Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Η πέρα πραγματικότητα





Σηκώνω το βλέμμα πάνω από τις σελίδες του βιβλίου, περιγράμματα φωτός και σκότους συνθέτουν την πέρα πραγματικότητα, πιο θολή και με μεγαλύτερες αντιθέσεις τις τελευταίες αυτές μέρες. Καθένας έχει τον τρόπο του, καθένας έχει το δικαίωμα στον τρόπο του, κι εγώ, που αλλιώς σχεδίαζα αυτό το τελευταίο κείμενο πριν την αυγουστιάτικη διακοπή, νιώθω πως ό,τι και αν σκεφτώ να γράψω θα μοιάζει συναισθηματικά κενό και ποιητικά υποκριτικό.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Σεξ και ψέματα - Leila Slimani





Σ' αυτή την εποχή και σ' αυτή την πλευρά του κόσμου μοιάζει εύκολο να ξεστομίζει κανείς τη φράση "σεξουαλική απελευθέρωση", χωρίς συναίσθηση των αγώνων που έχουν προηγηθεί και χωρίς επίγνωση πως η σεξουαλική ζωή εξακολουθεί να είναι ένα θέμα ταμπού μίας βαθιά συντηρητικής κοινωνίας, ενώ κάποιες φορές μοιάζει εξίσου εύκολο να συνοδεύεται η φράση αυτή και από τον προσδιορισμό "πλήρης". Μία φράση κλισέ, που παρά την όποια πρόοδο το περιεχόμενό της εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο, ή θα έπρεπε να είναι τέλος πάντων, σε μία κοινωνία φαλλοκρατική, στην οποία η σεξουαλική ταυτότητα καθενός κρίνεται με βάση την παράδοση, τη θρησκεία και την κοινή γνώμη. Η σεξουαλικότητα θεωρείται για πολλούς μία έκφανση του μάρκετινγκ, μία πρόκληση για την πρόκληση, μία στρατηγική πώλησης. Δεν αναφέρομαι στο Μαρόκο, αλλά στην "πολιτισμένη" Ελλάδα, στον "πολιτισμένο" δυτικό κόσμο. Δεν επιθυμώ μία άμεση και οριζόντια σύγκριση των δύο κόσμων, επιθυμώ όμως την τοποθέτηση του ζητήματος αυτού στην πραγματική του διάσταση.

Η Σλιμανί γεννήθηκε στο Ραμπάτ του Μαρόκου. Η ζωή της θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Δεν με ενδιαφέρει αν είχε μία εύκολη ζωή, μία ζωή με περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας. Η Σλιμανί σπούδασε και έζησε στο Παρίσι. Το πρώτο της βιβλίο γνώρισε επιτυχία, ταυτόχρονα όμως προκάλεσε, όχι μόνο στο Μαρόκο, αλλά και στη Γαλλία. Στο Μαρόκο η συγγραφέας του κατηγορήθηκε ως υπέρμαχος της εκπόρνευσης της κοινωνίας, στη Γαλλία, με περισσότερο τακτ, αναρωτήθηκαν πώς μία γυναίκα γεννημένη στο Μαρόκο έγραψε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα, λιγότερο σιωπηλά, κάποιες και κάποιοι άντλησαν δύναμη από εκείνο το βιβλίο, άνθρωποι που ένα μεγάλο μέρος, αν όχι όλο, της προσωπικής του ζωής βιώνεται εν κρυφώ. Η Σλιμανί ήρθε σε επαφή με συμπατριώτες της, που αγωνίζονται, καθένας από το μετερίζι του, για την πρόοδο, κάποιοι από αυτούς μέσα από οργανώσεις και δράσεις στοχεύουν στο σύνολο, κάποιοι άλλοι μάχονται για την επιβίωση, όσο υπερβολικό και αν ακούγεται κάτι τέτοιο.

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρόν βιβλίο, μέσα από συζητήσεις και προσωπικά βιώματα. Δεν έχει νόημα να διαβάσει κάποιος το Σεξ και ψέματα αν είναι να αναφωνεί κάθε λίγο και λιγάκι: αχ, τι τυχεροί είμαστε που ζούμε στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου. Το βιβλίο της Σλιμανί, αν και αναφέρεται στο Μαρόκο, δεν αφορά μόνο το Μαρόκο, δεν έχει σημασία αν εδώ για παράδειγμα έχει καταργηθεί ο νόμος περί εξωσυζυγικών σχέσεων, οι αναλογίες δεν είναι γραμμικές αλλά υπάρχουν, άλλωστε πολλές φορές οι γραπτοί νόμοι μοιάζουν ανίσχυροι σε σύγκριση με τους άγραφους. Το βιβλίο της Σλιμανί δεν είναι ένα στενόχωρο βιβλίο, δεν έχει ως στόχο να λυπηθούμε τους καημένους κατοίκους του Βασιλείου του Μαρόκου· είναι ένα βιβλίο ρεαλιστικό, καταγράφει μία πραγματικότητα, ή έστω το μέρος μίας πραγματικότητας. Δεν αναφέρεται μόνο στα προβλήματα, εστιάζει εξίσου στην αντίδραση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, αναγνωρίζει τα βήματα προόδου στο πέρασμα των χρόνων, φέρνει το ζήτημα της σεξουαλικότητας όλο και περισσότερο στον δημόσιο διάλογο, στην ατομική συνείδηση, ενισχύει την πίστη πως με τους αγώνες τα πράγματα αλλάζουν.

Μετάφραση Κική Καψαμπέλη
Εκδόσεις Νήσος


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Κύριος Πηνελόπη - Ελένη Γιαννάτου




Τις νύχτες η μνήμη του αναβοσβήνει σαν επιγραφή στο Λας Βέγκας. Καθισμένος στο γραφείο του, ακούει μουσικές που κάνουν τα παράθυρα της σκέψης του να τρίζουν και βαλσαμώνει λέξεις.
Η μνήμη του περιέχει λέξεις, εικόνες και νότες, ανάμεσα σε άλλα· δίπλα σε χαρές και λύπες, αιτίες για χαρές και λύπες, σύμμαχοί του, πότε ως αρνητή της ζωής και πότε ως εραστή της, στον πόλεμο και την απόλαυση. Η μνήμη είναι ένας μηχανισμός, έως έναν βαθμό ετερορυθμιζόμενος, αν και κατά βάση αυτορυθμιζόμενος, τρέφεται απ' όσα της προσφέρεις, αλλά δεν αρκείται σε αυτά, θα μπορούσε να σκέφτεται. Τι με οδήγησε στην επιλογή αυτής της τροφής και όχι κάποιας άλλης;, είναι πιθανόν να αναρωτιέται.
Είναι ποιητής· από εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν πως μόνο η ποίηση και ο έρωτας κάνουν υποφερτή μια αίθουσα αναμονής·
Είναι ποιητής· από εκείνους που συνηθίζουν να κοιτάζουν το φως που τους ακολουθεί· από εκείνους που κοιτάζοντας το φως κλείνουν τα μάτια και χαζεύουν τα παιχνιδίσματα των γραμμών και των λάμψεων· από εκείνους που παλεύουν να διακρίνουν τη δική τους φωνή ανάμεσα σε τόσες όμορφες ξένες· από εκείνους που νιώθουν συνέχεια μίας φράσης που διακόπηκε με άνω τελεία και ας μην πιστεύουν πως θα είναι κάτι παραπάνω από μία φράση ανάμεσα σε παύλες· από εκείνους που δημιουργούν με γνώση του παρελθόντος που κουβαλούν, συνειδητά ή μη.

Ο αναγνώστης ανέκαθεν απολάμβανε τις συζητήσεις με τον κύριο Πηνελόπη, εξαιτίας της ικανότητάς του να ανακαλεί με ακρίβεια λεπτομέρειες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, να πραγματοποιεί συνδέσεις που έμοιαζαν άλματα στο κενό· μία τέντα που αρχικά δεν ήταν ορατή εμφανιζόταν, θαρρείς, την κρίσιμη στιγμή. Ο αναγνώστης αναρωτιόταν αν έπρεπε να θαυμάσει αυτή τη ζωντανή μνήμη ή να κρατήσει για το τέλος ένα τουλάχιστον δυνατό χειροκρότημα για μία ενδεχόμενη επινοητικότητα.

Ο αναγνώστης είχε προσδοκίες, αν και δεν ήξερε τι να περιμένει, και γι' αυτό μάλλον είχε προσδοκίες. Ήταν πρωί όταν πήρε το βιβλίο στα χέρια του. Ήταν απόγευμα όταν άρχισε να το διαβάζει. Ήταν ξημερώματα όταν γύρισε την τελευταία σελίδα και έκλεισε το φως. Το επόμενο πρωί δυσκολεύτηκε να ξυπνήσει. Πολλά όνειρα, λίγος ύπνος, το ξυπνητήρι.

Στον αναγνώστη αρέσει να διαβάζει ιστορίες στη γλώσσα του. Του αρέσει να διαβάζει ιστορίες ανθρώπων στην ηλικία του. Του αρέσει το παιχνίδι με φανερές κάποιες από τις κάρτες μνήμης, με τις άκρες των νημάτων ορατές. Του αρέσει να βλέπει το φιλτράρισμα μίας επιρροής και το πέρασμά της στο χαρτί. 

Ο αναγνώστης σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να διαβάσει έναν κατάλογο διακειμενικών αναφορών· σε καμία περίπτωση δεν πιστεύει ότι διάβασε έναν τέτοιο κατάλογο. Ένα τεχνικό κατασκεύασμα, ακόμα και το πλέον ραφιναρισμένο, σκέφτεται, θα ήταν αδύνατο να τον καθηλώσει, να τον αναγκάσει να αντιγράψει φράσεις του κυρίου Πηνελόπη. Στον αναγνώστη άρεσε πολύ ο Κύριος Πηνελόπη, καλώς έκανε και κράτησε ένα χειροκρότημα για το τέλος.

Η τελευταία λέξη όμως ανήκει δικαιωματικά σε εκείνον:
Στο ερώτημά σας γιατί θέλησα να γίνω συγγραφέας, επιτρέψτε μου να σας απαντήσω με ερώτηση: "Έχετε ποτέ ακούσει να αμφισβητούν τη μητρότητα ενός βιβλίου;".

Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου - Μισέλ Φάις





Ήταν ένα βιβλίο που από καιρό ήθελα να διαβάσω. Το γεγονός πως αυτό το βιβλίο ήταν εκείνο για το οποίο μιλούσαν με τόσο κολακευτικά λόγια τόσοι αναγνώστες που εκτιμώ, το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα με πλούσια και συνεπή εργογραφία όπως ο Φάις, με ιντρίγκαρε. Έως τώρα είχα διαβάσει δύο νουβέλες δικές του, τις πλέον πρόσφατες (Από το πουθενά, Lady Cortisol), και είχα μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις. Ήταν λοιπόν αναμενόμενη και δικαιολογημένη η επιθυμία μου να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Φάις. Και οι περισσότεροι μου πρότειναν την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου. Ένας από εκείνους μάλιστα μου το δάνεισε.

Νήμα άμεσο δεν υπήρξε. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που το δανεισμένο αντίτυπο βρέθηκε στην κατοχή μου. Ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που διάβασα το Lady Cortisol. Και όμως ένιωσα πως ήταν η στιγμή. Είναι ένα παράξενο συναίσθημα αυτό, ξεκάθαρο ως μήνυμα μιας δυσερμήνευτης προέλευσης. Ας είναι.

Και τώρα, μετά την ανάγνωση, εμφανίζεται μία δυσκολία να μιλήσω γι' αυτό το βιβλίο· τι και αν μου άρεσε πολύ, τι και αν απόλαυσα την ανάγνωση από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα; αυτό δεν το κάνει πιο εύκολο. Ίσως μάλιστα να το κάνει πιο δύσκολο ακόμα. Ίσως να αρκούσε απλώς η προτροπή: διαβάστε αυτό το βιβλίο. Ίσως όχι.

Ας προσπαθήσω.

Η Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο τίτλος του, μία σύνθεση έρευνας πηγών και συγγραφικής αναζήτησης με ζητούμενα τη δομή, την πλοκή, την υπόθεση, τους πρωτεύοντες και δευτερεύοντες χαρακτήρες ενός βιβλίου. Η Κομοτηνή και ο συγγραφέας που την έχει εγκαταλείψει. Ορίστε ένα αυτοβιογραφικό παράθυρο για τον αναγνώστη. Μαρτυρίες προφορικές, αρχεία και άρθρα εφημερίδων, σε μια απόπειρα του συγγραφέα-ερευνητή να συνθέσει την Κομοτηνή, όπου γεννήθηκε το 1957 και έζησε μέχρι τα έντεκά του. Οι παιδικές αναμνήσεις, πρωτότυπες ή επίπλαστες, δεν αρκούν. Στην ιστορία θα αναζητήσει εργαστήριο αναστήλωσης ο αφηγητής-συγγραφέας, να συμπληρώσει τα κενά και να βρει εξηγήσεις στη σύνθεση του εαυτού, στην κρίσιμη σύνθεση των πρώτων χρόνων, στη διαμόρφωση αυτού που έχει απέναντί του στον καθρέφτη τη στιγμή της συγγραφής.

Αρκεί όμως αυτή η αναζήτηση για να μετατρέψει την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου σε βιβλίο με απεύθυνση στον αναγνώστη; Όχι, σίγουρα όχι, και παρά το δεδομένο ενδιαφέρον για μία πόλη με τόσο πλούσια και πολεμική ως προς την πρόσληψη ιστορία. Και αυτό είναι, θα έλεγα, το δεύτερο ευδιάκριτο επίπεδο του βιβλίου, η συγγραφική αναζήτηση της φωνής του, αφού υποθέσουμε πως οι λόγοι συγγραφής έχουν ξεκαθαρίσει. Θα ακολουθήσουν αρκετά ακόμα θέματα προς επίλυση.

Στο πρώτο του βιβλίο ο Φάις πετυχαίνει κάτι δύσκολο, μετατρέπει σε προτέρημα τη συγγραφή του πρώτου βιβλίου, αναζητώντας τις απαντήσεις και ενσωματώνοντας στο σώμα του βιβλίου κάποιες από τις απόπειρες συγγραφής του. Και εκείνο που εν πρώτοις μοιάζει με εργαστήριο συγγραφής, μετατρέπεται σε εργαστήριο αναζήτησης του εαυτού, ενώ εκείνος, ο συγγραφέας, μεθοδικά και με σχέδιο αποσύρεται από το πρώτο πλάνο, καθώς βρίσκει βολικές και ασφαλείς κρυψώνες του προσωπικού στην εξέλιξη της απόπειρας συγγραφής.

Διαβάζω ξανά όσα έως τώρα έχω γράψει, διακρίνω τουλάχιστον ένα σημείο που χρήζει επεξήγησης. Νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω πως αυτό που χαρακτηρίζει το βιβλίο είναι η ψυχή του, παρά τις τεχνικές αρετές του -τεχνικές αρετές ως αναζήτηση απαντήσεων εκ μέρους του συγγραφέα. Γιατί συχνά η ελευθερία της μεταμοντέρνας γραφής έχει ως αποτέλεσμα απόπειρες εντυπωσιασμού τεχνικής φύσεως, άψυχες και άνευρες. Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Η Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου θεωρείται και δικαίως ως ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.

Εκδόσεις Καστανιώτη*

*το βιβλίο κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; - Joann Sfar




Πάνε τρεις βδομάδες που πέθανε ο μπαμπάς. Για να μην υπάρχει το παραμικρό σασπένς, σας το λέω από τώρα ότι πέθανε στα χέρια μου.

Από την Επιστολή προς τον πατέρα του Φραντς Κάφκα, που διάβασα στη μετεφηβεία μου, μέχρι το Πατέρας και γιος του Έντμουντ Γκος, που διάβασα πριν από έναν χρόνο, νιώθω μία ιδιότυπη γοητεία για αυτόν τον μονόλογο γιου προς πατέρα, παρότι αρχικά νιώθω μία κάποια επιφυλακτικότητα, ή τουλάχιστον έτσι έχω πείσει τον εαυτό μου, μία επιφυλακτικότητα τόσο απέναντι στα κίνητρα του συγγραφέα, όσο και στην υλοποίηση του εγχειρήματος, επιφυλακτικότητα που ίσως κρύβει καλά, αλλά όχι ερμητικά, κάτι βαθύτερο, μία φοβία ίσως για την ταύτιση ή τη θλίψη, για την εγγύτητα στην απόπειρα για επικοινωνία ή την απώλεια.

Τον Σφαρ δεν τον γνώριζα. Δεν είχα επομένως να αντιτάξω κάποιον αντίλογο στην επιφυλακτικότητά μου. Όμως ήξερα, από την πρώτη στιγμή, πως αυτό το βιβλίο, αργά ή γρήγορα, θα το διάβαζα.

Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν για χρόνια δεν είχατε ουσιαστικά σχέσεις; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου δημόσια και αυτό να μη μοιάζει ψεύτικο ή υστερόβουλο; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που πέθανε στα χέρια σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν η ζωή συνεχίζεται; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου χωρίς να τον εκθέσεις στα μάτια των τρίτων αλλά, ας μη γελιόμαστε, και στα δικά σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που όταν ήσουν τριών έχασε τη μητέρα σου και γυναίκα του, και σου είπε πως έφυγε ταξίδι; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που έγινε φανατικός πιστός; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που ποτέ δεν ένιωσες να σε στηρίζει παρά μόνο να σε κρίνει; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν έχεις εδώ και ένα χρόνο χωρίσει με τη γυναίκα σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν είσαι και εσύ πατέρας; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν είσαι καλλιτέχνης; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν και εσύ νιώθεις πως μεγαλώνεις;

Και η αλήθεια είναι πως ο τρόπος του Σφαρ να μιλήσει για τον πατέρα του, τον νεκρό εδώ και τρεις εβδομάδες πατέρα του, διαθέτει νεύρο, σπιρτάδα και, το κυριότερο, ειλικρίνεια, την οποία θα τολμούσα να την χαρακτηρίσω αφοπλιστική ή ακόμα και προκλητική, γιατί, η αλήθεια είναι πως, τουλάχιστον υποσυνείδητα, ο αναγνώστης περιμένει συγκεκριμένα πράγματα από κάποιον που αποφασίζει να μιλήσει για τον νεκρό πατέρα του. Και όμως ο Σφαρ, γνωστός κυρίως για τα κόμικς του, ενσωματώνει την απώλεια στο παρόν, σε ένα παρόν που μεταβάλλεται συνεχώς σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, αυτό το συνεχές παρόν στο οποίο ο πατέρας του εδώ και χρόνια δεν έπαιζε κάποιον ενεργό ρόλο, παρά εκείνον του εξ αποστάσεως αυστηρού κριτή. Κάπως έτσι το Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; μετατρέπεται γρήγορα σε πράξη κατανόησης για τον συγγραφέα, και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ορθώνεται η κριτική ή η πικρία απέναντι στον πατέρα του. Πράξη κατανόησης, η οποία εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με το παρόν, χωρίς να το καθορίζει απόλυτα.

Το Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο λόγω θέματος και όχι εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας διαχειρίζεται το θέμα του. Και έτσι θα έπρεπε να είναι. Με τον τρόπο αυτό αποκλείεται ο συναισθηματικός εκβιασμός και επιτυγχάνεται η ταύτιση του αναγνώστη.

Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Στο νήσι του Ροβινσώνα





Τα περισσότερα απ' τα βιβλία που με συγκλόνισαν, ή που θυμάμαι πως με συγκλόνισαν, τα διάβαζα ξανά και ξανά στο πέρασμα των χρόνων, τον Ροβινσώνα Κρούσο όχι. Θα μπορούσα να γράψω μία ολόκληρη ανάρτηση σχετικά με τους πιθανούς λόγους για τους οποίους δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα αυτή η αναγνωστική επιστροφή, σε μία απόπειρα να καταλάβω εγώ ο ίδιος τι είναι αυτό που με αποτρέπει, παρότι το αντίτυπο το κουβαλάω από σπίτι σε σπίτι, και παρότι την ιστορία την αναλογίζομαι ξανά και ξανά, ιδιαίτερα το σημείο εκείνο που ο Ροβινσώνας κολυμπάει μέχρι το ναυαγισμένο πλοίο και επιστρέφει στο νησί με διάφορα όπλα και εργαλεία, αυτή άλλωστε ήταν η αγαπημένη μου σκηνή απ' όλο το βιβλίο, για το οποίο επίσης θα μπορούσα να επιχειρήσω μία καταγραφή πιθανών αιτιών, γιατί αυτή η σκηνή και όχι κάποια άλλη, η συνάντηση με τον Παρασκευά για παράδειγμα.

Και αν τότε, ως παιδί, εκείνο που με έλκυε, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, με την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσο ήταν η αίσθηση περιπέτειας σε συνδυασμό με μία άπειρη ελευθερία, ο τρόμος αυτός που γεννάει σε ένα παιδικό μυαλό η ιδέα της πλήρους ελευθερίας, αυτή η αντιφατική αίσθηση που προκαλεί ένα κομμάτι πάγου μες στη χούφτα· τώρα πια, και ας μη μπορώ να εξηγήσω με λόγια και επιχειρήματα το γιατί αυτό το βιβλίο είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου, ξέρω πως η ιστορία αυτή επιστρέφει στον νου, έχοντας ξεκινήσει από αρκετά βαθιά έως ότου αναδυθεί στη συνειδητή επιφάνεια, όταν επιθυμώ μία τεράστια αλλαγή στην καθημερινότητά μου, να αφήσω πίσω τα πάντα, που ποτέ δεν είναι τα πάντα, όταν υπάρχει αυτή η έντονη ανάγκη για μία καινούρια αρχή, χωρίς βάρη και γνώριμα μοτίβα, ή όταν, για ν' αποτινάξω από πάνω μου την πίστη στον απόλυτο έλεγχο της ζωής, μία αλλαγή ριζική βρίσκεται προ των πυλών, είτε από εξωτερικές συνθήκες, είτε από επιλογή, που όμως δεν έχει να κάνει, σε πρώτο επίπεδο πάντοτε, με την πλήρη μεταμόρφωση του εαυτού.

Αυτό είναι για μένα το σημείο-κλειδί για το βιβλίο του Ντάνιελ Ντεφόε, ο ήρωας που βρίσκεται σε ένα καινούριο περιβάλλον, μόνος του, έχοντας μαζί του την ανάμνηση και τα βιώματα της προηγούμενης ζωής του· δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιον που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκτός κοινωνίας, και μάλιστα του δυτικού κόσμου, με μόνη υλική προίκα κάποια λίγα πράγματα -ίσως παιχνίδια για το παιδικό μου μυαλό;- που κατάφερε να διασώσει από το ναυάγιο. Σ' έναν κόσμο πλήρως χαρτογραφημένο και τεχνολογικά εξοπλισμένο, ώστε μία αντίστοιχη περίπτωση ναυαγού να είναι μάλλον απίθανη, είναι λογικό το μυαλό να μετατρέπει την ιστορία του Ροβινσώνα σε μία συνειδητή απόδραση από την προηγούμενη ζωή, να μετατρέπει το ναυάγιο σε ένα έρημο νησί σε μία φυγή προς την ουτοπία, εκεί που όλα είναι δυνατόν να ξεκινήσουν από την αρχή, να μηδενίσεις το κοντέρ, να μείνεις μακριά από ό,τι σε ζόριζε και σε βάραινε, να διατηρήσεις και να επικεντρωθείς σε ό,τι επιθυμείς. Βέβαια συνθήκες ουτοπίας  δεν υπάρχουν, τον εαυτό σου πάντα θα τον κουβαλάς με όλα τα παραφερνάλια και ο κάθε καινούριος κόσμος πάντα θα θυμίζει τον προηγούμενο, όμως αυτή είναι μία άλλη ιστορία.

Τους τελευταίους μήνες ίσως να μην είχα καταφέρει να αντισταθώ στην επιστροφή στον Ροβινσώνα Κρούσο, στην αναγνωστική επιστροφή, γιατί νοητικά και λεκτικά επέστρεφα όλο και συχνότερα σε αυτή την ιστορία. Γράφω "ίσως να μην είχα καταφέρει να αντισταθώ" και συνειδητοποιώ ότι η γλώσσα ίσως να προτρέχει και να εκφράζει βαθύτερα συναισθήματα, κάποιο είδος φόβου στην αναγνωστική επιστροφή. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως μετά την πρόταση μίας φίλης αγόρασα το βιβλίο του Michel Tournier Παρασκευάς ή Στις μονές του Ειρηνικού, και σε τυχαία βόλτα σε παλαιοβιλιοπωλείο βρήκα το βιβλίο του J.M. Coetzee Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα, και κάπως έτσι επέστρεψα σε εκείνο το νησί από άλλα ρεύματα, διέκρινα τη θέα από άλλα σημεία, μέσα από μονοπάτια που επέλεξαν δύο σπουδαίοι συγγραφείς εμπνεόμενοι από την αγάπη τους για το βιβλίο αυτό, χωρίς να ρισκάρω την επιστροφή στην πρωτότυπη ιστορία, αλλά βιώνοντας ξανά εκείνα τα μαγικά σημεία, ικανοποιώντας την ανάγκη της περιόδου, μεταθέτοντας στο μέλλον την πιθανότητα μίας επανανάγνωσης, που ίσως -ελπίζω- να μην επιβληθεί ως αναπόφευκτο συναισθηματικό καταφύγιο, μα ως αναζήτηση απόλαυσης.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Αν ένα πρωινό της άνοιξης ένας αναγνώστης





Αν ένα πρωινό της άνοιξης ένας αναγνώστης κατέβει τα σκαλάκια που οδηγούν στο υπόγειο βιβλιοπωλείο με σκοπό να διαλέξει ένα βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, επειδή, πέρα των τόσων και τόσων σπουδαίων που ακούει όλα αυτά τα χρόνια της σύντομης μέχρι τότε ζωής του γι' αυτόν τον Ιταλό συγγραφέα, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει όμως διαβάσει τίποτα δικό του, ένας φίλος του -ας τολμήσουμε αυτή τη λέξη- του μίλησε επανειλημμένως γι' αυτόν με μάτια που γυάλιζαν από το πάθος, θα βρεθεί μπροστά στο ράφι με τα βιβλία του Καλβίνο, όχι και λίγα, πλαγιάζοντας λίγο το κεφάλι, πότε προς τα αριστερά και πότε προς τα δεξιά, ανάλογα με τη φορά των γραμμάτων στη ράχη του κάθε τόμου, θέαμα αστείο για έναν πιθανό παρατηρητή, τον υπάλληλο ίσως του βιβλιοπωλείου, που στέκει λίγα μόλις μέτρα πίσω του, έτοιμος να βοηθήσει κάποιον σε μία επιλογή ή να αποτρέψει κάποιον άλλον από μία κλοπή, τι πράγμα κι αυτό, αναγνώστες-κλέφτες, όμως ο υπάλληλος μόνο φαινομενικά τον παρατηρεί, το θέαμα δεν του φαίνεται επουδενί αστείο, ίσως τις πρώτες μέρες του σε αυτή τη δουλειά, η οποία τότε έμοιαζε ονειρική και στην οποία τώρα υποδύεται με σχετική επιτυχία τον ρόλο του παρατηρητή, ενώ σκέφτεται την κοπέλα που αγαπάει, το μεσημεριανό διάλειμμα, τον λογαριασμό που ο ταχυδρόμος πρόλαβε να ρίξει κάτω από την πόρτα πρωί πρωί, πριν εκείνος φύγει για να προλάβει το λεωφορείο των οκτώ και είκοσι, ή κάτι άλλο· ας αφήσουμε όμως τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου στα προβλήματα και τις σκέψεις του, ας επιστρέψουμε στον αναγνώστη, που κατέβηκε πριν από λίγο τα σκαλάκια που οδηγούν στο υπόγειο βιβλιοπωλείο με σκοπό να διαλέξει ένα βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, και αυτό ακριβώς κάνει τώρα, προσπαθεί να επιλέξει κάποιο απ' όλα τα βιβλία, έχοντας επίγνωση της σημασίας της πρώτης επαφής, γνωρίζοντας πως επιθυμεί να ξεκινήσει με ένα μυθιστόρημα, αφήνοντας έτσι απέξω, σε αυτή την πρώτη διαλογή διηγήματα και αφηγήματα, ανάμεσα στα οποία και το Πάλομαρ, που ο φίλος του με μάτια που γυάλιζαν, και ύστερα από αρκετή σκέψη και πλήθος αμφιβολιών, το ξεχώρισε ανάμεσα σε άλλα -όλα είναι σπουδαία, ο Καλβίνο είναι σπουδαίος, μονολογούσε ο φίλος-, ο αναγνώστης της ιστορίας μας το απέρριψε ως πιθανό πρώτο ανάγνωσμα, εφόσον δεν ήταν μυθιστόρημα, το έβαλε ξανά πίσω στο ράφι για να τραβήξει στη συνέχεια και να πάρει στα χέρια του εκείνο το βιβλίο με τον γνωστό τίτλο, με εκείνον τον πολλά υποσχόμενο τίτλο με την υποθετική πρόταση, που αφήνει ανοιχτή στη φαντασία την εξέλιξη της ιστορίας. Κι ύστερα ο αναγνώστης πληρώνει στο ταμείο -καλημέρα, ευχαριστώ, ορίστε τα ρέστα σας και να πάτε στο καλό-, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια και βγαίνει έξω στο φως του ήλιου. Κι είναι ένα ζεστό πρωινό της άνοιξης, προπομπός του καλοκαιριού.

Κι ύστερα ο αναγνώστης επιστρέφει σπίτι του, ελαφρώς ιδρωμένος από την ανηφόρα, βγάζει το βιβλίο από την τσάντα και διαβάζει ξανά τις πρώτες γραμμές: Είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Διώξε από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στην ασάφεια. Την πόρτα είναι καλύτερα να την κλείσεις· από την άλλη μεριά, είναι πάντα αναμμένη η τηλεόραση. Πες το αμέσως στους άλλους: "Όχι, δεν θέλω να δω τηλεόραση!" Ύψωσε τη φωνή σου, ειδάλλως δεν θα σε ακούσουν: "Διαβάζω! Δεν θέλω να μ' ενοχλήσει κανείς!" Ίσως δεν σε άκουσαν, με όλη αυτή τη φασαρία· πες το πιο δυνατά, φώναξε: "Αρχίζω να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο!" Ή αν πάλι δεν θες, μην το φωνάζεις· ας ελπίσουμε πως θα σε αφήσουν στην ησυχία σου. Ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται από τις πρώτες αυτές γραμμές, που τις διάβασε πριν λίγη ώρα στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου, νιώθει σίγουρος για την επιλογή του, νιώθει ασφαλής, αφού μένει μόνος του και κανείς δεν βλέπει τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο, νιώθει πως ο αφηγητής σε αυτόν και μόνο απευθύνεται, νιώθει έτοιμος να αφήσει μισοαρχινισμένο το βιβλίο που διάβαζε εκείνες τις ημέρες, για καλό και για κακό κοιτάζει αριστερά δεξιά, να δει αν τον παρατηρεί κανείς να παίρνει αυτή την απόφαση, παραμερίζει τα ρούχα από το μπράτσο του καναπέ και βολεύεται, αφού πρώτα βγάλει τα παπούτσια του, κάτι που πάντα αμελεί να κάνει μπαίνοντας στο σπίτι, κι ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση: Πάρε την πιο αναπαυτική στάση: καθισμένος, πλαγιασμένος, κουλουριασμένος, ξαπλωμένος. Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο ένα πλευρό, μπρούμυτα. Σε πολυθρόνα, σε ντιβάνι, σε κουνιστή καρέκλα, σε σεζ λονγκ, σε πουφ. Σε αιώρα, αν βέβαια διαθέτεις αιώρα. Πάνω στο κρεβάτι ή και κάτω από τα σεντόνια. Μπορείς, ακόμα, να βολευτείς με το κεφάλι κάτω σε στάση γιόγκα. Με το βιβλίο αντεστραμμένο, εννοείται. Βέβαια, κανένας ακόμα δεν μπόρεσε να βρει ποια είναι η ιδανικότερη στάση για διάβασμα.

Ο αναγνώστης, διαβάζει ξανά τη δεύτερη αυτή παράγραφο, της πρώτης σελίδας, του πρώτου βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο που επέλεξε να διαβάσει, κι ύστερα απομένει σκεπτικός, αναλογίζεται σχετικά με την ιδανικότερη στάση για διάβασμα. Δεν καταλήγει πουθενά. Τότε συμβαίνουν δύο γεγονότα: πρώτα δέχεται ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, συνοδευόμενο από την χαρακτηριστική ηχητική ειδοποίηση, ειδοποίηση που τον αναγκάζει να αφήσει το βιβλίο στο μπράτσο του καναπέ και να πάρει στα χέρια του το κινητό τηλέφωνο· το μήνυμα είναι μια υπενθύμιση για την κράτηση στο ξενοδοχείο, σε μία παραθαλάσσια πόλη, τουριστική αλλά όμορφη, στην οποία και θα βρεθεί σε τρεις μέρες για τον γάμο ενός καλού του φίλου -δεύτερη φορά γίνεται χρήση της λέξης-, είναι η πρώτη φορά που θα μείνει μόνος του σε ξενοδοχείο, γεγονός που του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, κι ύστερα συνειδητοποιεί πως η ώρα έχει περάσει και πρέπει να φύγει για τη δουλειά του πριν να είναι αργά. Φεύγει βιαστικά λοιπόν, αφήνοντας πίσω το βιβλίο -και το τάπερ με το βραδινό του φαγητό.

(Τρεις μέρες μετά.) Το αεροπλάνο προσγειώνεται και η αεροσυνοδός εύχεται στους επιβάτες καλή διαμονή. Η υπάλληλος του ξενοδοχείου έχει ετοιμάσει το δωμάτιο για δύο άτομα. Ο αναγνώστης την ευχαριστεί και κλείνει την πόρτα πίσω του. Τώρα είναι η στιγμή να διαβάσει το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο. Διαβάζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Διαβάζει σε ένα ήσυχο καφέ δίπλα στη θάλασσα. Διαβάζει σε έναν κήπο περιμένοντας να έρθει η ώρα του γάμου. Την επόμενη μέρα ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα, αυτή τη φορά μέχρι αργά τη νύχτα. Στην πτήση της επιστροφής διαβάζει την τελευταία σελίδα, στη συνέχεια την εισαγωγή του ίδιου του Καλβίνο, εισαγωγή απάντηση σε έναν κριτικό της εποχής. Ο αναγνώστης συμμερίζεται τον θυμό του συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας εκφράζει τον θυμό του για την ακρίβεια. Ο αναγνώστης είναι χαρούμενος που η ανάγνωση του πρώτου βιβλίου του Καλβίνο οριοθετήθηκε χωροχρονικά, ο συγγραφέας έπαιξε με το μυαλό του αναγνώστη και ο αναγνώστης απόλαυσε το παιχνίδι αυτό, κατάλαβε όμως και γιατί ο φίλος, με μάτια που γυάλιζαν, δεν ήταν σίγουρος αν το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν και το ιδανικό για την πρώτη επαφή με το έργο του συγγραφέα, ο αναγνώστης όμως πιστεύει πως ήταν το ιδανικό, ίσως επειδή νιώθει πως όποιο έργο αυτού του σπουδαίου συγγραφέα -τον αποκαλεί σπουδαίο έχοντας διαβάσει ένα και μοναδικό βιβλίο, μήπως βιάζεται;- και αν διάβαζε θα ήταν ιδανικό, από τη στιγμή που αργά ή γρήγορα θα νιώσει την έντονη επιθυμία να διαβάσει ακόμα κάτι δικό του -ήδη επιστρέφει στο υπόγειο βιβλιοπωλείο και αγοράζει το Πάλομαρ, αν και φλέρταρε με τις Αόρατες πόλεις.

Ύστερα ο αναγνώστης θυμάται το μουσικό κομμάτι που συνέθεσε ένας φίλος του -χρήση της λέξης για τρίτη φορά- με αφορμή ένα διήγημα του Ίταλο Καλβίνο από τη συλλογή Κοσμοκωμικά, και μάλιστα μετά από υπόδειξη του ίδιου του αναγνώστη -αν, του είπε, διαβάσεις κάτι συγκλονιστικό, ή όχι απαραίτητα συγκλονιστικό, αλλά εμπνευστικό, κάτι τέλος πάντων που να σε κάνει να κολλήσεις, γιατί να μην δοκίμαζες να αποδώσεις την εμπειρία της ανάγνωσης μέσα από ένα κομμάτι μουσικό;- αυτό του είπε ο αναγνώστης, και λίγους μήνες μετά το μουσικό κομμάτι ήταν έτοιμο· και πού μπορώ να ακούσω αυτό το κομμάτι, ρώτησε τον αναγνώστη κάποιος γνωστός του -επιτέλους-, πατώντας εδώ, απάντησε ο αναγνώστης.

Μετάφραση Ανταίος Χρυστοστομίδης
Εκδόσεις Καστανιώτη


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου - Ευγένιος Αρανίτσης





Η μυθολογία κάποιων έργων σε μία εποχή απομάγευσης, σε μία εποχή διαρκούς απομάγευσης· σε απόσταση από την έκδοσή τους και την -όποια- εφήμερη -και ίσως άστοχη- δημοσιότητα καταχωρήσεων και βραβείων, ελάχιστα βήματα από τη μαύρη τρύπα της λήθης, που χάσκει ορθάνοιχτη και οριστική· εκείνοι οι ψίθυροι -αρχικά ψίθυροι και εν συνεχεία κραυγές πηγαίου ενθουσιασμού- σε μία τυχαία συζήτηση -σπάνια βέβαια μία συζήτηση είναι τυχαία-, ψίθυροι που πυκνώνουν και δημιουργούν κάποιες στιγμές μία αίσθηση καθολικού, εκείνα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα σημαδάκια της διαγράμμισης ενός σχεδόν αδιόρατου μονοπατιού -ακόμα και κατά την πορεία σ' αυτό-, η αναζήτηση του περί ου ο λόγος έργου σε σκονισμένα υπόγεια και ψηφιακά αρχεία -και ας είναι λιγότερο μυθιστορηματική ως εικόνα-, η ηδονή της εύρεσης -αν είσαι τυχερός-, το δέος -τέκνο της μυθολογίας του έργου- στην οπτική αναμέτρηση μαζί του σε κλειστό χώρο -εκείνο ακουμπισμένο στο γραφείο, εσύ καθισμένος στην καρέκλα-, η περισυλλογή για τον καθορισμό της κατάλληλης αναγνωστική στιγμής -χωρίς υπαρκτά, ας είμαστε ειλικρινείς, δεδομένα-, ο δαίμονας που ψιθυρίζει: υπερβολές· κι ύστερα η ανάγνωση.

Άπαξ και η ανάγνωση ξεκινήσει, τα παραφερνάλια της προαναγνωστικής περιόδου θα εξαφανιστούν, το έργο θα απομείνει γυμνό, χωρίς συμμάχους· η λογική θα παραμερίσει και η ανάγκη για απόλαυση -πεινασμένη- θα καταλάβει τον ελεύθερο χώρο, τίποτα άλλο δεν θα έχει πια σημασία μέχρι την τελευταία σελίδα, τότε θα δημιουργηθεί ξανά χώρος για θεωρητικές συζητήσεις γύρω από την πιθανή λογοτεχνική σπουδαιότητα του έργου, έστω και αν εκείνο άφησε συναισθηματικά ακάλυπτο τον αναγνώστη.

Η τυχαιότητα έχει απολέσει τη δυναμική της. Τώρα είναι η στιγμή της αναγνώρισης. Στην κορυφή, όπως τους πρέπει, το έργο και ο δημιουργός, λίγο χαμηλότερα οι πιστοί, οι ιεροκήρυκες εκείνοι που, χωρίς να υψώνουν τους τόνους -εμποτισμένοι από το πνεύμα του έργου-, φροντίζουν για τη διάδοση και τον επιμερισμό της απόλαυσης, ακόμα πιο χαμηλά στέκουν εκείνα που καθορίζουν τον κάθε αναγνώστη: εμπειρίες, προσλαμβάνουσες, αναγνώσματα· στο τέλος εμφανίζεται και η τυχαιότητα.

Περιγράφω τα παραπάνω εκ του ασφαλούς. Έχοντας διανύσει τα περιγραφηθέντα στάδια, τώρα μπορώ να αναφερθώ σε αυτά με ακρίβεια, χωρίς περιστροφές σχετικά με πιθανές υπερβολές, προσδοκίες, ποιητικές κορώνες. Η επιβεβαίωση της μυθολογίας ενός έργου -Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου- αποτελεί την πλήρωσή της. Η μυθολογία άλλωστε δεν εγκλωβίζεται στη μετριότητα ή την αδιαφορία· γεννά την πόλωση, είτε καταρρέει -δυστυχώς συχνά- είτε γιγαντώνεται, και κάπως έτσι δικαιολογείται, συντηρείται και εξαπλώνεται.

Τώρα πια, νιώθω κι εγώ μέρος της μυθολογίας.



 

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Μια άλλη θάλασσα - Claudio Magris




Ίσως εκεί να είχαν αρχίσει όλα, όταν μπαίνοντας στις αίθουσες εκείνες αισθανόταν ότι κάτι έλειπε· το καλαμάρι πάνω στο θρανίο ήταν το βαθύ και σκοτεινό μάτι ενός Κύκλωπα, αλλά το μελάνι αυλάκωνε το γυαλί του δοχείου με γαλάζιες ανταύγειες που ανακαλούσαν τη θάλασσα πέρα μακριά, ή, έστω, τους λόφους του Κόλιο, όπου τόσο εύκολα έφτανες μόλις έβγαινες από το σχολείο, και η επιθυμία να πας μέχρις εκείνο το γαλάζιο άδειαζε από νόημα τις ώρες μες στην τάξη καθώς ανυπομονούσες να περάσουν το ταχύτερον δυνατόν, ήταν ο πόνος για τη μηδαμινότητα των πραγμάτων, που πάντα θέλουν να έχουν ήδη υπάρξει.

Ίσως εκεί να άρχισαν όλα, όταν ο νεαρός Ενρίκο Μρέουλε, μπαίνοντας στις αίθουσες εκείνες να διδάξει, αισθανόταν ότι κάτι έλειπε· ίσως και όχι. Δεν είναι εύκολο να καθορίσει κανείς, ούτε για τον ίδιο του τον εαυτό, πότε γεννιέται η ανάγκη να περιστραφεί εκατόν ογδόντα μοίρες με άξονα τον ίδιο του τον εαυτό, να στρέψει την πλάτη προς όλο εκείνο το συνεχές και ελάχιστα διαιρετό παρόν, που από εκείνη τη στιγμή και μετά θα φέρει τον τίτλο: προηγούμενη ζωή· και να διασχίσει μία θάλασσα, μιλώντας κυριολεκτικά στην περίπτωση του Μρέουλε, για να βρεθεί στην Παταγωνία, ένας μοναχικός και ανώνυμος γκαούτσο, λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η αναζήτηση της τελειότητας, μία χίμαιρα χωρίς σώμα, μια διαισθητική καταδίωξη, μια φευγαλέα αίσθηση, εκείνο που μοιάζει να γυρεύει ο Μρέουλε, ελληνιστής και φιλόσοφος, που διαβάζει ξανά και ξανά τα ίδια βιβλία, τι και αν μπορεί από μνήμης να επαναλάβει τα πλέον αγαπημένα και συγκλονιστικά αποσπάσματα, εκείνο, λοιπόν, που γυρεύει ο Μρέουλε, ακαθόριστο στη μορφή, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πέπλο γοητευτικού μυστηρίου γύρω από τον ήρωα, όμως όχι, η αγωνία δεν διαθέτει τίποτα το γοητευτικό.

Ο Μάγκρις, στο γνώριμο ύφος τού ποιητικού μυθοπλαστικού δοκιμίου δρόμου, αν ένας τέτοιος όρος θα μπορούσε να σταθεί, διηγείται την ιστορία φυγής ενός ανθρώπου λίγο πριν η Ευρώπη περιέλθει στον εφιάλτη του Μεγάλου Πολέμου, και με ένα ύφος περίτεχνο και ποιητικό, καταφέρνει να γοητεύσει τον αναγνώστη, να τον καθηλώσει όπως ξέρουν να κάνουν οι παραμυθάδες. Αν και δεν θα μπορούσα να απομονώσω κάποιες φράσεις ή περιόδους, να τις υπογραμμίσω ώστε κάποια στιγμή, ξεφυλλίζοντας ξανά το βιβλίο, να σταθώ ξανά σε αυτές, το σύνολο των λέξεων διαθέτει μια γοητεία, έμφυτη θαρρείς, γοητεία που έρχεται να ισορροπήσει την αγωνία της αναζήτησης του ήρωα.

Χωρίς να αποτελεί κορυφή στην εργογραφία του γεννημένου στην Τεργέστη συγγραφέα, το μυθιστόρημα Μια άλλη θάλασσα διαθέτει κάτι από την πάστα μιας λογοτεχνίας παλαιάς κοπής, λογοτεχνίας που παρότι ενίοτε αναβλύζει έντονα κάτι το παρωχημένο, κατορθώνει να τρυπώσει στα μύχια της ψυχής του αναγνώστη, και στην περίπτωσή μου να ξυπνήσει την έντονη επιθυμία να διαβάσω Ζέμπαλντ ξανά.


Μετάφραση Μαρία Σπυριδοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη
    

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Κυριακή, νωρίς το πρωί




Ανοίγεις τα μάτια, είναι Κυριακή πρωί, πολύ πρωί, όχι μόνο για Κυριακή, για οποιαδήποτε μέρα, ακόμα δεν έχει ξημερώσει καν, κάπως εκνευρισμένος σκέφτεσαι, μα σήμερα βρήκα να ξυπνήσω τόσο νωρίς, σήμερα που δεν υπάρχει υποχρέωση για ξυπνητήρι και βιαστικές πρωινές κινήσεις πριν τη δουλειά; Δοκιμάζεις να κλείσεις τα μάτια, να γυρίσεις πλευρό. Τίποτα.

Το παίρνεις απόφαση. Όμως δεν θέλεις να εγκαταλείψεις το κρεβάτι, τουλάχιστον αυτό, σκέφτεσαι και ανασηκώνεσαι για να βολευτείς λίγο καλύτερα, να τοποθετήσεις το κορμί σου κάπου στο ενδιάμεσο ξαπλωμένου και καθιστού, ανάβεις τη λάμπα στο κομοδίνο, το φυσικό φως δεν είναι ακόμα αρκετό, παίρνεις στα χέρια ένα βιβλίο, τη νουβέλα της Νεμιρόφσκι Οι μύγες του φθινοπώρου στην προκειμένη περίπτωση, συγγραφέως για την οποία μια καλή φίλη σού είχε μιλήσει κάποτε με λόγια ενθουσιασμού, όμως εσύ ακόμα δεν έχεις διαβάσει κάτι δικό της, και η πρόσφατη έκδοση αυτής της νουβέλας σού φάνηκε ιδανική ευκαιρία εκείνη τη μέρα στο βιβλιοπωλείο, και τώρα μοιάζει η κατάλληλη στιγμή, αφού χτες το βράδυ ξενύχτησες να τελειώσεις το βιβλίο που διάβαζες, τα υπόλοιπα αδιάβαστα μπορούν να περιμένουν, σκέφτεσαι, πάντα θα υπάρχουν αδιάβαστα βιβλία να περιμένουν, καθησυχάζεις τον εαυτό σου, αν και δεν ξέρεις από τι ακριβώς.

Και κάπως έτσι, ένα πρωινό, που δεν έπρεπε και όμως ξεκίνησε τόσο νωρίς, στερώντας σου την ανάγκη για ξεκούραση, μετατρέπεται, κάποιες ώρες μετά σε ένα κερδισμένο πρωινό, γεγονός που σε κάνει να νιώθεις όμορφα και με την απαραίτητη θέληση να εγκαταλείψεις επιτέλους το κρεβάτι λίγο πριν το πρωί μετατραπεί σε μεσημέρι, και να σβήσεις το φως της λάμπας που εδώ και ώρα ήταν αχρείαστο, κάτι που εσύ μόλις συνειδητοποιείς.

Λίγο αργότερα, τρώγοντας πρωινό, ξεφυλλίζεις ξανά το βιβλίο, και σκέφτεσαι πως κάποια βιβλία είναι σημαντικό να τα διαβάζει κανείς μία κι έξω, με το μυαλό καθαρό και το σώμα άτονο, και πως, συνεχίζεις να σκέφτεσαι, θα ήταν κρίμα να μην γράψω αυτή την ιστορία στο ημερολόγιο μου, προσθέτοντας ως απαραίτητη σημείωση στο τέλος: να μην αμελήσω να διαβάσω και άλλα βιβλία αυτής της συγγραφέως, που γεννήθηκε στο Κίεβο το 1903 και εκτελέστηκε στο Άουσβιτς το 1942.  

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Άμμος στο στόμα - Hervé Le Corre





Η γυναίκα κουτσαίνει. Δυσκολεύτηκε να κατεβεί από το βαγόνι, στρίβοντας αδέξια με άξονα το γερό της πόδι. Ένας ώριμος άντρας, κομψός, με ευγενικό χαμόγελο στα χείλη, αναμφίβολα γοητευμένος από τα πελώρια μαύρα μάτια και το σκεπτικό  και θεληματικό προφίλ, βοήθησε το ελαφρό της σώμα να πατήσει στην τσιμεντένια αποβάθρα. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε μ' ένα ψέλλισμα και μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού.

Μία επιχειρησιακή ομάδα Βάσκων αυτονομιστών ανατινάζει ένα υπό ανέγερση ξενοδοχείο στη νοτιοδυτική Γαλλία, στη συμπλοκή με την αστυνομία ένα από τα μέλη της ομάδας τραυματίζεται, η Εμίλια τον φυγαδεύει αρχικά στο Μπορντό με στόχο να περάσουν στην ισπανική πλευρά της Χώρας των Βάσκων, ώστε να του παρασχεθεί ιατρική φροντίδα κρυφά από τις αρχές. Ταυτόχρονα, ο Άνχελ Ματάνθας, κυνηγός κεφαλών, στην υπηρεσία της ισπανικής κυβέρνησης, βρίσκεται στο κατόπι των αυτονομιστών.

Με λίγα λόγια, και χωρίς λεπτομέρειες που θα κατέστρεφαν την αναγνωστική έκπληξη του αναγνώστη, αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος Άμμος στο στόμα του Ερβέ Λε Κορ. Με βάση την περιγραφή της ιστορίας, κάποιος θα περίμενε είτε ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης είτε ένα πολιτικά στρατευμένο μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας θα έπαιρνε θέση υπέρ ή κατά της αυτονομιστικής δράσης των Βάσκων. Όμως ο Λε Κορ δεν μοιάζει να επιθυμεί κάτι τέτοιο, ή τουλάχιστον δεν αποτυπώνεται κάποια τέτοια πρόθεση στις σελίδες του μυθιστορήματός του. Και συνήθως προκύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον λογοτεχνικό υβρίδιο όταν η συγγραφή ενός μυθιστορήματος πατάει στις αρχές κάποιου είδους, στο κατασκοπευτικό ή στο πολιτικό θρίλερ στην προκειμένη περίπτωση, όμως ο συγγραφέας του δοκιμάζει, και ενίοτε πετυχαίνει, να ξεφύγει από τα όρια του συγκεκριμένου είδους και να διερευνήσει με αυτόν τον τρόπο νέα εδάφη.

Μέσα από το Άμμος στο στόμα, μυθιστόρημα που διαβάζεται αχόρταγα και με ένταση, ο Λε Κορ επιτυγχάνει να αναδείξει και παράπλευρες πτυχές στην κεντρική του ιστορία, όπως για παράδειγμα το τίμημα της αλληλεγγύης, τίμημα που όμως δεν ηρωοποιείται ούτε και καθαγιάζεται. Η όποια ταύτιση με τους ήρωες, είτε από τη μία, είτε από την άλλη πλευρά, δεν είναι άμεση, παρά έμμεση και σε ένα δεύτερο επίπεδο, και αυτό είναι μία ξεκάθαρη επιτυχία του γεννημένου στο Μπορντό συγγραφέα. Για να δώσω ένα παράδειγμα επ' αυτού, η έμμεση ταύτιση με την ηρωίδα θα μπορούσε να προέλθει από το ερώτημα: εσύ μέχρι πού θα έφτανες για να βοηθήσεις έναν σύντροφο, όχι άμεσα, δηλαδή έναν αυτονομιστή σύντροφο στον αγώνα για αυτονομία, αλλά έναν σύντροφο που έχει την ανάγκη σου και εσύ θα πρέπει να ρισκάρεις κάποια πράγματα;

Το φυσικό τοπίο και οι ακραίες καιρικές συνθήκες συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα, ένα πέπλο ομίχλης και καταχνιάς μοιάζει να καλύπτει την ιστορία. Η γλώσσα είναι αρκετά απλή και λακωνική σε περιγραφές και λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να είναι αρκετά σφιχτό και συμπαγές, μια τραχιά επιφάνεια που συντελεί στην άβολη, λόγω και της ιστορίας, αναγνωστική διαδικασία.

Ενδιαφέρον μυθιστόρημα, ειλικρινών προθέσεων -με πολιτικές προεκτάσεις-, το Άμμος στο στόμα είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της καλής και χαμηλών τόνων σχολής του γαλλικού νουάρ μυθιστορήματος.

Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου    

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ο συνοδοιπόρος - Viet Thanh Nguyen




Είμαι κατάσκοπος, κοιμώμενος, διπρόσωπος. Δεν εκπλήσσει ίσως το ότι είμαι και δίβουλος. Δεν είμαι κάποιος μεταλλαγμένος απ' αυτούς στα κόμικς ή στις ταινίες τρόμου, καίτοι μου έχουν φερθεί σαν να είμαι. Απλώς, είμαι ικανός να δω κάθε θέμα από δύο μεριές. Καμιά φορά, κολακεύομαι να πιστεύω ότι αυτό είναι ταλέντο, και μολονότι είναι, ήσσονος φύσεως βέβαια, πιθανόν να είναι και το μοναδικό που διαθέτω. Άλλοτε πάλι, όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ παρά μόνον έτσι να παρατηρώ τον κόσμο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ταλέντο αυτό που διαθέτω. Άλλωστε, ταλέντο σημαίνει κάτι που χρησιμοποιείς, κι όχι κάτι που σε χρησιμοποιεί. Το ταλέντο που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, το ταλέντο που σε κατέχει -είναι κάτι επικίνδυνο, οφείλω να πω. Αλλά τον μήνα που αρχίζει αυτή εδώ η εξομολόγηση, ο τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα έμοιαζε να είναι μάλλον αρετή παρά ελάττωμα, κι έτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένοι κίνδυνοι.

Κάπως έτσι ξεκινάει η απολογία(;) του αφηγητή, ο οποίος στον πόλεμο του Βιετνάμ έπαιξε διπλό παιχνίδι, συνεργαζόμενος φαινομενικά με τους Νότιους αλλά επιθυμώντας να προασπίσει τα συμφέροντα των Βορείων. Μέσα από την καταιγιστική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θα επιχειρήσει να αποτυπώσει στο χαρτί όλα όσα συνέβησαν με πρωταγωνιστή τον ίδιο, να εξηγήσει τον διπλό του ρόλο, να υπερασπιστεί όλα όσα αναγκάστηκε να κάνει και να καυχηθεί για όσα πέτυχε κάτω από τη μύτη του εχθρού, ακόμα και όταν δεν είναι σίγουρος για το ποιος πραγματικά είναι ο εχθρός.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ποτέ ότι ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο στο Βιετνάμ θα μου προσέφερε τόση μεγάλη αναγνωστική απόλαυση, ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως κατασκοπευτικό, αλλά σε καμία περίπτωση ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν θα ήταν αρκετός για τον Συνοδοιπόρο του γεννημένου στο Βιετνάμ αλλά μεγαλωμένου στις ΗΠΑ Viet Thanh Nguyen. Το νεύρο στην αφήγηση και ο πολυεπίπεδος χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι τα δύο εκείνα στοιχεία που κάνουν τον Συνοδοιπόρο ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα εντυπωσιακό λογοτεχνικό ντεμπούτο, που έλαβε πλήθος βραβείων και διακρίσεων, με αποκορύφωμα το βραβείο Πούλιτζερ.

Η αναζήτηση ταυτότητας, το αίσθημα του να νιώθει κανείς ξένος ακόμα και στην ίδια του την πατρίδα, η φιλία που συγκρούεται με το καθήκον, η ανασφάλεια για το τι είναι σωστό και τι λάθος, η αντίθεση Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα σε άλλα, αποτελούν πυλώνες εξίσου σημαντικούς με τη δράση, αναπόσπαστα κομμάτια της πλοκής του μυθιστορήματος. Κάποιες ανατροπές εντείνουν ακόμα περισσότερο το αίσθημα αγωνίας, που πηγάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ενισχύοντας, πάντα μαζί με το νεύρο της αφήγησης, την πείνα του αναγνώστη να δει τι γίνεται παρακάτω, σε ένα μυθιστόρημα στο οποίο δεν υπάρχουν ξεκάθαροι καλοί και κακοί, στο οποίο κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο.

Ίσως το γεγονός της διπλής ταυτότητας του συγγραφέα, πάντα μαζί με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, να δίνει την εξήγηση για το πώς κατάφερε να συλλάβει και να υλοποιήσει αυτό το μυθιστόρημα, αποδεχόμενος την ύπαρξη πολλαπλών εκδοχών για το ίδιο γεγονός, πατώντας στη Δύση αλλά και σε ένα βαθμό και στην Ανατολή, φέροντας αρκετά από τα στοιχεία ταυτότητας του αφηγητή του, ακόμα και χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου εκείνου, και έτσι επιτυγχάνει ακόμα κάτι σπουδαίο, να γράψει ένα μυθιστόρημα οικουμενικό, παρότι αναφέρεται σε κάτι συγκεκριμένο όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ.  

Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Utopia

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ένας ζωγράφος του καιρού μας - John Berger





Όλα ξεκίνησαν όταν μία φίλη μού πρότεινε το μυθιστόρημα Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Ήταν λίγο μετά τον θάνατο του συγγραφέα και ιστορικού τέχνης Τζον Μπέργκερ, τον οποίο εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή πρακτικά αγνοούσα, αν και το όνομά του μου ήταν γνωστό. Διάβασα το μυθιστόρημα και ενθουσιάστηκα -περισσότερα επ' αυτού μπορείτε να διαβάσετε εδώ-, έτσι άρχισα να αναζητώ και άλλα βιβλία δικά του, τόσο μυθοπλασίας όσο και δοκίμια. Ακόμα ένα νήμα είχε ξεδιπλωθεί εμπρός μου, γεγονός που με έκανε να νιώθω τρομερά χαρούμενος. Στο παζάρι της Πλατείας Κοτζιά έπεσα πάνω στο Ένας ζωγράφος του καιρού μας.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι το πρώτο που έγραψε ο Μπέργκερ (1958). Χρησιμοποιώντας το εύρημα της ανακάλυψης του ημερολογίου του ζωγράφου Γιάνος Λάβιν, Ούγγρου κομμουνιστή που έφτασε στο Λονδίνο το 1938, ο Μπέργκερ στήνει το πορτραίτο ενός ζωγράφου του καιρού εκείνου, συνδυάζοντας εκτός των καλλιτεχνικών ανησυχιών και τις σκέψεις ενός κυνηγημένου ανθρώπου, μακριά από την πατρίδα του, η οποία τελεί πλέον υπό κομμουνιστικό καθεστώς, τα συναισθήματά του, τις ελπίδες και τους φόβους του.
Σ' αυτό το σημειωματάριο δεν θα κάνω κανένα σχέδιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κράτησα ημερολόγιο. Στο Βερολίνο κρατούσα σημειώσεις και αποσπάσματα από λόγους άλλων, για να τα χρησιμοποιήσω αργότερα σε διαλέξεις, συζητήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αλλά σ' αυτό θα κρατώ μόνο τις δικές μου σκέψεις. Είμαι πλέον πολιτικό παρελθόν· δεν πρέπει να καταγράφω τις καταστάσεις σαν εξωτερικά φαινόμενα, ούτε και είναι αυτός ο λόγος που θα κρατώ σημειώσεις. Θέλω να ξαναδώ τον εαυτό μου. Κατά το παρελθόν αναγνώριζα τον εαυτό μου μέσα από τα γεγονότα στα οποία συμμετείχα. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια σ' αυτή την απομονωμένη και τυχερή χώρα η ζωή μου δεν έχει σκαμπανεβάσματα. Υπηρετώ την τέχνη μου. Η ζωγραφική όμως δεν αποτελεί γεγονός παρά μόνο όταν τη βλέπουν οι άλλοι.

Ο συγγραφέας εμπλέκει τον εαυτό του στην ιστορία λόγω της -επινοημένης- στενής φιλικής σχέσης του με τον Λάβιν, γεγονός που του επιτρέπει να ενσωματώσει στο ημερολόγιο επεξηγηματικά σχόλια, να αναφερθεί αναλυτικότερα σε καταστάσεις τις οποίες ο ζωγράφος αναφέρει επιγραμματικά και στις οποίες εκείνος, ο Μπέργκερ, ήταν παρών, ή ακόμα και να εκφράσει την έκπληξή του για το πόσο διαφορετικά έμοιαζε να βιώνει ο φίλος του διάφορες καταστάσεις σε σχέση με το πώς τις κατέγραψε αργότερα.

Το στοιχείο εκείνο που κάνει το μυθιστόρημα αυτό τόσο υπέροχο είναι το νεύρο του Λάβιν στην καταγραφή των ημερολογιακών καταχωρήσεων, χωρίς το οποίο το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν άψυχο, καθώς ούτε οι σκέψεις περί τέχνης από μόνες τους ούτε τίποτε άλλο δεν θα ήταν αρκετό για να το μετατρέψει σε ένα βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα. Σε κάποια σημεία η αίσθηση της ανάγνωσης είναι τόσο συγκλονιστική που μου θύμισε την αξέχαστη εμπειρία της ανάγνωσης του Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μυθιστόρημα -και- πολιτικό, με το διαρκές ερώτημα, τι είναι δυνατόν να προσφέρει η τέχνη στην ανθρωπότητα, να βασανίζει τον Λάβιν, που νιώθει προνομιούχος ζώντας σε ένα μέρος όπως το μεταπολεμικό Λονδίνο, ενώ οι περισσότεροι από τους συντρόφους του επέστρεψαν στην Ουγγαρία, επιχειρώντας να υλοποιήσουν το όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία, παίρνοντας ρίσκα ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή, την ώρα που εκείνος, αν και με διάφορες οικονομικές δυσκολίες, έχει να αναμετρηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ανάγκη του να ζωγραφίζει διαρκώς, την απογοήτευση και την ικανοποίηση που προσφέρει η τέχνη.

Πραγματικά σπουδαίο βιβλίο, αναζητήστε το!    

Μετάφραση Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Το μεγαλείο της ζωής - Michael Kumpfmüller





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ με κάποια επιφύλαξη είναι η αλήθεια. Θα ήταν άραγε δυνατόν να αποδώσει κάποιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φραντς Κάφκα, να ενσωματώσει αποσπάσματα από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία του, να συμπληρώσει τα κενά, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Και όλο αυτό να μη θυμίζει μία άψυχη βιογραφία, αλλά να αποπνέει κάτι το συγκλονιστικό, γιατί φαντάζομαι πως δεν θα είναι λίγοι οι συγγραφείς εκείνοι που, γοητευμένοι από τη ζωή και το έργο του Κάφκα ή παρακινημένοι από μία σίγουρη εκδοτική επιτυχία, δεν θα φλέρταραν κάποια στιγμή με την ιδέα να ασχοληθούν με τον καταραμένο συγγραφέα.

Η όποια επιφύλαξη παραμέρισε σύντομα, ο συνδυασμός της ικανότητας -αλλά και της έρευνας και της αγάπης- του Κουμπφμέλλερ από τη μία και της αύρας του Κάφκα ως -μυθιστορηματικού- ήρωα από την άλλη συνετέλεσαν σε ένα αποτέλεσμα σαγηνευτικό παρά τη θλίψη της ιστορίας αλλά κυρίως της εκ των προτέρων επίγνωσης του τέλους. Είναι από τα παραδείγματα εκείνα που αποδεικνύουν πως συχνά δεν έχει σημασία αν η ιστορία είναι γνωστή και ειπωμένη, αλλά είναι ο τρόπος να διηγηθεί κανείς μία ιστορία εκείνος που αληθινά μετράει.
Καλούν ταξί, εκείνη ετοιμάζει τις βαλίτσες, ο Φραντς γράφει στους γονείς. Βρέχει και φυσάει, η διαδρομή είναι ένας εφιάλτης. Για κάποιο λόγο ανεξήγητο δεν υπάρχει κλειστό αυτοκίνητο κι έτσι κάνουν όλο το δρόμο χωρίς καμιά προστασία από τις καιρικές συνθήκες, η Ντόρα στέκεται όρθια μπροστά του και τον σκεπάζει με το παλτό της, σαν υπνωτισμένη, μη μπορώντας να το πιστέψει. Στην κλινική τον παίρνουν αμέσως και περνάει μια αιωνιότητα προτού της επιτρέψουν να μπει στο δωμάτιό του -που μοιάζει μάλλον κελί.

Μία από τις πλέον συγκινητικές ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορία πραγματική, της ζωής και όχι της μυθοπλασίας, η Ντόρα να στέκεται όρθια μπροστά από τον άρρωστο Φραντς για να του κάνει απάγκιο, στο ανοιχτό αυτοκίνητο που τους μεταφέρει σε ένα ακόμα δωμάτιο κλινικής.


Το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ διαθέτει αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία πέρα από την αλήθεια που φέρει· οι μακροπερίοδες προτάσεις, με τον πλάγιο λόγο και τις ενσωματωμένες σκέψεις· ο τρόπος με τον οποία προωθεί την πλοκή, ενώ ταυτόχρονα μας καταβυθίζει στον συναισθηματικό κόσμο του Κάφκα αλλά και της Ντόρας· η ικανότητά του να μην δειχθεί αλλά ταυτόχρονα να μη λυγίσει υπό το καφκικό βάρος· η γλώσσα.

Δεν θα ήταν αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως και μόνο η παρουσία του Κάφκα θα ήταν αρκετή. Υπάρχουν αρκετά αντιπαραδείγματα συγγραφέων που πάτησαν πάνω στη ζωή και το έργο σπουδαίων δημιουργών και όμως δεν κατάφεραν τίποτα παραπάνω από ένα βιαστικό και ανώριμο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα. Θα ήταν όμως αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως η παρουσία του Κάφκα έδωσε κάτι παραπάνω στην αναγνωστική απόλαυση -όσο και αν το ουσιαστικό απόλαυση μοιάζει παράδοξο στην ανάγνωση μιας ιστορίας όπως αυτής. Το μεγαλείο της ζωής είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό.  
   
Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Τα πλούτη μας - Kaouther Adimi




Πρώτα, μια βαθιά σιωπή απλώθηκε στην οδό Χαμανί, πρώην Σαρράς. Τέτοια γαλήνη είναι σπάνια σε μια πόλη σαν το Αλγέρι, πάντα με κίνηση και θόρυβο, που δεν σταματά να πάλλεται, να παραπονιέται, να βογκάει. Ύστερα κάποιοι άντρες κατέβασαν τα ρολά στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη και η σιωπή έσπασε. Ω, έχει πάψει να είναι βιβλιοπωλείο από τη δεκαετία του 1990 και από τότε που το Κράτος το πήρε από την κυρία Σαρλό, τη νύφη του παλιού ιδιοκτήτη. Είναι ένα απλό παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου. Ένα μέρος χωρίς όνομα, μπροστά στο οποίο σπάνια στέκονται οι διαβάτες. Αλλά συνεχίζουμε να το λέμε το βιβλιοπωλείο Τα Αληθινά Πλούτη, όπου συνεχίσαμε για χρόνια να λέμε οδός Σαρράς αντί οδός Χαμανί. Είμαστε οι κάτοικοι τούτης της πόλης και η μνήμη μας είναι το άθροισμα των ιστοριών μας.

Κάποτε στο Αλγέρι υπήρχε ένα βιβλιοπωλείο, Τα Αληθινά Πλούτη, στην οδό Σαρράς, πλέον οδός Χαμανί. Η, γεννημένη το 1986, Αλγερινή συγγραφέας Αντιμί περπατώντας μια μέρα στους δρόμους του Αλγερίου θα πέσει πάνω σε ένα μικρό κατάστημα, πλέον παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου, στην πρόσοψή του υπάρχει ακόμα το έμβλημα που χάραξε ο εκδότης Εντμόντ Σαρλό: Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο. Η συγγραφέας θα γοητευτεί από την ιστορία του βιβλιοπωλείου και θα αποφασίσει να γράψει το παρόν μυθιστόρημα. Μελετώντας και επινοώντας, στηριζόμενη στην εικασία πως ένα τέτοιο μέρος σήμερα θα έκλεινε για να δώσει τη θέση του σε ένα κατάστημα με λουκουμάδες, θα επιχειρήσει να διηγηθεί την ιστορία του βιβλιοπωλείου, του εκδότη του, της εποχής και τελικά του Αλγερίου.

Ο Σαρλό υπήρξε ο πρώτος εκδότης αρκετών γνωστών συγγραφέων, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζει ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος πέρασε ώρες στο πατάρι του βιβλιοπωλείου διορθώνοντας και γράφοντας, πριν περάσει στη Γαλλία και από εκεί στο πάνθεον της λογοτεχνίας και της διανόησης. Ανάμεσα στα επινοημένα αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Σαρλό και την ιστορία του νεαρού μηχανικού που θα αναλάβει ως μέρος της πρακτικής του άσκησης να έρθει από το Παρίσι για να αδειάσει το βιβλιοπωλείο και να κάνει τις απαραίτητες εργασίες μετατροπής του σε κατάστημα με λουκουμάδες η Αντιμί θα επιτύχει την αναβίωση μιας ολόκληρης εποχής, με ελάχιστα διαστήματα γαλήνης, μιας εποχής όμως που έφερε μια ελπίδα για το μέλλον και μια πίστη για τα βιβλία.

Ο ντοκουμενταρίστικος χαρακτήρας της πλοκής, στηριγμένος εν πολλοίς σε επινοημένα περιστατικά, αν και στον πυρήνα του εμπνευσμένος από την πραγματική ιστορία του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη, δίνει αυτό το κάτι παραπάνω στο μυθιστόρημα της Αντιμί, ένα μυθιστόρημα νοσταλγικό αλλά όχι μελό, μία ιστορία γλυκιά παρότι πικρή. Ο τρόπος με τον οποίο η νεαρή συγγραφέας διαχειρίστηκε την έμπνευσή της είναι άξιος αναφοράς, επιτυγχάνοντας να παραμερίσει την προσωπική της συναισθηματική εμπλοκή στην ιστορία, επιμένοντας αρκετά στη δομή, στον σχεδιασμό και στην αληθοφάνεια των γεγονότων, καταφέρνοντας έτσι να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα, το οποίο, χωρίς να διεκδικεί δάφνες αριστουργήματος, θα γοητεύσει τους αναγνώστες, ιδιαίτερα εκείνους για τους οποίους τα βιβλία και η ανάγνωση αποτελούν τρόπο ζωής.

Μετάφραση Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις

  

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Όταν δεν το περιμένεις - Bodo Kirchhoff




Κι αυτή την ιστορία, που ακόμα τόσο τον πονάει, του σκίζει κατά πώς λένε την καρδιά, πώς θα ξεκινούσε να την αφηγείται; Ίσως να ξεκινούσε με τα βήματα μπροστά στην πόρτα του, όταν είχε αναρωτηθεί αν άκουγε στ' αλήθεια βήματα ή ήταν πάλι η αντήχηση της δικής του εσωτερικής ανησυχίας, της ανησυχίας που ένιωθε από τότε που είχε σταματήσει να βάζει σε τάξη το χάος άλλων ανθρώπων, έτσι ώστε από αυτό το χάος να γεννηθεί ένα βιβλίο. Επομένως: Ήταν στ' αλήθεια βήματα αυτά που άκουγε, περασμένες εννιά το βράδυ, την ώρα που άρχιζαν να σβήνουν τα φώτα στην κοιλάδα, ή μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ίδιο;

Μέχρι πρότινος ο Ράιτερ είχε έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Τον πούλησε, εγκατέλειψε τη μεγάλη πόλη και αποσύρθηκε σε ένα μικρό χωριό στους πρόποδες των Άλπεων. Μια ζωή ανάμεσα σε βιβλία, χειρόγραφα, διορθώσεις και επιμέλειες ανήκει πια στο παρελθόν. Μια ζωή συναισθηματικά μοναχική. Αν και κάποτε υπήρξε ερωτευμένος, πολύ ερωτευμένος, η κοπέλα έμεινε έγκυος, σε ένα ταξίδι στην Ιταλία αποφάσισαν από κοινού πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη όμως δεν άντεξε, έτρεξε προς τον σταθμό των τρένων, εκείνος δεν έτρεξε πίσω της, δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Όσες ιστορίες και αν διάβασε αυτά τα χρόνια, όσες ιστορίες και αν έζησε αυτά τα χρόνια, καμία δεν μπόρεσε να πάρει τη θέση εκείνης της ιστορίας. Πώς θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει να αφηγείται μία ιστορία όπως αυτή; Μία άλλη ιστορία, πραγματική ή φανταστική, θα γίνει το όχημα, το κινητό κρησφύγετο.

Όταν έχεις να διηγηθείς τη δική σου ιστορία, γίνεσαι πιο ανεκτικός στις γλωσσικές υπερβολές, συγχωρείς στον εαυτό σου φράσεις κλισέ, λογοτεχνικά ανάξιες, που ως εκδότης θα έσπευδες να διαγράψεις από το χειρόγραφο ή που θα σε έκαναν να απορρίψεις το χειρόγραφο συνολικά. Τώρα όμως, σκέφτεσαι, πρόκειται για πραγματική ζωή, και ας προσπαθείς να την καμουφλάρεις πίσω από ένα νέο ταξίδι στην Ιταλία, πίσω από τα βήματα μιας άλλης γυναίκας, πίσω από αποφάσεις πιο παράτολμες που τότε δεν μπόρεσες να πάρεις, και το μετάνιωσες καθώς βρέθηκες να παίζεις μία ζωή με αν και ίσως.

Το Όταν δεν το περιμένεις του Γερμανού συγγραφέα Κίρχοφ είναι ένα φαινομενικά απλό μυθιστόρημα, μία ερωτική ιστορία που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχει πολλάκις ειπωθεί, αλλά ο τρόπος, και εκεί έγκειται η μαστοριά του συγγραφέα και τελικά η αξία του μυθιστορήματος αυτού, με τον οποίο την αφηγείται εγκλωβίζει αργά και χαμηλότονα τον αναγνώστη. Το εύρημα του αφηγητή-εκδότη, που αδυνατεί να πετάξει από πάνω του τον ρόλο του επιμελητή της ίδιας του της ιστορίας, λειτουργεί θαυμάσια, καθώς δημιουργεί ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης, εκείνο του σχολιασμού, που θέτει διαρκώς εν αμφιβόλω την τελική μορφή της ιστορίας, μετατρέποντάς την σε μια εν εξελίξει διαδικασία συγγραφής, εκεί που τα όρια του στοχασμού του αφηγητή πάνω στην ίδια του την ιστορία έρχονται να πλεχτούν με την ιστορία όχημα, σε μία διαρκή αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα: πώς θα ξεκινούσε να αφηγείται την ιστορία εκείνη, που ακόμα τόσο τον πονάει;

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Αιώρα


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Η μοναδική ιστορία - Julian Barns





Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μόνο μία ιστορία να αφηγηθούμε. Δεν θέλω να πω ότι μας συμβαίνει ένα μονάχα πράγμα όσο ζούμε: στο διάβα της ζωής μας συντελούνται αναρίθμητα γεγονότα τα οποία μετατρέπουμε σε αναρίθμητες ιστορίες. Όμως ένα μονάχα έχει σημασία, ένα μονάχα αξίζει πραγματικά να αφηγηθούμε. Και να ποιο είναι το δικό μου.

Ο Πολ, στα δεκαεννέα του χρόνια, επιστρέφει στο πατρικό του για τις καλοκαιρινές διακοπές από το πανεπιστήμιο. Μαθημένος ήδη στην ανεξαρτησία της φοιτητικής ζωής, θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στο ίδιο περιβάλλον με τους γονείς του, ώσπου η απόφασή του να γραφτεί στον τοπικό όμιλο αντισφαίρισης θα του αλλάξει τη ζωή. Εκεί θα γνωρίσει τη Σούζαν Μακλάουντ, υπολογίζει πως είναι λίγο πάνω από τα σαράντα, παντρεμένη με δύο κόρες στην ηλικία του Πολ. Η ερωτική έλξη θα είναι αμοιβαία. Και εκείνο που θα ξεκινήσει ως μια περιπέτεια θα εξελιχθεί μέσα στα χρόνια σε μια μοναδική ιστορία.

Το συνηθέστερο ίσως μοτίβο των ιστοριών του Μπαρνς, η πάλη των ηρώων με την κοινωνία και η αναπόφευκτη συντριβή τους, επανέρχεται σ' αυτό το μυθιστόρημα. Ο Μπαρνς επιτυγχάνει σε κάτι που γνωρίζει καλά, και ας υπάρχουν στην πλούσια εργογραφία του αρκετά αδύναμα, για τις δυνατότητές του πάντα, βιβλία. Η αφήγηση, και ειδικά σε πρώτο πρόσωπο, εν είδει εξομολόγησης πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει κάτι το πυρετικό, ώστε να δικαιολογείται και ταυτόχρονα να μπορεί να συμπαρασύρει στο δράμα της τον αναγνώστη, και η αφήγηση του Πολ διαθέτει αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό. Όμως δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό, αποφεύγοντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, τόσο την ηρωοποίηση, όσο και τη θυματοποίηση του εαυτού του, προσφέροντας στη Σούζαν τον χώρο της ιστορίας που της αναλογεί.

Κάποια στιγμή η αφήγηση γυρίζει σε τρίτο πρόσωπο, ο Πολ μετατρέπεται σε θύμα της μάχης με τον χρόνο και τη μνήμη, οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα χάνουν την έντασή τους, αδυνατεί να θυμηθεί πώς ήταν να κάνει έρωτα με τη Σούζαν, τι σχήμα είχαν τα στήθη της, τα μυστικά λόγια που μοιράζονται μεταξύ τους οι εραστές. Με αυτό το απλό φαινομενικά εύρημα ο Μπαρνς κατορθώνει να εξισορροπήσει την αφήγηση, να προσδώσει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία του, να εγκλωβίσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη οδεύοντας προς το τέλος, να πάρει ο παντογνώστης αφηγητής τον λόγο τη στιγμή που ο χρόνος δημιουργεί απόσταση, αναπόφευκτα κενά, ξεθώριασμα εικόνων και εξασθένιση συναισθημάτων.

Η μοναδική ιστορία είναι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του Βρετανού συγγραφέα, αν και η προσωπική μου αναγνωστική απόλαυση δεν γνώρισε τα ύψη εκείνης του Ένα κάποιο τέλος. Άλλωστε, όσο και αν αναγνωρίζουμε και αγαπάμε έναν συγγραφέα, πάντα θα υπάρχει ένα έργο του που θα αγαπάμε περισσότερο, για τους δικούς μας προσωπικούς και συχνά αδιευκρίνιστους λόγους.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Περί φυσικής της μελαγχολίας - Georgi Gospodinov




Γράφω σε πρώτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως ζω ακόμα. Γράφω σε τρίτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως δεν είμαι απλή προβολή του δικού μου εγώ, πως είμαι τρισδιάστατος και έχω σώμα. Μερικές φορές πετάω κάτω ένα ποτήρι και διαπιστώνω με ικανοποίηση πως πέφτει και σπάει. Αυτό σημαίνει πως υπάρχω και πως η ύπαρξή μου έχει συνέπειες.
Αν κανείς δεν με παρατηρεί, θα χρειαστεί να παρατηρήσω ο ίδιος τον εαυτό μου, για να μη μετατραπώ σε κβαντική σούπα.

Ήδη από την αναγγελία της επικείμενης έκδοσης του μυθιστορήματος αυτού, το ένστικτό μου σήμανε συναγερμό. Πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο, σπεύσε, έλεγε με επιμονή. Υπάκουσα σχεδόν τυφλά. Ταυτόχρονα σχεδόν με την κυκλοφορία του ξεκίνησα να το διαβάζω. Και -τουλάχιστον αυτή τη φορά- είχε δίκιο.

Ο Μινώταυρος, σώμα ανθρώπου με κεφάλι ταύρου, γνωστός και ως Αστερίων, ήταν η τιμωρία του Ποσειδώνα στον Μίνωα, που παράκουσε και δεν έσφαξε τον λευκό ταύρο, και ο Ποσειδώνας, στο σώμα του ταύρου, άφησε έγκυο την Πασιφάη. Ο Μίνωας ζήτησε από τον Δαίδαλο να κατασκευάσει έναν λαβύρινθο ώστε να κρύψει το νόθο τέρας. Ο Μινώταυρος, ο αθώος Μινώταυρος, θύμα των διαφορών θεών και ανθρώπων, έμεινε στην ιστορία ως ένα αιμοσταγές τέρας και ο δολοφόνος του, ο Θησέας, ως ήρωας, κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει για το φοβισμένο πλάσμα στα σκοτάδια του λαβύρινθου.

Ο αφηγητής, από πολύ μικρός, διέθετε την ικανότητα να μπαίνει στο σώμα του πρωταγωνιστή κάθε ιστορίας που άκουγε, και στη συνέχεια να τη βιώνει από την αρχή και να παρασύρεται σε διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα της πρωτότυπης. Κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, απόλεσε την ικανότητα αυτή.

Στους λαβύρινθους αυτούς μεγάλωσε ο αφηγητής, εκεί γνώρισε και συμπάθησε τον Μινώταυρο, χάθηκε και βρέθηκε να περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία, γνώρισε όμως και νέες γωνιές, και η απόπειρά του να διηγηθεί τη ζωή του, και μέσω αυτής τη ζωή πολλών ακόμα, δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθεί μία διαρκώς ανακοπτόμενη και επαναπροσδιοριζόμενη πορεία. Μία σύνθεση δεκάδων μικροιστοριών, το Περί φυσικής της μελαγχολίας του Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ μοιάζει να γράφτηκε αποσπασματικά, με μία διαδικασία που θυμίζει κατασκευή κολάζ, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα διαθέτει συνοχή και λογική στην κατασκευή του, αλλά διαθέτει και αίσθημα που απαιτεί την ανάγνωση για να κατανοηθεί, να βιωθεί και εν τέλει να αποθεωθεί από τον εκστασιασμένο αναγνώστη.

Δεν περίμενα πως κάποιος άλλος συγγραφέας θα μου δημιουργούσε συναισθήματα παρόμοια με εκείνα του σπουδαίου Ενρίκε Βίλα-Μάτας, και μάλιστα χωρίς να έχει, την πάντοτε γοητευτική, βιβλιοφιλική διάσταση. Και αυτό, για μένα, είναι ένα σπουδαίο προτέρημα.  

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος   




Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η συνείδηση του Ζήνωνα - Italo Svevo




Είμαι ο γιατρός για τον οποίο μιλάει αυτή η ιστορία, μερικές φορές με διόλου κολακευτικά λόγια. Όποιος καταλαβαίνει από ψυχανάλυση ξέρει πού να αποδώσει την αντιπάθεια που μου δείχνει ο ασθενής μου.
Ο Δόκτωρ Σ. αποφασίζει να δημοσιεύσει τις αναμνήσεις του Ζήνωνα, για να τον εκδικηθεί που εγκατέλειψε τη θεραπεία του. Δική του ιδέα ήταν να τις καταγράψει ως πρελούδιο για τη θεραπεία του, όμως ο Ζήνων τα παράτησε πριν ολοκληρωθεί η θεραπεία. Με κάποιον εμφανή δισταγμό στην αρχή, με μία άρνηση να υπακούσει στις εντολές του γιατρού του, η οποία όμως σύντομα υποχωρεί, ο Ζήνων διηγείται διάφορα περιστατικά της ζωής του.

Βιβλίο σταθμός στη λογοτεχνία, το οποίο παρέμενε για αρκετό καιρό εξαντλημένο, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις αντίποδες σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη, η οποία δυστυχώς δεν πρόλαβε να πιάσει το βιβλίο στα χέρια της. Η συνείδηση του Ζήνωνα εκδόθηκε το 1923, γεγονός που δεν θα είχε ίσως συμβεί αν ο Σβέβο, που απογοητευμένος από την υποδοχή των δύο πρώτων του βιβλίων είχε σταματήσει να γράφει, δεν έκανε μάθημα αγγλικών με τον Τζέημς Τζόυς. Ο Τζόυς διάβασε εκείνα τα δύο πρώτα βιβλία, και ενθουσιασμένος τον πίεσε να επιστρέψει στη συγγραφή, ενώ παράλληλα φρόντισε να προωθήσει το έργο του στο εξωτερικό. Και αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς γιατί το βιβλίο αυτό αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ο Σβέβο επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του Ζήνωνα, εντάσσοντας σε αυτή την ψυχανάλυση, είναι πρωτοποριακός, ενώ δημιούργησε και έναν ήρωα, που αποτέλεσε καλούπι για αρκετούς που ακολούθησαν (όπως για παράδειγμα ο Ιγνάτιος στον Συνασπισμό ηλιθίων του Τζον Κένεντυ Τουλ).

Βέβαια, λίγη σημασία θα είχε για το αναγνωστικό κοινό η σημασία του βιβλίου του Σβέβο, αν δεν συνοδευόταν από την απαραίτητη αναγνωστική απόλαυση. Και Η συνείδηση του Ζήνωνα είναι ένα πράγματι απολαυστικό βιβλίο, με σημεία που μένουν αξέχαστα στη μνήμη του αναγνώστη, όπως η προσπάθεια του ήρωα να κόψει το τσιγάρο ή να φανερώσει τον έρωτά του στην αδερφή εκείνης την οποία τελικά παντρεύτηκε.

Ο Ζήνων -ο αξέχαστος Ζήνων- προκαλεί πλήθος αντικρουόμενων συναισθημάτων, και μάλιστα ταυτόχρονα, ο αναγνώστης τον αντιπαθεί αλλά και τον λυπάται, γελάει μαζί του αλλά και εξοργίζεται, τον κατανοεί αλλά και όχι. Αποτελεί, μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ιστορίας, το όχημα που χρησιμοποιεί ο Σβέβο για να οδηγήσει τον αναγνώστη στην Τεργέστη της εποχής εκείνης, μιας κοινωνίας συντηρητικής, υποκριτικής και αφελούς, παρά τον φαινομενικά κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, σε ένα περιβάλλον πνιγηρό αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρον από κοινωνιολογική και ανθρωπολογική άποψη, σε μία αργά μεταβατική περίοδο εν μέσω σημαντικών ιστορικών και πολιτικών ανακατατάξεων.

Ο Σβέβο σαμποτάρει τη σοβαρότητα της ιστορίας του με ένα υπόγειο, διαρκώς παρόν και ενίοτε μαύρο χιούμορ -αυτός άλλωστε μοιάζει να είναι ο τρόπος του να φιλτράρει την πραγματικότητα- χωρίς να πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα ευθυμογράφημα, αλλά για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα -πριν την εμφάνιση του υπαρξισμού ως φιλοσοφικού κινήματος. Και αυτός ο συνδυασμός προσδίδει περαιτέρω βάρος στο μυθιστόρημα, καθώς ο αναγνώστης, παρά την όποια δυσαρέσκεια μπορεί να του προκαλεί, νιώθει μια περίεργη, και ίσως φαινομενικά ανεξήγητη, ταύτιση με τον Ζήνωνα, κυρίως με την απόπειρά του να ξεγελάσει κάποιες στιγμές τον ψυχαναλυτή του -αλλά, ας μη γελιόμαστε, εκείνο που πραγματικά επιθυμεί είναι να καθησυχάσει και να απαλλάξει από τις ενοχές τον ίδιο του τον εαυτό.

Σπουδαίο μυθιστόρημα -το οποίο, μοιάζει απίστευτο, πρωτοκυκλοφόρησε σχεδόν έναν αιώνα πριν- σε μια καλαίσθητη έκδοση, η οποία συνοδεύεται από το κατατοπιστικό επίμετρο του Τζέιμς Γουντ.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

M Train - Patti Smith




Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα.

Και δεν θα υπήρχε ιδανικότερη εναρκτήρια φράση για το βιβλίο αυτό από τα λόγια ενός καουμπόη που κάποιο βράδυ εμφανίστηκε σε ένα όνειρο της Πάτι Σμιθ. Δεν είναι εύκολο να γράφεις για το τίποτα, όταν όμως κάποιος επιτυγχάνει να γράψει για το τίποτα, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι συγκλονιστικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στο M Train. Θα ήταν ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κάποιος να κατατάξει λογοτεχνικά το βιβλίο αυτό, πέφτοντας πιθανότατα στην παγίδα του memoir, αφήνοντας το παράθυρο ανοιχτό στην εγωπάθεια του γράφοντος, εξοστρακίζοντας έτσι την ψυχή από το σώμα, παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτό το τίποτα, που καμία σχέση δεν έχει με τη ματαιότητα ή τον μηδενισμό, με μια ημερολογιακή διαθήκη για τους αναγνώστες. Και τότε, περί τίνος πρόκειται;
Η παραμονή της πρωτοχρονιάς πέρασε λίγο πολύ το ίδιο, χωρίς κάποια ιδιαίτερη απόφαση για τον καινούριο χρόνο. Καθώς χιλιάδες μεθυσμένοι γλεντζέδες κατέκλυζαν την Τάιμς Σκουέαρ, η μικρή Αβησσυνίας έκοβε βόλτες στο δωμάτιο μαζί μου ενώ εγώ πήγαινα πέρα δώθε παλεύοντας με ένα ποίημα που σκόπευα να ολοκληρώσω για να υποδεχτώ το νέο έτος, έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Χιλιανό συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον - ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666. Μακάρι να είχε υπάρξει κάποια ειδική παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας που θα του είχε επιτρέψει να ζήσει. Γιατί το 2666 έμοιαζε να είναι στημένο ώστε να συνεχίζεται στο διηνεκές, για όσο καιρό ο συγγραφέας του θα ήθελε να γράφει. Τέτοιο θλιβερό και άδικο ριζικό έλαχε στον ωραίο Μπολάνιο, να πεθάνει στα πενήντα του χρόνια, πάνω στην ακμή των δυνάμεών του. Η απώλειά του και αυτά που δεν πρόλαβε να γράψει μας στέρησαν τουλάχιστον ένα μυστικό του κόσμου.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές. Το M Train γράφτηκε για να ικανοποιήσει μια βαθύτερη ανάγκη της Πάτι Σμιθ. Ποια ανάγκη ακριβώς είναι δύσκολο να εντοπιστεί, θυμίζει την ανάγκη ενός ποιητή να ξεφορτωθεί στο χαρτί έναν στίχο ή ενός ζωγράφου να λερώσει τον καμβά του. Ο αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο καταγράφει η Σμιθ το χάος μέσα από το οποίο αναδύονται σκέψεις, όνειρα και συμβάντα, έναν τρόπο ήρεμο και χαμηλού προφίλ, χωρίς διάθεση για ήρωες και θύματα, το ελάχιστο που ξεπηδά και δίνει τον ρυθμό, η απουσία διάθεσης να κινήσει από κάπου και να καταλήξει κάπου άλλου, οι κύκλοι που όλο ολοκληρώνονται και όλο μοιάζουν φαύλοι, η ιεροτελεστία της καθημερινότητας που όμως απέχει τόσο από το να χαρακτηριστεί ρουτίνα, αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, παρασέρνουν τον αναγνώστη σε έναν τόπο ρεαλιστικό και μαγικό ταυτόχρονα, σε έναν τόπο, όπου πρωταγωνιστεί η αγάπη για το φαινομενικά ελάχιστο, χωρίς να φωνάζει και να αυτοϊκανοποιείται.

Αν το μυαλό σας πάει σε μια ανθρώπινη Πάτι Σμιθ, τότε λυπάμαι αλλά πάλι θα σας απογοητεύσω, ούτε αυτό συμβαίνει. Σκεφτόμουν, σε απόσταση από τη μαγεία που αποπνέει το βιβλίο, κάτι πρακτικό: πώς γίνεται ένας καλλιτέχνης με το διαμέτρημα και την αναγνωρισιμότητά της να περιδιαβαίνει τους δρόμους, να καταφεύγει στο ίδιο καφέ, να ταξιδεύει με το τρένο και να μην βιώνει την ένταση της αγάπης των θαυμαστών, την ανάγκη τους για μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο; Η απάντηση κάποιου πως η Νέα Υόρκη είναι ένα μέρος αρκετά κουλ δεν με ικανοποίησε. Θα είναι η αύρα της, αυτή που ενώ γοητεύει ταυτόχρονα δημιουργεί μια ασπίδα προστασίας από τον έξω κόσμο, έτσι όπως διαφαίνεται μέσα από το βιβλίο τουλάχιστον.

Και όμως χρειάζεται απόσταση για να σκεφτεί κανείς την Πάτι Σμιθ διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Μοιάζει παράξενο κάτι τέτοιο όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ως κεντρικό άξονα εκείνη, ακόμα και αν δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία· ίσως μόνο αν κάποιος διαβάσει το M Train θα μπορέσει να καταλάβει αυτό που λέω.

Ένας παραμυθένιος τρόπος περιδιάβασης στην καθημερινότητα από μία ποιήτρια, ίσως κάτι τέτοιο να με ικανοποιούσε ως διατύπωση, υπενθυμίζοντας πως τα παραμύθια μπορεί να είναι και σκοτεινά, η καθημερινότητα πεζή και η ποιήτρια αμήχανη μπροστά στη λευκή σελίδα.

Ένα τρομερό βιβλίο, την έκδοση του οποίου στα ελληνικά περίμενα με πραγματική λαχτάρα.

υγ. Δύο χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το επίσης υπέροχο Πάτι και Ρόμπερτ (περισσότερα εδώ).  


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Το πάθος ως ναρκωτικό





Αργά ή γρήγορα η κουβέντα θα έφτανε σ' εκείνον, το ξέραμε καλά κι οι δυο. Ίσως, σκεφτόμουν αργότερα το ίδιο βράδυ, δεν υπάρχει επιδραστικότερο ναρκωτικό από το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπά. Λένε, και μάλλον έχουν δίκιο, πως η επανάληψη σχεδόν ποτέ δεν προκαλεί την ποιότητα συναισθημάτων της πρώτης φοράς, όμως υπάρχουν και οι εξαιρέσεις· μάλιστα, κάποιες φορές, τη δεύτερη ή την τρίτη φορά -καμιά σημασία δεν έχει η αρίθμηση- τα συναισθήματα είναι ακόμα πιο έντονα. Έτσι κι έγινε. Στον δρόμο για το σπίτι την πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ ήταν στη θέση τους, στο δεύτερο ράφι της μικρής βιβλιοθήκης, και πως δεν τους είχε δανείσει, πράγμα που συνήθιζε πολλές φορές να κάνει, ή πως δεν είχαν εξαφανιστεί. Ναι, εκεί είναι, μου απάντησε, κάπως παραξενεμένη. Αν και δεν ζήτησε να μάθει, εγώ ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ, της είπα πως ο καιρός πια ήταν καλός και ήταν όμορφα έξω στον πεζόδρομο, μύριζε άνοιξη και ήμουν βέβαιος πως στα διπλανά τραπέζια σχεδίαζαν καλοκαιρινές διακοπές, της είπα πως το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπάς είναι ίσως το επιδραστικότερο ναρκωτικό, αυτό την μπέρδεψε, αν και πάλι δεν είπε κάτι, της είπα πως το ξέραμε κι οι δυο πως η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, θα έφτανε στον Μπολάνιο και στους Άγριους ντετέκτιβ, που ακόμα δεν τους έχω διαβάσει, κάτι που εκείνη το ήξερε, αλλά και πως εκείνος όχι μόνο τους είχε διαβάσει, και μάλιστα παραπάνω από μία φορά -πώς αλλιώς;- και πως εγώ ένιωσα πάλι, ίσως μάλιστα εντονότερα από τις άλλες φορές, εκείνο το συναίσθημα της ηδονής που μου προκαλούσε η προσμονή της μελλοντικής ανάγνωσης, και να, της είπα, γι' αυτό σε πήρα έτσι απροειδοποίητα τηλέφωνο.

Και ίσως όλ' αυτά να τα είχα ξεχάσει αν δεν διάβαζα τώρα σ' ένα φιλόξενο μπαλκόνι το M Train της Πάτι Σμιθ, που επιτέλους κυκλοφόρησε στα ελληνικά, και όπου, ανάμεσα σε τόσα άλλα, υπάρχει εκείνο το απόσπασμα για μια παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Νέα Υόρκη, εκείνο το ευχαριστώ στον Μπολάνιο, που τους τελευταίους μήνες της σύντομης ζωής του επέλεξε να αφοσιωθεί στο 2666, και κάπως έτσι να αναδυθεί από κάπου μέσα μου η σκέψη για το πάθος ως ναρκωτικό, και αν δεν ήταν τόσο νωρίς το πρωί, να ξέρεις, θα σε έπαιρνα πάλι τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ είναι εκεί και με περιμένουν.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μοντεχρίστο - Martin Suter





Το χρονικό μιας απογοήτευσης.

Είναι δεδομένη η αγάπη μου για τους γερμανόφωνους Ελβετούς συγγραφείς, κι υπεύθυνοι γι' αυτό είναι κυρίως ο Ντύρενματ και ο Φρις. Το όνομα του Ντύρενματ στο εξώφυλλο με έκανε να πιάσω το βιβλίο στο χέρια μου και να το ξεφυλλίσω. Παρότι η υπόθεση δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο εξαιτίας μίας αντικειμενικά παράδοξης προσδοκίας, ότι μία αδιάφορη υπόθεση στα χέρια κάποιου που παρομοιάζεται με τον Ντύρενματ μπορεί να αποδειχτεί ιδανική, έτσι σκέφτηκα.
Ένας πωρωμένος βιντεοδημοσιογράφος θα κατέβαινε και θα κινηματογραφούσε από κοντά το ανθρώπινο κουβάρι που ήταν πεσμένο εκεί. Ο Γιόνας όμως δεν ήταν πωρωμένος. Δεν ήταν κανονικός βιντεοδημοσιογράφος. Απλώς βρέθηκε στο επάγγελμα εξαιτίας μιας σειράς συμπτώσεων. Ήταν μόνο ένας ενδιάμεσος σταθμός της διαδρομής που θα τον οδηγούσε στην σκηνοθεσία.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες η γλώσσα με απογοήτευσε, απλοϊκή και επίπεδη. Είπα όμως να δώσω μία ευκαιρία. Στις πρώτες πενήντα περίπου σελίδες αποφάσισα να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα του Ζούτερ ως ένα απλό μυθιστόρημα δράσης και ανατροπών, υπάρχουν άλλωστε αρκετά αξιόλογα παραδείγματα λογοτεχνίας σε αυτή την κατηγορία. Λίγο μετά τα μισά το πήρα απόφαση πως αυτό το βιβλίο ήταν αδιάφορο, και τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από ένα αδιάφορο βιβλίο.

Βεβιασμένες και αναμενόμενες ανατροπές, μπουκωμένη πλοκή από συμπτώσεις και σκηνές δράσης, συνωμοσιολογία και έρωτας, χαρακτήρες επίπεδοι και άψυχοι. Η όποια παρομοίωση με τον σπουδαίο Ντύρενματ αποπνέει ιεροσυλία, ένα κατασκεύασμα μάρκετινγκ, το οποίο δεν επιτελεί καν τον σκοπό του, καθώς απευθύνεται στο λάθος αναγνωστικό κοινό.

Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο αδιάφορο βιβλίο, είχα καιρό να μη νιώσω έστω κάτι, να σκεφτώ έστω κάτι άσχετο παράλληλα με την ανάγνωση, μία διεκπεραίωση αναγνωστική απλώς και μόνο επειδή δεν μου ταιριάζει να παρατάω βιβλία στη μέση.

Μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου
Εκδόσεις Πατάκης

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Χέρια μικρά - Andrés Barba





Ο πατέρας μου πέθανε επιτόπου, η μητέρα μου στο νοσοκομείο.

Η εφτάχρονη Μαρίνα επαναλαμβάνει τη φράση αυτή χωρίς λύπη, όπως λέει το όνομά του κανείς μπροστά σε ξένους όταν συστήνεται. Ήταν και εκείνη στο αυτοκίνητο. Εκείνη επέζησε, ο πατέρας της πέθανε επιτόπου, η μητέρα της στο νοσοκομείο, εκείνη έμεινε μόνη. Η Μαρίνα πηγαίνει σε ένα ορφανοτροφείο, για την ακρίβεια καταλήγει εκεί.

Με το παραπάνω υλικό ως πρώτη ύλη κάποιος συγγραφέας δεν θα δυσκολευόταν, μάλλον, να στήσει μια σπαραξικάρδια ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη ευκολίες και συναισθηματική καθοδήγηση. Ο Αντρές Μπάρμπα δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αυτό από μόνο του, βέβαια, δεν είναι αρκετό για να μετατρέψει το Χέρια μικρά σε σπουδαίο βιβλίο.

Το Χέρια μικρά, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, διαβάζεται απνευστί κυρίως λόγω όγκου. Ο Μπάρμπα ποντάρει αρκετά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας του και τα καταφέρνει περίφημα σε αυτό το κομμάτι, χωρίς να είμαι βέβαιος πως αυτή η απόφασή του δεν αποτελεί μια ευκολία ή φυγοπονία, ένα καταφύγιο στο απροσδιόριστο και στο φλου, μια υπαινικτικότητα που ίσως ξεπερνάει τα όρια. Εκείνο που σίγουρα λειτουργεί είναι η συναισθηματική αποστασιοποίηση της αφηγηματικής φωνής, λόγος κοφτός και ακριβής, χωρίς παραχωρήσεις, ρυθμός σταθερός, χωρίς άρσεις και υφέσεις, που τελικά ενσωματώνει την υπαινικτικότητα, δικαιολογεί τη διάθεση για αφαίρεση και προσδίδει ένα αίσθημα τρόμου στην ιστορία χωρίς τεχνάσματα. Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην παιδικότητα που αποπνέει η ιστορία, γεγονός που δεν θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο λόγω του ότι πρόκειται για μια ιστορία με παιδιά, καθώς πολλά είναι τα παραδείγματα εκείνα των ενήλικων φωνών σε παιδικά χείλη, σε κάποιες αποτυχημένες απόπειρες συγγραφέων να αποτυπώσουν τη μικρή ηλικία. Βέβαια, η παιδικότητα των ηρωίδων του Μπάρμπα διαθέτει μια σκληρότητα, που ωστόσο δεν ξενίζει.

Τέσσερις μέρες μετά την ανάγνωση, και ακόμα δεν είμαι σίγουρος για το βιβλίο αυτό. Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι σκουπίδι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο, όμως αδυνατώ να καταλλήξω πού γέρνει τελικά η πλάστιγγα. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα το Εμείς τα θηρία (Justin Torres, μτφρ Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Πατάκη) και ένιωσα μια συγγένεια ανάμεσα στα δύο, κυρίως λόγω της ατμόσφαιρας που ως ανάμνηση μου έμεινε από εκείνη την ανάγνωση. Τώρα, συνειδητοποιώ πως η Έρπενμπεκ στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού (μτφρ Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος), εκκινώντας από παρεμφερή αφετηρία και στοχεύοντας σε κάτι αρκετά πιο φιλόδοξο, την ενσωμάτωση της Ιστορίας μέσα από μια παραβολή κρυμμένη με τρόπο τέτοιο ώστε η ιστορία να μη χάνει την αυτόνομη λειτουργία της, πέτυχε πολλά περισσότερα. Ο συσχετισμός με τα παραπάνω βιβλία δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο την αναπόφευκτη σύγκριση, είναι περισσότερο η αποτύπωση ενός μεταναγνωστικού ταξιδιού στην προσπάθεια μου να καταλλήξω σε ένα πόρισμα, επειδή είναι κάπως άβολο το μετεώρισμα αυτό.

Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
  

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Γιατί γράφω κείμενα για εξαντλημένα βιβλία





Για πολλούς λόγους.

Ο κύριος λόγος είναι καθαρά προσωπικός. Το ιστολόγιο αυτό αποτελεί ένα ημερολόγιο ανάγνωσης πρώτα και πάνω απ' όλα. Η ημερομηνία έκδοσης ενός βιβλίου και το αν εξακολουθεί να κυκλοφορεί ή όχι αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους. Θέλω να πιστεύω πως, μετά τόσα χρόνια, και οι συστηματικοί αναγνώστες του ιστολογίου συμμερίζονται την προσέγγιση αυτή, ακόμα και αν συχνά απογοητεύονται, όταν αδυνατούν να βρουν κάποιο βιβλίο. Για μένα η ανάγνωση αποτελεί την αφορμή, η κριτική ή η παρουσίαση του βιβλίου δεν αποτελούν αυτοσκοπό, συχνά οι λόγοι ή η διαδρομή επιλογής κάποιου βιβλίου αρκούν για να με φέρουν μπροστά από τον υπολογιστή.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι όμως. Ανασύροντας ένα βιβλίο από τη λήθη υπάρχει πάντα η πιθανότητα κάποιος εκδότης να ενδιαφερθεί για την επανακυκλοφορία του. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα. Βιβλία που παρέμεναν εξαντλημένα για χρόνια γνωρίζουν -και- εμπορική επιτυχία κατά την επανακυκλοφορία τους, αρκετές φορές μάλιστα σε νέες μεταφράσεις. Η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν περιέχει παρά λίγα μόνο σπουδαία και πραγματικά αξιόλογα βιβλία, επομένως η ανάγκη για εμπλουτισμό της ανάγνωσης με παλαιότερα σπουδαία βιβλία είναι πάντοτε επίκαιρη. Βιβλία συγγραφέων που κυκλοφόρησαν πριν ακόμα γίνουν γνωστοί οι ίδιοι, γιατί κάποιοι εκδότες είχαν τη διορατικότητα να τα εκδώσουν, ανήκουν συχνά σε αυτή την κατηγορία, γεγονός που στερεί από τους αναγνώστες τη δυνατότητα να έχουν συνολική επαφή με την εργογραφία τού -έστω και όψιμα- αγαπημένου τους συγγραφέα. 

Η λογοτεχνία αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα, τα νήματα που οδηγούν από το ένα βιβλίο στο άλλο είναι αμέτρητα, οι συνδέσεις του μυαλού, ανάμεσα σε συγγραφείς και έργα, συχνά περίεργες, και οι ημερομηνίες είναι πάντα σχετικές.  

υγ. η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί - Ignacio Aldecoa





Παράξενοι οι δρόμοι που μας οδηγούν στο επόμενο βιβλίο, παράξενοι μα θαυμάσιοι, παιδιά της τύχης, μικρονήματα που μας ενώνουν παντοτινά με ανθρώπους, τι και αν εκείνοι μένουν μακριά, το σχεδόν αόρατο δια γυμνού οφθαλμού νήμα αντέχει.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας απλός ψηφιακός διάλογος με οδήγησε σε ένα βιβλίο. Αφού τελειώσαμε με τα τι κάνεις και πώς είσαι, εκείνος μου είπε για τον Αλδεκόα (1925-1969), διηγηματογράφο που εν ζωή έμεινε στην αφάνεια -αλήθεια, τι πρωτότυπο!- αλλά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι εκτιμούν το έργο του. Αμέσως άνοιξα νέο παράθυρο και προχώρησα σε αναζήτηση στη Βιβλιονέτ, μπίνγκο!

Από τότε πέρασε καιρός.

Πριν λίγες μέρες, εν μέσω ισπανόφωνης αναγνωστικής περιόδου, ένιωσα πως ήταν η στιγμή να διαβάσω τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί, ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Τάσο Δενέγρη που έκανε την επιλογή, του συγγραφέα.

Το σταχτί φως του πρωινού θαμπώνει, καλύπτει το τοπίο. Το φορτηγό τρένο, μ' ένα τελευταίο βαγόνι για επιβάτες, διασχίζει τους κάμπους αργά, τελετουργικά. Σ' ένα παραθυράκι, το πρόσωπο ενός άντρα υφίσταται τις αλλαγές, την αβεβαιότητα του αγνώστου... Τόπος που τον αντικρίζει για πρώτη φορά. Ο άντρας κατεβάζει το τζάμι με τις τρεμάμενες σταγόνες δροσιάς. Αναπνέει ένα μείγμα καπνού από την αμαξοστοιχία και κρύου, τραχύ, τσουχτερού αέρα της υπαίθρου. Αναπνέει θλίψη και ελευθερία.
Γραφή γεμάτη απλότητα, χωρίς περιττές λέξεις και αχρείαστα στολίδια, διηγήματα της υπαίθρου και της μεγάλης πόλης, που απεικονίζουν την τότε Ισπανία, χωρίς διάθεση για ωραιοποίηση, αν και μακριά από τον νεορεαλισμό. Επιστροφή στις πηγές της λογοτεχνίας, ευκαιρία για ανάπαυση από τις ολοένα και πιο σύνθετες συγγραφικές απόπειρες των τελευταίων χρόνων, ανάγνωση που ενεργοποίησε σχεδόν αποκλειστικά την καρδιά, αφήνοντας τον εγκέφαλο αμέτοχο, αν μπορεί να το πει κανείς αυτό.

Μετάφραση Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη
Επιλογή κειμένων -Επιμέλεια Τάσος Δενέγρης
Εκδόσεις Ύψιλον