Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Άγρια ερημιά - Jesús Carrasco





Κρυμμένος στο λαγούμι του στο χώμα, άκουγε τις κραυγές των ανθρώπων που τον φώναζαν και προσπαθούσε να μαντέψει τη θέση του καθενός μέσα στον ελαιώνα, όπως έκανε και με τα τριζόνια. Στριγκλιές σαν καρβουνιασμένα φρύγανα. Ξαπλωμένος στο ένα πλευρό, με το σώμα να σχηματίζει ένα ζήτα, χωμένος στην τρύπα του, χωρίς σχεδόν καθόλου χώρο να σαλέψει. Με τα χέρια ν' αγκαλιάζουν τα γόνατα ή να μπαίνουν για μαξιλάρι, με μια μονάχα μικροσκοπική εσοχή για το σακίδιο με τα τρόφιμα.

Ένα αγόρι αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι του. Οπουδήποτε μακριά από εκεί θα είναι καλύτερα. Μία στιγμή χωρίς επιτήρηση, και εκείνο ανοίγει αθόρυβα την πόρτα. Βρίσκει καταφύγιο στον ελαιώνα. Το σχέδιό του έχει τα όρια του κόσμου του, του χωριού του. Πέρα από αυτό το περιμένει το άγνωστο. Το αγόρι, όπως κάθε παιδί, έχει δημιουργήσει στη φαντασία του μία ιστορία μοναχικής επιβίωσης, ένα σοβαρό παιχνίδι. Το αγόρι δεν θέλει απλώς να τρομάξει την οικογένειά του, θέλει να φύγει μακριά. Δεν ξέρει τι το περιμένει εκεί έξω, ξέρει όμως τι το περιμένει πίσω στο σπίτι του. Ο φόβος, μήπως το ανακαλύψουν, καθησυχάζει τον φόβο της επιβίωσης. Η δίψα θα είναι η πρώτη δοκιμασία. Μόλις ο αχός των χωριανών και των αρχών που έχουν βγει σε αναζήτησή του κατακάτσει, το αγόρι θα εγκαταλείψει την κρυψώνα του και θα κατευθυνθεί, ακολουθώντας τα άστρα, προς τον βορρά. Τρομαγμένο αλλά αποφασισμένο να τα καταφέρει, θα περπατήσει μέσα στη νύχτα. Θα συναντήσει έναν περιπλανώμενο γέρο βοσκό. Δύο φυγάδες, λοιπόν, σε έναν τόπο άνυδρο και εγκαταλελειμμένο, που, όπως και οι άνθρωποι, δεν κατονομάζεται, ταξιδεύουν τη νύχτα και κρύβονται τη μέρα, με τους διώκτες τους να τους πλησιάζουν.

Η Άγρια ερημιά είναι μία ιδιότυπη ιστορία ενηλικίωσης -το βίαιο πέρασμα του αγοριού στον μεγάλο και άγνωστο κόσμο- πλαισιωμένη από μία ιστορία καταδίωξης. Το βάρος του παρελθόντος από το οποίο το αγόρι μάχεται να ξεφύγει, αν και αρχικά απλώς αιωρείται και μόνο στην πορεία της ιστορίας αποκαλύπτεται σιγά σιγά, είναι αρκετό, ώστε να ισορροπήσει το σκέλος της καταδίωξης, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Ο Καρράσκο δεν υποτιμά κανένα από τα δύο σκέλη της ιστορίας του κλείνοντας το μάτι στον Μακάρθυ και τον δικό του Δρόμο.        

Ο παντογνώστης αφηγητής της ιστορίας δεν μας αποκαλύπτει τους λόγους που ώθησαν το αγόρι στη φυγή, η αποφασιστικότητά του όμως είναι τέτοια που μόνο στο κακό μπορεί να οδηγήσει τη σκέψη μας, καθώς η οποιαδήποτε αναγνωστική υπόθεση περί παιδικού πείσματος καταρρέει εν τη γενέσει της. Η συνάντησή του με τον γέρο δημιουργεί επίσης ερωτήματα σχετικά με τα κίνητρα του βοσκού στην απόφασή του να πορευτεί μαζί με το αγόρι. Και έτσι, τα κίνητρα των δύο φορτίζουν συναισθηματικά τον αναγνώστη, εντείνοντας την αγωνία με την οποία παρακολουθεί την περιπέτειά τους.

Η γλώσσα του Καράσκο είναι αρκετά επιτηδευμένη. Ποιητική τραχύτητα, όπως η ομορφιά του άνυδρου τόπου. Η επιλογή ενός παντογνώστη αφηγητή προσφέρει λύση σε ένα σύνηθες πρόβλημα της λογοτεχνίας, όταν ο ενήλικας συγγραφέας επιχειρεί να μιλήσει μέσα από ένα στόμα παιδικό. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί κάποιου είδους συγγραφική ευκολία, άλλωστε οι επιλογές του δημιουργού είναι αναπόσπαστο μέρος του τελικού αποτελέσματος. Οι επιλογές και η επιμονή του Καρράσκο είναι αυτές που μετατρέπουν μία χλιαρή αρχική ιδέα -ένα παιδί που εγκαταλείπει το σπίτι του- σε μία δυνατή ιστορία. Μιλώντας για επιλογές είναι ευκαιρία να σταθούμε στην απουσία ονομάτων και τοπονυμίων. Οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους ιδιότητες -αγόρι, βοσκός, πατέρας, χωροφύλακας κ.τ.λ- και ο τόπος τις δικές του. Ούτε ο χρόνος ορίζεται. Και έτσι η ιστορία του ανώνυμου αγοριού αποκτά μία διάσταση οικουμενική, στη θέση του θα μπορούσε να βρίσκεται το κάθε αγόρι, ο κάθε καταπιεσμένος που είναι διατεθειμένος να αγωνιστεί για ένα καλύτερο αύριο.

Μετάφραση Λένα Φραγκοπούλου
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Το τανγκό του Σατανά - László Krasznahorkai





Ένα πρωί, κοντά στα τέλη του Οκτώβρη, λίγο πριν αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες των ανελέητων, ατέρμονων φθινοπωρινών βροχών πάνω στο ραγισμένο και αλατούχο έδαφος στη δυτική πλευρά του συνεταιριστικού αγροτικού οικισμού (και μια θάλασσα δυσώδους κίτρινης λάσπης καταστήσει τα μονοπάτια αδιάβατα και την πόλη απροσπέλαστη), ο Φούτακι ξύπνησε από ήχους καμπάνας. Η κοντινότερη προέλευσή τους θα μπορούσε να είναι ένα ερημικό ξωκλήσι σε απόσταση περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του παλιού οικισμού Χόχμεϊς, το οποίο όμως, όχι μόνο δεν είχε καμπάνα, αλλά και το καμπαναριό του είχε γκρεμιστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξάλλου από μια τόσο μακρινή απόσταση, ήταν αδύνατον ν' ακουστεί το οτιδήποτε.
Αυτό το απομονωμένο χωριό, κάπου στην ουγγρική πεδιάδα, το οποίο μετά το κλείσιμο του συνεταιρισμού εγκαταλείφθηκε μαζικά από τους κατοίκους του, όχι από όλους, από τους περισσότερους, από εκείνους που είχαν τη δυνατότητα και τη θέληση να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους, αφήνοντας πίσω τους μία χούφτα ανθρώπων να μάχονται ενάντια στην υγρασία και την ανία της ζωής, σιχτιρίζοντας τη μοίρα τους, να παρακολουθούν ο ένας τον άλλον πίσω από παράθυρα καλυμμένα με ιστούς αράχνης, να σκαρφίζονται μικροαπατεωνιές ικανές, στη φαντασία τους, να τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο, ενώ για το σήμερα μοιάζει να αρκεί λίγη πάλινκα ή μια επίσκεψη στον άλλοτε μύλο του χωριού, που πλέον λειτουργεί ως πορνείο, αυτό το απομονωμένο χωριό αποτελεί το σκηνικό για το μυθιστόρημα με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο ο σπουδαίος Λάζλο Κρασναχορκάι.  

Τον φαινομενικό ρεαλισμό στην απεικόνιση της καθημερινότητας σε ένα μέρος όπως αυτό σκιάζει,  από την πρώτη κιόλας σελίδα με τους ήχους από καμπάνες, μια αίσθηση μεταφυσικού, αίσθηση η οποία κορυφώνεται με την επανεμφάνιση στο χωριό τού, θεωρούμενου για κάποιους μήνες νεκρού, Ιερεμία -με την επιλογή του ονόματος να είναι σαφώς συμβολική-, επανεμφάνιση που στα μάτια των κατοίκων συνοδεύεται ταυτόχρονα από ελπίδα αλλά και φόβο. 

Τα φίλτρα μέσα από τα οποία επιλέγει ο Κρασναχορκάι να προσλάβει και να αποδώσει την ιστορία του, αποφεύγοντας να καταφύγει σε έναν στείρο ρεαλισμό, χωρίς όμως ταυτόχρονα να παρασύρεται  από το μεταφυσικό εφόσον του αντιστέκεται, έχουν ως αποτέλεσμα Το τανγκό του Σατανά να είναι τελικά ένα πολιτικό  βιβλίο. Όπως σε κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα -και Το τανγκό του Σατανά είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα- η ιστορία αυτή καθεαυτήν στέκει σε δεύτερο επίπεδο σπουδαιότητας. Εδώ κυριαρχεί ο τρόπος με τον οποίο ο Κρασναχορκάι τοποθετεί τη μία λέξη μετά την άλλη, ο ευφυής τρόπος με τον οποίο συνθέτει την πλοκή και χτίζει τους χαρακτήρες, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ταυτόχρονα προκαλεί ετερόκλητα συναισθήματα στον αναγνώστη -με χαρακτηριστικότερα όλων παραδείγματα το γέλιο και τον τρόμο.

Δεν ξέρω γιατί δυσκολεύομαι να γράψω πως ο Κρασναχορκάι δεν αγαπάει τους χαρακτήρες του, για την ακρίβεια δεν τους αγαπάει με έναν τρόπο συγχωρητικό ή παρηγορητικό, με έναν τρόπο ο οποίος ίσως να μας είναι οικείος, όχι γιατί είναι μοχθηρός ή μισάνθρωπος, αλλά γιατί δεν είναι ή καλύτερα δεν νιώθει Θεός, ικανός να επαναχαράξει τις ζωές τους ή να απλώσει μία χείρα βοήθειας, παρά ένας απλός παρατηρητής της αφέλειας ή της ανάγκης των ανθρώπων για έναν σωτήρα, είτε αυτός βρίσκεται στον ουρανό είτε στη γη, καθισμένος πίσω από κάποιο γραφείο. 
      
Λογοτεχνία υψηλή, λαϊκή και απολαυστική.

υγ. είχε προηγηθεί ένα κείμενο πιο συναισθηματικό (περισσότερα εδώ)


Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις
  

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Το τανγκό του Σατανά - László Lrasznahorkai (συναισθηματικά)





Είναι που πάντα το μυαλό σου πάει στο καλό, μου είπε εκείνη· ενώ εγώ θα απέδιδα τον αναγραμματισμό του Satantango σε Santatango στην ταινία του Χοντορόφσκι (Santa Sangre). Θα είχε, ίσως, ενδιαφέρον η άποψη ενός ψυχαναλυτή γι' αυτό.

Στις αρχές του 2012 θα γινόταν μία προβολή της ομώνυμης ταινίας του Μπέλα Ταρ στο Τριανόν. Είχα σκεφτεί τότε πως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα για πρώτο ραντεβού με μια κοπέλα που μου άρεσε τότε. Δεν της ανέφερα, παρά αργότερα και αφού τελικά δεν είχαμε πάει στην προβολή εκείνη, αλλά είχαμε δει το Κολαστήριο στη μικρή αίθουσα της Ταινιοθήκης, πως η ταινία διαρκεί επτάμισι ώρες. Ο θεός με γλίτωσε, αναφώνησε, όταν το έμαθε. 

Τη σχέση του Κρασναχορκάι με τον Μπέλα Ταρ την ανακάλυψα μετά την κυκλοφορία του Πόλεμος και Πόλεμος, όταν, έχοντας υποστεί βαρύ αναγνωστικό σοκ, αναζητούσα πληροφορίες για τον συγγραφέα με το τρομακτικά ευθύβολο βλέμμα στη φωτογραφία.

Όταν κυκλοφόρησε το Πόλεμος και πόλεμος, το 2015, δεν γνώριζα τον Κρασναχορκάι και τα γενναιόδωρα για εκείνον σχόλια βιάστηκα να τα θεωρήσω αναπόσπαστο συνοδευτικό της έκδοσης. Δεν ήξερα πού έμπλεκα ο αδαής. Και ίσως, σκέφτομαι τώρα με μια διάθεση καθησυχασμού, έτσι να έπρεπε να γίνει, χωρίς προσδοκίες. 

Και μόλις το δέος από την ανάγνωση υποχώρησε, έμεινε το ερώτημα: και τώρα, τι κάνουμε τώρα; Γιατί υπάρχουν βιβλία για τα οποία κάποιοι αναγνώστες μοιράζονται το άγχος του εκδότη· να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες, εύχονται, ώστε να κυκλοφορήσουν και τα υπόλοιπα βιβλία τού συγγραφέα. Στην προκειμένη περίπτωση, ευτυχώς, συνέβη. Ακολούθησε η Μελαγχολία της αντίστασης το 2016 και φέτος Το Τανγκό του Σατανά.

Τώρα υπάρχουν οι προσδοκίες και η αναμονή για την επόμενη έκδοση. Κυρίως όμως υπάρχει μία ανάγκη για τη δημιουργία των κατάλληλων αναγνωστικών συνθηκών. Είχα το βιβλίο στην κορυφή της στοίβας με τα προς ανάγνωση. Ολοένα μετέθετα όμως την ανάγνωση. Τώρα νιώθω κουρασμένος. Τώρα δεν έχω επαρκή χρόνο. Το διάβασε ένας φίλος. Ζήλεψα. Θα το ξεκινήσω απόψε, του έγραψα. Κάποια βιβλία διαμορφώνουν τις συνθήκες, φέρνουν την καθημερινότητα στα μέτρα τους. Και αυτό κάθε φορά το ξεχνάω. 

Πώς σου φάνηκε; με ρώτησε σήμερα. Με αυτό το κείμενο παλεύω τώρα, του απάντησα. Γράψε απλώς ΕΠΟΣ, με συμβούλευσε. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο Κρασναχορκάι -και κατά επέκταση η μεταφράστρια Ιωάννα Αβραμίδου- τοποθετεί τις λέξεις στο χαρτί, τη μία μετά την άλλη, ασκεί πάνω μου μία έλξη μαγνητική, εγκλωβίζει πλήρως την εγκεφαλική μου προσοχή, μην επιτρέποντάς μου οποιαδήποτε άλλη σκέψη, απλή, καθημερινή, πεζή. Και ίσως, σκέφτομαι, να έπρεπε να αναθεωρήσει κανείς χαρακτηρισμούς όπως απαιτητικό ή ευκολοδιάβαστο, να επικεντρωθεί, όπως εκείνη σωστά διέκρινε όταν της μίλησα σχετικά με αυτή μου τη σκέψη, στο πόσο μας ενδιαφέρει ή όχι τελικά ένα δημιούργημα, ακόμα και αν, θα πρόσθετα εγώ, δεν είναι καθόλου εύκολο να εξηγήσουμε γιατί μας ενδιαφέρει, καθιστώντας ακόμα πιο υποκειμενικό τον ορισμό της σπουδαίας λογοτεχνίας.

 υγ. Το Satantango παραμένει σε εκκρεμότητα, τώρα όμως η προβολή θα γίνει, ακόμα και αν χρειαστούν παραπάνω μέρες.

    

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

καλημέρα σύντροφοι - Ondjaki





Η Αγκόλα αποτέλεσε για αιώνες πορτογαλική αποικία και κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1975. Την ανεξαρτησία ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των τριών απελευθερωτικών κινημάτων. Το 1991 η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η επακόλουθη αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο θα οδηγήσουν σε νέα πολιτικά μονοπάτια τη χώρα της νοτίου Αφρικής. Το MPLA θα αλλάξει ιδεολογικό προσανατολισμό ανοίγοντας τη χώρα στην ελεύθερη οικονομία και τον πολυκομματισμό. Όμως ο εμφύλιος θα συνεχιστεί, παρά τις αλλεπάλληλες συμφωνίες, μέχρι το 2002.
Ξύπνησα νωρίς και με κέφια. Είχα δύο υπέροχα πράγματα να κάνω αυτή τη μέρα: Το ένα ήταν να πάω στο αεροδρόμιο για να πάρουμε τη θεία Ντάντα, και το άλλο να πάω στην Εθνική Ραδιοφωνία για να διαβάσω το μήνυμά μου προς τους εργάτες. Σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να χρησιμοποιήσω την έκθεση που είχα γράψει για την εργατοεργατική συμμαχία και είχε πάρει άριστα πέντε στο διαγώνισμα της πορτογαλικής γλώσσας.
Η αφήγηση του έφηβου Ντάλου διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του '90. Και αυτό το εύρημα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός εφήβου, ο κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός εφήβου, προσδίδει μυθοπλαστική διάσταση στο αφήγημα του Ondjaki. Ο συγγραφέας επιτυγχάνει στην ακρίβεια της εφηβικής φωνής, κάτι το οποίο, παρά τη φαινομενική ευκολία, απαιτεί προσήλωση και ένστικτο. Δεν είναι άλλωστε λίγα τα παραδείγματα των λογοτεχνικών εφήβων με την ενήλικη και εξεζητημένη φωνή, γεγονός το οποίο ακυρώνει εντελώς τη σύμβαση του παιδικού ή εφηβικού χαρακτήρα.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει ο έφηβος όσα συμβαίνουν στη χώρα του, είναι ένα κράμα προπαγάνδας, εφηβικών εικασιών και σιωπής. Η αφέλεια και η σημασία του μικρόκοσμου καθιστούν τον Ντάλου έναν ιδιαίτερο αφηγητή, χωρίς ιδεολογική σκοπιμότητα, εύπλαστο στις προσλαμβάνουσες του κόσμου που τον περιβάλλει, εύπλαστο όμως και στα χέρια του συγγραφέα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το τελικό αποτέλεσμα.

Επιτυγχάνοντας μία πειστική φωνή για τον ήρωά του, ο συγγραφέας καταφέρνει να διηγηθεί την ιστορία της Αγκόλα εκείνων των χρόνων, γεγονός που αποτελούσε τον πρωταρχικό του στόχο, εντείνοντας το ενδιαφέρον και του αναγνώστη εκείνου που υπό άλλες συνθήκες δεν θα επιθυμούσε να διαβάσει ένα καθαρά ιστορικό κείμενο, ενώ ταυτόχρονα, και λόγω των χαρακτηριστικών του αφηγητή για τα οποία έγινε ήδη λόγος, έχει την πολυτέλεια να εμποτίσει, συγκαλυμμένα, ιδεολογικά την αφήγηση, χωρίς να ενοχλεί.

Ο Ondjaki με το μικρής έκτασης αφήγημά του αποτυπώνει τις συνθήκες ζωής στην Αγκόλα, τις συνήθειες και τις ιδιαιτερότητές της, εντάσσοντας ομαλά το ιστορικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, με γλώσσα απλή και στιγμές πηγαίου γέλιου και συγκίνησης να εναλλάσσονται. Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι εντυπωσιακό, όμως η όμορφη αίσθηση στη διάρκεια και στο τέλος της ανάγνωσης δικαιώνουν τον αναγνώστη για την επιλογή του.

υγ. Η ανάγνωση του Καλημέρα σύντροφοι μου έφερε στο νου ένα άλλο βιβλίο Αφρικανού συγγραφέα: Οι ψαράδες, του Chigozie Obioma.

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Αιώρα        

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Η λήθη που θα γίνουμε - Héctor Abad Faciolince





Ο γιατρός Έκτορ Αμπάδ Γκόμες, πατέρας του συγγραφέα, δολοφονήθηκε το 1987 στο Μεδεγίν της Κολομβίας· υπέρμαχος της κοινωνικής ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έδωσε για πολλά χρόνια μάχη για την καταπολέμηση της φτώχειας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού, πιστεύοντας ακράδαντα στην ιπποκράτειο ρήση περί πρόληψης. Η ζωή του συνέπεσε με την πλέον άγρια περίοδο της κολομβιανής ιστορίας, με χιλιάδες νεκρούς από τα πυρά παρακρατικών οργανώσεων. Η λήθη που θα γίνουμε, στίχος του Μπόρχες από το ποίημα του Επιτάφιος*, αποτελεί τη βιογραφία του, συνδεδεμένη άρρηκτα με την ιστορία της χώρας.

Ο γιος του χρειάστηκε πάνω από δύο δεκαετίες απόσταση για να καταφέρει να γράψει αυτό το βιβλίο, που τόσο επιθυμούσε να το γράψει, ώστε να θέσει τις λέξεις της μνήμης απέναντι στις σφαίρες της λήθης. Όμως, όσα χρόνια και αν περάσουν, το να μιλήσει κανείς για τον δολοφονημένο πατέρα του δεν γίνεται ευκολότερο, δεν γίνεται λιγότερο υποκειμενικό, ο θυμός παραμένει και η διάθεση αγιοποίησης παραμονεύει, ειδικότερα από τη στιγμή που η υπόθεση έκλεισε και ποτέ δεν βρέθηκαν οι ένοχοι και οι εντολοδόχοι τους.

Η επιθυμία τού συγγραφέα να γράψει αυτό το βιβλίο είναι πανταχού παρούσα, όσο και αν προσπαθεί να στρέψει κάποια από τα φώτα της ιστορίας επάνω του ή σε άλλες παράλληλες οικογενειακές ιστορίες, η δολοφονία παραμένει συνεχώς στον πυρήνα της αφήγησης. Και οφείλει να αναγνωρίσει κανείς πως ο Αμπάδ υλοποιεί με επιτυχία τον στόχο του. Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Νοσταλγική απλότητα στον λόγο, συνεχείς απόπειρες επεξήγησης των λόγων για τους οποίους πρέπει να ειπωθεί αυτή η ιστορία, για τους οποίους πρέπει να διασωθεί η μνήμη.

Η αφήγηση, όμως, ο τρόπος με τον οποίο ο Αμπάδ διηγείται την ιστορία του, δεν είναι του γούστου μου, γιατί επιβάλλει μία συναισθηματική καθοδήγηση. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, η ιστορία ενός ανθρώπου που προσπάθησε για το κοινό καλό, παρά τις αδυναμίες του, το ζοφερό περιβάλλον μέσα στο οποίο αγωνίστηκε και το τραγικό του τέλος αποτελούν συναισθηματικές γεννήτριες απέναντι στις οποίες είναι αδύνατο -και αδικαιολόγητο- να προτάξει κανείς την αδιαφορία του. Όμως αυτή είναι η ρεαλιστική πλευρά της ιστορίας και όχι η λογοτεχνική. Διάβασα το βιβλίο μέχρι το τέλος, παρότι ήδη από τις πρώτες σελίδες ήταν φανερή η απουσία λογοτεχνικής ταύτισης, και το έκανα αυτό, σκέφτομαι τώρα, ίσως από μία περιέργεια να δω πώς θα διαχειριζόταν στην πορεία το υλικό του, πώς θα πετύχαινε -αν πετύχαινε- την κορύφωση φτάνοντας στο σημείο της δολοφονίας.  

Η Κολομβία των τελευταίων δεκαετιών δεν επιτρέπει στον Αμπάδ να διηγηθεί την ιστορία της οικογένειας του με τον τρόπο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, που τόσο μοιάζει να θαυμάζει. Άπαξ και επέλεξε να διηγηθεί την ιστορία τού πατέρα του, το μονοπάτι ήταν προκαθορισμένο. Ως αναγνώστης λογοτεχνίας προτιμώ τον τρόπο του Βάσκεζ ή του Γκαμπόα, με την Κολομβία παρούσα, την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας ως ζητούμενο, λογοτεχνικά όμως με έναν τρόπο διαφορετικό.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη
Εκδόσεις Πατάκη
*Επιτάφιος
  
  Είμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε.
  Η στοιχειώδης σκόνη που μας αγνοεί
  και που ήταν άλλοτε ο κόκκινος Αδάμ, και τώρα είναι
  όλοι οι άνθρωποι, και που δε θα τη δούμε.

  Είμαστε κιόλας πάνω στον τάφο οι δυο ημερομηνίες
  αρχής και τέλους. Η κάσα,
  η απαίσια σήψη και το σάβανο,
  οι θρίαμβοι του θανάτου, και τα μοιρολόγια.

  Δεν είμαι ο βλάκας που γατζώνεται
  από τον μαγικό ήχο του ονόματός του.
  Μ' ελπίδα συλλογίζομαι τον άνθρωπο εκείνο

  που δε θα ξέρει πως πέρασα από τον κόσμο.
  Κάτω από το αδιάφορο γαλάζιο τ' ουρανού
  ο στοχασμός αυτός είναι μια παρηγοριά.



 

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Οι άνθρωποι στα δέντρα - Hanya Yanagihara





Ο Νόρτον Περίνα βραβεύτηκε με το Νόμπελ Ιατρικής το 1974 για την απόδειξη ότι η κατανάλωση μιας εξαφανισμένης πλέον χελώνας από τη μικρονησιακή χώρα του Ου'ίβου αδρανοποιούσε την τελομεράση, που περιορίζει τον αριθμό των διαιρέσεων στα ανθρώπινα κύτταρα με αποτέλεσμα την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Ο Ρόναλντ Κουμποντέρα, επί χρόνια συνεργάτης του Νόρτον Περίνα, είναι ένας, ίσως ο μοναδικός, από τους ανθρώπους του στενού κύκλου του επιστήμονα που θα σταθούν στο πλευρό του και δεν θα περάσουν στην απέναντι πλευρά, εκείνη των πολέμιων, όταν θα καταδικαστεί για βιασμό και έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο· κατήγορός του ήταν ένα από τα σαράντα τρία θετά του παιδιά. Ο Ρόναλντ θα ζητήσει από τον φυλακισμένο Νόρτον να διηγηθεί ο ίδιος την ιστορία του, κάτι το οποίο επανειλημμένως είχε αρνηθεί εκείνος να κάνει ως τότε για εφημερίδες και περιοδικά.

Ο Περίνα θα διηγηθεί, λοιπόν, την ιστορία του, με τον Κουμποντέρα να την επιμελείται, μέχρι το σημείο εκείνο που θα συναντηθεί χρονικά με την πλοκή του μυθιστορήματος. Και αυτό το δομικό εύρημα της Γιαναγκιχάρα αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργικό, καθώς, χωρίς να στερεί ιδιαίτερα από το μυθιστόρημα το σασπένς, τοποθετεί ήδη εξαρχής τόσο τον Περίνα όσο και την αφήγησή του απέναντι από τον αναγνώστη, τις προθέσεις του ενός απέναντι στις προσδοκίες του άλλου. Ο Περίνα δεν επιθυμεί, ή τουλάχιστον δεν μοιάζει να επιθυμεί να απολογηθεί. Νιώθει την ελευθερία, απευθυνόμενος σε έναν φίλο του, να διηγηθεί την ιστορία του, από την αρχή μέχρι το τέλος. Η Γιαναγκιχάρα στοχεύει σε πολλά περισσότερα από μία απλή δικαστική ιστορία, και ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται ο Περίνα την ιστορία του, έστω και μετά την επιμέλειά της από τον Κουμποντέρα, αποτελεί το ιδανικό όχημα γι' αυτό. Τα παιδικά χρόνια και οι σπουδές του, η παρουσία του στο Ίβου'ίβου της Μικρονησίας, η έρευνα και τα αποτελέσματά της, ο ακαδημαϊκός χώρος και τα εργαστήρια των πολυεθνικών, η βράβευσή του, η προσωπική του ζωή και, τέλος, η καταδίκη του, προσφέρουν πλείστες δυνατότητες τις οποίες η Γιαναγκιχάρα αξιοποιεί. Έτσι, εκτός από μία δικαστική ιστορία, Οι άνθρωποι στα δέντρα θα μπορούσαν να είναι μία πλήρης ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα, μία μυθιστορηματοποιημένη ηθική της επιστήμης, μία οικογενειακή σάγκα ή μία ερωτική ιστορία. Είναι όλα αυτά μαζί, και είναι θαυμαστό πώς η Γιαναγκιχάρα επιτυγχάνει κάτι τέτοιο στο πρώτο της μυθιστόρημα. 

Η αληθοφάνεια της ιστορίας, η σχεδόν αδιόρατη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και τον μύθο, από τις βιβλιογραφικές υποσημειώσεις μέχρι τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, είναι μία ακόμα κομβικής σημασίας συγγραφική επιλογή, και εδώ είναι ενδιαφέρον το πώς καταφέρνει να κάνει τον κόσμο της ιστορίας της να μοιάζει ερμητικά κλειστός παρά τα φαινομενικά ανοίγματα επικαιροποίησης και συγχρονισμού. Η Γιαναγκιχάρα αντλεί από την έρευνα και οπλίζει τη φαντασία της, δημιουργεί και ονομάζει κόσμους και πλάσματα, κρυμμένη καλά πίσω από τον υποκειμενικό αλλά ταυτόχρονα άρτια επιστημονικό λόγο τού Περίνα, γοητεύει εξοργίζοντας τον αναγνώστη, αρνείται την όποια ηθικοπλαστική χροιά που η παρουσία ενός παντογνώστη αφηγητή πιθανώς να επέτρεπε. Κινείται με άνεση σε έναν -σχεδόν- αμιγώς αντρικό κόσμο, κάτι το οποίο επαναλαμβάνει και στο Λίγη ζωή, το επόμενο μυθιστόρημά της το οποίο και την καθιέρωσε.

Οι προσδοκίες, υψηλές λόγω της αναγνωστικής εμπειρίας του Λίγη ζωή, υπερκαλύφθηκαν, δύο, σίγουρα διαφορετικά, αλλά υπέροχα βιβλία, μία συγγραφέας που αναμένεται να μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον. 

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

     

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Kitchen - Μπανάνα Γιοσιμότο





Είχα καιρό να διαβάσω κάτι ιαπωνικό. Θυμήθηκα τη Γιοσιμότο. Μία φίλη παλιά μου είχε μιλήσει για εκείνη, με λόγια γλυκά, όχι διθυραμβικά, κι εγώ με τον καιρό κατάφερα να εντοπίσω διάφορα βιβλία της, κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Και τώρα, που θέλησα να διαβάσω κάτι ιαπωνικό, σύγχρονο, κάτι στο στυλ των Μουρακάμι -του Χαρούκι ή του Ριού-, ένιωσα πως ήταν η στιγμή να διαβάσω ένα βιβλίο της Γιοσιμότο, το Kitchen συγκεκριμένα, βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνονται οι πρώτες τρεις νουβέλες που εξέδωσε η Γιαπωνέζα συγγραφέας, αρκετά έργα της οποίας κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη πριν από χρόνια. Συγγραφέας συνεπής, η οποία όμως εδώ και χρόνια δεν μεταφράζεται πια στα ελληνικά.

Η παρούσα έκδοση αποτελείται από τρεις νουβέλες, με τις δύο πρώτες (Kitchen, Kitchen 2) να συνδέονται, ενώ η τρίτη (Moonlight Shadow) είναι αυτόνομη, αν και συγγενής ως προς το ύφος και τη θεματική. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ανήκει σε δύο κοπέλες στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής τους, ζωής στιγματισμένης από την απώλεια και την επακόλουθη απόλυτη μοναξιά. Οι ηρωίδες της Γιοσιμότο αναζητούν τη λύτρωση, τον τρόπο να συνεχίσουν να ζουν, την αίσθηση σταθερότητας στο βάδισμα. Ταλαιπωρούνται από αϋπνίες, νιώθουν σεβασμό για τα μέρη εκείνα που τους εξασφαλίζουν έναν ήσυχο και βαθύ ύπνο, αφήνουν τη ζωή να τις οδηγήσει, τη ζωή που συνεχίζει να κυλά, λίγο από αδυναμία αντίδρασης και λίγο από μία πίστη διαισθητική, προσπαθούν να κρατήσουν τα μάτια ανοιχτά απέναντι στο θαύμα, σε μία συνάντηση ονειρική, σε μία γνωριμία καρμική. Οι ηρωίδες της Γιοσιμότο δεν φωνάζουν και δεν επιζητούν τη λύπηση, γι' αυτό και επιτυγχάνουν να συγκινήσουν. Πορεύονται με τον δικό τους τρόπο, που παρότι κάποιες φορές μοιάζει κάπως αφελής, εντούτοις δεν ξενίζει.

Δεν υπάρχει μέρος στον κόσμο που να τ' αγαπάω περισσότερο απ' ό,τι την κουζίνα. Δεν έχει σημασία πού βρίσκεται, πώς είναι φτιαγμένη· αρκεί να είναι μια κουζίνα, ένα μέρος που ετοιμάζει κανείς φαγητό, κι είμαι μια χαρά. Αν είναι δυνατόν, την προτιμώ λειτουργική και όχι πολύ καινούρια. Ακόμα καλύτερα αν έχει ένα σωρό πετσέτες στεγνές και καθαρές και πλακάκια άσπρα που να λαμποκοπάνε. Αλλά και οι απίστευτα βρώμικες κουζίνες μ' αρέσουν μέχρι θανάτου.
Γραφή απλή, χωρίς αχρείαστα φτιασίδια, γραφή τρυφερή και γυναικεία, που χωρίς τυμπανοκρουσίες καταφέρνει να φτάσει αρκετά βαθιά στην ψυχή των ηρώων, σκιαγραφώντας τους χαρακτήρες χωρίς να καταναλώσει λεπτομέρειες, αποδίδοντας με συναισθηματική ειλικρίνεια την αίσθηση της απώλειας, περιγράφοντας τα πρώτα βήματα μετά το σημείο μηδέν, το σκληρό παζάρι με τη μνήμη, το διπλό πρόσωπο της λήθης. Η Γιοσιμότο, μέσα από τις δύο ηρωίδες της, επιτυγχάνει να ενσωματώσει στις ιστορίες της την ιαπωνική κουλτούρα, που ισορροπεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, την τεχνολογία και την πίστη στο άγνωστο, τις πολύβουες πόλεις με τις νησίδες απομόνωσης, την υπερβολική ταχύτητα του εξωτερικού κόσμου και τη βραδυπορεία του εσωτερικού.

Οι αναγνωστικές προσδοκίες υπερκαλύφθηκαν. 


Μετάφραση Άμπυ Ραΐκου
Εκδόσεις Καστανιώτη