Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Πάρκο - Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης




Κι ας είχε σχεδιάσει το Δημαρχείο, ο Πικιώνης δεν ήταν ακόμη ο αγαπημένος μας αρχιτέκτονας/σοφός/ποιητής, ενώ τα τραγούδια που ακούγαμε δεν ήσαν όλα προάγγελοι του χάους, πρελούδια μιας ζωής σαν φιλμ του Godard (με αρχή, μέση και τέλος - αλλά όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά), καθώς βγαίναμε από το σπίτι για να μπούμε στον προθάλαμο της αληθινής ζωής που δεν έμελλε να είναι σαν την αληθινή ζωή των άλλων, σαν την αληθινή ζωή που οι άλλοι ήθελαν για μας, σαν την αληθινή ζωή που οι άλλοι εκθείαζαν και δοξολογούσαν, εμείς λοιπόν βγαίναμε από το σπίτι και σπεύδαμε να πάμε εκεί, στο Πάρκο (ω πόσο αγάπησα χρόνια μετά το Ξενοδοχείο "Πάρκο" στη λεωφόρο Αλεξάνδρας όπου γλεντοκοπούσαμε πάντα μετά το μεσονύχτι την ίδια εκείνη δεκαετία που ανακαλύπταμε την ντανταϊστική επιθεώρηση Luna Park του Mark Dachy! ω πόσο συνδέονται όλα όπως έλεγε ο Thomas Pynchon!), βγαίναμε, έλεγα, από το σπίτι, από την οδό Κασσαβέτη [...]
Αρκεί μία λέξη, μία νότα, μία φωτογραφία, μία μυρωδιά για να ενεργοποιηθεί η μνήμη, ένα ελάχιστο σημείο για να πατήσει -κάπου εδώ ίσως κάποιος να παρομοίαζε τη μνήμη με πεταλούδα αλλά, για τα γούστα μου, κάτι τέτοιο θα ήταν κάπως γλυκερό- πατάει λοιπόν η μνήμη κάπου και πετάγεται αμέσως σχεδόν κάπου αλλού, ίσως να ξαναγυρίσει ίσως και όχι, και κάπως έτσι ένα μονοπάτι διαγράφεται στο χαρτί, και κάπως έτσι, σελίδα τη σελίδα, το Πάρκο αποκτά διαστάσεις, μαντρότοιχο -ψηλό μα με αρκετά ανοίγματα-, μέρη πυκνής βλάστησης αλλά και ερημώδη, διαδρομές κυκλικές/τυφλές/ανηφορικές/μοναχικές, αγάλματα -κυρίως αγάλματα- αλλά και κάποια οικήματα -ιδιωτικής κυρίως χρήσης.
 
Μορφή και περιεχόμενο/ αλληλένδετα στην προκειμένη περίπτωση. Διαισθητικό, συνειρμικό, προφορικό/φίλοι, μουσικές, βιβλία. Κάποιος που διηγείται την ιστορία του, εκείνα τουλάχιστον τα επεισόδια που επιθυμεί, κατά πάσα πιθανότητα σύντομα θα απολέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Κλειδί είναι ο τρόπος/Το περιεχόμενο είναι ετερόφωτο. Ιδιαίτερα σε ένα κείμενο τόσο προσωπικό όσο αυτό. Και εδώ ο τρόπος υπάρχει. Σαφέστατα υπάρχει. Ο στακάτος ρυθμός, οι εμμονές, οι επαναλήψεις, οι ανολοκλήρωτες μικροϊστορίες, η παρέλαση ονομάτων, οι αναφορές, η έμπνευση. Ο μύθος που συναντά τη ζωή, το αντίστροφο επίσης.

Το Πάρκο δεν θα μπορούσε να γραφτεί δεύτερη φορά, θα ήταν ένα άλλο βιβλίο, και ας λεγόταν Πάρκο, το μονοπάτι της μνήμης θα ήταν διαφορετικό, το Πάρκο είναι από τα βιβλία εκείνα -τα έργα τέχνης εν γένει- που η πορεία τους δεν ακολουθεί κάποιο καλομετρημένο σχέδιο αλλά το ένστικτο και την ανάφλεξη της έμπνευσης, καθώς η μνήμη παραμένει -και ας λένε οι επίδοξοι μνημοδαμαστές- πρακτικά ανυπότακτη.

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που καταφεύγουν τώρα τελευταία στην ευκολία(;) του προσωπικού βιώματος, είναι όμως λίγοι εκείνοι που το κάνουν με τον τρόπο του Μπαμπασάκη, όχι μόνο γιατί ο Μπαμπασάκης είναι συνεπής στη στρατευμένη μνήμη, αλλά και γιατί για εκείνον δεν αποτελεί ένα πάρεργο διάλειμμα πειραματισμού εν αναμονή της έμπνευσης, αλλά αποτελεί την έμπνευση, την κινητήριο δύναμη, τον τρόπο του να ανασυγκροτεί και να υπογραμμίζει.       



Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Το μουσείο των τύψεων - Αχιλλέας Κυριακίδης




Το μουσείο των τύψεων, εκτός από ευφυή σύλληψη αναδρομικής έκθεσης, αποτελεί και έναν τόπο προσομοίωσης για τον επισκέπτη, στον αντίποδα ενός άλλου περίφημου μουσείου, εκείνου των ανεκπλήρωτων φαντασιώσεων -η εκπλήρωση των οποίων ίσως να οδηγούσε πίσω στο μουσείο των τύψεων/οι είσοδοι είναι η μία δίπλα στην άλλη άλλωστε-, εκεί απ' όπου φεύγοντας, ή και λίγο πριν, περιδιαβαίνοντας ακόμα τους διαδρόμους του, πλησιάζοντας τα εκθέματα, αναρωτώμενος αν επιτρέπονται οι φωτογραφίες, ο επισκέπτης νιώθει ικανός -ή μήπως αναγκασμένος;- να στήσει τη δική του αναδρομική έκθεση τύψεων, ο ίδιος επιμελητής, καλλιτέχνης, θέμα και -ίσως- μοναδικός επισκέπτης.

Στους λαβυρίνθους σπουδαίων έργων, λοιπόν, σπουδαίων υποκειμενικά, σπουδαίων γιατί πρόσφεραν στον συγγραφέα καταφύγιο, εκεί που πέρασε χρόνο, εκεί που επέστρεψε ξανά και ξανά, γνώρισε καλύτερα τον εαυτό του, αναμετρήθηκε με τον ίλιγγο του ύψους της ξαφνικής θέας. Η διακειμενικότητα ή η συνομιλία με άλλα έργα στη συγκεκριμένη περίπτωση παίρνει δρόμους διαφορετικούς. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης στο λογοτεχνικό είδος που περισσότερο αγαπάει, τη μικρή φόρμα, αποτίει έναν δημιουργικό φόρο τιμής στην εμπειρία της ανάγνωσης, της παρατήρησης εν γένει, πότε ως κρυψώνα του προσωπικού και πότε ως ορμητήριο έμπνευσης. Δεν θα ήμουν, μοιάζει να μονολογεί, ο ίδιος άνθρωπος αν δεν σας είχα συναντήσει στον δρόμο μου.

Έτσι, τα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα για τον αναγνώστη. Σε πρώτο επίπεδο ως σπουδαία αυτόνομη λογοτεχνία, ενώ σε δεύτερο ως περιδιάβαση σε τόπους έμπνευσης. Δημιουργός και παρατηρητής, ο Αχιλλέας Κυριακίδης τοποθετεί εστίες φωτός και ανάκλασης κατά μήκος της διαδρομής, υπενθυμίζει πως η ανάγνωση είναι πράξη δημιουργίας, εμπειρία δυναμική, το απαραίτητο συμπλήρωμα της γραφής -συχνά και της ζωής.

Και αν η απόλαυση αποτελεί ζητούμενο για τον αναγνώστη, η έμπνευση ως συναίσθημα, η γέννηση -ή αναζωπύρωση- της ανάγκης για δημιουργία είναι δώρο πολύτιμο.  

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Ο δύτης - Μίνως Ευσταθιάδης




Οι σκουροπράσινοι τοίχοι βουλιάζουν σ' έναν βάλτο απ' όπου τα βατράχια έχουν εξαφανιστεί και επιπλέουν μόνο τα παπούτσια μου. Σκέτη ειρωνεία. Τα είχα βγάλει για να μη μ' ακούσουν αυτοί που συνεχώς άκουγαν Rammstein. Τώρα κυριαρχεί μια εκνευριστική ησυχία κι ο ύπνος έχει αφήσει στο στόμα μου τη στεγνή πίκρα της αποτυχίας.
Ένα πρωί, ένας υπερήλικας υποψήφιος πελάτης θα χτυπήσει την πόρτα του ιδιωτικού ντετέκτιβ Κρις Πάπας και θα του ζητήσει κάτι φαινομενικά απλό: να παρακολουθήσει για σαράντα οκτώ ώρες μία νεαρή γυναίκα. Εκείνος, ο φτηνότερος ντετέκτιβ του Αμβούργου, θα δεχτεί. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή. Αρχικά ο Κρις Πάπας θα πιστέψει πως πρόκειται για μια απλή, συνηθισμένη ερωτική ιστορία, μια ιστορία μοιχείας. Όμως τα φαινόμενα απατούν. Από το Αμβούργο το νήμα της ιστορίας θα τον οδηγήσει στο Αίγιο, στον τόπο καταγωγής του. Το παρελθόν ρίχνει ολοένα και πιο έντονα τη σκιά του στην ιστορία αυτή.

Η φύση του βιβλίου, το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης στηρίζεται στις ανατροπές και στα νήματα που διαρκώς ξεπηδούν, υποχρεώνει σε περιορισμένες και προσεκτικές αναφορές στην πλοκή. Και ήδη αυτό, το να προϊδεάσει δηλαδή κανείς τον αναγνώστη για την ύπαρξη ανατροπών, θα ήταν παραβίαση της υποχρέωσης αυτής, όμως η νουάρ λογοτεχνία ταυτίζεται εξ αρχής με την ύπαρξη ανατροπών.

Για τον Ευσταθιάδη το νουάρ περιτύλιγμα αποτελεί το αφηγηματικό όχημα, θα μπορούσε να έχει ποντάρει σε ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα για παράδειγμα, όμως εκείνος έριξε το βάρος της ιστορίας του στις πλάτες ενός ανυποψίαστου -αρχικά- ιδιωτικού ντετέκτιβ, φροντίζοντας σελίδα τη σελίδα να τον εμπλέξει ολοένα και περισσότερο σε αυτή, καθιστώντας τον υπεύθυνο να υποστηρίξει τη σημασία της διήγησης αυτής της ιστορίας. Ο Ευσταθιάδης επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ κρατάει για τον εαυτό του τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή, εκείνου που θα αποφασίσει το πώς και το πότε των αποκαλύψεων, ρόλο καθοριστικής σημασίας για την τελική αίσθηση του μυθιστορήματος. 

Η χαμηλή αυτοπεποίθηση του Πάπας, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό, η αυτοϋποτίμηση της επαγγελματικής του ικανότητας, η σχεδόν παντελής απουσία αναφορών στην προσωπική του ζωή, ο αφελής, ξεροκέφαλος τρόπος με τον οποίο μπλέκεται στην ιστορία αυτή και η ποιητική/ψευδοφιλοσοφική διάθεση με την οποία παρατηρεί και σχολιάζει την πραγματικότητα μετριάζουν τη δυναμική της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, μην επιτρέποντας σε ένα εγώ τεράστιο και ακλόνητο να επικρατήσει εις βάρος της ίδιας της ιστορίας.    

Διανθισμένος με διακειμενικές αναφορές και λειτουργικούς εγκιβωτισμούς, ως επιπλέον πινελιές στον νουάρ καμβά, Ο δύτης πετυχαίνει να σταθεί με αξιώσεις στη νουάρ λογοτεχνική σκηνή. Εκείνο που προσδίδει επιπλέον πόντους στο τελικό αποτέλεσμα είναι η ιστορία που η έρευνα του Πάπας φέρνει στο φως, άλλωστε εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας της αρχικής σύλληψης του βιβλίου. Ιστορία που δικαιολογεί τις ανατροπές και τα μονοπάτια που οδηγούν στην αποκάλυψή της, και που σε άλλη περίπτωση όλα αυτά θα έστεκαν πιθανότατα κενά νοήματος, απλή επίδειξη ικανοτήτων του συγγραφέα εις βάρος του αναγνώστη.


Εκδόσεις Ίκαρος 

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Η Λεωφόρος - Trevanian





Βράδυ στη Λεωφόρο και τα μαγαζιά κλείνουν. Οι προθήκες των εμπορευμάτων έχουν μαζευτεί από τα πεζοδρόμια· τα ρολά κατεβαίνουν με θόρυβο μπροστά από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Ένα-δυο φώτα μένουν αναμμένα για ν' αποτρέψουν τις ληστείες· και οι άδειες ταμειακές μηχανές αφήνονται μισάνοιχτες έτσι ώστε οι κλέφτες να μην τις σπάσουν χωρίς λόγο.
Τα μπαρ παραμένουν ανοιχτά, το ίδιο και τα καφέ· και τα κωνικά ηχεία πάνω από τις στενές πίστες βρέχουν ρινίσματα μουσικής στα πεζοδρόμια, που είναι μπουκωμένα από ανθρώπους, με τους λαιμούς χωμένους στους γιακάδες και τους ώμους σφιγμένους για να προφυλαχθούν από την τσουχτερή παγωνιά.

Ο Trevanian -ένα από τα πολλά φιλολογικά ψευδώνυμα του Rodney William Whitaker- με ένα κινηματογραφικό τράβελινγκ καλωσορίζει τον αναγνώστη στην καρδιά του Μόντρεαλ, στη Λεωφόρο, λέξη που αναφέρεται σ' έναν δρόμο και ταυτόχρονα σε μια ολόκληρη περιοχή. Κανείς δεν χρησιμοποιεί το όνομα Μπουλβάρ Σαιν Λωράν. Η Λεωφόρος, που κάποτε αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο γαλλικό και το αγγλικό Μόντρεαλ, είναι ένας δρόμος εξαθλιωμένος, με μικρά μαγαζιά και χαμηλά ακόμα ενοίκια, που εξακολουθεί να αποτελεί την πρώτη στάση των μεταναστών, ένας προθάλαμος ένταξης. 

Ένα νουάρ μυθιστόρημα δύναται, πιστεύω, να αποτελέσει ιδανικό όχημα γνωριμίας του αναγνώστη με τόπους μακρινούς, να λειτουργήσει ως ο σκοτεινός και ρεαλιστικός αντίποδας των λαμπερών και πολλά υποσχόμενων, αλλά μάλλον άψυχων, ταξιδιωτικών οδηγών. Το Μόντρεαλ, λοιπόν, η Μοντρεάλη όπως συνήθιζε να αποκαλεί στην αλληλογραφία του την πόλη του Κεμπέκ ο σπουδαίος Καχτίτσης, πόλη ελάχιστα γνωστή λογοτεχνικά, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο ο Trevanian τοποθετεί την ιστορία του. Και ενώ αρχικά η επιλογή του Μόντρεαλ προκαλεί κάποια έκπληξη, στα πλήκτρα της γραφομηχανής του συγγραφέα αναδεικνύεται ιδανική. Η αθωότητά της σε σχέση με τη Νέα Υόρκη για παράδειγμα, με τους ρυθμούς και τις σχέσεις ανάμεσα στους κατοίκους της να ταιριάζουν περισσότερο σε κωμόπολη, ενώ βρισκόμαστε στη χρονική στιγμή κατά την οποία η πόλη γνωρίζει την ανάπτυξη, με όλα τα παρελκόμενα, η στιγμή που για άλλους διαμορφώνει χαρακτήρα ενώ για άλλους τον απολύει, η κυρίαρχη μάχη ανάμεσα στην αγγλική και τη γαλλική ταυτότητα, και η ταυτόχρονη παρουσία πλήθους μεταναστών τόσο από το εσωτερικό της χώρας όσο και από χώρες μακρινές. 

Και για να σταθεί ένα νουάρ μυθιστόρημα απαιτείται να υπάρχει ένας -ας τον χαρακτηρίσουμε αρχικά- ενδιαφέρων ντέτεκτιβ, ένας υπαστυνόμος στην προκειμένη περίπτωση, όπως ο Κλωντ Λαπουάντ. Ο Λαπουάντ, που αρνήθηκε να προαχθεί σε αστυνόμο, εδώ και τριάντα χρόνια περιπολεί στη Λεωφόρο, που τη θεωρεί επικράτειά του, νιώθοντας υπεύθυνος για τη διατήρηση της τάξης, υπαστυνόμος μιας άλλης εποχής, που δεν θέλησε να ακολουθήσει τον εκμοντερνισμό των αστυνομικών μεθόδων, σε μια απόπειρα του σώματος να δημιουργήσει έναν πολιτικά ορθότερο χαρακτήρα, με δύσκολο παρελθόν, που τα βράδια, όταν δεν παίζει χαρτιά με τους φίλους του, διαβάζει βιβλία του Ζολά, ένας εν γένει δύσκολος άνθρωπος, με τον οποίο είναι αδύνατο να ταυτιστεί ο αναγνώστης. Άλλωστε ένα σχήμα που θα περιελάμβανε έναν ωραιοποιημένο καλό τιμωρό του εγκλήματος δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά, αλλά θα παρέπεμπε μάλλον σε κάποιο φυλλάδιο της αστυνομίας, και αυτό είναι κάτι που κάθε καλός συγγραφέας γνωρίζει καλά.

Γύρω από τον Λαπουάντ, ο Trevanian, προσθέτει ένα πλήθος δευτερευόντων χαρακτήρων, απαραίτητων για την πλοκή, της οποίας κεντρικό σημείο αποτελεί η δολοφονία ενός νεαρού Ιταλού μετανάστη, το μαχαιρωμένο πτώμα του οποίου θα βρεθεί σε έναν παρακείμενο σκοτεινό παράδρομο της Λεωφόρου. Η εξιχνίαση του εγκλήματος αποτελεί απλώς την αφορμή, το εύρημα που θα προσδώσει στην ιστορία το απαραίτητο σασπένς και τις κορυφώσεις που χρειάζεται, όμως παράλληλα, τόσο σύγχρονα όσο και αναληπτικά, η ιστορία θα περιβληθεί με δεκάδες επιμέρους επεισόδια, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Trevanian να μιλήσει για το Μόντρεαλ και τους ανθρώπους του, για το χωνευτήρι πολιτισμών και την αναζήτηση ταυτότητας, το καλό και το κακό, το παλαιό και το μοντέρνο, την ηθική -με τη σχετικότητα και τον υποκειμενισμό της-, για την ανάγκη για αγάπη και για το παρελθόν που αναγκαστικά, όσο και αν δεν το θέλουμε, όσο και αν μας βαραίνει, το κουβαλάμε διαρκώς.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Πόλις    

  

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν - Bohumil Hrabal





Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, στην εποχή της εικόνας, κάποια βιβλία να είναι πιο γνωστά μέσω των κινηματογραφικών τους μεταφορών, ενώ είναι επίσης συχνό να επαναβαπτίζονται από τον τίτλο της ταινίας. Έτσι, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν (Αρσενίδης, 1995) δεν είναι παρά ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του 1966, μεταφοράς του βιβλίου του Τσέχου συγγραφέα Μποχουμίλ Χράμπαλ Τρένα υπό αυστηρή παρακολούθηση (Κουκκίδα, 2008). Εν τω μεταξύ, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν είναι μυθιστόρημα του Σιμενόν, γραμμένο το 1938, (Πλέθρον, 1994/Άγρα, 2004). Ορισμένα πράγματα καλό είναι να διευκρινίζονται και να μην παραχώνονται κάτω από το χαλάκι με τις λεπτομέρειες.
Εκείνη τη χρονιά, το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, οι Γερμανοί έπαψαν να κυριαρχούν στον ουρανό της μικρής μας πόλης, κι ακόμη περισσότερο στους ουρανούς του νομού κι ολόκληρης της χώρας. Τα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως είχαν αναστατώσει την κυκλοφορία, σε τέτοιο βαθμό, που τα πρωινά τρένα περνούσαν το μεσημέρι, τα μεσημεριανά το βράδυ και τα βραδινά μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα κι αν κατά τύχη ένα απογευματινό τρένο έφτανε στη σωστή του ώρα, επρόκειτο απλώς για την πόστα που είχε τέσσερις ώρες καθυστέρηση.
Ένας σταθμός τρένων μίας μικρής επαρχιακής πόλης της Βοημίας είναι το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα. Αφηγητής είναι ένας νεαρός δόκιμος σιδηροδρομικός υπάλληλος, πότε πρωταγωνιστής και πότε παρατηρητής των διάφορων επεισοδίων που συνθέτουν την καθημερινότητα αυτής της μικροκοινωνίας, με τον πόλεμο να μαίνεται, τη Δρέσδη να βομβαρδίζεται και τα τρένα με τους τραυματίες και τα πυρομαχικά να περνούν χωρίς να σταματούν στον μικρό αυτό σταθμό, τόσο κοντά αλλά ταυτόχρονα και τόσο μακριά από τη μικρή αυτή επαρχιακή πόλη. Ο Χράμπαλ, τοποθετώντας τον πόλεμο στο φόντο της ιστορίας του, επικεντρώνεται στον μικρόκοσμο του σταθμού και στη ζωή των υπαλλήλων, με μια διάθεση διονυσιακή, με τον ηρωισμό να παραχωρεί τη θέση της στη σεξουαλικότητα, πριν ο πόλεμος περάσει στο παρελθόν και γίνει έδαφος αφηγήσεων ηρωισμού και αυταπάρνησης. Έτσι η σεξουαλική ανικανότητα του αφηγητή υπό το βάρος του άγχους της πρώτης φοράς, ή το σκάνδαλο με τον υπασπιστή του σταθμού που θα γεμίσει σφραγίδες τους γλουτούς μίας όμορφης τηλεγραφήτριας, αποτελούν κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ιστορίας, διανθισμένα με ένα ιδιότυπο χιούμορ, πότε πικρόχολο, πότε γλυκόπικρο και πότε μαύρο. Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του χιούμορ του Χράμπαλ. Πίσω από το χιούμορ μπορεί να διακρίνει κανείς μια κριτική απέναντι σε μια κοινωνία ελάχιστα συνειδητοποιημένη πολιτικά, που μοιάζει να διανύει μια έντονη εφηβεία, παίρνοντας αψήφιστα τα γεγονότα, ελπίζοντας απλώς να καταφέρει να κρυφτεί από τον ανώτερο. 

Η απλότητα της γραφής του Χράμπαλ, προσαρμοσμένη με επιτυχία στον αφηγητή, όχι μόνο δεν στερεί αλλά αντίθετα προσθέτει λογοτεχνική αξία στο τελικό αποτέλεσμα. Και μπορεί να μην εντάσσεται το μυθιστόρημα αυτό στην τυπική ηρωική αντιπολεμική ή στρατευμένη λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, διαθέτει όμως κάτι το αδιαμφισβήτητα οικουμενικό. Η ματιά του Χράμπαλ για τα πράγματα και τις καταστάσεις, ανεξάρτητη από τοτέμ και διατεθειμένη να κριτικάρει, μέσω της σάτιρας κυρίως, ήταν εκείνη, άλλωστε, που έθεσε απέναντί του τη λογοκρισία επί σειρά ετών. 

υγ. Η πρώτη μου γνωριμία με τον Χράμπαλ έγινε με το μυθιστόρημα Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά (περισσότερα εδώ).

    
Μετάφραση Μαρίνα Λώμη
Εκδόσεις Αρσενίδης



Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Το οπτικό νεύρο - María Gainza





Το οπτικό νεύρο μού κίνησε εξαρχής το ενδιαφέρον, αρχικά ο τίτλος και εν συνεχεία η δομή του εξωφύλλου. Άλλωστε οι εκδόσεις opera αποτελούν παραδοσιακά έναν ενδιαφέροντα κολπίσκο αλίευσης σύγχρονης και αξιόλογης ισπανόφωνης λογοτεχνίας. 

Η αλήθεια είναι πως παίρνοντας το βιβλίο στα χέρια μου και παρότι το βιογραφικό της Μαρία Γκάινσα και η σχέση της με την τέχνη και τη ζωγραφική φάνταζαν πολλά υποσχόμενα, ταυτόχρονα με μπέρδεψαν ως προς τον σχηματισμό ενός ευκρινούς ορίζοντα προσδοκιών. Το οπτικό νεύρο αποτελεί την πρώτη λογοτεχνική απόπειρα της γεννημένης στο Μπουένος Άιρες Μαρία Γκάινσα και είναι μάλλον αναμενόμενο να έχει ως πρώτη ύλη και σημείο περιστροφής τη ζωγραφική, αφού η ζωγραφική αποτελεί το επίκεντρο της επαγγελματικής και ακαδημαϊκής της πορείας. Η Άιρες Μαρία Γκάινσα εργάστηκε επί σειρά ετών ως ανταποκρίτρια για διάφορες εφημερίδες στον τομέα της τεχνοκριτικής, διοργάνωσε σεμινάρια και μαθήματα, συνεργάστηκε στην έκδοση βιβλίων, ενώ το 2011 δημοσίευσε μία συλλογή δοκιμίων για την τέχνη στην Αργεντινή. 
Τον Ντρε τον γνώρισα ένα φθινοπωρινό μεσημέρι· το ελάφι του, ακριβώς πέντε χρόνια αργότερα. Εκείνο το πρώτο μεσημέρι είχα βγει από το σπίτι μ' ένα λαμπρό ήλιο και ξαφνικά, εντελώς αναπάντεχα, άρχισε να βρέχει. Έριχνε κατακλυσμό, και μέσα σε λίγα λεπτά οι στενοί δρόμοι της γειτονιάς του Μπελγκράνο μετατράπηκαν σε ύπουλα ποτάμια· οι γυναίκες στριμώχνονταν στις γωνίες υπολογίζοντας το πιο ρηχό σημείο για να περάσουν απέναντι· μια γριά χτυπούσε με την ομπρέλα της μια μεριά ενός λεωφορείου που δεν ήθελε να της ανοίξει, και στις πόρτες των καταστημάτων οι υπάλληλοι κοιτούσαν πώς το νερό έγλειφε το πεζοδρόμιο και έσπευδαν να τοποθετήσουν τις σιδερένιες πρόσθετες πόρτες που είχαν αγοράσει μετά την τελευταία πλημμύρα. Εγώ έπρεπε να συνοδεύσω μια ομάδα ξένων σε μια ιδιωτική συλλογή έργων τέχνης.
Το οπτικό νεύρο είναι μία συλλογή διηγημάτων, η οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί και ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, καθώς ναι μεν το κάθε διήγημα μπορεί να σταθεί αναγνωστικά αυτόνομο, όμως, η παρουσία κοινής αφηγήτριας αποτελεί κάτι παραπάνω από έναν απλό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα έντεκα διηγήματα της έκδοσης, μέσα στα οποία εμφανίζονται αντίστοιχα ζωγράφοι όπως ο Ρόθκο, ο Φουχίτα, ο Τουλούζ-Λοτρέκ, ο Ελ Γκρέκο κ.α. Η ύπαρξη κοινής αφηγήτριας είναι κομβικής σημασίας συγγραφική επιλογή ως προς την αναγνωστική πρόσληψη του βιβλίου τελικά, καθώς παράλληλα με την ανάγνωση των ιστοριών σχηματίζεται με ολοένα και περισσότερες πλευρές και γωνίες η αφηγήτρια ως πρόσωπο, προσδίδοντας μια ξεκάθαρη και ισχυρή μυθοπλαστική διάσταση, που απομακρύνει τη συλλογή διηγημάτων μακριά από την ξέρα μιας χλιαρής λογοτεχνίζουσας ακαδημαϊκής συλλογής κειμένων.  

Τα διηγήματα της Γκάινσα διαθέτουν την ίδια αφηγηματική δομή, γεγονός που εντείνει την αίσθηση σύνδεσης ανάμεσα στα διηγήματα. Σε κάθε ένα από αυτά υπάρχουν δύο κανάλια αφήγησης, τα οποία διασταυρώνονται μέσα στο διήγημα. Στο ένα κανάλι εκπέμπεται η ιστορία της αφηγήτριας, ιστορία η οποία αποτελεί τη σύνδεση με τον ζωγράφο, ιστορία η οποία προσφέρει την αφορμή για το πέρασμα στο έτερο κανάλι αφήγησης, εκείνο της ιστορίας του ζωγράφου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε συνδυασμό με την ακρίβεια των βιογραφικών στοιχείων των καλλιτεχνών εντείνει την αίσθηση στον αναγνώστη πως τα κείμενα είναι αυτοβιογραφικά, πως αφηγήτρια είναι η ίδια η Γκάινσα δηλαδή. Αν και σε αρκετά από τα διηγήματα η σύνδεση αυτών των δύο καναλιών αφήγησης δείχνει χαλαρή και μοιάζει περισσότερο με μία τεχνική πρόφαση, το εύρημα είναι λειτουργικό και δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον για την Γκάινσα, μέσα στο οποίο κινείται άνετα ανάμεσα στην ημερολογιακού χαρακτήρα αφήγηση της ζωής της αφηγήτριας και στην ακαδημαϊκή γραφή.

Από πολλές απόψεις ενδιαφέρον μυθιστόρημα -για μένα και μετά την ανάγνωση Το οπτικό νεύρο είναι μυθιστόρημα. Στα συν της έκδοσης ο όμορφος και χρηστικός σελιδοδείκτης.   

Μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου
Εκδόσεις opera


Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Στον ύπνο μου είδα ότι ένας άντρας κέρδισε το λαχείο




Ξύπνησε κάθιδρος από τον ίδιο εφιάλτη· κέρδισε το λαχείο αλλά δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί. Ξυπνήσαμε σχεδόν ταυτόχρονα, πρώτα εκείνος από τον εφιάλτη, ύστερα εγώ από το ξυπνητήρι. Όνειρο μέσα σε όνειρο. Το σημείωσα βιαστικά, μαζί και την ημερομηνία, στο σημειωματάριο, που είναι μόνιμα χωμένο στο κομοδίνο, ανάμεσα σε τόσα άσχετα μεταξύ τους πράγματα -αλήθεια πόσα πράγματα μπορεί να χωράνε σε ένα τόσο μικρό έπιπλο; Είναι κάτι, το να σημειώνω τα όνειρά μου, που ξεκίνησα να το κάνω όταν άκουσα κάποιο βράδυ, πάει καιρός, έναν γνωστό ψυχαναλυτή -εγώ πάντως δεν τον γνώριζα- να υμνεί τη σημασία μιας τέτοιας ιεροτελεστίας. Ιεροτελεστία, αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε. Τα περισσότερα πρωινά δεν σημειώνω τίποτα. Πέρασμα από το μπάνιο. Πέρασμα από την κουζίνα. Με την κούπα του καφέ στο χέρι βολεύτηκα στον καναπέ. Σκέπασα τα πόδια μου με το ριχτάρι και άνοιξα το βιβλίο του Μορίς Μπλανσό. Ήταν μία σκέψη που μου ήρθε ξαφνικά ένα βράδυ, από το πουθενά. Είχα μία φράση να με βασανίζει, έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο, μία φράση απλή που όμως με βασάνιζε, κάνε κάτι μαζί μου, έμοιαζε να απαιτεί. Έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο, λοιπόν. Η φράση έπαιζε σε λούπα στο μυαλό μου, μια φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει χωρίς να αποκαλύπτει άλλο από τον εαυτό της στο σκοτάδι. Δοκίμασα να τη σημειώσω. Στον υπολογιστή. Στο ημερολόγιο. Στην απόδειξη του σούπερ μάρκετ. Στη χαρτοπετσέτα του καφέ που σύχναζα. Τίποτα δεν ακολούθησε. Έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο. Αναζήτησα μετά το κατάλληλο ερώτημα. Κατέληξα: γιατί αποφάσισε κάτι τέτοιο; Κατέγραψα τις πιθανές απαντήσεις: για να αποστασιοποιηθεί/για να κρυφτεί/για να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Τίποτα δεν ακολούθησε. Τότε μου ήρθε η ιδέα να διαβάσω ξανά Μορίς Μπλανσό. Τα πρωινά, πριν τη δουλειά, λίγες σελίδες από το Ο χώρος της λογοτεχνίας. Η ιδέα ήταν συμπαγής, αυστηρή και σωτήρια -κυρίως αυτό, σωτήρια, άλλωστε όταν σου πετάνε ένα σωσίβιο καλό είναι να το πιάνεις σφιχτά στα χέρια σου, αν όλα πάνε καλά και βρεθείς στην ακτή θα έχεις τον χρόνο για ερωτήσεις.

Δεν σκέφτηκα το όνειρο παρά μόνο αργότερα, στη δουλειά, λίγο μετά το υποχρεωτικό διάλειμμα για φαγητό, διάλειμμα στο οποίο εγώ συνήθως πίνω τον τρίτο καφέ της ημέρας. Αυτό δεν είναι καλό για το στομάχι, όμως έχω κόψει εδώ και δύο μήνες το τσιγάρο και γυμνάζομαι συστηματικά. Δεν είναι ότι δεν προσπαθώ. Άνοιξα το εταιρικό πρόγραμμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Το ιδανικό καμουφλάζ για ονειροπόλους εργαζόμενους, σκέφτηκα και γέλασα μόνη μου ρίχνοντας ταυτόχρονα μία αναγνωριστική ματιά στα γύρω γραφεία. Είναι τρομακτικό -τώρα μου κάνει εντύπωση η χρήση αυτού και όχι κάποιου άλλου επιθέτου όπως ενδιαφέρον ή παράξενο- πως στα όνειρα γνωρίζουμε περισσότερα απ' όσα αποκαλύπτει η δράση, για παράδειγμα: ο εφιάλτης, η επανάληψη και το περιεχόμενό του ή τα αίτια της εφίδρωσης. Εγώ απλώς είδα έναν άντρα να ξυπνάει κάθιδρος. Έναν άντρα που δεν γνώριζα, που δεν μου θύμιζε κάποιον, γύρω στα εξήντα, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο πρόσωπο -ίσως κάπως μεγάλη μύτη, τώρα που το σκέφτομαι ξανά-, με γαλάζια πιτζάμα/ζακέτα και άσπρο φανελάκι από μέσα, που κοιμόταν στο πλάι, στραμμένος προς το εσωτερικό του διπλού κρεβατιού. Δεν τον γνωρίζω αλλά ξέρω πως ο άντρας αυτός που ονειρεύτηκα δεν έχει κανέναν. Το τηλέφωνο χτύπησε. Μπορείς να έρθεις μία στιγμή στο γραφείο μου;, ο διευθυντής. Έρχομαι αμέσως, εγώ. Έκλεισα το τηλέφωνο και αποθήκευσα το μήνυμα στα πρόχειρα.

Στο σπίτι άνοιξα το μέηλ. Να που έχει και τα καλά του το να έχεις πρόσβαση στη δουλειά από το σπίτι, σκέφτηκα. Είναι κάτι το οποίο συμβαίνει εδώ και κάποιους μήνες, μας ανακοινώθηκε, δεν αντιδράσαμε και έτσι αυτό που ξεκίνησε ως μία στο τόσο, αν συμβεί κάτι έκτακτο, έγινε ρουτίνα και καθημερινότητα. Αντέγραψα την περιγραφή του ονείρου. Αντέγραψα τις σημειώσεις μου. Υπογράμμισα τη φράση Δεν τον γνωρίζω αλλά ξέρω πως ο άντρας αυτός που ονειρεύτηκα δεν έχει κανέναν. Ούτε για να μοιραστεί τα κέρδη του λαχείου, σκέφτηκα, πόσο θλιβερή πρέπει να είναι μια τέτοια επίγνωση. Ίσως όμως αυτή η μοναξιά να μην ήταν της πραγματικότητας αλλά του εφιάλτη, και δίπλα του να κοιμόταν η γυναίκα του (παντρεμένοι εδώ και τριάντα χρόνια, αν και ήταν μαζί από φοιτητές στο πανεπιστήμιο, εκείνη φοιτήτρια στην πόλη της, εκείνος βρέθηκε εκεί για σπουδές/ κανόνισε, του είχε πει η μητέρα του λίγο πριν μπει στο λεωφορείο, να σε ξεμυαλίσει καμία και να μην πάρεις το πτυχίο σου, να πάνε χαμένες οι θυσίες που κάναμε όλα αυτά τα χρόνια/ εκείνος πήρε το πτυχίο του, στα τέσσερα χρόνια ως όφειλε/ στην αποφοίτηση είχαν έρθει και οι γονείς του, ο πατέρας του συγκινήθηκε -πρώτη φορά τον έβλεπε να δακρύζει-, η μητέρα του είχε ραφτεί και είχε πάει κομμωτήριο/ μόλις η τελετή τελείωσε τον φίλησαν, πρώτα εκείνη και μετά εκείνος, και του έδωσαν μία τεράστια ανθοδέσμη, η οποία επέτεινε την αμηχανία που ήδη του προκαλούσε το κουστούμι, κυρίως το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι/ από τις παρελάσεις είχε να νιώσει τέτοια ασφυξία/ θα ακολουθούσε ακόμα μία, τρία χρόνια μετά, στον γάμο τους, αν και τότε πάτησε πόδι και δεν φόρεσε γραβάτα, τι και αν, παρά την υποστήριξη της γυναίκας του, δεν γλίτωσε τις θανατηφόρες ματιές της πεθεράς αλλά και της μάνας του, δεν τον ένοιαζε/ τον χάσαμε τον γιο μας, θα έλεγε μετά το γλέντι στο αυτοκίνητο η μητέρα στον μεθυσμένο άντρα της)

Κοίταξα την ώρα. Δέκα και μισή. Ήταν μία καλή εξήγηση για την κούραση που ξαφνικά ένιωθα. Άφησα τις σημειώσεις στην άκρη. Πέρασμα από την κουζίνα. Πέρασμα από το μπάνιο. Ξάπλωσα. Έσβησα το φως. Δεν είχα διάθεση για διάβασμα. Άργησα να κοιμηθώ.
Έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο
Το πρωί μία δυσφορία, όχι εκείνη η συνηθισμένη που προκαλεί ο ήχος του ξυπνητηριού -ήχος σκόπιμα ενοχλητικός για χάρη της επιτελεστικότητας-, μία δυσφορία θολή, αρχικά θολή, στη συνέχεια διαυγέστερη, σαν κάτι να περίμενε και αυτό να μην εμφανίστηκε. Πηγαίνοντας προς τον καναπέ, με την κούπα του καφέ στο χέρι, διέκρινε ή νόμισε πως διέκρινε την πηγή της δυσφορίας. Η μη επανάληψη του ονείρου. Κάπου βαθιά μέσα της, εν αγνοία της, είχε γεννηθεί αυτή η προσδοκία επιστροφής. Ξάπλωσε στον καναπέ και σκεπάστηκε με το ριχτάρι, άνοιξε το βιβλίο του Μορίς Μπλανσό/ κεφάλαιο V/ η έμπνευση.

Στις οκτώ ακριβώς έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ασανσέρ. Περπάτημα μέχρι το μετρό. Κυλιόμενες. Αποβάθρα/ σήραγγα/ αποβάθρα/ σήραγγα/ αποβάθρα/ σήραγγα/ αποβάθρα. Κυλιόμενες. Περπάτημα μέχρι το νούμερο δέκα επτά. Ασανσέρ. Καλημέρα.

Μετά τη δουλειά συνάντησε την Α. Μία φορά την εβδομάδα, την ίδια πάντα μέρα, βρίσκονται μετά τη δουλειά. Δεν ήταν οι καλύτερες φίλες από πάντα, με τα χρόνια έγιναν -πίσω από την επιλογή καλά κρυμμένη στέκει η ανάγκη. Πια δεν συζητούν για τη δουλειά, εκτός απροόπτου. Κάποτε η Α. είχε κεράσει, πήρα αύξηση, είχε πει. Χρόνια πριν. Ύστερα συζητούσαν για περικοπές προσωπικού. Ύστερα ούτε γι' αυτό. Σήμερα ήθελε να της μιλήσει για το όνειρο. Είδα ένα όνειρο προχτές, είπε. Και της διηγήθηκε το όνειρο. Στα γρήγορα της είπε και όσα σκέφτηκε μετά. Για τον Μορίς Μπλανσό κουβέντα. Η Α. γέλασε, τι έγινε, ξύπνησε μέσα σου ο φόβος τής μοναξιάς; Δεν ξέρω, μπορεί, αλλά. Έλα, ρε καημένη. Ύστερα η Α. -σε παραλήρημα-: λεφτά/ ταξίδια/ ψώνια/ παραίτηση· με μάτια να λάμπουν.

Δεν ήξερε τι περίμενε να ακούσει από την Α., πάντως όχι κάτι τέτοιο, σίγουρα όχι κάτι τέτοιο, τώρα που το ξανασκέφτεται ενώ περπατάει προς το σπίτι -απόφαση γενναία αν κρίνει κανείς με βάση την απόσταση-, ρίχνοντας κάποιες ματιές στις βιτρίνες, χωρίς πραγματικά να κοιτάζει, αν και αυτή η ώρα είναι η αγαπημένη της για βόλτα στην πόλη, η ώρα που τα μαγαζιά κλείνουν -τα μισοκατεβασμένα ρολά, η βιασύνη των υπαλλήλων, οι πελάτες της τελευταίας στιγμής, η αναδιάρθρωση των εκθεμάτων, τα συνεργεία καθαριότητας του δήμου, η μαζική εγκατάλειψη της αγοράς-, τώρα όμως δεν παρατηρεί τίποτα από όλα αυτά, σκέφτεται την αντίδραση της Α., αντίδραση μάλλον αναμενόμενη, επικεντρωμένη στο εύκολο χρήμα, στο σωτήριο χρήμα, στα όνειρα που το χρήμα γεννά. Δύο είναι οι βασικές εκδοχές με τις οποίες κάποιος αντιδρά όταν μοιράζεσαι μαζί του κάτι που σε απασχολεί, έτσι πιστεύει. Η περίπτωση της Α. ανήκει σαφέστατα στην πρώτη κατηγορία τού “μην κάνεις έτσι, δεν είναι τόσο σημαντικό”, και συνεχίζει κατά αυτόν τον τρόπο καταλήγοντας, αναπόφευκτα μάλλον, στη χρήση κλισέ συμβουλών. Στη δεύτερη κατηγορία, κατηγορία που ολοένα, θαρρείς, μεγαλώνει, ανήκουν εκείνοι που σε ό,τι και αν μοιραστείς μαζί τους έχουν πάντα, μα πάντα, μία απείρως χειρότερη -στα δικά τους μάτια- προσωπική εμπειρία, μια διάθεση ευθέως ανταγωνιστική, που μεταθέτει άμεσα το υποκείμενο της συζήτησης. Γενικά υπάρχει η υποχρέωση της γνώμης και μάλλον εκεί, σκέφτεται εκείνη μπαίνοντας επιτέλους σπίτι, βρίσκεται το λάθος, στην απουσία της σιωπής ως επιλογή αντίδρασης, στη λάθος πρόσληψη της έννοιας του διαλόγου. Το διαμέρισμα είναι κρύο.

Από εκείνο το βράδυ θα περάσουν μήνες. Η ηρωίδα μας θα ξεχάσει το όνειρο. Η φράση θα ξεθωριάσει. Τις σημειώσεις εκείνες θα ακολουθήσουν άλλες. Ο χώρος της λογοτεχνίας θα μείνει στο τραπεζάκι του σαλονιού· μια ή δυο φορές, ξεσκονίζοντας, θα τον πάρει στα χέρια της. Και αυτό είναι όλο.