(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο)
Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.
Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.
Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.
Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.
Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.
Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.
Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.
Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.
Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου