Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Η Χίμαιρα του Ανθρώπου-Τανκ - Víctor Sombra




Ένας εκδοτικός οίκος, που θα εκδίδει αποκλειστικά ισπανόφωνο νουάρ. Και μόνο ως είδηση αρκούσε για να με ξεσηκώσει. Και το όνομα αυτού: Carnívora. Ένας σαρκοβόρος εκδοτικός οίκος μαύρης λογοτεχνίας. Σε μια ολοένα και πιο ψηφιακή εκδοχή του κόσμου, στον χώρο του βιβλίου κάποιοι επιμένουν στο χειροπιαστό. Για τις τέσσερις γυναίκες, που βρίσκονται πίσω από τις εκδόσεις Carnívora, το βιβλίο αποτελεί πάθος στα όρια του φετίχ. Δεν χρειάζεται να τις γνωρίζει κανείς προσωπικά για να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, ένα απλό ξεφύλλισμα των πρώτων τριών βιβλίων που κυκλοφόρησαν αρκεί. Η σχεδόν αβαρής έκδοση, που τόσο ταιριάζει στη νουάρ λογοτεχνία, που όμως δεν "προσβάλλει" τον αναγνώστη-πελάτη, οι τυπογραφικές λεπτομέρειες και το ιδιαίτερο εξώφυλλο κερδίζουν την πρώτη εντύπωση, και μόνο η μικρή γραμματοσειρά δίνει ένα μικρό, ελάχιστο άλλοθι γκρίνιας. Στο βιβλιοπωλείο άλλαξα γνώμη αρκετές φορές για το ποιο από τα τρία θα αγόραζα, θυμήθηκα που σαν παιδιά τα βγάζαμε για να δούμε ποιος θα φυλάξει, χαμογέλασα, έριξα την ευθύνη της επιλογής τελικά στον Γιώργο, που δούλευε εκείνη την ώρα στο υπόγειο βιβλιοπωλείο, πες μου ένα, του είπα, και έτσι γύρισα σπίτι εκείνο το απόγευμα με τον Άνθρωπο-Τανκ στην τσάντα.
"Έχουμε τον Άνθρωπο-Τανκ".
Ο Ντάρι πλησίασε στο παράθυρο. Φυσικά και ήξερε ποιος ήταν ο αναθεματισμένος Άνθρωπος-Τανκ, όχι όμως τι σήμαινε ότι τον είχαν, ούτε ποιοι τον είχαν. Το βλέμμα του πλανήθηκε στον κήπο, μπροστά στο κτίριο, λες και ο Άνθρωπος-Τανκ θα ξεπρόβαλλε αίφνης εκεί, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, κρατώντας τις πλαστικές σακούλες στα χέρια, σταματώντας τον ίδιο πάντα απαστράπτοντα όγκο από ατσάλι και βολφράμιο, με τη μορφή του να αναδύεται τώρα κάτω απ' το φως των φαναριών, στα γαλήνια σταυροδρόμια των δεντροφυτεμένων μονοπατιών του επιστημονικού πάρκου Ιντεόν, στη Λουντ, στο Νότο της Σουηδίας, και όχι στη συμβολή της λεωφόρου της Αιώνιας Ειρήνης με την πλατεία Τιενανμέν.
Από τα πλέον χαρακτηριστικά φωτογραφικά καρέ του περασμένου αιώνα είναι εκείνο του άγνωστου άντρα που σταματά τη φάλαγγα των τανκ, μετά τη βίαιη εκκένωση της πλατείας Τιενανμέν το 1989, κρατώντας δύο πλαστικές σακούλες στα χέρια του. Ένας άντρας χωρίς όνομα, για τον οποίον κανείς δεν ξέρει από πού εμφανίστηκε στο κάδρο και προς τα πού τράβηξε στη συνέχεια. Εκκινώντας από αυτή τη φωτογραφία, ο Σόμπρα πλάθει τον μύθο του: Για τη συμπλήρωση των είκοσι πέντε χρόνων από την εκκένωση της πλατείας από τους φοιτητές, το καθεστώς αποφασίζει να κάνει μια σειρά από εορτασμούς και εκδηλώσεις, θέλοντας να δείξει τη συμφιλίωση και την ομόνοια της σημερινής Κίνας. Στα πλαίσια των εκδηλώσεων αυτών αναθέτουν στις μυστικές υπηρεσίες να εντοπίσουν τον Άνθρωπο-Τανκ και να τον φέρουν στο Πεκίνο, όπου θα έχει μια εγκάρδια συνάντηση με τον οδηγό του τανκ. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο πράκτορας Ντάρι. Είναι η τελευταία του ευκαιρία να εξευμενίσει τους ανωτέρους του μετά από κάποιες όχι και τόσο επιτυχημένες αποστολές. Έτσι λοιπόν, ο Ντάρι αφήνει τη Λουντ της Σουηδίας και ταξιδεύει στο Αζερμπαϊτζάν, όπου υποτίθεται πως ζει ο Άνθρωπος-Τανκ.

Το μυθιστόρημα διαθέτει εξαιρετική πλοκή, με ικανοποιητικές δόσεις δράσης και σασπένς. Οι παραδοσιακά απαραίτητες στη νουάρ λογοτεχνία μοιραίες γυναίκες δεν λείπουν, ενώ και ο Ντάρι είναι όσο αντιηρωικός οφείλει να είναι. Ο Σόμπρα γνωρίζει πολύ καλά την πραγματική ιστορία πάνω στην οποία τοποθετεί τη μυθοπλασία του, κάτι που δίνει πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, καθώς η αληθοφάνεια αποτελεί απαραίτητο συστατικό επιτυχίας για αφηγήσεις όπως αυτή. Εκείνο που έχει ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς είναι γιατί άραγε ο συγγραφέας επιλέγει τη συγκεκριμένη ιστορία. Και ενώ η πρώτη απάντηση είναι αρκετά προφανής και σχετίζεται με τη δυναμική της φωτογραφίας που, σε μια εποχή περιορισμένων οπτικών ντοκουμέντων, απέκτησε θρυλικές διαστάσεις, γινόμενη παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και ατομικής ευθύνης, υπάρχει και κάτι ακόμα, στο οποίο φαίνεται και η οξύνοια του Σόμπρα: ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει μυθοπλαστικά το φωτογραφικό αυτό καρέ. Η φωτογραφία του Ανθρώπου-Τανκ, καθώς και η όποια αναφορά στα γεγονότα της πλατείας Τιενανμέν, είναι απαγορευμένη στην Κίνα, ο συγγραφέας γυρίζει ανάποδα το επικοινωνιακό παιχνίδι του καθεστώτος, τοποθετώντας στη θέση της υποχρεωτικής λήθης μια νέα σηματοδότηση του παρελθόντος, μια επαναπροσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, που θα τη φέρνει στα μέτρα των επιδιώξεων της κυβέρνησης. 
Η κοινωνία του θεάματος, η επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, η εργαλειοποίηση της εικόνας, ο εξωτικός χαρακτήρας της ιστορίας και η φωτογραφία του ανθρώπου απέναντι στο τανκ είναι που κάνουν το μυθιστόρημα αυτό να ξεφεύγει από τα στενά όρια του είδους του και του προσδίδουν περαιτέρω προεκτάσεις, πέραν της αγωνιώδους ανάγνωσης, ικανές να το διατηρήσουν στη μνήμη του αναγνώστη για καιρό, όταν πια η τελική έκβαση της υπόθεσης θα είναι γνωστή, και αυτό είναι κάτι που σπανίζει στη νουάρ λογοτεχνία.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora  
     

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Το κουαρτέτο του Χάρλεμ - James Baldwin




Το αναθεματισμένο το αίμα τινάχτηκε πρώρα απ' τα ρουθούνια του, ύστερα σφυροκόπησε τις φλέβες του λαιμού του, σαν κατακόκκινος χείμαρρος ξεχύθηκε απ' το στόμα του, πλημμύρισε τα μάτια του και τον τύφλωσε - και ο Άρθουρ σωριάστηκε κάτω, κάτω, κάτω, κάτω, κάτω.
Στο τηλεφώνημα δεν μπήκαν σ' αυτές τις λεπτομέρειες, ούτε και στο τηλεγράφημα. Μου ζητούσαν μόνο να πάω επειγόντως, γιατί ο αδερφός μου ήταν νεκρός. ο βρετανικός Τύπος ανέφερε λακωνικά πως ένας "μισοξεχασμένος νέγρος κλαψιάρης τραγουδιστής" (έτσι περιέγραψαν τον αδερφό μου) είχε βρεθεί νεκρός στις αντρικές τουαλέτες στο υπόγειο μιας λονδρέζικης παμπ. Κανείς δεν μου εξήγησε πώς πέθανε. Οι αμερικανικές εφημερίδες έγραψαν για τον "γεμάτο συναίσθημα" τραγουδιστή γκόσπελ που πέθανε στην άχαρη ηλικία των τριάντα εννέα ετών.
Η ένταση της ανάγκης του αφηγητή καθορίζει εν πολλοίς και την ένταση της αφήγησης στο μυθιστόρημα αυτό. Το αναθεματισμένο το αίμα, έτσι ξεκινά την αφήγησή του ο Χαλ, το αναθεματισμένο το αίμα που τινάχτηκε πρόωρα απ' τα ρουθούνια του Άρθουρ. Η ένταση δίνεται εξ αρχής. Ο αδερφός μου σωριάστηκε κάτω, κάτω, κάτω, κάτω, κάτω, κι εγώ πρέπει να πω την ιστορία του. Ακούστε τη.

Ο Άρθουρ Μοντάνα είναι νεκρός. Ο αδερφός του, και για χρόνια ατζέντης του, Χαλ θα διηγηθεί αυτή την ιστορία. Την ιστορία του μικρού Άρθουρ, που γεννήθηκε στο Χάρλεμ, γνώρισε τους δρόμους και τις γωνιές του, με όχημα τη μουσική ταξίδεψε στον Νότο, εκεί που το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων έδινε καθημερινές μάχες. Αυτή την ιστορία ενηλικίωσης μιας γενιάς, της μουσικής γκόσπελ, του έρωτα, της φιλίας και της αναζήτησης ταυτότητας. Της σόλο καριέρας του Άρθουρ προηγήθηκε το κουαρτέτο, τέσσερις φίλοι, μια παρέα μικρών αγοριών. Τα ταξίδια, οι πρόβες, οι συναυλίες, τα όνειρα, οι φόβοι, η πορεία προς την ενηλικίωση. Ο συγγραφέας δεν επιθυμεί να κρατήσει σε αγωνία τον αναγνώστη, δεν είναι αυτή η πρόθεσή του. Ο Άρθουρ Μοντάνα είναι νεκρός. Και αυτό δεν αλλάζει. Ο Χαλ θα διηγηθεί την ιστορία του αδερφού του και μέσω αυτής την ιστορία τη δική του, αλλά και την ιστορία μιας ολόκληρης εποχής, σε μια Αμερική που άλλαζε. Στις εποχές των μεγάλων αλλαγών πάντα κάποιοι συνθλίβονται.    

Ο Χαλ θα υποδυθεί τον παντογνώστη αφηγητή όπου χρειαστεί, η ιστορία πρέπει να ειπωθεί, δεν θα προσπαθήσει να μας παραπλανήσει όμως, εξ αρχής θα μας το δηλώσει αυτό, περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές του αδερφού του στις αντρικές τουαλέτες μιας λονδρέζικης παμπ, παρότι ούτε στο τηλέφωνο, ούτε στο τηλεγράφημα μπήκαν σε αυτές τις λεπτομέρειες, ζητώντας του απλώς να πάει να παραλάβει τη σορό του νεκρού αδερφού του.  Και αυτά τα κενά της ιστορίας πρέπει να καλυφθούν, για όσα δεν αρκούν οι διηγήσεις και οι εκμυστηρεύσεις τρίτων, ο Χαλ πρέπει να σχηματίσει τα κομμάτια του παζλ και να τα τοποθετήσει με σεβασμό στο ταμπλό. Είπαμε, όμως, είναι η ένταση της ανάγκης του αφηγητή αυτή που καθορίζει την αφήγηση, που πείθει για την αλήθεια των όσων αφηγείται, ακόμα και εκείνων που τεχνικά δεν μπορεί να γνωρίζει, μια σύμβαση την οποία ο αναγνώστης αποδέχεται με την καρδιά, αδιαφορώντας για τις εξηγήσεις που το μυαλό ζητά.

Ο Μπάλντγουιν στο Κουαρτέτο του Χάρλεμ, το τελευταίο του μυθιστόρημα, επιχειρεί κάτι φιλόδοξο, να αποτυπώσει μια ολόκληρη εποχή, να μιλήσει για τα πάντα, θαρρείς, για τις φυλετικές διακρίσεις, για την ομοφυλοφιλία, για την οικογένεια, για την παιδική ηλικία, για την πατρότητα και τη μητρότητα, για τη φιλία, για την εκκλησία, για τη θρησκεία, για τη μουσική, για την Ευρώπη, για το Χάρλεμ και τον Νότο, για τον έρωτα, για τη μοίρα, για την απώλεια, για την ανάγκη για μνήμη και λήθη. Και μπορεί ο προβολέας να φωτίζει αυτό τον αξέχαστο ήρωα που συνέθεσε, τον Άρθουρ Μοντάνα, όμως εκεί που διαφαίνεται το μεγαλείο της συγγραφικής δεινότητας του Μπάλτγουιν είναι στη σύλληψη του αφηγητή, καθώς δεν είναι απλώς αυτός που απογειώνει την ιστορία, αλλά αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, είναι αυτός που επιτρέπει στον συγγραφέα να αφηγηθεί κάτι μεγαλύτερο. Ο Χαλ θα μπορούσε να είναι ο βολεμένος μαύρος του συστήματος, εκείνος που δεν ένιωσε, από κάποια στιγμή και μετά, στο πετσί του το χρώμα του, εκείνος που δεν διεκδίκησε τίποτα και όμως απόλαυσε τα περιθώρια του συστήματος, την ανάγκη του για κέρδος και για επίφαση ίσων ευκαιριών. Ο Χαλ θα μπορούσε να είναι ο νοικοκυραίος οικογενειάρχης, ο φιλήσυχος πολίτης που δεν θέλει φασαρίες και προβλήματα. Και εν μέρει υπήρξε αυτός ο άνθρωπος, υπήρξε μέρος της πλειοψηφίας. Αυτόν επιλέγει για αφηγητή του ο Μπάλντγουιν. Έναν αφηγητή που μοιάζει ελάχιστα ηρωικός.

Ο Χαλ δεν έκανε κάτι για το οποίο θα μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς, εκτός από αυτό δηλαδή, πως δεν έκανε τίποτα για το οποίο θα μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς. Επιμένω στον Χαλ, κάπως παράδοξα ίσως, και δεν αναφέρομαι τόσο στον Άρθουρ, γιατί νιώθω πως εδώ βρίσκεται κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ο Χαλ αφηγείται τη ζωή του Άρθουρ, ενός ανθρώπου με έντονα πάθη. Η αγάπη του Χαλ για τον Άρθουρ, η αδερφική αυτή αγάπη είναι που οπλίζει κατάλληλα τον Χαλ για να αφεθεί στην αφήγηση αυτή, αυτή η αδερφική αγάπη είναι που πείθει τον αναγνώστη πως ένας άοσμος χαρακτήρας όπως ο Χαλ μπορεί να αφηγηθεί με τέτοια ένταση, κινούμενος από πραγματική ανάγκη, την ιστορία του αδερφού του, και άπαξ και ο αναγνώστης πεισθεί για τη συναισθηματική αυτή ευαισθησία του Χαλ, τότε μπορεί να αποδεχτεί την ειλικρίνεια της αφήγησής του και στα σημεία που αναφέρεται και στα υπόλοιπα πρόσωπα, με τα οποία δεν τον συνδέουν αντίστοιχοι δεσμοί. Αφού είναι ικανός να αγαπήσει, η αφήγησή του είναι πειστική.

Η βαθιά ανθρώπινη λογοτεχνία του Μπάλντγουιν δεν παύει στιγμή να είναι αμιγώς πολιτική, ασπαζόμενος την αριστοτελική ρήση. Ακριβώς όμως επειδή είναι βαθιά ανθρώπινη δεν είναι μονοδιάστατα στρατευμένη. Η λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος δεν ακολουθεί την κοινωνικοπολιτική του μαρτυρία, αλλά την αναδεικνύει, την εξυψώνει και την καθιστά επίκαιρη ακόμα και σε μια εποχή όπως η σημερινή, στην οποία ένα μέρος των τότε διεκδικήσεων μπορεί να θεωρηθεί -απερίσκεπτα- παρωχημένη. Οι χαρακτήρες, παρά την όποια στερεοτυπική υποψία, πείθουν και συγκινούν αβίαστα, προκαλώντας τη σπουδαία για την ανάγνωση εμπειρία της ενσυναίσθησης. Η διαχείριση του χρόνου, οι αναλήψεις και οι προλήψεις, αλλά και το διαρκώς μεταβαλλόμενο αφηγηματικό παρόν εντείνουν την αίσθηση ζάλης που διαθέτει μια αφήγηση υπό το βάρος της απώλειας. 

Η μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου φαίνεται να είναι ικανοποιητική, άλλωστε βρίσκεται σε γνώριμα για τον ίδιο λογοτεχνικά μέρη. Μια σίγουρα ενδιαφέρουσα επιλογή μεταφραστή για ένα απαιτητικό βιβλίο όπως αυτό. Εκτός από την επιθυμία να διαβάσω ξανά Το δωμάτιο του Τζοβάνι, Το κουαρτέτο του Χάρλεμ μου έφερε στον νου το πλέον ίσως αδικημένο βιβλίο της περσινής χρονιάς, το Graffitti Palace του A.G. Lombardo, αλλά και τις νουβέλες του Εντουάρ Λουί (Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, Ιστορία της βίας) και τη διαφορά με την οποία τίθεται λογοτεχνικά σήμερα το θέμα του φύλου και της σεξουαλικότητας.

υ.γ Για το ξεχωριστό και τόσο υποτιμημένο Graffiti Palace μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ, ενώ για τις νουβέλες του Λουί, Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ εδώ και Ιστορία της βίας εδώ.
υ.γ2 Όταν είχα διαβάσει Το δωμάτιο του Τζοβάνι είχα γράψει αυτό.


Μετάφραση Χρήστος Οικονόμου
Εκδόσεις Πόλις          

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Βάθος πεδίου



Υπάρχει μια φωτογραφία που θέλω να δεις, είπε και βάλθηκε να μου εξηγεί πού θα έπρεπε να ψάξω για να τη βρω. Του χαμογέλασα, του είπα πως όλα θα πάνε καλά και να μην ανησυχεί, τον καληνύχτισα -ούτε φιλί ούτε αγκαλιά- και έφυγα κλείνοντας κάπως άτσαλα πίσω μου την πόρτα του δωματίου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό. Λίγες ώρες αργότερα η καρδιά του θα τον πρόδιδε, για ακόμα μια φορά. Οι γιατροί δεν πρόλαβαν. Δεν κατάλαβα, παρά μέρες μετά, όταν τελικά αντίκρισα τη φωτογραφία, τι ήταν εκείνο το τόσο σημαντικό σε αυτή.

Δυσκολεύτηκα να τη βρω. Δεν τα παράτησα όμως. Ήταν η τελευταία του επιθυμία. Είμαι σίγουρος πως ήξερε ότι θα πεθάνει το ίδιο εκείνο βράδυ, το ένιωθε, και δεν ήθελε να πάρει μαζί του αυτό το, για τόσα χρόνια, καλά φυλαγμένο μυστικό, αυτό το οικογενειακό κειμήλιο. Προτίμησε να τον κατηγορώ νεκρό, που δεν μου έδειξε τη φωτογραφία νωρίτερα, παρά να μην τη δω ποτέ. Οι οδηγίες του -ό,τι μπορούσα ν' ανακαλέσω- δεν με βοήθησαν ιδιαίτερα. Ο πατέρας μου είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο να καταχωνιάζει πράγματα. Βέβαια, όταν τα γύρευε, δεν τα έβρισκε ποτέ. Σαν σκύλος που σκάβει και παραχώνει φαγητό όσο είναι χορτάτος, για τις μέρες που θα 'ρθουν. Ίσως, όμως, όταν κρύβουμε κάτι, να μην το κρύβουμε από τους άλλους, αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό, ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός τρόπος για να προχωρήσουμε, ίσως και να μη γίνεται αλλιώς. Ήταν τέτοιο το σοκ όταν αντίκρισα τη φωτογραφία που πέρασαν μέρες -ίσως και ένας ολόκληρος μήνας- μέχρι να διαβάσω τις λέξεις στην πίσω πλευρά, και αυτό δεν έγινε παρά τυχαία, όταν μου γλίστρησε από τα χέρια και έπεσε στο πάτωμα ανάποδα. «Αυτές ήταν μέρες, υπέροχες μέρες, όταν όλα έμοιαζαν εφικτά, όταν οι τρεις μας ήμασταν μαζί». Δίπλα, πιο αχνά, η ημερομηνία: 11/4/1983. Τα δεύτερα γενέθλιά μου. Ντυμένος κοκοράκι, καθισμένος μπροστά από μια τούρτα με δύο κεράκια αναμμένα, κοιτάζω ευθεία τον φακό, ενώ πίσω μου, σαφώς απροετοίμαστοι για τη γενέθλια λήψη, οι δικοί μου, λίγο πριν αγκαλιαστούν ή λίγο μετά, αγγίζονται ακόμα με τις άκρες των δακτύλων, κοιτάζονται στα μάτια με τον τρόπο που κοιτάζονται οι εραστές, δεν είναι απλώς αγαπημένοι, είναι εραστές, το χαμόγελό τους είναι πονηρό, ένα σεξουαλικό κάλεσμα, μια υπόσχεση για τη νύχτα που θα 'ρθει ή μια ανάμνηση από τη νύχτα που προηγήθηκε.

Τι να απέγινε τόσος έρωτας;

Η μητέρα μου δεν ήρθε στην κηδεία. Η μητέρα μου προφανώς δεν ήρθε στην κηδεία. Ούτε εκείνος θα ερχόταν στη δική της. Ορκισμένοι εχθροί μέχρι τέλους, κυριολεκτικά. Α ναι, είπε ουδέτερα, χωρίς έκπληξη, σχεδόν χωρίς ερωτηματικό, και αυτή ήταν η μόνη αντίδραση στο άκουσμα του τέλους του. Δεν της έδειξα τη φωτογραφία, με τα χρόνια ξέρεις τι έχει νόημα και τι όχι, με τα χρόνια αποδέχεσαι και εγκαταλείπεις την προσπάθεια, με τα χρόνια συνηθίζεις, τα πάντα συνηθίζεις με τα χρόνια. Αναρωτήθηκα αν είχε και εκείνη κάποια αντίστοιχη τριαδική λήψη, καταχωνιασμένη σε κάποιο συρτάρι. Τις Κυριακές έτρωγα εναλλάξ με τους δικούς μου, τη μια σε εκείνον, την επόμενη σε εκείνη. Η ρουτίνα δεν διασαλεύτηκε ούτε από τον θάνατό του, απλώς πλέον κάθε δεύτερη Κυριακή είχα απαλλαγή από τη μονογονεϊκή υποχρέωση. Εκείνη την Κυριακή, φεύγοντας, ζήτησα και πήρα μαζί μου το άλμπουμ με τις φωτογραφίες απ' όταν ήμουν παιδί. Δεν έδειξε να της κάνει εντύπωση. Πάτησε σε μια καρέκλα, κατέβασε το άλμπουμ, το ξεσκόνισε πρόχειρα και μου το έδωσε. Με φίλησε ενώ εγώ ήδη πατούσα το κουμπί του ασανσέρ.

Πριν ανοίξω το άλμπουμ, έπιασα ξανά να παρατηρώ τη φωτογραφία των τριών μας. Τι να απέγινε τόσος έρωτας; Εγώ μια σταλιά, ανυποψίαστος για όσα λάμβαναν χώρα πίσω από την πλάτη μου, ανυποψίαστος και στη συνέχεια με όσα έγιναν και οδήγησαν μέχρι το διαζύγιο. Φωτογραφίες έχω μόνο μετά τον χωρισμό τους, στις περισσότερες είμαι μόνος, σπάνια έχω κάποια με τη μητέρα μου μαζί, εκείνη άλλωστε είχε συνήθως τον ρόλο του φωτογράφου. Ο πατέρας μου δεν συμπαθούσε τις φωτογραφίες, όλα είναι εδώ, έλεγε και με τον δείκτη σημάδευε τον κρόταφο. Ανοίγω το άλμπουμ. Μια από τις πρώτες φωτογραφίες είναι από τις διακοπές το καλοκαίρι του '84, μάλλον οι πρώτες διακοπές μετά το διαζύγιο, οι πρώτες από αρκετές που ακολούθησαν έκτοτε, μέχρι που σταμάτησα να πηγαίνω μαζί τους, προτιμώντας τους φίλους και τις εκάστοτε συντρόφους για παρέα. Είμαστε οι δυο μας, σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, η θάλασσα στο βάθος το μαρτυρά, εγώ είμαι καβάλα σε ένα γαϊδουράκι, εκστασιασμένος καβαλάρης που περιμένει τους ινδιάνους να φανούν πίσω από τον στάβλο, εκείνη χαμογελά, ανήσυχη για την ισορροπία μου, με το ένα μάτι κοιτάζει τον φακό και με το άλλο το γαϊδουράκι. Βάζω τις δυο φωτογραφίες δίπλα δίπλα, παίζω μαζί τους προσπαθώντας να βάλω και τον πατέρα μου στο κάδρο με το ζωντανό. Αν έκλεινα για μια στιγμή τα μάτια ίσως κάτι να κατάφερνα.

Τι να απέγινε τόσος έρωτας; Αυτό το ερώτημα με βασανίζει από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα τη φωτογραφία αυτή. Μέχρι τότε δεν μπορούσα καν να φανταστώ τους γονείς μου στον ίδιο χώρο, δεν είχα σκεφτεί ποτέ το προφανές: για να προκύψω εγώ αυτοί οι δυο άνθρωποι ξάπλωσαν μαζί στο ίδιο κρεβάτι, τουλάχιστον μια φορά. Μοιάζει χαζό και είναι χαζό, αλλά κάτι τέτοιο δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό. Μεγάλωσα με τον χωρισμό των δικών μου ως κάτι δεδομένο, ως κάτι ακόμα ακόμα φυσιολογικό. Δεν είχα άσχημη παιδική ηλικία, το αντίθετο, αν και σαν παιδί συχνά ρωτούσα πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς, γιατί δεν είναι μαζί μας, γιατί μένει σε άλλο σπίτι. Προφανώς, και ιδίως ως έφηβος, έκανα εκτεταμένη χρήση της μη μεταξύ τους επικοινωνίας, θα μείνω στη μαμά απόψε, έλεγα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου κατευθυνόμενος στο σπίτι του κολλητού. Είχα καλές σχέσεις και με τους δύο, κάτι το οποίο δεν άλλαξε με το πέρασμα των χρόνων, το αντίθετο, οι σχέσεις μας διαρκώς βάθαιναν.

Δειλά δειλά άρχισα να εμφανίζω τη φωτογραφία σε διάφορους φίλους. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όπως δηλαδή γίνεται ν' αποκαλυφθούν τα πλέον σοβαρά πράγματα, την παρουσίαζα ως ένα παράξενο εύρημα -κοίτα τι βρήκα- στο σπίτι του νεκρού εδώ και μήνες πια πατέρα μου, ενώ, ύστερα από λίγο, διατύπωνα και το ερώτημα: τι να απέγινε τόσος έρωτας; Ανάλογα με τον συνομιλητή η συζήτηση έπαιρνε κάθε φορά και διαφορετική τροπή, ήταν μια εξωστρέφεια στην οποία δεν ήταν συνηθισμένοι οι κοντινοί μου άνθρωποι, αρκετοί το σχολίασαν αυτό, ήταν κάτι που το έβλεπα κι εγώ, ήταν κάτι για το οποίο όμως δεν είχα κάποια εξήγηση, ήταν όμως κάτι το οποίο με έκανε να νιώθω καλά. Και είναι λογικό αυτό, είπε ο Γιάννης, δεν χρειάζεται να είναι ψυχολόγος κανείς για να το καταλάβει, ο καθένας μας έχει ανάγκη από τις εικόνες του παρελθόντος του, κυρίως από εκείνες που ζέχνουν -τι παράξενη επιλογή λέξης- αγάπη, και αυτή είναι μια τέτοια φωτογραφία σε ένα άδειο άλμπουμ. Σταμάτησε για λίγο, σαν για να με ζυγίσει, και συνέχισε: αν και εγώ πιστεύω, με όλο το θάρρος της γνώμης μου, πως άλλο είναι εκείνο που πραγματικά σε βασανίζει, εκείνο που λόγω βιωμάτων πάντοτε σε βασάνιζε και τώρα ήρθε στην επιφάνεια. Η αγωνία σου, αν θα τα καταφέρεις συναισθηματικά, αν θα τα καταφέρεις εκεί που οι δικοί σου απέτυχαν.

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους - Nicolas Mathieu





Ειδήμων στη γαλλική λογοτεχνία σίγουρα δεν είμαι, αλλά νομίζω πως δεν αποτελεί κάποια παρακινδυνευμένη άποψη η προσέγγιση πως ο Μάης του '68, λογοτεχνικά τουλάχιστον, έχει κορεστεί, χωρίς αυτό να σημαίνει, σε καμία περίπτωση, πως αποκλείεται να υπάρξει κάποια εξαίρεση που να επιβεβαιώσει την πραγματικότητα αυτή. Κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί άλλωστε κι εδώ, με το Πολυτεχνείο για παράδειγμα. Ήθελα να ξεκινήσω έτσι το κείμενο αυτό, για ένα βιβλίο που πραγματικά απόλαυσα, βιβλίο που διαδραματίζεται σε μια δεκαετία την οποία η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει κάπως παραμελήσει, και αναφέρομαι σε αυτήν του '90. Τη θυμάμαι την ημέρα που πέθανε ο Cobain. Και θυμάμαι τη μέρα αυτή γιατί είδα στο διάλειμμα την κοπέλα που μου άρεσε τότε, δύο ή τρία χρόνια μεγαλύτερή μου, να γράφει με μαύρο μαρκαδόρο στο θρανίο της: Kurt Cobain 1967 - 1994, και όλο αυτό μέσα σε μια τεράστια καρδιά. Τότε ήμουν έντεκα χρονών και δεν ήξερα ποιος ήταν ο Cobain, ήξερα όμως πως είχε μόλις πεθάνει.

Και αν τα βιβλία εκείνα, που λένε ιστορίες παλιές, ιστορίες που πλέον έχουν λάβει διαστάσεις μύθου, έτσι όπως τις κατέγραψαν οι νικητές και τις ψιθύρισαν οι ηττημένοι, διαθέτουν κάτι το μαγικό, κάτι το εντελώς ανοίκειο για τους νεότερους, για εκείνους που δεν έζησαν εκείνα τα χρόνια, τα βιβλία που μιλάνε για εποχές γνώριμες στον αναγνώστη, εποχές στις οποίες εκείνος νιώθει πως ήταν παρών, κρίνονται με βάση την πειστικότητά τους στην ανάμνηση, διαθέτουν τον ρεαλισμό εκείνο που αντιστοιχεί στο κοινό παρελθόν ιστορίας και αναγνώστη. Ένα κουτί με αναμνήσεις αποτελεί πάντα ένα ισχυρό δέλεαρ, και ίσως γι' αυτό η λογοτεχνία, και η τέχνη εν γένει, να επαναλαμβάνουν εμμονικά, θαρρείς, για μια περίοδο τις ίδιες ιστορίες, γιατί για κάποιους λειτουργούν ως κουτιά αναμνήσεων, είτε βρίσκονται στην πλευρά του δημιουργού, είτε σε εκείνη του δέκτη, ώσπου κάποτε το ενδιαφέρον γι' αυτές τις ιστορίες φθίνει, τελικά παύει, και τότε, μόνο ό,τι είχε αυτόφωτη λογοτεχνική αξία επιζεί και περνά στις επόμενες γενιές. Όμως, από την άλλη, καθόλου απλό δεν είναι να διαβάσεις μια ιστορία την οποία πιστεύεις πως γνωρίζεις καλά, όπως για παράδειγμα αυτή του δεκατετράχρονου Αντονί, το καλοκαίρι του 1992 στη γαλλική επαρχία.  
Ο Αντονί μόλις είχε κλείσει τα δεκατέσσερα. Για απογευματινό, καταβρόχθιζε μια ολόκληρη μπαγκέτα με La Vache qui Rit. Τις νύχτες, καμιά φορά, έγραφε τραγούδια, φορώντας ακουστικά. Οι γονείς του ήταν μαλάκες. Στο τέλος των διακοπών θα πήγαινε στην τρίτη.
Όσο για τον ξάδερφο, δεν σκοτιζόταν για τίποτα. Ξαπλωμένος στην πετσέτα του, αγορασμένη σε τιμή ευκαιρίας στο παζάρι του Καλβί, τη χρονιά που είχαν πάει κατασκήνωση, μισοκοιμόταν. Ακόμη και ξαπλωμένος, φαινόταν ψηλός. Όλοι τον έκαναν άνετα είκοσι δύο ή είκοσι τριών ετών. Ο ξάδερφος εξάλλου έπαιζε με αυτή την υπόνοια για να πηγαίνει σε μέρη όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκεται. Σε μπαρ, σε νυχτερινά κέντρα, σε πουτάνες.
Μια ιστορία ενηλικίωσης χωρισμένη σε τέσσερα κεφάλαια, τα ζυγά καλοκαίρια της δεκαετίας του '90, καθένα με το δικό του σημείο περιστροφής, μια δεκαετία φαινομενικά καθολικής οικονομικής ευμάρειας, τότε που η μεσαία τάξη μεσουρανούσε, ενώ τα εργοστάσια σιγά σιγά έπαιρναν τον δρόμο της μετακόμισης σε πιο φιλόξενου κόστους περιβάλλοντα, ολοένα και πιο ανατολικά. Αν ο Τζόναθαν Κόου ήταν Γάλλος, κάπως έτσι θα έλεγε την ιστορία ενηλικίωσης αυτών των εφήβων, με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα να αποτελεί οργανικό μέρος της ιστορίας και όχι ένα απλό σκηνικό. Αναφέρομαι στον Κόου γιατί το μυθιστόρημα του Ματιέ είναι πρωτίστως πολιτικό, σε μια δεκαετία που στέκει γυμνή από πολιτικούς μύθους. Μια δεκαετία της οποίας τις συνέπειες ακόμα αντιμετωπίζουμε, μια δεκαετία που έχασε γρήγορα τη λάμψη της. Σε ιστορίες όπως αυτή που διηγείται ο Ματιέ, η ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό κρίνει εν πολλοίς το τελικό αποτέλεσμα. Και σ' αυτό ο συγγραφέας τα καταφέρνει περίφημα, εμπλέκοντας τον αναγνώστη με τις ιστορίες των ηρώων του. Ήρωες καλοφτιαγμένοι και πειστικοί, ιστορίες ταυτόχρονα γνώριμες και προσωπικές. 

Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, συνειδητοποίησα πως δεν είναι μόνο ο χρόνος που μοιράζομαι με τον συγγραφέα, αλλά και ο τόπος, που ολοένα και πιο ίδιος μοιάζει πια, ο -δυτικός- κόσμος από την πτώση του Τείχους και μετά. Δεν αρκεί πια το εξωτικό στοιχείο, δεν υπάρχει πια σχεδόν πουθενά το εξωτικό στοιχείο, και εκεί που υπάρχει σπάνια ξεφεύγει από την καρικατούρα του φολκλόρ. Τώρα μας έχει απομείνει η αλήθεια, συχνά άβολη και καθόλου λογοτεχνική από μόνη της, και η ιστορία του Ματιέ διαθέτει αλήθεια. Όχι γιατί όσα περιγράφει έγιναν στην πραγματικότητα, αλλά γιατί όσα περιγράφει είναι αληθινά. Είναι αληθινά με τον τρόπο που είναι αληθινοί οι ήρωες του Ουελμπέκ. Από το μυθιστόρημα αυτό απουσιάζει η οποιαδήποτε πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης του αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν απαιτεί κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα για τους ήρωές του, γιατί είναι αληθινοί και άρα αμφιλεγόμενοι, πολυδιάστατοι στις αντιδράσεις τους αλλά και στην πρόσληψή τους. Η αλήθεια όμως δεν έρχεται χωρίς μειονεκτήματα, έτσι οι ήρωες του Ματιέ έχουν αρκετά στερεοτυπικά στοιχεία τόσο στη σύνθεση όσο και στη συμπεριφορά, στοιχεία ευδιάκριτα στον κόσμο γύρω μας.

Ο Ματιέ καταφέρνει να αποδώσει μια πλευρά της δεκαετίας του '90, διηγούμενος μια καλή ιστορία, χωρίς να κυνηγάει ούτε την πρωτοτυπία ούτε τον εντυπωσιασμό, κινούμενος με περισσή άνεση σε έναν γνώριμο από χρόνια δρόμο, εκείνο του μυθιστορήματος ενηλικίωσης.

υ.γ Περισσότερα για τον Τζόναθαν Κόου μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για τον Μισέλ Ουελμπέκ εδώ.

Μετάφραση Σοφία Διονυσοπούλου
Εκδόσεις Στερέωμα              

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Οι γονείς που θα θέλαμε να γίνουμε





Η συγκυρία αποτελεί έναν μάλλον υποτιμημένο παράγοντα στην πρόσληψη της τέχνης. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως δρα ανεξέλεγκτα και απολύτως υποκειμενικά, και γι' αυτό είναι μάλλον δύσκολο να οριστεί ποσοτικά. Πόσες φορές δεν έχετε αναρωτηθεί πώς θα σας είχε φανεί το τάδε ή το δείνα έργο, αν είχατε έρθει αντιμέτωποι μαζί του κάποια άλλη στιγμή; Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ο ψυχρός θεατής, που, ανεπηρέαστος απ' όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω του, δύναται να κρίνει ανά πάσα στιγμή ορθά και αδέκαστα, υπακούοντας σε μια αντικειμενική και πανανθρώπινη αλήθεια. Η ιδέα του απομονωμένου αυτού αισθητικού κριτηρίου, του τόσο απομακρυσμένου από το βίωμα, μου προκαλεί τρόμο. Υπάρχουν μέρες που το ελάχιστο μπορεί να αναστατώσει, και άλλες, που το υπέρλαμπρο να μην διαπερνά το σκοτάδι. 

Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου.
Τι θα πει ο κόσμος. 

Αν δεν είχα δει τις ταινίες αυτές, τη μία πίσω από την άλλη, και μάλιστα τυχαία, τότε, δεν θα έγραφα τίποτα γι' αυτές. Είναι ένας κάποιος δείκτης για μένα αυτός, η ύπαρξη αφορμής που θα αποτελέσει την κινητήριο περιστροφή και θα οδηγήσει σ' ένα κείμενο, ιδιαίτερα για μια πιο εφήμερη εμπειρία όπως αυτή του σινεμά. Με τα βιβλία είναι αλλιώς, ο χρόνος που περνά κανείς μαζί τους φέρνει σκέψεις και εμπειρίες, εγκοπές ελάχιστες μα ικανές για να πιαστεί το νήμα, να ξετυλιχτεί ένα κείμενο. Και οι δύο ταινίες βγήκαν στις αίθουσες το 2017, και αν για Το τι θα πει ο κόσμος δεν ήξερα τίποτα, το Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου το θεωρούσα a priori  overhyped, όπως και το βιβλίο στο οποίο στηρίχτηκε (βλ. το ένστικτο του αναγνώστη). Και αν για την πρώτη η επιλογή ανήκε σε άλλον, για τη δεύτερη, η επιλογή του play ήταν δική μου, βασισμένη στα καλά λόγια ενός φίλου που εμπιστεύομαι.

Το Τι θα πει ο κόσμος είναι η σπαραξικάρδια ιστορία μιας δεκαεξάχρονης Πακιστανής, μεγαλωμένης στη Νορβηγία, την οποία ο πατέρας της πιάνει επ' αυτοφόρω μ' ένα αγόρι. Για τη συντηρητική οικογένεια και το ακόμα πιο συντηρητικό περιβάλλον της πακιστανικής κοινότητας της πόλης, το σοκ είναι μεγάλο. Η κοπέλα, αφού αρνείται να παντρευτεί το αγόρι, μεταφέρεται βίαια από τον πατέρα της στο Πακιστάν για να μείνει με την οικογένεια της αδερφής του και να συμμορφωθεί. Συναισθηματική καθοδήγηση στα κόκκινα, κάτι στο οποίο έχω αλλεργία, εδώ όμως η αληθοφάνεια της ιστορίας, η γνώση πως ιστορίες όπως αυτή συμβαίνουν, πως τα σώματα κυρίως των γυναικών αποτελούν τον στόχο της συντήρησης σε διεθνές επίπεδο, οι γυναικοκτονίες και η ενδοοικογενειακή βία, με έκαναν να αντιδρώ ως χούλιγκαν στη διάρκεια της ταινίας, βρίζοντας και χειρονομώντας προς την οθόνη, σοκαρισμένος από το γεγονός πως το κράτος αποτελούσε τη μοναδική απτή ελπίδα της κυνηγημένης από την ίδια της την οικογένεια κοπέλας.

Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου ζητάει από τον έφηβο ήρωα ο μυστήριος, μα τόσο γοητευτικός, διδακτορικός φοιτητής που εισβάλλει -ναι αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα, μην απορείτε- στη ζωή μιας οικογένειας μορφωμένων αστών, στην εξοχική τους κατοικία κάπου στην Ιταλία. Μια καλογυρισμένη ταινία, που όμως δεν κατάλαβα γιατί κάποιοι τη θεώρησαν κορυφαία της χρονιάς. Σκεφτόμουν διαρκώς τον Πολ Μπόουλς κατά την προβολή, αναρωτιόμουν πόσο πιο ενδιαφέρων θα γινόταν ο "ξένος" στα χέρια του, αυτή η εισβολή ήταν εκείνο που περισσότερο με τράβηξε στο κάπως κοινότοπο, και διόλου μα διόλου προκλητικό ή εναλλακτικό, σενάριο. Εδώ βρισκόμαστε στον γονεϊκό αντίποδα, οι γονείς του νεαρού είναι αυτό που θα λέγαμε προχωρημένοι, σε σημείο τέτοιο που να προκαλούν την αμφισβήτηση του θεατή. Είναι αστοί, μορφωμένοι και πλούσιοι. Έχουν ένα δίχτυ ασφαλείας δηλαδή, είναι πιο εύκολο ίσως να είσαι προχωρημένος αν έχεις τα κατάλληλα εφόδια, και εκείνοι μοιάζει να τα έχουν.

Βλέποντας αυτές τις δύο ταινίες, τη μία πίσω από την άλλη, η συμπεριφορά των γονέων δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει τον κοινό τόπο προσέγγισης, τον δεσμό που έμμεσα τις ένωσε μέσα μου. Και αν οι προσλαμβάνουσές μας μοιάζουν ισχυρές για να μας καθησυχάσουν πως δεν θα γίνουμε ποτέ σαν τους γονείς της νεαρής κοπέλας, δεν είναι ταυτόχρονα αρκετές για να μας γεμίσουν ψευδαισθήσεις πως θα μπορούσαμε να είμαστε τόσο ανεκτικοί, όσο οι γονείς του νεαρού, πως ούτε ο φόβος δεν θα μας ωθούσε να τοποθετήσουμε εμπόδια και περιορισμούς. Και αν το πρότυπο αποφυγής είναι εδώ και λειτουργεί ως φάρος λαμπρός μέσα στη νύχτα των άλλων, η απέναντι ακτή δεν είναι εύκολα προσβάσιμη, δεν είμαι σίγουρος αν αποτελεί καν μια εφικτή επιδίωξη. Άλλωστε, η ανοχή του καθενός μας δοκιμάζεται καθημερινά, ακόμα και στα πιο μικρά. Η εκ του ασφαλούς θεωρία συναντά την απτή πραγματικότητα, τα λόγια μένουν λόγια, και εμφανίζονται τα "εγώ δεν είμαι -ρατσιστής, συντηρητικός κ.τ.λ. κ.τ.λ.- αλλά...". Καταλαβαίνετε, πιστεύω, τι εννοώ.

Αφού έτσι ξεκίνησε το κείμενο αυτό, έτσι ας τελειώσει, λοιπόν, με μια διερώτηση σχετικά με τη συγκυρία. Πώς θα έβλεπε, άραγε, ο νεαρός εαυτός μου τις ταινίες αυτές, εκείνος που θεωρούσε τους γονείς μια μακρινή και ξένη κατάσταση, εκείνος που πίστευε πως ο κόσμος γυρίζει γύρω από αυτόν, χωρίς να μπορεί καν να φανταστεί πως το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για τους γονείς του;


          

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

Ο καιρός της φιλίας - Paul Bowles




Το Τσάι στη Σαχάρα δεν το διάβασα παρά το 2015. Ενθουσιάστηκα. Μιλούσα παντού γι' αυτό. Ένας ηλικιωμένος αναγνώστης κάγχασε, μα καλά, είπε, αυτό το βιβλίο εγώ το διάβασα όταν ήμουν ανύπαντρος ακόμα. Δεν είπα τίποτα. Και τι να πεις δηλαδή; Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή φίλης, διάβασα το Ουτς του Μπρους Τσάτουιν. Ένα λογοτεχνικό δίδυμο είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου. 

Αυτή η λοξή ταξιδιωτική λογοτεχνία, εκεί που σημασία έχει να είναι κανείς ταξιδιώτης και όχι τουρίστας, ν' ανοίγει τη βαλίτσα και να τακτοποιεί τα ρούχα στη ντουλάπα μόλις μπει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ακόμα και αν πρόκειται να αναχωρήσει νωρίς το επόμενο πρωί. Το ταξίδι ως μια κατάσταση παρελθοντική, που γεμίζει με νοσταλγία τον μπουκωμένο από εικόνες και παραστάσεις τωρινό μελετητή του χάρτη, που αναζητά την απομάκρυνση από τις γνώριμες εικόνες της καθημερινότητάς του, που όσα χιλιόμετρα και αν πετάξει μακριά, το εδώ δεν παύει να μετακινείται μαζί του, θαρρείς. Η επιθυμία για περιπλάνηση σε τόπους μαγικούς, εκεί που η έκπληξη είναι δυνατή, εκεί που το αίσθημα του ανοίκειου δεν απαιτεί τη μεσολάβηση της πένας ενός ταλαντούχου συγγραφέα. 

Δεν είναι λίγες οι φορές που όλα αυτά τα χρόνια αναλογίζομαι τον Μπόουλς. Άλλοτε η αφορμή είναι προφανής, όπως για παράδειγμα η ταινία του Τζάρμους, άλλοτε όχι και τόσο, ένα έρημο λιμάνι που πιάνει το πλοίο τον χειμώνα αρκεί. Δοκίμασα να γράψω κάποιες μεμονωμένες λέξεις σχετικά με το έργο του, μια διαισθητική απόπειρα περιγραφής του αναγνωστικού συναισθήματος. Ελευθερία, άγνωστο, διακοπές, ασφυξία, ξένος, πλοία, έρημος, ταξιδιώτης, εμπειρία, εγκλεισμός. Η αλήθεια είναι πως τοποθετημένες έτσι, αποκομμένες, με κόμματα να τις χωρίζουν, δεν σημαίνουν κάτι, δεν περιγράφουν κάτι, δεν ξεκλειδώνουν αίθουσες λέξεων. Και όμως έχουν τη σημασία τους. 

Εκείνο που περισσότερο με συγκλονίζει στον Μπόουλς είναι ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνονται το μέσα και το έξω, ο τρόπος με τον οποίο αντανακλάται στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα το φυσικό περιβάλλον, αλλά και το αντίστροφο, το πώς δηλαδή ο ψυχισμός του ήρωα διαγράφει τον περιβάλλοντα χώρο. Οι ήρωες του Μπόουλς είναι με τους δυνατούς αυτού του κόσμου, δεν έχουν πρόβλημα να ταξιδέψουν, δεν τους λείπουν ούτε τα χαρτιά, ούτε τα χρήματα, είναι σε ξένο τόπο αλλά δεν έχουν την αβεβαιότητα του ξένου, οι ντόπιοι που συναντούν νιώθουν περισσότερο ξένοι, παρότι στον τόπο τους, νιώθουν κατώτεροι. Και όμως, οι ήρωες του Μπόουλς δεν νιώθουν τόσο οικεία, άσχετα με το περιβάλλον γύρω τους, αναζητούν κάτι που δεν μπορούν να το κατονομάσουν, κυρίως αναζητούν κάτι που δεν μπορούν να το αγοράσουν. Οι ήρωες του Μπόουλς είναι αντίστροφοι μετανάστες, αφήνουν πίσω τις πλούσιες χώρες τους, αναζητώντας το άγνωστο, αναζητώντας, θαρρείς, μια διέξοδο από τον πολιτισμένο κόσμο, όχι την αναψυχή του τουρίστα αλλά τη φυγή του ταξιδιώτη. Η φυγή τους δεν υπαγορεύεται -φαινομενικά- από το ένστικτο της επιβίωσης. Δεν αναζητούν μια καλύτερη ζωή με όρους οικονομικούς. Δεν κινδυνεύουν από πείνα και πόλεμο. Και όμως φεύγουν μακριά.

Τα διηγήματα αυτής της συλλογής πραγματεύονται διάφορες εκδοχές των γνώριμων θεμάτων του Μπόουλς. Παρότι οι ιστορίες διαδραματίζονται σε τόπους εξωτικούς, στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, σε τόπους όπου δεν έχει ζήσει ποτέ ο μέσος αναγνώστης, ακόμα και αν έχει βρεθεί εκεί ως τουρίστας, και θα περίμενε κανείς αυτός ο εξωτισμός να αποτελεί κυρίαρχο γνώρισμά της αναγνωστικής εμπειρίας, συμβαίνει το παράδοξο, τον αναγνώστη να τον βαραίνει εκείνο που αποσιωπάται, εκείνο για το οποίο δεν μαθαίνει παρά ελάχιστα, και όμως, με αρκετή ακρίβεια, ακρίβεια τρομακτική, ανασυνθέτει, με βάση τα δικά του βιώματα· και αυτό δεν είναι άλλο από τον τόπο στον οποίο οι ήρωες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, ο τόπος αυτός που τους κάνει να νιώθουν ξένοι, όπου αυτό που θα έπρεπε να τους κρατάει είναι τελικά αυτό που τους διώχνει. 

Κάποιες φορές είναι χρήσιμο να μελετάει κανείς τη ζωή του συγγραφέα παράλληλα με το έργο του. Κάποιες φορές, όπως αυτή, ορισμένα ερωτήματα απαντώνται, ορισμένες υποθέσεις και ερμηνείες μοιάζουν λιγότερο αυθαίρετες. Κάποια άλλα ερωτήματα, βέβαια, προστίθενται, έτσι συμβαίνει, κάποιες άλλες προσεγγίσεις καταρρίπτονται, προς ώρας τουλάχιστον. Πρόσφατα κυκλοφόρησε σε νέα μετάφραση Νίκου Μάντη το Τσάι στη Σαχάρα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ελπίζω αυτή η έκδοση να αποτελέσει το έναυσμα να γνωρίσουν περισσότεροι αναγνώστες τον σπουδαίο αυτό λογοτέχνη.

Είχα ανάγκη να διαβάσω κάτι δικό του. Η ανάγνωση δεν ακολουθεί τη μόδα και τις νέες εκδόσεις. Δυστυχώς κάτι τέτοια αφόρητα κλισέ πρέπει διαρκώς να τα επαναλαμβάνουμε, σαν μια αντιοξειδωτική δίαιτα. Η ανάγκη δεν ικανοποιήθηκε. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό. Με τα χρόνια όμως μαθαίνει κανείς να διακρίνει καλύτερα τα σημάδια. Κι εγώ ξέρω καλά πως η στιγμή που θα διαβάσω ξανά τον Ξένο είναι κοντά.

υγ. περισσότερα για το Τσάι στη Σαχάρα θα βρείτε εδώ ενώ για το Ουτς εδώ.


Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Γράμματα     

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2020

Πληγωμένοι - Percival Everett




(Πέρασαν κιόλας επτά χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε στα ελληνικά κάποιο βιβλίο του σπουδαίου αυτού συγγραφέα. Με τους Πληγωμένους ολοκληρώνω την ανάγνωση και των τεσσάρων βιβλίων του Έβερεττ που έχουν κυκλοφορήσει προς το παρόν. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο καθυστερούσα την ανάγνωση αυτή. Ήταν κάπως παρήγορο να υπάρχει ένα αδιάβαστο βιβλίο του Έβερεττ κάπου εκεί έξω. Ας κλείσει εδώ αυτή η πικρή παρένθεση.) 
Εξ ορισμού, μια σπηλιά πρέπει να έχει άνοιγμα αρκετά μεγάλο, ώστε να μπορεί να μπει άνθρωπος. Η εσοχή στο βράχο μπορεί να έχει ανοίξει από τη διάβρωση του αέρα ή του νερού. Μπορεί να έχει βάθος ολόκληρα χιλιόμετρα. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι πρέπει να χωράει να μπει άνθρωπος. Κι αυτό είναι το τρομακτικό με τις σπηλιές: ότι μπορείς να μπεις.
Ο Τζον Χαντ αποφάσισε να αφήσει πίσω του την πόλη και το πτυχίο του στην Ιστορία της Τέχνης, για να ζήσει σ' ένα ράντσο στο πανέμορφο Ουαϊόμινγκ. Μετακόμισε εκεί πριν από κάποια χρόνια, συντροφιά με τη γυναίκα του, η οποία σκοτώθηκε πέφτοντας από ένα ατίθασο άλογο. Τώρα ο Τζον ζει εκεί ως εκπαιδευτής αλόγων, παρέα με τον ηλικιωμένο θείο του. Σε μια περιοχή όπου ζουν κυρίως λευκοί, αρκετά συντηρητική και κλειστή, ένας μαύρος μεσήλικας όπως ο Τζον δεν περνάει απαρατήρητος. Μια κοινωνία με τον δικό της κώδικα τιμής και συμπεριφοράς, πιθανή άμυνα που αποκτούν με τα χρόνια οι κατακτητές ξένης γης, φοβούμενοι πως όπως εκείνοι πήραν από τους ιθαγενείς τη γη αυτή, έτσι αύριο μπορεί οι μαύροι, οι γκέι ή άλλοι να την πάρουν από αυτούς.

Η ιστορία που αφηγείται εδώ ο Έβερεττ δεν διαθέτει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, ενώ και η εξέλιξή της είναι μάλλον αναμενόμενη. Δεν μοιάζει όμως να είναι αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Οι ικανοί συγγραφείς, άλλωστε, σπάνια γυρεύουν την πρωτοτυπία στην ιστορία τους. Κατά την ανάγνωση ούτε τον αναγνώστη τον ενδιαφέρει αυτό. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες έχουν, άλλωστε, ειπωθεί εδώ και χρόνια. Το εύρημα της σπηλιάς είναι αρκετά χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ο Έβερεττ εμπλουτίζει την ιστορία του, ακόμα και μόνο ως παρουσία η σπηλιά μοιάζει να αρκεί. Ήδη από τις πρώτες κιόλας γραμμές ο αναγνώστης ξέρει πως η αναφορά σε αυτή δεν είναι τυχαία, ξέρει πως εκεί θα οδηγηθεί πολλές φορές η ιστορία, εκεί θα λάβει χώρα η κορύφωση, ο συγγραφέας παίζει με τα χαρτιά του ανοιχτά. Και όμως, παρότι ο αναγνώστης το ξέρει και το περιμένει, δεν θα είναι προετοιμασμένος γι' αυτό που θα συμβεί, τη στιγμή που θα συμβεί, όχι λόγω κάποιου συγγραφικού τεχνάσματος ή ανατροπής, αλλά γιατί η μέχρι τότε ανάβαση θα τον έχει οδηγήσει στο σημείο που η κορύφωση θα είναι οργανικό και αναπόσπαστο μέρος της πλοκής, αφού σταδιακά και ήσυχα θα έχει εμπλακεί συναισθηματικά με τους χαρακτήρες και την ιστορία του καθενός από αυτούς.

Και μιλώντας για ευρήματα, το αγαπημένο μου σε αυτό το βιβλίο, αν και όχι το πλέον απαραίτητο στη δομή και την εξέλιξη της πλοκής, είναι το μικρό κογιότ που μαζεύει τραυματισμένο ο Τζον και το μεγαλώνει σπίτι του, εκπαιδεύοντάς το σιγά σιγά, γνωρίζοντας πως η άγρια φύση του θα επικρατήσει κατά πάσα πιθανότητα, παίρνοντας αυτό το ρίσκο, το οποίο όμως θα σώσει τη ζωή αυτού του ανυπεράσπιστου πλάσματος.

Η αναζήτηση της ταυτότητας είναι κάτι το οποίο διαπραγματεύεται σε διάφορα επίπεδα στο βιβλίο αυτό ο Έβερεττ. Όπως η σπηλιά είναι τρομακτική γιατί μπορείς να μπεις, έτσι και το παρελθόν είναι τρομακτικό γιατί μπορείς ανά πάσα στιγμή να το επισκεφτείς. Αρκετές φορές ο Τζον καλείται να απαντήσει στο ερώτημα γιατί άφησε τη ζωή στην πόλη, συνήθως έμμεσα, καθώς οι άνθρωποι αποφεύγουν τις ευθείες ερωτήσεις. Αρκετές φορές αναρωτιέται ο ίδιος τι είναι εκείνο που δεν τον αφήνει να αφήσει κάποια γυναίκα να τον πλησιάσει, συνήθως έμμεσα καθώς οι άνθρωποι αποφεύγουμε τις ευθείες ερωτήσεις στον εαυτό μας. Στα βιβλία του Έβερεττ απουσιάζει παντελώς η οποιαδήποτε χροιά διδακτισμού και καθοδήγησης του αναγνώστη, παρότι τα βιβλία του είναι κατ' εξοχήν πολιτικά, παρότι περιστρέφονται γύρω από τις φυλετικές διακρίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και στο βιβλίο αυτό. Δεν υπάρχει προφανές σωστό και λάθος, ηθικό και ανήθικο, κάθε χαρακτήρας έχει τις αξίες του και πορεύεται με αυτές, όπως μπορεί, όπως τα καταφέρνει. Η ατέλεια μοιάζει να είναι εκείνο το ανθρώπινο χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει ο Έβερεττ. Ωστόσο δεν γίνεται μεροληπτικός με κάποιους από τους ήρωές του, δεν τους χαρίζει κάποιο πλεονέκτημα απέναντι σε άλλους, όχι χωρίς κάποιο κόστος τουλάχιστον, άλλωστε η οποιαδήποτε απόφαση έχει το τίμημά της, τα πάντα κρίνονται εκ των υστέρων και από διαφορετικές γωνίες.

Αυτό το ήπιων τόνων βιβλίο, αυτός ο βαθύς αφηγηματικός ψίθυρος από τις απέραντες εκτάσεις του Ουαϊόμινγκ, αυτή η περίτεχνη στην απλότητά της αφήγηση είναι μια καλή υπενθύμιση καλής λογοτεχνίας, βαθιά ανθρώπινης, προσιτής χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις. Ο Έβερεττ είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας και ανυπομονώ για τη στιγμή που θα πληροφορηθώ πως ακόμα κάποιο βιβλίο του θα μεταφραστεί στα ελληνικά.

υγ. Τον Σεπτέμβριο του 2013 έγραφα για το Σβήσιμο, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Από τα τέσσερα βιβλία του σπουδαίου αυτού συγγραφέα, το αγαπημένο μου, θα τολμούσα να πω, είναι Η θεραπεία του νερού (περισσότερα εδώ).

Μετάφραση Λύο Καλοβυρνάς
Εκδόσεις Πόλις