απλό ημερολόγιο πολιορκίας, που το προσθέτουν ως ξεχωριστό σώμα στην ιστορική καταγραφή ως μαρτυρία βίωσης εκ των έσω αυτής της πολιορκίας, η λογοτεχνία αυτή, η βιωματική, δομημένη γύρω από ένα φρικιαστικό συμβάν, εδώ πέρα από τις στενωπούς της ιδιώτευσης, η καλή λογοτεχνία που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση φέρνει στην επιφάνεια το: πώς γίνεται να απολαμβάνω το βιβλίο αυτό; Το λεπτό τσιγαρόχαρτο της μυθοπλασίας απουσιάζει, αν και λεπτό σωτήριο για την πρόσληψη, για την άμυνα απέναντι στην κόλαση. Θα μπορούσα να συνεισφέρω επιχειρήματα όπως το μαύρο χιούμορ ή η έλλειψη πολιτικολογίας ή η απουσία μιας διάχυτης διδαχής ή αυτοηρωοποίησης του αφηγητή. Δεν θα απαντούσαν στο ερώτημα, άχρηστα θα ήταν.
Καλώς ή κακώς, σίγουρα κακώς αλλά και καλώς εν μέρει, χρειάζεται μια άλλη σκευή και μια άλλη συγκυρία για να αναλυθεί περαιτέρω η παραπάνω δυαδικότητα, έχουμε συλλογικά αναπτύξει μια δεξιότητα, δεξιότητα είναι ακόμα και αν έγινε χωρίς ιδία πρωτοβουλία αλλά εξαιτίας της διαρκούς έκθεσης στη φρίκη, μια δεξιότητα, έλεγα, να αντιμετωπίζουμε την κάθε φρίκη ως ένα θέαμα, από θέση θεατή, εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς. Έκανα νύξη και παραπάνω περί αυτού. Επιμένω σε αυτή τη θέση.
Είναι αδύνατο, βλακώδες και επικίνδυνο επίσης, να αποσυνδέσουμε το ψαχνό από την αφήγηση, να σταθούμε και να θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κέμπο διαχειρίζεται την εμπειρία εκείνη, ασύλληπτη, είπαμε, για έναν παρατηρητή. Ένας λάκκος με στερεότυπα εμφανίζεται μπροστά μας. Κενολογίες και τσιτάτα που ούτε σε σχολική έκθεση δεν θα περνούσαν με άριστα, αν και θα περνούσαν εν τέλει. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Να ένα τσιτάτο.
Για διάφορους λόγους το Σαράγεβο είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ποικίλων προσεγγίσεων, ακόμα μια αποθέωση της γκρίζας ζώνης, της πραγματικής ζωής πέρα από ασταθή ζεύγη μοναδικών αντιθέτων. Κακό πράγμα ο πόλεμος, καλό πράγμα η ειρήνη. Ωστόσο, ειρήνη προηγείται του πολέμου, άρα;
Δεν ήμουν σίγουρος πως/πώς θα έγραφα το παρόν κείμενο, ακόμα και όταν άνοιξα το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Ένιωθα πως θα βούλιαζα στα τσιτάτα και στον βούρκο μηδενικής όρασης τριάντα και πλέον χρόνια μετά από τότε πολλά χιλιόμετρα μακριά από εκεί, ίσως και να συνέβη παρά την όποια επιφυλακή. Αν θα έπρεπε να προσκομίσω έναν λόγο για το κείμενο αυτό, πέρα από εκείνο της ολοκλήρωσης της ανάγνωσης, αυτός θα ήταν το άβολο συναίσθημα της απολαυστικής ανάγνωσης σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Σε ένα πρώτο επίπεδο σχετικά με την ανάγνωση, σε ένα δεύτερο σε μια αιώρηση σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις. Δεν νιώθω εξοπλισμένος πλήρως απέναντι στον κίνδυνο που παραπάνω εξέθεσα, να πω: τυχερός κάποιος να έχει ένα τέτοιο βίωμα ως υλικό γραφής. Για να νιώσω μαλάκας, λίγο μετά.
