Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ένας ζωγράφος του καιρού μας - John Berger





Όλα ξεκίνησαν όταν μία φίλη μού πρότεινε το μυθιστόρημα Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Ήταν λίγο μετά τον θάνατο του συγγραφέα και ιστορικού τέχνης Τζον Μπέργκερ, τον οποίο εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή πρακτικά αγνοούσα, αν και το όνομά του μου ήταν γνωστό. Διάβασα το μυθιστόρημα και ενθουσιάστηκα -περισσότερα επ' αυτού μπορείτε να διαβάσετε εδώ-, έτσι άρχισα να αναζητώ και άλλα βιβλία δικά του, τόσο μυθοπλασίας όσο και δοκίμια. Ακόμα ένα νήμα είχε ξεδιπλωθεί εμπρός μου, γεγονός που με έκανε να νιώθω τρομερά χαρούμενος. Στο παζάρι της Πλατείας Κοτζιά έπεσα πάνω στο Ένας ζωγράφος του καιρού μας.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι το πρώτο που έγραψε ο Μπέργκερ (1958). Χρησιμοποιώντας το εύρημα της ανακάλυψης του ημερολογίου του ζωγράφου Γιάνος Λάβιν, Ούγγρου κομμουνιστή που έφτασε στο Λονδίνο το 1938, ο Μπέργκερ στήνει το πορτραίτο ενός ζωγράφου του καιρού εκείνου, συνδυάζοντας εκτός των καλλιτεχνικών ανησυχιών και τις σκέψεις ενός κυνηγημένου ανθρώπου, μακριά από την πατρίδα του, η οποία τελεί πλέον υπό κομμουνιστικό καθεστώς, τα συναισθήματά του, τις ελπίδες και τους φόβους του.
Σ' αυτό το σημειωματάριο δεν θα κάνω κανένα σχέδιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κράτησα ημερολόγιο. Στο Βερολίνο κρατούσα σημειώσεις και αποσπάσματα από λόγους άλλων, για να τα χρησιμοποιήσω αργότερα σε διαλέξεις, συζητήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αλλά σ' αυτό θα κρατώ μόνο τις δικές μου σκέψεις. Είμαι πλέον πολιτικό παρελθόν· δεν πρέπει να καταγράφω τις καταστάσεις σαν εξωτερικά φαινόμενα, ούτε και είναι αυτός ο λόγος που θα κρατώ σημειώσεις. Θέλω να ξαναδώ τον εαυτό μου. Κατά το παρελθόν αναγνώριζα τον εαυτό μου μέσα από τα γεγονότα στα οποία συμμετείχα. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια σ' αυτή την απομονωμένη και τυχερή χώρα η ζωή μου δεν έχει σκαμπανεβάσματα. Υπηρετώ την τέχνη μου. Η ζωγραφική όμως δεν αποτελεί γεγονός παρά μόνο όταν τη βλέπουν οι άλλοι.

Ο συγγραφέας εμπλέκει τον εαυτό του στην ιστορία λόγω της -επινοημένης- στενής φιλικής σχέσης του με τον Λάβιν, γεγονός που του επιτρέπει να ενσωματώσει στο ημερολόγιο επεξηγηματικά σχόλια, να αναφερθεί αναλυτικότερα σε καταστάσεις τις οποίες ο ζωγράφος αναφέρει επιγραμματικά και στις οποίες εκείνος, ο Μπέργκερ, ήταν παρών, ή ακόμα και να εκφράσει την έκπληξή του για το πόσο διαφορετικά έμοιαζε να βιώνει ο φίλος του διάφορες καταστάσεις σε σχέση με το πώς τις κατέγραψε αργότερα.

Το στοιχείο εκείνο που κάνει το μυθιστόρημα αυτό τόσο υπέροχο είναι το νεύρο του Λάβιν στην καταγραφή των ημερολογιακών καταχωρήσεων, χωρίς το οποίο το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν άψυχο, καθώς ούτε οι σκέψεις περί τέχνης από μόνες τους ούτε τίποτε άλλο δεν θα ήταν αρκετό για να το μετατρέψει σε ένα βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα. Σε κάποια σημεία η αίσθηση της ανάγνωσης είναι τόσο συγκλονιστική που μου θύμισε την αξέχαστη εμπειρία της ανάγνωσης του Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μυθιστόρημα -και- πολιτικό, με το διαρκές ερώτημα, τι είναι δυνατόν να προσφέρει η τέχνη στην ανθρωπότητα, να βασανίζει τον Λάβιν, που νιώθει προνομιούχος ζώντας σε ένα μέρος όπως το μεταπολεμικό Λονδίνο, ενώ οι περισσότεροι από τους συντρόφους του επέστρεψαν στην Ουγγαρία, επιχειρώντας να υλοποιήσουν το όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία, παίρνοντας ρίσκα ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή, την ώρα που εκείνος, αν και με διάφορες οικονομικές δυσκολίες, έχει να αναμετρηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ανάγκη του να ζωγραφίζει διαρκώς, την απογοήτευση και την ικανοποίηση που προσφέρει η τέχνη.

Πραγματικά σπουδαίο βιβλίο, αναζητήστε το!    

Μετάφραση Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Το μεγαλείο της ζωής - Michael Kumpfmüller





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ με κάποια επιφύλαξη είναι η αλήθεια. Θα ήταν άραγε δυνατόν να αποδώσει κάποιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φραντς Κάφκα, να ενσωματώσει αποσπάσματα από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία του, να συμπληρώσει τα κενά, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Και όλο αυτό να μη θυμίζει μία άψυχη βιογραφία, αλλά να αποπνέει κάτι το συγκλονιστικό, γιατί φαντάζομαι πως δεν θα είναι λίγοι οι συγγραφείς εκείνοι που, γοητευμένοι από τη ζωή και το έργο του Κάφκα ή παρακινημένοι από μία σίγουρη εκδοτική επιτυχία, δεν θα φλέρταραν κάποια στιγμή με την ιδέα να ασχοληθούν με τον καταραμένο συγγραφέα.

Η όποια επιφύλαξη παραμέρισε σύντομα, ο συνδυασμός της ικανότητας -αλλά και της έρευνας και της αγάπης- του Κουμπφμέλλερ από τη μία και της αύρας του Κάφκα ως -μυθιστορηματικού- ήρωα από την άλλη συνετέλεσαν σε ένα αποτέλεσμα σαγηνευτικό παρά τη θλίψη της ιστορίας αλλά κυρίως της εκ των προτέρων επίγνωσης του τέλους. Είναι από τα παραδείγματα εκείνα που αποδεικνύουν πως συχνά δεν έχει σημασία αν η ιστορία είναι γνωστή και ειπωμένη, αλλά είναι ο τρόπος να διηγηθεί κανείς μία ιστορία εκείνος που αληθινά μετράει.
Καλούν ταξί, εκείνη ετοιμάζει τις βαλίτσες, ο Φραντς γράφει στους γονείς. Βρέχει και φυσάει, η διαδρομή είναι ένας εφιάλτης. Για κάποιο λόγο ανεξήγητο δεν υπάρχει κλειστό αυτοκίνητο κι έτσι κάνουν όλο το δρόμο χωρίς καμιά προστασία από τις καιρικές συνθήκες, η Ντόρα στέκεται όρθια μπροστά του και τον σκεπάζει με το παλτό της, σαν υπνωτισμένη, μη μπορώντας να το πιστέψει. Στην κλινική τον παίρνουν αμέσως και περνάει μια αιωνιότητα προτού της επιτρέψουν να μπει στο δωμάτιό του -που μοιάζει μάλλον κελί.

Μία από τις πλέον συγκινητικές ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορία πραγματική, της ζωής και όχι της μυθοπλασίας, η Ντόρα να στέκεται όρθια μπροστά από τον άρρωστο Φραντς για να του κάνει απάγκιο, στο ανοιχτό αυτοκίνητο που τους μεταφέρει σε ένα ακόμα δωμάτιο κλινικής.


Το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ διαθέτει αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία πέρα από την αλήθεια που φέρει· οι μακροπερίοδες προτάσεις, με τον πλάγιο λόγο και τις ενσωματωμένες σκέψεις· ο τρόπος με τον οποία προωθεί την πλοκή, ενώ ταυτόχρονα μας καταβυθίζει στον συναισθηματικό κόσμο του Κάφκα αλλά και της Ντόρας· η ικανότητά του να μην δειχθεί αλλά ταυτόχρονα να μη λυγίσει υπό το καφκικό βάρος· η γλώσσα.

Δεν θα ήταν αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως και μόνο η παρουσία του Κάφκα θα ήταν αρκετή. Υπάρχουν αρκετά αντιπαραδείγματα συγγραφέων που πάτησαν πάνω στη ζωή και το έργο σπουδαίων δημιουργών και όμως δεν κατάφεραν τίποτα παραπάνω από ένα βιαστικό και ανώριμο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα. Θα ήταν όμως αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως η παρουσία του Κάφκα έδωσε κάτι παραπάνω στην αναγνωστική απόλαυση -όσο και αν το ουσιαστικό απόλαυση μοιάζει παράδοξο στην ανάγνωση μιας ιστορίας όπως αυτής. Το μεγαλείο της ζωής είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό.  
   
Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Τα πλούτη μας - Kaouther Adimi




Πρώτα, μια βαθιά σιωπή απλώθηκε στην οδό Χαμανί, πρώην Σαρράς. Τέτοια γαλήνη είναι σπάνια σε μια πόλη σαν το Αλγέρι, πάντα με κίνηση και θόρυβο, που δεν σταματά να πάλλεται, να παραπονιέται, να βογκάει. Ύστερα κάποιοι άντρες κατέβασαν τα ρολά στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη και η σιωπή έσπασε. Ω, έχει πάψει να είναι βιβλιοπωλείο από τη δεκαετία του 1990 και από τότε που το Κράτος το πήρε από την κυρία Σαρλό, τη νύφη του παλιού ιδιοκτήτη. Είναι ένα απλό παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου. Ένα μέρος χωρίς όνομα, μπροστά στο οποίο σπάνια στέκονται οι διαβάτες. Αλλά συνεχίζουμε να το λέμε το βιβλιοπωλείο Τα Αληθινά Πλούτη, όπου συνεχίσαμε για χρόνια να λέμε οδός Σαρράς αντί οδός Χαμανί. Είμαστε οι κάτοικοι τούτης της πόλης και η μνήμη μας είναι το άθροισμα των ιστοριών μας.

Κάποτε στο Αλγέρι υπήρχε ένα βιβλιοπωλείο, Τα Αληθινά Πλούτη, στην οδό Σαρράς, πλέον οδός Χαμανί. Η, γεννημένη το 1986, Αλγερινή συγγραφέας Αντιμί περπατώντας μια μέρα στους δρόμους του Αλγερίου θα πέσει πάνω σε ένα μικρό κατάστημα, πλέον παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου, στην πρόσοψή του υπάρχει ακόμα το έμβλημα που χάραξε ο εκδότης Εντμόντ Σαρλό: Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο. Η συγγραφέας θα γοητευτεί από την ιστορία του βιβλιοπωλείου και θα αποφασίσει να γράψει το παρόν μυθιστόρημα. Μελετώντας και επινοώντας, στηριζόμενη στην εικασία πως ένα τέτοιο μέρος σήμερα θα έκλεινε για να δώσει τη θέση του σε ένα κατάστημα με λουκουμάδες, θα επιχειρήσει να διηγηθεί την ιστορία του βιβλιοπωλείου, του εκδότη του, της εποχής και τελικά του Αλγερίου.

Ο Σαρλό υπήρξε ο πρώτος εκδότης αρκετών γνωστών συγγραφέων, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζει ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος πέρασε ώρες στο πατάρι του βιβλιοπωλείου διορθώνοντας και γράφοντας, πριν περάσει στη Γαλλία και από εκεί στο πάνθεον της λογοτεχνίας και της διανόησης. Ανάμεσα στα επινοημένα αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Σαρλό και την ιστορία του νεαρού μηχανικού που θα αναλάβει ως μέρος της πρακτικής του άσκησης να έρθει από το Παρίσι για να αδειάσει το βιβλιοπωλείο και να κάνει τις απαραίτητες εργασίες μετατροπής του σε κατάστημα με λουκουμάδες η Αντιμί θα επιτύχει την αναβίωση μιας ολόκληρης εποχής, με ελάχιστα διαστήματα γαλήνης, μιας εποχής όμως που έφερε μια ελπίδα για το μέλλον και μια πίστη για τα βιβλία.

Ο ντοκουμενταρίστικος χαρακτήρας της πλοκής, στηριγμένος εν πολλοίς σε επινοημένα περιστατικά, αν και στον πυρήνα του εμπνευσμένος από την πραγματική ιστορία του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη, δίνει αυτό το κάτι παραπάνω στο μυθιστόρημα της Αντιμί, ένα μυθιστόρημα νοσταλγικό αλλά όχι μελό, μία ιστορία γλυκιά παρότι πικρή. Ο τρόπος με τον οποίο η νεαρή συγγραφέας διαχειρίστηκε την έμπνευσή της είναι άξιος αναφοράς, επιτυγχάνοντας να παραμερίσει την προσωπική της συναισθηματική εμπλοκή στην ιστορία, επιμένοντας αρκετά στη δομή, στον σχεδιασμό και στην αληθοφάνεια των γεγονότων, καταφέρνοντας έτσι να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα, το οποίο, χωρίς να διεκδικεί δάφνες αριστουργήματος, θα γοητεύσει τους αναγνώστες, ιδιαίτερα εκείνους για τους οποίους τα βιβλία και η ανάγνωση αποτελούν τρόπο ζωής.

Μετάφραση Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις

  

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Όταν δεν το περιμένεις - Bodo Kirchhoff




Κι αυτή την ιστορία, που ακόμα τόσο τον πονάει, του σκίζει κατά πώς λένε την καρδιά, πώς θα ξεκινούσε να την αφηγείται; Ίσως να ξεκινούσε με τα βήματα μπροστά στην πόρτα του, όταν είχε αναρωτηθεί αν άκουγε στ' αλήθεια βήματα ή ήταν πάλι η αντήχηση της δικής του εσωτερικής ανησυχίας, της ανησυχίας που ένιωθε από τότε που είχε σταματήσει να βάζει σε τάξη το χάος άλλων ανθρώπων, έτσι ώστε από αυτό το χάος να γεννηθεί ένα βιβλίο. Επομένως: Ήταν στ' αλήθεια βήματα αυτά που άκουγε, περασμένες εννιά το βράδυ, την ώρα που άρχιζαν να σβήνουν τα φώτα στην κοιλάδα, ή μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ίδιο;

Μέχρι πρότινος ο Ράιτερ είχε έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Τον πούλησε, εγκατέλειψε τη μεγάλη πόλη και αποσύρθηκε σε ένα μικρό χωριό στους πρόποδες των Άλπεων. Μια ζωή ανάμεσα σε βιβλία, χειρόγραφα, διορθώσεις και επιμέλειες ανήκει πια στο παρελθόν. Μια ζωή συναισθηματικά μοναχική. Αν και κάποτε υπήρξε ερωτευμένος, πολύ ερωτευμένος, η κοπέλα έμεινε έγκυος, σε ένα ταξίδι στην Ιταλία αποφάσισαν από κοινού πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη όμως δεν άντεξε, έτρεξε προς τον σταθμό των τρένων, εκείνος δεν έτρεξε πίσω της, δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Όσες ιστορίες και αν διάβασε αυτά τα χρόνια, όσες ιστορίες και αν έζησε αυτά τα χρόνια, καμία δεν μπόρεσε να πάρει τη θέση εκείνης της ιστορίας. Πώς θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει να αφηγείται μία ιστορία όπως αυτή; Μία άλλη ιστορία, πραγματική ή φανταστική, θα γίνει το όχημα, το κινητό κρησφύγετο.

Όταν έχεις να διηγηθείς τη δική σου ιστορία, γίνεσαι πιο ανεκτικός στις γλωσσικές υπερβολές, συγχωρείς στον εαυτό σου φράσεις κλισέ, λογοτεχνικά ανάξιες, που ως εκδότης θα έσπευδες να διαγράψεις από το χειρόγραφο ή που θα σε έκαναν να απορρίψεις το χειρόγραφο συνολικά. Τώρα όμως, σκέφτεσαι, πρόκειται για πραγματική ζωή, και ας προσπαθείς να την καμουφλάρεις πίσω από ένα νέο ταξίδι στην Ιταλία, πίσω από τα βήματα μιας άλλης γυναίκας, πίσω από αποφάσεις πιο παράτολμες που τότε δεν μπόρεσες να πάρεις, και το μετάνιωσες καθώς βρέθηκες να παίζεις μία ζωή με αν και ίσως.

Το Όταν δεν το περιμένεις του Γερμανού συγγραφέα Κίρχοφ είναι ένα φαινομενικά απλό μυθιστόρημα, μία ερωτική ιστορία που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχει πολλάκις ειπωθεί, αλλά ο τρόπος, και εκεί έγκειται η μαστοριά του συγγραφέα και τελικά η αξία του μυθιστορήματος αυτού, με τον οποίο την αφηγείται εγκλωβίζει αργά και χαμηλότονα τον αναγνώστη. Το εύρημα του αφηγητή-εκδότη, που αδυνατεί να πετάξει από πάνω του τον ρόλο του επιμελητή της ίδιας του της ιστορίας, λειτουργεί θαυμάσια, καθώς δημιουργεί ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης, εκείνο του σχολιασμού, που θέτει διαρκώς εν αμφιβόλω την τελική μορφή της ιστορίας, μετατρέποντάς την σε μια εν εξελίξει διαδικασία συγγραφής, εκεί που τα όρια του στοχασμού του αφηγητή πάνω στην ίδια του την ιστορία έρχονται να πλεχτούν με την ιστορία όχημα, σε μία διαρκή αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα: πώς θα ξεκινούσε να αφηγείται την ιστορία εκείνη, που ακόμα τόσο τον πονάει;

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Αιώρα


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Η μοναδική ιστορία - Julian Barns





Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μόνο μία ιστορία να αφηγηθούμε. Δεν θέλω να πω ότι μας συμβαίνει ένα μονάχα πράγμα όσο ζούμε: στο διάβα της ζωής μας συντελούνται αναρίθμητα γεγονότα τα οποία μετατρέπουμε σε αναρίθμητες ιστορίες. Όμως ένα μονάχα έχει σημασία, ένα μονάχα αξίζει πραγματικά να αφηγηθούμε. Και να ποιο είναι το δικό μου.

Ο Πολ, στα δεκαεννέα του χρόνια, επιστρέφει στο πατρικό του για τις καλοκαιρινές διακοπές από το πανεπιστήμιο. Μαθημένος ήδη στην ανεξαρτησία της φοιτητικής ζωής, θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στο ίδιο περιβάλλον με τους γονείς του, ώσπου η απόφασή του να γραφτεί στον τοπικό όμιλο αντισφαίρισης θα του αλλάξει τη ζωή. Εκεί θα γνωρίσει τη Σούζαν Μακλάουντ, υπολογίζει πως είναι λίγο πάνω από τα σαράντα, παντρεμένη με δύο κόρες στην ηλικία του Πολ. Η ερωτική έλξη θα είναι αμοιβαία. Και εκείνο που θα ξεκινήσει ως μια περιπέτεια θα εξελιχθεί μέσα στα χρόνια σε μια μοναδική ιστορία.

Το συνηθέστερο ίσως μοτίβο των ιστοριών του Μπαρνς, η πάλη των ηρώων με την κοινωνία και η αναπόφευκτη συντριβή τους, επανέρχεται σ' αυτό το μυθιστόρημα. Ο Μπαρνς επιτυγχάνει σε κάτι που γνωρίζει καλά, και ας υπάρχουν στην πλούσια εργογραφία του αρκετά αδύναμα, για τις δυνατότητές του πάντα, βιβλία. Η αφήγηση, και ειδικά σε πρώτο πρόσωπο, εν είδει εξομολόγησης πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει κάτι το πυρετικό, ώστε να δικαιολογείται και ταυτόχρονα να μπορεί να συμπαρασύρει στο δράμα της τον αναγνώστη, και η αφήγηση του Πολ διαθέτει αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό. Όμως δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό, αποφεύγοντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, τόσο την ηρωοποίηση, όσο και τη θυματοποίηση του εαυτού του, προσφέροντας στη Σούζαν τον χώρο της ιστορίας που της αναλογεί.

Κάποια στιγμή η αφήγηση γυρίζει σε τρίτο πρόσωπο, ο Πολ μετατρέπεται σε θύμα της μάχης με τον χρόνο και τη μνήμη, οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα χάνουν την έντασή τους, αδυνατεί να θυμηθεί πώς ήταν να κάνει έρωτα με τη Σούζαν, τι σχήμα είχαν τα στήθη της, τα μυστικά λόγια που μοιράζονται μεταξύ τους οι εραστές. Με αυτό το απλό φαινομενικά εύρημα ο Μπαρνς κατορθώνει να εξισορροπήσει την αφήγηση, να προσδώσει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία του, να εγκλωβίσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη οδεύοντας προς το τέλος, να πάρει ο παντογνώστης αφηγητής τον λόγο τη στιγμή που ο χρόνος δημιουργεί απόσταση, αναπόφευκτα κενά, ξεθώριασμα εικόνων και εξασθένιση συναισθημάτων.

Η μοναδική ιστορία είναι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του Βρετανού συγγραφέα, αν και η προσωπική μου αναγνωστική απόλαυση δεν γνώρισε τα ύψη εκείνης του Ένα κάποιο τέλος. Άλλωστε, όσο και αν αναγνωρίζουμε και αγαπάμε έναν συγγραφέα, πάντα θα υπάρχει ένα έργο του που θα αγαπάμε περισσότερο, για τους δικούς μας προσωπικούς και συχνά αδιευκρίνιστους λόγους.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Περί φυσικής της μελαγχολίας - Georgi Gospodinov




Γράφω σε πρώτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως ζω ακόμα. Γράφω σε τρίτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως δεν είμαι απλή προβολή του δικού μου εγώ, πως είμαι τρισδιάστατος και έχω σώμα. Μερικές φορές πετάω κάτω ένα ποτήρι και διαπιστώνω με ικανοποίηση πως πέφτει και σπάει. Αυτό σημαίνει πως υπάρχω και πως η ύπαρξή μου έχει συνέπειες.
Αν κανείς δεν με παρατηρεί, θα χρειαστεί να παρατηρήσω ο ίδιος τον εαυτό μου, για να μη μετατραπώ σε κβαντική σούπα.

Ήδη από την αναγγελία της επικείμενης έκδοσης του μυθιστορήματος αυτού, το ένστικτό μου σήμανε συναγερμό. Πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο, σπεύσε, έλεγε με επιμονή. Υπάκουσα σχεδόν τυφλά. Ταυτόχρονα σχεδόν με την κυκλοφορία του ξεκίνησα να το διαβάζω. Και -τουλάχιστον αυτή τη φορά- είχε δίκιο.

Ο Μινώταυρος, σώμα ανθρώπου με κεφάλι ταύρου, γνωστός και ως Αστερίων, ήταν η τιμωρία του Ποσειδώνα στον Μίνωα, που παράκουσε και δεν έσφαξε τον λευκό ταύρο, και ο Ποσειδώνας, στο σώμα του ταύρου, άφησε έγκυο την Πασιφάη. Ο Μίνωας ζήτησε από τον Δαίδαλο να κατασκευάσει έναν λαβύρινθο ώστε να κρύψει το νόθο τέρας. Ο Μινώταυρος, ο αθώος Μινώταυρος, θύμα των διαφορών θεών και ανθρώπων, έμεινε στην ιστορία ως ένα αιμοσταγές τέρας και ο δολοφόνος του, ο Θησέας, ως ήρωας, κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει για το φοβισμένο πλάσμα στα σκοτάδια του λαβύρινθου.

Ο αφηγητής, από πολύ μικρός, διέθετε την ικανότητα να μπαίνει στο σώμα του πρωταγωνιστή κάθε ιστορίας που άκουγε, και στη συνέχεια να τη βιώνει από την αρχή και να παρασύρεται σε διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα της πρωτότυπης. Κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, απόλεσε την ικανότητα αυτή.

Στους λαβύρινθους αυτούς μεγάλωσε ο αφηγητής, εκεί γνώρισε και συμπάθησε τον Μινώταυρο, χάθηκε και βρέθηκε να περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία, γνώρισε όμως και νέες γωνιές, και η απόπειρά του να διηγηθεί τη ζωή του, και μέσω αυτής τη ζωή πολλών ακόμα, δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθεί μία διαρκώς ανακοπτόμενη και επαναπροσδιοριζόμενη πορεία. Μία σύνθεση δεκάδων μικροιστοριών, το Περί φυσικής της μελαγχολίας του Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ μοιάζει να γράφτηκε αποσπασματικά, με μία διαδικασία που θυμίζει κατασκευή κολάζ, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα διαθέτει συνοχή και λογική στην κατασκευή του, αλλά διαθέτει και αίσθημα που απαιτεί την ανάγνωση για να κατανοηθεί, να βιωθεί και εν τέλει να αποθεωθεί από τον εκστασιασμένο αναγνώστη.

Δεν περίμενα πως κάποιος άλλος συγγραφέας θα μου δημιουργούσε συναισθήματα παρόμοια με εκείνα του σπουδαίου Ενρίκε Βίλα-Μάτας, και μάλιστα χωρίς να έχει, την πάντοτε γοητευτική, βιβλιοφιλική διάσταση. Και αυτό, για μένα, είναι ένα σπουδαίο προτέρημα.  

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος   




Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η συνείδηση του Ζήνωνα - Italo Svevo




Είμαι ο γιατρός για τον οποίο μιλάει αυτή η ιστορία, μερικές φορές με διόλου κολακευτικά λόγια. Όποιος καταλαβαίνει από ψυχανάλυση ξέρει πού να αποδώσει την αντιπάθεια που μου δείχνει ο ασθενής μου.
Ο Δόκτωρ Σ. αποφασίζει να δημοσιεύσει τις αναμνήσεις του Ζήνωνα, για να τον εκδικηθεί που εγκατέλειψε τη θεραπεία του. Δική του ιδέα ήταν να τις καταγράψει ως πρελούδιο για τη θεραπεία του, όμως ο Ζήνων τα παράτησε πριν ολοκληρωθεί η θεραπεία. Με κάποιον εμφανή δισταγμό στην αρχή, με μία άρνηση να υπακούσει στις εντολές του γιατρού του, η οποία όμως σύντομα υποχωρεί, ο Ζήνων διηγείται διάφορα περιστατικά της ζωής του.

Βιβλίο σταθμός στη λογοτεχνία, το οποίο παρέμενε για αρκετό καιρό εξαντλημένο, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις αντίποδες σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη, η οποία δυστυχώς δεν πρόλαβε να πιάσει το βιβλίο στα χέρια της. Η συνείδηση του Ζήνωνα εκδόθηκε το 1923, γεγονός που δεν θα είχε ίσως συμβεί αν ο Σβέβο, που απογοητευμένος από την υποδοχή των δύο πρώτων του βιβλίων είχε σταματήσει να γράφει, δεν έκανε μάθημα αγγλικών με τον Τζέημς Τζόυς. Ο Τζόυς διάβασε εκείνα τα δύο πρώτα βιβλία, και ενθουσιασμένος τον πίεσε να επιστρέψει στη συγγραφή, ενώ παράλληλα φρόντισε να προωθήσει το έργο του στο εξωτερικό. Και αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς γιατί το βιβλίο αυτό αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ο Σβέβο επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του Ζήνωνα, εντάσσοντας σε αυτή την ψυχανάλυση, είναι πρωτοποριακός, ενώ δημιούργησε και έναν ήρωα, που αποτέλεσε καλούπι για αρκετούς που ακολούθησαν (όπως για παράδειγμα ο Ιγνάτιος στον Συνασπισμό ηλιθίων του Τζον Κένεντυ Τουλ).

Βέβαια, λίγη σημασία θα είχε για το αναγνωστικό κοινό η σημασία του βιβλίου του Σβέβο, αν δεν συνοδευόταν από την απαραίτητη αναγνωστική απόλαυση. Και Η συνείδηση του Ζήνωνα είναι ένα πράγματι απολαυστικό βιβλίο, με σημεία που μένουν αξέχαστα στη μνήμη του αναγνώστη, όπως η προσπάθεια του ήρωα να κόψει το τσιγάρο ή να φανερώσει τον έρωτά του στην αδερφή εκείνης την οποία τελικά παντρεύτηκε.

Ο Ζήνων -ο αξέχαστος Ζήνων- προκαλεί πλήθος αντικρουόμενων συναισθημάτων, και μάλιστα ταυτόχρονα, ο αναγνώστης τον αντιπαθεί αλλά και τον λυπάται, γελάει μαζί του αλλά και εξοργίζεται, τον κατανοεί αλλά και όχι. Αποτελεί, μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ιστορίας, το όχημα που χρησιμοποιεί ο Σβέβο για να οδηγήσει τον αναγνώστη στην Τεργέστη της εποχής εκείνης, μιας κοινωνίας συντηρητικής, υποκριτικής και αφελούς, παρά τον φαινομενικά κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, σε ένα περιβάλλον πνιγηρό αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρον από κοινωνιολογική και ανθρωπολογική άποψη, σε μία αργά μεταβατική περίοδο εν μέσω σημαντικών ιστορικών και πολιτικών ανακατατάξεων.

Ο Σβέβο σαμποτάρει τη σοβαρότητα της ιστορίας του με ένα υπόγειο, διαρκώς παρόν και ενίοτε μαύρο χιούμορ -αυτός άλλωστε μοιάζει να είναι ο τρόπος του να φιλτράρει την πραγματικότητα- χωρίς να πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα ευθυμογράφημα, αλλά για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα -πριν την εμφάνιση του υπαρξισμού ως φιλοσοφικού κινήματος. Και αυτός ο συνδυασμός προσδίδει περαιτέρω βάρος στο μυθιστόρημα, καθώς ο αναγνώστης, παρά την όποια δυσαρέσκεια μπορεί να του προκαλεί, νιώθει μια περίεργη, και ίσως φαινομενικά ανεξήγητη, ταύτιση με τον Ζήνωνα, κυρίως με την απόπειρά του να ξεγελάσει κάποιες στιγμές τον ψυχαναλυτή του -αλλά, ας μη γελιόμαστε, εκείνο που πραγματικά επιθυμεί είναι να καθησυχάσει και να απαλλάξει από τις ενοχές τον ίδιο του τον εαυτό.

Σπουδαίο μυθιστόρημα -το οποίο, μοιάζει απίστευτο, πρωτοκυκλοφόρησε σχεδόν έναν αιώνα πριν- σε μια καλαίσθητη έκδοση, η οποία συνοδεύεται από το κατατοπιστικό επίμετρο του Τζέιμς Γουντ.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη
Εκδόσεις αντίποδες