Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Το στάδιο του Ουίμπλεντον - Daniele del Giudice

Βρισκόμαστε στο 1983, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Ίταλο Καλβίνο διαβάζει ένα πρωτόλειο έργο με έναν παράξενο τίτλο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, ενός νεαρού συγγραφέα με το όνομα Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, με θέμα, όχι το τένις, αν εκεί πήγε το μυαλό σας, αλλά την αναζήτηση ενός νεκρού από χρόνια, κάπου ανάμεσα στη Βενετία και το Λονδίνο, ενός νεκρού συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή στη ζωή του και αυτό το γιατί προσπαθεί να καταλάβει το αφηγηματικό υποκείμενο, αφιερώνει γραμμές επί γραμμών σ' ένα βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει με πρόλογο του Καλβίνο, για έναν συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή.

Ένα αφηγηματικό παιχνίδι, μια μεταμοντέρνα κατασκευή, η συγγραφή στον πυρήνα, διαρκώς παρούσα, πολύ του γούστου του Καλβίνο, παιχνίδια και πειράματα γραφής έκανε κατά κόρον και ο ίδιος, η λογοτεχνία πάντοτε στο επίκεντρο, σ' έναν βωμό τοποθετημένη, δεν υπήρξε ένας βέβηλος, αλλά ένας φανατικός πιστός, που εκεί, στη λογοτεχνία, βρήκε μια επικράτεια σωτηρίας σε έναν κόσμο χωρίς αφήγηση βαρετό και μονότονο, όπως τα παιδιά, πριν υποστούν την απομαγευτική ενηλικίωση, βρίσκουν μια διέξοδο στο παιχνίδι, να πετάνε και να υποδέχονται τη μπάλα, να παρακολουθούν τον αγώνα και να συζητούν, να παθιάζονται· κάπως έτσι συμβαίνει και με τη λογοτεχνία.

Κάπου αλλού, λίγο δυτικά και βόρεια, ένας άλλος σπουδαίος βρισκόταν εν ζωή και δεν θα πέθαινε παρά πριν περάσουν είκοσι ακόμα χρόνια, ο Μορίς Μπλανσό, παρότι δεν έζησε ποτέ στο φως, αλλά στο σκοτάδι, της γραφής και του συλλογισμού της, ίσως εκείνος που περισσότερο απ' όλους τους συγγραφείς κυνήγησε να ζήσει και εν τέλει έζησε με τον τρόπο που η θεωρία της λογοτεχνίας επέτασσε, θεωρία στην οποία συνέβαλε και εκείνος, να αναζητήσετε τον Χώρο της λογοτεχνίας, ένας απομονωμένος παρατηρητής, παίρνω όλο το θάρρος να πω πως αυτό το βιβλίο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, πολύ του γούστου του θα ήτανε, η ιδιότυπη αυτή απόπειρα σύνθεσης μιας απούσας εργογραφίας ενός συγγραφέα νεκρού από χρόνια, ίσως, συνεχίζω να παίρνω όλο το θάρρος, πως, όπως στο έργο του ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρόσωπο είναι ποιο, όχι αν είναι ο Γιάννης ή ο Γιώργος, αλλά αν είναι το υποκείμενο της παρατήρησης, ο παρατηρητής αφηγητής, ο παρατηρούμενος αφηγητής, το αντικείμενο της παρατήρησης, ή αν όλα αυτά είναι ένα κοινό πρόσωπο σε ένα δωμάτιο γεμάτο με καθρέφτες, είδωλα και παιχνίδια του φωτός και της αντανάκλασής του, έτσι και εδώ, ο αναγνώστης, εγώ είμαι αυτός, από κάποιο σημείο και ύστερα θα σκεφτεί, μήπως αυτό το βιβλίο δεν έχει γραφτεί ακόμα, μήπως πρόκειται ένας νεαρός συγγραφέας να το γράψει δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Τζούντιτσε, ενός συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή, παρότι τριγυρνούσε ακατάπαυστα στη χώρα εκείνη της γραφής και της ανάγνωσης, τριγυρνούσε και αναρωτιόταν αν υπάρχει χώρος και για εκείνον πέρα από το να θεωρητικολογεί και να κρίνει, να διαβάζει και να βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στο σώμα της λογοτεχνίας, να αναρωτιέται αν υπάρχει κάτι ακόμα να ειπωθεί ή αν όλες οι ιστορίες, ακόμα και εκείνες για συγγραφείς που δεν έγραψαν ούτε μια γραμμή, έχουν ειπωθεί.

Είναι αναφανδόν γελοιότητα η συχνή δήλωση κατά δήλωση συγγραφέων πως δεν διαβάζουν για να μην επηρεαστούν, απόδειξη ίσως της θείας απουσίας, αφού κανείς κεραυνός δεν σχίζει τη στιγμή εκείνη τον ουρανό, παράλληλα όμως είναι και μια μεγάλη αλήθεια με τον τρόπο της, γιατί, αν διάβαζαν ίσως και να μην έγραφαν έχοντας αποκτήσει μια ελάχιστη ιδέα της λογοτεχνικής ποιότητας και ποσότητας που κυκλοφορεί εκεί έξω, κάπως θα αντιλαμβάνονταν το μέγεθός τους, το μη μέγεθος, αν θέλω να είμαι ακριβής, και είναι ταυτόχρονα αληθές, διόλου παράδοξα, πως οι συγγραφείς εκείνοι που εν τέλει έγραψαν και γράφουν και πρόσθεσαν και προσθέτουν ένα λιθαράκι ή μία πλίνθο ολόκληρη στο οικοδόμημα είχαν διαβάσει πολύ και δεν σταμάτησαν να διαβάζουν πολύ, και αυτό δεν είναι παράδοξο γιατί λειτουργεί με τον τρόπο της πρώτης κατηγορίας, η λογοτεχνία, η πρόσληψη και ο μεταβολισμός της, τους υπέδειξε τη ρωγμή, τον ελάχιστο πια χώρο που όμως, όπως μια χαραμάδα ελάχιστη μπορεί να αποτελεί την είσοδο σε μια, πέρα από κάθε φαντασία, ευρύχωρη σπηλιά. 

Αν κάποιος με ρωτούσε, ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος, θα απαντούσα, αν και δεν θα ήμουν σίγουρος πως μπορεί να οριστεί ως είδος, πως είναι εκείνο που έχει στο επίκεντρό του τη λογοτεχνία, τη συγγραφή και την ανάγνωση, επειδή εκεί, εκτός από τα νήματα διακειμενικότητας τα οποία αχόρταγα σκύβω, κόβω και μαζεύω στο σακούλι μου, είναι και τα ερωτήματα, αλλά κυρίως οι απαντήσεις στα γιατί της γραφής και της ανάγνωσης, ερωτήματα και απαντήσεις που πολυποίκιλες καθώς είναι επιμένουν να θρυμματίζουν το είδωλο ενός μονοσήμαντων εξηγήσεων και ερμηνειών κόσμου, και αυτό το βιβλίο, που τυχαία εντόπισα και πολύ απόλαυσα, ανήκει στη λογοτεχνία που περισσότερο αγαπώ. Αποκολλώ και επικολλώ ένα σχετικό απόσπασμα:

«Κι ύστερα –ξανάρχισε– το να διαβάζεις επαγγελματικά για τους εκδότες, όπως εκείνος... Βλέπετε, στο μέτρο των δικών μου ασήμαντων δυνατοτήτων, από τότε που έγινα κάπως γνωστός εδώ, λαμβάνω πολλά βιβλία που άλλοτε δεν ελάμβανα. Όλα αυτά με αποθαρρύνουν απ' τη συγγραφή. Εγώ πλέον δεν γράφω τίποτα, το μόνο που κάνω είναι απλώς να διαχειρίζομαι τα λίγα που έχω γράψει κι αυτό ακόμα με δυσκολία. Όμως τα κοιτάζω, και κάποια είναι και καλά, αλλά, κυρίως, είναι τόσο πολλά και σκέφτομαι: γιατί να προσθέσω κι εγώ ακόμα ένα; Ίσως να συνέβη το ίδιο και με κείνον, εν μέρει τουλάχιστον...».

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Ιωάννα Παππά
Εκδόσεις Τραυλός 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου