Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Το αγόρι από τη θάλασσα - Garret Carr

Λίγους μήνες πριν, διάβασα ένα ωραίο μυθιστόρημα, ήταν το Τέσσερα ερωτικά γράμματα του Ιρλανδού Νάιαλ Ουίλλιαμς, κλασσικότροπο, καλώς εννοούμενο παλιακό, με επικέντρωση στην πλοκή και τη γλώσσα, αργού ρυθμού που πρόσφερε χρόνο για βύθιση κατά την ανάγνωση, σημείωνα τότε πως «λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία».

Μόλις κυκλοφόρησε Το αγόρι από τη θάλασσα, διαισθητικά σκέφτηκα το Τέσσερα ερωτικά γράμματα, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης ξύπνησε μέσα μου ένα όμορφο συναίσθημα, μια νοσταλγία, για το σαββατοκύριακο προβλέπονταν βροχές, η συνθήκη έμοιαζε ιδανική.

Μια μικρή, παραθαλάσσια, σχετικά απομονωμένη πόλη, στη Δυτική Ιρλανδία, εκεί όπου όσοι κάτοικοι παρέμεναν και δεν μετανάστευαν για την Αγγλία ή το Δουβλίνο ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αλιεία. Μια μέρα, ένας σαλός, από αυτούς που κάθε μικρός τόπος διαθέτει, και όπου μόλις χαθεί κάποιος άλλος βρίσκεται να πάρει τη θέση του, εμφανίζεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, το οποίο, κατά δήλωσή του, το βρήκε μέσα σε ένα σχισμένο στα δύο πλαστικό βαρέλι να επιπλέει στη θάλασσα κοντά στην ακτή. Η τοπική κοινωνία το υποδέχεται με διάθεση φροντιστική. Ο Άμπροουζ, ψαράς, πατέρας ήδη ενός αγοριού, σύζυγος της Κριστίν, το φέρνει μια μέρα στο σπίτι, το υιοθετούν, τα γραφειοκρατικά εμπόδια ξεπερνιούνται σύντομα, το ονομάζει Μπρένταν, βρισκόμαστε στο 1973.

Ο Καρ, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, με Το αγόρι από τη θάλασσα κάνει το ντεμπούτο του στην ενήλικη λογοτεχνία. Επιλέγει μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό, έναν συλλογικό παντογνώστη αφηγητή, μια απόφαση που λειτουργεί τόσο αφηγηματικά, όσο και ως μια υπενθύμιση πως σε τόπους μικρούς οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Η πλοκή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών που η μοίρα τα χαρακτήρισε αδέρφια, το εύρημα της άφιξης του αγοριού απλώς λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Πότε επιταχύνοντας και πότε επιβραδύνοντας, ο Καρ διανύει διάφορες χρονικές περιόδους σε διάστημα δύο δεκαετιών, όπου, παράλληλα με την ιστορία των δύο αγοριών και της οικογένειάς τους, αφηγείται και την ιστορία του τόπου, τη χρυσή εποχή της αλιείας, την είσοδο στην ευρωπαϊκή ένωση, το επαγγελματικό άνοιγμα των συνόρων και τους διάφορους περιορισμούς. Με έναν τρόπο συνοπτικό, κάθε τόσο, αναφέρει διάφορα γεγονότα στη ζωή των υπόλοιπων κατοίκων, μικρές μεταβολές, αρρώστιες, θάνατοι και χρεοκοπίες, μεταξύ άλλων.

Το εύρημα της άφιξης του Μπρένταν από τη θάλασσα, η ροπή του στο να διανύει περπατώντας μεγάλες αποστάσεις και να επισκέπτεται κατοίκους με δυσκολίες ώστε να τους παρηγορήσει με έναν τρόπο μάλλον παιδικό παρά μεταφυσικής υφής, σε συνδυασμό με το μέτωπο του τόπου στον Ατλαντικό Ωκεανό και τον καιρό του, αλλά και τον απόηχο της ιρλανδικής ροπής προς το μαγικό παρέα με τον βαθύ χριστιανισμό, συντελούν στη δημιουργία μιας ατμοσφαιρικής συνοχής, στην οποία ο αναγνώστης, ακόμα και εκείνος που δεν γνωρίζει τα μέρη από πρώτο χέρι, βρίσκεται να πατάει αργά και σταδιακά.

Μια αφήγηση χαμηλού τόνου και ρυθμού, παλιακή και κλασικότροπη, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς και πρωτοτυπίες, επιτρέπει στη συνολική κατασκευή να λειτουργήσει, δημιουργώντας τις κατάλληλες αναγνωστικές συνθήκες για τον αναγνώστη εκείνο που επιθυμεί να χωθεί μέσα σε μια αφήγηση και να χαλαρώσει, ελάχιστα είναι απαιτητά από εκείνον, μια ρέουσα αφήγηση, ολοένα και πιο αναμενόμενη, με την καλή έννοια, κάποιες λίγες ανατροπές, όχι βεβιασμένες, μια επιτυχής ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ανάμεσα σε μια λογοτεχνία παραμυθένια και σε μια αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική, χωρίς βεβιασμένες γέφυρες αναλογίας, με ελάχιστη ως καθόλου πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης, χωρίς περιττές εξάρσεις. Και αυτό το αφηγηματικό εμείς υποστηρίζει πλήρως όσα μοιάζει να αποτελούν συγγραφική πρόθεση.

Υπάρχει, και αναφέρομαι συχνά πυκνά σ' αυτό, μια λογοτεχνία που την χαρακτηρίζω τίμια, μια λογοτεχνία που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει, που στέκεται αντίκρυ στο εξεζητημένο, που δεν στοχεύει στην έκπληξη, παρότι η εποχή δείχνει να το ζητά, καθώς ολοένα και περισσότερο ακούγεται η φράση απόρριψης δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η τίμια λογοτεχνία, που οι Ιρλανδοί ξέρουν να παράγουν με αξιοσύνη, είναι μια λογοτεχνία καταφύγιο, που δεν επιθυμεί να τα κάνει όλα άνω κάτω, αλλά πετυχαίνει να χαρίσει μια όμορφη παράλληλη πραγματικότητα στον αναγνώστη, τον κουρασμένο αναγνώστη από τη ζωή και την καθημερινότητα, εκεί όπου η απομάγευση, και ας μείνω σε αυτήν, κυριαρχεί κατασπαράζοντας κάθε τι στο διάβα της.

Μου άρεσε πολύ αυτό το μυθιστόρημα, εκτίμησα την απλότητά του, τον ομαλό τρόπο με τον οποίο ενέταξε στοιχεία γνώριμα, και συχνά λάφυρα εξωτισμού, όπως τη ζωή του ναυτικού-ψαρά στην καθημερινότητα ενός τόπου πάνω στον Ατλαντικό, ίσως γιατί μου θύμισε πως χρειάζεται κάποια δεξιότητα ώστε να μπορέσεις να αντικρίσεις κάτι ελάχιστα μαγικό μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, να χαλαρώσεις και να διαβάσεις για την ιστορία ενός παιδιού, πόσα παραμύθια δεν ξεκινούν έτσι, που ήρθε από τη θάλασσα.

Όπως συνέβη και με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, έτσι και Το αγόρι από τη θάλασσα μου έφερε ξανά στην μνήμη την ανάγνωση ενός από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την Υδάτινη χώρα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Στα τέσσερα - Miranda July

Είκοσι ένα χρόνια πριν, στον Δαναό της Κηφισίας, είδα μια ταινία. Ήταν το Εγώ, εσύ και όλοι μας οι γνωστοί, της άγνωστης τότε σε μένα, Μιράντα Τζουλάι, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε. Θυμάμαι ακόμα κάποια καρέ, το συναίσθημα τρέλας και χρώματος, τόσες και τόσες ταινίες μεσολάβησαν έκτοτε, λίγες θυμάμαι με αντίστοιχη λαχτάρα. Τέτοια λαχτάρα που δεν έχω τολμήσει να επαναλάβω τη θέαση μέσα στα χρόνια.

Πριν από δέκα χρόνια σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε, πέρασε και δεν ακούμπησε, Ο πρώτος κακός, το πρώτο μυθιστόρημα της Τζουλάι, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνη την ανάγνωση, πρακτικά τίποτα, τη λαχτάρα μόνο να διαβάσω το βιβλίο εκείνο λόγω της ανάμνησης της ταινίας.

Τα χρόνια πέρασαν όπως συνηθίζουν με μανία να κάνουν.

Το 2024 κυκλοφόρησε το All fours, από διάφορες πλευρές αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένα χάιπ για το βιβλίο αυτό, χάρηκα όταν είδα πως οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια το ενέταξαν στο ανανεωμένο εκδοτικό τους πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Το Στα τέσσερα κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς.

Όταν διάβαζα το Ο πρώτος κακός, σε κάποια αναγνωστική ανασκόπηση εντόπισα πως εκείνη την περίοδο με απασχολούσε διακαώς και απολάμβανα πολύ μυθιστορήματα που στο επίκεντρο της πλοκής υπήρχε ένας μεσήλικας ή κάπως μεγαλύτερος άντρας πρωταγωνιστής ο οποίος από τη μια μέρα στην άλλη ένιωσε (τι ρήμα και αυτό για τους λευκούς μεσήλικες άντρες ε;) το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του, ο κόσμος όπως τον ήξερε, εξαιτίας ενός ελάχιστου σφάλματος στο σύστημα της ύπαρξης, να καταρρέει. Η τριλογία του Φορντ και το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς βρίσκονται στην κορυφή εκείνων των αναγνωσμάτων.

Η Τζουλάι, σε κάθε ευκαιρία, αρνείται την όποια αυτοβιογραφική συσχέτιση με την πλοκή, την οποιαδήποτε ταύτιση με την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια. 

Πετυχημένη σε διάφορες καλλιτεχνικές επικράτειες, μετά τα σαράντα, η αφηγήτρια αποφασίζει κάπως εν θερμώ να διασχίσει την Αμερική, ξεκινώντας από το Λος Άντζελες, όπου μένει με τον άντρα και το παιδί της, για να πάει στη Νέα Υόρκη, με το αυτοκίνητο, θυσιάζοντας την ευκολία που το αεροπορικό εισιτήριο θα της χάριζε, ελπίζοντας σε μια εμπειρία αυτογνωσίας, εκεί που το σώμα ενεργεί μια συγκεκριμένη συνεχή λειτουργία επιτρέποντας στο μυαλό να κινηθεί αυτόνομα. Μισή ώρα από τη στιγμή που θα βγει στον δρόμο θα σταματήσει σε μια μικρή πόλη, θα περιηγηθεί, θα κλείσει εν τέλει δωμάτιο για μια νύχτα σε ένα μοτέλ ξεχασμένο από τον θεό της ανακαίνισης.

Αυτή η ελάχιστη παράκαμψη από το σχεδιασμένο με αρκετή λεπτομέρεια ταξίδι αποδεικνύεται ικανή να το εξοβελίσει πλήρως, μαζί με αυτό και το γενικότερο μονοπάτι στο οποίο βάδιζε ως τότε. Η αφήγηση έχει τον χαρακτήρα ενός ημερολογίου καταγραφής της έκκεντρης αυτής ανακατεύθυνσης. Όταν κάτι το ελάχιστο δημιουργήσει ρήγμα στην κυρίως κατασκευή, η υπονόμευσή της σύντομα γενικεύεται, αποκτά όρους ανταρσίας, περνώντας σε άλλους ορόφους και δωμάτια, δοκιμάζοντας τη στατικότητα συνολικά, τα ίδια τα θεμέλια επίσης. Είναι εκείνο το χρονικό σημείο μιας στροφής μέχρι να εμφανιστεί ξανά μπροστά ο ορίζοντας, αυτό το τόσο κρίσιμο σημείο, εκεί κάπου στη μέση ηλικία, όπως ο Καμύ με ενάργεια το όρισε. Δεν συμβαίνει κάτι άξιο αναφοράς, δεν συμβαίνει κάτι το οποίο με ακρίβεια να μπορεί να περιγραφεί, το παράλογο ενδύεται ρουχισμού ποικιλόμορφου, ξεγελώντας τη λογική χωρίς δυσκολία.

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ανασύρω από τη μνήμη κάποιο αντίστοιχο βιβλίο, κάποια ιστορία κρίσης μέσης ηλικίας με πρωταγωνίστρια γυναίκα, δυσκολεύομαι αν και μάλλον αποκλείω την πιθανότητα να μην έχει συμβεί μια τέτοια ανάγνωση. Ανεξέλεγκτοι οι μηχανισμοί της μνήμης, δεν υπακούν σε καμία μηχανή αναζήτησης.

Σύντομα εμφανίστηκε μια γνώριμη αμφιθυμία. Απολάμβανα και δυσανασχετούσα την ίδια στιγμή, ή, μάλλον καλύτερα, μέχρι κάποια στιγμή, αφού τελικά η ανάγνωση με απορρόφησε και με κράτησε υπάκουο δέσμιο της. Απολάμβανα την πρόζα, την άνεση, την άγνωστη επικράτεια, τη διάθεση για αυτοϋπονόμευση, το φλερτάρισμα με το παράλογο, ακόμα και το προνόμιο της αφηγήτριας. Δυσανασχετούσα με πολλά από αυτά, κυρίως με κάτι που θα το ονομάζαμε προβλήματα του πρώτου κόσμου. Η γοητεία που η αφήγηση μου ασκούσε με τοποθετούσε κάπου ανάμεσα στην απόλαυση και την ενοχή. Μέρες μετά την ανάγνωση νιώθω πως δεν είμαι σίγουρος για τις συγγραφικές προθέσεις. Πρόσφατα το έπαθα αυτό και με τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να σταθώ και να υποστηρίξω αν η αφήγηση υπονομεύεται σκόπιμα, αν οι συγγραφείς ειρωνεύονται τα πρόσωπα που οι ίδιες κατασκεύασαν ή αν είναι μια δική μου ιδέα, μια δικαιολογία για την έλξη που ένιωσα για τις αφηγήσεις αυτές.

Είναι κλισέ, είναι προφανές, δεν είναι πάντα εύκολο, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο, να τραβήξεις μια ευδιάκριτη γραμμή ανάμεσα στον μύθο και τη ζωή, ακόμα και αν ο μύθος διαπραγματεύεται κάτι που συνέβη, άπαξ και αυτό περάσει στην επικράτειά του διαχωρίζεται από τη ζωή. Είναι κλισέ, είναι προφανές, όμως εγώ δεν μπορώ να εξαιρέσω την αφηγήτρια από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, την ίδια στιγμή διάβασα αχόρταγα την αφήγησή της. Αν με βεβαιότητα μπορούσα να υποθέσω τις συγγραφικές προθέσεις, τότε θα είχα περισσότερα στοιχεία στα χέρια μου, ίσως ακόμα στην αμφιθυμία μου να είχα σύμμαχο την ίδια τη συγγραφέα.

Όταν διάβαζα και απολάμβανα τόσο τις αφηγήσεις αποτυχίας διαφόρων μεσήλικων αντρών, απείχα αρκετά από εκείνη την επικράτεια. Ήμουν νέος και σίγουρος πως θα τα κάνω καλύτερα τα πράγματα, το αντιπαράδειγμα με οδηγούσε με ασφάλεια πίστευα. Εκείνο που δεν ήξερα, που δεν μπορούσα να ξέρω σε εκείνη την αναγνωστική φάση ζωής, ήταν αυτό που συνειδητοποίησα μέσα στα χρόνια, πως όσο πιο ασφαλής και εκτός νιώθω σε μια ιστορία ανθρώπινης εμπειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι να χαλαρώσω τις άμυνες και να βρεθώ σε δυσχερή θέση, να λυγίσω κάτω από το βάρος μιας αφήγησης που αρχικά ένιωθα πως δεν με αφορά, πως τίποτα δεν έχει να κάνει με μένα. Τελευταία φορά η πανωλεθρία αυτή συνέβη όταν έπιασα να διαβάσω με περισσή αυτοπεποίθηση το Η μητέρα μου γελάει της Άκερμαν.

Τώρα που είμαι μεσήλικας, διαβάζω λιγότερες τέτοιες ιστορίες. Όταν έπιασα το Στα τέσσερα στα χέρια μου δεν είχα ιδιαίτερα σχεδιάσει τον ορίζοντα προσδοκιών, ήθελα απλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο για διάφορους λόγους. Όσο η ανάγνωση προχωρούσε και η αμφιθυμία θέριευσε, η λογική ενάντια στο συναίσθημα, τόσο ένιωθα ευάλωτος, ανοιχτός, παρότι η επικράτεια εκείνη είναι μη επισκέψιμη, οι ορμόνες και το πάρτυ τους, η ίδια η γυναικεία φύση με τις αποσκευές της στο σύνολό της. Το προνόμιο, ωστόσο, μου ήταν οικείο, και αυτό επέτεινε τον θυμό με τον οποίο σκεφτόμουν το προνόμιο της αφηγήτριας να μπορεί να αφεθεί και να δράσει εκτός σχεδιασμού, να αναστείλει, να ξοδέψει, να επαναδιαπραγματευτεί όρους και συμφωνίες, να αφεθεί στο συναίσθημά της, να ακούσει την εαυτή της, να την υπακούσει ακόμα-ακόμα. Ξέρετε, το ξέρετε είμαι σίγουρος, πως το προνόμιο είναι κάτι το σχετικό, από τη φύση του συγκριτικό, που μπορεί να έρθει και να κολλήσει σε διάφορα σχήματα και μορφές, δεν απαιτείται μια αναλογία ένα προς ένα, δεν χρειάζεται και εγώ να μπορώ να ταξιδέψω από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη διαθέτοντας ένα τεράστιο μπάτζετ, για να νιώσω την οικεία όψη του προνομίου. Ο θυμός, αυτό το δεν με αφορά, το εδώ ο κόσμος καίγεται, το αν είναι δυνατόν να συμμερίζομαι συναισθηματικά μια γυναίκα λευκή και πλούσια που κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, είναι μια άρνηση να κοιτάξουμε το δικό μας προνόμιο, ο καθένας το δικό του. Είναι ένα σχήμα η κάθε ιστορία που διαβάζουμε.

Αποσύρω όλο το στράτευμα από το μέτωπο της λογικής επεξεργασίας. Υπογράφω τη συνθήκη αναγνώρισης των λογοτεχνικών αρετών. Το στράτευμα δεν εξυπηρετούσε την προώθηση, αλλά την εσωτερική επιβολή, την αμφισβήτηση του συναισθήματος, την αποτροπή διερεύνησης κοινών πηγών, την αποδοχή της ανεπάρκειας της άμυνας, την ευαλωτότητά της, την αδυναμία να ορίσω με ακρίβεια το συναίσθημα, την αιτία του, τη διαδρομή του, τη φοβία να ψηλαφήσω και να αναζητήσω στα σκοτεινά, την παραδοχή, κυρίως αυτή, πως το Στα τέσσερα μου άρεσε πολύ, το απόλαυσα με τον τρόπο που μπορούσα να το απολαύσω, με τον τρόπο που λειτούργησε μέσα μου αναλογικά, όχι διακριτά, και γι' αυτό τόσο δυναμικά.

Διαρκώς, από ένα σημείο και ύστερα, σκεφτόμουν το I love Dick, τις αναλογίες των δύο βιβλίων μέσα μου.

υγ. Για την τριλογία του Φορντ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Ένα κάποιο τέλος εδώ. Για το συγκλονιστικό Η μητέρα μου γελάει εδώ. Για το I love Dick εδώ. Για το προηγούμενο μυθιστόρημα της Τζουλάι, Ο πρώτος κακός, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Πραγματεία μιας εξημέρωσης - Camila Sosa Villada

Πριν από δύο χρόνια περίπου, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά Τα παλιοκόριτσα (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Opera) της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, ένα βιβλίο που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, διαβάστηκε και συζητήθηκε ευρέως, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονα αυτοβιογραφική, με σκηνικό τη νύχτα, μια διαδικασία μεταμορφωτικής ενηλικίωσης, ένα μονοπάτι κακοτράχαλο γεμάτο ωστόσο από ομορφιές και πίστη, σκληρό μα πασπαλισμένο από χρυσόσκονη.

Πρόσφατα, πάντα από τις εκδόσεις Opera, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου, κυκλοφόρησε η Πραγματεία μιας εξημέρωσης, το δεύτερο βιβλίο της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, που γεννήθηκε ως Κριστιάν Ομάρ το 1982 και προτιμάει τον όρο τραβεστί έναντι του τρανς γυναίκα ή τρανσέξουαλ, αφού έτσι μεγάλωσε όπως δηλώνει σε κάθε ευκαιρία.

Εδώ, η συγγραφέας αφήνει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση κατά μέρος, για να αφηγηθεί την ιστορία της τραβεστί θεατρίνας, πρώην πόρνης, όπως ο πατέρας της είχε προβλέψει, και νυν σταρ, όπως μόνο εκείνη πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει, που έχει αφήσει πια πίσω της τον δρόμο και τις σκοτεινές του γωνιές· επιτυχία και οικονομική ευμάρεια, να το προνόμιο της. Το προνόμιο είναι στο κέντρο της αφήγησης, λειτουργώντας διττά, από τη μια, η αποδοχή του άλλοτε τέρατος, η λάμψη που η επιτυχία και το χρήμα εκπέμπουν, από την άλλη, η αναπόφευκτη εξημέρωση, η κανονικοποίηση των επιθυμιών και των αναγκών.

Αποφασίζει να ανεβάσει, με κάθε κόστος και παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές, το θεατρικό του Κοκτώ, Η ανθρώπινη φωνή, έτσι ξεκινά η αφήγηση αυτή, «Μια θεατρίνα. Μόνη πάνω στη σκηνή. Στα θεωρεία, στην πλατεία, στον εξώστη, το κενό που την κοιτάζει. Ούτε μια θέση κενή». Η σύσταση του κοινού μεσοαστική, εκείνοι που άλλοτε θα αποστρέφαν το βλέμμα τώρα γυρεύουν ένα εισιτήριο. Ο γκέι σύζυγός της, επιτυχημένος δικηγόρος από πλούσια οικογένεια, την περιμένει σπίτι μαζί με τον υιοθετημένο γιο τους, που διαρκώς βανδαλίζει με μπογιές και χρώματα τους κοινόχρηστους χώρους της υπερπολυτελούς πολυκατοικίας στην οποία μένουν, προκαλώντας την οργή των γειτόνων. Την επομένη, αφού πρώτα εκείνη καθαρίσει τον καθρέφτη στην είσοδο, θα ξεκινήσουν για την πόλη που μεγάλωσε, εκεί ζει η οικογένειά της, οι χωρισμένοι γονείς της και ο αδερφός της, παντρεμένος με παιδί.

Η αφηγηματική φωνή· αποστασιοποιημένη, απόμακρη, κυνική, ειρωνική, δεικτική και επιτηδευμένη· υποστηρίζει έξοχα ως ένα ιδιότυπο voice over το τράβελινγκ της κάμερας διαμέσου της καθημερινότητας της διάσημης θεατρίνας, που όλοι πια την αγαπούν και τη φθονούν, όπως είθισται να συμβαίνει. Η Βιγιάδα στήνει μια καλοσχεδιασμένη παγίδα, αφήνοντας να αιωρείται το ερώτημα: ποιος φαντάστηκε τη ζωή αυτή, εμείς ή εκείνη, ποιος έφερε ποιον στα μέτρα του, ποιος εγκλωβίστηκε στο κυρίαρχο σχήμα της επιτυχίας, του προνομίου, ποιος εξημερώνει και ποιος εξημερώνεται, η θεατρίνα ή οι θεατές, είναι η επιθυμία εκείνου του αγοριού να ζήσει όπως θέλησε, που πάλεψε για όλα αυτά και κυρίως για την αποδοχή και την έξοδο από την οικονομική ανέχεια, ή είναι η μοναδική δίοδος της μεσοαστικής ετεροκανονικότητας να πλησιάσει και να θεωρητικοποιήσει, να απενοχοποιηθεί, να νιώσει προοδευτική και ανοιχτόμυαλη, σχεδιάζοντας εκείνη το πώς φαντάζεται την επιτυχία μιας τραβεστί θεατρίνας;

Σε ένα σύμπαν που αναπόφευκτα φέρνει στο νου τον Αλμοδόβαρ, η Βιγιάδα δεν εγκλωβίζεται στον στερεοτυπικό ιστό με τον οποίο πλέκει την κατασκευή της, πετυχαίνει να προσδώσει στην αφήγησή της, εκτός των λογοτεχνικών περγαμηνών, ένα ενδιαφέρον δοκιμιακό πλαίσιο, κινούμενη στο όριο της πρόκλησης, όχι της αναμενόμενης, εκείνης που ένας ανυποψίαστος αναγνώστης θα εκλάμβανε ως τέτοια, αλλά περισσότερο στις επικράτειες που διέσχισε ο Πολ Πρεθιάδο στο Είμαι το τέρας που σας μιλά (μτφρ. Αναστασία Μελία Ελευθερίου, εκδόσεις Αντίποδες), συνεχίζοντας το νήμα της αφήγησης των διάφορων μεταμορφωτικών ενηλικιώσεων, μη βάζοντας την τελεία στο ίδιο σημείο, προχωρώντας σε κάτι που μοιάζει με μια ιδιότυπη ονειροφαντασία.

Σε μια περίοδο, που οι προοδευτικές κοινωνικές ομάδες μιλούν για τρανς ορατότητα, γενικά και αόριστα στην πλειοψηφία των εκδοχών, μέσα από τα δικά τους προνόμια και εργαλεία, η Βιγιάδα έρχεται να δοκιμάσει περαιτέρω την (αν)ελαστικότητά μας με όρους καλής λογοτεχνίας.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Μιλώντας για μεταμορφωτικές ενηλικιώσεις, δύσκολες, σκληρές, μα πασπαλισμένες με χρυσόσκονη, δεν θα μπορούσα παρά, ανάμεσα σε άλλα, να αναφέρω και τα: Λόλα Καραμπόλα και Κακή συνήθεια, τα βρίσκετε εδώ και εδώ. Για το Είμαι το τέρας που σας μιλά περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου
Εκδόσεις Opera

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν - Lucie Rico

Η Πολ, λίγο μετά τα τριάντα πέντε, έχει εγκαταλείψει το χωριό όπου μεγάλωσε, εκεί που η οικογένειά της εκτρέφει και πουλάει πουλερικά, για τη μεγάλη πόλη. Επιστρέφει σπάνια, αυτή τη φορά για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας της. Εκείνη, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα της ζητήσει/επιβάλει μια τελευταία επιθυμία. Να σφάξει τον Τεοντόρ, το μονόματο κοτόπουλο. «Θα πρέπει κάποιος να σκοτώσει τον Τεοντόρ. Τον μονόματο. Θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ». Εκείνη δέχεται, είναι πιο εύκολο να δεχτεί παρά να αρνηθεί, ο θάνατός της, πιστεύει, θα την απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή, τότε η μητέρα δεν θα υπάρχει. «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Και τα παιδιά, από μικρά ακόμα, κουβαλούν αυτό το ανείπωτο παράπονο σταυρό στις πλάτες, το ανικανοποίητο των γεννητόρων, τη διαρκή μομφή που αιωρείται, ακόμα και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και απογαλακτιστούν και αποκτήσουν βάδισμα και εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη και πάρουν, πιστεύουν, τη ζωή στα χέρια του, εκείνη η μομφή διαρκώς αιωρείται. Έτσι συμβαίνει.

«Η Πολ έκλεισε, για την επομένη, ένα πάγκο στην αγορά. Θα μοσχοπουλήσει τον Τεοντόρ και, στη συνέχεια, θα αποδεσμευτεί. Λέει και ξαναλέει: έτσι πρέπει να γίνεται με τα νεκρά κοτόπουλα». Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που εκείνη δεν τρώει κρέας. Ήταν τα δέκατα έκτα γενέθλιά της, έφαγε μια μπριζόλα καπνιστή, κάπνισε το πρώτο της τσιγάρο, είδε τη μητέρα της να κάνει κάτι που έκανε σε όλη της τη ζωή, να πιάνει ένα κοτόπουλο που με τόση αγάπη και φροντίδα είχε μεγαλώσει και να το στραγγαλίζει με τα γυμνά της χέρια, της φάνηκε ξάφνου παράλογο. Τώρα όμως βρίσκεται εδώ, η τέφρα της μητέρας της σε ένα βάζο πάνω στο τραπέζι, ο Τεοντόρ ανύποπτος στην αγκαλιά της. Μια τελευταία υπόσχεση, να σφάξει τον Τέοντορ, και ύστερα θα είναι ελεύθερη να γυρίσει στη μεγάλη πόλη να συνεχίσει τη ζωή που επέλεξε για εκείνη, το τελευταίο νήμα θα έχει κοπεί. Παίρνει μολύβι και χαρτί. Σημειώνει ό,τι της έρχεται στο κεφάλι για τον Τεοντόρ. «Κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα, κοτόπουλο που αξίζει την αγάπη. Κι ύστερα "κοτόπουλο-κλόουν". Θα ήθελε εκείνοι που θα το καταβροχθίσουν να έχουν συνείδηση της κατάστασής του».

Την επομένη θα πάει στην αγορά. Θα πουλήσει τον Τεοντόρ. Γυρίζοντας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων έχει ξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο που σύναψε με τη μητέρα. Είναι πια ελεύθερη. Είναι πια ελεύθερη; «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Η αντίδραση των παιδιών είναι συνήθης, επί αυτής σφυρηλατείται ο προθάλαμος της ενήλικης ζωής. Αρκεί μια ελάχιστη, στο μάτι του παρατηρητή τέτοια, για το υποκείμενο τεράστια και καθοριστική, διαφοροποίηση. Θα το κάνω, σκεφτόμαστε, με τους δικούς μου όρους. Έτσι όπως εγώ το θέλω. Καμία σχέση με όσα έκαναν εκείνοι. Καμία σχέση. Οι νεκρολογίες σε μορφή βιογραφικού σημειώματος, ξεχωριστή για κάθε πτώμα, είναι η καθοριστική διαφοροποίηση, μια πράξη αγάπης που έρχεται να ρίξει καθησυχαστικό μανδύα στη δολοφονία και την πώληση της νεκρής, ξεπουπουλιασμένης σάρκας. Η Πολ, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, είπαμε όμως, με τους δικούς της όρους, ιδία επιλογή και βούληση, αναβάλει ολοένα και περισσότερο την επιστροφή, ο αγαπητικός απαντά στα τηλέφωνα, δείχνει κατανόηση σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως πένθος.

Η Ρικό, γεννημένη το 1988 στο Περπινιάν της Γαλλίας, κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς στην οικολογική πεζογραφία, άλλωστε το 2021 το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν τιμήθηκε με το βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος. Όμως, με κάθε αυστηρή κατάταξη συμβαίνει αυτό, δεν είναι μόνο ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Σε μια εποχή που στη Γαλλία, όπως και στη χώρα μας, η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο, ένας κλάδος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει πλήρως βιομηχανοποιηθεί, η Πολ, χορτοφάγος από επιλογή, νιώθει πως βιογραφώντας το κάθε κοτόπουλο διαφεύγει του αιματοβαμμένου μοτίβου. Το εύρημα αυτό, παιχνιδιάρικο περισσότερο παρά πρωτότυπο, επιτρέπει στη Ρικό να γλεντήσει τους τρόπους με τους οποίους πείθουμε εαυτούς σχετικά με την ηθική μας υπεροχή, τις δικαιολογίες που μετερχόμαστε για να αναδυθούμε ξεχωριστοί και ακέραιοι. Μαύρο χιούμορ, όπως το αίμα από τα σφαγμένα κοτόπουλα, στο όριο της φάρσας. Η συγγραφέας αξιοποιεί το εύρημά της, το εντάσσει σε μια πλοκή ολοένα και πιο αποκαλυπτική για την τύχη που η αυτοπειθώ αναπόφευκτα έχει.

Το εύρημα, ωστόσο, εξαρχής ταυτίζεται με την ικανοποίηση της γονεϊκής επιθυμίας, καίτοι ανείπωτη, γενική και ανικανοποίητη, παγίδα, παρότι εμφανής, δύσκολο να αποφευχθεί κατά την αυτόνομη βάδιση. Θυμήθηκα ένα μικρό μυθιστόρημα που διάβασα πριν από δώδεκα χρόνια και ακόμα το θυμάμαι, το Δείπνο με μύδια, της Μπιργκίτ Βαντερμπέκε, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τον πόλεμο εντός της οικογενειακής εστίας πίσω από ένα ξεχωριστό δείπνο με μύδια. Σίγουρα το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν ικανοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του οικολογικού μυθιστορήματος, με τρόπο ευφυώς πλάγιο αναφέρεται στην βιολογική κτηνοτροφία, στις αρετές με τις οποίες ενδύονται οι οικογενειακές, μικρές φάρμες, το πλεονέκτημα που διαθέτουν έναντι της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας, όχι μόνο σε επίπεδο ποιότητος αλλά και ηθικής. Και το κάνει με ένα τρόπο έξυπνο, αποφεύγοντας το προφανές που όλοι γνωρίζουμε ή απλώς κάνουμε πως δεν γνωρίζουμε, δεν στοχεύει να ενημερώσει το καταναλωτικό κοινό για τις συνθήκες διαβίωσης, εκτροφής και θανάτωσης των πτηνών, το πώς η αγορά καιροφυλακτεί να εκμεταλλευτεί το όποιο πλεονέκτημα, αλλά κυρίως, όπως κάνει με την ίδια την Πολ, έτσι και με τον αναγνώστη, η Ρικό τοποθετεί στο επίκεντρο όλες αυτές τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κομμάτια γαματοσύνης που μας κάνουν να νιώθουμε ξεχωριστοί, και σε αυτή την επικράτεια.

Δεν εξαντλείται όμως σε αυτό το μυθιστόρημα αυτό. Με τη μητέρα πια νεκρή και απενεργοποιημένη, η Πολ θεωρητικά, έτσι πρόσμενε, είναι πλέον ελεύθερη και απαλλαγμένη από όλο αυτό το βάρος που εν ζωή οι δικοί της άφηναν με τα χρόνια στους ώμους της. Η φυγή και η χάραξη μιας ζωής εντελώς διαφορετικής δεν ήταν, ποτέ δεν είναι, αρκετή. Το κομμάτι της αυτογνωσίας απαιτεί πολλά περισσότερα, η απλή ερώτηση, ποια είμαι, μόνο απλή δεν είναι. Το αντιπαράδειγμα, το οποίο οι γονείς συχνά προσωποποιούν, αποδεικνύεται δυσκολοκατάβλητο, μοιάζει απλό το να μην γίνω σαν αυτούς αλλά μόνο απλό δεν είναι. Η Ρικό, εκτός από το οικολογικό κομμάτι, με το οποίο έρχεται να επιτεθεί στην αυτοεικόνα μας ως καταναλωτές, διαπραγματεύεται, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό επίπεδο, την προαιώνια διαμάχη γονέα-τέκνου, και δη νεκρού γονέα-τέκνου.

Η συγγραφέας με τρόπο ευφάνταστο, χωρίς να απολύει τον βηματισμό, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρώντας ένα διαολεμένο κέφι να κανιβαλίσει και να δει το γέλιο να παγώνει στο πρόσωπο του αναγνώστη, χωρίς να έχει και να εκφράζει πρόθεση να διδάξει, άλλωστε, κάποια που γράφει ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα έπρεπε να είναι η πρώτη που γνωρίζει πόσο τρωτή είναι η αυτοεικόνα μας στην εποχή της ιδιώτευσης και της ατομικής ευθύνης, παραδίδει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαφεύγει με άνεση των ειδολογικών του περιορισμών, μια ευχάριστη έκπληξη.

υγ. Για το Δείπνο με μύδια περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαρία Γυπαράκη
Εκδόσεις Στίλβη

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Μάλινα - Ingeborg Bachmann

Ο χρόνος κυλούσε. Η αναμονή παρατεινόταν. Το βιβλίο έφτασε. Πειθάρχησα. Δεν ήταν εκείνη η στιγμή. Πολλές φορές έχω παρομοιάσει την ανάγνωση με την φυσική άσκηση. Μέχρι να μπουν και τα τελευταία δώρα κάτω από το δέντρο, η ανάγνωση δεν βρίσκει χρόνο. Οι κυκλοφορίες στο τέλος της χρονιάς έρχονται και στοιβάζουν τις αναγνωστικές επιθυμίες, λαχτάρα και ανυπομονησία. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσεις ένα βιβλίο. Ισχύει. Ισχύει επίσης πως ενίοτε ένα βιβλίο έρχεται σε μια δύσκολη/ακατάλληλη περίοδο και τη φέρνει στα μέτρα του. Ένιωθα πως έπρεπε να περιμένω. Να επανέλθω αργά και σταδιακά. Να είμαι έτοιμος για μια αναγνωστική επιστροφή που λαχταρούσα καιρό.

Το 2013. Τότε είχα διαβάσει το μυθιστόρημα της Μπάχμαν, το μοναδικό που εξέδωσε εν ζωή, το Μάλινα, στα ελληνικά, σε μετάφραση Ιάκωβου Κοπερτί, είχε μεταφερθεί ως Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι Εγώ. Είχε προηγηθεί το σοκ με το ανολοκλήρωτο Η περίπτωση Φράντσα, νωρίτερα τα βιβλία του Μαξ Φρις, ακριβώς πριν η Τζέννυ Έρπενμπεκ. Το μου άρεσε/δεν μου άρεσε ως δίπολο συχνά η λογοτεχνία το διαπερνά, το αφήνει πίσω της, άλλα ρήματα πρέπει να αναζητήσει κανείς. Τέτοια η περίπτωση της Μπάχμαν. Ίσως με στοίχειωσε; Ο χρόνος κύλησε. Το βιβλίο μεταφράστηκε ξανά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, βρέθηκε στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πότλατς. Ένιωθα έτοιμος για μια διπλή αναμέτρηση, με το βιβλίο και την επιστροφή μου, δώδεκα χρόνια μετά, σ' αυτό.

Αντί εισαγωγής, φράση πρώτη: Αν είχαμε τον λόγο, θα είχαμε τη γλώσσα, δεν θα χρειαζόμασταν όπλα. Αντί εισαγωγής, φράση τελευταία: Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία. Μπαίνοντας στο μυθιστόρημα, παρουσιάζονται τα πρόσωπα της πλοκής. Ύστερα ορίζεται ο χρόνος, αφού πρώτα το Εγώ της αφήγησης διατυπώσει τη δυσανεξία του για το σήμερα: Όποιος έχει γράψει ποτέ ένα τρομερά ικετευτικό γράμμα, για να το κάνει μετά ωστόσο κομμάτια και να τ' απορρίψει, γνωρίζει ακόμα καλύτερα τι εννοούμε με το «σήμερα» εδώ. Με τον τόπο, τη Βιέννη, τα πράγματα είναι πιο απλά, αποτέλεσμα μιας ήπιας σύμπτωσης καθώς υπήρξε. Όταν ο Ζίγκφριντ, πιθανότατα ο Ζίγκφριντ Ούνζελντ, διευθυντής του γερμανικού εκδοτικού οίκου Suhrkamp, ρωτάει το Εγώ: Τι βιβλίο θα είναι, τι θα είναι δηλαδή το βιβλίο σου; Εκείνο, στην κορυφή του πόλου, απ' την οποία δεν υπάρχει επιστροφή, ουρλιάζει: Ένα βιβλίο για την κόλαση. Ένα βιβλίο για την κόλαση!

Τα παραπάνω κομμάτια δίνουν μια ιδέα, δεν απαντούν ωστόσο: ποιος ήταν ο Μάλινα; Ακόμα πιο πέρα: ήταν ο Μάλινα; Κάποιες φορές, τα ερωτήματα επιφέρουν περαιτέρω ερωτήματα, όχι απαντήσεις, είναι λίγο σαν να απλώνεται μπροστά σου μια θέα που κόβει την ανάσα, ο συσχετισμός είναι παρών, οι απαντήσεις μάλλον όχι, το αίσθημα είναι ιλίγγου ή δέους, μια ανοίκεια οικειότητα, της θέας αυτής, σκέφτεσαι, μέρος είμαι κι εγώ, δεν βοηθά πολύ η σκέψη αυτή, μάλλον επιτείνει το συναίσθημα. Το τερατώδες τι θέλει να πει ο ποιητής, η απόπειρα για μονοσημία, για καλούπι, εδώ αδυνατεί ακόμα και να επιχειρηθεί να εφαρμοστεί, ερωτήματα και επιπλέον ερωτήματα. Κάποιοι διαβάζουν για τις απαντήσεις, κάποιοι για τις ερωτήσεις, κάποιοι για το ταξίδι ανάμεσα σε υψώσεις και καταρρεύσεις.

Ας κάνω πρώτα ένα διαισθητικό σχόλιο γύρω από τη μετάφραση. Συνυπολογίζοντας τα χρόνια που μεσολάβησαν, όσα η εμπειρία και η λήθη επέφεραν, τότε, διαβάζοντας μαγεμένος αυτό το λογοτεχνικό επίτευγμα, ένιωθα πως ανάμεσα σε μένα και ένα ακραία απαιτητικό κείμενο κρεμόταν ένα πέπλο να δυσχεραίνει την επαφή. Αυτή τη φορά, σε αυτή τη μετάφραση αυτό δεν υπήρχε. Στέκομαι σε αυτή την υποκειμενική αίσθηση, γερμανικά δεν ξέρω, μου φαίνεται απλό και φτηνό να κρίνω την προηγούμενη μετάφραση απλά και μόνο εξαιτίας του διαφορετικού τίτλου και του παρατονισμένου ονόματος του Μάλινα.

Η τυχαιότητα είναι μια μομφή που αποδίδεται ελαφρά τη καρδία, θεραπεία για πάσα νόσο, λες και αυτό και μόνο αρκεί για να περικλύσει, για να καθυποτάξει το κρινόμενο. Η συνειρμική γραφή, η ροή της συνείδησης, αναλογιστείτε, πώς έγινε η υποδοχή τους στην αρχή. Προτεταμένα δάκτυλα υποδείκνυαν. Η τυχαιότητα είναι ένας εύκολος και ασφαλής δρόμος κρίσης. Το Μάλινα, όταν κυκλοφόρησε, η κριτική το υποδέχτηκε με δυσπιστία, ας μην πω με δυσφορία. Κάτι που ήταν γυναίκα η συγγραφέας, κάτι που το κείμενο δεν προσέφερε απαντήσεις συγκεκριμένες, κάτι το απαιτητό της διαρκούς εγρήγορσης, κάτι το δυσφορικό της ενοίκησης εντός ενός μυαλού σε έκσταση και πυρετό, ίσως τίποτα απ' όλα αυτά, ίσως όλα μαζί.

Διαισθητικά, όπως εγώ το υποδέχτηκα, με τα δικά μου εργαλεία, τη στιγμή που το υποδέχτηκα, με τη δική μου ικανότητα να αφήνομαι μάλλον μικρή, θα χρησιμοποιούσα τη λέξη παραλήρημα. Τεράστιου εύρους, κυρίως ανεξερεύνητων επικρατειών, επιλογή που επιτείνει το ανένταχτο του εγχειρήματος, την υπέρβαση των θεωρητικών ορισμών ενός λογοτεχνικού λεξικού. Η ανάγνωση συχνά είναι και εμπειρία, όχι πάντα, όχι, σίγουρα όχι πάντα. Από την πλευρά των υποστηρικτών, έρχεται ακόμα ένας περιορισμός, για μένα, για εκείνους τιμητικός τίτλος που επιτείνει την εν γένει σημαντικότητα του βιβλίου, αντιπατριαρχικό ή φεμινιστικό. Ναι, σίγουρα έχει στοιχεία τέτοια, αρκετά ίσως, αλλά είναι στενό και άβολο και αυτό το δωματιάκι.

Στο οπισθόφυλλο υπάρχει το απόσπασμα από μια συνέντευξη: Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται.

Κάπου, παράφραση δική μου, λέει το Εγώ κάτι που θα συνοψιζόταν στο τι άλλο να έκανε, άντρας ήταν. Στο περίπου. Το τριγκάρισμα είναι ακαριαίο, διόλου αντιπατριαρχικό δεν είναι αυτό, ένα στεγνό ξέπλυμα, μια φωνή αντίδρασης. Υπάρχουν έργα, τα σπουδαία έργα, που είναι ακατάβλητα θηρία, κάπου κάτι κυνηγάς, κάτι άλλο σε περικυκλώνει, ξεφεύγεις, επιστρέφεις και πάλι από την αρχή, εγκλωβίζεις και εγκλωβίζεσαι. Είναι κλισέ, αλλά αμελείται συχνά, ενίοτε και εμπρόθετα, κάποια έργα δεν υποτάσσονται ποτέ οριστικά στην ανάγνωση, απλώς τοποθετούνται στο απλό μου άρεσε/δεν μου άρεσε και προχωράμε μπροστά. Ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι.

Τα ερωτήματα που ένα τέτοιο βιβλίο γεννά δεν περιορίζονται σε όσα διαδραματίζονται εντός των γραμμών της πλοκής, όσο προσχηματική και αν είναι αυτή η πλοκή, αλλά έρχονται και παίρνουν θέση και στο εσωτερικό, στον μέσα πυρήνα της ανάγνωσης, αρχικά με μια ανάγκη κατανόησης, απαντήσεων, ακολούθως το πώς νιώθω γι' αυτό που διαβάζω να μετατρέπεται σε πώς νιώθω με αυτό που διαβάζω, εν τέλει: πώς νιώθω; Και το Μάλινα, στο οποίο υπάρχουν κάποια ρήγματα στον ορθολογισμό, κάποια σκόρπια κομμάτια και αποστροφές λόγου που σαν να προλόγισαν τα όσα ακολούθως συνέβησαν στη ζωή της Μπάχμαν, μαζί με το υπόλοιπο έργο της, την έντονη προσωπικότητά της και την παρουσία της στα πράγματα, κυρίως αλλά όχι μόνο στα λογοτεχνικά, μετέτρεψαν για πολλούς το πρόσωπο σε λογοτεχνία, είναι και αυτός ένας τρόπος να αναζητήσει κανείς απαντήσεις, λογικές και αντικειμενικές ζαριές σε ασφαλές περιβάλλον παιχνιδιού, παρέα με τις πιο εμετικές: γυναίκα, σαλή και/ή διαταραγμένη.

Ούτε είμαι σίγουρος πως επισημαίνοντας πως η Μπάχμαν υπήρξε εξαίρετη ποιήτρια, και αυτό είναι κάτι πιο συνολικά αποδεκτό, δίνουμε μια κατεύθυνση σύλληψης, εκτέλεσης και πρόσληψης του Μάλινα. Ούτε αυτό είναι αρκετό. Κάπου προς το τέλος, το Εγώ, συνομιλώντας με τον Μάλινα, λέει: Δεν αφηγούμαι, ποτέ δεν θ' αφηγηθώ, είναι κάτι παραπάνω από μια διαταραχή στη μνήμη μου. Κάτι τελευταίο. Συχνά λέγεται για κάποιο έργο τέχνης πως ο δημιουργός επιχείρησε και πέτυχε/δεν πέτυχε να εντάξει την εποχή του ή ακόμα και τη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τότε, επισημαίνονται αυτά και συντελούν στο πέτυχε/δεν πέτυχε. Η Μπάχμαν πέτυχε, ακόμα και αν δεν είναι πρόδηλο πως επιχείρησε κάτι τέτοιο, μια ανθρωποποίηση, μια οριακή συνθήκη διάπλευσης του ρεύματος.

Η ανάγνωση είναι αυτό που μας μένει και η καθησυχαστική προοπτική πως το βιβλίο θα είναι εκεί, αν το χρειαστούμε ξανά.

υγ. Όσα έγραφα το 2013 για το βιβλίο αυτό, τα βρίσκετε εδώ. Για το Η περίπτωση Φράντσα εδώ. Για το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Πότλατς 

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Οι υπάλληλοι - Olga Ravn

Είχα πρωτοακούσει γι' αυτό το βιβλίο και τη συγγραφέα του, τη Δανή Όλγα Ράουν, πριν κάποια χρόνια, όταν Οι υπάλληλοι βρέθηκαν στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker 2021. Πρόσφατα, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μεταφραστική φροντίδα τού Σωτήρη Σουλιώτη.

Μια ειδική επιτροπή εξετάζει το σύνολο των εργαζομένων, ανθρώπων και ανθρωποειδών, στο Πλοίο Έξι Χιλιάδες, έτη φωτός μακριά από τη γη, με αφορμή κάποια ανωμαλία ή παρέκκλιση του αρχικού σχεδιασμού. Το υβριδικά αποσπασματικό αυτό μυθιστόρημα αρθρώνεται από μέρη των ανώνυμων, σηματοδοτημένων με απλή αρίθμηση, μαρτυριών του πληρώματος. Ειδολογικά, με ισχυρή βεβαιότητα, θα το κατέτασσε κανείς στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, που έχει, πάντοτε είχε, την τάση να λειτουργεί ως ένα εναλλακτικό ρεαλιστικό εργαστήρι, οικείο και ανοίκειο για τον αναγνώστη, ιδιαίτερα τον συσκαιρινό της συγγραφής.

Υπάρχουν ιδέες-ευρήματα που κατά ένα μεγάλο ποσοστό καθορίζουν την πλοκή και τα πρόσωπα, με μια διάθεση μαξιμαλιστική και τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Υπάρχουν και ιδέες-ευρήματα που λειτουργούν με έναν πιο μινιμαλιστικό τρόπο, μια συνθήκη, μια λεπτή μεμβράνη που περικλείει την πλοκή και τα πρόσωπα, που κυρίως επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα και συντελούν στο ενδοκειμενικό κλίμα. Οι υπάλληλοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, ο σκοπός και η καθημερινότητα του Πλοίου Έξι Χιλιάδες συντίθεται έμμεσα και σταδιακά μέσα από τις απρόσωπες και σχετικά ψυχρές μαρτυρίες. Καθώς τα κομμάτια σιγά σιγά παίρνουν τη θέση τους, ο αναγνώστης αργά και σταθερά εικονοποιεί και κατανοεί τη συνθήκη.

Η Ράουν κάνει ιδανική χρήση της ιδέας-ευρήματος, χωρίς να αυτοεγκλωβίζεται την αξιοποιεί. Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προμετωπίδα ευχαριστίας στην καλλιτέχνιδα Λέα Γκουλντίτε Έστερλουντ για τις εγκαταστάσεις και τα γλυπτά της, ωδή στο άγνωστο πού και πώς η έμπνευση εμφανίζεται και επενεργεί γονιμοποιητικά. Η λογοτεχνία επιστημονικής λογοτεχνίας είθισται να σημαίνει ένα καμπανάκι κινδύνου, μια προειδοποίηση και όχι προφητεία των επερχόμενων, η καλή λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας με έναν τρόπο διακριτικό, όχι προφανή, υπαινικτικό και όχι υπό το πρίσμα μιας στείρας πολιτικής στράτευσης, επιτρέπει στη φαντασία του αναγνώστη, στο ευρύτερο σύστημα πρόσληψής του, να λειτουργήσει εν μέρει αυτόνομα, να συνάψει τις δύο πραγματικότητες, να διακρίνει τις αναλογίες. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα ο χειρισμός της συγγραφέα, δεν είναι πως δεν έχει τις απαντήσεις για τα ερωτήματα που προκύπτουν, δεν είναι η ιδέα-εύρημα ένας ναός, αλλά μια διαδρομή προσκυνήματος, μια επικράτεια απόκοσμη και ανοίκεια, ταυτόχρονα, παράδοξα, ίσως και όχι, γνώριμη, διαμορφωμένη από ερωτήματα και αγωνίες, χωρίς να προσφέρει αφειδώς ψευδοβεβαιότητες ανακούφισης.

Με την τεχνητή νοημοσύνη σε μια λεωφόρο χωρίς όριο ταχύτητας, αυτό που φανταζόμασταν πριν πέντε χρόνια είναι πια αιώνες μακρινό. Ο αφαιρετικός και υπαινικτικός τρόπος της Ράουν επιτρέπει στο μυθιστόρημα να επιζήσει της επέλασης, ακριβώς γιατί δεν συγκεκριμενοποιεί, επιτείνοντας με την ψυχρότητα των μαρτυριών και το μπέρδεμα ανθρώπινου και τεχνικού υποκειμένου τη ροπή της απομάκρυνσης από τον αναλογικό φυσικό κόσμο σε μια πραγματικότητα ψηφιακής και τεχνολογικής κυριαρχίας. Έτσι, τα ψήγματα και οι υποψίες συναισθήματος, διασκορπισμένα στην επικράτεια των μαρτυριών, απόρροια της μνήμης ή του αλγόριθμου, αναδύονται και με τον τρόπο τους τρομοκρατούν τον αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς του με πόση ευκολία η εικονική πραγματικότητα ναρκώνει και μας αφήνει συναισθηματικά απροστάτευτους.

Ωστόσο, το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, που πετυχαίνει η Ράουν και αποδίδεται ικανοποιητικά στη μετάφραση είναι η αφηγηματική ποιητικότητα, μια γλώσσα αλλόκοτη και χωρίς φτιασίδια, μια γλώσσα στέρεη, ακριβής, μια εταιρική διάλεκτος ανάκρισης, με τους ανακριτές στο σκοτάδι, που ξεπερνά την ίδια την αρχική ιδέα-εύρημα, και αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής, οριακής και αρχικά δυσνόητης ως προς τη χρησιμότητα και τη λειτουργία της. Ποίηση όπως εκείνη των ορόσημων του είδους της επιστημονικής φαντασίας, ποίηση που συχνά αποτυπώνεται υπέροχα στις κινηματογραφικές της μεταφορές, ποίηση σε μορφή πάγου, που προκαλεί αυτό το μεικτό και αντιθετικό συναίσθημα ηδονής-πόνου στην επαφή με το δέρμα, ποίηση που φιλοδοξεί να ανθίσει σε έναν μη τόπο αποστειρωμένο και πλήρως ελεγχόμενο όπως ένα επανδρωμένο διαστημικό πλοίο με το πλήρωμα να αποτελείται από ανθρώπους και ανθρωποειδή, με τα όρια και τις διαφορές μεταξύ τους ολοένα και να γίνονται δυσδιάκριτα. Ονειρεύονται οι άνθρωποι το ανθρώπινο;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η ατμόσφαιρα μου θύμισε τις Τροχιές της Σαμάνθα Χάρβεϊ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ταξίδι στην άκρη της ζωής - Tezer Özlü

Μια θέση προνομίου. Μπορώ να ρωτάω, σας άρεσε κάποιο βιβλίο που διαβάσατε τελευταία. Να ακούω την απάντηση, κυρίως να αντικρίζω το βλέμμα. Την Τεζέρ Οζλού δεν την γνώριζα. Οι κόρες των ματιών του διαστάλησαν ενώ έλεγε: διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Σημείωσα τις λεπτομέρειες. Ανάμεσά τους το όνομα της μεταφράστριας. Νίκη Σταυρίδη. Δική της μετάφραση το αριστούργημα του Ογούζ Ατάι, Αποσυνάγωγοι, δικαίως εντάχθηκε στη σειρά Orbis Literae. Ήμασταν, λίγο αργότερα, καλεσμένοι και οι δύο στο Πατάρι, τη σαββατιάτικη σύναξη των εκδόσεων Gutenberg. Το πάθος, ο λόγος, η στάση της. Η κυρία Νίκη μετέφρασε και το Ταξίδι στην άκρη της ζωής. Τα νήματα έγιναν ξεκάθαρα, η επιθυμία να διαβάσω άμεσα το βιβλίο αυτό επιτακτική.

Συγγραφέας και βιβλίο έξω και πέρα από την επικράτεια της προσδοκίας. Ούτε την έκδοση ως έκδοση δεν είχα υπόψη μου. Τι και αν περνάω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μου ανάμεσα σε βιβλία. Η επαφή με τη λογοτεχνία θρέφει την αυτοπεποίθηση, η επαφή με τη λογοτεχνία την γκρεμίζει. Αν κάτι μένει, είναι η άγνοια, είναι η αίσθηση αδυναμίας ελέγχου, ευτυχώς, αν με ρωτάτε. Το γκρέμισμα της προσδοκίας θεριεύει την έκπληξη. Είχα το βλέμμα του, είχα το όνομα της μεταφράστριας. Αυτά είχα. Από τις πρώτες σελίδες ένα σοκ. Αυτό είναι ένα φοβερό βιβλίο, σκεφτόμουν.

Γεννήθηκε το 1943, πέθανε το 1986. Έζησε πολλά χρόνια μακριά από την πατρίδα της την Τουρκία. Πέθανε στη Ζυρίχη αυτοεξόριστη. Φοίτησε σε σχολείο Αυστριακών καλογριών, τα γερμανικά ήταν σχεδόν μητρική της γλώσσα, εξάσκησε τη μετάφραση.

Παλιά, στρέφαμε τη φωτογραφική μηχανή προς το μέρος μας, βγάζαμε φωτογραφία τον εαυτό μας, το αποτέλεσμα ήταν συνήθως αποκαρδιωτικό. Αργότερα, στην ψηφιακή εποχή, δεν χρειάζεται αυτό, καδράρουμε τους εαυτούς μας, δοκιμάζουμε όσες φορές θέλουμε, σβήνουμε όσες δεν θέλουμε, διαμοιραζόμαστε όσες μας κολακεύουν. Στο ενδιάμεσο η φωτογραφία εαυτού απέκτησε όνομα, σέλφι. Τι ήταν εκείνο που κάναμε παλιά; Σκέφτομαι πως η αντανάκλασή μας είναι η διαφορά.

Η Λ. είπε: τι και αν δεν είχε όνομα, η αυτομυθοπλασία υπήρχε από χρόνια. Αναφερόταν στη λογοτεχνία της Οζλού, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως η αντανάκλασή μας είναι η διαφορά. Τα εργαλεία του μάρκετινγκ, επίσης, η ολοένα και μεγαλύτερη ροπή στην ιδιώτευση. Όταν κυκλοφόρησαν τα βιβλία της, η τουρκική κριτική δεν είχε υπόψη της κάτι ανάλογο. Ακόμα αποκαλείται: η θλιμμένη πριγκίπισσα της τουρκικής λογοτεχνίας. Με εκνευρίζει ο χαρακτηρισμός αυτός, εκείνη ίσως να την έκανε να γελά, σκέφτομαι. Οι κανόνες, τα ήθη και τα έθιμα της λογοτεχνίας είναι από τα πλέον επιβλητικά πλαίσια, εκτός αυτών δεν σου επιτρέπεται να κινηθείς. Αν είσαι τυχερή, κάποιοι κάποτε θα διακρίνουν τις αρετές, τη σπουδαιότητα, εσύ θα είσαι νεκρή πια.

Το βιβλίο γράφτηκε αρχικά στα γερμανικά υπό τον τίτλο: Στα ίχνη μιας αυτοκτονίας. Βραβεύτηκε, μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες. Η ίδια το μετέφερε στα τουρκικά, ο εκεί εκδότης ούτε που ήθελε να ακούσει για τον πρωτότυπο τίτλο, η Οζλού συμβιβάστηκε με το Ταξίδι στην άκρη της ζωής, λιγότερο απαισιόδοξο, θύμιζε και το ταξίδι του Σελίν.

Το μυθιστόρημα διαπραγματεύεται όντως ένα ταξίδι, χιλιόμετρα διανυθέντα, διανυκτερεύσεις σε πάμπολλα ξενοδοχεία, η Πράγα του Κάφκα, η Τεργέστη του Σβέβο, το Τορίνο του Παβέζε. Τα αποσπάσματα από το έργο του αυτόχειρα Παβέζε αναμειγνύονται με τις σημειώσεις του ταξιδιού αυτού. Η Οζλού δεν γράφει για να αποκαλύψει, αλλά ούτε και για να αποκρύψει. Τι και αν το εγώ είναι διαρκώς παρόν. Τι και αν κάνει αλλεπάλληλες εναλλαγές απεύθυνσης, απευθυνόμενη συχνά στην εαυτή της με ένα εσύ που δοκιμάζει να δημιουργήσει μια απόσταση, ικανή για παρατήρηση και στοχασμό, μια προσωρινά λυτρωτική έξοδος από το σαρκίο, από την καρδιά και το μυαλό. Η Οζλού γράφει σ' ένα περιβάλλον αναγκαιότητας, σαν να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά διαφεύγει αυτής της ανάγκης, δεν την προβάλει, δεν κρύβεται πίσω της, δεν παίρνει την εαυτή της στα σοβαρά, αλλά δεν την περιφρονεί κιόλας. Η πρόζα της είναι καθηλωτική, μια διαρκής διερεύνηση της επάρκειας των λέξεων να φέρουν την εμπειρία της ζωής στο χαρτί, να ανακουφίσουν, όχι, όχι αυτό, σίγουρα όχι να ανακουφίσουν. Κομίζει τιμαλφή στη λογοτεχνία, αντίδωρα για όσα έλαβε, ένα παράδοξα ανθρώπινο ανταποδοτικό τέλος.

Η λογοτεχνία είναι έντονα παρούσα από άκρη σε άκρη. Ένα απόσπασμα είναι αντιπροσωπευτικό, για το πώς η λογοτεχνία και η ορμή της διαφυγής συναποτελούν την ύπαρξή της. «Το πρωί βλέπω ένα μεγάλο μέρος της πόλης από το παράθυρο. Έπρεπε τάχα να γνωρίσω τόσο πολλές χώρες, τόσο πολλούς ανθρώπους, τόσο πολλούς ήρωες μυθιστορημάτων; Έπρεπε οι στενότεροι φίλοι μου να είναι οι συγγραφείς που βρίσκονται πίσω από τους ήρωες μυθιστορημάτων; Έπρεπε τάχα να ανέβω σε τόσο πολλά αεροπλάνα, τρένα, λεωφορεία; Να ζήσω την προέκταση της νύχτας διάφορων πόλεων και ξυπνώντας το πρωί να περπατήσω στις μακριές λεωφόρους τους; Γιατί η ζωή μου δεν περιορίστηκε σε μια μικρή πόλη με μια πλατεία και μερικούς δρόμους; Αφήνω την ενατένιση της πλατιάς θέας της πόλης και κάθομαι στο τραπέζι». Κάπου αλλού θα αναρωτιέται ποιος θα της έλεγε όταν μετέφραζε τις Άγριες φράουλες του Μπεργκμαν πως κάποια χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στη Σουηδία μαζεύοντας αυτό το φρούτο.

Ένιωσα μέσα μου να συμπληρώνεται μια αγία τριάδα, το νεότερο μέλος της η Οζλού, στο πλευρό της Λισπέκτορ και της Μπάχμαν. Αλλά πολλές φορές αναλογίστηκα τον Ζέμπαλντ, τον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζε τα καλοκαιρινά του ταξίδια, χειμώνα στην Αγγλία.

Το σκεφτόμουν και με αφορμή τον Μάλινα της Μπαχμαν που επίσης διάβασα πρόσφατα. Όποια και αν είναι η αγαθή πρόθεση τοποθέτησης, κάθε ταμπέλα απλά περιορίζει, χτίζει ένα μικρό δωμάτιο εντός του οποίου η σπουδαία λογοτεχνία ασφυκτιά, περισσότερο και από την ασφυξία που δημιουργοί όπως η Οζλού ένιωθε στην ίδια της την ύπαρξη. Είναι αντιπατριαρχικό, είναι φεμινιστικό, είναι αυτομυθοπλασία, είναι ωδή στη λογοτεχνία, είναι ροή συνείδησης, είναι φιλοσοφικό, είναι ταξιδιωτικό, είναι άλλα τόσα, δεν είναι μόνο αυτά. Τέτοιες ταμπέλες μας βοηθούν να φέρουμε στα μέτρα μας έργα όπως αυτό της Οζλού, εξομαλύνουν το δέος του ανοίκειου, παρέα με τις ταμπέλες και οι μονοσήμαντες ερμηνείες, αυτό και εκείνο θέλει να πει, γι' αυτό γράφει.

Η Οζλού, πρώτη και κύρια, μήτε την εαυτή της, μήτε τη λογοτεχνία την ίδια τις αντιμετωπίζει ως κάτι που μπορεί να φέρει στα μέτρα της, να ελέγξει και να εξηγήσει. Διερευνά και αποδέχεται, ευγνωμονεί τα νήματα που τις προσφέρονται, τα επεξεργάζεται με προσοχή, μέρος του όλου νιώθει να είναι. Η στάση της, που δεν είναι η ταπεινότητα που τη χαρακτηρίζει, απαλλάσσει τη γραφή της από δύο συνήθης νόσους, τουλάχιστον στην εποχή αυτή που ζούμε, τη διδαχή και τον αυτοθαυμασμό. Η λογοτεχνία της είναι κάτι το πολύ διαφορετικό, φαινομενικά ιδιωτική, αλλά με τον τρόπο της συμπεριληπτική, φαινομενικά αναχωρητική, αλλά έντονα πολιτική, φαινομενικά απότοκο της συγκεκριμένης χωροχρονικής συνθήκης, αλλά πέρα και έξω από κάθε τι συγκεκριμένο, φαινομενικά ποιητική, αλλά εξόχως ρεαλιστική, ένας χαμαιλέοντας γραφής που παίρνει το χρώμα δέρματος που έχει το βλέμμα που τον αντικρίζει.


Είχα καιρό να πάθω τέτοιο σοκ. Έψαξα και βρήκα και τα άλλα δύο βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, το ένα, Οι κρύες παιδικές νύχτες, εξαντλημένο, το άλλο, Παλιός κήπος Παλιά αγάπη, επίσης σε μετάφραση Νίκης Σταυρίδη, κυκλοφορεί. Διαβάζοντας τα βιβλία της Οζλού μου έρχονταν κατά νου αναγνώστριες στις οποίες θα άρεσε πολύ η συγγραφέας αυτή. Οι αναγνώστριες είναι πιο ανοιχτές σε δοκιμές, ίσως γιατί θυμούνται πώς ήταν/πώς είναι τα πράγματα εκεί έξω, η λογοτεχνική πατριαρχική συντήρηση, παρότι μοιάζει να πνέει εδώ και χρόνια τα λοίσθια, μέσα από τις στάχτες της αναγεννιέται και κρατάει με μανία το ρόπτρο της θύρας της αίθουσας της καλής λογοτεχνίας, ποιος θα μπει και ποια θα μείνει απέξω. 

Δεν υπάρχει αυτόφωτο αστέρι στον λογοτεχνικό γαλαξία. Υπάρχουν ωστόσο αστέρια ταμιευτήρες φωτός, που ακόμα και όταν βιολογικά σβήσουν, μοιάζουν με ήλιους. Τέτοια (και) η περίπτωση της Οζλού.

υγ. Για τους Αποσυνάγωγους περισσότερα θα βρείτε εδώ, παρέα με τον Α. κάναμε και μια ανάγνωση ενός συγκλονιστικού αποσπάσματος, το βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νίκη Σταυρίδη
Εκδόσεις Τσουκάτου

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Η πηγή των δακρύων - Jean-Paul Dubois

Η πηγή των δακρύων είναι το τρίτο βιβλίο του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά που μεταφράζεται στα ελληνικά. Είχαν προηγηθεί Ο φωτογράφος της Τουλούζης (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδόσεις Διήγηση) και το Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά, εκδόσεις Δώμα) για το οποίο είχε τιμηθεί το 2019 με το σημαντικό βραβείο Goncourt.

Ο θεματικός άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος είναι γνώριμος και λογοτεχνικά πολυφορεμένος, η ταραχώδης, κακή σχέση γιου πατέρα, ο πρωτοπρόσωπος απολογισμός από τον γιο μετά τον θάνατο του γεννήτορα, παρότι κάθε τέτοια δυάδα, παρά τα όποια κοινά μοτίβα, μοιάζει και ίσως και να είναι στον πυρήνα της μοναδική. Ο Ντυμπουά προσθέτει ένα επεισόδιο-σφήνα, ένα εύρημα καθοριστικό. Ο Πωλ, αφού ταξίδεψε από τη Γαλλία για τον Καναδά με σκοπό να φέρει πίσω το σώμα του νεκρού από φυσικά αίτια πατέρα του, το βράδυ της δεκάτης εβδόμης Μαρτίου του 2031 θα μπει στο νεκροτομείο, θα τραβήξει έξω το συρτάρι και θα τον πυροβολήσει δύο φορές στο κεφάλι. Θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, από το οποίο και θα υποχρεωθεί σε δωδεκάμηνη ψυχοθεραπεία, ως βασική προϋπόθεση για την αναστολή της ποινής του.

Το εύρημα με τον πυροβολισμό του νεκρού συνεισφέρει διπλά στο μυθιστόρημα. Στο πνεύμα, καθώς η παράλογη αυτή πράξη, που δείχνει ταυτόχρονα προς δύο, φαινομενικά αντιδιαμετρικές, κατευθύνσεις, εκείνη του γκροτέσκο και εκείνη των σκοτεινών υδάτων στον βυθό της ψυχής του Πωλ, το ολοκληρωτικό μίσος για τον πατέρα, την ανάγκη να έχει τον τελευταίο λόγο στον θάνατό του, προσδίδει στο μυθιστόρημα μια παιγνιώδη ίντριγκα. Αλλά και στην αφηγηματική κατασκευή, αφού η ψυχοθεραπεία στην οποία αναγκάζεται ο Πωλ θα αποτελέσει το κυρίως όχημα για την εξέλιξη της πλοκής μέσω της ανάληψης των όσων προηγήθηκαν, το κυρίως κομμάτι του παγόβουνου, δηλαδή.

Η παιγνιώδης αυτή ίντριγκα διατηρεί διαρκώς εν αμφιβόλω τη στάση του συγγραφέα απέναντι στον αφηγητή-ήρωα, που γεννήθηκε στην Τουλούζη και όχι στη Θήβα· τον συμμερίζεται ή τον ειρωνεύεται, τον αγαπά ή τον περιφρονεί, αναρωτιέται συχνά-πυκνά ο αναγνώστης. Ο Ντυμπουά έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, αλλά και την απαραίτητη μαστοριά, συνδυασμός πρωταρχικής και ύψιστης σημασίας στη συγγραφή. Όμως, δεν αρκείται σε αυτό. Εκείνο που διαφοροποιεί το Η πηγή των δακρύων από άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της σχέσης πατέρα-γιου είναι ο ευφυής τρόπος αποφυγής του εγκλωβισμού στο ιδιωτικό της προσωπικής ιστορίας, μένοντας ωστόσο εντός του αφηγηματικού πλαισίου και στα όσα εξ αυτού εκπορεύονται, χωρίς να δοκιμάζει τη διαφυγή σε επικράτειες ψευδοδοκιμιακές ή ψευδοφιλοσοφικές.

Χωρίς, λοιπόν, να χάνει τον έλεγχο της ατομικής ιστορίας του Πωλ, ο Ντυμπουά διαπραγματεύεται τον θάνατο απεκδυόμενος την όποια αλλοτινή, ιδεαλιστική και προσποιητά ηθική, κοινωνική στάση απέναντί του. Όπως κάθε έκφανση της ζωής, έτσι και το τέλος της, άλλο δεν αποτελούν παρά μια οικονομική και πολιτική συνισταμένη, που υποσκελίζει ακόμα και το παρωχημένο πια θέσφατο της δικαίωσης του νεκρού ως αναφέρετο προνόμιο. Σ' αυτή την κατεύθυνση, εκμεταλλεύεται και την επαγγελματική ιδιότητα του Πωλ, που είναι ιδιοκτήτης μιας εταιρείας που παρασκευάζει νεκρικούς σάκους, η οικονομική επιτυχία της οποίας καθορίζεται από την έγκαιρη πρόβλεψη των ανά την υφήλιο θανατηφόρων κινδύνων —πείνα, ασθένειες, πόλεμοι—, ώστε η παραγωγή να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξομειώσεις της ζήτησης και να επιζήσει του σκληρού ανταγωνισμού.

Οι συνάξεις των επαγγελματιών του θανάτου φέρνει στον νου του αναγνώστη το μυθιστόρημα του Ματίας Ενάρ, Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών, ενισχύοντας περαιτέρω την κεντρική κωμικοτραγική αντίφαση ενός επαγγελματία του θανάτου απέναντι στον θάνατο. Η ακριβής πρόζα τού Ντυμπουά, αλλά και η αμφίσημη στάση του απέναντι στον ήρωά του και κατ' επέκταση στα ανθρώπινα, θυμίζει κάτι από Ουελμπέκ, η εικόνα ενός αρλεκίνου που φαινομενικά υπακούει τις εντολές και τις ορέξεις της αυλής, αλλά κατά βάθος της βγάζει τη γλώσσα, παρότι στα καμαρίνια ίσως και να κλαίει.

Η πηγή των δακρύων είναι ένα καλό μυθιστόρημα, αβίαστα προκλητικό και σύγχρονο, που δεν αναλώνεται στη συναισθηματική αναμάσηση της θεματικής πατέρας-γιος. Τη φροντισμένη έκδοση, με τον ταιριαστό πίνακα του Γκόγια στο εξώφυλλο, επιμελήθηκαν οι εκδόσεις Δώμα, τη μετάφραση έφερε εις πέρας με μεράκι η Στέλα Ζουμπουλάκη.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες

Όταν περνούν οι γιορτές, η εργασιακή εντατικοποίηση παραμερίζει, αφήνει πλέον χρόνο και χώρο στο πριν και μετά του ωραρίου, και τότε μία από τις απόπειρες επιστροφής είναι εκείνη προς την επικράτεια της ανάγνωσης, καθώς η στοίβα των επιθυμητών έχει γιγαντωθεί στα απόνερα της εκδοτικής πλημμυρίδας, η επανένταξη στις ράγες, η ανάκτηση του ρυθμού, η διεκδίκηση του ελέγχου απαιτούν μια ομαλή μετάβαση, σαν τον αθλητή που ξεκινά αποθεραπεία πριν επιστρέψει στο αγωνιστικό ταρτάν. Βιβλία σύντομα σε έκταση, η απώλεια της αναγνωστικής κατάστασης να μην προδώσει την αναμέτρηση, βιβλία με υποσχόμενο ωστόσο ορίζοντα προσδοκιών, επανεθισμός. Να ένα βιβλίο που ταίριαζε στην περιγραφή.

Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, ενώ οι λίστες με τα πιο αγαπημένα συντάσσονταν συνειδητά και κυρίως υποσυνείδητα, κυκλοφόρησε στην καινούρια σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, και σε μετάφραση Δανάης Σιώζου, το δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες του Τζον Μπέρτζερ, που για χρόνια πρόφερα το όνομά του Μπέργκερ, ένα βιβλίο που συμπτωματικώς και μόνο απουσίασε εν τέλει από τη λίστα των αγαπημένων.

Εκείνο που με τα χρόνια μεταβάλλεται είναι η επίγνωση της άγνοιας, η άγνοια προϋπήρχε, ο ωκεανός ήταν εκεί έξω, τα κοντινά νησιά της ήρεμης και γνώριμης θάλασσας τον κρατούσαν μακριά, όσο οι πλοηγήσεις πύκνωναν η υποψία εμφανίστηκε, αργότερα η επίγνωση της άγνοιας, αρχικά ο τρόμος του άπειρου, ακολούθως, μετά από αρκετά ναυτικά μίλια, η καθησύχαση, έτσι είναι. Πριν δέκα χρόνια, λοιπόν, δεν γνώριζα τον Τζον Μπέρτζερ, δεν είχα σχετικές σπουδές ώστε να έχω αναπόφευκτα πέσει πάνω στο Η εικόνα και το βλέμμα, μία από τις βίβλους των παραστατικών τεχνών. Τότε η Ν. μου μίλησε με ενθουσιασμό για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ύστερα, λες και όλα εκεί έξω περίμεναν αυτή τη γνωριμία, έπεφτα διαρκώς πάνω στο όνομά του, αναφορές στο έργο του, αποσπάσματα από τα λόγια του, μια παρουσία οικουμενικής χροιάς, ένας homo universalis από αυτούς που τόσο μας λείπουν πια στην εποχή της ολοένα εξειδίκευσης και απομάγευσης, εδώ που τα νήματα πια δεν γραπώνονται από πεινασμένα χέρια, στέκουν ορφανά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και χρήσιμο, να κατατάξει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο, κάπου στην επικράτεια της λογοτεχνίας κινείται, αλλά αυτό πολλά και τίποτα λέει. Μια σύνθεση ποιητικής πρόζας, με διάσταση εμφανώς πολιτική, με διάχυτη την ανάγκη για αναστοχασμό, με τον έρωτα στο επίκεντρο, χέρι χέρι με τη βούληση, παρέα με το κόστος αυτής, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, που καταφέρνει, ιδιοφυώς πώς, να λειτουργήσει ως σύνολο, παρότι αποτελείται από θραύσματα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταθεί, να επαναλάβει και να σημειώσει, πριν προχωρήσει, την ώρα που μια δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυλάει πότε υπόγεια, εξαφανίζεται, πότε επίγεια, επανεμφανίζεται, μια απεύθυνση συγκεκριμένα ερωτική, μια επιστολή, ένα ημερολόγιο, ένα ποίημα σε μέρη πεζά, ένα άθροισμα από υποσύνολα, χωρισμένο στα δύο, Το πρώτο μέρος είναι για τον χρόνο, το δεύτερο μέρος είναι για τον τόπο σηματοδοτεί εξαρχής ο συγγραφέας.

Διόλου διδακτικά αποστειρωμένο. 

Στην εποχή της εκτεταμένης και επείγουσας ιδιώτευσης, ο Μπέρτζερ, σαράντα και πλέον χρόνια πριν, κληροδοτεί ένα υπόδειγμα στάσης στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην ίδια τη ζωή, πώς ξεκινάει από το εγώ, τον πυρήνα της σκέψης, του βιώματος, του συναισθήματος, της πρόσληψης, της εμπειρίας της ζωής και της ύπαρξης, της ανάγκης να εκφράσει και να προσδιορίσει αυτό το άγνωστο και πώς κατευθύνεται προς το συλλογικό, πώς το συμπεριλαμβάνει, πώς επωμίζεται την ευθύνη για τον κόσμο, πώς η μαρξιστική θεωρία στέκει παρά πόδα, πώς η δημιουργία από αναχωρητική δύναται να μεταβληθεί σε ενεργητική πολιτική στάση, πώς η ποίηση δεν αιωρείται αλλά πατάει στη γη, στο χώμα και το νερό, τη λάσπη, σύνθεση ρυπαρά σιχαμερή μα ταυτόχρονα οικοδομικά πολύτιμη.

Διατρέχω το κείμενο και στέκομαι σε διάφορα σημεία που ξεχώρισα και σηματοδότησα, αναρωτιέμαι αν το ένα ή το άλλο θα ήταν αντιπροσωπευτικό, διστάζω, δεν είναι πως εκτοπισμένα από το σύνολο δεν στέκουν, μια χαρά το κάνουν, αλλά ποιο να ξεχωρίσεις, σε ποιο να στρέψεις τον στιγμιαίο προβολέα σε ένα κείμενο όπως αυτό, χωρίς να αμφιταλαντευτείς, ξανά και ξανά, μήπως κάποιο άλλο θα ήταν πιο ταιριαστό, πιο αντιπροσωπευτικό, πιο επείγον με τον τρόπο που μια αποστροφή λόγου μπορεί να είναι.

Υπάρχουν βιβλία που σε αναγκάζουν να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποιες επικράτειες που διέσχισες, κάποια, όχι αυτό, για λόγους κατανόησης, αυτό για την άμεση αναβίωση του στιγμιαίου συναισθήματος που σπινθηροβόλησε. Εκείνη γράφει ποίηση. Έμοιαζα να είμαι έτοιμος να τα αφήσω πίσω όλα. Σήμερα της έγραψα, νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο, υποσχέθηκε, βαρύγδουπο ψέμα, απλά είπε πως θα το αγοράσει, της άρεσε πολύ ο τίτλος, έτσι και αλλιώς.

Ύστερα από το καθηλωτικά πολιτικό και ποιητικό συνάμα, Από την Άιντα στον Χαβιέρ, ακολούθησε το Ένας ζωγράφος του καιρού μας, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο εύρημα της εύρεσης του ημερολογίου ενός ζωγράφου, πάντοτε, όταν αναθυμάμαι το μυθιστόρημα αυτό, κάθε φορά κάνω το ίδιο lapsus, προσθέτοντας έναν επιθετικό προσδιορισμό, Ένας ζωγράφος του ρευστού καιρού μας, κάθε lapsus κάτι δείχνει, δεν απαιτείται ψυχαναλυτική εμπειρία για να το υποψιαστεί αυτό κανείς.

Μπορεί η ομορφιά να σώσει τον κόσμο; Εξαρτάται τι ορίζει ως κόσμο κανείς, σκέφτομαι, χωρίς το είδος μας, προχωρώ τη σκέψη μου, η ομορφιά είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα, παρ' όλα τα αντιθετικά ζεύγη, ζωή-θάνατος, φως-σκοτάδι, κυρίαρχα αυτά. Επιστρέφω στα παραπάνω λόγια, το έργο του Μπέρτζερ, στο σύνολό του, είναι μια παρακαταθήκη, ένας οδηγός πλοήγησης εντός της ιδιώτευσης, μια υπενθύμιση πως η δημιουργία, σε όποια μορφή, με όποιο τρόπο επιτέλεσης, δεν διαχωρίζεται από την ευθύνη, από τον λόγο, από την ηθική, την πολιτική, το αίσθημα δικαίου, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση το υποκείμενο. Καταφέρνει, ο Μπέρτζερ, να συνδυάσει το πολιτικό με το ποιητικό, τον έρωτα, την ηδονή και τον πόνο, επίσης, σε ένα κείμενο που αναβλύζει μια διάχυτη προσωπική ανάγκη, μια σωσίβια λέμβος ατομική, μια απόπειρα οι λέξεις να αποδώσουν και να εκτονώσουν το φλέγον μέσα, καταφέρνει, έλεγα, ένα τέτοιο κείμενο να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, οικουμενικά, όχι γιατί ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, απλώς θα βρει, βρήκα είναι η αλήθεια, δικά του πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα, ανάγκες και φόβους, ελπίδες και ματαίωση, πείνα και δίψα, αλλά γιατί ο αναγνώστης, πάλι εγώ, θα διακρίνει μια σπορά για έναν κόσμο που πρέπει, διάολε, κάποια στιγμή να αλλάξει.

Κάπου στα μέσα της νεαρής μεσήλικης ζωής μου, αναρωτιέμαι, συχνά το κάνω, μήπως είναι κάποιο μπαρμπαδίστικο αντανακλαστικό εκείνο που με κάνει να βλέπω με τρόμο το παρόν και το μέλλον επιπλέον ζοφερό, ανέλπιδο, εφιαλτικό, ή αν όντως έτσι είναι, ευχόμενος να θυσιάσω την αισιόδοξη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βγάλει τη γλώσσα νεότητά μου, να κάνω λάθος, να είμαι λάθος. Αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ, με αυτή την διάχυτη αισιοδοξία και πίστη, τι και αν κρυμμένες πίσω από την παρατήρηση εκ του σύνεγγυς της αδικίας, ας χρησιμοποιήσω μόνο αυτή τη λέξη, αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ ζούσε στο σήμερα, πώς θα αντιδρούσε;

Διαισθητικά, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια σκέψης, ανάμνησης και συναισθήματος, το Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, ήρθε και στάθηκε στον αντίποδα της ανάγνωσης των σκέψεων του Λεοπάρντι στο Η θεωρία της ηδονής, που διάβαζα αχόρταγα, χωμένος μέσα στο ατομικό μου παλάτι πόνου και ηδονής, ένα καλοκαίρι, είκοσι χρόνια πριν, κάπου στο Αιγαίο. Αντίποδας που έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που το κείμενό μου τελικά διαπραγματεύεται, τη θέση του παρόντος βιβλίου στην εποχή της ιδιώτευσης.

Πολύτιμο.

υγ. Για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ένας ζωγράφος του καιρού μας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δανάη Σιώζου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου - Qabel

Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος, μου προκαλεί μια έλξη, ο τίτλος είναι πάντοτε οργανικό μέρος της γέννησης της επιθυμίας και των προσδοκιών, άλλωστε. Qabel, το άτομο που υπογράφει το βιβλίο, ένα ψευδώνυμο, δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς προφέρεται, κάνω μια μαντεψιά, Καμπέλ, σε μια εποχή φανέρωσης, υπέρμετρης φανέρωσης, οι δημιουργοί τριγυρνούν στα ψηφιακά χώματα, οι αναγνώστες νιώθουμε να τους γνωρίζουμε, άλλους τους συμπαθούμε και άλλους όχι, όχι αυτούς, αλλά την εικόνα τους, ίσως έτσι διατυπωμένο να είναι πιο ορθό. Εδώ, το συγγραφικό υποκείμενο επιλέγει να σταθεί πίσω από το ταμπλό ενός ψευδώνυμου, στην παχιά σκιά του. Η διερεύνηση των λόγων αυτών εκτείνεται εκτός της λογοτεχνίας, θεωρώ, στην επικράτεια του αδιάφορου κουτσομπολιού.

Η απουσία ονόματος μεταφραστή μοιάζει να επιβεβαιώνει την αρχική υποψία μου πως το άτομο πίσω από το ψευδώνυμο ζει στην Ελλάδα, εδώ βρίσκεται ο πατέρας του, η πόλη του, εδώ διένυσε τα τριάντα του, ή κάτι από όλα αυτά, ή απλώς τα ελληνικά να είναι η γλώσσα στην οποία τα προσλαμβάνει. Αυτή η βεβαιότητα, ανάμεσα σε τόσες αβεβαιότητες από τις οποίες αποτελείται η πρώτη μαγιά επιθυμίας ανάγνωσης, αποδεικνύεται καθοριστική, πιάνω το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, λοιπόν. Η αυτομυθοπλασία, το προσωπικό ως πρώτη ύλη κατασκευής λογοτεχνίας, είναι κάτι που με ενδιαφέρει, ένα υποείδος που όσο μπορώ παρακολουθώ, πότε γοητεύομαι και πότε απογοητεύομαι, αυτό είναι όμως το παιχνίδι, έτσι και αλλιώς, καλώς ή κακώς. Η χώρα προέλευσης και κατοικίας, η Ελλάδα, αποδεικνύεται περαιτέρω καθοριστική γιατί σε αυτή την αρένα της συγχρονίας, εκεί που το σκηνικό είναι καθοριστικό για τις κινήσεις, τις σκέψεις, τις αποφάσεις ή και τα συναισθήματα του συγγραφικού υποκειμένου, επιτείνοντας εκτός της συγχρονίας και τη συντοπία. Ένας επιπλέον κοινός άξονας αναδύεται πέρα από τα πιο γενικά ο πατέρας μου και η πόλη μου· τα τριάντα μου, εγώ σε λίγο θα γίνω 43.

(Σίγουρα υπάρχουν εκείνοι οι αναγνώστες που ο παραπάνω συλλογισμός αναγνωστικής επιλογής τους μοιάζει κάπως βλακώδης. Πρέπει γι' αυτούς να επαναλαμβάνουμε τα προφανή κλισέ: πως ο καθένας για τους δικούς του λόγους διαβάζει λογοτεχνία, με τα δικά του κριτήρια επιλέγει να διαμορφώσει το μονοπάτι αυτό.)

Η πρώτη φράση του βιβλίου αφήνει τον ήχο του σπίρτου στην επιφάνεια τριβής να ακουστεί: «Ο πατέρας μου μισούσε τον εαυτό του όταν δεν ήταν στο επίκεντρο», συνεχίζει: «Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αναγκάσει εμένα, τη μάνα μου και την αδερφή μου να τον προσέξουμε», εδώ είμαστε, σκέφτομαι. Η φλόγα που θα φωτίσει το δωμάτιο γραφής δεν φανερώνει τέρατα, όχι με μια πρώτη περιδιάβαση του βλέμματος τουλάχιστον. Έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα κείμενο που μοιάζει και ίσως να είναι έντονα αυτοβιογραφικό, δεν ενδιαφέρομαι για την απόλυτη αλήθεια, τέτοια δεν υπάρχει όταν μεσολαβεί η αφήγηση, ακόμα και αν το διακύβευμα ήταν αυτή η απόλυτη αλήθεια, ακόμα και αν ο αφηγητής ήμουν εγώ ο ίδιος. Μια αφήγηση στρωτή, με αρκετά πέρα και δώθε στον χρόνο και τον χώρο, μπρος και πίσω, αναλήψεις και προλήψεις, μέχρι το συγγραφικό παρόν, τώρα που τα τριάντα βρίσκονται πια πίσω.

Μια σχετικά ήπια αφήγηση που δεν αφήνει να διαφανεί η ύπαρξη μιας ποσότητας λάβας έτοιμης να διαρρήξει το σαθρό έδαφος, να ξεχυθεί και να κάψει, δεν υπάρχει κάποιο γεγονός συγκεκριμένο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αφήγηση, γεγονός που διαφοροποιεί το μυθιστόρημα αυτό από άλλα συγγενή του, εκεί που το τραύμα αναδύεται και αποτελεί τον πυρήνα, μια σειρά γεγονότων που οδήγησαν σε αυτό, μια σειρά γεγονότων που το ακολούθησαν. Διαισθητικά και με κάποια αυτοπεποίθηση δεν χαλάρωνα, περίμενα πως από σελίδα σε σελίδα η έκρηξη θα συνέβαινε, όλα όσα θα είχαν προηγηθεί θα αποτελούσαν μια παρατεταμένη εισαγωγική σεκάνς, τη συνοδεία του αναγνωστικού υποκειμένου σε εκείνες τις επικράτειες. Σχεδόν ήμουν σίγουρος πως η σεξουαλική ταυτότητα θα αποτελούσε αναπόφευκτα κάτι το επίμαχο, ένα σημείο σύγκρουσης, μια αφετηρία νέα στο ήδη διανυμένο μονοπάτι, ένα καινούργιο επεισόδιο στη σχέση γιου πατέρα. Όμως όχι, ούτε αυτό συνέβη. Αναρωτιέμαι αν αυτό αποτελεί κάποιου είδους σπόιλερ, δεν το νομίζω, συγγνώμη ωστόσο.

Ακόμα μια βεβαιότητα που σύντομα καταρρίφθηκε ήταν εκείνη της κατονόμασης προσώπων, τόπων και συστατικών του συλλογικού θιάσου, ήταν κάτι το οποίο ανέμενα και στο οποίο ήλπιζα όταν παραπάνω μιλούσα για συντοπία εκτός από συγχρονία, τα πραγματολογικά στοιχεία που θα συνέθεταν ένα έδαφος κοινό και γνώριμο, ιδωμένο από άλλη οπτική και από διαφορετική θέση, ωστόσο κοινό και γνώριμο. Η σκιά που το ψευδώνυμο ρίχνει στην ταυτότητα του υποκειμένου γραφής αποτελεί γνώρισμα και του μυθιστορήματος συνολικά. Η πόλη δεν κατονομάζεται, ίσως η περιγραφή της, που κάτι μπορεί να πρόδιδε, θεωρώ πως ήταν συγκεχυμένη, έκανα διάφορες υποθέσεις, για τον έναν ή τον άλλο λόγο αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Μια σχετικά μικρή πόλη, μετά από απουσία για σπουδές, η επιστροφή στον τόπο των παιδικών χρόνων, εκεί που ο πατέρας, ανάμεσα σε άλλους, έχουν μια παρουσία διάχυτη ακόμα και εν την απουσία τους από την κεντρική σκηνή, ίσως να φτάνει μόνο αυτό.

Σκέφτομαι κάποιες φορές πως οι δούρειοι ίπποι είναι συχνά πιο επίφοβοι να ξεγελάσουν τις άμυνες και να προωθηθούν με ορμή πίσω από τις οχυρώσεις εκεί που επικρατεί μια χαλάρωση, ακόμα και όταν δεν κατασκευάζονται συνειδητά ως τέτοιοι. Το λέω αυτό γιατί παραπάνω ανέφερα διάφορες βεβαιότητες και προσδοκίες που είχα πιάνοντας και διανύοντας τα πρώτα μέτρα της ανάγνωσης, βεβαιότητες και προσδοκίες που κατέπεσαν με τον σχετικό πάταγο να τις συνοδεύει, όμως αυτή η κατάρριψη, παρά μια σύντομη αμηχανία που προκάλεσε, λειτούργησε εν τέλει διαβρωτικά. Εξηγώ: Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος του βιβλίου, ανοίγει πολύ τη γκάμα των συντοπιτών, εκείνων που διαβάζοντάς τον νιώθουν πως τους αφορά. Παρότι στις προσδοκίες μου υπήρχε κάτι το αμιγώς προσωπικό, ένα εγώ που βιώνει και ενεργεί, αφηγείται τα της ζωής του και εναπόκειται στον αναγνώστη να κρίνει αυτή την απόφαση, να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα: είναι αυτό λογοτεχνία; με αφορά; Εδώ, η κατάρριψη της προσδοκίας έθεσε εκτός λειτουργίας και αντικειμένου το δεύτερο.

Θα επιμείνω λίγο ακόμα σε αυτό. Δεν ξέρω και δεν θέλω να κάνω υποθέσεις σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις που καθόρισαν αυτό τον κρυπτικό χαρακτήρα μιας φαινομενικά απόλυτα προσωπικής αφήγησης. Το αντιμετωπίζω ως ένα δούρειο ίππο επειδή λειτούργησε τελικά με αυτόν τον τρόπο, μια ύπουλη, συγγνώμη για την επιλογή λέξης, και λοξή συμπερίληψη, ένα κείμενο που πιάνοντάς το ήμουν σίγουρος πως είναι ατομικό, απότοκο μιας διάχυτης ιδιώτευσης που χαρακτηρίζει πια μέρος της λογοτεχνίας αλλά και της ζωής στο σύνολό της, τελικά αποδείχτηκε ύπουλα και λοξά συμπεριληπτικό. Ωστόσο, και αυτό το θεωρώ αρετή, ακόμα και αν δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή, το συγγραφικό υποκείμενο δεν μοιάζει να είχε τέτοια πρόθεση, να που έπεσα στην παγίδα της απόπειρας διάκρισης προθέσεων. Ίσως λογοτεχνία να είναι αυτό που εδράζεται σε μια απόλυτα προσωπική ανάγκη, εκείνο το θα έπεφτα στον Σηκουανά αν δεν έγραφα το Κουτσό, που δήλωσε κάποια στιγμή ο Κορτάσαρ, αλλά παρότι αναπόφευκτα και αναγκαστικά με τον τρόπο της εδράζεται εκεί, ο αποχωρισμός του έργου από τον έλεγχο του κατασκευαστή αποδεικνύεται κατά την ανάγνωση πως ξεφεύγει από τις στενωπούς του ατομικού, πως κομίζει κάτι, ακόμα και αν δεν γίνεται συνειδητά, επαναλαμβάνω.

Κάτι άλλο περίμενα, κάτι άλλο διάβασα. Κάπου ενδιάμεσα μια αμηχανία ξεπρόβαλε. Συνέχισα την ανάγνωση και ένιωθα πως το κείμενο αυτό, που έντονα προσπαθούσε να καλύψει την πιθανότητα αναγνώρισης, έσκαβε μέσα μου και ανέσυρε διάφορα πράγματα, κάποια αναγνωρίσιμα, κάποια θολά και με ανάγκη για ξεσκόνισμα και αξιολόγηση σε δεύτερο χρόνο. Γιατί μπορεί να αναφέρθηκα εκτενώς σε εκείνα που πρόσμενα και δεν τα βρήκα, όχι έτσι όπως τα ανέμενα τουλάχιστον, αλλά η επιθυμία ή η τάση μου να διαβάζω τέτοια λογοτεχνία όπως αυτή σίγουρα δεν περιορίζεται, θέλω να πιστεύω, σε μια διάθεση κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα στη ζωή κάποιου άλλου, αλλά την περιδιάβαση σε δωμάτια με καθρέφτες, ενίοτε παραμορφωτικούς, εκεί που εκτός από το συγγραφικό υποκείμενο και εγώ ως αναγνώστης κοιτάζομαι, αναγνωρίζω και εκπλήσσομαι από πράγματα δικά μου.

Βιβλία όπως Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου χρειάζονται κάποιον επιπλέον χρόνο μεταβολισμού, μετά το τέλος της ανάγνωσης, όταν εκείνη θα λειτουργεί σε ένα διαφορετικό της καθημερινότητας επίπεδο, όταν ένα άλλο βιβλίο θα βρίσκεται στο κομοδίνο δίπλα μου, όταν στιγμές, εικόνες και φράσεις θα ξεπηδούν αν ξεπηδούν τελικά μη αναμενόμενα. Η τελική, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα αμφιβάλλω, αποτίμηση θα γίνει τότε, θα διαμορφωθεί για να αφαιρέσω κάτι από τον ενεργητικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Και το Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου συνέχισε να μεταβολίζεται μέσα μου για αρκετά μεγάλο διάστημα, αναγκάζοντάς με να αναβάλλω τη γραφή αυτού του κειμένου.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Loggia