Ο χρόνος κυλούσε. Η αναμονή παρατεινόταν. Το βιβλίο έφτασε. Πειθάρχησα. Δεν ήταν εκείνη η στιγμή. Πολλές φορές έχω παρομοιάσει την ανάγνωση με την φυσική άσκηση. Μέχρι να μπουν και τα τελευταία δώρα κάτω από το δέντρο, η ανάγνωση δεν βρίσκει χρόνο. Οι κυκλοφορίες στο τέλος της χρονιάς έρχονται και στοιβάζουν τις αναγνωστικές επιθυμίες, λαχτάρα και ανυπομονησία. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσεις ένα βιβλίο. Ισχύει. Ισχύει επίσης πως ενίοτε ένα βιβλίο έρχεται σε μια δύσκολη/ακατάλληλη περίοδο και τη φέρνει στα μέτρα του. Ένιωθα πως έπρεπε να περιμένω. Να επανέλθω αργά και σταδιακά. Να είμαι έτοιμος για μια αναγνωστική επιστροφή που λαχταρούσα καιρό.
Το 2013. Τότε είχα διαβάσει το μυθιστόρημα της Μπάχμαν, το μοναδικό που εξέδωσε εν ζωή, το Μάλινα, στα ελληνικά, σε μετάφραση Ιάκωβου Κοπερτί, είχε μεταφερθεί ως Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι Εγώ. Είχε προηγηθεί το σοκ με το ανολοκλήρωτο Η περίπτωση Φράντσα, νωρίτερα τα βιβλία του Μαξ Φρις, ακριβώς πριν η Τζέννυ Έρπενμπεκ. Το μου άρεσε/δεν μου άρεσε ως δίπολο συχνά η λογοτεχνία το διαπερνά, το αφήνει πίσω της, άλλα ρήματα πρέπει να αναζητήσει κανείς. Τέτοια η περίπτωση της Μπάχμαν. Ίσως με στοίχειωσε; Ο χρόνος κύλησε. Το βιβλίο μεταφράστηκε ξανά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, βρέθηκε στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πότλατς. Ένιωθα έτοιμος για μια διπλή αναμέτρηση, με το βιβλίο και την επιστροφή μου, δώδεκα χρόνια μετά, σ' αυτό.
Αντί εισαγωγής, φράση πρώτη: Αν είχαμε τον λόγο, θα είχαμε τη γλώσσα, δεν θα χρειαζόμασταν όπλα. Αντί εισαγωγής, φράση τελευταία: Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία. Μπαίνοντας στο μυθιστόρημα, παρουσιάζονται τα πρόσωπα της πλοκής. Ύστερα ορίζεται ο χρόνος, αφού πρώτα το Εγώ της αφήγησης διατυπώσει τη δυσανεξία του για το σήμερα: Όποιος έχει γράψει ποτέ ένα τρομερά ικετευτικό γράμμα, για να το κάνει μετά ωστόσο κομμάτια και να τ' απορρίψει, γνωρίζει ακόμα καλύτερα τι εννοούμε με το «σήμερα» εδώ. Με τον τόπο, τη Βιέννη, τα πράγματα είναι πιο απλά, αποτέλεσμα μιας ήπιας σύμπτωσης καθώς υπήρξε. Όταν ο Ζίγκφριντ, πιθανότατα ο Ζίγκφριντ Ούνζελντ, διευθυντής του γερμανικού εκδοτικού οίκου Suhrkamp, ρωτάει το Εγώ: Τι βιβλίο θα είναι, τι θα είναι δηλαδή το βιβλίο σου; Εκείνο, στην κορυφή του πόλου, απ' την οποία δεν υπάρχει επιστροφή, ουρλιάζει: Ένα βιβλίο για την κόλαση. Ένα βιβλίο για την κόλαση!
Τα παραπάνω κομμάτια δίνουν μια ιδέα, δεν απαντούν ωστόσο: ποιος ήταν ο Μάλινα; Ακόμα πιο πέρα: ήταν ο Μάλινα; Κάποιες φορές, τα ερωτήματα επιφέρουν περαιτέρω ερωτήματα, όχι απαντήσεις, είναι λίγο σαν να απλώνεται μπροστά σου μια θέα που κόβει την ανάσα, ο συσχετισμός είναι παρών, οι απαντήσεις μάλλον όχι, το αίσθημα είναι ιλίγγου ή δέους, μια ανοίκεια οικειότητα, της θέας αυτής, σκέφτεσαι, μέρος είμαι κι εγώ, δεν βοηθά πολύ η σκέψη αυτή, μάλλον επιτείνει το συναίσθημα. Το τερατώδες τι θέλει να πει ο ποιητής, η απόπειρα για μονοσημία, για καλούπι, εδώ αδυνατεί ακόμα και να επιχειρηθεί να εφαρμοστεί, ερωτήματα και επιπλέον ερωτήματα. Κάποιοι διαβάζουν για τις απαντήσεις, κάποιοι για τις ερωτήσεις, κάποιοι για το ταξίδι ανάμεσα σε υψώσεις και καταρρεύσεις.
Ας κάνω πρώτα ένα διαισθητικό σχόλιο γύρω από τη μετάφραση. Συνυπολογίζοντας τα χρόνια που μεσολάβησαν, όσα η εμπειρία και η λήθη επέφεραν, τότε, διαβάζοντας μαγεμένος αυτό το λογοτεχνικό επίτευγμα, ένιωθα πως ανάμεσα σε μένα και ένα ακραία απαιτητικό κείμενο κρεμόταν ένα πέπλο να δυσχεραίνει την επαφή. Αυτή τη φορά, σε αυτή τη μετάφραση αυτό δεν υπήρχε. Στέκομαι σε αυτή την υποκειμενική αίσθηση, γερμανικά δεν ξέρω, μου φαίνεται απλό και φτηνό να κρίνω την προηγούμενη μετάφραση απλά και μόνο εξαιτίας του διαφορετικού τίτλου και του παρατονισμένου ονόματος του Μάλινα.
Η τυχαιότητα είναι μια μομφή που αποδίδεται ελαφρά τη καρδία, θεραπεία για πάσα νόσο, λες και αυτό και μόνο αρκεί για να περικλύσει, για να καθυποτάξει το κρινόμενο. Η συνειρμική γραφή, η ροή της συνείδησης, αναλογιστείτε, πώς έγινε η υποδοχή τους στην αρχή. Προτεταμένα δάκτυλα υποδείκνυαν. Η τυχαιότητα είναι ένας εύκολος και ασφαλής δρόμος κρίσης. Το Μάλινα, όταν κυκλοφόρησε, η κριτική το υποδέχτηκε με δυσπιστία, ας μην πω με δυσφορία. Κάτι που ήταν γυναίκα η συγγραφέας, κάτι που το κείμενο δεν προσέφερε απαντήσεις συγκεκριμένες, κάτι το απαιτητό της διαρκούς εγρήγορσης, κάτι το δυσφορικό της ενοίκησης εντός ενός μυαλού σε έκσταση και πυρετό, ίσως τίποτα απ' όλα αυτά, ίσως όλα μαζί.
Διαισθητικά, όπως εγώ το υποδέχτηκα, με τα δικά μου εργαλεία, τη στιγμή που το υποδέχτηκα, με τη δική μου ικανότητα να αφήνομαι μάλλον μικρή, θα χρησιμοποιούσα τη λέξη παραλήρημα. Τεράστιου εύρους, κυρίως ανεξερεύνητων επικρατειών, επιλογή που επιτείνει το ανένταχτο του εγχειρήματος, την υπέρβαση των θεωρητικών ορισμών ενός λογοτεχνικού λεξικού. Η ανάγνωση συχνά είναι και εμπειρία, όχι πάντα, όχι, σίγουρα όχι πάντα. Από την πλευρά των υποστηρικτών, έρχεται ακόμα ένας περιορισμός, για μένα, για εκείνους τιμητικός τίτλος που επιτείνει την εν γένει σημαντικότητα του βιβλίου, αντιπατριαρχικό ή φεμινιστικό. Ναι, σίγουρα έχει στοιχεία τέτοια, αρκετά ίσως, αλλά είναι στενό και άβολο και αυτό το δωματιάκι.
Στο οπισθόφυλλο υπάρχει το απόσπασμα από μια συνέντευξη: Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται.
Κάπου, παράφραση δική μου, λέει το Εγώ κάτι που θα συνοψιζόταν στο τι άλλο να έκανε, άντρας ήταν. Στο περίπου. Το τριγκάρισμα είναι ακαριαίο, διόλου αντιπατριαρχικό δεν είναι αυτό, ένα στεγνό ξέπλυμα, μια φωνή αντίδρασης. Υπάρχουν έργα, τα σπουδαία έργα, που είναι ακατάβλητα θηρία, κάπου κάτι κυνηγάς, κάτι άλλο σε περικυκλώνει, ξεφεύγεις, επιστρέφεις και πάλι από την αρχή, εγκλωβίζεις και εγκλωβίζεσαι. Είναι κλισέ, αλλά αμελείται συχνά, ενίοτε και εμπρόθετα, κάποια έργα δεν υποτάσσονται ποτέ οριστικά στην ανάγνωση, απλώς τοποθετούνται στο απλό μου άρεσε/δεν μου άρεσε και προχωράμε μπροστά. Ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι.
Τα ερωτήματα που ένα τέτοιο βιβλίο γεννά δεν περιορίζονται σε όσα διαδραματίζονται εντός των γραμμών της πλοκής, όσο προσχηματική και αν είναι αυτή η πλοκή, αλλά έρχονται και παίρνουν θέση και στο εσωτερικό, στον μέσα πυρήνα της ανάγνωσης, αρχικά με μια ανάγκη κατανόησης, απαντήσεων, ακολούθως το πώς νιώθω γι' αυτό που διαβάζω να μετατρέπεται σε πώς νιώθω με αυτό που διαβάζω, εν τέλει: πώς νιώθω; Και το Μάλινα, στο οποίο υπάρχουν κάποια ρήγματα στον ορθολογισμό, κάποια σκόρπια κομμάτια και αποστροφές λόγου που σαν να προλόγισαν τα όσα ακολούθως συνέβησαν στη ζωή της Μπάχμαν, μαζί με το υπόλοιπο έργο της, την έντονη προσωπικότητά της και την παρουσία της στα πράγματα, κυρίως αλλά όχι μόνο στα λογοτεχνικά, μετέτρεψαν για πολλούς το πρόσωπο σε λογοτεχνία, είναι και αυτός ένας τρόπος να αναζητήσει κανείς απαντήσεις, λογικές και αντικειμενικές ζαριές σε ασφαλές περιβάλλον παιχνιδιού, παρέα με τις πιο εμετικές: γυναίκα, σαλή και/ή διαταραγμένη.
Ούτε είμαι σίγουρος πως επισημαίνοντας πως η Μπάχμαν υπήρξε εξαίρετη ποιήτρια, και αυτό είναι κάτι πιο συνολικά αποδεκτό, δίνουμε μια κατεύθυνση σύλληψης, εκτέλεσης και πρόσληψης του Μάλινα. Ούτε αυτό είναι αρκετό. Κάπου προς το τέλος, το Εγώ, συνομιλώντας με τον Μάλινα, λέει: Δεν αφηγούμαι, ποτέ δεν θ' αφηγηθώ, είναι κάτι παραπάνω από μια διαταραχή στη μνήμη μου. Κάτι τελευταίο. Συχνά λέγεται για κάποιο έργο τέχνης πως ο δημιουργός επιχείρησε και πέτυχε/δεν πέτυχε να εντάξει την εποχή του ή ακόμα και τη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τότε, επισημαίνονται αυτά και συντελούν στο πέτυχε/δεν πέτυχε. Η Μπάχμαν πέτυχε, ακόμα και αν δεν είναι πρόδηλο πως επιχείρησε κάτι τέτοιο, μια ανθρωποποίηση, μια οριακή συνθήκη διάπλευσης του ρεύματος.
Η ανάγνωση είναι αυτό που μας μένει και η καθησυχαστική προοπτική πως το βιβλίο θα είναι εκεί, αν το χρειαστούμε ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου