Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά - Max Porter





Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά· αρχικά δεν ξέρει πώς να τα χρησιμοποιήσει· προσπαθεί με μανία να πετάξει· κάνει θόρυβο, σηκώνει σκόνη, προσγειώνεται στο ίδιο σημείο απογείωσης, ξανά και ξανά· δεν στέκει ακίνητη να τη σηκώσω τρόπαιο, να την πασπατέψω· προσπαθεί να πετάξει με μανία, προσπαθεί διαρκώς, ακόμα και όταν κοιμάμαι ή όταν κοιτάζω έξω από το παράθυρο τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας· εγώ βρίζω, σιχτιρίζω, βάζω τα κλάματα, και ξέρω: τη μέρα που θα τα καταφέρει να πετάξει μακριά, διάολε, από τη μέρα εκείνη θα μου λείπει.

Είναι βράδυ, μόλις τελείωσα την ανάγνωση, δεν τολμώ να ξαπλώσω· βγήκα στο μπαλκόνι και έκατσα οκλαδόν, προσπάθησα να έχω ίσια την πλάτη, δεν τα κατάφερα παρά για μια στιγμή μονάχα, μια στιγμή που μου έκοψε την ανάσα· δεν διακρίνω αστέρια· κλείνω την πόρτα πίσω μου, πηγαίνω και κάθομαι στο γραφείο· Γράφω: Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά.

Το ερώτημα επιστρέφει: πώς να γράψει κανείς για ένα βιβλίο όπως αυτό; το βέβαιο -για μένα- είναι πως πρέπει να επιχειρήσει να γράψει· όσο προσπαθεί, τόσο το βιβλίο μεγαλώνει μέσα του, και μεγαλώνοντας, πιέζει όλο και περισσότερο, διεκδικώντας χώρο. 

Μία γυναίκα πεθαίνει· πίσω μένουν ο Μπαμπάς και τα Παιδιά· λίγες μέρες μετά, το Κοράκι τους χτυπά την πόρτα. 

Μία ιστορία πένθους μπορεί να μην είναι μία ρεαλιστική ιστορία· έτσι σκέφτομαι· μία ιστορία πένθους μπορεί να κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.  

Ας μιλήσουμε πρώτα για την έμπνευση λοιπόν. Διάβασα το εντυπωσιακό βιογραφικό του Μαξ Πόρτερ· σπουδαίες ακαδημαϊκές και επαγγελματικές εμπειρίες, πράγματι.  Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να έχει γράψει το Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά χωρίς έμπνευση.

Να μην ξεχάσω όμως να αναφερθώ και στο βίωμα· η έμπνευση κάπου πρέπει να βρει να κουρνιάσει, έστω και για λίγο. Το θεωρητικό οπλοστάσιο προσφέρει γερό πάτημα, πράγματι, όμως δεν αρκεί για να προκύψει ένα βιβλίο όπως αυτό. Ένα -ασταθές- πάτημα στη μνήμη, όσο βαθιά στο ασυνείδητο και αν έχει καταφύγει εκείνη, μοιάζει απαραίτητο.

Αναρωτιέμαι αν ήταν η έμπνευση, το βίωμα ή το θεωρητικό οπλοστάσιο που επέτρεψαν στον Πόρτερ να ισορροπήσει με χάρη και άνεση στις παρυφές του μελό. Μπορεί κάποιος να πει: όταν μια γυναίκα πεθαίνει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου και πίσω μένουν τα παιδιά και ο άντρας της να θρηνούν, τότε είναι ξεκάθαρο πως ο συγγραφέας στοχεύει στον συναισθηματικό εκβιασμό. Θα απαντήσω: είμαστε στο 2018, είμαστε πια τόσο σκληρόπετσοι, χαμένοι από καιρό να τριγυρνάμε στο υπερπραγματικό, που ένας θάνατος δεν αρκεί. Καμιά φορά δεν αρκεί ακόμα και όταν γνωρίζουμε τον νεκρό. Κάτι άλλο υπάρχει σε αυτό το βιβλίο που σε κάνει να δακρύσεις.

Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις  

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Τα οχτώ βουνά - Paolo Cognetti




Ο πατέρας μου είχε τον δικό του τρόπο ν' ανεβαίνει στα βουνά. Αμυδρά επιρρεπής στο διαλογισμό, όλο ξεροκεφαλιά και αλαζονεία. Ανηφόριζε χωρίς να εξοικονομεί δυνάμεις, πάντα σε ανταγωνισμό με κάποιον ή με κάτι, κι όπου το μονοπάτι τού φαινόταν μακρύ, έκοβε δρόμο απ' την κορυφογραμμή με τη μεγαλύτερη κλίση. Μαζί του απαγορευόταν να κάνεις στάση, απαγορευόταν να παραπονεθείς για πείνα, κούραση ή κρύο, μπορούσες όμως να τραγουδήσεις ένα ωραίο τραγούδι, ειδικά μες στην καταιγίδα ή στην πυκνή ομίχλη. Και να ροβολάς τους παγετώνες ουρλιάζοντας.
Τα καλοκαίρια, ο Πιέτρο και οι γονείς του διέγραφαν αντίθετη πορεία από την πλειονότητα των παραθεριστών, αντί για τη θάλασσα προτιμούσαν το βουνό. Τον χειμώνα ποτέ. Έτσι, κάθε καλοκαίρι εγκατέλειπαν το Μιλάνο και ανηφόριζαν σε κάποιο ορεινό χωριό, στο υψόμετρο που η μητέρα του ένιωθε άνετα και που για τον πατέρα του αποτελούσε την ιδανική αφετηρία για ανάβαση σε ψηλότερες κορυφές. Μετά από επιμονή της μητέρας του, που επιθυμούσε να νοικιάσουν ένα σπίτι και να μη μετακινούνται κάθε χρόνο και σε διαφορετικό κατάλυμα, θα βρουν σε ένα χωριουδάκι της Γκράνα ένα μικρό σπιτάκι. Η σταθερή ετήσια επανάληψη θα επιτρέψει στον μικρό Πιέτρο να δημιουργήσει αναμνήσεις.

Χρόνια μετά, όταν ο Πιέτρο θα έχει ενηλικιωθεί, Τα οχτώ βουνά θα αποτελέσουν την εξιστόρηση των αναμνήσεων αυτών,  της φιλίας του με τον συνομήλικο Μπρούνο, της προσπάθειας του να κατανοήσει τον πατέρα του, με τον οποίο για χρόνια είχαν πάψει να μιλάνε, και του οποίου ο θάνατός τον οδηγεί ξανά σε εκείνο το ορεινό χωριό της παιδικής του ηλικίας. 

Φιλία, ενηλικίωση, σχέση πατέρα-γιου, απώλεια, φύση, οικολογία, αναζήτηση ταυτότητας. Όλα τα βαριά χαρτιά της λογοτεχνίας στο τραπέζι. Και νοσταλγία, σε τεράστιες ποσότητες, δοσμένη με μια γλυκύτητα, παραπάνω από εκείνη που θα μπορούσα να αντέξω. Στερεοτυπικοί χαρακτήρες με ελεγχόμενες -και προβλέψιμες- εκρήξεις, γλώσσα που στοχεύει στην ποιητικότητα και αστοχεί, πλοκή ταγμένη στη συναισθηματική καθοδήγηση. Ο Κονιέττι καταφεύγει σε εκτεταμένη χρήση διπόλων: άντρας-γυναίκα, ενηλικίωση στην πόλη και το χωριό, ανατολή-δύση, φύση-πόλη, ρεαλισμός-ουτοπία. Επιχειρεί να τα παντρέψει, ώστε να δρέψει τους καρπούς αυτών των αντιθέσεων, προμηθεύοντας τον αφηγητή του με μία κάρτα ελεύθερης πρόσβασης σε κάθε πλευρά και με έναν μανδύα αντισυμβατικότητας, δημιουργώντας ένα τεράστιο Εγώ.

Τα οχτώ βουνά δεν είναι ένα κακογραμμένο βιβλίο. Τεχνικά μιλώντας, ο Κονιέττι καταφέρνει να γράψει το βιβλίο που θέλησε να γράψει, δεν μοιάζει αμήχανος, αντίθετα δείχνει να ελέγχει το υλικό του και οδηγεί με ακρίβεια την ιστορία του μέχρι το τέλος, κλείνοντας το μάτι σε σκηνοθέτες και κινηματογραφικούς παραγωγούς, τη στιγμή που η Φερράντε έχει επανατοποθετήσει την Ιταλία στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη. Και ακριβώς επειδή ο Κοννιέτι επιτυγχάνει τον προσωπικό του στόχο, στον αναγνώστη απομένει να κρίνει τον στόχο αυτόν. Όμως, οι τεχνικές και θεματικές προδιαγραφές δεν είναι αρκετές, σπάνια είναι. Κάποιες ωραίες σκηνές ανάβασης και η επιθυμία να διαβάσω ξανά Θορώ είναι ό,τι κρατάω από το βιβλίο αυτό.

Ένα αδιάφορο βιβλίο, ευκολοδιάβαστο μα άνευρο, ακόμα μία απογοήτευση από τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία.   

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Το τηλεφώνημα





Δεν ήμουν σίγουρος γι' αυτό που είχα ακούσει. Θα μπορούσε να ήταν απλώς ένα παράξενο όνειρο, όμως δεν ήταν, άσχετα αν εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο κοιμόμουν βαριά. Κατά την ελάχιστη στιγμή διαύγειας -ένας ή δύο χτύποι- αναρωτήθηκα για ποιον λόγο θα μπορούσα να έχω ρυθμίσει την αφύπνιση. Στην οθόνη εμφανιζόταν ένα άγνωστο νούμερο. Απάντησα παρά την αποστροφή μου στις εκπλήξεις. Ξύπνησα περασμένες δώδεκα. Στο κρεβάτι ακόμα, έλεγξα το κινητό. Υπήρχε όντως η εισερχόμενη κλήση, με διάρκεια δύο λεπτά και τριάντα οχτώ δευτερόλεπτα, στις εννέα και δώδεκα το πρωί. Γεγονός που προσέδιδε αληθοφάνεια στη θολή ανάμνηση. Επιχείρησα να ανασυνθέσω τον διάλογο. Τα δικά μου μέρη ήταν επαναλαμβανόμενες καταφατικές απαντήσεις, αυτό ήταν το εύκολο σκέλος της ανασύνθεσης. Η σταδιακή ανάδυση των φράσεων που χρησιμοποίησε εκείνη οικοδομούσε μία, τουλάχιστον, παράξενη επαγγελματική πρόταση. Κατέληξα πως ο διάλογος ήταν περίπου ο εξής: Ναι. Ο κύριος Καλογερόπουλος; Ναι. Δεν ξέρω αν είναι κατάλληλη η ώρα. Ναι. Έχω να σας κάνω μία επαγγελματική, κατά κάποιον τρόπο, πρόταση. Ναι. Και μου είπε. Θέλετε να το σκεφτείτε και να μιλήσουμε αργότερα; Ναι.

Αποφάσισα να της τηλεφωνήσω και να της πω πως η πρότασή της με ενδιέφερε· θα της ζητούσα να βρεθούμε από κοντά, να δω τον χώρο και τα βιβλία, να συζητήσουμε και να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή και με σαφήνεια τον χρονικό ορίζοντα και την αμοιβή μου. Συμφώνησε αμέσως. Χαίρομαι πολύ που με πήρατε τηλέφωνο, συμπλήρωσε, η διαλογή αυτή είναι κάτι που θα ήθελα να γίνει άμεσα. Δώσαμε ραντεβού για την επόμενη μέρα το απόγευμα.

Δυσκολεύτηκα να βρω το σπίτι. Οι ψηφιακοί χάρτες δεν μοιάζουν ιδιαίτερα χρήσιμοι σε κάποια προάστια. Πέρασα τέσσερις φορές από την κεντρική πλατεία. Ήμουν σίγουρος πως το νούμερο της πινακίδας μου είχε σημειωθεί και διασταυρωθεί ήδη από τη δεύτερη φορά, το αυτοκίνητο της ιδιωτικής εταιρείας φύλαξης, παρκαρισμένο κάθετα δίπλα από το περίπτερο, δεν περνούσε απαρατήρητο, αυτό άλλωστε, φαντάζομαι, ήταν και το νόημα της παρουσίας του. Βρήκα το σπίτι πάνω που είχα αρχίσει να σκέφτομαι τα δικαιώματά μου σε περίπτωση που με σταματούσαν την επόμενη φορά που θα αναγκαζόμουν να περάσω από την πλατεία. Δεν χρειάστηκε τελικά.

Μία ψηλή περίφραξη έκρυβε τη θέα. Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα. Μου άνοιξε την πόρτα η ίδια. Η πρώτη σκέψη που έκανα αντικρίζοντάς την: είναι η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει από κοντά. Την ακολούθησα πάνω στο μονοπάτι από πλάκες. Το σπίτι δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, εξωτερικά τουλάχιστον· κάπως έτσι είναι τα σπίτια σε αυτά τα προάστια, εντυπωσιακά στο μέγεθος και άψυχα στην τελειότητά τους. Το εσωτερικό του πάντως έδειχνε πως ο άνθρωπος που επιμελήθηκε τη διακόσμηση είχε γούστο και παντελή έλλειψη επίδειξης πλούτου.

Αφού πρώτα μου πρόσφερε ένα ποτήρι χυμό ρόδι και ενώ είχα ήδη βολευτεί στον μονοθέσιο καναπέ, είπε: θα σας δείξω αργότερα τη βιβλιοθήκη του συζύγου μου· σε μία απόπειρα εκκίνησης συζήτησης, το βλέμμα της χαμήλωσε ανεπαίσθητα, αρκετά όμως για να καταλάβω πως αναφερόταν στον νεκρό σύζυγό της. Μόνο τότε αντιλήφθηκα πως φορούσε μαύρα ρούχα. Όλες οι γυναίκες στη ζωή μου με κατηγορούσαν ότι δεν είμαι παρατηρητικός. Αγαπούσε πολύ τα βιβλία, συνέχισε, και παρότι δούλευε πολλές ώρες στην οικογενειακή επιχείρηση πάντα έβρισκε χρόνο για διάβασμα. Δεν ήταν εύκολη η απόφαση, ακόμα δεν είμαι σίγουρη, εσείς πάντως θα πληρωθείτε για τις υπηρεσίες σας. Αν θέλετε μπορούμε να περάσουμε στη βιβλιοθήκη.

Πάντα αντιμετωπίζω με κάποια επιφύλαξη και ειρωνική διάθεση κάποιον που αναφέρεται στις βιβλιοθήκες του σπιτιού του στον ενικό αριθμό, όμως εδώ η χρήση της λέξης ήταν ακριβής. Ένα τεράστιο δωμάτιο, σχεδόν στο μέγεθος του σπιτιού μου, με βιβλιοθήκες τοποθετημένες περιμετρικά αλλά και κάθετα, αφήνοντας έναν μικρό χώρο για το γραφείο, έπιπλο ξύλινο και βαρύ, με ελάχιστα αντικείμενα στην επιφάνειά του -δύο ή τρία βιβλία, ένα σημειωματάριο, μία μολυβοθήκη και ένα πορτατίφ. Αυτή είναι η βιβλιοθήκη του συζύγου μου, είπε, σε μία προφανή και αμήχανη διαπίστωση.

Εκείνο που μου ζητούσε ήταν απλό, παράξενο σίγουρα, αλλά απλό. Θα έπρεπε να επιλέξω εκατό με εκατόν πενήντα βιβλία, τα πλέον αξιόλογα και σημαντικά της συλλογής, τα οποία θα γέμιζαν μία βιβλιοθήκη στο σαλόνι του σπιτιού· τα υπόλοιπα, μαζί με τις βιβλιοθήκες και το γραφείο, δεν τα ήθελε στο σπίτι, της θύμιζαν εκείνον, ήταν κάτι το οποίο δεν μπορούσε να αντέξει -επί λέξει είπε: δεν αντέχω ένα μαυσωλείο μες στο σπίτι μου, καταλαβαίνετε;- εγώ δεν ήμουν σίγουρος πως καταλάβαινα. Δεν με ρώτησε τίποτα, ούτε προσωπικό, ούτε σχετικά με το πώς σκόπευα να εργαστώ. Μου πρότεινε ένα εξωφρενικό ποσό και έναν μήνα για την αποπεράτωση της εργασίας. Δεδομένης της οικονομικής μου κατάστασης δεν μπορούσα να αρνηθώ, δεν γινόταν να αρνηθώ. Συμφώνησα. Κι έτσι βρέθηκα στην τραγική κατάσταση που είμαι σήμερα.   

   

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Gravesend -William Boyle







Το Γκρέιβσεντ, μία φτωχική γειτονιά του Μπρούκλιν, μακριά από τα φώτα της μητρόπολης, στη σκιά τους για την ακρίβεια, είναι ένα μέρος εγκατάλειψης, χωρίς ελπίδα και προοπτική, που αποπνέει μοιρολατρία και αδιέξοδο. Ο Κόνγουεϊ έμεινε στο Γκρέιβσεντ, είδε τον αδερφό του να δολοφονείται, τη μητέρα του να χάνεται, μένει με τον γέρο πατέρα του και δουλεύει σε μία αποθήκη φαρμάκων.

Δεκαέξι χρόνια. Τόσο περίμενε ο Κόνγουεϊ. Και η μέρα έφτασε. Ο Ρέι Μπόι, αρχηγός της συμμορίας που κυνήγησε τον αδερφό του και εκείνος, προσπαθώντας να ξεφύγει, βρέθηκε στη λεωφόρο όπου και βρήκε φρικτό θάνατο από διερχόμενο αυτοκίνητο, είναι πια ελεύθερος. Το πρόβλημα του Μπόι και των αγοριών του ήταν η ομοφυλοφιλία τού Ντάνκαν, η μηδενική ανοχή των σκληρών της γειτονιάς απέναντι στη διαφορετικότητα, η βία ως η κορύφωση της μηδενικής ανοχής μιας γειτονιάς. Ο Κόνγουεϊ θέλει να πάρει εκδίκηση. Δεν τον ενδιαφέρει αν ο Ρέι Μπόι και η συμμορία του δεν σκόπευαν να δολοφονήσουν τον αδερφό του. Δεν τον ενδιαφέρει πως η δολοφονία έγινε πριν την ψήφιση του νόμου που προέβλεπε αυστηρότερες ποινές για εγκλήματα μίσους. Ο Κόνγουεϊ θέλει να πάρει εκδίκηση, μόνο αυτό τον ενδιαφέρει. Τίποτα όμως δεν θα συμβεί όπως το είχε σχεδιάσει εκείνος στο μυαλό του.

Την ιστορία των δύο, του Κόνγουεϊ και του Ρέι Μπόι, θα πλαισιώσουν οι ιστορίες της Αλεσάντρα που επέστρεψε στο Γκρέιβσεντ μετά από αρκετά χρόνια στο Λος Άντζελες, της Στέφανι που δεν έφυγε ποτέ και του ανιψιού τού Ρέι Μπόι που τον έχει πρότυπο. Σε μία γειτονιά που όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, οι ιστορίες των ηρώων αυτού του πρώτου μυθιστορήματος του Γουίλιαμ Μπόυλ θα διασταυρωθούν για να αποτυπώσουν το ζοφερό περιβάλλον ενός μικρόκοσμου, ενός μόνο από τους πολλούς ανάλογους μικρόκοσμους.

Για τον συγγραφέα η πλοκή μοιάζει δευτερεύουσας σημασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως την παραμελεί, εκείνο όμως που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι η ζοφερή ατμόσφαιρα, η αδιέξοδη καθημερινότητα, η συναισθηματική αναπηρία και τα πρωτόγονα ένστικτα των ανθρώπων, η έλλειψη ιδεαλισμού και ηρωισμού, η ανάγκη για αγάπη που συγκρούεται μετωπικά με τον αγώνα για επιβίωση. Η γλώσσα και η αφήγηση υπηρετούν το αίσθημα αυτό, με ποιητικές εξάρσεις που μοιάζουν με πυροτεχνήματα και γρήγορα πέφτουν κενές και ακίνδυνες πίσω στο έδαφος, με διαλόγους απλούς, μέσα από τους οποίους κυρίως αποτυπώνονται οι χαρακτήρες της ιστορίας, με εξέλιξη της πλοκής με ελάχιστες κορυφώσεις, συμβατή με μία πραγματικότητα ελάχιστων εκπλήξεων, μία πραγματικότητα που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η κατάληξή της είναι δεδομένη και γνωστή εκ των προτέρων, χωρίς νικητές και χωρίς κάθαρση. Ο Μπόιλ θα μπορούσε να έχει διαλέξει κάποια επαρχιακή πόλη κάποιας μεσοδυτικής πολιτείας, εκεί θα ταίριαζε περισσότερο το σκηνικό ως στερεότυπο, επέλεξε όμως το Γκρέιβσεντ του Μπρούκλιν της ανατολικής ακτής.

Το Γκρέιβσεντ μοιάζει με τάφο, λάκκος βαθιά σκαμμένος και καλά παραχωμένος, ούτε μία ακτίνα φωτός δεν φτάνει εκεί· λογοτεχνία νουάρ στην παράδοση σπουδαίων συγγραφέων.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις  

   

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Οι άγριοι ντετέκτιβ - Roberto Bolaño







Οικειότητα. Αυτή είναι η κατάλληλη λέξη για να τιτλοφορήσει τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης ενός βιβλίου του Μπολάνιο. Η αίσθηση πως έχεις ξαναβρεθεί εδώ, έντονη σε σημείο να αναρωτηθείς περισσότερες από μία φορά: μήπως το έχω ξαναδιαβάσει; Έχουν προηγηθεί αρκετές ακόμα ερωτήσεις, που συνοψίζονται σε μία κεντρική: είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσω Μπολάνιο; Εκ των υστέρων η αίσθηση οικειότητας προσφέρει την απάντηση: πάντα είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσεις Μπολάνιο. Μετά την ανάγνωση, καθώς οι μέρες περνούν, το μέγεθος του έργου διεκδικεί και καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο εμβαδόν· η σύνθεση, η φαινομενική ευκολία με την οποία ο Μπολάνιο διαχειρίζεται το υλικό του, η φιλοδοξία, τα ρίσκα που δεν φοβήθηκε να λάβει, ο τρόπος με τον οποίο χαλιναγωγεί τη φαντασία του ενώ ταυτόχρονα δεν την καταπιέζει, η μικρή φόρμα που μοιάζει με μεγάλη και το αντίστροφο, οι δεκάδες, παράλληλες της κεντρικής, ιστορίες, που λειτουργούν τόσο αυτόνομα όσο και συνεκτικά, χωρίς καμία αίσθηση περιττού, οι αναφορές του και ο τρόπος του να κινείται ανάμεσα σε αυτές. Η οικειότητα βγάζει τα καθημερινά της ρούχα, φοράει τα καλά της, ντύνεται και στολίζεται, ο θαυμασμός και το δέος επικρατούν, και έτσι το ερώτημα περί καταλληλότητας της περιόδου για ανάγνωση ενός βιβλίου του Μπολάνιο υψώνεται ξανά σε νέες βάσεις για τη στιγμή που θα επανέλθει η επιθυμία για λίγο Μπολάνιο ακόμα, γιατί θα επανέλθει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που θα αναφερθώ στην ιδιότητα των σπουδαίων πολυσέλιδων βιβλίων να διχοτομούν τη μέρα του αναγνώστη· τα ακόμα πιο σπουδαία βιβλία -όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ στην προκειμένη περίπτωση- καταφέρνουν, πέρα από τη διχοτόμηση, να καθορίσουν και τον χρόνο που απομένει εκτός ανάγνωσης, γεννώντας την επιθυμία να μοιραστείς τον ενθουσιασμό, να αναφερθείς σε εκείνη ή την άλλη ελάχιστη ή μεγαλύτερη σκέψη για το βιβλίο, να κρατήσεις σημειώσεις. Κάπως έτσι περνούν οι μέρες της ανάγνωσης, με διαδοχικές εγκεφαλικές εκρήξεις και συναισθηματικές υπερβάσεις, και κάπως έτσι ακολουθούν και οι αμέσως επόμενες.

Ανατρέχω σε εκείνες τις σκέψεις.

Σκεφτόμουν πως θα ήταν μία τουλάχιστον ενδιαφέρουσα άσκηση δημιουργικής γραφής να διαβάζει κανείς δύο σελίδες από το συγκεκριμένο βιβλίο και ύστερα να κάθεται πάνω από μία λευκή κόλλα χαρτί. Σκεφτόμουν πως εμένα καθόλου δεν θα με ενδιέφερε να πραγματοποιήσω αλλεπάλληλες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, γυρεύοντας να ανακαλύψω ποιοι από τους εκατοντάδες δημιουργούς είναι υπαρκτοί και ποιοι όχι. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο διαθέτει το κατ' εξοχήν χάρισμα του παραμυθά, να σε πείθει πως ό,τι σου εξιστορεί είναι αληθινό. Σκεφτόμουν πόσες ώρες μελέτης θα απαιτούσε ακόμα και το πλέον ελάχιστο φιλολογικό σχόλιο, πως χωρίς το απαραίτητο αναγνωστικό ταλέντο οι ώρες μελέτης δεν θα είχαν και τόσο νόημα τελικά. Σκεφτόμουν να γκρεμίσω τη στοίβα με τα προς ανάγνωση βιβλία και στη θέση της να υψώσω μία καινούρια, αποτελούμενη αποκλειστικά από βιβλία του Μπολάνιο, ταυτόχρονα όμως ένιωθα τη δίψα για ιστορίες να εντείνεται. Σκεφτόμουν τον Θέρκας, που δουλεύοντας ως δημοσιογράφος επισκέφτηκε τον Μπολάνιο στο σπίτι του, με σκοπό να του πάρει συνέντευξη, και ο Μπολάνιο, τον άφησε να περιμένει για λίγο στο σαλόνι και επέστρεψε με τα δύο βιβλία του Θέρκας, βιβλία ελάχιστης εμπορικής επιτυχίας, και του μίλησε γι' αυτά. Σκεφτόμουν την αγάπη του για τη λογοτεχνία, για όλα τα είδη της λογοτεχνίας, τη διάκρισή της όχι σε καλή και κακή, αλλά σε έμψυχη και άψυχη, και τον τρόπο με τον οποίο ο Μπολάνιο ενσωματώνει το σύνολο της λογοτεχνίας στο έργο του. Σκεφτόμουν πως το σύνολο της λογοτεχνίας είναι απαραίτητο για την εμφάνιση ενός συγγραφέα όπως ο Μπολάνιο. Σκεφτόμουν τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής του, αντισυμβατικό όχι ως προς τη λογοτεχνία αλλά ως προς το στερεότυπο, στα όρια του ταξικού, που κάποιοι δεν παύουν σε κάθε ευκαιρία να αναπαράγουν. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί αντιμετωπίζει το παιχνίδι. Σκεφτόμουν πόσο αντιστικτικός και ταυτόχρονα αρμονικός είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τη φρίκη, σκεφτόμουν αν από εδώ θα μπορούσε να αντλήσει κανείς έναν ορισμό για την ποίηση. Σκεφτόμουν τους συγγραφείς εκείνους που θα συνεχίσουν από το σημείο που σταμάτησε ο Μπολάνιο, όχι ως ελπίδα αλλά ως φυσικό επακόλουθο της ροής του ποταμού. Σκεφτόμουν πως δεν ένιωθα την ανάγκη του συγγραφέα να με εντυπωσιάσει, ασχέτως αν αυτό έκανε εκείνος διαρκώς. Σκεφτόμουν πως το δέος, ενίοτε, δεν ευνουχίζει αλλά εμπνέει. Σκεφτόμουν πως κάποιες φορές οτιδήποτε παραπάνω από την προτροπή "διάβασέ το" ίσως είναι απλή και αχρείαστη υπερβολή. Σκεφτόμουν, και το σκέφτομαι ακόμα, πως η οποιαδήποτε αναφορά στην ιστορία, ειδικά σε αυτή την ιστορία, δεν έχει νόημα.  

Διαβάζω ξανά και ξανά τις σκέψεις αυτές.

Σκέφτομαι τη διάκριση ανάμεσα στην ανάγνωση και την αναγνωστική εμπειρία. Σκέφτομαι κάποια από τα όνειρα που έβλεπα, σπίτια με παραμορφωτικούς καθρέφτες, άνυδρα τοπία, έρημες μεταμεσονύχτιες πόλεις, ατελείωτους δρόμους να απλώνονται, εγκαταλελειμμένα κάμπινγκ, στατικά καρέ να πλημμυρίζουν με αίμα, αμμουδιές να περιμένουν την επιστροφή της παλίρροιας, τη φυγή του Ρεμπό στην Αφρική· δεν τα σημείωνα όμως. Σκέφτομαι τη Μπλάνες, τη μικρή καταλανική παραθαλάσσια πόλη. Σκέφτομαι πως η θέση των Άγριων ντετέκτιβ στη βιβλιοθήκη είναι ανάμεσα στο Φυλαχτό και το 2666, δεξιά και αριστερά αυτών τα υπόλοιπα, σε τυχαία σειρά. Σκέφτομαι πως ένα βιβλίο του Μπολάνιο μπορεί να αποδειχτεί σωτήριο.

Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Δόκτωρ Γκλας - Hjalmar Söderberg






Κάθομαι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφω - για ποιον όμως; Όχι για κάποιον φίλο ή φίλη, ούτε καν για τον εαυτό μου, αφού δεν διαβάζω σήμερα αυτό που έγραψα χθες και ούτε πρόκειται να το διαβάσω αύριο. Γράφω για να κουνάω το χέρι μου, η σκέψη μου κινείται μόνη της· γράφω για να σκοτώσω τις ώρες της αγρύπνιας μου. Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό.
Η αγρύπνια, για τον αποκαμωμένο που στριφογυρνά στα σκεπάσματα, φαντάζει με άγριο σπόρο που έχει βλαστήσει ως ενοχή και βαραίνει τη συνείδηση. Ο νεαρός γιατρός Γκλας αναρωτιέται: Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό. Κάθεται μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφει, χωρίς να ξέρει για ποιον, προσπαθώντας να σκοτώσει τις ώρες αυτές. Το ημερολόγιο μοιάζει με ένα απολογητικό σημείωμα, όσο και αν εκείνος πεισματικά το αρνείται, στο οποίο καταγράφει όσα έκανε και όσα σκέφτηκε κατά τη διάρκεια της μέρας που πέρασε, μία επίπονη επαναθεώρηση χωρίς το φίλτρο των ονείρων.

Η σύγχρονη, και όχι η εκ των υστέρων, ημερολογιακή καταγραφή φέρνει αντιμέτωπους τον αφηγητή και τον αναγνώστη, με λίγες μόνο ώρες διαφορά, με τα γεγονότα της ζωής του Γκλας, ξεκινώντας από όσα συνέβησαν τη δωδεκάτη Ιουνίου, όπως τη συνάντησή του με τον πάστορα Γκρεγκόριους, για τον οποίο τρέφει μεγάλη αντιπάθεια, συνάντηση η οποία του έφερε στο νου την παράξενη συμπεριφορά της νεαρής γυναίκας του, λίγες μέρες πριν, όταν τον επισκέφτηκε στο ιατρείο και ενώ περίμενε καρτερικά να φύγει και ο τελευταίος ασθενής, έφυγε χωρίς να εξηγήσει τους λόγους της επίσκεψής της, λέγοντας πως θα επέστρεφε την επομένη. Ο απολογητικός χαρακτήρας του ημερολογίου εντείνεται από την επιμονή του αφηγητή να μιλήσει για τον εαυτό του, να εξηγήσει διάφορα στοιχεία του χαρακτήρα του, να πληροφορήσει τον άγνωστο αναγνώστη για διάφορες λεπτομέρειες, όπως η οικονομική κατάρρευση του πατέρα του, η απουσία ερωτικών σχέσεων με το άλλο φύλο, η ατυχής επαγγελματική του επιλογή, και άλλες αντίστοιχες λεπτομέρειες ήδη γνωστές στον ίδιο.

Μέσα από τις καθημερινές ημερολογιακές καταχωρίσεις και παράλληλα με τη ζωή του αφηγητή γνωρίζουμε τις συνθήκες που επικρατούν σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και ενεργούν οι κάτοικοι της Στοκχόλμης των αρχών του εικοστού αιώνα, τα ζητήματα που ταλανίζουν την κοινωνία σε πρακτικό αλλά και σε φιλοσοφικό -κυρίως θεολογικό- επίπεδο. Όπως για παράδειγμα το ζήτημα της έκτρωσης για το οποίο ο Γκλας έχει σταθερή και αντίθετη άποψη, περισσότερο από τον φόβο των συνεπειών παρά από μία θρησκευτική υποταγή. Όμως εκείνο που τελικά θα του ζητήσει η νεαρή γυναίκα του πάστορα, όταν τελικά επιστρέψει στο ιατρείο του, είναι να την προστατέψει από τη σεξουαλική επιθυμία του συζύγου της, για τον οποίο δεν νιώθει καμία ερωτική έλξη. Για τη νεαρή και όμορφη γυναίκα ο Γκλας νιώθει μία συμπάθεια, κατά τον αναγνώστη ερωτική, κάτι το οποίο ο συναισθηματικά αδαής Γκλας δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά, και έτσι αντανακλαστικά αποφασίζει να τη βοηθήσει, μεσολαβώντας ως ο μοναδικός ίσως που έχει το δικαίωμα αυτό. Βλέποντας όλες τις παραινέσεις του προς τον πάστορα να πέφτουν στο κενό αρχίζει να σκέφτεται τον φόνο, σκέψη που, εκτός από βοηθητική για τη νεαρή γυναίκα, μοιάζει να δίνει νόημα στην έως τότε αδιάφορη ζωή του.

Και αν αρχικά η ανάγνωση του βιβλίου φέρνει στο νου τον σπουδαίο Στρίντμπεργκ και το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Μόνος, η συνέχειά της οδηγεί στον Ξένο του Καμύ, που ήρθε, κάποιες δεκαετίες αργότερα, να σφραγίσει λογοτεχνικά το κίνημα του υπαρξισμού. Η υπόγεια αγωνία που διακατέχει τον αφηγητή, και που θα αναδυθεί στην επιφάνεια με όλο της το μεγαλείο όταν θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ζήτημα της δολοφονίας, δίνει νεύρο στην προσωποκεντρική αφήγηση και σταδιακά εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη, μετατρέποντας έναν φαινομενικά αδιάφορο χαρακτήρα σε έναν αξέχαστο λογοτεχνικό ήρωα. 
Μου έρχεται να πατήσω αυτό το ελατήριο που ανοίγει το μικρό μυστικό συρτάρι. Φυσικά ξέρω τι υπάρχει εκεί μέσα: μόνο ένα μικρό στρογγυλό κουτί με χάπια. Δεν θέλω να τα βάλω στο ντουλάπι που έχω τα φάρμακα, θα μπορούσε να γίνει κάποιο μπέρδεμα και αυτό δεν θα ήταν καθόλου καλό. Τα έφτιαξα εγώ ο ίδιος πριν από κάποια χρόνια, και έχουν μέσα λίγο κυανιούχο κάλιο. Δεν μου περνούσε από το μυαλό να αυτοκτονήσω εκείνο τον καιρό που τα έφτιαξα. Απλώς θεώρησα ότι ένας συνετός άνθρωπος οφείλει πάντα να είναι προετοιμασμένος.
Η συγκλονιστική αυτή σκέψη, το ακαριαία θανατηφόρο χάπι που δίνει τον απόλυτο έλεγχο επί της ζωής, κάτι το οποίο πρωτοδιάβασα πριν από πολλά χρόνια σε κάποιο βιβλίο του Κούντερα, και ακόμα με συγκλονίζει, αυτό που ο Καμύ ισχυρίστηκε πως αποτελεί το μοναδικό φιλοσοφικό ερώτημα.
 
Ο Δόκτωρ Γκλας κυκλοφόρησε το 1905 και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με τον συγγραφέα να κατηγορείται πως με όχημα τον νεαρό γιατρό διατύπωνε προσωπικές θέσεις και απόψεις, αρκετά προκλητικές για την εποχή. Η απλότητα του μυθιστορήματος αυτού βρίσκεται μόνο στην επιφάνεια, δουλεμένη με μαστοριά, ώστε να καλύπτει σαν δέρμα τις αρθρώσεις και τις αρτηρίες.



Μετάφραση Αγγελική Νάτση
Εκδόσεις Printa

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας - Hans Magnus Enzensberger





Θα μου επέτρεπες ένα σχόλιο;, με ρώτησε η κοπέλα στο καφέ. Το βιβλίο αυτό, συνέχισε, είναι πραγματικά ωραίο αλλά δεν είναι γι' αυτό το νησί. Δεν τη ρώτησα τι εννοούσε, δεν με ένοιαζε ή μάλλον ένιωθα πως ήξερα, μικρή σημασία έχει. Ξέρεις όμως ποιο είναι το ενδιαφέρον με αυτό το βιβλίο;, τη ρώτησα εγώ με τη σειρά μου. Πως το αγόρασα πριν από λίγο από το βιβλιοπωλείο στην παραλία, της είπα. Η έκπληξη στο βλέμμα της, αν και για διαφορετικούς φαντάζομαι λόγους, ήταν αντίστοιχη με την έκπληξη στο βλέμμα της κυρίας στο βιβλιοπωλείο.

Δεν τα είχα υπολογίσει σωστά και έμεινα χωρίς βιβλίο, δύο μέρες πριν επιστρέψω. Αν δεν ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο, σκέφτηκα, τότε ακόμα και στο μικρότερο βιβλιοχαρτοπωλείο μπορείς κάτι να βρεις. Αν δεν ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο, σκέφτομαι, υπάρχει περίπτωση να βρεις κάτι που όντως έψαχνες. Σοφιστείες, όμως έτσι έγινε. Άργησα να συνειδητοποιήσω πως επρόκειτο όντως γι' αυτό το βιβλίο. Το τράβηξα έξω για να βεβαιωθώ, για να πιστέψω. Η ράχη του, με τα χρόνια, είχε ξεκολλήσει. Η τιμή στην τρίτη σελίδα ήταν διπλή, σε δραχμές και σε ευρώ. Το βλέμμα έκπληξης της κυρίας στο ταμείο. Ύστερα περπάτησα μέχρι το καφέ εκείνο.

"Κανείς συγγραφέας δε θα αποφάσιζε να γράψει την ιστορία της ζωής του. Θα έμοιαζε πάρα πολύ με περιπετειώδες μυθιστόρημα". Σ' αυτό το συμπέρασμα έφτασε ήδη το 1931 ο Ηλία Ερενμπουργκ, όταν γνώρισε τον Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Το 1972 ο Εντσενσμπέργκερ θα το επιχειρήσει. Μέσα από συνεντεύξεις και ιστορικές πηγές, διακοπτόμενες από δικά του σχόλια, θα γράψει για τον Ντουρρούτι, τον αγωνιστή σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα στην Ισπανία, και όντως το αποτέλεσμα μοιάζει πάρα πολύ με περιπετειώδες μυθιστόρημα, όμως δεν είναι. Μέσα από την αφήγηση της ζωής του Ντουρρούτι αποτυπώνεται και η εποχή, ο αγώνας ενάντια στον φασισμό, η τελευταία ελπίδα πριν από τα ζοφερά χρόνια που ακολούθησαν. Αν και σαφέστατα πολιτικό, εντούτοις το βιβλίο δεν επιχειρεί την ηρωοποίηση του Ντουρρούτι, άλλωστε δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο, κάποιος με το διαμέτρημά του είναι φυσιολογικό να διχάζει, κάποιοι να τον θεωρούν ήρωα, κάποιοι άλλοι κοινό εγκληματία, όμως ήδη απ' όταν γράφτηκε το βιβλίο όλο και περισσότεροι πολιτικοί και όχι μόνο χώροι επιχείρησαν να οικειοποιηθούν το όνομά του, ο Ντουρρούτι πέρασε για πάντα στο πάνθεον της λαϊκής ιστορίας, το όνομά του θα μείνει συνυφασμένο με τον αγώνα ενάντια στον φασισμό και την καταπίεση.

Λίγες μέρες πριν είχα διαβάσει τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας. Δεν ήταν τόσο οι αναφορές τού επίσης μη μυθοπλαστικού βιβλίου στον ισπανικό εμφύλιο, όσο η ομοιότητά του στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε εκ των υστέρων την ιστορία, εκείνο που λειτούργησε συνεκτικά ανάμεσα στα δύο βιβλία.

Αναρωτιέμαι αν εκείνο που πραγματικά ήθελε να πει η κοπέλα στο καφέ ήταν πως το βιβλίο αυτό δεν είναι γι' αυτήν την εποχή, το αναρωτιέμαι αυτό τώρα που έφυγα από το νησί, τώρα που είμαι εδώ και κοιτάζω γύρω μου τη φαινομενικά τουλάχιστον έλλειψη πίστης στον μεμονωμένο άνθρωπο και στη δύναμή του να επιχειρήσει να αλλάξει τον κόσμο.

Μετάφραση Νίκος Δεληβοριάς
Εκδόσεις Οδυσσέας  


Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Τα ανατρεπτικά βιβλία - Pablo Gutiérrez




Η Ρέμε είναι μια άσεμνη γριά που ντύνεται με κουρέλια κι αφήνει τα μαλλιά της ελεύθερα πάνω στους ώμους της σαν άγρια χόρτα. Μέσα της διαιωνίζεται η δύναμη της γυναίκας που επιβιώνει, δέρμα θαλάσσιου ελέφαντα, τα μάγουλα δυο μήλα της Χιονάτης. Ο χρόνος της ανήκει, δεν κοιμάται, δεν φοβάται κανέναν: τα ξημερώματα τριγυρίζει σαν φρουρός, οι στοές της πλατείας βρυχώνται από τα χασμουρητά της, το μεσημέρι κουλουριάζεται στον ήλιο για να διαβάσει οποιοδήποτε από τα βιβλία που κουβαλάει μαζί της.

Η Ρέμε δεν διαφέρει από τους ανθρώπους της διπλανής της πόρτας. Βιάστηκε να παντρευτεί για να φύγει μακριά από την οικογένειά της, να δραπετεύσει από τον ασφυκτικό κοινωνικό περίγυρο προτού κηλιδωθεί η φήμη της. Χιλιόμετρα μακριά, με τον άντρα της, που ποτέ δεν τον πόθησε σαρκικά, θα βρουν καταφύγιο σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, ένα διαμέρισμα σε μία από τις εκατοντάδες εργατικές κατοικίες που ορθώθηκαν την περίοδο εκείνη, για πενήντα χρόνια φιλοξενούμενοι του κράτους και μόνο ύστερα ιδιοκτήτες, μία πόλη έξω από τα όρια της πόλης αρχικά, μία πόλη μέσα στην πόλη στη συνέχεια. Θα αποκτήσει δύο παιδιά. Εκείνα με τη σειρά τους θα βιαστούν να εγκαταλείψουν την οικογενειακή σκέπη. Ο κύκλος της ζωής.

Όταν θα γυρίσει σπίτι της, μετά από πολλές μέρες στο νοσοκομείο στο πλευρό του άντρα της, χήρα πια, θα ανοίξει την πόρτα στον ταχυδρόμο. Εκείνος μεταφέρει ένα δέμα με παραλήπτη κάποιον γείτονα, αδυνατεί όμως να τον βρει, της ζητάει να το παραλάβει εκείνη εκ μέρους του, ως διευκόλυνση, το δέμα είναι βαρύ. Εκείνη θα δεχτεί. Κλείνοντας πίσω της την πόρτα δεν θα μπορέσει να αντισταθεί. Το δέμα περιέχει βιβλία. Όταν ο γείτονας θα της χτυπήσει την πόρτα εκείνη θα δηλώσει άγνοια. Μικρότερη η Ρέμε διάβαζε, ύστερα ήρθαν τα παιδιά, το νοικοκυριό, οι υποχρεώσεις. Τώρα όμως είναι κυρία του χρόνου της.

Ο Γκουτιέρεθ, γεννημένος στην Ουέλβα της Ισπανίας το 1978, αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία ενός εργατικού προαστίου, με κεντρική ηρωίδα την Ρέμε. Με αφετηρία την ιστορία που επιθυμεί να διηγηθεί ανοίγονται μπροστά του διάφοροι δρόμοι. Ένας απ' αυτούς θα μπορούσε να οδηγεί, σαν ένα απλοϊκής φιλοσοφίας παραμύθι, στη δύναμη των βιβλίων. Ένας άλλος, ρεαλιστικά ωμός, στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ισπανίας των εργατικών συνοικιών. Κάποιος τρίτος, γεμάτος νοσταλγία, στα χρόνια που πέρασαν, στη ματαιότητα. Ίσως ακόμα και κάποιος πιο άκομψα κωμικός, μία γριά χήρα, με σεξουαλικά απωθημένα, που γίνεται ηγέτης μίας επανάστασης απέναντι στην απαγόρευση της δημοτικής αρχής για άπλωμα των ρούχων στην εξωτερική πλευρά των κατοικιών. Ο Γκουτιέρεθ όμως επιθυμεί να ακολουθήσει ένα οδικό δίκτυο γεμάτο διακλαδώσεις και περιφερειακούς, με έναν τρόπο αρκετά προσωπικό, παίζει ανάμεσα στον ρεαλισμό και στον συμβολισμό, στο συγκεκριμένο και το αφηρημένο, στη θλίψη και το χιούμορ, εξοργίζει και συγκινεί τον αναγνώστη, αλλάζοντας διαρκώς θέση παρατήρησης, αδυνατώντας να αποφασίσει αν αγαπά ή μισεί τους ήρωές του, αν πιστεύει ή όχι σ' αυτούς, αν ελπίζει σ' ένα καλύτερο αύριο ή αν νιώθει νικημένος από τη ματαιότητα. Και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Τα ανατρεπτικά βιβλία είναι ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο που κρατάει τον αναγνώστη σε μία άβολη θέση ενώ ταυτόχρονα τον παρασύρει στην ανάγνωση, ένα λαϊκό μυθιστόρημα μπολιασμένο με ιδέες και αναφορές στην ισπανική κυρίως λογοτεχνία, μία ιστορία απλή -ακόμα και απλοϊκά αδιάφορη θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει- δοσμένη με έναν τρόπο που ενώ την αφήνει στο πλάι, ταυτόχρονα την αποθεώνει, διατηρεί το κλισέ και την επανάληψη της ζωής, προσθέτοντας όμως πινελιές και φίλτρα, όπως δηλαδή συνηθίζει να κάνει η λογοτεχνία, που αγαπάει και υπηρετεί ο Γκουτιέρεθ.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου
Εκδόσεις Καστανιώτη   
 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Χ.Φ. Λάβκραφτ





Κάποιες φορές το νήμα που οδηγεί στο επόμενο βιβλίο είναι ευδιάκριτο. Είχε προηγηθεί το μυθιστόρημα του Βερίσιμο Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι. Ανάμεσα σε τόσους σπουδαίους, η αναφορά στον Λάβκραφτ. Ορίστε το νήμα. Αν και φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω κάτι δικό του, η πρόσφατη εμπειρία της επιστροφής στο νησί του Ροβινσώνα Κρούσο μέσω των βιβλίων του Κουτσί και του Τουρνιέ, μιας ιδιαιτέρως απολαυστικής επιστροφής, με οδήγησε σε παράπλευρα μονοπάτια. Το δοκίμιο του Ουελμπέκ βρισκόταν από καιρό στη βιβλιοθήκη, το τράβηξα έξω και το άφησα στο τραπεζάκι του καναπέ. Το μυθιστόρημα του Μπλάκγουελ το είχα ξεφυλλίσει μια δυο φορές τις τελευταίες εβδομάδες· πρόλαβα το βιβλιοπωλείο λίγο πριν το κλείσιμο.

Η διπλή έκφραση του πάθους και της αγάπης για έναν καθοριστικό συγγραφέα. Ο Ουελμπέκ γράφει ένα δοκίμιο, για το οποίο "αναγκάζεται" να διαβάσει ξανά και ξανά το έργο του Λάβκραφτ σε συνδυασμό με την απαραίτητη, πλούσια σχετική βιβλιογραφία. Ο Μπλάκγουελ, από την άλλη, θα γράψει ένα μυθιστόρημα με ήρωες τον Λάβκραφτ και τον εαυτό του, στο ύφος του δασκάλου.

Ο Ουελμπέκ, το κακό παιδί των γαλλικών γραμμάτων· προβοκάτορας, μισάνθρωπος κτλ. κτλ. για ορισμένους, σπουδαίος για κάποιους άλλους, αποτίνει με τον τρόπο του έναν φόρο τιμής στον συγγραφέα που στοίχειωσε τα εφηβικά του χρόνια, φόρο τιμής όπως εκείνος τον εννοεί, δεν του υψώνει έναν τέλειο και χωρίς νόημα τελικά ανδριάντα, αφού δεν παραλείπει να αναφερθεί και στη σκοτεινή πλευρά του Λάβκραφτ, όπως εκείνη του ρατσιστή για παράδειγμα.

Ο Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για όλους εκείνους που επιθυμούν να μάθουν πώς να αποτύχουν στη ζωή τους  και πώς, ενδεχομένως, να πετύχουν στο έργο τους. Μόνο που, όσον αφορά το τελευταίο τούτο σημείο, το αποτέλεσμα δεν είναι εξασφαλισμένο. Αν αποποιηθεί κανείς τις ζωτικές όψεις της πραγματικότητας, ενδέχεται να βυθιστεί σε μια τέλεια απάθεια και να εγκαταλείψει κάθε συγγραφική προσπάθεια. Αυτό ακριβώς κόντεψε να πάθει και ο ίδιος στη ζωή του. Ένας άλλος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η αυτοκτονία, με την οποία πρέπει κανείς να μάθει να διαπραγματεύεται. Έτσι, για πολλά χρόνια ο Λάβκραφτ είχε κοντά του έτοιμο ένα μπουκάλι υδροκυάνιο. Είναι κάτι που αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμο, όσο τουλάχιστον κάποιος εξακολουθεί να αντέχει. Εκείνος άντεξε βέβαια, αλλά όχι εύκολα.

Ο Λάβκραφτ που τόσο δυσκολευόταν με τα απλά καθημερινά πράγματα, έβρισκε καταφύγιο σε κόσμους τρόμου, επέμεινε στη γραφή παρά τις αναποδιές και την έλλειψη αναγνώρισης από το ευρύτερο κοινό, εντούτοις γύρω του δημιουργήθηκε ένας κύκλος συγγραφέων και θαυμαστών, με τους οποίους αλληλογραφούσε και τους οποίους έσπευδε να βοηθήσει ως αναγνώστης ή επιμελητής. Ερωτεύτηκε μία γυναίκα με την οποία έζησε μαζί για κάποια χρόνια, ακολουθώντας την στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στη μητρόπολη, ο εκ φύσεως και αγωγής συντηρητικός Λάβκραφτ ζορίστηκε μην αντέχοντας την εικόνα μίας πολυφυλετικής κοινωνίας. Ο γάμος τους διαλύθηκε. Λίγο καιρό αργότερα εκείνος γύρισε στο Πρόβιντενς.

Για τον Λάβκραφτ -και για πολλούς άλλους- η αναγνώριση άργησε να έρθει, αρχικά μάλιστα, η αναγνώριση αυτή υπήρξε κυρίως από την πλευρά μίας αναγνωστικής κοινότητας, στα όρια της οποίας ο Λάβκραφτ και το έργο του απέκτησαν διαστάσεις μύθου. Οι κριτικοί και οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας άργησαν ακόμα περισσότερο να αφαιρέσουν το λαβκραφτικό έργο από την παραλογοτεχνία, κυρίως επειδή έβλεπαν το ενδιαφέρον του κοινού να ανανεώνεται, νέες γενιές φανατικών του Λάβκραφτ να ξεπετιούνται στο πέρασμα του χρόνου.

Και δεν είναι μόνο το αναγνωστικό ενδιαφέρον το οποίο συντηρείται, είναι και κάτι ακόμα, αρκετά σπάνιο στη λογοτεχνία, η συνέχιση του έργου του Λάβκραφτ από μεταγενέστερους συγγραφείς. Τέτοια είναι η περίπτωση του Μπλάκγουελ.

Στο μυθιστόρημα Η τελευταία επιστολή του Χ.Φ. Λάβκραφτ ο Γκάμπριελ Μπλάκγουελ, ένας σύγχρονος Αμερικανός συγγραφέας, θαυμαστής του Λάβκραφτ από τα νεανικά του χρόνια, θα βρεθεί στο Πρόβιντενς, αναζητώντας την Τζέσικα, τη γυναίκα με την οποία συγκατοικούσε για τρεισίμισι χρόνια και η οποία τον εγκατέλειψε. Ύστερα από κάποιο καιρό άκαρπης αναζήτησης, ο Μπλάκγουελ, σε άθλια συναισθηματική και οικονομική κατάσταση, θα βρει δουλειά ως καταστροφέας εγγράφων στα υπόγεια του τοπικού νοσοκομείου, και εκεί, ανάμεσα σε τόνους αρχείων χρόνων, θα εντοπίσει μία επιστολή με την υπογραφή του Λάβκραφτ και ημερομηνία δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του. Ο Μπλάκγουελ, η κατάσταση του οποίου εκείνη τη στιγμή θυμίζει ήρωα σε περιβάλλον λαβκραφτικής ιστορίας, θα επιχειρήσει να καθαρογράψει την επιστολή. Η παράλληλη αφήγηση της ιστορίας, από τη μία το χρονικό της ανακάλυψης της επιστολής και η ίδια η επιστολή, και από την άλλη η εκ των υστέρων απόπειρα του συγγραφέα να αποσαφηνίσει στον εαυτό του και στον αναγνώστη τις λεπτομέρειες της σκοτεινής για τον ίδιο περιόδου στο Πρόβιντενς, δημιουργούν ένα κλίμα τρόμου, εξαιτίας κυρίως της αναλογίας ανάμεσα στο περιεχόμενο της επιστολής και στη ζωή του Μπλάκγουελ, αλλά και του ψευδοαυτοβιογραφικού χαρακτήρα τού μυθιστορήματος.

Η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μπλάκγουελ σε συνέχεια του δοκιμίου του Ουελμπέκ λειτούργησε υπέροχα και ικανοποίησε την ανάγκη μου για επιστροφή στον Λάβκραφτ χρόνια μετά, αφήνοντας έναν ανοιχτό λογαριασμό για επιστροφή κάποια στιγμή στο ίδιο το έργου του σπουδαίου αυτού συγγραφέα.

Χ.Φ. Λάβκραφτ: Εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής - Μισέλ Ουελμπέκ (μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας)
Η τελευταία επιστολή του Λάβκραφτ - Γκάμπριελ Μπλάκγουελ (μτφρ. Θωμάς Μαστακούρης, εκδόσεις Αίολος)