Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Γ', τα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία

Η ανάγνωση είναι ο τρόπος μου να διασχίζω, να κατανοώ, να γνωρίζω, να μετράω τον κόσμο. Κάθε χρονιά σημαδεύεται από ωραία βιβλία, που έρχονται να προστεθούν στο αναγνωστικό ποτάμι που με τα χρόνια σχηματίστηκε και ρέει, με μια διάθεση απολογισμού, ταμείου όπως θα έλεγε ο οικονομολόγος μέσα μου, τα σταχυολογώ και συνηθίζω να τα χωρίζω σε μεταφρασμένα και ελληνικά, γιατί η γλώσσα γραφής είναι μια σημαντική διαφορά ως προς την αναγνωστική πρόσληψη. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα βιβλία κάθε χρονιά, που, αν κοιτάξω καλύτερα, αυτονομούνται, δίνοντας με τον τρόπο τους ένα στίγμα, ιπτάμενα αντικείμενα πάνω από μια εν πολλοίς αχαρτογράφητη/υπό χαρτογράφηση επικράτεια του εαυτού, βιβλία που τόσο η επιλογή, όσο και το αποτύπωμα που άφησαν, είναι μάλλον λανθασμένο να αποδοθεί στην απλή τυχαιότητα, είναι τα βιβλία εκείνα που συνωστίζονται σε ένα κομμάτι μύχιο, γεμάτο φόβους, ενοχές και άγνοια, είναι βιβλία που διατηρούνται με τον τρόπο τους στη μνήμη, στη σωματική μνήμη, μιλώ κάπως αδόκιμα, το ξέρω.

Φέτος, τα βιβλία αυτά σχηματίζουν ένα τρίγωνο, στις κορυφές βρίσκονται:

- Άτλαντας επούλωσης - Βάλια Τσιριγώτη (εκδόσεις 3.1). Το υποκείμενο της ανάγνωσης, τώρα που το άθροισμα των λέξεων διέφυγε οριστικά του ελέγχου τού υποκειμένου της γραφής, με τα δικά του γαμημένα που αντί να βγουν στο στόμα του σκαλώνουν στον αυχένα, στέκει απέναντι από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, προτάσεις και περίοδοι, σελίδες επί σελίδων, κεφάλαια και ενότητες, συντεταγμένες χώρου σε ένα παροντικό χρονικό πλαίσιο, το υποκείμενο της ανάγνωσης, στην αρχή διστακτικά, εν συνεχεία ολοένα και περισσότερο, αφήνεται στις φροντίδες επούλωσης του υποκειμένου της καταγραφής του άτλαντα, η Τσιριγώτη, σ' αυτό το υβριδικό χρονογράφημα, διευκρίνηση της ίδιας στο εξώφυλλο, πάνω και αριστερά από μια καρδιά στο φούξια εξώφυλλο, περιδιαβαίνει τις γειτονιές, τα πόδια που πάνε και έρχονται, κοντοστέκονται σε τοπόσημα της πόλης και ανοίγουν το βήμα πριν τη σκοτεινή γωνιά, ξέρουν πως όλα είναι μέσα σε όλα, η ασφάλεια στην ανασφάλεια, η επούλωση στον πόνο, το τραύμα στο χάδι, όλα μαζί και όλα ταυτόχρονα συμβαίνουν σε αυτή την πόλη, αυτή τη στιγμή, σε κάθε πόλη και κάθε στιγμή, προνόμια που κινούνται άλλοτε με αυτοπεποίθηση, χαρισμένη από μια τυχαιότητα, και άλλοτε με ενοχή, τύψεις για έναν κόσμο άδικα φτιαγμένο, τις προάλλες έμαθα την έννοια της δυσθεΐας, δεν είναι πανάγαθος και γαμάτος τύπος ο εκεί ψηλά, αλλά γεμάτος από χαιρεκακία, ένας κακός. Και επειδή όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, όλα μέσα σε όλα, την ίδια στιγμή, η Τσιριγώτη το αποτυπώνει αυτό, δεν ξέρω αν προγραμματικά ή διαισθητικά, στον χώρο που φύεται η έμπνευση, η αφήγηση και η ποίηση, αλλά καταφέρνει να μη λιγώσει τον καταπιόνα, να μη λυγίσει τα πόδια, να μην πλανέψει το μυαλό, να μην ξεματώσει την καρδιά, να μην αναχωρήσει από το εδώ και το τώρα με προορισμό μια υπερβατική ανυπαρξία, αλλά και να μην αποτυπώσει ψίχουλο ψίχουλο τον ζόφο, εκείνο ταυτόχρονα με το άλλο, εσύ αλλά και οι άλλοι, να μη νιώσει κανείς εκτός, ακόμα και εκείνος με το μεγαλύτερο φαινομενικά προνόμιο, ακόμα και εκείνος να νιώσει, το βάρος και το μερίδιο που του αναλογεί, να αναπνεύσει μακριά από εκείνο που του έλεγαν όταν ήταν μικρό παιδί και δεν έτρωγε τις μπάμιες πως τα παιδιά στην Αφρική δεν έχουν να φάνε και ύστερα, όταν ξάπλωνε χορτασμένο εν τέλει από κάποια εναλλακτική, παρά τις απειλές, νηστικός θα μείνεις, χορτασμένο ξάπλωνε και έβλεπε κλείνοντας τα μάτια παιδιά με την κοιλιά τούμπανο, τα πλευρά μετρήσιμα, τα μάτια ένα λευκό που ολοένα κοκκινίζει, ερυθρώνεται, δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό το νόσημα, αυτός ο θάνατος, ακόμα και εκείνο το προνόμιο, έλεγα, ενσωματώνεται, το καθένα μας έχει κάποιο προνόμιο, ατέρμονο είναι το μέτρημα του ποιο το έχει μικρότερο. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα - Cristina Rivera Garza (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος, εκδόσεις Carnívora). Μια προκαταβολική ενοχή, η πιθανότητα να μου αρέσει το βιβλίο αυτό και ας έλεγα μετά σε ένα κείμενο όπως αυτό πως γίνεται να πεις μου άρεσε για ένα βιβλίο όπως αυτό. Προσθέστε και το προφανές αντρικό προνόμιο του αναγνωστικού υποκειμένου, τώρα θα έχετε μια εικόνα σχετικά πλήρη για όσα πριν με κρατούσαν μακριά, για όσα φοβόμουν να δω να αναδύονται στην επιφάνεια, πλήγματα, πιθανά καίρια, στη γαματοσύνη του εαυτού, ποιος δεν θέλει να νιώθει γαμάτος και ξεχωριστός, ας μην είμαστε υποκριτές. Γύρισα σπίτι και ξεκίνησα την ανάγνωση το ίδιο βράδυ. Επιστρέφω στην ένοχη απόλαυση της ανάγνωσης. Με το στομάχι κόμπο, με το μυαλό να προσπαθεί διαρκώς να κρυφτεί πίσω από μια επιθυμητή μυθοπλασία και, όσο οι σελίδες περνούν και οδηγούμαστε στο σκληρό και ήδη γνωστό τέλος, να επιχειρεί να πείσει πως ένα εναλλακτικό τέλος, ένα έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα, είναι εφικτό, με όλα αυτά σφηνωμένα κάπου στον αυχένα, η ανάγνωση υπήρξε απολαυστική, ναι, απολαυστική, η Λιλιάνα ήταν εκεί. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Η μητέρα μου γελάει - Chantal Akerman (μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδόσεις Πλήθος). Ένας από τους λόγους που νιώθω πως κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου είναι η επαφή με ανθρώπους που διαβάζουν. Η λάμψη στα μάτια τους όταν μου λένε για ένα βιβλίο που διάβασαν, τότε εγώ σημειώνω. Η λάμψη στα μάτια είναι το ακλόνητο πειστήριο. Διαθέτει βαθμίδες, επίσης, οι μεμονωμένες φωνές κάποιες φορές συναντιούνται, επικαλύπτονται, συγκλίνουν, συμφωνούν. Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της Άκερμαν για τη μητέρα της, άρχισαν να λένε. Και καλά έκαναν και έλεγαν. Και αν κάπως νιώθω σίγουρος για τις συναισθηματικές λακκούβες, εκείνες στις οποίες ένιωσα να τσαλαβουτώ κι εγώ από σπόντα, πάντοτε στο τέλος μιας ανάγνωσης επικρέμαται η ανάγκη να γίνει κατανοητή και χειροπιαστή η συνολική εμπειρία, η αναζήτηση, συχνά απεγνωσμένη, της αντικειμενικότητας, της αιτιοκρατίας, το γιατί μου άρεσε αυτό το βιβλίο ή τι διαφορετικό είχε αυτό το βιβλίο ή γιατί από κάποιους θεωρείται σημαντικό αυτό το βιβλίο αν του αφαιρεθεί το συναίσθημα και η παρεπόμενη υποψία χειραγώγησης και εκβιασμού. Δεν ξέρω. Δοκίμασα με την αναφορά στην παιδικότητα. Δεν ξέρω πώς να το πω διαφορετικά, πώς να κατευθυνθώ στον πυρήνα της αναγνωστικής διαδικασίας, άχρηστη φιλολογική, και ανεπαρκής, σκευή. Δεν ξέρω και αυτή η άγνοια με ζεσταίνει. Αυτό το άγνωστο, γεμάτο μαγεία. Σαν τα κόλπα ενός ταχυδακτυλουργού που ποτέ δεν θέλω να βλέπω πίσω από το πέπλο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη να λέω πόσο μου άρεσε το βιβλίο αυτό, πόσο σημαντικό το θεωρώ, διακρίνω μια λάμψη, πόσο σημαντικό το θεωρώ για μένα, χωρίς να ξέρω να το τεκμηριώσω επαρκώς, και όσο λιγότερα τεκμήρια φέρνω, τόσο το βλέμμα ενδύεται λάμψη. Παράδοξο ή και όχι. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Επί των πλευρών και της επιφάνειας του τριγώνου, στέκουν επίσης:

Νεκρά κορίτσια - Selva Almada (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Κλειδάριθμος). 

Θα κάνω μνεία στην Κατερίνα Σεργίδου που, στην παρουσίαση του βιβλίου Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, είπε πόσο πολύ της κόστισε να ησυχάσει τις τύψεις που η ομορφιά της αφήγησης της γεννούσε κατά την ανάγνωση ενός τέτοιου φρικώδους συμβάντος. Είναι κάπως, η αλήθεια είναι, παράξενο να επιχειρήσεις μια χειρουργική διάκριση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, στο πώς και το τι της αφήγησης, σε περιπτώσεις όπως αυτή, ακόμα περισσότερο, είναι κάτι το οποίο συναντά διάφορες αγκυλώσεις, είναι μια ακόμα διαδικασία που επιβεβαιώνει τον ενεργητικό χαρακτήρα της ανάγνωσης, τη διάχυτη δυναμική της. Να μπορείς να κρίνεις κάτι ως λογοτεχνικό αποτέλεσμα, πέρα από το συναίσθημα ή το προνόμιο, να διαχωρίσεις, να σταχυολογήσεις μέσα σου, να βρεις το κουράγιο να είσαι εξίσου αυστηρός κριτής απέναντι στο δικό σου συναίσθημα. Όταν διάβαζα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, μπορούσα να διακρίνω τη λογοτεχνική ομορφιά, τις λέξεις, τη δομή, τις χρονικές παρεκβάσεις, την αρτιότητα του συνόλου, ίσως αυτό να με κρατούσε επί ώρες συνεχόμενες στην ανάγνωση, να λειτουργούσε ως ένα ιδιότυπο προστατευτικό στομάχου, ένα μαλόξ σε λέξεις, και στο τέλος, όταν ένιωσα ένα σπάνιο συναίσθημα κάθαρσης να με κατακλύζει, συνειδητοποίησα πως το βιβλίο άλλο δεν ήταν παρά ένα μαυσωλείο που επιβεβαίωνε πως η Λιλιάνα υπήρξε σε αυτό τον κόσμο. Στα Νεκρά κορίτσια συνέβη κάτι αντίστοιχο, παρότι η Σέλβα, σε αντίθεση με την αδερφή τής Κριστίνα, την αδερφή τής δολοφονημένης Λιλιάνα, δεν σχετίζεται με τα νεκρά κορίτσια, ή ίσως συνέβη κάτι αντίστοιχο, και όχι παρόμοιο, ακριβώς επειδή η Σέλβα δεν σχετιζόταν άμεσα με τα νεκρά κορίτσια, παρά μόνο ως μια ανάμνηση των παιδικών της χρόνων, όταν οι κοινότητες, ακόμα και οι πλέον κοντινές χιλιομετρικά, ζούσαν απομονωμένες και οι ειδήσεις, όταν και όπως έφταναν, ασκούσαν άλλη επίδραση στη ζωή των ανθρώπων. Η Αλμάδα αντιμετωπίζει τον εαυτό της με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και στα μυθιστορήματά της, δεν του επιτρέπει να φανεί παραπάνω από την αναγκαία συμμετοχή στην αφήγηση, έτσι ώστε να μην επισκιάσει η παρουσία της ως αφηγηματικό υποκείμενο την ίδια την αφήγηση, έτσι και εδώ, σε κανένα σημείο, ακόμα και όταν μιλάει για τον ίδιο της τον εαυτό δεν προβάλει την εαυτή της, ακόμα και τότε την κατατάσσει στο πλήθος των τυχερών, εκείνων που επιβίωσαν, που το κακό πέρασε ξυστά από δίπλα τους, και, θα πρόσθετα, έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον να σκεφτούμε/υποθέσουμε ποιο θα μπορούσε να είναι το συναίσθημα πίσω από τη συγγραφή, εγώ, όπως και στην περίπτωση της Κριστίνα, το ένιωσα ως ενοχή, και αν η Κριστίνα ένιωθε πως κάτι θα μπορούσε να έχει κάνει για να προστατεύσει την αδερφή της, η Σέλβα νιώθει πως αυτός ο φόρος τιμής, η κατάθεση έναντι στη λήθη, είναι το ελάχιστο που εκείνη μπορεί από αυτό το μετερίζι να προσφέρει, να συμβάλλει, να συνταχθεί με τις φωνές, να πει αρκετά ως εδώ, και το γεγονός πως το κάνει με όρους καλής λογοτεχνίας ενισχύει τη φωνή, basta ya.

 

- Ο κηπουρός και ο θάνατος - Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Ίκαρος). Είναι απλό, γενικόλογο και ασφαλές επίσης, να ισχυρίζεται κανείς πως επιθυμεί να αποφεύγει τα έργα εκείνα που διέπονται από συναισθηματικό εκβιασμό, που τον τοποθετούν απέναντί τους και του φωνάζουν: κλάψε· αλλιώς, τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Είναι επίσης απλό να ισχυρίζεται κανείς πως το θέμα γιος συγγραφέας γράφει για τη σχέση με τον πατέρα του, συνήθως πια νεκρό, είναι ένα ζήτημα που έχει εξαντληθεί, πως όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί. Αν όμως ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε κάποιοι πως η λογοτεχνία είναι ένα μονοπάτι πέρα και έξω από τις στενωπούς του μονοσήμαντου κόσμου, τότε ίσως οι παραπάνω ισχυρισμοί να είναι τελικά πιο ανοιχτοί σε εξαιρέσεις, και ίσως, οι εξαιρέσεις αυτές να διέπονται από την αρχή: δεν έχει σημασία ποια ιστορία θα επιλέξει κάποιος να αφηγηθεί, σημασία έχει ο τρόπος· σημασία έχει επίσης το πότε και το πώς της ανάγνωσης. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος στο πένθος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Χωρίς καμία φιλοδοξία αντικειμενικής πρόσληψης του βιβλίου να με βαραίνει, θα μπορούσα να γράψω ένα μετακείμενο προσωπικής ανάγνωσης, να μιλήσω για τον πατέρα μου, να μην αναφερθώ στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ παρά μόνο ως μια αφορμή για να αγγίξω τα όρια μιας καταχωνιασμένης περιοχής εντός μου, το αναπόφευκτο της απώλειας. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντί μου, όσο και αν αυτό ίσως είναι ένα βαρύ πλήγμα στη γαματοσύνη μου, πρέπει να ομολογήσω πως δεν συναισθάνθηκα τον πόνο της απώλειας του συγγραφέα, σε κάθε γωνιά, ακόμα και της πλέον προσωπικής αναφοράς, κάτι δικό μου αντίστοιχο εντόπιζα, κάτι μέσα μου κινιόταν, σάλευε, κόμποι αναδύονταν, δικά μου ήταν και τα δάκρυα εδώ και εκεί. Όλα αυτά, αν είχα υποδεχτεί το βιβλίο αυτό με ένα: και τι με νοιάζει εμένα που πέθανε ο μπαμπάς του και έκατσε και έγραψε γι' αυτό· δεν θα τα είχα νιώσει. Αν γενικότερα σκεφτόμουν με αυτόν τον τρόπο, μάλλον, δεν θα διάβαζα λογοτεχνία. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball (μτφρ. Άκης Παπαντώνης, εκδόσεις Κίχλη). Θα κλέψω. Θα συμπεριλάβω στα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία που διάβασα το '25 το βιβλίο που διάβασα πρώτο το '26. Θα αφήσω την καταχώρηση αυτή λειψή, το βιβλίο και η κλεψιά, ένα μικρό απόσπασμα μόνο: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου».

 

Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου - Lydia Flem (μτφρ. Ματίνα Μαυρονικόλα, εκδόσεις Μελάνι). Είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να γνωρίζω, να παίρνω τη θέση μου, να (με) μαθαίνω, η λογοτεχνία, η ανάγνωση, (και) γι' αυτό διαβάζω, έτσι έχω μάθει να διασχίζω τον κόσμο. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να σημειώσω γιατί θέλησα να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το ξέρω καλά. Ωστόσο, δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο. Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο, στο όριο της αυτοβιογραφίας και της αυτομυθοπλασίας, με θέμα τον γάμο και τον χωρισμό, επειδή διαβάζω για να κατανοήσω την ανθρώπινη εμπειρία και όχι για να διδαχτώ και να απομνημονεύσω, ευτυχώς τελείωσε η περίοδος σχολείο-σχολή, με ενόχλησε το σχόλιο μιας αναγνώστριας με υψηλές βλέψεις ως προς τη θέση της απέναντι στη λογοτεχνία, η οποία χωρίς να ασχοληθεί διόλου με το τεχνικό κομμάτι της κατασκευής, έμεινε απλώς στη σύγκριση της εμπειρίας τής συγγραφέως με τη δική της, έχω παντρευτεί και χωρίσει και ξέρω και δεν είναι έτσι όπως τα λέει εκείνη, είπε εν ολίγοις, άρα μάπα το καρπούζι, απεφάνθη. Και προφανώς καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, αλλά και αντίστοιχα προφανώς καθένας μπορεί να εκφράζει την αντίρρησή του σ' αυτή κ.ο.κ. Αναφέρω αυτή την όχληση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να θέσω (και για μένα τον ίδιο) ένα ελάχιστο πλαίσιο, ενοχλήθηκα ίσως γιατί θεωρούσα το πλαίσιο αυτό δεδομένο ή, μάλλον καλύτερα, ήθελα τέτοιο να το θεωρώ. Η ανάγνωση, η επαφή με την άλλη εμπειρία, σκέφτομαι, καταργεί τη μονοσημαντότητα του κόσμου τριγύρω, είναι μια από τις κύριες πολιτικές λειτουργίες της γραφής και επερχόμενα της ανάγνωσης. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Περί γάμου και χωρισμού - Rachel Cusk (μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη, εκδόσεις Gutenberg). Το βιβλίο στο οποίο αναφερόμουν παραπάνω. Η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια γιατί η πρόζα της έχει κάτι το πειστικό και ταυτόχρονα χειρουργικό, έτσι όπως ανασύρει, συνθέτει, συνδυάζει, επεξεργάζεται και αφήνει στο χαρτί ένα πυκνό υλικό καταγραφής και επεξεργασίας της δικής της ανθρώπινης εμπειρίας. Και αυτό δίνει λογοτεχνική υπηκοότητα στο αποτέλεσμα, την ώρα που του αφαιρείται η αντίστοιχη δοκιμιακή. Έχουμε έναν δέκτη με πολλά κανάλια, με διάφορα επίπεδα καταγραφής της καθημερινής εμπειρίας και έναν μίκτη επεξεργασίας των δεδομένων πριν από την έξοδο στα ηχεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει το βίωμα αυτό που ταυτόχρονα ενισχύει αλλά και υπονομεύει το αληθοφανές του τελικού αποτελέσματος, αυτό που το καθιστά, κατά τη γνώμη μου, μυθοπλασία, με μια πύκνωση που ίσως δεν διακρίνεται σε μια επιφανειακή και γρήγορη ανάγνωση. Μου έχει κολλήσει μια παρομοίωση: Ο τρόπος της Κασκ, της καλής αυτομυθοπλασίας εν γένει, είναι σαν κάποιος να περιγράφει τα δόντια του, τη μασητική εμπειρία, ένα κομματάκι κρέας που σκάλωσε και η οδοντογλυφίδα δεν τα κατάφερνε, ένα ελάχιστο φύλλο μαρουλιού κολλημένο ανάμεσα στα μπροστινά δόντια, τις επώδυνες επισκέψεις στον οδοντίατρο κτλ κτλ και όσο διαβάζεις αυτό το μάλλον αδιάφορο άθροισμα από οδοντικές εμπειρίες, ξαφνικά και αδιόρατα εμφανίζονται πυκνές ρίζες, κρυφές κύστες που δεν προειδοποιούν δια του πόνου, και φτάνει ίσως μέχρι το πρώτο ξέσκισμα του ούλου για την κάθοδο του πρώτου νεογιλού δοντιού και του μη κατανοητού και αβάσταχτου πόνου χωμένου βαθιά στη ντουλάπα της ζωής πριν τη μνήμη. Και καθόλου δεν θα βοηθήσει η οδοντική εμπειρία κάποιου, ακόμα και αν είναι ο πλέον επιμελής φροντιστής. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Αυτό που δεν έχει όνομα -Piedad Bonnet (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη).  Πέρα από την (ενοχική) απόλαυση της ανάγνωσης, τις διακειμενικές αναφορές που κάποιες υπήρξαν κοινές (ο Όστερ ή ο Μαρίας για παράδειγμα) και άλλες σημειώθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση, το έντονο συναίσθημα που η βιωματική γραφή της Μπονέτ μου γέννησε, υπήρξε και κάτι ακόμα που έκανε αυτή την ανάγνωση σημαντική και έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση του ζητήματος της ψυχικής υγείας με όρους θεραπείας. Ο Ντανιέλ είχε πάντοτε πρόσβαση σε ειδικούς με ισχυρή σύσταση, ένα προνόμιο οικονομικό και κοινωνικό το οποίο η πλειοψηφία δεν διαθέτει, επίσης, με βάση την αφήγηση της Μπονέτ, ο γιος της είχε και την υποστήριξη από τον οικογενειακό πυρήνα, ωστόσο δεν τα κατάφερε να υποτάξει τους δαίμονές του. Η αορατότητα της ψυχικής νόσου, παρά τις όποιες καμπύλες και νέες βιβλιογραφικές καταχωρήσεις, πέρασε κάτω από όλα τα ραντάρ, μεταμορφώθηκε, έδειξε να νικιέται, λούφαξε, αυτό που δεν έχει όνομα είχε τον τελευταίο λόγο. Το δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς έμεινε απλώς ένα ευφυολόγημα, μια ευχή σε έναν θεό που δεν υπάρχει ή είναι κωφός. Η αυτοχειρία, η πράξη ή ο ιδεασμός της, ειδικά για τους ορθολογιστές δίχως μεταφυσικές ανησυχίες, υψώνει ακόμα ένα φιλοσοφικό ερώτημα, δοκιμάζοντας τα όρια της ηθικής/ορθής επιλογής της επιθυμίας για ζωή απέναντι στην επιθυμία για θάνατο, ερώτημα αντιμέτωπο με τον μονόλογο των ζωντανών και τη σιωπή των αυτόχειρων. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Κάπως έτσι ολοκληρώνεται η απότιση τιμών και μνημών στο παρελθόν έτος. Καλή χρονιά να έχουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου