Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Οι άγριοι ντετέκτιβ - Roberto Bolaño







Οικειότητα. Αυτή είναι η κατάλληλη λέξη για να τιτλοφορήσει τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης ενός βιβλίου του Μπολάνιο. Η αίσθηση πως έχεις ξαναβρεθεί εδώ, έντονη σε σημείο να αναρωτηθείς περισσότερες από μία φορά: μήπως το έχω ξαναδιαβάσει; Έχουν προηγηθεί αρκετές ακόμα ερωτήσεις, που συνοψίζονται σε μία κεντρική: είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσω Μπολάνιο; Εκ των υστέρων η αίσθηση οικειότητας προσφέρει την απάντηση: πάντα είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσεις Μπολάνιο. Μετά την ανάγνωση, καθώς οι μέρες περνούν, το μέγεθος του έργου διεκδικεί και καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο εμβαδόν· η σύνθεση, η φαινομενική ευκολία με την οποία ο Μπολάνιο διαχειρίζεται το υλικό του, η φιλοδοξία, τα ρίσκα που δεν φοβήθηκε να λάβει, ο τρόπος με τον οποίο χαλιναγωγεί τη φαντασία του ενώ ταυτόχρονα δεν την καταπιέζει, η μικρή φόρμα που μοιάζει με μεγάλη και το αντίστροφο, οι δεκάδες, παράλληλες της κεντρικής, ιστορίες, που λειτουργούν τόσο αυτόνομα όσο και συνεκτικά, χωρίς καμία αίσθηση περιττού, οι αναφορές του και ο τρόπος του να κινείται ανάμεσα σε αυτές. Η οικειότητα βγάζει τα καθημερινά της ρούχα, φοράει τα καλά της, ντύνεται και στολίζεται, ο θαυμασμός και το δέος επικρατούν, και έτσι το ερώτημα περί καταλληλότητας της περιόδου για ανάγνωση ενός βιβλίου του Μπολάνιο υψώνεται ξανά σε νέες βάσεις για τη στιγμή που θα επανέλθει η επιθυμία για λίγο Μπολάνιο ακόμα, γιατί θα επανέλθει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που θα αναφερθώ στην ιδιότητα των σπουδαίων πολυσέλιδων βιβλίων να διχοτομούν τη μέρα του αναγνώστη· τα ακόμα πιο σπουδαία βιβλία -όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ στην προκειμένη περίπτωση- καταφέρνουν, πέρα από τη διχοτόμηση, να καθορίσουν και τον χρόνο που απομένει εκτός ανάγνωσης, γεννώντας την επιθυμία να μοιραστείς τον ενθουσιασμό, να αναφερθείς σε εκείνη ή την άλλη ελάχιστη ή μεγαλύτερη σκέψη για το βιβλίο, να κρατήσεις σημειώσεις. Κάπως έτσι περνούν οι μέρες της ανάγνωσης, με διαδοχικές εγκεφαλικές εκρήξεις και συναισθηματικές υπερβάσεις, και κάπως έτσι ακολουθούν και οι αμέσως επόμενες.

Ανατρέχω σε εκείνες τις σκέψεις.

Σκεφτόμουν πως θα ήταν μία τουλάχιστον ενδιαφέρουσα άσκηση δημιουργικής γραφής να διαβάζει κανείς δύο σελίδες από το συγκεκριμένο βιβλίο και ύστερα να κάθεται πάνω από μία λευκή κόλλα χαρτί. Σκεφτόμουν πως εμένα καθόλου δεν θα με ενδιέφερε να πραγματοποιήσω αλλεπάλληλες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, γυρεύοντας να ανακαλύψω ποιοι από τους εκατοντάδες δημιουργούς είναι υπαρκτοί και ποιοι όχι. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο διαθέτει το κατ' εξοχήν χάρισμα του παραμυθά, να σε πείθει πως ό,τι σου εξιστορεί είναι αληθινό. Σκεφτόμουν πόσες ώρες μελέτης θα απαιτούσε ακόμα και το πλέον ελάχιστο φιλολογικό σχόλιο, πως χωρίς το απαραίτητο αναγνωστικό ταλέντο οι ώρες μελέτης δεν θα είχαν και τόσο νόημα τελικά. Σκεφτόμουν να γκρεμίσω τη στοίβα με τα προς ανάγνωση βιβλία και στη θέση της να υψώσω μία καινούρια, αποτελούμενη αποκλειστικά από βιβλία του Μπολάνιο, ταυτόχρονα όμως ένιωθα τη δίψα για ιστορίες να εντείνεται. Σκεφτόμουν τον Θέρκας, που δουλεύοντας ως δημοσιογράφος επισκέφτηκε τον Μπολάνιο στο σπίτι του, με σκοπό να του πάρει συνέντευξη, και ο Μπολάνιο, τον άφησε να περιμένει για λίγο στο σαλόνι και επέστρεψε με τα δύο βιβλία του Θέρκας, βιβλία ελάχιστης εμπορικής επιτυχίας, και του μίλησε γι' αυτά. Σκεφτόμουν την αγάπη του για τη λογοτεχνία, για όλα τα είδη της λογοτεχνίας, τη διάκρισή της όχι σε καλή και κακή, αλλά σε έμψυχη και άψυχη, και τον τρόπο με τον οποίο ο Μπολάνιο ενσωματώνει το σύνολο της λογοτεχνίας στο έργο του. Σκεφτόμουν πως το σύνολο της λογοτεχνίας είναι απαραίτητο για την εμφάνιση ενός συγγραφέα όπως ο Μπολάνιο. Σκεφτόμουν τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής του, αντισυμβατικό όχι ως προς τη λογοτεχνία αλλά ως προς το στερεότυπο, στα όρια του ταξικού, που κάποιοι δεν παύουν σε κάθε ευκαιρία να αναπαράγουν. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί αντιμετωπίζει το παιχνίδι. Σκεφτόμουν πόσο αντιστικτικός και ταυτόχρονα αρμονικός είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τη φρίκη, σκεφτόμουν αν από εδώ θα μπορούσε να αντλήσει κανείς έναν ορισμό για την ποίηση. Σκεφτόμουν τους συγγραφείς εκείνους που θα συνεχίσουν από το σημείο που σταμάτησε ο Μπολάνιο, όχι ως ελπίδα αλλά ως φυσικό επακόλουθο της ροής του ποταμού. Σκεφτόμουν πως δεν ένιωθα την ανάγκη του συγγραφέα να με εντυπωσιάσει, ασχέτως αν αυτό έκανε εκείνος διαρκώς. Σκεφτόμουν πως το δέος, ενίοτε, δεν ευνουχίζει αλλά εμπνέει. Σκεφτόμουν πως κάποιες φορές οτιδήποτε παραπάνω από την προτροπή "διάβασέ το" ίσως είναι απλή και αχρείαστη υπερβολή. Σκεφτόμουν, και το σκέφτομαι ακόμα, πως η οποιαδήποτε αναφορά στην ιστορία, ειδικά σε αυτή την ιστορία, δεν έχει νόημα.  

Διαβάζω ξανά και ξανά τις σκέψεις αυτές.

Σκέφτομαι τη διάκριση ανάμεσα στην ανάγνωση και την αναγνωστική εμπειρία. Σκέφτομαι κάποια από τα όνειρα που έβλεπα, σπίτια με παραμορφωτικούς καθρέφτες, άνυδρα τοπία, έρημες μεταμεσονύχτιες πόλεις, ατελείωτους δρόμους να απλώνονται, εγκαταλελειμμένα κάμπινγκ, στατικά καρέ να πλημμυρίζουν με αίμα, αμμουδιές να περιμένουν την επιστροφή της παλίρροιας, τη φυγή του Ρεμπό στην Αφρική· δεν τα σημείωνα όμως. Σκέφτομαι τη Μπλάνες, τη μικρή καταλανική παραθαλάσσια πόλη. Σκέφτομαι πως η θέση των Άγριων ντετέκτιβ στη βιβλιοθήκη είναι ανάμεσα στο Φυλαχτό και το 2666, δεξιά και αριστερά αυτών τα υπόλοιπα, σε τυχαία σειρά. Σκέφτομαι πως ένα βιβλίο του Μπολάνιο μπορεί να αποδειχτεί σωτήριο.

Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Δόκτωρ Γκλας - Hjalmar Söderberg






Κάθομαι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφω - για ποιον όμως; Όχι για κάποιον φίλο ή φίλη, ούτε καν για τον εαυτό μου, αφού δεν διαβάζω σήμερα αυτό που έγραψα χθες και ούτε πρόκειται να το διαβάσω αύριο. Γράφω για να κουνάω το χέρι μου, η σκέψη μου κινείται μόνη της· γράφω για να σκοτώσω τις ώρες της αγρύπνιας μου. Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό.
Η αγρύπνια, για τον αποκαμωμένο που στριφογυρνά στα σκεπάσματα, φαντάζει με άγριο σπόρο που έχει βλαστήσει ως ενοχή και βαραίνει τη συνείδηση. Ο νεαρός γιατρός Γκλας αναρωτιέται: Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό. Κάθεται μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφει, χωρίς να ξέρει για ποιον, προσπαθώντας να σκοτώσει τις ώρες αυτές. Το ημερολόγιο μοιάζει με ένα απολογητικό σημείωμα, όσο και αν εκείνος πεισματικά το αρνείται, στο οποίο καταγράφει όσα έκανε και όσα σκέφτηκε κατά τη διάρκεια της μέρας που πέρασε, μία επίπονη επαναθεώρηση χωρίς το φίλτρο των ονείρων.

Η σύγχρονη, και όχι η εκ των υστέρων, ημερολογιακή καταγραφή φέρνει αντιμέτωπους τον αφηγητή και τον αναγνώστη, με λίγες μόνο ώρες διαφορά, με τα γεγονότα της ζωής του Γκλας, ξεκινώντας από όσα συνέβησαν τη δωδεκάτη Ιουνίου, όπως τη συνάντησή του με τον πάστορα Γκρεγκόριους, για τον οποίο τρέφει μεγάλη αντιπάθεια, συνάντηση η οποία του έφερε στο νου την παράξενη συμπεριφορά της νεαρής γυναίκας του, λίγες μέρες πριν, όταν τον επισκέφτηκε στο ιατρείο και ενώ περίμενε καρτερικά να φύγει και ο τελευταίος ασθενής, έφυγε χωρίς να εξηγήσει τους λόγους της επίσκεψής της, λέγοντας πως θα επέστρεφε την επομένη. Ο απολογητικός χαρακτήρας του ημερολογίου εντείνεται από την επιμονή του αφηγητή να μιλήσει για τον εαυτό του, να εξηγήσει διάφορα στοιχεία του χαρακτήρα του, να πληροφορήσει τον άγνωστο αναγνώστη για διάφορες λεπτομέρειες, όπως η οικονομική κατάρρευση του πατέρα του, η απουσία ερωτικών σχέσεων με το άλλο φύλο, η ατυχής επαγγελματική του επιλογή, και άλλες αντίστοιχες λεπτομέρειες ήδη γνωστές στον ίδιο.

Μέσα από τις καθημερινές ημερολογιακές καταχωρίσεις και παράλληλα με τη ζωή του αφηγητή γνωρίζουμε τις συνθήκες που επικρατούν σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και ενεργούν οι κάτοικοι της Στοκχόλμης των αρχών του εικοστού αιώνα, τα ζητήματα που ταλανίζουν την κοινωνία σε πρακτικό αλλά και σε φιλοσοφικό -κυρίως θεολογικό- επίπεδο. Όπως για παράδειγμα το ζήτημα της έκτρωσης για το οποίο ο Γκλας έχει σταθερή και αντίθετη άποψη, περισσότερο από τον φόβο των συνεπειών παρά από μία θρησκευτική υποταγή. Όμως εκείνο που τελικά θα του ζητήσει η νεαρή γυναίκα του πάστορα, όταν τελικά επιστρέψει στο ιατρείο του, είναι να την προστατέψει από τη σεξουαλική επιθυμία του συζύγου της, για τον οποίο δεν νιώθει καμία ερωτική έλξη. Για τη νεαρή και όμορφη γυναίκα ο Γκλας νιώθει μία συμπάθεια, κατά τον αναγνώστη ερωτική, κάτι το οποίο ο συναισθηματικά αδαής Γκλας δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά, και έτσι αντανακλαστικά αποφασίζει να τη βοηθήσει, μεσολαβώντας ως ο μοναδικός ίσως που έχει το δικαίωμα αυτό. Βλέποντας όλες τις παραινέσεις του προς τον πάστορα να πέφτουν στο κενό αρχίζει να σκέφτεται τον φόνο, σκέψη που, εκτός από βοηθητική για τη νεαρή γυναίκα, μοιάζει να δίνει νόημα στην έως τότε αδιάφορη ζωή του.

Και αν αρχικά η ανάγνωση του βιβλίου φέρνει στο νου τον σπουδαίο Στρίντμπεργκ και το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Μόνος, η συνέχειά της οδηγεί στον Ξένο του Καμύ, που ήρθε, κάποιες δεκαετίες αργότερα, να σφραγίσει λογοτεχνικά το κίνημα του υπαρξισμού. Η υπόγεια αγωνία που διακατέχει τον αφηγητή, και που θα αναδυθεί στην επιφάνεια με όλο της το μεγαλείο όταν θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ζήτημα της δολοφονίας, δίνει νεύρο στην προσωποκεντρική αφήγηση και σταδιακά εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη, μετατρέποντας έναν φαινομενικά αδιάφορο χαρακτήρα σε έναν αξέχαστο λογοτεχνικό ήρωα. 
Μου έρχεται να πατήσω αυτό το ελατήριο που ανοίγει το μικρό μυστικό συρτάρι. Φυσικά ξέρω τι υπάρχει εκεί μέσα: μόνο ένα μικρό στρογγυλό κουτί με χάπια. Δεν θέλω να τα βάλω στο ντουλάπι που έχω τα φάρμακα, θα μπορούσε να γίνει κάποιο μπέρδεμα και αυτό δεν θα ήταν καθόλου καλό. Τα έφτιαξα εγώ ο ίδιος πριν από κάποια χρόνια, και έχουν μέσα λίγο κυανιούχο κάλιο. Δεν μου περνούσε από το μυαλό να αυτοκτονήσω εκείνο τον καιρό που τα έφτιαξα. Απλώς θεώρησα ότι ένας συνετός άνθρωπος οφείλει πάντα να είναι προετοιμασμένος.
Η συγκλονιστική αυτή σκέψη, το ακαριαία θανατηφόρο χάπι που δίνει τον απόλυτο έλεγχο επί της ζωής, κάτι το οποίο πρωτοδιάβασα πριν από πολλά χρόνια σε κάποιο βιβλίο του Κούντερα, και ακόμα με συγκλονίζει, αυτό που ο Καμύ ισχυρίστηκε πως αποτελεί το μοναδικό φιλοσοφικό ερώτημα.
 
Ο Δόκτωρ Γκλας κυκλοφόρησε το 1905 και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με τον συγγραφέα να κατηγορείται πως με όχημα τον νεαρό γιατρό διατύπωνε προσωπικές θέσεις και απόψεις, αρκετά προκλητικές για την εποχή. Η απλότητα του μυθιστορήματος αυτού βρίσκεται μόνο στην επιφάνεια, δουλεμένη με μαστοριά, ώστε να καλύπτει σαν δέρμα τις αρθρώσεις και τις αρτηρίες.



Μετάφραση Αγγελική Νάτση
Εκδόσεις Printa

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας - Hans Magnus Enzensberger





Θα μου επέτρεπες ένα σχόλιο;, με ρώτησε η κοπέλα στο καφέ. Το βιβλίο αυτό, συνέχισε, είναι πραγματικά ωραίο αλλά δεν είναι γι' αυτό το νησί. Δεν τη ρώτησα τι εννοούσε, δεν με ένοιαζε ή μάλλον ένιωθα πως ήξερα, μικρή σημασία έχει. Ξέρεις όμως ποιο είναι το ενδιαφέρον με αυτό το βιβλίο;, τη ρώτησα εγώ με τη σειρά μου. Πως το αγόρασα πριν από λίγο από το βιβλιοπωλείο στην παραλία, της είπα. Η έκπληξη στο βλέμμα της, αν και για διαφορετικούς φαντάζομαι λόγους, ήταν αντίστοιχη με την έκπληξη στο βλέμμα της κυρίας στο βιβλιοπωλείο.

Δεν τα είχα υπολογίσει σωστά και έμεινα χωρίς βιβλίο, δύο μέρες πριν επιστρέψω. Αν δεν ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο, σκέφτηκα, τότε ακόμα και στο μικρότερο βιβλιοχαρτοπωλείο μπορείς κάτι να βρεις. Αν δεν ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο, σκέφτομαι, υπάρχει περίπτωση να βρεις κάτι που όντως έψαχνες. Σοφιστείες, όμως έτσι έγινε. Άργησα να συνειδητοποιήσω πως επρόκειτο όντως γι' αυτό το βιβλίο. Το τράβηξα έξω για να βεβαιωθώ, για να πιστέψω. Η ράχη του, με τα χρόνια, είχε ξεκολλήσει. Η τιμή στην τρίτη σελίδα ήταν διπλή, σε δραχμές και σε ευρώ. Το βλέμμα έκπληξης της κυρίας στο ταμείο. Ύστερα περπάτησα μέχρι το καφέ εκείνο.

"Κανείς συγγραφέας δε θα αποφάσιζε να γράψει την ιστορία της ζωής του. Θα έμοιαζε πάρα πολύ με περιπετειώδες μυθιστόρημα". Σ' αυτό το συμπέρασμα έφτασε ήδη το 1931 ο Ηλία Ερενμπουργκ, όταν γνώρισε τον Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Το 1972 ο Εντσενσμπέργκερ θα το επιχειρήσει. Μέσα από συνεντεύξεις και ιστορικές πηγές, διακοπτόμενες από δικά του σχόλια, θα γράψει για τον Ντουρρούτι, τον αγωνιστή σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα στην Ισπανία, και όντως το αποτέλεσμα μοιάζει πάρα πολύ με περιπετειώδες μυθιστόρημα, όμως δεν είναι. Μέσα από την αφήγηση της ζωής του Ντουρρούτι αποτυπώνεται και η εποχή, ο αγώνας ενάντια στον φασισμό, η τελευταία ελπίδα πριν από τα ζοφερά χρόνια που ακολούθησαν. Αν και σαφέστατα πολιτικό, εντούτοις το βιβλίο δεν επιχειρεί την ηρωοποίηση του Ντουρρούτι, άλλωστε δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο, κάποιος με το διαμέτρημά του είναι φυσιολογικό να διχάζει, κάποιοι να τον θεωρούν ήρωα, κάποιοι άλλοι κοινό εγκληματία, όμως ήδη απ' όταν γράφτηκε το βιβλίο όλο και περισσότεροι πολιτικοί και όχι μόνο χώροι επιχείρησαν να οικειοποιηθούν το όνομά του, ο Ντουρρούτι πέρασε για πάντα στο πάνθεον της λαϊκής ιστορίας, το όνομά του θα μείνει συνυφασμένο με τον αγώνα ενάντια στον φασισμό και την καταπίεση.

Λίγες μέρες πριν είχα διαβάσει τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας. Δεν ήταν τόσο οι αναφορές τού επίσης μη μυθοπλαστικού βιβλίου στον ισπανικό εμφύλιο, όσο η ομοιότητά του στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε εκ των υστέρων την ιστορία, εκείνο που λειτούργησε συνεκτικά ανάμεσα στα δύο βιβλία.

Αναρωτιέμαι αν εκείνο που πραγματικά ήθελε να πει η κοπέλα στο καφέ ήταν πως το βιβλίο αυτό δεν είναι γι' αυτήν την εποχή, το αναρωτιέμαι αυτό τώρα που έφυγα από το νησί, τώρα που είμαι εδώ και κοιτάζω γύρω μου τη φαινομενικά τουλάχιστον έλλειψη πίστης στον μεμονωμένο άνθρωπο και στη δύναμή του να επιχειρήσει να αλλάξει τον κόσμο.

Μετάφραση Νίκος Δεληβοριάς
Εκδόσεις Οδυσσέας  


Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Τα ανατρεπτικά βιβλία - Pablo Gutiérrez




Η Ρέμε είναι μια άσεμνη γριά που ντύνεται με κουρέλια κι αφήνει τα μαλλιά της ελεύθερα πάνω στους ώμους της σαν άγρια χόρτα. Μέσα της διαιωνίζεται η δύναμη της γυναίκας που επιβιώνει, δέρμα θαλάσσιου ελέφαντα, τα μάγουλα δυο μήλα της Χιονάτης. Ο χρόνος της ανήκει, δεν κοιμάται, δεν φοβάται κανέναν: τα ξημερώματα τριγυρίζει σαν φρουρός, οι στοές της πλατείας βρυχώνται από τα χασμουρητά της, το μεσημέρι κουλουριάζεται στον ήλιο για να διαβάσει οποιοδήποτε από τα βιβλία που κουβαλάει μαζί της.

Η Ρέμε δεν διαφέρει από τους ανθρώπους της διπλανής της πόρτας. Βιάστηκε να παντρευτεί για να φύγει μακριά από την οικογένειά της, να δραπετεύσει από τον ασφυκτικό κοινωνικό περίγυρο προτού κηλιδωθεί η φήμη της. Χιλιόμετρα μακριά, με τον άντρα της, που ποτέ δεν τον πόθησε σαρκικά, θα βρουν καταφύγιο σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, ένα διαμέρισμα σε μία από τις εκατοντάδες εργατικές κατοικίες που ορθώθηκαν την περίοδο εκείνη, για πενήντα χρόνια φιλοξενούμενοι του κράτους και μόνο ύστερα ιδιοκτήτες, μία πόλη έξω από τα όρια της πόλης αρχικά, μία πόλη μέσα στην πόλη στη συνέχεια. Θα αποκτήσει δύο παιδιά. Εκείνα με τη σειρά τους θα βιαστούν να εγκαταλείψουν την οικογενειακή σκέπη. Ο κύκλος της ζωής.

Όταν θα γυρίσει σπίτι της, μετά από πολλές μέρες στο νοσοκομείο στο πλευρό του άντρα της, χήρα πια, θα ανοίξει την πόρτα στον ταχυδρόμο. Εκείνος μεταφέρει ένα δέμα με παραλήπτη κάποιον γείτονα, αδυνατεί όμως να τον βρει, της ζητάει να το παραλάβει εκείνη εκ μέρους του, ως διευκόλυνση, το δέμα είναι βαρύ. Εκείνη θα δεχτεί. Κλείνοντας πίσω της την πόρτα δεν θα μπορέσει να αντισταθεί. Το δέμα περιέχει βιβλία. Όταν ο γείτονας θα της χτυπήσει την πόρτα εκείνη θα δηλώσει άγνοια. Μικρότερη η Ρέμε διάβαζε, ύστερα ήρθαν τα παιδιά, το νοικοκυριό, οι υποχρεώσεις. Τώρα όμως είναι κυρία του χρόνου της.

Ο Γκουτιέρεθ, γεννημένος στην Ουέλβα της Ισπανίας το 1978, αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία ενός εργατικού προαστίου, με κεντρική ηρωίδα την Ρέμε. Με αφετηρία την ιστορία που επιθυμεί να διηγηθεί ανοίγονται μπροστά του διάφοροι δρόμοι. Ένας απ' αυτούς θα μπορούσε να οδηγεί, σαν ένα απλοϊκής φιλοσοφίας παραμύθι, στη δύναμη των βιβλίων. Ένας άλλος, ρεαλιστικά ωμός, στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ισπανίας των εργατικών συνοικιών. Κάποιος τρίτος, γεμάτος νοσταλγία, στα χρόνια που πέρασαν, στη ματαιότητα. Ίσως ακόμα και κάποιος πιο άκομψα κωμικός, μία γριά χήρα, με σεξουαλικά απωθημένα, που γίνεται ηγέτης μίας επανάστασης απέναντι στην απαγόρευση της δημοτικής αρχής για άπλωμα των ρούχων στην εξωτερική πλευρά των κατοικιών. Ο Γκουτιέρεθ όμως επιθυμεί να ακολουθήσει ένα οδικό δίκτυο γεμάτο διακλαδώσεις και περιφερειακούς, με έναν τρόπο αρκετά προσωπικό, παίζει ανάμεσα στον ρεαλισμό και στον συμβολισμό, στο συγκεκριμένο και το αφηρημένο, στη θλίψη και το χιούμορ, εξοργίζει και συγκινεί τον αναγνώστη, αλλάζοντας διαρκώς θέση παρατήρησης, αδυνατώντας να αποφασίσει αν αγαπά ή μισεί τους ήρωές του, αν πιστεύει ή όχι σ' αυτούς, αν ελπίζει σ' ένα καλύτερο αύριο ή αν νιώθει νικημένος από τη ματαιότητα. Και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Τα ανατρεπτικά βιβλία είναι ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο που κρατάει τον αναγνώστη σε μία άβολη θέση ενώ ταυτόχρονα τον παρασύρει στην ανάγνωση, ένα λαϊκό μυθιστόρημα μπολιασμένο με ιδέες και αναφορές στην ισπανική κυρίως λογοτεχνία, μία ιστορία απλή -ακόμα και απλοϊκά αδιάφορη θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει- δοσμένη με έναν τρόπο που ενώ την αφήνει στο πλάι, ταυτόχρονα την αποθεώνει, διατηρεί το κλισέ και την επανάληψη της ζωής, προσθέτοντας όμως πινελιές και φίλτρα, όπως δηλαδή συνηθίζει να κάνει η λογοτεχνία, που αγαπάει και υπηρετεί ο Γκουτιέρεθ.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου
Εκδόσεις Καστανιώτη   
 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Χ.Φ. Λάβκραφτ





Κάποιες φορές το νήμα που οδηγεί στο επόμενο βιβλίο είναι ευδιάκριτο. Είχε προηγηθεί το μυθιστόρημα του Βερίσιμο Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι. Ανάμεσα σε τόσους σπουδαίους, η αναφορά στον Λάβκραφτ. Ορίστε το νήμα. Αν και φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω κάτι δικό του, η πρόσφατη εμπειρία της επιστροφής στο νησί του Ροβινσώνα Κρούσο μέσω των βιβλίων του Κουτσί και του Τουρνιέ, μιας ιδιαιτέρως απολαυστικής επιστροφής, με οδήγησε σε παράπλευρα μονοπάτια. Το δοκίμιο του Ουελμπέκ βρισκόταν από καιρό στη βιβλιοθήκη, το τράβηξα έξω και το άφησα στο τραπεζάκι του καναπέ. Το μυθιστόρημα του Μπλάκγουελ το είχα ξεφυλλίσει μια δυο φορές τις τελευταίες εβδομάδες· πρόλαβα το βιβλιοπωλείο λίγο πριν το κλείσιμο.

Η διπλή έκφραση του πάθους και της αγάπης για έναν καθοριστικό συγγραφέα. Ο Ουελμπέκ γράφει ένα δοκίμιο, για το οποίο "αναγκάζεται" να διαβάσει ξανά και ξανά το έργο του Λάβκραφτ σε συνδυασμό με την απαραίτητη, πλούσια σχετική βιβλιογραφία. Ο Μπλάκγουελ, από την άλλη, θα γράψει ένα μυθιστόρημα με ήρωες τον Λάβκραφτ και τον εαυτό του, στο ύφος του δασκάλου.

Ο Ουελμπέκ, το κακό παιδί των γαλλικών γραμμάτων· προβοκάτορας, μισάνθρωπος κτλ. κτλ. για ορισμένους, σπουδαίος για κάποιους άλλους, αποτίνει με τον τρόπο του έναν φόρο τιμής στον συγγραφέα που στοίχειωσε τα εφηβικά του χρόνια, φόρο τιμής όπως εκείνος τον εννοεί, δεν του υψώνει έναν τέλειο και χωρίς νόημα τελικά ανδριάντα, αφού δεν παραλείπει να αναφερθεί και στη σκοτεινή πλευρά του Λάβκραφτ, όπως εκείνη του ρατσιστή για παράδειγμα.

Ο Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για όλους εκείνους που επιθυμούν να μάθουν πώς να αποτύχουν στη ζωή τους  και πώς, ενδεχομένως, να πετύχουν στο έργο τους. Μόνο που, όσον αφορά το τελευταίο τούτο σημείο, το αποτέλεσμα δεν είναι εξασφαλισμένο. Αν αποποιηθεί κανείς τις ζωτικές όψεις της πραγματικότητας, ενδέχεται να βυθιστεί σε μια τέλεια απάθεια και να εγκαταλείψει κάθε συγγραφική προσπάθεια. Αυτό ακριβώς κόντεψε να πάθει και ο ίδιος στη ζωή του. Ένας άλλος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η αυτοκτονία, με την οποία πρέπει κανείς να μάθει να διαπραγματεύεται. Έτσι, για πολλά χρόνια ο Λάβκραφτ είχε κοντά του έτοιμο ένα μπουκάλι υδροκυάνιο. Είναι κάτι που αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμο, όσο τουλάχιστον κάποιος εξακολουθεί να αντέχει. Εκείνος άντεξε βέβαια, αλλά όχι εύκολα.

Ο Λάβκραφτ που τόσο δυσκολευόταν με τα απλά καθημερινά πράγματα, έβρισκε καταφύγιο σε κόσμους τρόμου, επέμεινε στη γραφή παρά τις αναποδιές και την έλλειψη αναγνώρισης από το ευρύτερο κοινό, εντούτοις γύρω του δημιουργήθηκε ένας κύκλος συγγραφέων και θαυμαστών, με τους οποίους αλληλογραφούσε και τους οποίους έσπευδε να βοηθήσει ως αναγνώστης ή επιμελητής. Ερωτεύτηκε μία γυναίκα με την οποία έζησε μαζί για κάποια χρόνια, ακολουθώντας την στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στη μητρόπολη, ο εκ φύσεως και αγωγής συντηρητικός Λάβκραφτ ζορίστηκε μην αντέχοντας την εικόνα μίας πολυφυλετικής κοινωνίας. Ο γάμος τους διαλύθηκε. Λίγο καιρό αργότερα εκείνος γύρισε στο Πρόβιντενς.

Για τον Λάβκραφτ -και για πολλούς άλλους- η αναγνώριση άργησε να έρθει, αρχικά μάλιστα, η αναγνώριση αυτή υπήρξε κυρίως από την πλευρά μίας αναγνωστικής κοινότητας, στα όρια της οποίας ο Λάβκραφτ και το έργο του απέκτησαν διαστάσεις μύθου. Οι κριτικοί και οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας άργησαν ακόμα περισσότερο να αφαιρέσουν το λαβκραφτικό έργο από την παραλογοτεχνία, κυρίως επειδή έβλεπαν το ενδιαφέρον του κοινού να ανανεώνεται, νέες γενιές φανατικών του Λάβκραφτ να ξεπετιούνται στο πέρασμα του χρόνου.

Και δεν είναι μόνο το αναγνωστικό ενδιαφέρον το οποίο συντηρείται, είναι και κάτι ακόμα, αρκετά σπάνιο στη λογοτεχνία, η συνέχιση του έργου του Λάβκραφτ από μεταγενέστερους συγγραφείς. Τέτοια είναι η περίπτωση του Μπλάκγουελ.

Στο μυθιστόρημα Η τελευταία επιστολή του Χ.Φ. Λάβκραφτ ο Γκάμπριελ Μπλάκγουελ, ένας σύγχρονος Αμερικανός συγγραφέας, θαυμαστής του Λάβκραφτ από τα νεανικά του χρόνια, θα βρεθεί στο Πρόβιντενς, αναζητώντας την Τζέσικα, τη γυναίκα με την οποία συγκατοικούσε για τρεισίμισι χρόνια και η οποία τον εγκατέλειψε. Ύστερα από κάποιο καιρό άκαρπης αναζήτησης, ο Μπλάκγουελ, σε άθλια συναισθηματική και οικονομική κατάσταση, θα βρει δουλειά ως καταστροφέας εγγράφων στα υπόγεια του τοπικού νοσοκομείου, και εκεί, ανάμεσα σε τόνους αρχείων χρόνων, θα εντοπίσει μία επιστολή με την υπογραφή του Λάβκραφτ και ημερομηνία δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του. Ο Μπλάκγουελ, η κατάσταση του οποίου εκείνη τη στιγμή θυμίζει ήρωα σε περιβάλλον λαβκραφτικής ιστορίας, θα επιχειρήσει να καθαρογράψει την επιστολή. Η παράλληλη αφήγηση της ιστορίας, από τη μία το χρονικό της ανακάλυψης της επιστολής και η ίδια η επιστολή, και από την άλλη η εκ των υστέρων απόπειρα του συγγραφέα να αποσαφηνίσει στον εαυτό του και στον αναγνώστη τις λεπτομέρειες της σκοτεινής για τον ίδιο περιόδου στο Πρόβιντενς, δημιουργούν ένα κλίμα τρόμου, εξαιτίας κυρίως της αναλογίας ανάμεσα στο περιεχόμενο της επιστολής και στη ζωή του Μπλάκγουελ, αλλά και του ψευδοαυτοβιογραφικού χαρακτήρα τού μυθιστορήματος.

Η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μπλάκγουελ σε συνέχεια του δοκιμίου του Ουελμπέκ λειτούργησε υπέροχα και ικανοποίησε την ανάγκη μου για επιστροφή στον Λάβκραφτ χρόνια μετά, αφήνοντας έναν ανοιχτό λογαριασμό για επιστροφή κάποια στιγμή στο ίδιο το έργου του σπουδαίου αυτού συγγραφέα.

Χ.Φ. Λάβκραφτ: Εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής - Μισέλ Ουελμπέκ (μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας)
Η τελευταία επιστολή του Λάβκραφτ - Γκάμπριελ Μπλάκγουελ (μτφρ. Θωμάς Μαστακούρης, εκδόσεις Αίολος) 

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ - Édouard Louis




Από την παιδική μου ηλικία δεν έχω καμιά χαρούμενη ανάμνηση. Δεν θέλω να πω ότι ποτέ, κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, δεν ένιωσα ευτυχία ή χαρά. Απλώς η οδύνη είναι ολοκληρωτική: ό,τι δεν προσαρμόζεται στο σύστημά της το εξαφανίζει.
Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, θα μπορούσε να αναφωνεί ο Εντύ Μπελγκέλ, να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, να τον αφήσουμε πίσω στο παρελθόν του, μαζί με το παρελθόν του, το οδυνηρό παρελθόν του. Τώρα είναι η ευκαιρία να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, τώρα που υπάρχει απόσταση, τώρα που το παρελθόν μπορεί να λειτουργήσει ως εργαστήριο παρατήρησης. Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, για να πάμε παρακάτω, Εντύ Μπελγκέλ.
Έπρεπε να φύγω.
Αλλά στην αρχή δεν σκέφτεται κανείς αυθόρμητα τη φυγή γιατί αγνοεί ότι υπάρχει ένα αλλού. Δεν ξέρεις καν ότι η φυγή είναι μια δυνατότητα. Προσπαθείς αρχικά να είσαι σαν τους άλλους, κι εγώ προσπάθησα να είμαι σαν όλο τον κόσμο.
Δεν ξέρεις καν ότι η φυγή είναι μια δυνατότητα. Ώσπου μια μέρα το ξέρεις. Δεν ξέρεις τι σε περιμένει εκεί. Δεν σε νοιάζει. Κάπου αλλού, όχι εδώ. Και τότε ο χρόνος αρχίζει να μετρά. Όχι με τη φυγή, αλλά με τη συνειδητοποίηση της δυνατότητας για φυγή. Και τότε η εικόνα αρχίζει να καθαρίζει. Δεν προσπαθείς να είσαι διαφορετικός. Είσαι διαφορετικός. Αρχικά προσπαθείς να είσαι σαν τους άλλους, και κάποια στιγμή έρχεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου, από τη λάθος πλευρά.

Έπρεπε να φύγω· η προσταγή αυτή αποτέλεσε τον πυρήνα ταύτισης, λίγο μετά τα μισά του βιβλίου. Τότε καθάρισε η βοή που απευθυνόταν προς την αφήγηση του Μπελγκέλ, φύγε, γιατί δεν φεύγεις, τι περιμένεις για να φύγεις; Από μακριά φαντάζει πάντα πιο εύκολο, ακόμα και έτσι όμως η βοή δεν έπαυε. Τότε μπόρεσα να χαλαρώσω συναισθηματικά και να ακούσω όσα είχε να αφηγηθεί ο Μπελγκέλ, μέχρι τότε ένας φαινομενικά αδικαιολόγητος θυμός με διακατείχε.

Το θέμα του βιβλίου του Εντουάρ Λουί πολυειπωμένο. Η τεχνική του άρτια αλλά όχι καινοτόμα. Δεν μοιάζει να στοχεύει το στομάχι σαν γροθιά. Και όμως το μυθιστόρημα του γεννημένου το 1992 Γάλλου συγγραφέα είναι ιδιαίτερο, γιατί έχει μία αλήθεια να διηγηθεί, όχι απαραίτητα μία πραγματική ή αυτοβιογραφική ιστορία, αλλά έχει την αλήθεια του σε μία εποχή πόλωσης ανάμεσα στην αποστείρωση και την πρόκληση.

Εκ των προτέρων δεν θα μπορούσα να έχω επιλέξει συνειδητά τη διαδοχή της ανάγνωσης· προηγήθηκε Το δωμάτιο του Τζοβάνι, ακολούθησε το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ· μεταξύ των δύο βιβλίων μεσολαβεί πάνω από μισός αιώνας απόσταση, στην επαφή μου μαζί τους λίγες μόνο ώρες. Η καλή τύχη του αναγνώστη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μιχάλης Αρβανίτης
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Το δωμάτιο του Τζοβάνι - James Baldwin




Στέκομαι στο παράθυρο αυτού του μεγάλου σπιτιού στον νότο της Γαλλίας καθώς πέφτει η νύχτα, η νύχτα που με οδηγεί στο πιο τρομερό πρωινό της ζωής μου. Κρατάω ένα ποτό στο χέρι, δίπλα μου έχω ένα μπουκάλι. Κοιτάζω το είδωλό μου στη γυαλάδα του τζαμιού που σκοτεινιάζει σιγά σιγά. Το είδωλό μου είναι ψηλό, ίσως και να μοιάζει κάπως με βέλος, τα ξανθιά μαλλιά μου γυαλίζουν. Το πρόσωπό μου μοιάζει μ' ένα πρόσωπο που έχετε δει πολλές φορές. Οι πρόγονοί μου κατέκτησαν μια ήπειρο, προχωρώντας με κόπο πάνω σε πεδιάδες σπαρμένες θάνατο, μέχρι που έφτασαν σ' έναν ωκεανό που είχε στραμμένη την πλάτη του στην Ευρώπη και ατένιζε ένα ακόμα σκοτεινότερο παρελθόν.
Αρχικά όλα φαντάζουν απλά και συνηθισμένα. Δεκαετία του '50, ένα ζευγάρι νεαρών Αμερικάνων, ο Ντέιβιντ και η Έλα, θα διασχίσει τον Ατλαντικό για να βρεθεί στο Παρίσι, χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Ένα ταξίδι προσκύνημα στον παλιό κόσμο, μία κορύφωση της ανέμελης ζωής, μία προσομοίωση της μποέμικης ζωής. Η Νέα Υόρκη θα συνεχίσει να είναι εκεί και να τους περιμένει, έτσι πιστεύουν, αποτελώντας το δίχτυ ασφαλείας που έχουν ανάγκη, έστω και υποσυνείδητα. Όμως, το κουκούλι θα διαρραγεί. Ο Ντέιβιντ, αφηγητής της ιστορίας, θα γνωρίσει τον Τζοβάνι, ενώ η Έλα βρίσκεται στην Ισπανία. Θα περάσουν μαζί, στο δωμάτιο του Τζοβάνι, την περίοδο εκείνη, το σώμα θα βρεθεί αντιμέτωπο με το μυαλό. Σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα το βιβλίο δεν αφορά τόσο την ομοφυλοφιλία όσο το τι συμβαίνει όταν είσαι τόσο φοβισμένος, που τελικά δεν μπορείς να αγαπήσεις κανέναν. Ο φόβος, άλλωστε, παιδί του μυαλού είναι.

Η αφήγηση αρχίζει την παραμονή της νύχτας του πιο τρομερού πρωινού της ζωής του αφηγητή. Ο Μπόλντουιν, με διαρκή φλας μπακ, θα αποδώσει με ακρίβεια τη σύγχυση που επικρατεί στο μυαλό του αφηγητή του, ενώ απομακρύνεται και πλησιάζει χρονικά στο πρωινό εκείνο, οδηγώντας την ιστορία μαεστρικά στην κορύφωση, παρασύροντας τον αναγνώστη στη δίνη των γεγονότων. Του Μπόλντουιν δεν του αρκεί το θεματικό εύρημα· μία ιστορία, όσο καλή, πρωτότυπη ή δυνατή και αν είναι, δεν είναι από μόνη της ικανή να οδηγήσει σε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, και Το δωμάτιο του Τζοβάνι είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Καταλυτικό ρόλο στο μυθιστόρημα παίζει το Παρίσι, το λαμπερό και σκοτεινό Παρίσι, το πολύβουο και εκκωφαντικά μοναχικό Παρίσι. Η πόλη του έρωτα, λένε κάποιοι, και ίσως δίπλα στη λέξη έρωτας να φαντάζονται μονάχα λουλούδια και καρδιές, και θα έχουν ίσως τους λόγους τους για να μη συνεχίσουν λέγοντας: τα λουλούδια μαραίνονται, οι καρδιές τσακίζονται.

Και ενώ στο Δωμάτιο του Τζοβάνι η σεξουαλικότητα πρωτοστατεί στο μέτωπο απέναντι στη λογική και τις κοινωνικές συμβάσεις, αυτό δεν σημαίνει πως το μυθιστόρημα περιορίζεται σε αυτή τη μάχη μονάχα. Χαρακτηριστική είναι η απόδοση της έννοιας του ξένου· αν και ο Μπόλντουιν χρησιμοποιεί την έννοια του ξένου ως προς τη χώρα που αναγράφει το διαβατήριο του, εντούτοις αυτό γίνεται μόνο σχηματικά και δεν περιορίζεται σ' αυτό, ξένος νιώθει κανείς -ή είναι κάπως- και απέναντι στην κοινωνία, στο δοθέν μοντέλο, στην οικογένεια του, ενίοτε και απέναντι στο ίδιο του το σώμα. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται ο Μπόλντουιν την ιδιότητα του ξένου θυμίζει έναν άλλον σπουδαίο, σύγχρονό του συγγραφέα, τον Πολ Μπόουλς, με σημείο εκκίνησης τη διάσημη ρήση του Ρεμπό "Εγώ είμαι ένας άλλος" και τον καμικό Ξένο.

Παρότι άρρηκτα συνυφασμένο με την ατμόσφαιρα της εποχής, Το δωμάτιο του Τζοβάνι δεν έχει απολέσει ως σήμερα τίποτα από την αλήθεια και την υπαρξιστική του αγωνία, έχοντας προ πολλού ξεπεράσει τα όρια της λογοτεχνίας φύλου.


Μετάφραση Τερέζα Βεκιαρέλλη
Εκδόσεις Μεταίχμιο  

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Το βαμμένο πέπλο - Somerset Maugham





Είχε προηγηθεί το εκκωφαντικό λογοτεχνικό ντεμπούτο του Ράχμαν Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε, με πλήθος αναφορών στον Σόμερσετ Μομ. Το νήμα ήταν εκεί και προσκαλούσε, εγώ έπρεπε απλώς να το ακολουθήσω.

Η Κίτι Φέιν είναι η νεαρή, ωραία αλλά επιπόλαιη  σύζυγος του Γουόλτερ, μικροβιολόγου διορισμένου στο Χονγκ Κονγκ. Ανικανοποίητη από τον γάμο της, μπαίνει σε μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον Τσαρλς Τάουνσεντ, έναν άντρα που βρίσκει γοητευτικό, ελκυστικό και συναρπαστικό. Όταν όμως ο Γουόλτερ ανακαλύπτει την απιστία της, την εκδικείται με έναν περίεργο και φρικτό τρόπο: την υποχρεώνει να τον συνοδεύσει σε μια απομακρυσμένη περιοχή στο εσωτερικό της Κίνας, η οποία μαστίζεται από επιδημία χολέρας.

Το βαμμένο πέπλο επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε νέα μετάφραση Τρισεύγενης Παπαϊωάννου. Πριν από κάποια χρόνια, εκκινώντας από το Πάρκο των ελαφιών του Νόρμαν Μαίηλερ -τι σπουδαίο βιβλίο, τι σπουδαίος συγγραφέας- και μια αναφορά στον Μομ, είχα διαβάσει τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Βροχή (μτφρ. Δημήτρη Κωνσταντινίδη, εκδόσεις Ηριδανός). Σκέφτομαι πως δεν μπορεί να είναι απλή σύμπτωση το γεγονός πως για δεύτερη φορά οδηγούμαι αναγνωστικά στον Άγγλο συγγραφέα μέσα από την αναφορά του ονόματός του σε μυθιστόρημα τρίτου. Είναι, άλλωστε, και αυτός, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τα βιβλία που επιθυμεί κάποιος να διαβάσει αυξάνονται διαβάζοντας, και μάλιστα με γεωμετρική πρόοδο.

Ο Σόμερσετ Μομ γνώρισε την επιτυχία εν ζωή, τα έργα του διαβάστηκαν, μεταφέρθηκαν στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αποτέλεσε πρότυπο και αναφορά για συγγραφείς που ακολούθησαν, και το έργο του εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να εκδίδεται, να μεταφράζεται, να διασκευάζεται και να διαβάζεται, γεγονός που αποτελεί μία απόδειξη για τη σπουδαιότητά του. Και υπάρχει κάτι μαγικό σε αυτό. Γιατί έχει τη δύναμη να προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον σε ένα μεγάλο μέρος του ετερόκλητου αναγνωστικού κοινού. Ας πάρουμε ως παράδειγμα Το βαμμένο πέπλο: ένα μυθιστόρημα λαϊκό, ευκολοδιάβαστο, μία κοινότοπη ιστορία ερωτικής απιστίας, ένα ρομάντσο.  Σκέψεις που επισκέπτονται τον αναγνώστη όταν βρίσκεται εκτός του μυθιστορήματος, ερωτήματα στα οποία ίσως αναζητήσει απαντήσεις μετά το πέρας της ανάγνωσης, όταν η λογική ανακτήσει μέρος της επιρροής της, παραμερίζοντας το συναίσθημα, επιχειρώντας να τα δικαιολογήσει ή να τα αμφισβητήσει, για ν' αναγκαστεί να σηκώσει τελικά τα χέρια ψηλά, να αποδεχτεί τη μεταφυσική επενέργεια της λογοτεχνίας, της καλής λογοτεχνίας, στη ψυχή και το πνεύμα, αφού πρώτα, για να δικαιολογήσει τον ίδιο του τον εαυτό, ψελλίσει κοινοτοπίες για το ταλέντο και την ικανότητα του συγγραφέα ή για τη θεματική επανάληψη της λογοτεχνίας, ήδη από τις αρχές της, και για να κατανοήσει τελικά πως εκείνο που επιχειρεί να προασπιστεί δεν είναι τίποτα άλλο από τον χαρακτηρισμό του δυνατού και απαιτητικού αναγνώστη, τη διαφορετικότητά του από το υπόλοιπο αναγνωστικό κοινό, εκείνο που με κάθε πρώτη ευκαιρία αποκαλεί μάζα, και να έρθει στην άβολη, η αλήθεια, θέση να παραδεχτεί πως η καλή λογοτεχνία δεν είναι μαθηματικό θεώρημα που πρέπει να αποδειχτεί αλλά κατάσταση που συχνά απλώς βιώνεται.

Και καθόλου δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα ότι ο Γουόνγκ Καρ Γουάι κινηματογραφώντας το In the mood for love είχε στον νου του Το βαμμένο πέπλο.


Μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε - Zia Haider Rahman





Ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν γεννήθηκε σε μια αγροτική περιοχή του Μπλαγκλαντές, μεγάλωσε στη Μεγάλη Βρετανία και σπούδασε σε κορυφαία πανεπιστήμια. Εργάστηκε επί σειρά ετών στον χρηματοπιστωτικό τομέα και σήμερα είναι δικηγόρος με αντικείμενο δραστηριότητας τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Το Υπό το φως των όσον γνωρίζουμε είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Σπάνια ξεκινώ κάποιο κείμενο με αναφορά στο βιογραφικό του συγγραφέα, εντούτοις σήμερα νιώθω πως αυτό αποτελεί το κατάλληλο κλειδί εισόδου. Γιατί συνέβη αυτό άραγε; Για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι η αντανακλαστική κίνηση, μετά την ανάγνωση ενός τόσο σπουδαίου μυθιστορήματος, για αναζήτηση λεπτομερειών σε σχέση με τον συγγραφέα, ιδιαίτερα για όσα σχετίζονται με την υπόλοιπη εργογραφία του· και όμως, αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Ράχμαν. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την αλήθεια του βιβλίου, όχι την αλήθεια που έχουν τα γεγονότα αυτά καθαυτά, αλλά την αλήθεια του συγγραφέα, γιατί, πίσω από όλες τις τεχνικές αρετές του μυθιστορήματος, και είναι αρκετές αυτές οι αρετές, εκείνο που καθηλώνει τον αναγνώστη είναι η ανάγκη του αφηγητή να γράψει την ιστορία τού φίλου του που εμφανίστηκε, χρόνια μετά την τελευταία τους συνάντηση, ένα πρωινό στην πόρτα του σπιτιού του.
Στις πρώτες ώρες ενός πρωινού του Σεπτεμβρίου 2008, έκανε την εμφάνισή του στην πόρτα του σπιτιού μας στο νότιο Κένσιγκτον ένας εξουθενωμένος, ταλαίπωρος σκουρόχρωμος άνδρας που τα μήλα του εξείχαν πάνω από μια απεριποίητη γενειάδα. Έμοιαζε κάπου μεταξύ σαράντα και πενήντα χρονών και είχε ύψος γύρω στο ένα και ογδόντα, μερικά εκατοστά πιο κοντός από μένα.
Ο Ζαφάρ, λοιπόν, φίλος του συγγραφέα και συμφοιτητής του στην Οξφόρδη, θα χτυπήσει ένα πρωί το κουδούνι της οικίας του Ράχμαν στο νότιο Κένσιγκτον του Λονδίνου. Αρχικά δεν θα τον αναγνωρίσει. Είναι άραγε μόνο τα χρόνια που μεσολάβησαν, το ταλαιπωρημένο του παρουσιαστικό και το αναπάντεχο της επίσκεψης; Η αλήθεια είναι όμως πως ο Ράχμαν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Η καριέρα του καταρρέει, ο γάμος του περνάει κρίση, οι άξονες περιστροφής της ζωής του δείχνουν προβληματικοί.

Ο Ράχμαν θα προσφέρει φιλοξενία στον Ζαφάρ, εκείνος θα την δεχτεί χωρίς να εγκαταλείψει στιγμή όμως την εικόνα του ταξιδιώτη, εκείνου που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμος να ανοίξει την πόρτα και να εξαφανιστεί, χωρίς προειδοποίηση. Μέσα από τις συζητήσεις των δύο αλλά και τα δεκάδες σημειωματάρια που ο Ζαφάρ φέρει μαζί του και πρόκειται να αφήσει στον φίλο του, ο Ράχμαν, αφού προσπαθήσει επανειλημμένως ανεπιτυχώς να τον πείσει να γράψει μόνος του την ιστορία του, θα καταπιαστεί ο ίδιος με την ιστορία του φίλου του, ιστορία όμως που αφορά και εκείνον, ίσως όχι εξ αρχής αλλά σίγουρα στην πορεία της, στη διαδρομή της εξιστόρησής της, όχι μόνο εξαιτίας των κοινών τόπων στους οποίους συναντήθηκαν οι δυο τους ή από τους οποίους πέρασαν οι δυο τους, αλλά και όσων ανέκυψαν παραπλεύρως, εξ αφορμής της διήγησης του Ζάφαρ, φαινομενικά άσχετων, μα ικανών να προκαλέσουν μικρότερες ή μεγαλύτερες εκρήξεις στον Ράχμαν.

Οι δύο πλευρές του Ράχμαν, ο μπαγκλαντεσιανός και ο δυτικός του εαυτός, η διαρκώς αιωρούμενη αίσθηση του απάτριδος, οι ανησυχίες σε προσωπικό, συναισθηματικό και επαγγελματικό επίπεδο, θα έρθουν να συναντήσουν τον κόσμο στις αρχές του 21ου αιώνα, με την έννοια του τοπικού να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, τα μαθηματικά και την εφαρμογή τους στα πλέον σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα αλλά και ως φιλοσοφική προσέγγιση, το ξεθώριασμα του αμερικανικού ονείρου, παρότι πλέον έχει υποστεί κι αυτό παγκοσμιοποίηση, αλλά και τη σπουδαία λογοτεχνία, καταφύγιο και αφετηρία του κόσμου.

Ο Ράχμαν πατάει στέρεα στην κλασσική λογοτεχνία, την οποία αγαπάει και στην οποία δεν χάνει ευκαιρία να αναφέρεται. Ο απολογιστικός χαρακτήρας της αφήγησης, ευρισκόμενης μετά το πέρας του τέλους της ιστορίας, οι συνεχείς παρεκβάσεις, τόσο από πλευράς Ζαφάρ κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, όσο και από πλευράς Ράχμαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής, αλλά κυρίως η επιτακτική ανάγκη να ειπωθεί αυτή η ιστορία δημιουργούν ένα αίσθημα αναγνωστικής αγωνίας και βαραίνουν την κάθε λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως μεγέθους, που σε συνδυασμό με το εύρος των γνώσεων και των αναφορών του βιβλίου μετατρέπουν το Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε σε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Ένα εκκωφαντικό λογοτεχνικό ντεμπούτο.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Ανδρέας Μιχαηλίδης
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι - Luis Fernando Verissimo





Θα ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς συγγραφέα με μεγαλύτερη επιρροή από τον Μπόρχες, όποια και αν είναι η άποψή του για το έργο του, επιρροή που δεν έχει πάψει να επενεργεί σε δεκάδες συγγραφείς, κυρίως από τη Λατινική Αμερική. Όμως δεν είναι μόνο η επιρροή του στους νεότερους λογοτέχνες εκείνη που παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, επιρροή λογική και αναμενόμενη, αλλά η μετατροπή του ίδιου σε μυθιστορηματικό χαρακτήρα, η μετατροπή της ζωής του σε μυθιστόρημα, όχι ως απλή βιογραφία μυθοπλασίας, αλλά ως μυθιστόρημα επινόησης, ο Μπόρχες ως ο ιδανικός ήρωας και η ζωή του ως κατάλληλο περιβάλλον δράσης.

Πριν από λίγο καιρό είχα διαβάσει τη Συνωμοσία Μπόρχες του Γκαστόν Φιόρδα με την ιερόσυλη για Αργεντινό ιδέα πως ο συγγραφέας Μπόρχες δεν υπήρξε ποτέ, όντας απλώς η βιτρίνα μιας λογοτεχνικής ομάδας που κρυβόταν πίσω του. Με την ανάμνηση αυτής της ανάγνωσης να είναι ακόμα ζωντανή, ήταν αναμενόμενο να αναζητήσω σχετικά σύντομα μία αντίστοιχη αναγνωστική εμπειρία, δεν είχα παρά να ρίξω μια ματιά στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία, εκεί υπήρχε Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι του Βραζιλιάνου συγγραφέα Λουίς Φερνάντο Βερίσιμο.
Θα προσπαθήσω να γίνω τα μάτια σου, Χόρχε. Ακολουθώ τη συμβουλή που εσύ μου έδωσες, όταν αποχωριστήκαμε: "Γράφε και θα θυμηθείς". Θα προσπαθήσω να θυμηθώ, με ακρίβεια αυτή τη φορά. Για να μπορέσεις να διακρίνεις αυτό που είδα εγώ, για να λυθεί το μυστήριο και να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Κι όταν κάνουμε δικές μας επινοήσεις, είναι για να τη θυμηθούμε πιο συγκεκριμένα.
Ήταν αυτό που αναζητούσα! Μπόρχες, Πόε, Λάβκραφτ, αγάπη για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση, διάθεση για παιχνίδι και σάτιρα των λογοτεχνικών κύκλων και μια αστυνομική πλοκή ως αφορμή.

Ο Φολγκεστάιν, πρωταγωνιστής της ιστορίας, ένας μοναχικός πενηντάρης που ζει στο Πόρτο Αλέγκρε παρέα με τον γάτο του Άλεφ, ανάμεσα σε βιβλία τα οποία τον προφυλάσσουν από το απρόσμενο, έχει την ευκαιρία να πάει στο Μπουένος Άιρες όπου θα διοργανωθεί ένα συνέδριο για τον Πόε. Ευγνωμονώντας την καλή του τύχη, θα αφήσει την ασφάλεια του σπιτιού και της ρουτίνας του, θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, θα γνωρίσει τον Μπόρχες και θα γίνει μάρτυρας μιας δολοφονίας στο ξενοδοχείο όπου φιλοξενούνται οι σημαντικότεροι ομιλητές του συνεδρίου.

Μέσα από την αφήγηση διακρίνεται ο φθόνος του Βερίσιμο για τον ήρωά του, που μπόρεσε να συναντήσει από κοντά τον Μπόρχες, να μιλήσει μαζί του, να τον ακούσει να εκθέτει την άποψή του για το σύμπαν, να εκφράζει την αγάπη του για τον Πόε. Ο φθόνος αυτός, η διέγερση μιας φανταστικής συνάντησης με τον δάσκαλο, αναγκάζει τον Βερίσιμο να πάρει το παιχνίδι του στα σοβαρά, να σταθεί στο ύψος της περίστασης που ο ίδιος έστησε και κάπως έτσι το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, κάτι παραπάνω από ένα λογοτεχνικό παιχνίδι απότισης φόρου τιμής στον Μπόρχες.

Θυμήθηκα ακόμα ένα ωραίο βιβλίο που διάβασα πριν κάποιους μήνες, το Συνέδριο λογοτεχνίας του Σέσαρ Άιρα.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα 

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

Το τέλος του δρόμου - John Barth





Και σίγουρα, αναγνώστη, δεν είναι η πρώτη φορά, όπως ξέρεις ήδη καλά, που κάποιος, σε ανύποπτο χρόνο, μου μίλησε για ένα βιβλίο ή έναν συγγραφέα που δεν γνώριζα, κι εγώ, γυρίζοντας σπίτι, για να διαφύγω άμεσα τον κίνδυνο της λήθης, αναζήτησα πληροφορίες επ' αυτού στο διαδίκτυο και έπεσα πάνω στην ένδειξη: εξαντλημένο από τον εκδότη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, λες και υπήρχε κάποια συμπαντική συνωμοσία, μέσα στις επόμενες μέρες έπεσα ξανά και ξανά πάνω στο ίδιο βιβλίο, στο ίδιο εξαντλημένο βιβλίο, διθύραμβοι και υποσχέσεις αναγνωστικής απόλαυσης, και η ένδειξη "εξαντλημένο από τον εκδότη" να αναβοσβήνει στο μυαλό μου.

Δεν είναι η πρώτη φορά, και ούτε η τελευταία, ευτυχώς, ναι ευτυχώς, γιατί όλες αυτές η προσδοκίες και το επακόλουθο κυνήγι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παράλληλης ζωής ως αναγνώστη, το αλατοπίπερο. Θα έλεγα το ίδιο αν τελικά δεν είχα καταφέρει να βρω το βιβλίο του Μπαρθ; Ναι, το ίδιο θα έλεγα, γιατί βρήκα μόλις ένα απ' όσα κυκλοφορούν, και τώρα, έχοντας διαβάσει Το τέλος του δρόμου, επιθυμώ διακαώς ν' αποκτήσω ό,τι δικό του κυκλοφόρησε κάποτε στα ελληνικά, και να το διαβάσω.

Ήταν απόγευμα και ένιωθα τυχερός, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, έτσι παρέκκλινα του δρόμου μου για να πάω στο παλαιοβιβλιοπωλείο. Ήμουν τόσο σίγουρος πως κάτι πραγματικά πολύ καλό θα έβρισκα ώστε κατευθύνθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη στα ράφια με την ξένη λογοτεχνία, και εκεί, στο Μ στάθηκα έκπληκτος για μία στιγμή, την επόμενη πήγαινα ήδη στο ταμείο με το βιβλίο στο χέρι μου. Γυρίζοντας σπίτι ξεφύλλισα το νέο μου απόκτημα, για το οποίο τόσα και τόσα είχα ακούσει τον τελευταίο καιρό, και ευρισκόμενος σε ένα αναγνωστικό μεταίχμιο φλέρταρα με την ιδέα να το ξεκινήσω το ίδιο κιόλας βράδυ, όμως δίστασα. Από τη μία οι διθύραμβοι δυνατών αναγνωστών και από την άλλη ο χαρακτηρισμός του Μπαρθ ως πρωτεργάτη του μεταμοντερνισμού με φόβισαν κάπως. Έπεισα τον εαυτό μου πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, θα επανερχόμουν σε αυτό πιο ξεκούραστος και με μεγαλύτερη άνεση χρόνου (προσδοκία).

Και κάπως έτσι διάβασα Το τέλος του δρόμου αρκετές μέρες μετά. Και διαπίστωσα πως είχα κάνει λάθος. Το βιβλίο του Μπαρθ ήταν ευκολοανάγνωστο όπως κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα. Απολαυστικό πρόταση την πρόταση, ευφυές, αστείο και μελαγχολικό.
Ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως καθηγητής κατόπιν συμβουλής του Γιατρού, και για μια περίοδο δίδαξα γραμματική στο Κρατικό Παιδαγωγικό Κολέγιο του Γουικόμικο, στο Μέρυλαντ.
Ο αφηγητής της ιστορίας γνώρισε τον Γιατρό την επόμενη των εικοστών όγδοων γενεθλίων του, όταν, ευρισκόμενος στον σταθμό των τρένων, και αφού νωρίτερα είχε ζητήσει ένα εισιτήριο για όπου μπορούσε να πάει με τριάντα δολάρια, είχε επιστρέψει στους πάγκους της κεντρικής αίθουσας, ώστε να αναλογιστεί τις δυνατότητές του, απώλεσε κάθε κίνητρο και έμεινε ακίνητος στη θέση του μέχρι την επόμενη μέρα, και ο Γιατρός που τον είχε ήδη παρατηρήσει την προηγούμενη, τον πλησίασε και τον υποχρέωσε να πάει να του πάρει έναν καφέ και να συζητήσει μαζί του. Κάπως έτσι, και μετά από κάποια ραντεβού, σε μία παράξενη, στα όρια της νομιμότητας, κλινική, ο αφηγητής θα υπακούσει τον Γιατρό και θα δεχτεί να υποδυθεί έναν ρόλο, αυτόν του καθηγητή γραμματικής σε ένα μικρό κολέγιο.

Και αφού ο Μπαρθ μας συστήσει τον αφηγητή του, θα τον οδηγήσει στο μικρό αυτό κολέγιο του Γουικόμικο και θα τον αφήσει εκεί στη βαρετή πανεπιστημιακή κοινότητα και στην ακόμα πιο βαρετή ζωή στην επαρχία, θέτοντας έτσι ένα μικρό και πεπερασμένο αριθμό μεταβλητών στην ιστορία του, ώστε με άνεση να μπορέσει να παρατηρήσει από κοντά χαρακτήρες και συνθήκες ζωής. Εκτός του αφηγητή, μεγάλο ενδιαφέρον ως χαρακτήρες παρουσιάζει και ένα ζευγάρι που θα γνωρίσει εκεί, με το οποίο ο αφηγητής θα αναπτύξει κάποιες σχέσεις.

Για τους περισσότερους μελετητές του έργου του Μπαρθ, Το τέλος του δρόμου και η Πλωτή όπερα αποτελούν την εισαγωγή του υπαρξισμού στην Αμερική της δεκαετίας του '50 μέσα από τη λογοτεχνία. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να ισχυριστώ πως τα δύο αυτά έργα αποτελούν τα πρώτα δείγματα υπαρξιστικών μυθιστορημάτων, όμως με σιγουριά μπορώ να πω πως απόλαυσα αυτό το βιβλίο με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που απολαμβάνω τα υπαρξιστικά μυθιστορήματα, και επιπρόσθετα είχε ενδιαφέρον η αλλαγή οπτικής γωνίας παρατήρησης λόγω των ερεθισμάτων του Μπαρθ και της αμερικανικής κουλτούρας μέσα στην οποία στήνεται το μυθιστόρημα, δημιουργώντας έτσι δεδομένες διαφορές σε σχέση με το λατινοαμερικάνικο Τούνελ, τον γαλλοαλγερινό  Ξένο ή τον ελβετικό Homo Faber, που για μένα αποτελούν την Αγία Τριάδα του λογοτεχνικού υπαρξισμού, βιβλία στα οποία επιστρέφω ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Εξαιρετικό βιβλίο, σπουδαίος συγγραφέας και οι μηχανές αναζήτησης της Πλωτής όπερας λειτουργούν στο φουλ!

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

Ο απατεώνας - Javier Cercas




Το βιβλίο αυτό δεν ήθελα να το γράψω. Δεν ήξερα ακριβώς γιατί δεν ήθελα να το γράψω, ή μάλλον ήξερα αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ, ή δεν τολμούσα να το παραδεχτώ· ή δεν τολμούσα να το παραδεχτώ πλήρως. Το γεγονός είναι ότι επί επτά χρόνια και βάλε αρνούμουν να το γράψω. Στο μεταξύ έγραψα δύο άλλα βιβλία, ωστόσο το βιβλίο αυτό δεν το λησμόνησα ποτέ· απεναντίας, με τον τρόπο μου, ενόσω έγραφα τα δύο εκείνα βιβλία, έγραφα επίσης και τούτο. Ή μπορεί το βιβλίο αυτό να έγραφε, με τον δικό του τρόπο, εμένα.
Τον Μάιο του 2005 ένας ιστορικός θα αποκαλύψει την απάτη του Ενρίκ Μάρκο, ο οποίος ισχυριζόταν πως υπήρξε έγκλειστος σε στρατόπεδο εκτοπισμένων κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και πάνω στον ισχυρισμό αυτό έστησε μία ολόκληρη καριέρα θύματος της φρίκης, έγινε πρόεδρος της Ισπανικής Ένωσης Επιζώντων, τιμήθηκε, έδωσε εκατοντάδες συνεντεύξεις στον Τύπο και διαλέξεις σε σχολεία. Και ξαφνικά, μία μέρα, το ψέμα αποκαλύφθηκε, ο ήρωας ήταν απατεώνας.

Ο Θέρκας για χρόνια φλέρταρε με την ιδέα να γράψει ένα βιβλίο για τον Μάρκο. Όμως δεν το έπαιρνε απόφαση, γιατί ήξερε πως δεν θα ήταν απλώς ένα βιβλίο για έναν απατεώνα, αλλά πολύ περισσότερα.

Ο απατεώνας, μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, περιστρέφεται γύρω από τον Μάρκο και την έρευνα του Θέρκας σχετικά με τη ζωή του, μία ζωή που βασίστηκε στο ψέμα, μία ζωή που ξεπέρασε τη μυθοπλασία και κέντρισε το ενδιαφέρον ενός συγγραφέα που αρέσκεται να κινείται στα όρια της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, και τον ανάγκασε να διαβεί αυτό το λεπτό όριο ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τον μύθο, να περάσει ξεκάθαρα στην πλευρά της πραγματικότητας, ώστε ως παρατηρητής αυτή τη φορά να καταγράψει τον επινοημένο σε πραγματικές συνθήκες ζωής μύθο του Μάρκο.

Η διαδικασία συγγραφής του βιβλίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Όχι μόνο γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο Θέρκας πραγματοποίησε την έρευνα, αλλά κυρίως γιατί, εμπλέκοντας τον εαυτό του σε αυτή την ιστορία, θα πετύχει να δημιουργήσει την απαραίτητη σύνδεση με τους λόγους για τους οποίους η ιστορία του Μάρκο είναι μία ιστορία που αφορά τον καθένα μας, ξεχωριστά και ως σύνολο, θα μπορέσει να θέσει ευθέως τα ερωτήματα που τον απασχολούν και να αναδείξει τις παράπλευρες διαστάσεις της ιστορίας αυτής. Κάτι το οποίο δεν θα το πετύχαινε αν επέλεγε να ακολουθήσει την πεπατημένη της βιογραφίας.

Το ψέμα έχει απασχολήσει από τις απαρχές της την ανθρώπινη διανόηση, ο Πλάτωνας, ο Νίτσε και ο Καντ, μεταξύ άλλων, έχουν πάρει θέση, αυστηρότερη ή ηπιότερη, απέναντί του, έχουν αποδεχτεί την έννοια του ψέματος για καλό, του αναγκαίου ψεύδους, της καταδικαστέας, ανεξαρτήτως προθέσεων, χρήσης του. Ο Μάρκο κατάφερε να στήσει από την αρχή τη ζωή του, να ζήσει τελικά με τον τρόπο που ήθελε να ζήσει, να πετύχει εκείνα που ήθελε να πετύχει, δρέποντας τους καρπούς ενός επινοημένου παρελθόντος, άσχετα αν στο τέλος, με τα θεμέλια σαθρά, το κατασκεύασμα υποχώρησε, μία ζηλευτή για κάθε συγγραφέα μυθοπλασία, ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης που εφάρμοσε στη ζωή του όσα φαντάστηκε αντί να αποτραβηχτεί στο γραφείο του συμπληρώνοντας λευκές αρχικά κόλλες.
  
Δεν είναι το κάθε θύμα ήρωας, από τον ήρωα απαιτήθηκε να πει κάποια στιγμή ένα Όχι υψηλού κόστους. Ο Μάρκο ανήκε πάντα στην πλειοψηφία του Ναι. Δεν είναι κακό αυτό, ούτε σημαίνει πως το να ανήκει κανείς στη σιωπηλή πλειοψηφία του Ναι τον μετατρέπει αυτόματα σε δοσίλογο, φασίστα, μαυραγορίτη κ.ο.κ. Το κακό είναι αυτή η ισχυρή πλειοψηφία, εκ των υστέρων, να επιχειρήσει να περάσει στην πλευρά των ηρώων, των λίγων εκείνων που ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στο τέρας. Τα παραδείγματα οικειοποίησης του παρελθόντος ξεπερνούν τα ισπανικά όρια, κάθε χώρα έχει τα δικά της, αλλιώς οι παρεκτροπές δεν θα διαρκούσαν, δεν θα εδραιώνονταν, δεν θα κυριαρχούσαν εις βάρος των λαών. Η ματαιοδοξία και η υστεροβουλία οδηγούν μέρος της τότε σιωπηλής πλειοψηφίας του Ναι στην απόπειρα οικειοποίησης ενός ηρωικού παρελθόντος.

Η αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, η ιστορία του Μάρκο που ξεπερνά τα πλέον ευφάνταστα μυθιστορήματα και ο στοχασμός του Θέρκας, παρότι κάποιες στιγμές μοιάζει εύκολος και κοινότοπος, συνθέτουν ένα σπουδαίο τελικό αποτέλεσμα, φιλόδοξο, όχι μόνο γιατί η ιστορία του Μάρκο ήταν εν πολλοίς γνωστή, αλλά γιατί η ιστορία αυτή δεν αποτελεί παρά το πρώτο στρώμα αυτού του βιβλίου, για το οποίο δεν κρύβω πως αρχικά, και παρά την ιντριγκαδόρικη περίληψη στο οπισθόφυλλο, διατηρούσα αρκετές επιφυλάξεις για το αν με αφορούσε ως αναγνώστη λογοτεχνίας, επιφυλάξεις που εξανεμίστηκαν στο διάβα της ανάγνωσης.

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη 
  


Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Φεύγω για διακοπές




Στις φλέβες μου κυλάει τροφή κουνουπιών, έτσι έλεγε. Τα σκυλιά τον γάβγιζαν, τα άλογα σηκώνονταν στα πίσω τους πόδια, τα βατράχια όμως τον πλησίαζαν. Περνούσε ώρες στον ίσκιο της μουριάς, της μουριάς που ποτέ του δεν κλάδευε. Μια μέρα έβγαλε το σημειωματάριό του απ' την τσάντα· έγραψε: Ο φασισμός θεραπεύεται με το διάβασμα και ο ρατσισμός με το ταξίδι, και από κάτω σε μια παρένθεση (Μιγκέλ ντε Ουναμούνο). Έκλεισε το σημειωματάριο και έβαλε τα γέλια.

Το κείμενο που μου έστειλε, ζητώντας τη γνώμη μου, ξεκινούσε ως εξής: Δεν είναι έτσι Μιγκέλ, δεν είναι έτσι πια. Άλλο ο ταξιδιώτης και άλλο ο τουρίστας. Συνέχιζε με αναφορές στον Θορώ και τη λίμνη του, επιχειρηματολογούσε για την ανάγκη διακοπής ακόμα και από την πλέον αγαπημένη συνήθεια, κατηγορώντας εκείνους που αναμένουν την παύση του άλλου, ώστε να κερδίσουν χώρο -ατομικό καπιταλισμό, τον αποκαλούσε εκείνος. Και συνέχιζε σε ανάλογο ύφος, δεικτικό, απαξιωτικό, εσωστρεφές. Ήταν ένα, ας πω, παράξενο κείμενο, για να μην πω ακατάληπτο. Εγώ, ανάμεσα σε τόσα που είχα σημειώσει, αρκέστηκα να του γράψω: Δεν είναι πολύ όμορφο να ξεκινάει ένα κείμενο με ένα δεν, έτσι πιστεύω δηλαδή, αν όντως θες τη γνώμη μου. Πίστευα πως ένα τέτοιο σχόλιο θα ήταν αρκετό για να τον αναγκάσει να πιάσει το κείμενο πάλι από την αρχή, και πως αν διόρθωνε την αρχή τότε και το υπόλοιπό θα παραδινόταν σε μία σωτήρια ανασύνταξη. Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα την απάντηση που αντίκρισα λίγα λεπτά αργότερα: Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από κάποιον που δηλώνει, όπου βρεθεί και όπου σταθεί, πόσο του αρέσει ο Μπολάνιο. Τράβα καμία φωτογραφία καλύτερα και παράτα με.

Τ' απογεύματα ήταν όπως έπρεπε να είναι. Μακριά και αργόσυρτα. Ο ίσκιος μεγάλωνε αργά αλλά σταθερά, ο ήχος των διερχόμενων αυτοκινήτων μειωνόταν στον ίδιο ρυθμό. Η πόλη ήταν χιλιόμετρα πέρα.

Άφησα δύο μέρες να περάσουν, δύο μέρες κατά τις οποίες εκείνος δεν βγήκε στον κήπο. Συνηθισμένος από τα κατά καιρούς και δια ασήμαντη αφορμή ξεσπάσματά του δεν έδωσα σημασία. Για να είμαι ειλικρινής πίστευα, ο αφελής, πως άλλο δεν έκανε από το να γράφει ξανά και ξανά το κείμενο, σκυλιάζοντας να διατηρήσει την αρνητική αρχή, ώστε να μου αποδείξει, μα τι εγωπαθής, πως είχα άδικο.

Την τρίτη μέρα αποφάσισα να του χτυπήσω την πόρτα. Με το πρώτο χτύπημα η πόρτα υποχώρησε. Η πόρτα, την οποία εκείνος κλείδωνε με μανία υποχώρησε με το πρώτο χτύπημα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Επάνω στο γραφείο του, ακατάστατο ως συνήθως, υπήρχε ένα σημείωμα: Δεν σου ζήτησα να με παρατήσεις; Όπως και να 'χει, φεύγω για διακοπές.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Η πέρα πραγματικότητα





Σηκώνω το βλέμμα πάνω από τις σελίδες του βιβλίου, περιγράμματα φωτός και σκότους συνθέτουν την πέρα πραγματικότητα, πιο θολή και με μεγαλύτερες αντιθέσεις τις τελευταίες αυτές μέρες. Καθένας έχει τον τρόπο του, καθένας έχει το δικαίωμα στον τρόπο του, κι εγώ, που αλλιώς σχεδίαζα αυτό το τελευταίο κείμενο πριν την αυγουστιάτικη διακοπή, νιώθω πως ό,τι και αν σκεφτώ να γράψω θα μοιάζει συναισθηματικά κενό και ποιητικά υποκριτικό.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Σεξ και ψέματα - Leila Slimani





Σ' αυτή την εποχή και σ' αυτή την πλευρά του κόσμου μοιάζει εύκολο να ξεστομίζει κανείς τη φράση "σεξουαλική απελευθέρωση", χωρίς συναίσθηση των αγώνων που έχουν προηγηθεί και χωρίς επίγνωση πως η σεξουαλική ζωή εξακολουθεί να είναι ένα θέμα ταμπού μίας βαθιά συντηρητικής κοινωνίας, ενώ κάποιες φορές μοιάζει εξίσου εύκολο να συνοδεύεται η φράση αυτή και από τον προσδιορισμό "πλήρης". Μία φράση κλισέ, που παρά την όποια πρόοδο το περιεχόμενό της εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο, ή θα έπρεπε να είναι τέλος πάντων, σε μία κοινωνία φαλλοκρατική, στην οποία η σεξουαλική ταυτότητα καθενός κρίνεται με βάση την παράδοση, τη θρησκεία και την κοινή γνώμη. Η σεξουαλικότητα θεωρείται για πολλούς μία έκφανση του μάρκετινγκ, μία πρόκληση για την πρόκληση, μία στρατηγική πώλησης. Δεν αναφέρομαι στο Μαρόκο, αλλά στην "πολιτισμένη" Ελλάδα, στον "πολιτισμένο" δυτικό κόσμο. Δεν επιθυμώ μία άμεση και οριζόντια σύγκριση των δύο κόσμων, επιθυμώ όμως την τοποθέτηση του ζητήματος αυτού στην πραγματική του διάσταση.

Η Σλιμανί γεννήθηκε στο Ραμπάτ του Μαρόκου. Η ζωή της θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Δεν με ενδιαφέρει αν είχε μία εύκολη ζωή, μία ζωή με περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας. Η Σλιμανί σπούδασε και έζησε στο Παρίσι. Το πρώτο της βιβλίο γνώρισε επιτυχία, ταυτόχρονα όμως προκάλεσε, όχι μόνο στο Μαρόκο, αλλά και στη Γαλλία. Στο Μαρόκο η συγγραφέας του κατηγορήθηκε ως υπέρμαχος της εκπόρνευσης της κοινωνίας, στη Γαλλία, με περισσότερο τακτ, αναρωτήθηκαν πώς μία γυναίκα γεννημένη στο Μαρόκο έγραψε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα, λιγότερο σιωπηλά, κάποιες και κάποιοι άντλησαν δύναμη από εκείνο το βιβλίο, άνθρωποι που ένα μεγάλο μέρος, αν όχι όλο, της προσωπικής του ζωής βιώνεται εν κρυφώ. Η Σλιμανί ήρθε σε επαφή με συμπατριώτες της, που αγωνίζονται, καθένας από το μετερίζι του, για την πρόοδο, κάποιοι από αυτούς μέσα από οργανώσεις και δράσεις στοχεύουν στο σύνολο, κάποιοι άλλοι μάχονται για την επιβίωση, όσο υπερβολικό και αν ακούγεται κάτι τέτοιο.

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρόν βιβλίο, μέσα από συζητήσεις και προσωπικά βιώματα. Δεν έχει νόημα να διαβάσει κάποιος το Σεξ και ψέματα αν είναι να αναφωνεί κάθε λίγο και λιγάκι: αχ, τι τυχεροί είμαστε που ζούμε στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου. Το βιβλίο της Σλιμανί, αν και αναφέρεται στο Μαρόκο, δεν αφορά μόνο το Μαρόκο, δεν έχει σημασία αν εδώ για παράδειγμα έχει καταργηθεί ο νόμος περί εξωσυζυγικών σχέσεων, οι αναλογίες δεν είναι γραμμικές αλλά υπάρχουν, άλλωστε πολλές φορές οι γραπτοί νόμοι μοιάζουν ανίσχυροι σε σύγκριση με τους άγραφους. Το βιβλίο της Σλιμανί δεν είναι ένα στενόχωρο βιβλίο, δεν έχει ως στόχο να λυπηθούμε τους καημένους κατοίκους του Βασιλείου του Μαρόκου· είναι ένα βιβλίο ρεαλιστικό, καταγράφει μία πραγματικότητα, ή έστω το μέρος μίας πραγματικότητας. Δεν αναφέρεται μόνο στα προβλήματα, εστιάζει εξίσου στην αντίδραση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, αναγνωρίζει τα βήματα προόδου στο πέρασμα των χρόνων, φέρνει το ζήτημα της σεξουαλικότητας όλο και περισσότερο στον δημόσιο διάλογο, στην ατομική συνείδηση, ενισχύει την πίστη πως με τους αγώνες τα πράγματα αλλάζουν.

Μετάφραση Κική Καψαμπέλη
Εκδόσεις Νήσος


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Κύριος Πηνελόπη - Ελένη Γιαννάτου




Τις νύχτες η μνήμη του αναβοσβήνει σαν επιγραφή στο Λας Βέγκας. Καθισμένος στο γραφείο του, ακούει μουσικές που κάνουν τα παράθυρα της σκέψης του να τρίζουν και βαλσαμώνει λέξεις.
Η μνήμη του περιέχει λέξεις, εικόνες και νότες, ανάμεσα σε άλλα· δίπλα σε χαρές και λύπες, αιτίες για χαρές και λύπες, σύμμαχοί του, πότε ως αρνητή της ζωής και πότε ως εραστή της, στον πόλεμο και την απόλαυση. Η μνήμη είναι ένας μηχανισμός, έως έναν βαθμό ετερορυθμιζόμενος, αν και κατά βάση αυτορυθμιζόμενος, τρέφεται απ' όσα της προσφέρεις, αλλά δεν αρκείται σε αυτά, θα μπορούσε να σκέφτεται. Τι με οδήγησε στην επιλογή αυτής της τροφής και όχι κάποιας άλλης;, είναι πιθανόν να αναρωτιέται.
Είναι ποιητής· από εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν πως μόνο η ποίηση και ο έρωτας κάνουν υποφερτή μια αίθουσα αναμονής·
Είναι ποιητής· από εκείνους που συνηθίζουν να κοιτάζουν το φως που τους ακολουθεί· από εκείνους που κοιτάζοντας το φως κλείνουν τα μάτια και χαζεύουν τα παιχνιδίσματα των γραμμών και των λάμψεων· από εκείνους που παλεύουν να διακρίνουν τη δική τους φωνή ανάμεσα σε τόσες όμορφες ξένες· από εκείνους που νιώθουν συνέχεια μίας φράσης που διακόπηκε με άνω τελεία και ας μην πιστεύουν πως θα είναι κάτι παραπάνω από μία φράση ανάμεσα σε παύλες· από εκείνους που δημιουργούν με γνώση του παρελθόντος που κουβαλούν, συνειδητά ή μη.

Ο αναγνώστης ανέκαθεν απολάμβανε τις συζητήσεις με τον κύριο Πηνελόπη, εξαιτίας της ικανότητάς του να ανακαλεί με ακρίβεια λεπτομέρειες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, να πραγματοποιεί συνδέσεις που έμοιαζαν άλματα στο κενό· μία τέντα που αρχικά δεν ήταν ορατή εμφανιζόταν, θαρρείς, την κρίσιμη στιγμή. Ο αναγνώστης αναρωτιόταν αν έπρεπε να θαυμάσει αυτή τη ζωντανή μνήμη ή να κρατήσει για το τέλος ένα τουλάχιστον δυνατό χειροκρότημα για μία ενδεχόμενη επινοητικότητα.

Ο αναγνώστης είχε προσδοκίες, αν και δεν ήξερε τι να περιμένει, και γι' αυτό μάλλον είχε προσδοκίες. Ήταν πρωί όταν πήρε το βιβλίο στα χέρια του. Ήταν απόγευμα όταν άρχισε να το διαβάζει. Ήταν ξημερώματα όταν γύρισε την τελευταία σελίδα και έκλεισε το φως. Το επόμενο πρωί δυσκολεύτηκε να ξυπνήσει. Πολλά όνειρα, λίγος ύπνος, το ξυπνητήρι.

Στον αναγνώστη αρέσει να διαβάζει ιστορίες στη γλώσσα του. Του αρέσει να διαβάζει ιστορίες ανθρώπων στην ηλικία του. Του αρέσει το παιχνίδι με φανερές κάποιες από τις κάρτες μνήμης, με τις άκρες των νημάτων ορατές. Του αρέσει να βλέπει το φιλτράρισμα μίας επιρροής και το πέρασμά της στο χαρτί. 

Ο αναγνώστης σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να διαβάσει έναν κατάλογο διακειμενικών αναφορών· σε καμία περίπτωση δεν πιστεύει ότι διάβασε έναν τέτοιο κατάλογο. Ένα τεχνικό κατασκεύασμα, ακόμα και το πλέον ραφιναρισμένο, σκέφτεται, θα ήταν αδύνατο να τον καθηλώσει, να τον αναγκάσει να αντιγράψει φράσεις του κυρίου Πηνελόπη. Στον αναγνώστη άρεσε πολύ ο Κύριος Πηνελόπη, καλώς έκανε και κράτησε ένα χειροκρότημα για το τέλος.

Η τελευταία λέξη όμως ανήκει δικαιωματικά σε εκείνον:
Στο ερώτημά σας γιατί θέλησα να γίνω συγγραφέας, επιτρέψτε μου να σας απαντήσω με ερώτηση: "Έχετε ποτέ ακούσει να αμφισβητούν τη μητρότητα ενός βιβλίου;".

Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου - Μισέλ Φάις





Ήταν ένα βιβλίο που από καιρό ήθελα να διαβάσω. Το γεγονός πως αυτό το βιβλίο ήταν εκείνο για το οποίο μιλούσαν με τόσο κολακευτικά λόγια τόσοι αναγνώστες που εκτιμώ, το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα με πλούσια και συνεπή εργογραφία όπως ο Φάις, με ιντρίγκαρε. Έως τώρα είχα διαβάσει δύο νουβέλες δικές του, τις πλέον πρόσφατες (Από το πουθενά, Lady Cortisol), και είχα μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις. Ήταν λοιπόν αναμενόμενη και δικαιολογημένη η επιθυμία μου να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Φάις. Και οι περισσότεροι μου πρότειναν την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου. Ένας από εκείνους μάλιστα μου το δάνεισε.

Νήμα άμεσο δεν υπήρξε. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που το δανεισμένο αντίτυπο βρέθηκε στην κατοχή μου. Ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που διάβασα το Lady Cortisol. Και όμως ένιωσα πως ήταν η στιγμή. Είναι ένα παράξενο συναίσθημα αυτό, ξεκάθαρο ως μήνυμα μιας δυσερμήνευτης προέλευσης. Ας είναι.

Και τώρα, μετά την ανάγνωση, εμφανίζεται μία δυσκολία να μιλήσω γι' αυτό το βιβλίο· τι και αν μου άρεσε πολύ, τι και αν απόλαυσα την ανάγνωση από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα; αυτό δεν το κάνει πιο εύκολο. Ίσως μάλιστα να το κάνει πιο δύσκολο ακόμα. Ίσως να αρκούσε απλώς η προτροπή: διαβάστε αυτό το βιβλίο. Ίσως όχι.

Ας προσπαθήσω.

Η Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο τίτλος του, μία σύνθεση έρευνας πηγών και συγγραφικής αναζήτησης με ζητούμενα τη δομή, την πλοκή, την υπόθεση, τους πρωτεύοντες και δευτερεύοντες χαρακτήρες ενός βιβλίου. Η Κομοτηνή και ο συγγραφέας που την έχει εγκαταλείψει. Ορίστε ένα αυτοβιογραφικό παράθυρο για τον αναγνώστη. Μαρτυρίες προφορικές, αρχεία και άρθρα εφημερίδων, σε μια απόπειρα του συγγραφέα-ερευνητή να συνθέσει την Κομοτηνή, όπου γεννήθηκε το 1957 και έζησε μέχρι τα έντεκά του. Οι παιδικές αναμνήσεις, πρωτότυπες ή επίπλαστες, δεν αρκούν. Στην ιστορία θα αναζητήσει εργαστήριο αναστήλωσης ο αφηγητής-συγγραφέας, να συμπληρώσει τα κενά και να βρει εξηγήσεις στη σύνθεση του εαυτού, στην κρίσιμη σύνθεση των πρώτων χρόνων, στη διαμόρφωση αυτού που έχει απέναντί του στον καθρέφτη τη στιγμή της συγγραφής.

Αρκεί όμως αυτή η αναζήτηση για να μετατρέψει την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου σε βιβλίο με απεύθυνση στον αναγνώστη; Όχι, σίγουρα όχι, και παρά το δεδομένο ενδιαφέρον για μία πόλη με τόσο πλούσια και πολεμική ως προς την πρόσληψη ιστορία. Και αυτό είναι, θα έλεγα, το δεύτερο ευδιάκριτο επίπεδο του βιβλίου, η συγγραφική αναζήτηση της φωνής του, αφού υποθέσουμε πως οι λόγοι συγγραφής έχουν ξεκαθαρίσει. Θα ακολουθήσουν αρκετά ακόμα θέματα προς επίλυση.

Στο πρώτο του βιβλίο ο Φάις πετυχαίνει κάτι δύσκολο, μετατρέπει σε προτέρημα τη συγγραφή του πρώτου βιβλίου, αναζητώντας τις απαντήσεις και ενσωματώνοντας στο σώμα του βιβλίου κάποιες από τις απόπειρες συγγραφής του. Και εκείνο που εν πρώτοις μοιάζει με εργαστήριο συγγραφής, μετατρέπεται σε εργαστήριο αναζήτησης του εαυτού, ενώ εκείνος, ο συγγραφέας, μεθοδικά και με σχέδιο αποσύρεται από το πρώτο πλάνο, καθώς βρίσκει βολικές και ασφαλείς κρυψώνες του προσωπικού στην εξέλιξη της απόπειρας συγγραφής.

Διαβάζω ξανά όσα έως τώρα έχω γράψει, διακρίνω τουλάχιστον ένα σημείο που χρήζει επεξήγησης. Νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω πως αυτό που χαρακτηρίζει το βιβλίο είναι η ψυχή του, παρά τις τεχνικές αρετές του -τεχνικές αρετές ως αναζήτηση απαντήσεων εκ μέρους του συγγραφέα. Γιατί συχνά η ελευθερία της μεταμοντέρνας γραφής έχει ως αποτέλεσμα απόπειρες εντυπωσιασμού τεχνικής φύσεως, άψυχες και άνευρες. Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Η Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου θεωρείται και δικαίως ως ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.

Εκδόσεις Καστανιώτη*

*το βιβλίο κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; - Joann Sfar




Πάνε τρεις βδομάδες που πέθανε ο μπαμπάς. Για να μην υπάρχει το παραμικρό σασπένς, σας το λέω από τώρα ότι πέθανε στα χέρια μου.

Από την Επιστολή προς τον πατέρα του Φραντς Κάφκα, που διάβασα στη μετεφηβεία μου, μέχρι το Πατέρας και γιος του Έντμουντ Γκος, που διάβασα πριν από έναν χρόνο, νιώθω μία ιδιότυπη γοητεία για αυτόν τον μονόλογο γιου προς πατέρα, παρότι αρχικά νιώθω μία κάποια επιφυλακτικότητα, ή τουλάχιστον έτσι έχω πείσει τον εαυτό μου, μία επιφυλακτικότητα τόσο απέναντι στα κίνητρα του συγγραφέα, όσο και στην υλοποίηση του εγχειρήματος, επιφυλακτικότητα που ίσως κρύβει καλά, αλλά όχι ερμητικά, κάτι βαθύτερο, μία φοβία ίσως για την ταύτιση ή τη θλίψη, για την εγγύτητα στην απόπειρα για επικοινωνία ή την απώλεια.

Τον Σφαρ δεν τον γνώριζα. Δεν είχα επομένως να αντιτάξω κάποιον αντίλογο στην επιφυλακτικότητά μου. Όμως ήξερα, από την πρώτη στιγμή, πως αυτό το βιβλίο, αργά ή γρήγορα, θα το διάβαζα.

Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν για χρόνια δεν είχατε ουσιαστικά σχέσεις; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου δημόσια και αυτό να μη μοιάζει ψεύτικο ή υστερόβουλο; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που πέθανε στα χέρια σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν η ζωή συνεχίζεται; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου χωρίς να τον εκθέσεις στα μάτια των τρίτων αλλά, ας μη γελιόμαστε, και στα δικά σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που όταν ήσουν τριών έχασε τη μητέρα σου και γυναίκα του, και σου είπε πως έφυγε ταξίδι; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που έγινε φανατικός πιστός; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που ποτέ δεν ένιωσες να σε στηρίζει παρά μόνο να σε κρίνει; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν έχεις εδώ και ένα χρόνο χωρίσει με τη γυναίκα σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν είσαι και εσύ πατέρας; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν είσαι καλλιτέχνης; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν και εσύ νιώθεις πως μεγαλώνεις;

Και η αλήθεια είναι πως ο τρόπος του Σφαρ να μιλήσει για τον πατέρα του, τον νεκρό εδώ και τρεις εβδομάδες πατέρα του, διαθέτει νεύρο, σπιρτάδα και, το κυριότερο, ειλικρίνεια, την οποία θα τολμούσα να την χαρακτηρίσω αφοπλιστική ή ακόμα και προκλητική, γιατί, η αλήθεια είναι πως, τουλάχιστον υποσυνείδητα, ο αναγνώστης περιμένει συγκεκριμένα πράγματα από κάποιον που αποφασίζει να μιλήσει για τον νεκρό πατέρα του. Και όμως ο Σφαρ, γνωστός κυρίως για τα κόμικς του, ενσωματώνει την απώλεια στο παρόν, σε ένα παρόν που μεταβάλλεται συνεχώς σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, αυτό το συνεχές παρόν στο οποίο ο πατέρας του εδώ και χρόνια δεν έπαιζε κάποιον ενεργό ρόλο, παρά εκείνον του εξ αποστάσεως αυστηρού κριτή. Κάπως έτσι το Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; μετατρέπεται γρήγορα σε πράξη κατανόησης για τον συγγραφέα, και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ορθώνεται η κριτική ή η πικρία απέναντι στον πατέρα του. Πράξη κατανόησης, η οποία εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με το παρόν, χωρίς να το καθορίζει απόλυτα.

Το Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο λόγω θέματος και όχι εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας διαχειρίζεται το θέμα του. Και έτσι θα έπρεπε να είναι. Με τον τρόπο αυτό αποκλείεται ο συναισθηματικός εκβιασμός και επιτυγχάνεται η ταύτιση του αναγνώστη.

Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Στο νήσι του Ροβινσώνα





Τα περισσότερα απ' τα βιβλία που με συγκλόνισαν, ή που θυμάμαι πως με συγκλόνισαν, τα διάβαζα ξανά και ξανά στο πέρασμα των χρόνων, τον Ροβινσώνα Κρούσο όχι. Θα μπορούσα να γράψω μία ολόκληρη ανάρτηση σχετικά με τους πιθανούς λόγους για τους οποίους δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα αυτή η αναγνωστική επιστροφή, σε μία απόπειρα να καταλάβω εγώ ο ίδιος τι είναι αυτό που με αποτρέπει, παρότι το αντίτυπο το κουβαλάω από σπίτι σε σπίτι, και παρότι την ιστορία την αναλογίζομαι ξανά και ξανά, ιδιαίτερα το σημείο εκείνο που ο Ροβινσώνας κολυμπάει μέχρι το ναυαγισμένο πλοίο και επιστρέφει στο νησί με διάφορα όπλα και εργαλεία, αυτή άλλωστε ήταν η αγαπημένη μου σκηνή απ' όλο το βιβλίο, για το οποίο επίσης θα μπορούσα να επιχειρήσω μία καταγραφή πιθανών αιτιών, γιατί αυτή η σκηνή και όχι κάποια άλλη, η συνάντηση με τον Παρασκευά για παράδειγμα.

Και αν τότε, ως παιδί, εκείνο που με έλκυε, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, με την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσο ήταν η αίσθηση περιπέτειας σε συνδυασμό με μία άπειρη ελευθερία, ο τρόμος αυτός που γεννάει σε ένα παιδικό μυαλό η ιδέα της πλήρους ελευθερίας, αυτή η αντιφατική αίσθηση που προκαλεί ένα κομμάτι πάγου μες στη χούφτα· τώρα πια, και ας μη μπορώ να εξηγήσω με λόγια και επιχειρήματα το γιατί αυτό το βιβλίο είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου, ξέρω πως η ιστορία αυτή επιστρέφει στον νου, έχοντας ξεκινήσει από αρκετά βαθιά έως ότου αναδυθεί στη συνειδητή επιφάνεια, όταν επιθυμώ μία τεράστια αλλαγή στην καθημερινότητά μου, να αφήσω πίσω τα πάντα, που ποτέ δεν είναι τα πάντα, όταν υπάρχει αυτή η έντονη ανάγκη για μία καινούρια αρχή, χωρίς βάρη και γνώριμα μοτίβα, ή όταν, για ν' αποτινάξω από πάνω μου την πίστη στον απόλυτο έλεγχο της ζωής, μία αλλαγή ριζική βρίσκεται προ των πυλών, είτε από εξωτερικές συνθήκες, είτε από επιλογή, που όμως δεν έχει να κάνει, σε πρώτο επίπεδο πάντοτε, με την πλήρη μεταμόρφωση του εαυτού.

Αυτό είναι για μένα το σημείο-κλειδί για το βιβλίο του Ντάνιελ Ντεφόε, ο ήρωας που βρίσκεται σε ένα καινούριο περιβάλλον, μόνος του, έχοντας μαζί του την ανάμνηση και τα βιώματα της προηγούμενης ζωής του· δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιον που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκτός κοινωνίας, και μάλιστα του δυτικού κόσμου, με μόνη υλική προίκα κάποια λίγα πράγματα -ίσως παιχνίδια για το παιδικό μου μυαλό;- που κατάφερε να διασώσει από το ναυάγιο. Σ' έναν κόσμο πλήρως χαρτογραφημένο και τεχνολογικά εξοπλισμένο, ώστε μία αντίστοιχη περίπτωση ναυαγού να είναι μάλλον απίθανη, είναι λογικό το μυαλό να μετατρέπει την ιστορία του Ροβινσώνα σε μία συνειδητή απόδραση από την προηγούμενη ζωή, να μετατρέπει το ναυάγιο σε ένα έρημο νησί σε μία φυγή προς την ουτοπία, εκεί που όλα είναι δυνατόν να ξεκινήσουν από την αρχή, να μηδενίσεις το κοντέρ, να μείνεις μακριά από ό,τι σε ζόριζε και σε βάραινε, να διατηρήσεις και να επικεντρωθείς σε ό,τι επιθυμείς. Βέβαια συνθήκες ουτοπίας  δεν υπάρχουν, τον εαυτό σου πάντα θα τον κουβαλάς με όλα τα παραφερνάλια και ο κάθε καινούριος κόσμος πάντα θα θυμίζει τον προηγούμενο, όμως αυτή είναι μία άλλη ιστορία.

Τους τελευταίους μήνες ίσως να μην είχα καταφέρει να αντισταθώ στην επιστροφή στον Ροβινσώνα Κρούσο, στην αναγνωστική επιστροφή, γιατί νοητικά και λεκτικά επέστρεφα όλο και συχνότερα σε αυτή την ιστορία. Γράφω "ίσως να μην είχα καταφέρει να αντισταθώ" και συνειδητοποιώ ότι η γλώσσα ίσως να προτρέχει και να εκφράζει βαθύτερα συναισθήματα, κάποιο είδος φόβου στην αναγνωστική επιστροφή. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως μετά την πρόταση μίας φίλης αγόρασα το βιβλίο του Michel Tournier Παρασκευάς ή Στις μονές του Ειρηνικού, και σε τυχαία βόλτα σε παλαιοβιλιοπωλείο βρήκα το βιβλίο του J.M. Coetzee Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα, και κάπως έτσι επέστρεψα σε εκείνο το νησί από άλλα ρεύματα, διέκρινα τη θέα από άλλα σημεία, μέσα από μονοπάτια που επέλεξαν δύο σπουδαίοι συγγραφείς εμπνεόμενοι από την αγάπη τους για το βιβλίο αυτό, χωρίς να ρισκάρω την επιστροφή στην πρωτότυπη ιστορία, αλλά βιώνοντας ξανά εκείνα τα μαγικά σημεία, ικανοποιώντας την ανάγκη της περιόδου, μεταθέτοντας στο μέλλον την πιθανότητα μίας επανανάγνωσης, που ίσως -ελπίζω- να μην επιβληθεί ως αναπόφευκτο συναισθηματικό καταφύγιο, μα ως αναζήτηση απόλαυσης.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Αν ένα πρωινό της άνοιξης ένας αναγνώστης





Αν ένα πρωινό της άνοιξης ένας αναγνώστης κατέβει τα σκαλάκια που οδηγούν στο υπόγειο βιβλιοπωλείο με σκοπό να διαλέξει ένα βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, επειδή, πέρα των τόσων και τόσων σπουδαίων που ακούει όλα αυτά τα χρόνια της σύντομης μέχρι τότε ζωής του γι' αυτόν τον Ιταλό συγγραφέα, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει όμως διαβάσει τίποτα δικό του, ένας φίλος του -ας τολμήσουμε αυτή τη λέξη- του μίλησε επανειλημμένως γι' αυτόν με μάτια που γυάλιζαν από το πάθος, θα βρεθεί μπροστά στο ράφι με τα βιβλία του Καλβίνο, όχι και λίγα, πλαγιάζοντας λίγο το κεφάλι, πότε προς τα αριστερά και πότε προς τα δεξιά, ανάλογα με τη φορά των γραμμάτων στη ράχη του κάθε τόμου, θέαμα αστείο για έναν πιθανό παρατηρητή, τον υπάλληλο ίσως του βιβλιοπωλείου, που στέκει λίγα μόλις μέτρα πίσω του, έτοιμος να βοηθήσει κάποιον σε μία επιλογή ή να αποτρέψει κάποιον άλλον από μία κλοπή, τι πράγμα κι αυτό, αναγνώστες-κλέφτες, όμως ο υπάλληλος μόνο φαινομενικά τον παρατηρεί, το θέαμα δεν του φαίνεται επουδενί αστείο, ίσως τις πρώτες μέρες του σε αυτή τη δουλειά, η οποία τότε έμοιαζε ονειρική και στην οποία τώρα υποδύεται με σχετική επιτυχία τον ρόλο του παρατηρητή, ενώ σκέφτεται την κοπέλα που αγαπάει, το μεσημεριανό διάλειμμα, τον λογαριασμό που ο ταχυδρόμος πρόλαβε να ρίξει κάτω από την πόρτα πρωί πρωί, πριν εκείνος φύγει για να προλάβει το λεωφορείο των οκτώ και είκοσι, ή κάτι άλλο· ας αφήσουμε όμως τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου στα προβλήματα και τις σκέψεις του, ας επιστρέψουμε στον αναγνώστη, που κατέβηκε πριν από λίγο τα σκαλάκια που οδηγούν στο υπόγειο βιβλιοπωλείο με σκοπό να διαλέξει ένα βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, και αυτό ακριβώς κάνει τώρα, προσπαθεί να επιλέξει κάποιο απ' όλα τα βιβλία, έχοντας επίγνωση της σημασίας της πρώτης επαφής, γνωρίζοντας πως επιθυμεί να ξεκινήσει με ένα μυθιστόρημα, αφήνοντας έτσι απέξω, σε αυτή την πρώτη διαλογή διηγήματα και αφηγήματα, ανάμεσα στα οποία και το Πάλομαρ, που ο φίλος του με μάτια που γυάλιζαν, και ύστερα από αρκετή σκέψη και πλήθος αμφιβολιών, το ξεχώρισε ανάμεσα σε άλλα -όλα είναι σπουδαία, ο Καλβίνο είναι σπουδαίος, μονολογούσε ο φίλος-, ο αναγνώστης της ιστορίας μας το απέρριψε ως πιθανό πρώτο ανάγνωσμα, εφόσον δεν ήταν μυθιστόρημα, το έβαλε ξανά πίσω στο ράφι για να τραβήξει στη συνέχεια και να πάρει στα χέρια του εκείνο το βιβλίο με τον γνωστό τίτλο, με εκείνον τον πολλά υποσχόμενο τίτλο με την υποθετική πρόταση, που αφήνει ανοιχτή στη φαντασία την εξέλιξη της ιστορίας. Κι ύστερα ο αναγνώστης πληρώνει στο ταμείο -καλημέρα, ευχαριστώ, ορίστε τα ρέστα σας και να πάτε στο καλό-, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια και βγαίνει έξω στο φως του ήλιου. Κι είναι ένα ζεστό πρωινό της άνοιξης, προπομπός του καλοκαιριού.

Κι ύστερα ο αναγνώστης επιστρέφει σπίτι του, ελαφρώς ιδρωμένος από την ανηφόρα, βγάζει το βιβλίο από την τσάντα και διαβάζει ξανά τις πρώτες γραμμές: Είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Διώξε από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στην ασάφεια. Την πόρτα είναι καλύτερα να την κλείσεις· από την άλλη μεριά, είναι πάντα αναμμένη η τηλεόραση. Πες το αμέσως στους άλλους: "Όχι, δεν θέλω να δω τηλεόραση!" Ύψωσε τη φωνή σου, ειδάλλως δεν θα σε ακούσουν: "Διαβάζω! Δεν θέλω να μ' ενοχλήσει κανείς!" Ίσως δεν σε άκουσαν, με όλη αυτή τη φασαρία· πες το πιο δυνατά, φώναξε: "Αρχίζω να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο!" Ή αν πάλι δεν θες, μην το φωνάζεις· ας ελπίσουμε πως θα σε αφήσουν στην ησυχία σου. Ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται από τις πρώτες αυτές γραμμές, που τις διάβασε πριν λίγη ώρα στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου, νιώθει σίγουρος για την επιλογή του, νιώθει ασφαλής, αφού μένει μόνος του και κανείς δεν βλέπει τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο, νιώθει πως ο αφηγητής σε αυτόν και μόνο απευθύνεται, νιώθει έτοιμος να αφήσει μισοαρχινισμένο το βιβλίο που διάβαζε εκείνες τις ημέρες, για καλό και για κακό κοιτάζει αριστερά δεξιά, να δει αν τον παρατηρεί κανείς να παίρνει αυτή την απόφαση, παραμερίζει τα ρούχα από το μπράτσο του καναπέ και βολεύεται, αφού πρώτα βγάλει τα παπούτσια του, κάτι που πάντα αμελεί να κάνει μπαίνοντας στο σπίτι, κι ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση: Πάρε την πιο αναπαυτική στάση: καθισμένος, πλαγιασμένος, κουλουριασμένος, ξαπλωμένος. Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο ένα πλευρό, μπρούμυτα. Σε πολυθρόνα, σε ντιβάνι, σε κουνιστή καρέκλα, σε σεζ λονγκ, σε πουφ. Σε αιώρα, αν βέβαια διαθέτεις αιώρα. Πάνω στο κρεβάτι ή και κάτω από τα σεντόνια. Μπορείς, ακόμα, να βολευτείς με το κεφάλι κάτω σε στάση γιόγκα. Με το βιβλίο αντεστραμμένο, εννοείται. Βέβαια, κανένας ακόμα δεν μπόρεσε να βρει ποια είναι η ιδανικότερη στάση για διάβασμα.

Ο αναγνώστης, διαβάζει ξανά τη δεύτερη αυτή παράγραφο, της πρώτης σελίδας, του πρώτου βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο που επέλεξε να διαβάσει, κι ύστερα απομένει σκεπτικός, αναλογίζεται σχετικά με την ιδανικότερη στάση για διάβασμα. Δεν καταλήγει πουθενά. Τότε συμβαίνουν δύο γεγονότα: πρώτα δέχεται ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, συνοδευόμενο από την χαρακτηριστική ηχητική ειδοποίηση, ειδοποίηση που τον αναγκάζει να αφήσει το βιβλίο στο μπράτσο του καναπέ και να πάρει στα χέρια του το κινητό τηλέφωνο· το μήνυμα είναι μια υπενθύμιση για την κράτηση στο ξενοδοχείο, σε μία παραθαλάσσια πόλη, τουριστική αλλά όμορφη, στην οποία και θα βρεθεί σε τρεις μέρες για τον γάμο ενός καλού του φίλου -δεύτερη φορά γίνεται χρήση της λέξης-, είναι η πρώτη φορά που θα μείνει μόνος του σε ξενοδοχείο, γεγονός που του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, κι ύστερα συνειδητοποιεί πως η ώρα έχει περάσει και πρέπει να φύγει για τη δουλειά του πριν να είναι αργά. Φεύγει βιαστικά λοιπόν, αφήνοντας πίσω το βιβλίο -και το τάπερ με το βραδινό του φαγητό.

(Τρεις μέρες μετά.) Το αεροπλάνο προσγειώνεται και η αεροσυνοδός εύχεται στους επιβάτες καλή διαμονή. Η υπάλληλος του ξενοδοχείου έχει ετοιμάσει το δωμάτιο για δύο άτομα. Ο αναγνώστης την ευχαριστεί και κλείνει την πόρτα πίσω του. Τώρα είναι η στιγμή να διαβάσει το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο. Διαβάζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Διαβάζει σε ένα ήσυχο καφέ δίπλα στη θάλασσα. Διαβάζει σε έναν κήπο περιμένοντας να έρθει η ώρα του γάμου. Την επόμενη μέρα ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα, αυτή τη φορά μέχρι αργά τη νύχτα. Στην πτήση της επιστροφής διαβάζει την τελευταία σελίδα, στη συνέχεια την εισαγωγή του ίδιου του Καλβίνο, εισαγωγή απάντηση σε έναν κριτικό της εποχής. Ο αναγνώστης συμμερίζεται τον θυμό του συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας εκφράζει τον θυμό του για την ακρίβεια. Ο αναγνώστης είναι χαρούμενος που η ανάγνωση του πρώτου βιβλίου του Καλβίνο οριοθετήθηκε χωροχρονικά, ο συγγραφέας έπαιξε με το μυαλό του αναγνώστη και ο αναγνώστης απόλαυσε το παιχνίδι αυτό, κατάλαβε όμως και γιατί ο φίλος, με μάτια που γυάλιζαν, δεν ήταν σίγουρος αν το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν και το ιδανικό για την πρώτη επαφή με το έργο του συγγραφέα, ο αναγνώστης όμως πιστεύει πως ήταν το ιδανικό, ίσως επειδή νιώθει πως όποιο έργο αυτού του σπουδαίου συγγραφέα -τον αποκαλεί σπουδαίο έχοντας διαβάσει ένα και μοναδικό βιβλίο, μήπως βιάζεται;- και αν διάβαζε θα ήταν ιδανικό, από τη στιγμή που αργά ή γρήγορα θα νιώσει την έντονη επιθυμία να διαβάσει ακόμα κάτι δικό του -ήδη επιστρέφει στο υπόγειο βιβλιοπωλείο και αγοράζει το Πάλομαρ, αν και φλέρταρε με τις Αόρατες πόλεις.

Ύστερα ο αναγνώστης θυμάται το μουσικό κομμάτι που συνέθεσε ένας φίλος του -χρήση της λέξης για τρίτη φορά- με αφορμή ένα διήγημα του Ίταλο Καλβίνο από τη συλλογή Κοσμοκωμικά, και μάλιστα μετά από υπόδειξη του ίδιου του αναγνώστη -αν, του είπε, διαβάσεις κάτι συγκλονιστικό, ή όχι απαραίτητα συγκλονιστικό, αλλά εμπνευστικό, κάτι τέλος πάντων που να σε κάνει να κολλήσεις, γιατί να μην δοκίμαζες να αποδώσεις την εμπειρία της ανάγνωσης μέσα από ένα κομμάτι μουσικό;- αυτό του είπε ο αναγνώστης, και λίγους μήνες μετά το μουσικό κομμάτι ήταν έτοιμο· και πού μπορώ να ακούσω αυτό το κομμάτι, ρώτησε τον αναγνώστη κάποιος γνωστός του -επιτέλους-, πατώντας εδώ, απάντησε ο αναγνώστης.

Μετάφραση Ανταίος Χρυστοστομίδης
Εκδόσεις Καστανιώτη