Πέρυσι, τεχνικά σωστό, συναισθηματικά παράξενο, τουλάχιστον ακόμα, διάβασα πολύ καλή ελληνική λογοτεχνία, που σε πείσμα πολλών δίνει καρπούς ζουμερούς και εύγευστους, σίγουρα όχι αναλογικά με την εκδιδόμενη ποσότητα, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό, γενικά η στατιστική στη δημιουργία και την πρόσληψή της, ελάχιστα με απασχολεί. Εκείνο που ωστόσο με απασχολεί, εκείνο, να το θέσω καλύτερα, που με ευχαριστεί είναι η συγχρονία και η συγχωρία χωρίς το μεταφραστικό φίλτρο στο ενδιάμεσο, με το πολιτισμικό πλαίσιο διακριτό και γνώριμο, εδώ τριγύρω στα πέριξ, όχι κάπου αλλού.
Ας ξεκινήσω με τις δύο εκπλήξεις της χρονιάς, βιβλία που χωρίς να το περιμένω με ενθουσίασαν, χωρίς να έχω προλάβει να χτίσω έναν υποσχόμενο ορίζοντα προσδοκιών από τα πριν.
- Η δεξιά ερωμένη - Πάνος Θεοδωρίδης (εκδόσεις Κείμενα). Εκ των υστέρων αντιλήφθηκα πως ο εκλιπών Θεοδωρίδης ήταν ιδιαιτέρως γνωστός, εγώ τον αγνοούσα, τι και αν το βασικό πεδίο έκφρασης ήταν για εκείνον αυτό που κάποτε αποκαλούταν μπλογκόσφαιρα. Δεν ήξερα τι να περιμένω, είχα εμπιστοσύνη στις εκδόσεις Κείμενα και τις επιλογές τους, το βιβλίο έφτασε στο βιβλιοπωλείο ένα απόγευμα καλοκαιρινό και βροχερό, ύστερα από λίγο άρχισα να το διαβάζω, κάποιες σελίδες μόνο, ήταν αρκετές. Γραμμένο το 1999, όταν πολλά απ' όσα σήμερα θεωρούμε λογοτεχνικά δεδομένα και σύγχρονα ήταν ακόμα σε στάδιο κύησης, όταν η αυτομυθοπλασία δεν είχε ακόμα ονοματιστεί, με μια γλώσσα τρομακτικά και ταιριαστά ωστόσο, φυσικά και όχι επιδεικτικά, πλούσια και πλουραλιστική, από την πιο στενή αργκό μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους. Μια τεράστια έκπληξη, αναγνωστικά καθοριστική. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Πώς φιλιούνται οι αχινοί - Αλεξάνδρα Κ. (εκδόσεις Πατάκη). Αν είναι μια φορά σημαντικό (για μένα) να απαντηθεί το ερώτημα γιατί διάβασα ένα βιβλίο, άλλο τόσο σημαντικό (για μένα) είναι να απαντηθεί το γιατί δεν διάβασα ένα βιβλίο. Το Πώς φιλιούνται οι αχινοί κυκλοφόρησε το 2017, το είχα πιάσει αρκετές φορές στα χέρια μου για να το βάλω/κατεβάσω στο ράφι, ένα βιβλίο που διαβάστηκε αρκετά, που ακόμα συνεχίζει να διαβάζεται, και όμως ποτέ δεν άνοιξα την πρώτη σελίδα, να διαβάσω την πρώτη αράδα, αυτή την τόσο καθοριστική λίθο πριν από την ανέγερση του ορίζοντα προσδοκιών, του αυθαίρετου ορίζοντα προσδοκιών. Το καλοκαίρι (των εκπλήξεων) ήταν (και) αυτό (το βιβλίο). Είναι εδώ η στιγμή που θα μπορούσα να περιαυτολογήσω, να ανέλθω του βιβλίου και να αραδιάσω φράσεις/ατάκες όπως: έδωσα μια ευκαιρία, επέμεινα, θέλησα να είμαι σωστός και τίμιος κ.τ.λ· ενώ η αλήθεια είναι πως ζεσταινόμουν και είχα βολευτεί και το πιο εύκολο ήταν απλά να πιάσω να διαβάσω το βιβλίο που ήταν πιο κοντά μου και συνέχισα και πιάστηκα και ξέχασα πως ζεσταινόμουν και εκείνο το κεφάλαιο, τελικά, σαν ελατήριο λειτούργησε, σαν βατήρας, έτσι όπως το σύνολο του αμυντικού μηχανισμού χαλάρωσε, και πια οι προσδοκίες είχαν αποχωρήσει, οι ορίζοντες είχαν απομακρυνθεί και δεν υπόσχονταν εντυπωσιακά αιματοβαμμένα δειλινά, και έτσι χαλαρό, η συνέχεια με βρήκε μπόσικο με πήρε και με σήκωσε, δεν ήξερα από πού μου έσκασε. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
Βιβλία που πρόσμενα και δεν με απογοήτευσαν. Δύο μυθιστορήματα, η μεγάλη φόρμα είναι η αδυναμία μου, ίσως και η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής πεζογραφίας εκεί που το διήγημα και η νουβέλα βασιλεύουν.
- Θα πέσει η νύχτα - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ακολουθώ το έργο του Τζαμιώτη εδώ και χρόνια, από τα πρώτα του βήματα στις εκδόσεις Ίνδικτος. Πέρασαν πέντε χρόνια από το τελευταίο του βιβλίο, η αναμονή κορυφωνόταν, κάποιος μου είπε πως ετοίμαζε ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, το περίμενα πώς και τι. Κυκλοφόρησε το Θα πέσει η νύχτα και δεν άφησα στιγμή να περάσει, το ίδιο βράδυ άρχισα να το διαβάζω, πέρασα ώρες μαζί του, μια τενοντίτιδα ήταν το εμφανές σωματικό κατάλοιπο, απόρροια της βύθισης. Η γραφή του Τζαμιώτη, με το ενδιαφέρον για την ιστορία και την οξυδέρκεια στην παρατήρηση του κόσμου τριγύρω, συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά, την αφηγηματική άνεση και το χτίσιμο στέρεων χαρακτήρων, των οποίων για μένα ηγείται ο Τρίκορφος (βλ. Η πόλη και η σιωπή). Ο Τζαμιώτης υπογράφει με έμπνευση, τεχνική και οξυδέρκεια ένα σημαντικό μυθιστόρημα, σε μια κορυφαία στιγμή της εργογραφίας του, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, πετυχαίνοντας να συγκεράσει λογιών λογιών φαινομενικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά, να καταστήσει λειτουργικές και απαραίτητες ακόμα και τις όποιες αδυναμίες η μεγάλη φόρμα παρουσιάζει στο εξαντλητικής ταχύτητας και ερεθισμάτων σήμερα, δοκιμάζοντας να πάει κόντρα στο ρεύμα της μικρής και αποσπασματικής φόρμας που δείχνει να επικρατεί. Ωστόσο, η καταβύθιση στις σελίδες ενός καλού μυθιστορήματος είναι ένα από τα πλέον ασφαλή μπούνκερ καταφυγής και το Θα πέσει η νύχτα, πέρα από τις λοιπές αρετές του, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Απάρνηση - Άρης Μαραγκόπουλος (εκδόσεις Τόπος). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν περίμενα απλώς και μόνο ένα ακόμα βιβλίο δια χειρός του δημιουργού, με το τόσο ευρύ και πολυσχιδές έργο στις αποσκευές του, αλλά και την ολοκλήρωση της τριλογίας «Οι κολυμπητές». Της Απάρνησης προηγήθηκαν το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ και το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή. Ήθελα να συναντήσω ξανά τα πρόσωπα, να αντικρίσω την καθημερινότητά τους, ήθελα όμως και να βρεθώ ξανά στη λογοτεχνική επικράτεια του Μαραγκόπουλου, και ήταν ωραία εκεί, ωραία παρά τις απώλειες και τον τριγύρω ζόφο, παρά την ολοένα και εντονότερη διολίσθηση στην απομάγευση του κόσμου. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
Έχοντας (και εδώ) διατρανώσει την προτίμησή μου για τη μεγάλη φόρμα, είναι η στιγμή να αναφέρω δύο πολύ καλές συλλογές διηγημάτων. Μια παρένθεση. Κάποτε, όταν ήμουν πολύ μικρός, άρχισα να ακούω μουσική, να αγοράζω cd, ήμουν μικρός και βάδιζα στα σκοτεινά, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν μια προφανής επιλογή, για ένα μεγάλο διάστημα πίστευα πως όλοι οι δίσκοι ήταν φτιαγμένοι με αδιάφορα τραγούδια να συμπληρώνουν τα ένα δύο ωραία κομμάτια του δίσκου, τα χιτ. Ύστερα μεγάλωσα. Πέρασα την παρατήρηση αυτή και στα διηγήματα. Ένα που ξεχώριζε, αρκετά αδιάφορα/κακά για να συμπληρώσουν τις σελίδες, συλλογές διηγημάτων αλά Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Κλείνω την παρένθεση αυτή.
- Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά - Χρηστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή (εκδόσεις Κείμενα). Το πρώτο διήγημα το διάβασα στη δουλειά. Σκάρτες δύο σελίδες, μιλάει για ένα χταπόδι στα χέρια ενός τουρίστα, το κοπανάει στον βράχο, πλατς, πλατς και πάλι πλατς, προλαβαίνω να υπογραμμίσω: «Άραγε πονάς όταν δεν έχεις κόκαλα; Τι είναι αυτό που συνθλίβεται πρώτο μέσα στο σώμα; Πλατς. Οι τρεις του καρδιές. Πλατς. Η πρώτη. Πλατς. Η δεύτερη. Πλατς. Η τρίτη. Ένας κομήτης ίσως μετέφερε τα πρώτα αυγά χταποδιού στη Γη. Πολύ θα ήθελα να ισχύει αυτό, κοιτάζω κι άλλο το μικρό αγόρι. Ένας κομήτης που έπεσε στη γη». Κλείνω το βιβλίο βιαστικά, το αφήνω στην άκρη, ήξερα αρκετά κιόλας, οι αδρές γραμμές του ορίζοντα προσδοκιών είχαν χαραχτεί, αυτού του βιβλίου τού έπρεπε ανάγνωση αδιάσπαστη, όσο το δυνατόν. Εν τέλει, τα διηγήματα της συλλογής, που κανένα δεν έχει το όνομα της συλλογής, δεν ξέρω γιατί πάντοτε αυτό μου κάνει εντύπωση, δεν συγκοινωνούν απλώς μεταξύ τους, δεν μοιράζονται την ίδια σκηνή δράσης, προσαρμοσμένη ανάλογα κάθε φορά, τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό, χωρίς να είναι μπουκωμένα, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το επίθετο συμπυκνωμένο είναι από μόνο του ένα κομπλιμέντο, διαθέτουν πριν και μετά, σαν αίσθηση, ο αναγνώστης νιώθει πως τα πρόσωπα κάπου ήταν πριν εμφανιστούν και κάπου πάνε μόλις αποχωρήσουν από τη σκηνή, αναρωτιέμαι αν η ενασχόληση της συγγραφέως με το σινεμά ευθύνεται γι' αυτού το είδος το μοντάζ, μικρές αδιόρατες ουρές φιλμ που εξέχουν στις άκρες των στιγμιοτύπων, και κάπως έτσι, εκτός από τη συγκατοίκηση, επιτυγχάνεται και η περαιτέρω παραμονή κάποιων προσώπων στο μυαλό και τη μνήμη του αναγνώστη, ειδικά κάποιων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Μ. στο Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές, πρόσωπα που γνωρίσαμε και πού και πού σκεφτόμαστε, ακόμα και αν έχουμε καιρό να τα συναντήσουμε στον δρόμο τυχαία. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Η κορυφή του κόσμου - Ηλίας Μπιστολάς (εκδόσεις Τόπος). Το περίμενα το δεύτερο βήμα του Μπιστολά, κάπως απογοητεύτηκα που δεν θα ήταν μυθιστόρημα αλλά μία συλλογή διηγημάτων, καθένας με τις ορέξεις του, όμως. Στη χώρα μας, με τα τόσα στραβά, από λογοτεχνική παραγωγή, συγγραφή ή μετάφραση, πάμε καλά, ζούμε πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας, όσοι γκρινιάζουν το έχουν στη φύση τους. Τι και αν η αναλογία ανάγνωσης είναι συντριπτικά υπέρ της μεταφρασμένης λογοτεχνίας, λογικό και αναμενόμενο το θεωρώ, το αίσθημα ανάγνωσης χωρίς γλωσσική διαμεσολάβηση είναι κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά όταν, προσωπική άποψη, οι χρονικές συντεταγμένες, γραφής και ανάγνωσης, συγκλίνουν, όταν πρόκειται για συγχρονισμένο ντουέτο, τότε και ο τόπος, οι ιδιαιτερότητες, οι αναφορές, οι διασυνδέσεις, τα πρόσωπα, επίσης, εμφανίζονται γνώριμα επί σκηνής. Και αν αναφέρθηκα στη θετική πλευρά μιας τέτοιας αναγνωστικής σχέσης, θα έπρεπε επίσης να αναφέρω και τη δυσκολία να απολαύσεις/εκτιμήσεις κάτι για το οποίο πιστεύεις πως ξέρεις πολλά, όταν η απόσταση δεν είναι πανίσχυρη ώστε να καλύψει τις όποιες λακκούβες πίσω από ένα πέπλο συχνά εξωτικό. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
Ο πειραματισμός, το παιχνίδι, αν προτιμάτε, είναι κάτι που (μου) λείπει από την ελληνική λογοτεχνία. Μια ειδική σήμανση στη λίστα αυτή του πρέπει.
- Γλυκέ μου δεινόσαυρε - Γεωργία Διάκου (εκδόσεις Πλήθος). Της Διάκου είχε προηγηθεί η γοητευτικά σκοτεινή νουβέλα Λαβίνια Σουλτς, πρόταση του Θ. πριν κάποιους μήνες, ποιήτρια με σπουδές στο θέατρο, το Γλυκέ μου δεινόσαυρε ήταν ένα βιβλίο που περίμενα να βγει, χάρηκα όταν βρήκε στέγη στις καλές εκδόσεις Πλήθος, περίμενα να φθινοπωριάσει λίγο, από ένστικτο, πολλά συντελούν στην οικοδόμηση του ορίζοντα προσδοκιών. Με λίγα λόγια, ειδολογικά, η σύνθεση αυτών των κειμένων, με απεύθυνση στον δεινόσαυρο, θα μπορούσε να ταξινομηθεί στην ημερολογιακή γραφή, και ας λείπουν οι συγκεκριμένες μέρες, κάθε αριθμημένο απόσπασμα, δύο, το πολύ τριών σελίδων, αναφέρεται σε μια καινούργια χρονική στιγμή. Ξεκινώ από την ειδολογική κατάταξη γιατί πιστεύω πως αυτή η αναρώτηση, διαρκώς παρούσα κατά την ανάγνωση, εν τέλει την επηρεάζει καθοριστικά. Την επηρεάζει σε ρυθμό, σίγουρα, πώς διαβάζεται ένα βιβλίο όπως αυτό, από την αρχή ως το τέλος; πού μπαίνουν οι παύσεις, μπαίνουν; είναι ένα ενιαίο σώμα; υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος άξονας περιστροφής; η συγγραφή προηγήθηκε της σκέψης να ενταχθούν το ένα μετά το άλλο και να συνθέσουν μια συλλογή; διηγήματα σίγουρα δεν είναι, μυθιστόρημα, αν είναι, παραείναι αποσπασματικό, ποιητική σύνθεση θα μπορούσε να είναι, αλλά και πάλι, μάλλον όχι, επιστρέφω στα λίγα λόγια και αχνογράφω ημερολογιακή γραφή, αφήνω τον νου κάπως ευχαριστημένο με αυτή την κίνηση. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Κασκαντέρ - Ιορδάνης Παπαδόπουλος (εκδόσεις Ίκαρος). Ένα ζήτημα ειδολογικής κατάταξης προκύπτει, πού ανήκει το Κασκαντέρ, ποιητικό δοκίμιο θα δοκίμαζα να αχνογράψω υπότιτλο στο εξώφυλλο. Η συνοχή της κατασκευής αποτελεί στόχο, μοιάζει να αποτελεί συγγραφική επιδίωξη, ωστόσο το έδαφος επί του οποίου εκτείνεται παραμένει υπόθεση πιο υποκειμενική, εύπλαστη πρώτη ύλη στα χέρια του αναγνώστη, το ποιητικό φαντάζει έτσι υπαρκτό, το δοκιμιακό δοκιμάζεται, αν θεωρήσει κανείς πως η ποίηση ελευθερώνει και το δοκίμιο κατευθύνει, πως το αφηρημένο συγκρούεται με το συγκεκριμένο, στη σχάση αυτή επιβιώνει ο κασκαντέρ, δοκιμάζει να επιβιώσει για την ακρίβεια, ούτε ο ίδιος ξέρει αν τα καταφέρνει, για να μην αναφερθούμε στο πώς. Τέτοιες επίφοβες κατασκευές αποκτούν, αν αποκτήσουν, τα θεμέλια τους στην πορεία της ανάγνωσης, αρχικά χάσκουν επικίνδυνα, το έδαφος δεν φαντάζει στέρεο, άλλωστε οι προσδοκίες δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν, ο,τι και αν περίμενες, η ανάγνωση θα το πλήξει, εκτός ίσως από εκείνο το αόριστο συναίσθημα/επιθυμία να διαβάσεις κάτι αποσπασματικό, δεκάδες σωματίδια να περιστρέφονται γύρω από ένα σημείο ισορροπίας αντιθετικών δυνάμεων, στο οριακό μηδέν έλξης/απώθησης, στην αρχή είναι η γλώσσα εκείνη που σε υποδέχεται, εκείνη οφείλει να κάνει καλή εντύπωση στον σαστισμένο επισκέπτη. Ο κασκαντέρ ξέρει πως κανένας δεν θα τον θυμάται μετά την έξοδο από την αίθουσα, τι και αν εκτέλεσε το πλέον οριακό πλάνο, τι και αν έβαλε τα χέρια του στη φωτιά έναντι της ατσαλάκωτης και απαστράπτουσας φίρμας, πρωτοσέλιδο στον τύπο και αφίσα στα δωμάτια, δεν τον νοιάζει, όσο περνάει ο καιρός όλο και λιγότερο, δεν δέχεται την πρόκληση για τη δόξα, αλλά για την πρόκληση να περάσει από εκεί που οι άλλοι λένε: επικίνδυνο, τρελό. Ο κασκαντέρ είναι ένας ποιητής που σηκώνει το βλέμμα μας από το έδαφος, το πάντα ίδιο, γνώριμα ανώμαλο έδαφος, για λίγο δεν νιώθουμε το βάρος κάτω από τα πόδια μας και αυτό το λίγο είναι πολύ, υπερβολικά πολύ, τον ευχαριστούμε, είναι ένα νήμα ακόμα να πιαστούμε. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Φιλία/Ένα λήμμα σε θραύσματα - Αλ Τερ (εκδόσεις Periplaneta). Όταν έπιασα στα χέρια μου το λεπτό αυτό βιβλίο διπλής εισόδου, μία στην ελληνική και μία στην αγγλική, στάθηκα λίγο στη λέξη φιλία που υπερίπταται ταπεινότερη του έντονα κεφαλαίου υπότιτλου ΕΝΑ ΛΗΜΜΑ ΣΕ Θ Ρ Α Υ Σ Μ Α Τ Α, λες και αυτό είναι το σημαντικό, το καθοριστικό, ένα ζήτημα ταυτότητας προθέσεων, μια ιδιότυπη δέσμευση, μια επιτέλεση κάτι συγκεκριμένου, πριν συνεχίσω με το όνομα του δημιουργού, Αλ Τερ. Από τα δεδομένα του εξωφύλλου, εκείνο με το οποίο απασχόλησα τη σκέψη μου κατά την προαναγνωστική περίοδο ήταν το ζήτημα της ανωνυμίας, της χρήσης ενός ψευδώνυμου, σκέψη που συχνά πυκνά με απασχολεί και με ιντριγκάρει, και τα πράγματα που μας απασχολούν και μας ιντριγκάρουν, όσο και αν κάνουμε πως δεν το καταλαβαίνουμε, είναι πράγματα που μας απασχολούν προσωπικά, ας πούμε, στην περίπτωσή μας/μου, πώς θα είχε ξετυλιχτεί το κουβάρι των χρόνων, αν με κάθε κόστος δεν οικοδομούσα τη γέφυρα ανάμεσα στο όνομα χρήστη της google και στο όνομα ληξιαρχικής πράξης, αν δεν ήμουν εγώ αυτός αλλά κάποιο άγνωστο ψηφιακό υποκείμενο γραφής και ανάγνωσης, ύστερα αναπόφευκτα σκέφτηκα τον Πεσσόα στη σημερινή εποχή, πόσο θα το γλεντούσε, κατέληξα σε τετριμμένες σκέψεις, ύστερα, η ανωνυμία σε μια εποχή όπως η σημερινή κ.τ.λ. βαρετά και όμοια πάντα. Διάβασα δύο φορές το λήμμα αυτό, όχι δεν τόλμησα την αγγλική εκδοχή του, και η τομή ανάμεσα στο συναίσθημα και τη σκέψη υπήρξε μια χαράδρα τρομακτικής ομορφιάς, οριακής επίσης ίσως. Και κάποιες στιγμές ψάχνουμε ή είμαστε έτοιμοι να διαβάσουμε κάτι που θα συμπυκνώνει με τον δικό του τρόπο κάτι πιο χαοτικά διάχυτο εντός μας. Και εδώ αυτό ήταν η χαράδρα αυτή ανάμεσα στο συναίσθημα, για το οποίο λίγα (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) βιωματική, και τη γνώση για την οποία πολλά (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) συνειδητή. Κάθε χαράδρα τείνει στα βάθη της να καταλύει το ενδιάμεσο κενό. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Βάθος πεδίου - Χρήστος Χρυσόπουλος (εκδόσεις Οκτώ). Όταν κάποιος, ο Χρυσόπουλος στην προκειμένη περίπτωση, μετέρχεται την εμπειρία του ως δέκτης για να δημιουργήσει, για να παράξει λέξεις και φράσεις και σελίδες, για να επιχειρήσει όχι μόνο να απαντήσει αλλά και να ρωτήσει, ίσως κυρίως αυτό, τότε αυτό σημαίνει μια υποβολή προσφοράς, την εναπόθεση ενός στεφάνου στο μνημείο της λογοτεχνίας και αυτή η πράξη, ατομική, προσωπική, υποκειμενική απεγκλωβίζεται του εγωκεντρισμού, δεν αποκολλάται αλλά συγκολλάται στον κόσμο, γίνεται ένα ακόμα κανάλι απόπειρας κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Και τότε πια οι χαρακτηρισμοί επαναπροσδιορίζονται, απολύουν πέπλα και στολίδια και ενδύονται άλλα, τότε μπορεί κανείς ακόμα–ακόμα χωρίς να δαγκώσει τη γλώσσα του να αποκαλέσει αυτό το μυθιστόρημα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας και παρά την όποια παιγνιώδη ή σαρκαστική προδιάθεση, να το εννοεί, να είναι. Και αυτού του είδους η διαμεσολαβημένη εμπειρία, όταν συμβαίνει με τον τρόπο που ο Χρυσόπουλος την αποτυπώνει, μετατρέπεται σε αναγνωστική απόλαυση, σε ένα ελάχιστο υποείδος γραφής με το οποίο νιώθω συγγένεια. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Άγνωστες λέξεις - Σοφία Αυγερινού (εκδόσεις Πόλις). Στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησε η νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, από τις εκδόσεις Πόλις. Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τη συγγραφική πλευρά της Αυγερινού παρά μόνο τη μεταφραστική· Μπροχ, Ντοστογιέφσκι και Μπέρνχαρντ, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως μετά το πέρας των Χριστουγέννων, της κορύφωσης μιας περιόδου έντονης κινητικότητας στον χώρο του βιβλίου, εκεί, κάπου τον Φλεβάρη, ίσως μια έκδοση να καταφέρει να τραβήξει το βλέμμα, να μην χαθεί στις ντάνες με τις νέες εκδόσεις, να διαβαστεί και να σχολιαστεί, και ίσως, αν το βιβλίο είναι καλό, σύντομα να ξεφύγει από το πρώτο δίχτυ υποδοχής και να ανοιχτεί σε πιο μεγάλες θάλασσες. Βέβαια, ταυτόχρονα, μετά από τόσα χρόνια πέριξ των εκδοτικών και αναγνωστικών πραγμάτων, δυσκολεύομαι να αποτινάξω ορθολογικά από πάνω μου τον μεταφυσικό νόμο στον οποίο η μοίρα κάθε βιβλίου μοιάζει να υπόκειται, καλά βιβλία που δεν γνωρίζουν τους αναγνώστες που τους αξίζουν, μέτρια βιβλία που θριαμβεύουν, κακά βιβλία με τα οποία αρκετοί ασχολούνται, έστω και για να πουν ακριβώς αυτό, πως πρόκειται για κακά βιβλία. Η Αυγερινού πετυχαίνει να χαρίσει στη νουβέλα της μια αυτονομία, χωρίς να της στερεί μέσω μιας βιασμένης συσκότισης την απόλαυση καθιστώντας την προβληματική. Συνδυάζει δύο αρετές, σχετικά σπάνιες στην εγχώρια λογοτεχνία: το πρωτότυπο θέμα, τουλάχιστον ως σημείο εκκίνησης, απομακρυσμένο από τις γνώριμες πηγές άντλησης, και τη χρήση της γλώσσας. Και αν η πρωτοτυπία του θέματος μπορεί να αναζητηθεί χωρίς ιδιαίτερες θυσίες και στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, η χρήση της γλώσσας καθιστά τις Άγνωστες λέξεις ένα σημαντικό ανάγνωσμα, ένα επίτευγμα για τους έχοντες μητρική γλώσσα την ελληνική. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
Το πρωτόλειο έργο ενός δημιουργού, με το οποίο συστήνεται στον εκδοτικό κόσμο, είναι πάντα κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον. Ακόμα μια υποκατηγορία στη λίστα με τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που διάβασα φέτος.
- Ρεπεράζ - Μαρίνα Αγαθαγγελίδου (εκδόσεις Πατάκη). Για το βιβλίο, το Ρεπεράζ της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου, πρώτος μου μίλησε ο Α., αρκετά πριν από τη μόλις πρόσφατη κυκλοφορία του, είχε διαβάσει το χειρόγραφο, το ψηφιακό χειρόγραφο, για να είμαι ακριβής, ποιος γράφει με το χέρι πια, και αν το κάνει, ποιος δεν δακτυλογραφεί σε περιβάλλον επεξεργασίας κειμένου, διορθώσεις και προσχέδια, σύναψη και αποστολή, ένα μικρό συνοδευτικό κείμενο, θα χαρώ να μου πεις μια γνώμη, όταν μπορέσεις, μη βιαστείς, να μου πεις την αλήθεια, αν έχεις κάποια παρατήρηση, επίσης να μου πεις. Ο Α. είναι ακριβός στον ενθουσιασμό του, φοβερό μου φάνηκε, μου είπε, δεν χρειαζόταν να πει τις λέξεις, η χροιά της φωνής του αρκούσε. Το περίμενα το βιβλίο αυτό. Το βιβλίο αυτό εξ αρχής με έπιασε από τον ώμο, δέχτηκα το άγγιγμα, δεν φοβόμουν, και ας μην ήξερα τις προθέσεις του, κάπως, σκέφτομαι, θεωρούμε πια δεδομένη την ταύτιση της αναγνωστικής απόλαυσης με τη συναισθηματική επέλαση εντός μας, η ισοπέδωση, ο ρεαλισμός, παρότι συχνά ατομικός και θεωρητικά ξένος, πλησιάζει να συναντήσει να επικαθήσει να επικαλύψει ένα λήμμα από το λεξικό που άλλοτε με σύνεση χρησιμοποιούσαμε, μας έλεγαν υπερβολικούς, όταν αναφέραμε τη λέξη ζόφος και το προσδιοριστικό παράγωγο ζοφερός, μόνο ο Ντίνκενς θαρρείς είχε το δικαίωμα μέχρι πρότινος στα του οίκου του, ο ρεαλισμός όλο και τον σιμώνει. Δεν ήξερα και όμως δέχτηκα το άγγιγμα, ένα πλήγμα καθοριστικό στην αδιαφορία, οι κόρες κάπως διεστάλησαν ακόμα λίγο, το μπούνκερ πήρε σχήμα και μέγεθος, οι εργασίες οπτικών ινών έμειναν έξω, να ακούγονται κάπου στο βάθος. Και είχα και τις προσδοκίες που μου είχε φορτώσει ο Α., ένα βαρίδι καθοριστικό στην επαφή με ένα παράγωγο τέχνης. Δέχτηκα το άγγιγμα. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
- Πέρα από τη συναίνεση - Ευάρεστος Πιμπλής (εκδόσεις Πόλις). Το Πέρα από τη συναίνεση είναι ένα μυθιστόρημα δοκιμιακού χαρακτήρα, η πλοκή μοιάζει να είναι η αφορμή για τη διερεύνηση της ανθρώπινης μυχιότητας, εστιάζοντας στο άτομο και μέσω αυτού στο κοινωνικό σύνολο, επιτρέποντας στον σύνθετο καμβά των πολλαπλών εκδοχών τού ανθρώπινου να αποκαλυφθεί, κόντρα σε αυτό που για αιώνες αποτέλεσε ένα δυαδικό ζεύγος, άντρας-γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα, με το ενδιάμεσο μέρος, δίνει τον απαραίτητο χώρο να αποτυπωθεί η κοινή γνώμη, μια αντανάκλαση των κοινωνικών ζυμώσεων. Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να περιοριστεί σε αυτό το Πέρα από τη συναίνεση. Και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε αυτό το μυθιστόρημα εκείνο που με ενθουσίασε ήταν, όχι το εύκολα εντοπίσιμο εύρος της θεωρητικής σκευής και σκέψης τού συγγραφέα ή οι πρόδηλες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά η διάθεσή του να μην εγκλωβιστεί, να συνεχίσει, μέχρι τέλους να συνδιαλέγεται, να στοχάζεται, να αναρωτιέται και να το κάνει αυτό με όρους καλής λογοτεχνίας, κρύβοντας επιμελώς το συγγραφικό υποκείμενο, επιτρέποντας στη φρεσκάδα της παρατήρησης να παρασύρει συνολικά το μυθιστόρημα, χωρίς άγονο διδακτισμό και αδιάφορη πρόκληση, χωρίς να διαλαλεί πως κάνει κάτι σπουδαίο, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά, χωρίς να γυρεύει μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση για το βιβλίο του. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.
Κάπου εδώ η λίστα τελειώνει. Αύριο η συνέχεια στην περασμένη αναγνωστική χρονιά, Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Γ', τα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία.















