Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Από μακριά μοιάζουν με μύγες - Kike Ferrari




Όταν ο κύριος Μάτσι αναγκαστεί να βγει στην άκρη του δρόμου με το πανάκριβο αυτοκίνητό του να έχει πάθει λάστιχο, θα ανοίξει το πορτμπαγκάζ και θα αντικρίσει το πτώμα ενός άγνωστου άντρα. Αμέσως θα αντιληφθεί πως κάποιος του την έχει στημένη, πως κάποιος επιθυμεί διακαώς να τον δει στη φυλακή. Όμως ο κύριος Μάτσι δεν είναι χτεσινός στο κουρμπέτι, είναι ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που, εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν, δημιούργησε μια μικρή οικονομική αυτοκρατορία, και δεν σκοπεύει να παραδοθεί έτσι απλά, έχει αντιμετωπίσει μεγαλύτερες προκλήσεις αυτά τα χρόνια της ανέλιξης και δεν κώλωσε πουθενά και σε τίποτα, και όχι μόνο αυτό, αλλά μετά από κάθε εμπόδιο συνέχιζε ακόμα πιο δυνατός τον δρόμο του. Έχει λοιπόν κάθε λόγο να πιστεύει πως έτσι θα συμβεί και αυτή τη φορά, θα τη βγάλει καθαρή ενώ εκείνος που κρύβεται πίσω από αυτό το ανόητο αστείο θα το πληρώσει ακριβά, πολύ ακριβά.  

Αυτή είναι η εκκίνηση της ιστορίας αυτής. Ο Κίκε Φεράρι γράφει ένα τυπικό ισπανόφωνο νουάρ μυθιστόρημα, σκληρό και σκοτεινό όσο η καθημερινότητα της Αργεντινής, κοινωνικό και πολιτικό, με άξονα περιδίνησης τον φόβο, σε διάφορες μορφές και προς διάφορες κατευθύνσεις. Όλοι φοβούνται πολύ, ο καθένας έχει τους λόγους του: μην απολυθεί, μη μείνει νηστικός, μη δεν του σηκωθεί, μη τον καθαρίσουν, μη τον προδώσουν. Η διαφορά εντοπίζεται στο πόσο φανερώνεις τον φόβο σου, πόσο αφήνεις την μυρωδιά του να σε κατακλύσει κινδυνεύοντας έτσι να φαγωθείς· τον φοβισμένο κανείς δεν τον φοβάται. Τα φράγκα σίγουρα βοηθούν ως καμουφλάζ του φόβου, στέκεται κανείς πάνω στους σωρούς από χαρτονομίσματα και κοιτάζει τον κόσμο αφ' υψηλού, από εκεί μακριά όλοι μοιάζουν με μύγες. Είναι μια μορφή εκδίκησης, τιμωρίας επίσης, η ευχή να αντικρίσεις τον φόβο στα μάτια του άλλου, εκείνου που σε φόβισε, που σε τιμώρησε. Ο κύριος Μάτσι το ξέρει καλά αυτό, την πλάτη του φοβάται, αν και επαναλαμβάνει στο εαυτό του πως ένας επιχειρηματίας δεν έχει εχθρούς παρά μόνο ανταγωνιστές, ξέρει πως έχει τα χέρια του λερωμένα, ξέρει πως υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι υπεύθυνοι πίσω από το πτώμα στο αμάξι, κίνητρο έχουν πολλοί, εκείνο που τον απασχολεί είναι ποιος μπορεί να είχε την τεχνογνωσία, ποιος μπορεί να είχε το τσαγανό να τα βάλει μαζί του.

Με μικρά κεφάλαια και καταιγιστική εξέλιξη της πλοκής, ο Φεράρι επιτυγχάνει να διατηρήσει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Εκκινεί την αφήγηση από την ανακάλυψη του πτώματος, αλλά με συνεχείς αναλήψεις έρχεται να προσθέσει τα απαραίτητα κομμάτια της ιστορίας. Η δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας αποτελεί συγγραφικό ζητούμενο, είναι εμφανές κάτι τέτοιο ήδη από την αρχή, και η στακάτη χρήση της γλώσσας, η απουσία λεπτομερειών, η δυσαναλογία ανάμεσα στα ερωτήματα και στις απαντήσεις καθώς και η χρήση των διαλόγων αποτελούν κάποια από τα συγγραφικά εργαλεία με τα οποία ο Φεράρι δημιουργεί τη δέουσα ατμόσφαιρα, συστατικό άκρως απαραίτητο για ένα πετυχημένο νουάρ. Η επιλογή του ονόματος του ήρωα μόνο τυχαία δεν μοιάζει, ο κύριος Μάτσι συνηχεί με τον μάτσο, τον αρρενωπό, τον άντρα που επιζητά διαρκώς την επιβεβαίωση της αρρενωπότητάς του, είναι από τις περιπτώσει εκείνες που το όνομα του ήρωα φανερώνει μεγάλο μέρος του χαρακτήρα του. Οι τίτλοι των ενοτήτων αποτελούν φόρο τιμής του συγγραφέα στον Μπόρχες καθώς είναι δανεισμένοι από μια φανταστική ταξινόμηση των ζωών που προτείνει ο Μπόρχες στο δοκίμιό του Η αναλυτική γλώσσα του Τζον Ουίλκινς. Μιλώντας για αναφορές, τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση του Μπολάνιο στις νέες γενιές της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, φαινόμενο το οποίο ολοένα και πιο μαζική μορφή παίρνει.


Μετάφραση Άννα Βερροιοπούλου 
Εκδόσεις Καστανιώτη            

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

η μοναξιά των σκύλων - Πάνος Τσίρος




Μια τετάρτη κατά τις οχτώ το βράδυ κατέβηκα στο λιμάνι. Νύχτωνε. Τα πλοία για την Αίγινα ήταν δεμένα στην προβλήτα, η πλώρη τους ήταν στολισμένη με μια σειρά πολύχρωμα φώτα, θολά. Είχαν μείνει πέντε μέρες μόνο για τα Χριστούγεννα. Ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Κατευθύνθηκα στην πλατεία απέναντι από το λιμάνι, προς το λεωφορείο για την Αγία Σοφία.
Να η γνώριμη πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή του Τσίρου, σκέφτηκα, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές του πρώτου διηγήματος της καινούριας του συλλογής, η μοναξιά των σκύλων, που κυκλοφόρησε λίγο πριν το καλοκαίρι. Ίδια σε όλα τα διηγήματα, με την πιθανότητα του βιώματος να παραμένει ανοιχτή, ήπια και αποστασιοποιημένη παρατήρηση στο όριο της παραίτησης, σε ευθεία αντίστιξη με το εγώ, σαν να πρόκειται για την ιστορία κάποιου άλλου, η διάχυτη αίσθηση πως δεν συνέβη κάτι φοβερό σε μια παράδοξη σύμπλευση με την ανάγκη του να πει την ιστορία, την κάθε μία ιστορία, με τους θεματικούς άξονες και τα πρόσωπα να επανέρχονται γνώριμα και οικεία από τις προηγούμενες συλλογές του.

Ο εικονοποιητικός και εννοιολογικός τρόπος συνυπάρχουν σε αρμονία στην αφήγηση, και έτσι, παρά τη μικρή έκταση των ιστοριών, ο αναγνώστης νιώθει πως γνωρίζει όλα εκείνα που θα του επέτρεπαν να εμπλακεί στην ιστορία, τόσο εκείνα που σκέφτεται ο αφηγητής όσο και εκείνα που αντικρίζει. Ίσως εκείνο που λείπει είναι η ευκρίνεια της εικόνας των υπόλοιπων προσώπων, παρότι σε κάποια διηγήματα κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, ευκρίνεια που όμως δεν λείπει μόνο από τον αναγνώστη αλλά και από τον ίδιο τον αφηγητή, αφού έχει και εκείνος κενά σε όσα ξέρει γι' αυτούς, ο άλλος, άλλωστε, δεν παύει ποτέ να 'ναι ένας άγνωστος, ένας μη εγώ, φορτωμένος εν μέρει με δικές μας εικασίες και προσδοκίες.
Γνώρισα τον Δ. το 1990 στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν φοιτητής, για την ακρίβεια, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και μόλις είχα γραφτεί στο μεταπτυχιακό της φιλοσοφίας. Το ίδιο κι αυτός. Θέλω να διηγηθώ την ιστορία του. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει.
Η απλότητα στον λόγο χαρακτηρίζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται ο Τσίρος. Αποφεύγει τη χρήση εξεζητημένων λέξεων και την κατασκευή σύνθετων προτάσεων, στις ιστορίες που έχει να αφηγηθεί δεν ταιριάζουν τέτοιου είδους στολίδια, εδώ απαιτείται αφαίρεση του περιττού ώστε να αναδειχθεί η λεπτομέρεια, εκείνο που κινητοποιεί την κάθε ιστορία. Οι ιστορίες του Τσίρου, αν και στη βάση τους ρεαλιστικές, διαθέτουν κάτι παράδοξο, ένα σημείο εξόδου από την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, όσο διαρκεί ένα κλείσιμο των βλεφάρων. Είναι αυτό που βλέπεις, και τίποτα παραπάνω, μοιάζει να λέει, αλλά ίσως θα έπρεπε να σιγουρευτείς, συνεχίζει, πως κοιτάζεις προσεκτικά, γιατί σπάνια είναι κάτι αυτό που μοιάζει να 'ναι. Αν όμως κοιτάξει κανείς καλύτερα, είναι πιθανό να αντικρίσει τη ρωγμή, και άπαξ και η ρωγμή εντοπιστεί, τότε η πραγματικότητα παύει να είναι ένα μέρος περίκλειστο, ένα μέρος προστατευμένο.

Συχνά δημιουργείται η επιθυμία να αναφερθεί κανείς στις κακοτοπιές εκείνες που ο συγγραφέας απέφυγε, δείχνοντας έτσι εκείνα που πέτυχε, όπως είναι για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε το παρελθόν, χωρίς περιττή νοσταλγική διάθεση και αχρείαστη ωραιοποίηση, ή η απουσία διδακτισμού και μασημένου επιμυθίου, καθώς και η παντελής έλλειψη αμηχανίας και βιασύνης στο κλείσιμο των ιστοριών, μεταξύ άλλων. Επίσης ο Τσίρος απέφυγε κάτι ακόμα, συνηθισμένο δυστυχώς, να παραδώσει μια συλλογή άνισων και ασύνδετων μεταξύ τους διηγημάτων. 

Με την τρίτη πλέον συλλογή του να κυκλοφορεί, ο Τσίρος καθιερώνεται ως μια σημαντική παρουσία στην εγχώρια σκηνή της μικρής φόρμας, μια φωνή την οποία αξίζει να αναζητήσει κανείς, δοκιμάζοντας ίσως να διαβάσει στο βιβλιοπωλείο ένα διήγημα στα όρθια.



υγ. Την ανάρτηση για το Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τσίρου θα τη βρείτε εδώ και για το Δεν είν' έτσι; εδώ.


Εκδόσεις Νεφέλη
          

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Σπίτι από γη - Woody Guthrie




Ο Τάικ κάθισε κάτω από τον ήλιο και σταύρωσε τα πόδια του. Έσκαψε στη λάσπη από τα σαπουνόνερα και είπε. "Δεν ξέρω, κυρία. Ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου, έτσι είναι οι άνθρωποι. Λένε ψέματα, κοροϊδεύουν, το βάζουν στα πόδια, τρυπώνουν και κρύβονται και υπολογίζουν και εξαπατούν, ξανά και ξανά. Πάντα απορούσα. Δεν μπορώ να καταλάβω. Ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου. Αυτό είναι το μόνο που ξέρω".
Ο Τάικ και η Έλα ζουν στο Τέξας, σε μια παράγκα ξύλινη, που τρίζει απ' το βάρος του χιονιού και πυρώνει απ' τον ανελέητο ήλιο, που δεν κρατάει ούτε την άμμο ούτε τον αέρα μακριά, παρά τις στρώσεις από εφημερίδες που επιμένουν να κολλάνε στους τοίχους για μόνωση. Καλλιεργούν μια μικρή έκταση, που τη νοικιάζουν από έναν γαιοκτήμονα, φροντίζουν τα λιγοστά τους ζώα, παλεύουν για την κάθε μέρα, θέλονται. Ένα φυλλάδιο του υπουργείου Γεωργίας με οδηγίες σχετικά με την κατασκευή  σπιτιού από χώμα και νερό, τους γεμίζει με όνειρα για το μέλλον, ένα σπίτι από γη, που θα τους προστατεύει από τη μανία του καιρού, ένα δικό τους σπίτι, ένα καταφύγιο για να στεγάσει τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο. Τα όνειρα όμως, όσο πιο ταπεινά ακούγονται, τόσο πιο μακρινά μένουν, άπιαστα.

Ο Γκάθρι, διάσημος τραγουδοποιός της φολκ και πνευματικός πατέρας σπουδαίων μουσικών, έγραψε το μυθιστόρημα αυτό το 1947, δεν το εξέδωσε όμως ποτέ, ελπίζοντας ίσως πως κάποιο κινηματογραφικό στούντιο θα έδειχνε ενδιαφέρον. Βασισμένο εν μέρει σε προσωπικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας, όταν ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο χτύπησε το Καπ Ροκ, μια καλοκαιρινή χιονοθύελλα που άφησε πίσω της τεράστιες ζημιές. Το βίωμα του Γκάθρι μετουσιώνεται σε αυθεντικό αφήγημα, η ιστορία διαθέτει τη σκληρή ομορφιά της ζωής των μη προνομιούχων, την αλήθεια τους. Η αγάπη, όπως την παρουσιάζει η παραλογοτεχνία τουλάχιστον, δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο Τάικ και η Έλα δεν είναι ευγνώμονες γι' αυτή, αλλά η καθημερινή μάχη δεν αφήνει χώρο για πολυτέλειες, το ένστικτο κινητοποιεί τις αισθήσεις, η απλότητα γιγαντώνει τις αντιδράσεις. Ο καθημερινός μόχθος ωστόσο δεν τους στερεί το χαμόγελο από τα χείλη, δεν ανακόπτει την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους. Η απλότητα του ρεαλισμού είναι μόνο φαινομενική, διάχυτη ως αίσθηση στην πρόσληψη ενός έργου αλλά όχι στην κατασκευή του, γυρνάει μπούμερανγκ στον επίδοξο συγγραφέα που αγνοεί την πραγματικότητα, όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές, την πραγματικότητα της εκάστοτε εποχής.

Το Σπίτι από γη είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, που περιστρέφεται γύρω από το ακράδαντο πιστεύω του Γκάθρι πως τα σπίτια από γη θα ήταν η καλύτερη λύση για μια ασφαλή και αξιοπρεπή στέγαση. Γύρω από το θέμα της στέγασης -αλήθεια πόσο επίκαιρο παραμένει εβδομήντα χρόνια μετά;- τοποθετούνται ως κομμάτια της πλοκής και άλλα ζητήματα, όπως για παράδειγμα εκείνο της εκμετάλλευσης της γης, με τη συγκέντρωση τεράστιων εκτάσεων στα χέρια λίγων, τα χρέη προς τις τράπεζες και η ουσιαστική ώθηση σε μετανάστευση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Όμως, πάνω και πέρα απ' όλα, το Σπίτι από γη είναι ένα βαθιά συγκινητικό, βαθιά αληθινό μυθιστόρημα, γραμμένο με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, γραμμένο με πίστη στους ανθρώπους που παλεύουν και δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο και εύκολο, γραμμένο με ένα γαμώτο για τη δύναμη που έχουν αυτοί οι άνθρωποι και την αγνοούν. Αλλά και αμιγώς λογοτεχνικά μιλώντας, το βιβλίο αυτό διαθέτει ευδιάκριτες αρετές, με κύρια εκείνη της χρήσης του τοπικού ιδιώματος, τη γραπτή αποτύπωση της προφορικότητας, την απουσία συναισθηματικής καθοδήγησης μέσω της γλώσσας και της ιστορίας, τους καλοσχηματισμένους και άκρως πειστικούς χαρακτήρες, τις περιγραφές του τοπίου που προσδίδουν μια ταιριαστή ποιητικότητα υποκλινόμενες στο μεγαλείο και τη δύναμη της φύσης.

Διαβάζοντας το Σπίτι από γη θυμήθηκα πώς είναι να διαβάζεις λογοτεχνία που μυρίζει χώμα και ιδρώτα, θυμήθηκα τα μυθιστορήματα του Στάινμπεκ και τα διηγήμτα της Ο' Κόνορ, θύμωσα που αρχικά σκέφτηκα -έστω και για μια στιγμή- πως ίσως ένα μυθιστόρημα όπως αυτό να είναι κάπως παρωχημένο πια, θύμωσα πολύ μ' αυτό.

Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Αίολος     

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Ζαχαρίας Σκριπ - Δημήτρης Καρακίτσος




Ένας υπερήρωας χρειάζεται για να μας σώσει, αλλά πού να τον βρεις όταν πραγματικά τον χρειάζεσαι. Βέβαια οι υπερήρωες μοιάζουν με τους έρωτες, τους μεγάλους έρωτες, που -ανάμεσα σε ξενύχτια, τσιγάρα, ποιήματα- τους παρακαλάμε να εμφανιστούν, και μόλις γίνει αυτό δεν μας αρκούν, καθώς σκεφτόμαστε πάλι την ανεξαρτησία μας, τις ανοιχτές επιλογές, διακρίνουμε ίχνη χαλάρωσης στο δέρμα του πόθου με λίγα λόγια. Θα ήταν ίσως πιο ποιητική μια παρομοίωση του υπερήρωα με τα θαύματα ή τις τρεις -συνήθως- ευχές στο τζίνι απ' το λυχνάρι, όμως εμείς σε θαύματα δεν πιστεύουμε, δεν μάθαμε ποτέ να πιστεύουμε, δύσπιστοι ακόμα και σε αυτά που αντικρίζουν τα μάτια μας, ακόμα και μετά το επαναλαμβανόμενο τρίψιμο της ράχης του λυχναριού. 

Κάτι τέτοιο συνέβη και στην πόλη του Βόλου, τότε παλιά, το 1914, τότε που ο Ζαχαρίας Σκριπ με το λεπτό μουστάκι έκανε την εμφάνισή του. Ο αδίστακτος τιμωρός του κακού και ορκισμένος φύλακας του καλού, Ζαχαρίας Σκριπ, έγινε αρχικά δεκτός ως ήρωας, φωτογραφίες και πρωτοσέλιδα, μια μυθολογία στα σπάργανα, η αιτία για το τρεμάμενο φυλλοκάρδι των κορασίδων, η εγγύηση για το μέλλον της πόλης του Βόλου. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής, ένας ταπεινός δημοσιογράφος, θα γίνει το δεξί χέρι του Ζαχαρία, μάρτυρας της ανόδου και της πτώσης, επιχειρεί να διακρίνει τι πραγματικά συνέβη ώστε να μεταφέρει στον αναγνώστη, κάτω από τη μύτη του αρχισυντάκτη, την αλήθεια.

Στους Βολιώτες άρεσε ο σιμιγδαλένιος χαλβάς, τους άρεσε πολύ, σε σημείο παράκρουσης. Η πόλη μύριζε απ' άκρη σ' άκρη καβουρντισμένο σιμιγδάλι, μπόχα και αποφορά, κανείς όμως δεν έδινε σημασία, κανείς δεν έδειχνε να ενοχλείται, και οι μέρες κυλούσαν με τους Βολιώτες να περιμένουν, όχι πάντοτε με υπομονή, στην ουρά για έναν χαλβά, και όσο αυξανόταν η ζήτηση, τόσο κυρίευε την ατμόσφαιρα η μπόχα. Στη θολή από τις αναθυμιάσεις ατμόσφαιρα άρχισε και η εικόνα του Ζαχαρία να θολώνει, να χάνει τη λάμψη της, καθώς η παρουσία του άρχισε να ενοχλεί τους ισχυρούς και να μην εντυπωσιάζει πλέον τους αδύναμους. Το κακό γίνεται αποδεκτό με στωικότητα. Τι μπορεί να κάνει κανείς; Αυτό ακούς να λένε. Το καλό προκαλεί δυσπιστία. Πού αποσκοπεί; Αυτό ακούς ν' αναρωτιούνται.

Ο Καρακίτσος γράφει μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα και εγώ αναρωτιέμαι αν η σημερινή εποχή αποτέλεσε έμπνευση ή καταπίεση για τον συγγραφέα, και δεν είμαι σίγουρος γι' αυτό, γιατί συνήθως η διάθεση για σάτιρα έρχεται σε στιγμές συναισθηματικού στριμώγματος, σε στιγμές που νιώθει κανείς πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει, σε στιγμές που το προφανές για σένα μοιάζει εκτός πραγματικότητας για την κοινή γνώμη. Από την άλλη η καταφυγή στη σάτιρα αποτελεί και μια έξυπνη επιλογή, καθώς περισσότερα μπορεί να πετύχει κανείς χρησιμοποιώντας το μυαλό του παρά το ύψος της φωνής, μια εκτόνωση του δύσκολου στη διαχείριση αισθήματος της μισανθρωπίας. Δεν είναι εύκολο να κάνει σάτιρα κανείς. Και όσο πιο εύκολο το κάνει να φαίνεται ο δημιουργός τόσο πιο δύσκολο είναι. Διαβάζοντας τη νουβέλα αυτή σκεφτόμουν συχνά Τον Μαιτρ και τη Μαργαρίτα του σπουδαίου Μπουλγκάκοφ, την αίσθηση εκείνη της πρώτης ανάγνωσης χρόνια πριν. 

Η παιγνιώδης φαντασία είναι ίδιον χαρακτηριστικό του Καρακίτσου, η ακροβασία στο μεταίχμιο ρεαλιστικού-φανταστικού, το πάντρεμα του ντοκουμέντου και της μυθοπλασίας επίσης. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα τόσο αισθητικά όσο και υπονομευτικά, αποτυπώνοντας την εποχή και επιτείνοντας τη σατιρική διάθεση. Η σοβαρότητα του αφηγητή, η σχεδόν αφελής επιμονή του στο καθήκον, αποτελεί το ιδανικό συμπλήρωμα του ζεύγους, τον ιδανικό βοηθό του Ζαχαρία, που πίστεψε σε αυτόν και την καλή του πρόθεση. 

Και στο τέλος της ανάγνωσης αυτό το γνώριμο, ανάμεικτο, γλυκόπικρο συναίσθημα, να γελάσεις ή να κρυφτείς κάπου και ήσυχα να κλάψεις με λυγμούς;     

 Εκδόσεις Ποταμός  

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

ανάσκελα - Rita Bullwinkel



Ανατρέχοντας στις σημειώσεις που κρατούσα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των διηγημάτων της Ρίτα Μπουλγουίνκελ, χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη διαπιστώνω πως οι περισσότερες αφορούν τον τρόπο της συγγραφέως αρχικά να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και στη συνέχεια να τον αποτυπώνει στο χαρτί. Κάθε διήγημα της συλλογής διαθέτει μια ξεκάθαρη αρχική ιδέα γύρω από την οποία στήνεται η πλοκή και παίρνουν μορφή οι χαρακτήρες, ενώ η εικονοποιητική τροπή της αφήγησης μπολιάζεται διαρκώς με πλήθος σκέψεων και εσωτερικών μονολόγων, και κάπως έτσι, στο πρώτο της βιβλίο, η συγγραφέας επιτυγχάνει κάτι δύσκολο, να ισορροπήσει τον μέσα κόσμο των ηρώων με τον έξω στον οποίο κινούνται και ζουν. Ο τρόπος της Μπουλγουίνκελ να κοιτάζει τα πράγματα είναι ιδιαίτερος, γεγονός που της δίνει ένα μεγάλο αβαντάζ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κράμα φαντασίας και εξυπνάδας, αν και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η υψηλή νοημοσύνη είναι γνώρισμα των ανθρώπων με ισχυρή φαντασία, αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Στο ανάσκελα δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες που ο αναγνώστης θα νιώσει ανοίκειο τον κόσμο, που θα νιώσει πως πρώτη φορά τον κοιτάζει. Αυτό το μαγικό συναίσθημα προσφέρει απλόχερα  η κατά Μπουλγουίνκελ παρατήρηση του κόσμου.   

Οι ιδέες περιστροφής των διηγημάτων, δοσμένες συνήθως στην αρχή κάθε ιστορίας, διακρίνονται για την απλότητα στην πρωτοτυπία τους, δεν είναι εξεζητημένες δηλαδή, αλλά είναι εκεί έξω, μπροστά στα μάτια μας παρούσες στον κόσμο, και αρκούσε απλώς κάποιος, η Μπουλγουίνκελ στην προκειμένη περίπτωση, να μας τις δείξει, και εμείς να αναρωτηθούμε πώς δεν τις είχαμε παρατηρήσει ως τώρα. Ο τρόπος της να βλέπει τα πράγματα είναι κάπως λοξός, αρχικά μοιάζει αστείος, γρήγορα όμως συνειδητοποιεί κανείς πως το γέλιο συχνά αφήνει μια πικρή επίγευση. Ας πάρουμε για παράδειγμα το διήγημα Σκύψε το κεφάλι: Ώσπου να ενηλικιωθεί η κόρη μου, η οικονομία είχε γίνει τόσο άσχημη που ήταν φθηνότερο να προσλάβουμε κάποιον να συγκρατεί το στήθος της από το να της αγοράσουμε σουτιέν. Και αυτό έκαναν, προσέλαβαν κάποιον για να συγκρατεί το στήθος της κόρης τους, παραχωρώντας του το σπιτάκι του κήπου για να μένει. Διαβάζεις την πρώτη πρόταση και γελάς, διαβάζεις τη συνέχεια του διηγήματος και αισθάνεσαι την πίκρα της πραγματικότητας να σου καίει τη γλώσσα. Γιατί καμιά φορά το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο είναι πιο εύστοχο δοσμένο με μια ευφάνταστη απλότητα παρά μέσω εξαντλητικών αναλύσεων.    

Υπήρξε μια περίοδος της ζωής μου όπου η κύρια πηγή εισοδήματός μου ήταν το να είμαι έπιπλο. Δούλευα σε μια επιχείρηση που πουλούσε καναπέδες που κόστιζαν έξι φορές τον ετήσιό μου μισθό. Μια νέα κοπέλα που προσλαμβάνεται λόγω της εξωτερικής της εμφάνισης δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αντίθετα, είναι κάτι ολοένα και πιο σύνηθες, οι αγγελίες είναι γεμάτες από ανάλογους επιθετικούς προσδιορισμούς, εκείνο όμως που κάνει την ιδέα αυτή διαφορετική είναι η πρωτοπρόσωπη παραδοχή, η συνειδητοποίηση της αφηγήτριας πως παρότι η σύμβαση δεν το ανέφερε κατ' αυτόν τον τρόπο εντούτοις είχε προσληφθεί ως έπιπλο, ως μέρος της διακόσμησης, γιατί μόνο αυτή η συνειδητοποίηση δύναται να γεννήσει αντίδραση. 

Η γραφή της Μπουλγουίνκελ φέρει μια φρεσκάδα, δεν είναι μίζερη, ορθώνει με τον τρόπο της ανάστημα απέναντι στην πραγματικότητα, διαθέτει μια φαινομενική αφέλεια, την ελαφρότητα κάποιου που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει πράγματα, που δεν νιώθει πως περνάει κάποιου είδους εξέταση, πως απλώς κάνει εκείνο που αγαπά. Ένα μυαλό που μοιάζει να γεννάει ιστορίες διαρκώς. Τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι άνισα, δεν πάσχουν από ένα σύνηθες σύνδρομο των συλλογών να περιλαμβάνουν ένα δυο καλά, ένα δυο μέτρια και τα υπόλοιπα απλώς για τη γέμιση, όχι, εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το ανάσκελα είναι μια δυνατή συλλογή διηγημάτων, με ένα ευδιάκριτο νήμα να τα ενώνει, γραμμένα με σκοπό να συνυπάρξουν ως ένα ενιαίο σώμα, ενώ ακόμα και η επιλογή της σειράς δεν μοιάζει να αφέθηκε στην τύχη. Η γραφή της Μπουλγουίνκελ είναι ξεκάθαρα πολιτική και φεμινιστική, ο κόσμος γύρω της, παρά τις άπειρες αφορμές που τις προσφέρει για συγγραφή, είναι ένας κόσμος γεμάτος αδικία, ένας κόσμος που δεν της αρέσει, ένας κόσμος που θα έπρεπε να αλλάξει, και τα διηγήματά της, αν και απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν στρατευμένα, είναι ένας τρόπος ανάδειξης των προβλημάτων, και όταν τα προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια και γίνονται ορατά η ελπίδα για αλλαγή παραμένει ζωντανή. 

Το ανάσκελα είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσει κανείς, μου έφερε στο νου μια ακόμα Αμερικανίδα συγγραφέα -αλλά και σκηνοθέτη- τη Μιράντα Τζουλάι και το βιβλίο της Ο πρώτος κακός που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια και στα ελληνικά, χωρίς δυστυχώς να γνωρίσει την ανάλογη υποδοχή. Το ανάσκελα είναι μια συλλογή διηγημάτων στα χνάρια των σπουδαίων διηγηματογράφων από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Σίγουρα ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος.       


Μετάφραση Μαρία Χρίστου, Νεκτάριος Λαμπρόπουλος
Εκδόσεις Χαραμάδα



Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Η απάτη

Εισιτήριο κατάστρωμα μέχρι το επόμενο νησί
στο χέρι κατά την επιβίβαση
συνηθισμένοι στο καχύποπτο βλέμμα του ελεγκτή
αποφασισμένοι να βρούμε την καλύτερη καβάτζα
να μην ξυπνήσουμε πριν από τον Πειραιά
και όλη αυτή η απάτη από ανάγκη
αφού αν ήτανε στο χέρι μας
δεν θα παίρναμε ποτέ το πλοίο αυτό
τον κόλπο με τα αλμυρίκια
δεν θα τον παρατούσαμε
αν δεν είχαμε ηττηθεί
από την πραγματικότητα
προσωρινά



Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

Πριν φύγω, λαχταρώ ένα φιλί





Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τον θάνατό σου
είναι κάτι, πρέπει να ξέρεις, που το κάνω συχνά
σε στιγμές ανύποπτες, όταν λείπεις
και σε στιγμές κορύφωσης, όταν ξαπλώνουμε τα βράδια
όμως ποτέ όταν βρίσκομαι εκτός σπιτιού.

Αναρωτιέμαι τι να 'ναι 'κείνο που σε κρατάει στη ζωή
εκείνο που σε κάνει αθάνατη όταν περπατώ στους έρημους δρόμους
της πολιτείας που δεν τελειώνει ποτέ, θαρρείς,
και κάποιοι υπεράνθρωποι χωρίς δεύτερη σκέψη την έχτισαν
πέτρα την πέτρα, από το μηδέν ως το άπειρο.

Υποθέτω όμως πως άλλο θα σ' απασχολεί τώρα
που θα διαβάζεις τις γραμμές αυτές, στο μαύρο τετράδιο
στα κρυφά, βιαστικά, μην τυχόν και γυρίσω
-πόσο σου πάει από ντροπή όταν κοκκινίζεις!-
"Πώς φαντάζεσαι, λοιπόν, τον θάνατό μου;"

Ξυπνάω και έξω είναι ακόμα σκοτάδι
τα τζιτζίκια αναπαύονται στη δροσιά των υγρών κλαδιών
φτιάχνω καφέ, καπνίζω δύο ή τρία τσιγάρα
πριν φύγω, λαχταρώ ένα φιλί, επιστρέφω στο δωμάτιο
τα χείλη σου είναι κιόλας παγωμένα.