Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

Πριν φύγω, λαχταρώ ένα φιλί





Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τον θάνατό σου
είναι κάτι, πρέπει να ξέρεις, που το κάνω συχνά
σε στιγμές ανύποπτες, όταν λείπεις
και σε στιγμές κορύφωσης, όταν ξαπλώνουμε τα βράδια
όμως ποτέ όταν βρίσκομαι εκτός σπιτιού.

Αναρωτιέμαι τι να 'ναι 'κείνο που σε κρατάει στη ζωή
εκείνο που σε κάνει αθάνατη όταν περπατώ στους έρημους δρόμους
της πολιτείας που δεν τελειώνει ποτέ, θαρρείς,
και κάποιοι υπεράνθρωποι χωρίς δεύτερη σκέψη την έχτισαν
πέτρα την πέτρα, από το μηδέν ως το άπειρο.

Υποθέτω όμως πως άλλο θα σ' απασχολεί τώρα
που θα διαβάζεις τις γραμμές αυτές, στο μαύρο τετράδιο
στα κρυφά, βιαστικά, μην τυχόν και γυρίσω
-πόσο σου πάει από ντροπή όταν κοκκινίζεις!-
"Πώς φαντάζεσαι, λοιπόν, τον θάνατό μου;"

Ξυπνάω και έξω είναι ακόμα σκοτάδι
τα τζιτζίκια αναπαύονται στη δροσιά των υγρών κλαδιών
φτιάχνω καφέ, καπνίζω δύο ή τρία τσιγάρα
πριν φύγω, λαχταρώ ένα φιλί, επιστρέφω στο δωμάτιο
τα χείλη σου είναι κιόλας παγωμένα.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Κουτσό - Julio Cortázar



(δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Yusra)


Με την αμάδα στη μύτη του παπουτσιού

Δέκα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που διάβασα το Κουτσό. Το ήξερα καλά από τότε, αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα ξανά. Υπήρξαν φορές που ένιωσα πως ήρθε η στιγμή αυτή, όμως δεν ήρθε. Λίγες σελίδες σκόρπιες, κάποια διηγήματα ξανά και ξανά, βίντεο με τον Κορτάσαρ να διαβάζει κάποια κεφάλαια, λίστες μουσικής παρμένες απ' το βιβλίο, συζητήσεις, διαφωνίες, διακινδυνευμένοι δανεισμοί με αίσιο φινάλε. Η επανακυκλοφορία σε νέα μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη αναζωπύρωσε την ανάμνηση της επιθυμίας. Πέρασαν κάποιοι μήνες. Και ξαφνικά ήρθε η στιγμή.

Η στιγμή να ξαναδιαβάσω το Κουτσό, ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα πως η αόριστη επιθυμία να ξαναδιαβάσω το Κουτσό κάποια στιγμή μετατράπηκε σε επιτακτική ανάγκη που επιζητούσε την άμεση ικανοποίησή της. Βιβλία στη μέση δεν αφήνω, όμως εκείνη τη στιγμή έπρεπε να σταματήσω ό,τι έκανα και να ξαναδιαβάσω το Κουτσό. Η ανάγνωση τελείωσε (σχεδόν) και τώρα ένα κείμενο γράφεται. Ένα κείμενο για το Κουτσό δεν μπορεί παρά να είναι ένα κείμενο κυρίως, αν όχι αμιγώς, προσωπικό, και ίσως αυτό, σκέφτομαι, να οφείλεται σε αυτή την επιτακτικότητα γραφής που αποπνέει η κάθε σελίδα του, η ανάγκη του Κορτάσαρ να γράψει αυτό το βιβλίο για να μην πέσει στα νερά του Σηκουάνα, να παίξει κουτσό με την αμάδα στη μύτη του παπουτσιού.

Οδηγίες παιχνιδιού. Το κουτσό παίζεται με μιαν αμάδα, που πρέπει να τη σπρώχνεις με τη μύτη του παπουτσιού. Υλικά: ένα πεζοδρόμιο, μια αμάδα, ένα παπούτσι κι ένα όμορφο σχεδιάγραμμα με κιμωλία, κατά προτίμηση χρωματιστή. Ψηλά είναι ο Ουρανός, χαμηλά η Γη, είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις με την αμάδα στον Ουρανό, σχεδόν πάντα κάνεις λάθος στον υπολογισμό, και η αμάδα βγαίνει έξω από το σχεδιάγραμμα. Σιγά σιγά, πάντως, αποκτάς την αναγκαία επιδεξιότητα για να περνάς τα διαφορετικά τετράγωνα (κουτσό σαλιγκάρι, κουτσό παραλληλόγραμμο, κουτσό φαντεζί που παίζεται ελάχιστα), και μια μέρα μαθαίνεις πώς να βγαίνεις απ' τη Γη και ν' ανεβάζεις την αμάδα ως τον Ουρανό, ώσπου να μπεις στον Ουρανό ("Et tous nos amours", τραγουδούσε μπρούμυτα η Εμανιέλ, με αναφιλητά), το κακό είναι πως, ακριβώς σ' αυτό το σημείο, όταν κανείς σχεδόν δεν έχει μάθει ακόμα ν' ανεβάζει την αμάδα ως τον Ουρανό, λήγει ξαφνικά η παιδική ηλικία και πέφτεις στα μυθιστορήματα, στο ανώφελο άγχος, στη θεώρηση ενός άλλου Ουρανού στον οποίο επίσης πρέπει να μάθεις να φτάνεις.

Οδηγίες ανάγνωσης. Δύο μονοπάτια σηματοδοτεί ο συγγραφέας για τον αναγνώστη. Το γραμμικό μονοπάτι, ξεκινώντας απ' το πρώτο κεφάλαιο και τερματίζοντας στο πεντηκοστό έκτο, εκεί όπου τρία χαριτωμένα αστεράκια σηματοδοτούν το τέλος, εκεί μπορεί ο αναγνώστης χωρίς ντροπή και τύψεις να σταματήσει. Και το μονοπάτι σε σχεδιάγραμμα Κουτσό, τοποθετώντας αρχικά την αμάδα στο εβδομηκοστό τρίτο τετράγωνο και ακολουθώντας την αρίθμηση στο τέλος κάθε κεφαλαίου, μπρος πίσω, μέχρι το τετράγωνο εκατόν τριάντα ένα ή -σύμφωνα με άλλους- το πενήντα οχτώ, αν και αρκετοί πιστεύουν πως αν ακολουθήσεις πιστά τη σήμανση το μονοπάτι δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο ίσως στον Ουρανό.

Τότε, δέκα χρόνια πριν, ξεκίνησα από το κεφάλαιο ένα. Θα συναντούσα άραγε τη Μάγα; Τώρα από το κεφάλαιο εβδομήντα τρία. Ναι, αλλά ποιος θα μας σώσει απ' την υπόκωφη φωτιά;

Δέκα χρόνια μετά, από τη μια ένιωθα λαχτάρα για την επικείμενη επιστροφή στις πλάκες με τα πολύχρωμα νούμερα, απ' την άλλη φοβόμουν την απομάγευση των χρόνων που μεσολάβησαν, χρόνων σε στενό μαρκάρισμα απ' τον ρεαλισμό, την εμφάνιση εκείνου του άλλου Ουρανού.

Έπρεπε, σκέφτομαι τώρα, να γράψω ένα κείμενο για το Κουτσό πριν το ξαναδιαβάσω, ένα κείμενο για το Κουτσό δέκα χρόνια μετά. Υπήρξε μια περίοδος που έγραφα τέτοια κείμενα, κείμενα πριν από την ανάγνωση, στα οποία προσπαθούσα να διερευνήσω τα μονοπάτια που με οδήγησαν στο ένα ή το άλλο βιβλίο, τις προσδοκίες που καλλιεργούσα, σε διάφορα επίπεδα, περισσότερο ή λιγότερο προσβάσιμα στη συνείδηση, άλλωστε η ανάγνωση, όπως τόσα και τόσα στη ζωή, είναι -και- ζήτημα προσδοκιών. Τώρα είναι αργά, τώρα θα πρέπει να περιμένω να περάσουν κάποια χρόνια. Θα είχε όμως ενδιαφέρον ένα τέτοιο κείμενο. Και αυτό το συνειδητοποίησα όταν ήδη ξαναδιάβαζα το Κουτσό, δέκα χρόνια μετά, ξεκινώντας από το κεφάλαιο εβδομήντα τρία και ακολουθώντας την αρίθμηση στο τέλος του κάθε κεφαλαίου, χωρίς να ξέρω ακριβώς πόσες σελίδες έχω διαβάσει, χωρίς να μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση πόσες σελίδες μου μένουν έτσι μπρος πίσω που πήγαινα, και σκέφτομαι πως ήταν και αυτή μία παράπλευρη της ανάγνωσης απόλαυση, μία μικρή ελάχιστη επικράτηση απέναντι στο ποσοτικό μετρήσιμο των πάντων, και ήξερα, ξαναδιαβάζοντας το Κουτσό, πως ένα κείμενο που θα είχε προηγηθεί της ανάγνωσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα αναδείκνυε πιθανά παιχνίδια της μνήμης, κατασκευαστικές αυθαιρεσίες, μέρος της μυθολογίας που με το πέρασμα του χρόνου έπεται της ανάγνωσης, αν και για βιβλία όπως αυτό είναι πιο ακριβές να πω της αναγνωστικής εμπειρίας.

Όσο γράφω αυτό το κείμενο -και πιο πριν, όσο έλεγα πως πρέπει να καθίσω και να γράψω αυτό το κείμενο- βρίσκω συνεχώς την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω ακόμα ένα απόσπασμα, ακόμα και ένα ολόκληρο κεφάλαιο (που αν έπρεπε να είναι αυστηρά μόνο ένα θα ήταν το σαράντα ένα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, στο Μπουένος Άιρες, όταν ο Ολιβέιρα επιθυμεί ένα μάτε όσο τίποτα άλλο, όμως το μάτε έχει τελειώσει και ο Ολιβέιρα προφανώς και δεν έχει το κουράγιο να κατέβει μέχρι το μαγαζί της γωνίας, και τότε, σε έναν από τους πλέον ευφάνταστους διαλόγους της λογοτεχνίας, αυτός και ο Τράβελερ επιχειρούν, ο καθένας στο μπαλκόνι του, να βρουν μια λύση σε αυτό το πρόβλημα) και κάπως έτσι η ολοκλήρωση του κειμένου αυτού διαρκώς αναβάλλεται, για την ακρίβεια η ολοκλήρωση της αναγνωστικής εμπειρίας αναβάλλεται διαρκώς.

Τσακωμοί για το Κουτσό, όχι αρκετοί, θυμάμαι έναν όμως καλά. Εκείνος, λάτρης των βιβλίων και δυνατός αναγνώστης, με περισσή αυτοπεποίθηση και επιμονή ισχυριζόταν πως το Κουτσό είναι ένα λαϊκό μυθιστόρημα. Απέναντί του είχε αρκετούς με αντίθετη γνώμη, η αναλογία υπέρ των οποίων τους επέτρεπε να ανασκουμπώνονται πριν ορμήσουν ξανά στην αρένα. Εκείνος μόνος, με υπομονή, χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω, όχι μόνο απέκρουε το κάθε επιχείρημα αλλά κέρδιζε και λίγο έδαφος. Η αντιπαράθεση τέλειωσε όταν κάποιος από τους απέναντι ζήτησε τον λογαριασμό. 

Ένα βράδυ, πάει κάποιος καιρός, μελαγχολούμε με έναν φίλο αναλογιζόμενοι την αναπόφευκτη συντήρηση που φέρνει στον άνθρωπο η ηλικία. Πώς θα ξεφύγουμε από αυτή την παγίδα εμείς, αναρωτιόμαστε, μα λύση δεν βρίσκουμε και κάπως έτσι, αμίλητοι και αποθαρρυμένοι γυρίζουμε ο καθένας σπίτι του. Λίγες μέρες μετά, του έστειλα δύο φωτογραφίες του Κορτάσαρ, η μία τραβηγμένη λίγο αφότου έφυγε από την Αργεντινή, και η άλλη λίγο προτού πεθάνει. Ίσως και να γίνεται τελικά, συμπλήρωσα.

Μπορεί άραγε η λογοτεχνία να δημιουργήσει την πραγματικότητα, να επηρεάσει την εξέλιξη των πραγμάτων, να ανακατευτεί με τη ζωή; Στις 25 Φεβρουαρίου του 1980 ο Ρολάν Μπαρτ επιστρέφει περπατώντας στο σπίτι του, ένα μικρό φορτηγό θα τον παρασύρει, έναν μήνα αργότερα θα πεθάνει. Ο Μορελί, για να γυρίσουμε δεκαεπτά χρόνια πριν, είναι ο συγγραφέας που θαυμάζουν ο Ολιβέιρα και οι φίλοι του στο Παρίσι, ο οποίος, ανάμεσα σε τόσα άλλα, ισχυρίζεται πως πρέπει να τελειώνουμε άπαξ και δια παντός με τις ισχύουσες γλωσσικές φόρμες. Ο Ολιβέιρα και οι φίλοι του τον αναζητούν παντού, γυρεύουν με μανία τα γραπτά του, συνήθως μάταια, ώσπου ο Ολιβέιρα θα γίνει αυτόπτης μάρτυρας ενός ατυχήματος, ένα αυτοκίνητο θα χτυπήσει έναν πεζό.

Και αν πίσω από τον χαρακτήρα μυστήριο του Μορελί ο Κορτάσαρ έκρυψε καλά ιδέες δικές του και άλλων, αυτό δεν σημαίνει πως το Κουτσό δεν βρίθει αναφορών. Θα ξεχώριζα την παρουσία του Μάλκολμ Λόουρυ, τον συγγραφέα του πλέον πυρετικού μυθιστορήματος. Και του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, για την αντίθετη με τον Κορτάσαρ διαδρομή από την Ευρώπη στη Λατινική Αμερική. Κυρίως όμως τη μουσική. Κυρίως το Les amoureux du Havre. Το Παρίσι μέσα από τα μάτια ενός ξένου, ο ξένος μέσα στα βουλεβάρτα του Παρισιού. Και το Μπουένος Άιρες από το δωμάτιο του Ολιβέιρα. Και, φυσικά, η Μάγα.

  
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις opera

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Η ιστορία ενός γάμου - Geir Gulliksen





Η εκ των υστέρων αναψηλάφηση των όσων προηγήθηκαν ενός χωρισμού είναι από τη φύση της αδιέξοδη. Ακόμα και αν σφάλματα και παραλείψεις εντοπιστούν, το τέλος θα συνεχίσει να στέκει αγέρωχο και οριστικό, ίδιο με τέρας, που γνωρίζει πως ακόμα και αν γίνει απόπειρα για συγκόλληση, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, όση λεπτοδουλειά και αν έχει γίνει, εκείνο θα παραμείνει άθικτο στα ρήγματα, σε ετοιμότητα, διαρκώς παρόν για να θυμίζει την αναπόφευκτη κατάληξη των πραγμάτων, με την υπομονή που η βεβαιότητα το οπλίζει. Το τέλος άλλωστε είναι αυτό που δημιουργεί την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία, όταν οι ρόλοι θύτη και θύματος έχουν μονομερώς αποδοθεί, όταν η διήγηση κρατάει μακριά το τέλος καθώς όλα τα σενάρια μοιάζουν ανοιχτά. Ο φόβος του αύριο είναι αυτός που δημιουργεί την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία ξανά και ξανά, να παγιωθεί στο παρόν.

Το θύμα, το αυτοαποκαλούμενο θύμα, αν και μοιάζει διατεθειμένο να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί, χρησιμοποιώντας συχνά πυκνά εκείνο το ύπουλο πρώτο πληθυντικό στην αφήγηση, τελικά εκείνο που επιζητά, κάπως πλάγια, η αλήθεια είναι, πλάγια και ίσως και ύπουλα, είναι η αγιοποίηση, η χορήγηση βεβαίωσης αδυναμίας να επέμβει στα πράγματα, η ανάδειξη της υπεράνθρωπης δύναμης του πεπρωμένου, η άγνοια που είχε για όσα ο θύτης στα κρυφά έκανε, η καλή πίστη, η ειλικρινής διάθεση, το χτύπημα στην πλάτη, το σοκ στο βλέμμα του θεατή μέσα στο οποίο το δράμα του θα αποκτήσει νέες διαστάσεις. Το μίσος το κρύβει καλά, ξέρει τι κάνει, την κακία ο θεατής δεν τη θέλει, την απεχθάνεται μάλιστα, θέλει να νιώθει πως η αφήγηση είναι αντικειμενική -λες και είναι ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο-, το θύμα το ξέρει αυτό καλά, ας πάρει θέση το κοινό επ' αυτού, σκέφτεται, εγώ έδωσα την καλύτερη δυνατή παράσταση.
Έτρεχε για να αντέξει, για να κρατήσει μακριά τη γνώριμη μελαγχολία και την απελπισία της. Γδυνόμασταν μαζί, αγγιζόμασταν, ρουφιόμασταν και γλειφόμασταν, κάναμε τρυφερό ή άγριο έρωτα για να αντέξουμε, για να ξεπεράσουμε την ανία, το χάος και την εξάντληση της ημέρας. Κάναμε παιδιά μαζί για να αντέξουμε, για να κάνουμε τον δικό μας κόσμο πιο πλούσιο και πιο απρόβλεπτο. Πηγαίναμε διακοπές, γιορτάζαμε γενέθλια και Χριστούγεννα, τα βράδια ξαπλώναμε δίπλα δίπλα και το πρωί βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον να κάνουμε τη ζωή κάτι παραπάνω από ανεκτή. Αγγιζόμασταν ανάλαφρα ή αχόρταγα, είχαμε φαντασιώσεις μαζί για όσες ερωτικές απολαύσεις μπορούσαν να υπάρξουν -διατηρούσαμε ένα αδιάκοπο φλερτ ο ένας με τον άλλο, για να ομορφύνουμε τη ζωή μας όσο το δυνατόν περισσότερο. Τι άλλο να κάναμε δηλαδή;
Δεν υπάρχει καλύτερη σχολή παραγωγής οικογενειακών δραμάτων από τη σκανδιναβική, αν και τα καλύτερα δείγματά τους τα έχουν δώσει στο θέατρο και τον κινηματογράφο, βλέπετε, στη λογοτεχνία επικράτησε το αστυνομικό μυθιστόρημα ως εξαγώγιμο προϊόν. Είναι αυτή η μοναδική ικανότητά τους στον συνδυασμό του εγκεφαλικού με τον συναισθηματικό τρόπο γραφής, ένα ενεργό ηφαίστειο καλυμμένο από τόνους χιόνι, που μετατρέπει σε λογοτεχνία ιστορίες τετριμμένες και ήδη γνωστές. Η διατήρηση των ήπιων τόνων, η ψευδαίσθηση της ηρεμίας πριν από την αναπόφευκτη έκρηξη. Και είναι ακριβώς αυτή η επικείμενη έκρηξη που προσδίδει ένταση, ένα αίσθημα σχεδόν φόβου, μια παράλογη ελπίδα για το μικρότερο κακό, μια έκρηξη που όταν έρχεται δεν λυτρώνει πραγματικά, δεν λειτουργεί καθαρτικά, απλώς αποσυμπιέζει στιγμιαία τα πράγματα, τα τραύματα δεν κλείνουν, θα ήταν άλλωστε παράλογο κάποιος να πιστεύει πως τα τραύματα κλείνουν έτσι απλά και άμεσα. 

Οι αναγνωστικές προσδοκίες υπερκαλύφθηκαν, ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο ο Γκούλικσεν επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία του, η απόπειρα του αφηγητή να διηγηθεί την ιστορία με τη φωνή της γυναίκας του, έδωσε πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, στην αίσθηση που μου άφησε το μυθιστόρημα αυτό, για το οποίο δεν μπορώ να πω πως μου άρεσε, πώς γίνεται να σου αρέσει μια τέτοια ιστορία, μια ανάγνωση που σου δημιουργεί ένα κόμπο στο στομάχι, κυρίως για την απομάγευση, για την αποτυχία κάποιων στην ευτυχία, για την αποτυχία ακόμα κάποιων στην ευτυχία, για το πόσο κοντά πίστεψαν πως έφτασαν σε αυτό το για πάντα. Δεν μου άρεσε και όμως δεν μπόρεσα να το αφήσω από τα χέρια μου, καθώς το δεδομένο τέλος ολοένα και πλησίαζε, ένιωθα σαν εμπειρογνώμονας που ελέγχει το βίντεο της σύγκρουσης για να διαπιστώσει το μοιραίο λάθος, εκείνο που το επόμενο μοντέλο θα πρέπει να μπορεί να αποφύγει, αρνούμενος να δεχτεί το προφανές.

Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός              

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Σεροτονίνη - Michel Houellebecq





Η οικειότητα που νιώθει ο αναγνώστης διαβάζοντας τα βιβλία του σπουδαίου αυτού συγγραφέα δεν εδράζεται σε μια αναλογία ένα προς ένα με τη δική του ζωή, αλλά μοιάζει να ενεργοποιείται με τον τρόπο με τον οποίο συνήθως επενεργεί η ποίηση, καθώς το άγνωστο ξένο διεγείρει το άγνωστο εσωτερικό, με έναν μηχανισμό απλό ή σύνθετο, μικρή σημασία μοιάζει να έχει αυτό, σίγουρα πάντως αδύνατο να αποκωδικοποιηθεί. Οικειότητα που προκαλεί ταυτόχρονη έλξη και αποστροφή, καμιά φορά και πλήρη άρνηση αποδοχής πως έτσι είναι ο κόσμος, όποιες λέξεις και αν χρησιμοποιήσει τελικά κανείς, αν βέβαια επιθυμεί να είναι ειλικρινής -πρωταρχικά με τον εαυτό του. Η ευαισθησία με την οποία προσλαμβάνει ο Ουελμπέκ τον κόσμο γύρω του και το υψηλό αίσθημα καθήκοντος με το οποίο διαφυλάσσει την ακεραιότητα της εικόνας αυτής είναι τα στοιχεία εκείνα που περισσότερο απ' ό,τι άλλο χαρακτηρίζουν τη γραφή του, ανεξάρτητα από την ιστορία που έχει επιλέξει να διηγηθεί κάθε φορά.

Υπάρχει ακόμα κάτι κοινό με την ποίηση: η πιθανότητα παραμονής στην επιφάνεια. Λέξεις απλά τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, ένα άθροισμα τυχαίων επιλογών, που δεν δικαιολογεί τον θόρυβο γύρω από το έργο, μπορεί κάποιος να πει τελειώνοντας την ανάγνωση, και θα ισχύει απόλυτα μια τέτοια δήλωση για εκείνον τον αναγνώστη. Δεν είναι θέμα δυσκολίας στην πρόσληψη, άλλωστε εδώ κυριαρχεί φαινομενικά. Δεν είναι καν θέμα κατανόησης, απάντησης του περιβόητου τι θέλει να πει ο ποιητής. Είναι θέμα συναισθηματικής εμπλοκής. Αυτή διαχωρίζει τους αναγνώστες του Ουελμπέκ σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αυτή η ρεαλιστική παγίδα που στήνει, ο άβολος ρεαλισμός μέσα στον οποίο επιθυμεί να ευαγγελιστεί την ανάγκη για αγάπη, τη ματαιότητα της ύπαρξης, την υποκρισία του εαυτού. 
Ήμουν κακόκεφος, έβαλα ένα μεγάλο ποτήρι βότκα χωρίς να τον περιμένω, καταβροχθίζοντας χωριάτικο λουκάνικο μαζί, δεν ωφελεί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τους άλλους σκεφτόμουν, ούτε η φιλία ούτε η συμπόνια ούτε η ψυχολογία ούτε η κατανόηση της περίστασης ωφελούν σε τίποτα, οι άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι τους τον μηχανισμό τη δυστυχίας τους, ανοίγουν τον διακόπτη και μετά ο μηχανισμός γυρίζει και γυρίζει, ασταμάτητα, με κάποιες αστοχίες, κάποιες αδυναμίες όταν παρεμβαίνει η αρρώστια, αλλά συνεχίζει να γυρίζει μέχρι τέλους, μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.
Δυστυχής εκείνος που έχει ανάγκη την αγάπη και δεν τη βρίσκει, δυστυχέστερος εκείνος που έχει ανάγκη την αγάπη και δεν το ξέρει. Ο σαρανταεξάχρονος Φλοράν-Κλωντ Λαμπρούστ κινείται στο μεταίχμιο αυτό, όπως άλλωστε οι περισσότεροι ήρωες του Ουελμπέκ -προφανώς αντιήρωες σε μια εποχή καθόλου ηρωική. Είναι άνθρωποι της εποχής τους, με σπουδές και οικονομική άνεση, έχουν δουλειά και σπίτι, πηγαίνουν διακοπές σε μέρη εξωτικά. Είναι μόνοι. Είναι αντιπαθητικοί, συχνά αποκρουστικοί, παρότι διατηρούν χαμηλό προφίλ, παρότι δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου. Η ματαιότητα έχει διαποτίσει το είναι τους, έχει γίνει ένα με την πραγματικότητα που τους περικλείει. Η συναναστροφή μαζί τους προκαλεί ένταση του αισθήματος της μισανθρωπίας, σίγουρα. Όμως, ταυτόχρονα, οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάτι το βαθιά ανθρώπινο, δυσδιάκριτο, σχεδόν αόρατο, αδιάφορο για κάποιους άλλους, είναι η ανθρώπινη αδυναμία, ο Ουελμπέκ τη διακρίνει, είναι η νησίδα πάνω στην οποία στέκεται ο ποιητής και κλαίει για την ανθρωπότητα.

Εδώ εισέρχεται η πρόκληση. Εκείνο για το οποίο συχνότερα εγκαλούν τον Ουελμπέκ. Πρόκληση για την πρόκληση, τη φήμη και τις πωλήσεις. Πολεμική και αρνητική διαφήμιση. Πρόκληση η οποία ενσωματώνεται συχνά στον ίδιο τον δημιουργό, ρατσιστής, σεξιστής, κυρίως αυτά. Η πρόκληση είναι το ύστερο καταφύγιο του ποιητή, το ηλεκτροσόκ για την επαναφορά. Άλλωστε πρόκληση αποκαλείται συχνά στις μέρες μας το μη φτιασίδωμα, η μη καταφυγή στον πολιτικά ορθό λόγο, η ειλικρίνεια, ο ρεαλισμός. Σημασία έχει τι σκέφτονται οι ήρωες του Ουελμπέκ, όχι τι θα αντέχαμε εμείς να σκέφτονται, και σίγουρα όχι τι θα θέλαμε εμείς να σκέφτονται. Προφανές αλλά ας ειπωθεί. Εκείνο που τρομάζει δεν είναι το γεγονός πως τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν γύρω μας, εκείνο που τρομάζει είναι πως στοιχεία αυτών των -ελεύθερη επιλογή επιθετικού προσδιορισμού- ανθρώπων διακρίνουμε και σε εμάς, αυτό μας τρομάζει, αυτό θέλουμε να κρύψουμε, αυτό μας ενοχλεί σε εκείνον που κρατά τον καθρέφτη κοντά στο πρόσωπό μας.

Η Σεροτονίνη λειτουργεί στον αντίποδα του High Fidelity, είναι το αρνητικό αποτύπωμα κατά κάποιον τρόπο, οι δύο όψεις της πρόσληψης του σύγχρονου κόσμου, η ανάγκη δύο αντρών να αναζητήσουν απαντήσεις στο ερωτικό τους παρελθόν, να συναντήσουν τις σχέσεις εκείνες που τους καθόρισαν, να δουν τι πήγε λάθος, να δοκιμάσουν να επαναστηλώσουν τα ερείπια. Και αυτή η ποπ αντιστοιχία αναδεικνύει ίσως ευκρινέστερα το ουελμπεκικό σύμπαν, η αλλαγή σημείου παρατήρησης πάντοτε προσφέρει μια νέα οπτική. Εδώ η θλίψη νεκρώνει, πεθαίνετε από θλίψη, αυτή είναι η διάγνωση του παθολόγου αντικρίζοντας τα επίπεδα της κορτιζόλης στο αίμα του Φλοράν-Κλωντ, εδώ η θλίψη δεν διοχετεύεται σε κανάλια συγκινησιακής ταύτισης, δεν διαθέτει μια ρέπλικα εκδοχή των καταραμένων ποιητών, δεν προσφέρεται για ταύτιση. Δεν υφίσταται σωστό ή λάθος. Δεν υφίσταται καν σύγκριση ανάμεσα στις δύο εκδοχές του ίδιου θέματος. 

Το παρελθόν, πάντα το παρελθόν. Το ένδοξο στην απόστασή του παρελθόν. Το πλήρες ευκαιριών παρελθόν, η γη όλων των αν. Το παρελθόν: η αρχή του κακού και η χάραξη των διαδρομών που οδήγησαν ως εδώ. Η επίσκεψη στο παρελθόν του ήρωα προσφέρει το έδαφος για μια ολική θεώρηση των πραγμάτων, άλλωστε μόνο έτσι μπορεί να προσεγγιστεί το σήμερα, οι συνέπειες και οι επιπτώσεις δεν είναι ουρανοκατέβατες. Τον Ουελμπέκ πάντοτε τον ενδιαφέρει αυτό, είναι και πολιτική η λογοτεχνία του μεταξύ άλλων, και εδώ κουμπώνει το επίθετο προφητικός που συχνά του αποδίδεται, σύγχρονος της εποχής του καθώς είναι μπορεί να διακρίνει όσα έρχονται. 

Σύγχρονος, αυτό είναι το καταλληλότερο απ' όλα τα επίθετα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον Ουελμπέκ τελικά.


Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας  
Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας        


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Οι υπολήψεις - Juan Gabriel Vásquez



Ξαφνικά, εκεί που καθόταν και του γυάλιζαν τα παπούτσια, απέναντι απ' το Πάρκο Σανταντέρ, περιμένοντας να έρθει η ώρα της τιμητικής εκδήλωσης, ο Μαγιαρίνο ένιωσε απολύτως βέβαιος πως μόλις είχε δει έναν πεθαμένο πολιτικό γελοιογράφο.
Δεν ήταν εύκολο για τον Μαγιαρίνο να αποδεχτεί την πρόσκληση για τη βράβευσή του. Δεν ήταν συνηθισμένος σε βραβεία και τιμητικές εκδηλώσεις προς το πρόσωπό του. Όλα αυτά τα χρόνια, από το πρώτο εκείνο δοκιμαστικό σκίτσο μέχρι αργότερα, στην περίοδο της πλήρους αποδοχής και της τεράστιας φήμης, ό,τι είχε να πει το έλεγε πάντα μέσα στο συννεφάκι της εκάστοτε γελοιογραφίας που υπέγραφε, διατηρώντας το πρόσωπό του μακριά από την προβολή, γεγονός που του επέτρεπε να περπατά τους δρόμους της Μπογκοτά χωρίς να τον αναγνωρίζει κανείς, ούτε ο πλέον φανατικός αναγνώστης της εφημερίδας, εκείνος που πρώτα τη σελίδα με το σκίτσο του αναζητούσε μόλις έπιανε την εφημερίδα στα χέρια του, και να που τώρα του ζητούσαν να εμφανιστεί στη σκηνή ενός κατάμεστου θεάτρου, με τους προβολείς στραμμένους πάνω του, και να παραλάβει το βραβείο, δίνοντας την απαραίτητη ευχαριστήρια ομιλία, ενώ σκηνές από τη ζωή του θα προβάλλονταν στη μεγάλη οθόνη μαζί με κάποια από τα διασημότερα σκίτσα του, πριν από τη δεξίωση που θα ακολουθούσε σε πιο στενό κύκλο και τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Ήξερε καλά πως ένας πετυχημένος γελοιογράφος είχε -ή θα έπρεπε να έχει- κυρίως εχθρούς, πραγματικούς και δυνάμει, ενοχλητικός για την εκάστοτε εξουσία καθώς -θα έπρεπε να- ήταν, και ίσως η ποσότητα των εχθρών αλλά και το μένος τους εναντίον του να αποτελούσε και τη μονάδα μέτρησης της επιτυχίας του, της επιδραστικότητάς του στην κοινωνικοπολιτική αρένα της καθημερινότητας, της βαρύτητας της γνώμης του και της επιρροής του.

Όλη του η ζωή, αφότου αποφάσισε να παρατήσει οριστικά τη ζωγραφική, παρά το ταλέντο και τις προσδοκίες για το μέλλον, κινήθηκε με άξονα τη δουλειά του ως γελοιογράφου, η οικογενειακή του ευτυχία, ο φόβος για τη ζωή τη δική του και των κοντινών του ανθρώπων, οι ερωτικές του επιτυχίες, οι φιλίες του, η επιλογή γειτονιάς, η καθημερινή ρουτίνα, τα πάντα. Ασυμβίβαστος, έτσι ένιωθε ο Μαγιαρίνο, ξεροκέφαλος ίσως, που ακούγεται πιο γλυκό, στο μεταίχμιο κομπλιμέντου και μομφής, άκουγε σπάνια τις συμβουλές των φίλων του και δεν έδινε σημασία στις απειλές των εχθρών του, έτσι τουλάχιστον έδειχνε, και τώρα, στην αρχή της νουβέλας του Βάσκες, ενώ του γυαλίζουν τα παπούτσια, λίγο πριν από την τιμητική εκδήλωση, νιώθει πως βλέπει έναν πεθαμένο πολιτικό γελοιογράφο να διασχίζει τον δρόμο, και είναι αυτή η αλλόκοτη οπτική εμπειρία που θα ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της μνήμης, καθώς εκείνος ο γελοιογράφος αποτέλεσε για τον Μαγιαρίνο πρότυπο, και θα επιθυμούσε διακαώς -έστω υποσυνείδητα- να τον συγκρίνουν κάποτε μαζί του, και ίσως αυτή η σύγκριση να υπερέχει της οποιασδήποτε τιμητικής εκδήλωσης, ίσως μάλιστα η παρουσία του στην τιμητική εκδήλωση να ακυρώνει την όποια πιθανότητα για σύγκριση των δυο τους, εκείνος άλλωστε ποτέ δεν δέχτηκε τους δούρειους ίππους του συστήματος, δεν επέτρεψε στη ματαιοδοξία του να υπερισχύσει του καθήκοντος, να στέκει πάντα κριτικός απέναντι στα κακώς κείμενα.
        
Κάπου εκεί λοιπόν, απέναντι από το πάρκο Σανταντέρ στη Μπογκοτά, ξεκινάει η νουβέλα αυτή του Βάσκες, που πιο ταιριαστό τίτλο δύσκολα θα μπορούσε να έχει, ακριβή στην απλότητά του και εύστοχο στη γενικότητά του. Αρκετά από τα γνώριμα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του Κολομβιανού συγγραφέα είναι εδώ, η εμμονή, για παράδειγμα, με τη μνήμη και το παρελθόν, αλλά και ο μηχανισμός με τον οποίο η μνήμη ανασυγκροτείται, συχνά από ένα τυχαίο γεγονός, ελάχιστης φαινομενικά σημασίας, πυροδοτείται μια σειρά γεγονότων, τα οποία ο Βάσκες συνηθίζει να αφηγείται με διαρκή μπρος πίσω, σπάζοντας σε δεκάδες κομμάτια τον αφηγηματικό χρόνο, δημιουργώντας διαρκώς νέα πριν και μετά, με αρκετές λειτουργικές επαναλήψεις, που έρχονται να ρίξουν εκ νέου φως, να οδηγήσουν σε νέες αναγνώσεις και αξιολογήσεις, σπείρες αφήγησης με έναν τρόπο πάντοτε περίτεχνο, που συνδυάζει το αναγνωστικό σασπένς με την υπαρξιακή αναζήτηση του Μαγιαρίνο στην προκειμένη περίπτωση. Στα βιβλία του Βάσκες οι ατομικές ιστορίες των ηρώων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μεγάλου κάδρου της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας της Κολομβίας. Έτσι και εδώ, χρησιμοποιώντας και τη δημόσια θέση του Μαγιαρίνο, ο Βάσκες επιτυγχάνει να αποδώσει την πραγματικότητα, τον τρόπο με τον οποίο -θα έπρεπε να- λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την κριτική οι ισχυροί, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι δημόσιες σχέσεις, τον τρόπο με τον οποίο παραμονεύουν διαρκώς η λογοκρισία και ο φόβος, αλλά και να θέσει ίσως το πιο δύσκολο προς απάντηση ερώτημα, εκείνο που σχετίζεται με τα όρια της κριτικής και το αλάθητο του κριτικού.

Ανάμεσα σε διάφορα αφηγηματικά ευρήματα ξεχωρίζει η επιλογή του συγγραφέα να τοποθετήσει στην ιστορία του δύο χαρακτήρες, τον Μαγιαρίνο και τη γυναίκα του, οι οποίοι είναι διάσημοι χωρίς αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Εκείνος σκιτσογράφος και εκείνη ηθοποιός του ραδιοφώνου, και αυτή η εμπνευσμένη επιλογή του ζευγαριού αυτού, στην εποχή της ολοκληρωτικής επικράτησης της εικόνας, έρχεται να συνθέσει με τον συγγραφέα μια ιδιότυπη απρόσωπη τριαδικότητα, θαρρείς, και να δώσει το δικαίωμα στον αναγνώστη να αναζητήσει τον ίδιο τον συγγραφέα στις αγωνίες και τα ερωτήματα του Μαγιαρίνο σε μια δεύτερη ή τρίτη ανάγνωση της ιστορίας. Οι υπολήψεις του Βάσκες είναι επίσης μια νουβέλα επίκαιρη σε μια ευρύτερη συζήτηση που λαμβάνει χώρα σχετικά με έναν διάσημο εγχώριο γελοιογράφο και τον πολιτικό ρόλο που φαίνεται να παίζει τα τελευταία χρόνια, έχοντας στρέψει εναντίον του αρκετούς φανατικούς θαυμαστές, αποκτώντας παράλληλα ένα νέο κοινό το οποίο διακρίνει στα σκίτσα του έναν σύμμαχο.

Αν και Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν εξακολουθεί να είναι το αγαπημένο μου βιβλίο ενός αγαπημένου συγγραφέα, αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως Οι υπολήψεις δεν είναι ένα ακόμα ωραίο βιβλίο από τον Κολομβιανό συγγραφέα, τον οποίο με συνέπεια μεταφράζει ο Αχιλλέας Κυριακίδης, πάντα για τη σειρά ξένης λογοτεχνίας του Ίκαρου με τα υπέροχα εξώφυλλα!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Η αφηγήτρια ταινιών - Hernán Rivera Letelier



Στο σπίτι μας το χρήμα πήγαινε καβάλα στ' άλογο ενώ εμείς πηγαίναμε με τα πόδια. Έτσι, κάθε φορά που ερχόταν στον οικισμό μας καμιά ταινία που ο πατέρας μου τη θεωρούσε καλή - με μοναδικό κριτήριο το όνομα του πρωταγωνιστή ή της πρωταγωνίστριας- μάζευαν τα κέρματα ένα ένα, όσα ακριβώς χρειάζονταν για ένα εισιτήριο, και έστελναν εμένα να τη δω.
Και μετά, μόλις γυρνούσα από το σινεμά, έπρεπε να αφηγηθώ την ταινία στην οικογένεια που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε σύσσωμη στο σαλονάκι μας.

Η ολιγοσέλιδη αυτή νουβέλα τού Χιλιανού Λετελιέρ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα λογοτεχνικής και αφηγηματικής απλότητας, με τα υλικά της τοποθετημένα προσεχτικά και με τάξη γύρω από την τρυφερή και πρωτότυπη ιστορία της νεαρής αφηγήτριας, χωρίς επιδίωξη για πειραματισμούς και ρίσκα, μια σχεδόν απόλυτα χρονικά γραμμική και πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Νουβέλα η οποία διαβάζεται απνευστί, όχι μόνο εξαιτίας του μεγέθους της, όπως πιθανότατα θα περίμενε κανείς, αλλά και της αφήγησης, του τρόπου κυρίως με τον οποίο προωθείται η πλοκή, τρόπου απλού και καθόλου απαιτητικού, αλλά σε καμία περίπτωση βαρετού ή ενοχλητικού. Μια όμορφη ιστορία ειπωμένη με την κατάλληλη απλότητα. 

Την πρωτοπρόσωπη αφήγηση διαπνέει η νοσταλγία για εκείνη την περασμένη εποχή, όχι καλύτερη ή χειρότερη της τωρινής, απλώς διαφορετική, όταν η νεαρή τότε κοπέλα επέστρεφε μαγεμένη από το σινεμά και ένα μικρό ανθρώπινο πλήθος την πρόσμενε στο σαλόνι του σπιτιού της για να του διηγηθεί όσα είδε, τότε που ένιωθε για λίγο σταρ του σινεμά. Μια περίοδο δύσκολη, σε έναν τόπο σκληρό και αφιλόξενο, κατά την οποία η λάμψη του κινηματογράφου πρόσφερε μια αχτίδα ξεγνοιασιάς από την καθημερινότητα. Εδώ αξίζει να σταθεί κανείς και να επαινέσει τον συγγραφέα για την τήρηση του μέτρου, για την συνειδητή απόφαση να μην ξεχειλώσει συναισθηματικά την αφήγησή του, παρότι το έδαφος ήταν κάτι παραπάνω από κατάλληλο για ανούσιους και επαναλαμβανόμενους μελοδραματισμούς, σεβόμενος την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το γεγονός δηλαδή πως η αφηγήτρια διηγείται τη δική της ιστορία με όλη τη συναισθηματική υπερβολή που κάτι τέτοιο μπορεί να συνεπάγεται.      

Η αφηγηματική φωνή προσαρμόζεται στις αναμνήσεις της αφηγήτριας, μοιάζει δηλαδή την ιστορία να την αφηγείται η ανήλικη εκδοχή του εαυτού της, εκείνη που έζησε τα γεγονότα τότε και όχι η τωρινή εκδοχή της, λες και μαζί με τα γεγονότα θυμάται και τον τότε εαυτό της. Αυτή η επιλογή λειτουργεί ως προς την απλότητα της αφήγηση μέσω της παιδικής ματιάς, αυτής της πιο αθώας ματιάς των πραγμάτων και των συνθηκών, εντούτοις με ξένισε και τη θεωρώ συγγραφική ευκολία. Η απλότητα της αφήγησης και το μικρό μέγεθος της νουβέλας δεν συνεπάγονται την αναμενόμενη αυστηρότητα, εκείνη που αποκλείει οτιδήποτε περιττό και οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα σφιχτοδεμένο. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο χαλαρά, καθώς αφηγηματικά νήματα με ευκολία ξεπετάγονται και εγκαταλείπονται, ιδιαίτερα καθώς η αφήγηση οδεύει προς το τέλος.

Οφείλει βέβαια κανείς να προσεγγίζει εκ των υστέρων ένα βιβλίο λαμβάνοντας υπόψιν και τις προθέσεις του δημιουργού, όπως τουλάχιστον αυτές διαφαίνονται μέσα από την ανάγνωση. Κι εδώ έχουμε μια τιμιότητα ανάμεσα στις προθέσεις και στο τελικό αποτέλεσμα. Ο Λετελιέρ θέλει να διηγηθεί την ιστορία της αφηγήτριας των ταινιών και μέσω αυτής να αποτυπώσει την πραγματικότητα εκείνης της εποχής, και επιθυμεί να το κάνει με έναν τρόπο απλό, επιλέγοντας όμορφες λέξεις και αποφεύγοντας δύσβατα λογοτεχνικά μονοπάτια, με μια ποιητικότητα να αιωρείται και την απαραίτητη σε αυτές τις ιστορίες νοσταλγική διάθεση να κυριαρχεί, θυμίζοντας έναν ακόμα Χιλιανό, τον Αντόνιο Σκάρμετα. Και σε αυτό τα καταφέρνει περίφημα, παραδίδοντας μια νουβέλα που ικανοποιεί τον αναγνώστη που αγαπά τις καλές ιστορίες, αφήνοντάς του μια όμορφη αναγνωστική ανάμνηση, παρότι, κατά πάσα πιθανότητα, ποτέ δεν θα καταφέρει να διεισδύσει στις λίστες με τα πλέον αγαπημένα βιβλία του. Οι απλές ιστορίες λείπουν από την εποχή μας, καθώς το κυνήγι για τη σύνθετη, εξεζητημένη και πρωτότυπη ιδέα έχει εδώ και καιρό φουντώσει.

Το επίμετρο, απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος πολιτεύτηκε σε εκείνα τα άνυδρα μέρη, εκτός από ταιριαστό συμπλήρωμα στη νουβέλα του Λετελιέρ αποτελεί και μια απαραίτητη υπενθύμιση για την αναγκαιότητα και τη δυναμική του ειλικρινούς και συναισθηματικού πολιτικού λόγου σε κάθε εποχή.      

Μετάφραση Λένα Φραγκοπούλου
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2019

Ο συνταγματάρχης δεν έχει πού να κλάψει - Carlos Fonseca



Ας μην ξεχνιόμαστε. Το θέμα είναι απλό: ένας άντρας που πλησιάζει τώρα τα βαθιά γηρατειά -κάτι που ή αποδέχεσαι μ' ένα ειρωνικό μειδίαμα ή πολεμάς μέχρι τέλους- παίρνει το μπάνιο του σε μια λευκή έπαυλη στα Πυρηναία. Πολύ μακριά απ' τον πόλεμο και τις φλόγες του. Περνάει τον καιρό του διαβάζοντας βιβλία -ένα για νάνους ταυρομάχους κι ένα άλλο για την ισπανική μοναρχία του Χρυσού Αιώνα- και σκιαγραφεί τις ζωές μιας σειράς από αλχημίστριες ντίβες. Ούτε πρέπει να ξεχνάμε την άνεση ή τη βουλιμία του, το πώς μοιράζει τη ζωή του σε μια σειρά ελασσόνων απολαύσεων. Μαθηματικός που έγινε συνταγματάρχης, που έγινε ιστορικός, που έγινε ερημίτης, και που σ' αυτή την όψιμη παιδική ηλικία παραδίνεται μάλλον στην ηδονή των μινιμαλιστικών, μοναχικών απολαύσεων.
Το θέμα είναι απλό, και γι' αυτό σύνθετο. Η εκτέλεση είναι σύνθετη, και γι' αυτό απλή. Αυτά σημείωσα δίπλα στο υπογραμμισμένο απόσπασμα. Πάνω κάτω αυτά σκεφτόμουν, από ένα σημείο και μετά, κάθε φορά που έκλεινα το βιβλίο, κάθε φορά που μια στιγμιαία απομάκρυνση του βλέμματος από το κείμενο έμοιαζε αναγκαία. Κάποια βιβλία καθορίζουν τον αναγνωστικό ρυθμό, είναι γνωστό αυτό. Η επιβράδυνση αποτελεί επίσης αρετή, και μάλιστα σπάνια. Όπως η επιτάχυνση συγχέεται συχνά με την κακή λογοτεχνία, έτσι και η επιβράδυνση ταυτίζεται ενίοτε με την στρυφνή, τη δύστροπη. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ. Η λογοτεχνία που αγαπάει και υπηρετεί ο Φονσέκα είναι σαγηνευτική. Υπονοεί περισσότερα απ' όσα δείχνει, με αποτέλεσμα τα αναγνωστικά διαλείμματα να είναι εξίσου μυθιστορηματικά. Άλλωστε, στα χαρακώματα της αποσπασματικότητας φυτρώνουν συχνά λαχταριστές ιστορίες, παίρνουν σάρκα και μορφή όνειρα φανταχτερά την ώρα που ο γύρω κόσμος -επιτέλους- λειώνει και ξεκαλουπώνεται. Αν ήθελε κάποιος να μιλήσει πιο συγκεκριμένα για το μυθιστόρημα του Φονσέκα, παραμερίζοντας τον υποκειμενικό αντίκτυπο, τότε, πιθανολογώ πως θα έπρεπε να αναφερθεί στη χωροχρονική ρευστότητα, στις αναμνήσεις και τα γεγονότα, στην αλχημεία ανά τους αιώνες και στις σπείρες της ιστορίας, στην επινόηση του συνταγματάρχη και του αφηγητή, στη μονομαχία των δύο εν αγνοία του ήρωα, στη γλώσσα και τη μυθοπλασία, στη συναισθηματικά εγκεφαλική γραφή, στην έμπνευση, κυρίως σ' αυτήν, πάντα σ' αυτήν.

Φαντάζομαι τον Φονσέκα, γεννημένο το 1987, να διαβάζει ξανά και ξανά τα λόγια του Ρικάρντο Πίλια για το βιβλίο του: Ένα συναρπαστικό και αξέχαστο λεκτικό καλειδοσκόπιο. Σ' εκείνον έστειλε το πρώτο του μυθιστόρημα ένα βράδυ αργά, με αφιέρωση -δημιουργώντας δύο κακέκτυπα πριν ικανοποιηθεί από το αποτέλεσμα του μελανιού-, κάπως δειλά και ύστερα από πίεση κάποιου κοντινού του προσώπου -δεν έχεις κάτι να χάσεις, του είπε επί λέξει- και μια μέρα -συνεχίζω να φαντάζομαι- βρέθηκε να διαβάζει ξανά και ξανά τις έξι αυτές λέξεις. Πώς να ένιωσε άραγε; Ο Πίλια ανήκει σε εκείνη την ολιγάριθμη κατηγορία συγγραφέων που δημιουργούν ένα ξεκάθαρο πριν και μετά. Ο Μπολάνιο θα είχε ενθουσιαστεί επίσης από το ντεμπούτο αυτό. Ο Μπολάνιο που με αμείωτη δίψα διάβαζε λογοτεχνία μέχρι το τέλος. Στην κατηγορία κι αυτός του πριν και μετά. Ο Φονσέκα ανήκει δικαιωματικά σε αυτό το μετά. Τα υπόλοιπα θα τα φέρει ο χρόνος.

Υπάρχουν κάποια μυθιστορήματα, όπως το παρόν, στα οποία ο συγγραφέας μοιάζει να μην περιλαμβάνει τίποτα το προσωπικό, σαν να μην τον αφορά η ιστορία που επιλέγει να διηγηθεί. Αρκετά συχνά αυτά τα μυθιστορήματα αποδεικνύονται άνευρα και εγκεφαλικά, διεκπεραιωτικά, καθώς η απουσία συναισθηματικής εμπλοκής από πλευράς συγγραφέα είναι ορατή. Καθ' υπερβολή κάποιοι λένε πως η λογοτεχνία απαιτεί το αίμα των συγγραφέων, δήλωση που, παρά την κάπως αναχρονιστική υπερβολή της, περιλαμβάνει μια κάποια δόση αλήθειας. Η λέξη-κλειδί του συλλογισμού είναι το ρήμα μοιάζει: μοιάζει να μην περιλαμβάνει τίποτα το προσωπικό, μοιάζει να μην αφορά τον συγγραφέα συναισθηματικά, μοιάζει με εγκεφαλικό κατασκεύασμα. Αυτά ισχύουν. Ισχύει όμως πως διαθέτει την πάστα της σπουδαίας λογοτεχνίας, και -συγχωρήστε μου τον αξιωματικό χαρακτήρα της δήλωσης αυτής- σπουδαία λογοτεχνία χωρίς την προσωπική εμπλοκή του δημιουργού δεν δύναται να υπάρξει. Ο συλλογισμός πρέπει κάπου να καταλήξει όμως. Σε όσα ειπώθηκαν υπέρ του βιβλίου θα προστεθεί και αυτό: η κατασκευή μιας σπουδαίας κρυψώνας. Ο Φονσέκα κρύβεται στις σελίδες του μυθιστορήματός του. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Ο Φονσέκα προσφέρει κρυψώνα και στον αναγνώστη, αν την επιθυμεί. Κρυψώνα για να ταυτιστεί, μια ήσυχη γωνιά για να κλάψει.    
  
Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο - Joao Ricardo Pedro





Η ανασύνθεση της ιστορίας δεν είναι κάτι απλό και αν το μεγάλο κάδρο, παρά τις όποιες σκοτεινές πτυχές της επιφάνειάς του, με τον καιρό λειαίνεται και παγιώνεται ως σχετικά κοινά αποδεκτό, δύσκολα συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τις ατομικές ιστορίες, όταν πια ο θάνατος έχει δια παντός στερήσει τη μαρτυρία εκείνων που ήταν παρόντες. Το πλεονέκτημα κατά τη σύνθεση της ατομικής ιστορίας είναι πως εδώ οι νικητές δεν έχουν τον μονόλογο, δεν είναι εκείνοι που σχηματίζουν τις λέξεις στο βιβλίο. Εκ των υστέρων, τα μισόλογα, οι υπαινιγμοί και οι φωτογραφίες, ανάμεσα σε άλλα, μοιάζουν με κομμάτια παζλ που εν τέλει συνθέτουν μια κάποια εικόνα. Είναι η επιθυμία για κατανόηση εκείνη που ωθεί τον "ερασιτέχνη ιστορικό" σε μια τέτοια απόπειρα. Να γνωρίσει καλύτερα ανθρώπους κοντινούς, μέλη της ίδιας του της οικογένειας συνήθως, των οποίων οι σιωπές στοιχειώνουν το παρελθόν του. Γιατί μοιάζει να είναι στη φύση μας η ανάγκη να γνωρίζουμε το παρελθόν μας, την ατομική μας ιστορία, από πού ερχόμαστε, μήπως και έτσι υποθέσουμε με κάπως μεγαλύτερη βεβαιότητα ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε. Εδώ κρύβεται ένας άλλος κίνδυνος παραχάραξης, η ωραιοποίηση και η αθώωση, ο καλλωπισμός του παρελθόντος.     
Ένα πράγμα φαινόταν βέβαιο: στις είκοσι πέντε Απριλίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα, πολύ πριν από τις επτά το πρωί, ο Σελεστίνο έδεσε τη φυσιγγιοθήκη στη μέση του, φόρεσε το Μπράουνινγκ σταυρωτά, βεβαιώθηκε πως έχει τον καπνό και τα τσιγαρόχαρτά του, ξέχασε το ρολόι του στο καρφί, απ' το οποίο κρεμόταν επίσης ένα ημερολόγιο, και βγήκε. Μόλις άρχιζε να χαράζει. Ή μπορεί και όχι.
Το μυθιστόρημα του Ρικάρντο Πέντρο διαθέτει ποιητικότητα, ελλειπτικότητα και νοσταλγία. Χωρισμένο σε επτά μέρη, μοιάζει να του έχουν αφαιρεθεί -ή να λείπουν- αρκετές σελίδες, καθώς είναι τέτοιο το πλήθος των προσώπων και των χρονικών περιόδων της αφήγησης, που οι διακόσιες πενήντα σελίδες φαντάζουν λίγες. Έως ένα βαθμό δικαιολογείται αυτή η συγγραφική απόφαση, καθώς αποδίδει την αίσθηση της ανασύνθεσης μιας ιστορίας με αρκετά κενά. Ο συγγραφέας επιλέγει έναν αφηγητή περιορισμένων γνώσεων για να διηγηθεί την κατασκευή της ιστορίας της οικογένειας του Ντουάρτε, πατάει πάνω σε νησίδες που εμφανίζονται μπροστά του, πότε απόρροια της έρευνας και πότε της συγκυρίας, και παρότι κάποια βήματα μοιάζουν υπερβολικά, εντούτοις, η αποσπασματικότητα προσδίδει μια αίσθηση αληθοφάνειας στην αφήγηση. Άλλωστε, όταν ο αφηγητής γνωρίζει, δεν διστάζει να γίνει αρκετά αναλυτικός στις περιγραφές του.

Η ποιητικότητα και η νοσταλγία δεν θα μπορούσαν να λείπουν από ένα μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται με τέτοιο τρόπο το παρελθόν του αφηγητή, τα παιδικά του χρόνια, την πορεία του προς την ενηλικίωση και την κατανόηση σιγά σιγά της πραγματικότητας, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο μια αντίστιξη με το κοινό παρελθόν, το σκοτεινό με ελάχιστα φωτεινά σημεία παρελθόν, με τα χρόνια της ανελευθερίας, τα χρόνια της σιωπής της πλειοψηφίας, τα χρόνια του φόβου, παρά την άρνηση του αφηγητή να σταθεί στο επίκεντρο της πλοκής, επιμένοντας στην επιθυμία του να συνδυάσει τα στοιχεία μεταξύ τους, μήπως και μπορέσει να αποκτήσει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα, μια εικόνα εγγύτερη στην αλήθεια.

Πότε με μακροπερίοδο λόγο και πότε με έναν ρυθμό κοφτό, στακάτο, γεμάτο από τελείες, ο συγγραφέας επιζητά τις ρυθμικές εναλλαγές, μια μουσικότητα για το μυθιστόρημά του. Και κάποιες στιγμές τα καταφέρνει περίφημα. Υπάρχουν κομμάτια πραγματικά αξιόλογα, προτάσεις ιδανικές για υπογράμμιση και αντιγραφή. Αντίστοιχη του ρυθμού εναλλαγή υπάρχει και ως προς τη συνοχή της ιστορίας, γιατί, παρά τις όποιες παρεκβάσεις, υπάρχει ξεκάθαρα μια κεντρική ιστορία. Έτσι, κάποια κομμάτια μοιάζουν με διηγήματα που προστέθηκαν στον κυρίως κορμό χωρίς η παρουσία τους, πέραν της αισθητικής απόλαυσης, να δικαιολογείται, κάτι το οποίο είναι πιθανό να δημιουργήσει ρήγματα στην ανάγνωση. Ενώ ούτε η επιμονή με το κλείσιμο των κύκλων της ιστορίας είναι συνολικά λειτουργική, παρότι φαινομενικά δίνει μια αίσθηση ολοκλήρωσης, η οποία όμως δεν συνάδει απόλυτα με τον αποσπασματικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος.

Διαβάζοντας μυθιστορήματα όπως αυτό, που αναφέρονται σε ιστορικές περιόδους με ξεκάθαρο πρόσημο, συνήθως αρνητικό, στα οποία ο συγγραφέας δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση, μετεωρίζομαι έντονα ανάμεσα σε δύο εκδοχές. Από τη μία τοποθετείται η απολιτίκ διάθεση του συγγραφέα, κάτι που με ενοχλεί και μου γεννά υποψίες για τα αίτια της επιλογής του αυτής. Από την άλλη όμως, και όλο εντονότερα καθώς τα χρόνια περνούν, παίρνει θέση η σιωπηλή πλειοψηφία, εκείνη που συμβιβάστηκε με την τάξη, που κοιτούσε τη δουλειά της, που δεν μιλούσε, και σκέφτομαι πως ίσως η ρεαλιστική απεικόνιση μιας τέτοιας βάρβαρης εποχής, ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν αποτελεί προτεραιότητα του συγγραφέα, να είναι πιο πιστή ως απολιτίκ. Δυστυχώς.

Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται ευχάριστα, ενώ υπαινίσσεται περισσότερα απ' όσα φανερώνει, κατορθώνοντας με αυτόν τον τρόπο να ξεφύγει από τα στενά όρια της πορτογαλικής πραγματικότητας.


Μετάφραση (από τα γαλλικά)  Αριάδνη Μοσχονά
Εκδόσεις Πόλις        

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Όταν όλα κατέρρευσαν

Και να που το κάθε τι τελικά υποχώρησε
από το ίδιο του το βάρος
ένας ελέφαντας στεκόταν ακίνητος
παρατηρώντας την κίνηση στη λεωφόρο.

Η κόπωση των υλικών παρέμεινε αόρατη
ως τη στιγμή που χοροπήδησε ένα παιδί
και η γέφυρα κατέρρευσε
διακόπτοντας την κυκλοφορία των οχημάτων.

Η αμφιβολία πως θ' άντεχε
να την κουβαλήσει στις πλάτες του
μετατράπηκε σε βεβαιότητα
λίγο πριν τον πρώτο σταθμό διοδίων.

Η εκκένωση της πολιτείας διατάχθηκε ένα βράδυ στις οχτώ.

Και δεν είναι μόνο αυτά
είναι άλλα τόσα
τουλάχιστον
αν όχι περισσότερα
που ωθούν τους παλιούς εραστές
τις νύχτες στην έρημο
ν' απομακρύνονται απ' τις φωτιές
και να κοιτάζουν με φθόνο τη σελήνη
εκεί που το βάρος δεν μοιάζει αποτρεπτικό.

Είναι όμως κάτι ακόμα
που σκέφτονται
μα διστάζουν να τ' ομολογήσουν
κάτι που έχει να κάνει με την πιθανή έλλειψη τριβής
εκεί ψηλά
και τον φόβο πως κάτι τέτοιο
ανάλαφρα
τον σαρκικό έρωτα θα τσάκιζε.

Εναλλακτικά,
η συνταγογράφηση υποχρεωτικών περιπάτων
χωρίς παπούτσια πάνω στην άμμο
στη γραμμή που διαγράφει το κύμα
κατά τους χειμερινούς μήνες
με τα μεταλλικά χρώματα του νερού
και τα σύννεφα ολοένα να πλησιάζουν
για να μας συντρίψουν
ίσως να ήταν αρκετή
για να γίνουν υποφερτά
όλα τα υπόλοιπα.