Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

Το τραγούδι του προφήτη - Paul Lynch

Σπάνια διαβάζω ένα βιβλίο αμέσως με την κυκλοφορία του, εν μέρει σεβόμενος την επετηρίδα στη στοίβα με τα προς ανάγνωση, εν μέρει εξαιτίας της εξοικείωσης που χρειάζομαι με το νεοεισελθόν χάρτινο μέλος. Ωστόσο, λίγο ο ντόρος, λίγο οι αντικρουόμενες απόψεις, λίγο το βραβείο Booker, λίγο η μεθαυριανή (2 Μαρτίου) παρουσία του συγγραφέα στην Αθήνα, η εξαίρεση έγινε.

Βρισκόμαστε στη, σχεδόν σύγχρονη ή στο άμεσα εγγύς μέλλον, Ιρλανδία. Μια δικτατορική κυβέρνηση, μάλλον εθνικιστικού αν και όχι ιδιαιτέρως ξεκάθαρου προσανατολισμού, έχει καταλάβει την εξουσία. Το μυθιστόρημα ξεκινά με ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Άιλις αρχικά δεν θα ακούσει το χτύπημα. Στο κατώφλι στέκουν δύο άντρες της νεοσύστατης μυστικής αστυνομίας, γυρεύουν τον σύζυγό της, τους απαντά πως λείπει, μήπως θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμη εγώ, όχι, είναι κάθετοι σε αυτό, πείτε στον σύζυγό σας να μας καλέσει το συντομότερο δυνατόν. Χάνονται πάλι στη νύχτα, επιβιβάζονται στο σκουρόχρωμα όχημα και αφήνουν πίσω την Άιλις με τον νεογέννητο γιο της και τα τρία ακόμα παιδιά της στο σαλόνι του σπιτιού. 

Εκείνη μόλις έχει επιστρέψει από άδεια τοκετού στην εταιρεία που εργάζεται, ο σύζυγός της, ο Λάρι, είναι εκπαιδευτικός και ενεργός συνδικαλιστής, τις μέρες εκείνες ετοιμάζεται μια ακόμα απεργία του κλάδου. Ανήσυχη, θα τον πάρει από τα μούτρα με το που θα γυρίσει στο σπίτι, είπαν να πάρεις αμέσως, εδώ έχω την κάρτα με το τηλέφωνό τους, μην το καθυστερείς, εκείνος προσπαθεί να δείξει ψύχραιμος, δεν είναι κάτι σοβαρό, της λέει, θα τους καλέσω αύριο ή μεθαύριο, με την πρώτη ευκαιρία, μην αγχώνεσαι. Ο κλοιός, που ήταν από καιρό ορατός χωρίς να τους επηρεάζει άμεσα, σφίγγει. 

Ο άντρας της δεν θα επιστρέψει ποτέ από την επίσκεψή του στο τμήμα, όσο και αν προσπαθήσει εκείνη δεν θα καταφέρει να μάθει λεπτομέρειες, ούτε καν αν είναι νεκρός ή φυλακισμένος. Θα απομείνει μόνη της, με τέσσερα παιδιά και έναν ηλικιωμένο πατέρα που επιμένει να ζει στο σπίτι του, σε μεγάλη απόσταση από εκείνο της Άιλις. Το ερώτημα που συνοδεύει την πλοκή είναι το εξής απλό εκ των υστέρων αλλά στο παρόν δύσκολο να απαντηθεί: πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να φύγει κανείς, να τρέξει μακριά πριν να είναι αργά. Η αδερφή της Άιλις, που από χρόνια ζει στον Καναδά, πιέζει διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση.

Μια πολιτική δυστοπία μέσα από την ιστορία της Άιλις και της οικογένειάς της, Το τραγούδι του προφήτη αρπάζει τον αναγνώστη από την πρώτη πρόταση και δεν τον αφήνει να ησυχάσει μέχρι την τελευταία τελεία. Δεν είναι μόνο το σασπένς που στέρεα οικοδομείται και διαρκώς κορυφώνεται, το τι θα συμβεί στη συνέχεια, αλλά και η γλώσσα, η εκπληκτική αφηγηματική φωνή, η αντίστιξη της ομορφιάς των λέξεων και της κατασκευής των φράσεων με το ζοφερό περιεχόμενο των όσων διαδραματίζονται, φωνή θαυμαστή για τη συνέχειά της στο πέρασμα των σελίδων, ευδιάκριτη και δουλεμένη σκληρά σαν να βγήκε με μια εκπνοή, χωρίς να παρασιτεί εις βάρος της πλοκής. Επίσης, η τριτοπρόσωπη αφήγηση πετυχαίνει να αυτονομηθεί, η ποιητικότητα δεν υπηρετεί έναν φτηνό και εύκολο συναισθηματικό εκβιασμό, αλλά αντίθετα διατηρεί την απαιτούμενη απόσταση από τα πεπραγμένα, γεγονός που επιτρέπει στην ιστορία να αναπνέει, όσο και όπως μπορεί.

Από το κεντρικό εύρημα, την ύπαρξη του δικτατορικού καθεστώτος δηλαδή, λείπει το αιτιοκρατικό και ιδεολογικό υπόβαθρο, κυρίως το πώς ήρθε στην εξουσία το καθεστώς, ποιοι υπήρξαν οι κοινωνικοπολιτικοί μετασχηματισμοί που οδήγησαν τα πράγματα εκεί. Δεν είναι σπάνια αυτή η απουσία, η συγγενής θεματικά λογοτεχνία συνηθίζει να φέρνει τα πρόσωπα της πλοκής αλλά και τον αναγνώστη ενώπιον ενός τετελεσμένου γεγονότος, μια κατά κάποια τρόπο εργαστηριακή λογοτεχνία που επιχειρεί να εξετάσει τα πράγματα μέσα από ένα συγκεκριμένο πρίσμα, όπως, στην περίπτωσή μας, η άνοδος μιας δικτατορίας σε μια χώρα της Δύσης. Η συγγραφική αυτή επιλογή είναι ξεκάθαρη, ο Λιντς δεν επιθυμεί να στρέψει το βλέμμα του προς το πρόσφατο παρελθόν, ούτε να επιχειρήσει να εντοπίσει στο ιρλανδικό παρόν το σπέρμα μιας τέτοιας τερατογένεσης, αλλά να διασχίσει το τρομακτικό αφηγηματικό παρόν, όταν κάθε βεβαιότητα καταρρέει με πάταγο, όταν κάθε μέρα αποδεικνύει πως το μαύρο δεν έχει αποκτήσει ακόμα την ύστατη πύκνωση.

Αντιλαμβάνομαι την ένσταση γύρω από την απουσία του πολιτικού, αντιλαμβάνομαι ωστόσο πως αυτό δεν μοιάζει να αποτελεί μέρος των συγγραφικών επιδιώξεων, μια άλλη ιστορία ήταν αυτή που ο γεννημένος το 1977 συγγραφέας θέλησε να αφηγηθεί. Και για να το κάνει αυτό, εκτός από τα επιμέρους κομμάτια της πλοκής, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, την πίστη και τον τρόμο, τις ανατροπές και το διαρκές σκάψιμο του πάτου του πηγαδιού, δούλεψε πολύ και επένδυσε πολλά στη γλώσσα.

Αρκεί ωστόσο το ύφος και η γλώσσα για να σταθεί ένα μυθιστόρημα, ακούω την ερώτηση να γίνεται. Γενικά και αόριστα θα ήταν δύσκολο και επικίνδυνο να δεχτεί κάποιος αυτή την πιθανότητα, ωστόσο, έχοντας διαβάσει Το τραγούδι του προφήτη, τότε ναι, μπορεί να απαντήσει πως καμιά φορά αρκεί, πως όλα τα υπόλοιπα συστατικά αναδύονται μαζί τους στην επιφάνεια, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, η κοινωνικοπολιτική συνθήκη, επίσης, και όλα μαζί συνθέτουν ένα άρτιο, όχι μόνο στυλιστικά, κατασκεύασμα, ένα υπέροχο μυθιστόρημα, που δεν υποχωρεί κάτω από το βάρος της εγκεφαλικότητας. Αντίστοιχο αναγνωστικό συναίσθημα, υπό την επιρροή του ύφους και τη γλώσσας, με διακατείχε όταν διάβαζα ένα ακόμα βιβλίο βραβευμένο με Booker, τον Γαλατά της Βορειοϊρλανδής Άννα Μπερνς.

Η κοινωνικοπολιτική συνθήκη που περιγράφεται, ακόμα και η ατομική ιστορία των προσώπων της πλοκής, παρά τις επιμέρους διαφορές και ιδιαιτερότητες, δεν διακρίνεται από πρωτοτυπία, δυστυχώς. Για πόσες χώρες, που μέχρι πρότινος ελάχιστα γι' αυτές γνωρίζαμε, δεν ξυπνήσαμε ένα πρωί και διαβάσαμε για ένα πραξικόπημα ή για έναν εμφύλιο, για ένα ακόμα πραξικόπημα και για έναν ακόμα εμφύλιο, μια αιματηρή αναταραχή που ώθησε σε φυγή κατά κύματα μέρη του πληθυσμού, προσφυγικές ροές υπό το φόβο του φόβου, με κυρίαρχο το αίσθημα της επιβίωσης και την αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο. Εδώ, στη Δύση, δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, λένε πολλοί, επιλέγοντας επιλεκτικά τα τελευταία σχετικά ήρεμα χρόνια, παίρνοντας ως δεδομένο τη δημοκρατική σταθερότητα, ένα εκ γενετής προνόμιο που ωστόσο στηρίζεται στα πήλινα ποδάρια της τυχαιότητας και της συγκυρίας.

Από την πλευρά αυτή, το μυθιστόρημα του Λιντς φέρνει τον αναγνώστη απέναντι σε μια τέτοια ανωμαλία, σε ένα σφάλμα του συστήματος, στο ράγισμα και την υποχώρηση των ποδαριών, στην ανατροπή όλων όσων θεωρεί δεδομένα και βέβαια, τα δικαιώματα και τις κοινωνικές κατακτήσεις, για παράδειγμα, την ψευδαίσθηση της μεσαίας τάξης πως έχει αφήσει τον κίνδυνο οριστικά και αμετάκλητα πίσω της. Και το κάνει αυτό χωρίς να παρεκκλίνει της πορείας του, χωρίς να εγκαταλείπει την ιστορία του, χωρίς να την αφήνει κενή με μόνο ένδυμα την παραβολή, μην κάνοντας άλλο από το να χτυπά το κουδούνι της ενσυναίσθησης για τον πόνο και τη δυστυχία, τώρα των άλλων, στο μέλλον όμως μήπως και δικά μας, αλλά παράγοντας λογοτεχνία και μάλιστα υψηλής στάθμης.

Όλα εκείνα τα λίγο το ένα και λίγο το άλλο, από τη μια με οδήγησαν σε μια άμεση ανάγνωση, ταυτόχρονα, όμως, έφεραν μαζί τους και έντονες επιφυλάξεις, το καλάθι ήταν μικρό μα σύντομα ξεχείλισε, δεν ήταν αρκετό να αντέξει το βάρος του μυθιστορήματος αυτού, η καθήλωση υπήρξε άνευ όρων. Αυτό είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

υγ. Για τον Γαλατά, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Αυγή - Χρήστος Χρηστίδης

Τα δύο προηγούμενα βιβλία, τα πρώτα τού Χρήστου Χρηστίδη, γεννημένου το 1953, τα βρήκα ενδιαφέροντα, διακρίνοντας ένα υποσχόμενο δυναμικό, ωστόσο, ίσως και λόγω της μικρής φόρμας, με άφησαν τελικά κάπως αμήχανο, με τη διάθεση όμως να επανέλθω με την επανεμφάνισή του στα λογοτεχνικά πράγματα, επιθυμώντας το τρίτο βήμα να είναι μυθιστόρημα. Όπερ και εγένετο! Από τις εκδόσεις Κίχλη, το φθινόπωρο του '23, κυκλοφόρησε η Αυγή.

Μια μεταμοντέρνα σύνθεση που κλείνει το μάτι στην αυτομυθοπλασία, ή, για την ακρίβεια, ένα μυθιστόρημα που με τον τρόπο του ανήκει σε αυτή τη σύγχρονη τάση της λογοτεχνίας. Το κατά πόσο η σύσταση του περιεχομένου αποτελεί μικρότερη ή μεγαλύτερη αποτύπωση της εξωκειμενικής πραγματικότητας του συγγραφέα είναι κάτι που δεν μπορεί κάποιος άγνωστός του να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει. Τι είναι τότε εκείνο που τοποθετεί, έστω και λοξά, την Αυγή στην οικογένεια του autofiction; Είναι η μυθοπλαστική πραγματικότητα, η έκδηλη τάση να εκληφθεί ως τέτοια, αλλά και η αποτύπωση της διαδικασίας έμπνευσης και συγγραφής του μυθιστορήματος, ούσα μία από τις κεντρικές ιστορίες που το μυθιστόρημα περιλαμβάνει. Ο μεταμοντέρνος χαρακτήρας της σύνθεσης, η κατακερματισμένη αφήγηση, τα λειτουργικά κόλπα και ευρήματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, τοποθετούν το παρόν μυθιστόρημα σε μία ακόμα προσφιλή σε μένα κατηγορία, εκείνη της παιγνιώδους γραφής.

Ας πιάσουμε ωστόσο το νήμα από την αρχή και ας αναφερθούμε στην πλοκή του μυθιστορήματος αυτού. Ο συγγραφέας με τη σύζυγό του ζουν στην Αθήνα του σήμερα. Ώριμοι μεσήλικες που ετοιμάζονται να περάσουν στην τρίτη ηλικία, με όσα αυτή φέρει, άτεκνοι παρότι έφτασαν κοντά στο να γίνουν γονείς, η κύηση ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε, αλλά διακόπηκε στον πέμπτο της μήνα· σε αυτή την αγέννητη κόρη αφιερώνει το βιβλίο ο Χρηστίδης, απόφαση που αποτελεί μια ελάχιστη χαραμάδα που του επιτρέπει να παρεισφρήσει ανάμεσα στα πρόσωπα της πλοκής και να ταυτιστεί με τον συγγραφέα. Εκείνος ασχολείται διαρκώς με τη λογοτεχνία, παλεύοντας με τις λέξεις, εκείνη, η Αυγή, παρότι δεν καταλαβαίνει από πού πηγάζει η εμμονή του αυτή, δείχνει κατανόηση και υπομονή· τα χρόνια της συμβίωσης έχουν επιβάλλει τον καθημερινό ρυθμό και τη ρουτίνα. Στο διπλανό διαμέρισμα ζει μια υπερπροστατευτική μάνα με την κόρη της, τη Λία. Ο θάνατος της μητέρας θα οδηγήσει την κόρη στην απόφαση να μη βγει ξανά από το σπίτι.

Η ιστορία της Λίας, ορφανής και απροστάτευτης, παρότι ενήλικης, και η ιστορία του ζευγαριού, γεμάτη από καθημερινότητα, παρατήρηση και αναμνήσεις. Συνεκτική και ανεξάρτητη ρέει η ιστορία της συγγραφής· ο ανώνυμος συγγραφέας που διαρκώς περνάει σε μια υπερβατική κατάσταση φαντασίας και στοχασμού, συνομιλώντας με τα πρόσωπα της πλοκής, καθώς τα κομμάτια της αφήγησης παίρνουν τη θέση τους στο μυαλό του, πριν δοκιμάσει τις δυνάμεις του απέναντι στη λευκή κόλλα, εκεί που κρίνονται όλα όσο αφορά την πράξη της συγγραφής. Ο Χρηστίδης επιλέγει να σπάσει τη χρονική γραμμικότητα της αφήγησης, κάνοντας διαρκή μπρος πίσω, όχι τόσο ως ανάληψη του παρελθόντος χρόνου, αλλά περισσότερο ως μια άσκηση μοντάζ, αναζητώντας τον καλύτερο και πλέον λειτουργικό για την αφήγηση τρόπο τοποθέτησης των κεφαλαίων στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα. Ο τρόπος να πει κάποιος μια ιστορία είναι σημαντικότερος, ενίοτε, από την ίδια την ιστορία. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα αποδεικνύεται παιγνιώδες και όχι παιχνιδιάρικο, οι αποφάσεις λαμβάνονται για τη μέγιστη εξυπηρέτηση του συγγραφικού οράματος, του πολύ συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο ο Χρηστίδης επιθυμεί να αφηγηθεί την ιστορία του, και όχι ελαφρά την καρδία και για δημιουργία εντυπώσεων κενών περιεχομένου. 

Ταυτόχρονα, και χωρίς αυτό να χρεώνεται ως ευκολία, οι αποφάσεις αυτές αναδεικνύουν και δεν αποκρύπτουν τα συστατικά που αποτελούν την αφήγηση, δίνοντας στον αναγνώστη ξεκάθαρες απαντήσεις, δικαιολογώντας περαιτέρω τις επιλογές του συγγραφέα, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε φαινομενικά εγκεφαλικές κατασκευές όπως αυτές που ανήκουν στο σώμα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Οι ραφές του υφαντού είναι ορατές ή έτσι φαντάζουν, τουλάχιστον. Η μεγάλη φόρμα επιτρέπει στον αναγνώστη να διακρίνει τον τρόπο εργασίας του συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί εντός της γραφής. Τον τρόπο, επίσης, που η εξωτερική συνθήκη επιδρά ενδοκειμενικά. Ο Χρηστίδης δεν ποντάρει μεγάλο ποσό στη συγχρονία, κάποιες αναφορές σ' αυτή, όπως τα μέτρα απομόνωσης κατά τη διάρκεια έξαρσης του κορωνοϊού ή η αναπόφευκτη ψηφιακή ζωή που πορεύεται παράλληλα της αναλογικής, απλώς θέτουν τις ιδιαίτερες χωροχρονικές συνθήκες που επικρατούν, ένα ευδιάκριτο σκηνικό που περικλείει τη δράση. Επίσης, παρότι δεν υπάρχει σχετική σήμανση, οι διακειμενικές αναφορές είναι αρκετές, η πιο εμφανής είναι εκείνη στο Πέδρο Πάραμο το μοναδικό αριστούργημα του Χουάν Ρούλφο με την κατάβαση στον κόσμο των νεκρών για την υλοποίηση μιας υπόσχεσης.

Η, ποικιλοτρόπως παρούσα, ένταξη της συγγραφής ως συστατικό της πλοκής επιτρέπει στον στοχασμό να εισχωρήσει ανάμεσα στις γραμμές. Η γειτνίαση σε μια απρόσωπη μεγαλούπολη, η αδυναμία ενός ζευγαριού να τεκνοποιήσει, η ευνουχιστική γονεϊκή υπερπροστατευτικότητα, η ψυχική νόσος, η αναπόφευκτη έλευση του γήρατος ως προπορευόμενο τάγμα του θανάτου, μερικά μεταξύ άλλων. Ο Χρηστίδης, χωρίς να γίνεται διδακτικός ή να προδίδει την ιστορία του, κολυμπάει ανάμεσα σε μικρότερα ή μεγαλύτερα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, προσθέτοντας, και με αυτό τον τρόπο, το επαρκές και απαραίτητο συναίσθημα στη φαινομενικά εγκεφαλική αυτή κατασκευή, χωρίς να το βιάσει και να το καθοδηγήσει. Τέλος, σημαντικό και άξιο αναφοράς προτέρημα του μυθιστορήματος αυτού είναι η οικονομία, η πειθαρχία, απότοκο ίσως και της καλής επιμέλειας, στη γραφή, η αποφυγή της χαλάρωσης και του περιττού.

Η Αυγή άνετα θα έμπαινε στη λίστα με τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που διάβασα το '23.

υγ. Για το αριστουργηματικό Πέδρο Πάραμο, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για τα ελληνικά βιβλία που ξεχώρισα για τη χρονιά που πέρασε, εδώ.

Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

Πέτρινα ημερολόγια - Carol Shields

 

Τι ωραίο βιβλίο που ήταν αυτό!

Ήταν μια αναγνωστική έκπληξη, από τις πολλές της κάθε χρονιάς, μια συγγραφέας που εγώ δεν γνώριζα και μια μέρα ένα βιβλίο της έφτασε ως το γραφείο και ήταν το ένστικτο εκείνο που το βοήθησε να προσπεράσει αρκετά από τα βιβλία της στοίβας με τα προσεχώς. Σκέφτομαι συχνά πόση ευγνωμοσύνη, ναι αυτή τη βαριά λέξη κρίνω κατάλληλη, νιώθω για εκείνους τους ανθρώπους που προτείνουν τίτλους στους εκδοτικούς οίκους, τους επαγγελματίες αναγνώστες οι οποίοι χωρίς να στέκονται μόνο στη σύγχρονη παραγωγή γυρεύουν καλά βιβλία για τον κατάλογο του οίκου. Και τα ονόματά τους σπάνια τα μαθαίνει κανείς.

Δεν έχω νιώσει γράφοντας τόση ευτυχία όση ένιωσα τα δύο χρόνια που δούλευα τα Πέτρινα ημερολόγια. Έτσι ξεκινά η Κάρολ Σιλντς τον πρόλογο που συνοδεύει την έκδοση. Ένας φίλος συχνά πυκνά παραπονιέται με τον τρόπο του για την εκτεταμένη έλλειψη διασκέδασης εντός της λογοτεχνίας, απουσία εμφανής και στην ίδια τη διαδικασία της γραφής. Σκέφτομαι πως έχει δίκιο και ίσως κάτι τέτοιο να αντανακλάται στην εξωμυθοπλαστική συνθήκη, ίσως το συστατικό της σοβαροφάνειας, της επιτήδευσης, της δυσκοιλιότητας να έχει ταυτιστεί περισσότερο από όσο του αναλογεί με την καλή λογοτεχνία, ίσως ο πόνος και το τραύμα, κυρίαρχα όπως είναι εκεί έξω, να απαιτούν τη θέση τους στη γραφή και την ανάγνωση. Είμαστε όμως και εμείς, παρότι ισχυριζόμαστε πως σκεφτόμαστε διαφορετικά και έξω από το κουτί, θύματα του καιρού μας. Διάβασα δυο-τρεις φορές την εναρκτήρια αυτή φράση μέχρι να την χωνέψω, μέχρι να σταματήσει να με οδηγεί σε παράξενες διαδρομές σκέψης και επιφύλαξης.

Είναι τα Πέτρινα ημερολόγια ένα ελαφρύ και διασκεδαστικό βιβλίο; Ίσως και ναι, ίσως και όχι. Δεν είναι απλή μια τέτοια απάντηση, όχι τουλάχιστον μέχρι να προσδιοριστεί το λογοτεχνικό ύψος στο οποίο πραγματοποιείται η πτήση αυτή. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Με μια λακωνική προσέγγιση θα μπορούσε κάποιος να πει πως το μυθιστόρημα αυτό είναι μια οικογενειακή σάγκα, με κυρίως πρόσωπο συνοχής και αναφοράς τη Ντέιζι που γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και πέθανε λίγο πριν το τέλος του. Η συγγραφέας ακολουθεί μια κλασικότροπη δομή χρονικά γραμμικής βιογραφίας, χωρίζοντας το βιβλίο σε κεφάλαια όπως Γέννηση, Παιδικά χρόνια και τα λοιπά φτάνοντας ως τον Θάνατο.

Τα τελευταία χρόνια το υποείδος της αυτομυθοπλασίας γνωρίζει άνθηση, το βίωμα και ο εγκιβωτισμός της συγγραφής του ίδιου του βιβλίου ως αναπόσπαστου μέρους της πλοκής είναι κάτι που συναντά ο αναγνώστης συχνά. Υπέρμαχοι και εχθροί του είδους υπάρχουν όπως είναι αναμενόμενο. Διαβάζοντας τα Πέτρινα ημερολόγια σκεφτόμουν πως επιδιώκοντας κανείς να συμπληρώσει το γενεαλογικό δέντρο του autofiction θα έπρεπε, ανάμεσα σε άλλα, με προεξάρχοντα τον Προυστ, όπως ο Κώστας Καλτσάς με οξυδέρκεια επισήμανε στον πρόλογο της τριλογίας της Κασκ, να προσθέσει και τη Σίλτνς.

Δεν είναι αυτοβιογραφικό το μυθιστόρημα αυτό, τουλάχιστον όχι σε βαθμό καθοριστικό για την σύλληψη, την εκτέλεση και την πρόσληψή του, δεν είναι ούτε αυτομυθοπλασία, σε καμία περίπτωση δεν είναι. Τι είναι τότε αυτό που το καθιστά ειδολογικό πρόγονο; Η ίδια η Σιλντς απαντάει σε αυτό, έστω και έμμεσα, όταν η διάκριση της αυτομυθοπλασίας δεν είχε προσδιοριστεί θεωρητικά και με όρους μάρκετινγκ. Προσπαθώντας, λοιπόν, να πει την ιστορία της Ντέιζι, αναζητούσε το κατάλληλο όχημα. Και αν η κλασικότροπη δομή ήταν μία λειτουργική χείρα βοηθείας, η σκέψη πως στην κατασκευή αυτή όφειλε να συνδυάσει ταυτόχρονα την αυτοεικόνα της ηρωίδας με την εικόνα εκείνη που οι τριγύρω της είχαν γι' αυτήν ήταν μια σκέψη καταλυτική. Η συγγραφέας διαπραγματεύεται το προνόμιο της παντογνωσίας της, ως ένα βαθμό το θυσιάζει παραχωρώντας το στα συμπληρωματικά πρόσωπα της πλοκής, την ίδια στιγμή που για να λειτουργήσει όλο αυτό εκείνα, τα άλλα πρόσωπα, οφείλουν να αποκτήσουν μορφή και σχήμα.

Δεν είναι μόνο ο θάνατος εκείνος που καταστατικά αφήνει την εικόνα μας ενέχυρο σε όσους μας θυμούνται, συνήθως αυθαίρετα, πώς αλλιώς, αφού αποτελεί αποτέλεσμα μιας ξεκάθαρα υποκειμενικής διαδικασίας, είναι και η εν ζωή συνθήκη που τη χαρακτηρίζει αυτή η, τουλάχιστον, διπλής διαδρομής οδός. Η Σιλντς έχει σκεφτεί και έχει πάρει δύο σημαντικές αποφάσεις καθοριστικές για το πέρασμα από τη σύλληψη στο χαρτί. Δεν είναι όμως αρκετό για να ολοκληρωθεί και να μπορεί να σταθεί το μυθιστόρημα. Τα Πέτρινα ημερολόγια είναι ένα υποδειγματικό βιβλίο, αφού ασχολείται με ένα συνηθισμένο στη λογοτεχνία θέμα, την οικογενειακή σάγκα ή, πιο απλά, την μυθοπλαστική βιογράφηση μιας ζωής, και το πετυχαίνει με τρόπο άρτιο, χωρίς να κρύβει το μεγαλύτερο μέρος των ραφών και των καθοριστικών στιγμών, χωρίς να εμποδίζει τη θέα στη βιτρίνα με τις κρίσιμες αποφάσεις, εκεί είναι όλα τα κόλπα και τα ευρήματα, μοιάζει να δείχνει. Θεωρώ δεδομένο πως τα Πέτρινα ημερολόγια είναι μέρος της ύλης σε διάφορα σεμινάρια γραφής, αφού το μυθιστόρημα προσφέρει απλόχερα τη συγγραφική σκέψη και την εφαρμογή της στο χαρτί, με έναν τρόπο σχεδόν μαθηματικό ή φυσικό, κατάλληλο να λειτουργήσει ως εφαρμογή της δοθείσας θεωρίας.

Στη σύνθεση αυτού του κολάζ, η Σιλντς χρησιμοποιεί διάφορες αφηγηματικές τεχνικές, ξεκινώντας από την κλασική τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός παντογνώστη αφηγητή, περνώντας σε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, βρίσκοντας χώρο να εισέλθει και η ίδια ως συγγραφέας της ιστορίας αυτής στο κάδρο και φτάνοντας ως τη χρήση επιστολών, άρθρων, διαλόγων και λιστών. Θα σταθώ ιδιαίτερα στους διαλόγους όπου χρησιμοποιεί ένα ενδιαφέρον εύρημα κατά το οποίο συμπυκνώνει για παράδειγμα τις τηλεφωνικές συνομιλίες, εναλλάσσοντας τα πρόσωπα στην άλλη άκρη της γραμμής, αρχικά προσθέτοντας τον εκάστοτε συνομιλητή αλλά ακολούθως παύοντας να το κάνει αυτό, απαντήσεις, γνώμες και απόψεις που διαδέχονται η μία την άλλη και έχουν ως αποτέλεσμα ένα φοβερό εφφέ θορύβου που αποτυπώνει τον θόρυβο που ο καθένας μας νιώθει όταν, ζητώντας την ή όχι, δέχεται τη γνώμη των άλλων, όλα αυτά τα εγώ νομίζω, εγώ στη θέση σου θα έκανα το ένα ή το άλλο. Εκεί επίσης φαίνεται η καλή δουλειά που έχει προηγηθεί στη σκιαγράφηση των προσώπων, αφού ο αναγνώστης νιώθει συχνά αρκετά βέβαιος για το ποιος θα μπορούσε να έχει πει την κάθε ατάκα, γνωρίζοντας τον χαρακτήρα και τον τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης της πραγματικότητας.

Η Σιλντς απαντάει στην πράξη στο αν είναι δυνατόν να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή σ' ένα, έστω και πολυσέλιδο, μυθιστόρημα. Η δόμηση της ιστορίας σίγουρα βοηθάει, όμως είναι η αρτιότητα στα συστατικά της αφήγησης που επιτρέπει τα άλματα στον χρόνο χωρίς να αφήνει την αίσθηση του κενού αλλά εκείνη της γραμμικής και οριακά αιτιοκρατικής ακολουθίας. Σημαντική επίσης αποδεικνύεται η στρατηγική της πύκνωσης σε λίγες φράσεις καθοριστικών γεγονότων, την ώρα που αφιερώνει περισσότερες σελίδες για την αφήγηση φαινομενικά και μόνο ασήμαντων περιστατικών. Και μπορεί το μυθιστόρημα να περιστρέφεται κυρίως γύρω από την Ντέιζι, όμως από τις σελίδες του παρελαύνουν πάνω από είκοσι πρόσωπα με τα οποία η συγγραφέας ασχολείται με προσοχή και φροντίδα τέτοια που τα καθιστά ζωντανά και αναγνωρίσιμα. Ταυτόχρονα με την προσωπική ιστορία της Ντέιζι, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας και της παράλληλης μεγάλης εικόνας της ιστορίας, χωρίς κάποιο από τα δύο αυτά σκέλη να παρασιτεί έναντι του άλλου. Η Ντέιζι δεν μένει να αιωρείται στο κενό, αλλά είναι κατάλληλα πλαισιωμένη στον χωροχρόνο που κατέλαβε στη διάρκεια της ζωής της.

Τα Πέτρινα ημερολόγια είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα που, παρότι γραμμένο μόλις τριάντα χρόνια πριν, αφήνει ευδιάκριτη την αίσθηση του κλασικού χωρίς να απολύει τη φρεσκάδα του. Θυμήθηκα αρκετές φορές μια ακόμα αγαπημένη των τελευταίων χρόνων Αμερικανή συγγραφέα, την Ελίζαμπετ Στράουτ. Η γυναικεία λογοτεχνία στα καλύτερά της!

υγ. Για τα βιβλία της Ελίζαμπετ Στράουτ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Η τελευταία αρκούδα του δάσους - Άκης Παπαντώνης

Ο Καρυότυπος έσκασε από το πουθενά, ένα έξοχο πρωτόλειο, σφιχτοδεμένο και στυλιζαρισμένο με μαστοριά, παρότι στο όριο της εγκεφαλικής κατασκευής. Ιδιαίτερα το πρώτο κεφάλαιο θα μπορούσε άνετα να σταθεί ως αυτόνομο και υποδειγματικό μικροδιήγημα. Για το Ρηχό νερό, σκιές είχα προσδοκίες πια, μαχαίρι δίκοπο, δεν ένιωσα τον ίδιο ενθουσιασμό, όμως μου άρεσε πολύ· ο Παπαντώνης πέρασε δικαιωματικά στο γκρουπ των συγγραφέων εκείνων που περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βήμα τους. Ακολούθησε μια συλλογή ποίησης, παράλληλα με κάποιες μεταφραστικές δουλειές, που φανέρωσαν ένα πολυσχιδές υποκείμενο γραφής, αν προσθέσει κανείς και την σποραδική του παρουσία στην κριτική. Λίγο πριν από τα τέλη του '23 κυκλοφόρησε η νουβέλα αυτή, με τον έξοχο τίτλο Η τελευταία αρκούδα του δάσους, πάντοτε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Τα ορφανά του Τσαουσέσκου, η έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ και τώρα η φρικώδης Σφαγή της Σρεμπρένιτσα, με τη συμμετοχή Ελλήνων εθνικιστών στο πλευρό του σερβικού στρατού, μια ακόμα σελίδα ανθρώπινης ντροπής. Και εδώ, ο Παπαντώνης χρησιμοποιεί ως άξονα περιστροφής ένα ιστορικό συμβάν, επιλογή που λειτουργεί, μεταξύ άλλων, ως ευδιάκριτο προσωπικό νήμα που ενώνει τα τρία βιβλία μεταξύ τους, το παρελθόν που ρίχνει τη σκιά του. Ωστόσο, τα βιβλία του αρκετά απέχουν από το να ενταχθούν στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος, αφού ο συγγραφέας τα χρησιμοποιεί περισσότερο ως χωροχρονικές μεταβλητές ώστε να διηγηθεί μικροϊστορίες που έλαβαν χώρα στα απόνερα των συμβάντων αυτών.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής εδώ είναι ο Θοδωρής, απόφοιτος του τμήματος χημείας, που ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Ο αδερφός του, ο Νίκος, που αργότερα άλλαξε το όνομά του σε Νικηφόρος, μεγαλύτερος σε ηλικία, υπήρξε μια καθοριστικής σημασίας παρουσία στη ζωή τού Θοδωρή, μια αναπλήρωση της πατρικής φιγούρας που απουσίαζε από τα λίγα πρώτα του χρόνια, απουσία καλυμμένη με σιωπή και μυστήριο, η μητέρα ποτέ δεν αναφερόταν σε αυτόν, έχοντας φροντίσει να απομακρύνει τις όποιες φωτογραφίες του από το σαλόνι του σπιτιού. Αυτή είναι η ιστορία της διπλής ενηλικίωσης των δύο αδερφών.

Ο Παπαντώνης χωρίζει τη νουβέλα του σε τριάντα τέσσερα μικρά κεφάλαια, που σε κάθε ένα προηγείται κάποια επεξεργασμένη μαρτυρία αλιευμένη από τα πρακτικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, ενώ το παρελθόν ξεδιπλώνεται ωσότου φτάσει στον παροντικό αφηγηματικό χρόνο. Ο Θοδωρής προσπαθεί να κρύψει ή να κυριαρχήσει επί του συναισθήματός του, όχι για να θεωρηθεί αντικειμενικός, καθόλου δεν τον νοιάζει κάτι τέτοιο, αλλά για να καταφέρει να φτάσει ως το τέλος, όταν όλα τα κομμάτια του παζλ θα είναι στη θέση τους, παρότι τα ερωτήματά του θα έχουν μείνει στη μεγάλη πλειοψηφία τους αναπάντητα, αποσκευή την οποία θα συνεχίσει να κουβαλά και μετά την τελευταία τελεία στο κείμενο αυτό. Στη νουβέλα αυτή, ο Παπαντώνης διαχειρίζεται γλωσσικά και υφολογικά καλύτερα το συναισθηματικό κομμάτι της ιστορίας του πετυχαίνοντας να αφήσει πίσω του την αγωνία και τη θέληση για ένα όσο το δυνατόν πιο αποστειρωμένο και λογοτεχνικά άρτιο περιβάλλον δράσης των υποκειμένων, δίνοντας την ευκαιρία στον Θοδωρή να αναπνεύσει, έστω και ασθματικά υπό το βάρος των γεγονότων.

Αυτό συμβαίνει χωρίς το κείμενο να απολύει τη γνώριμη και επιθυμητή οικονομία λόγου και μέσων, κάθε λέξη και κάθε απόφαση μοιάζει καλά προσχεδιασμένη μέχρι την τελευταία στιγμή, πριν η νουβέλα φύγει για το τυπογραφείο. Η διαχείριση του συναισθήματος αποδεικνύεται το πλέον ξεκάθαρο επόμενο συγγραφικό βήμα του Παπαντώνη, χωρίς να χάνεται το προσωπικό στίγμα που χαρακτηρίζει τη γραφή του. Κατά τα άλλα, όλες οι υπόλοιπες συγγραφικές αρετές, τεχνικής και ταλέντου, εμφανίζονται και εδώ: σφιχτοδεμένη πλοκή, καθαρή και οξυδερκής ματιά, άρτιο στήσιμο χαρακτήρων, πρωτευόντων και δευτερευόντων, ακόμα και απόντων, ο υπαινιγμός, οι μικρές λεπτομέρειες, οι επαρκώς χωνεμένες επιρροές, η λειτουργική χρήση των ιστορικών γεγονότων, της ανάμνησης και της συγχρονίας, καλή πρόζα, μεταξύ άλλων.

Η αφήγηση του Θοδωρή διέρχεται από τρεις δεκαετίες. Παρά το μικρό μέγεθος της νουβέλας, η διέλευση αυτή χαρακτηρίζεται από μια πληρότητα, ικανή να φωτίσει και να νοηματοδοτήσει τα γεγονότα της προσωπικής ιστορίας των δύο αδελφών, παρότι μεγάλο μέρος τους συνέβη σε σκοτεινά και αναπάντητα εδάφη, όχι μόνο για τον αναγνώστη αλλά και για τον αφηγητή, που κάθε άλλο παρά παντογνώστης είναι. Ο Παπαντώνης ανασύρει διάφορα, λιγότερο ή περισσότερο, σημαντικά και γνωστά στον αναγνώστη γεγονότα, όπως οι σχολικές καταλήψεις του '90, η υπόγεια άνθιση της ακροδεξιάς, ο επαγγελματικός αθλητισμός ως εκκολαπτήριο στρατών και τα πάσης φύσεως πατριωτικά συλλαλητήρια. Δεν εγκλωβίζεται στο ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να αναλύσει, δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Έχει μια δυνατή ιστορία να αφηγηθεί και το κάνει, παράγει καθαρή και καλή λογοτεχνία, αυτό είναι, άλλωστε, το ευκταίο ζητούμενο. Υποψιάζομαι πως η επιμέλεια, σε συνδυασμό με τη συγγραφική επιμονή, έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα, που αφήνει, παρά τις χαραμάδες στις οποίες παραπάνω αναφέρθηκα, την αίσθηση πως κάθε τι είναι τοποθετημένο με τον σωστό τρόπο στη σωστή θέση. Ίσως να έχω μια ένσταση για τις μαρτυρίες που προηγούνται των κεφαλαίων, δεν είμαι σίγουρος πως αντιλήφθηκα την ενδοκειμενική  λειτουργικότητά τους, γι' αυτό και στη δεύτερη ανάγνωση τις απέφυγα. Μια λεπτομέρεια που ωστόσο δεν αποδεικνύεται καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη του έργου.

Εκείνο που περισσότερο απ' όλα διαμόρφωσε το αναγνωστικό μου συναίσθημα και συνεχίζει, μέρες μετά το τέλος της ανάγνωσης να με απασχολεί, πέρα από τις πιο αντικειμενικές και ευδιάκριτες λογοτεχνικές αρετές της νουβέλας, ήταν η γειτνίαση με το κακό, ο υποκειμενικός και συναισθηματικά έντονος χαρακτήρας της σχέσης του Θοδωρή με τον αδερφό του, δύο κόσμοι με κοινή αφετηρία και διαφορετική πορεία, η μανιασμένη απόπειρα για κατανόηση και δικαιολόγηση πραγμάτων που αν συνέβαιναν λίγο πιο εκεί τότε με ευκολία θα τα καταδικάζαμε, βλέπετε, κάποιος που αγαπάμε και θα θέλαμε να αποτελεί ένα πρότυπο για εμάς δεν μπορεί να είναι κακός, όσο και αν η λογική κρούει επίμονα και μανιασμένα το καμπανάκι. Αλλά και η ευθύνη που ένας δεσμός αίματος γεννά, το βάρος και η ενοχή που επιμερίζονται δικαίως και αδίκως, λερώνοντας. Γιατί μπορεί να είναι καθαρό πως ο Νικηφόρος είναι ένας αποκρουστικός χαρακτήρας (θυμήθηκα έντονα το βιβλίο του Γκαρλίνι, Ο νόμος του μίσους), που κανέναν λόγο δεν έχουμε να συμπαθήσουμε ή να συναισθανθούμε, ούτε καν να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε και να δικαιολογήσουμε τα έργα και τις μέρες του, αλλά ο Θοδωρής, φταίει, και αν ναι, πόσο και σε τι άραγε;

Η τελευταία αρκούδα του δάσους είναι ένα καλό βιβλίο· ας προστεθεί έστω και καθυστερημένα ανάμεσα στα καλά ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν την περσινή χρονιά.

υγ. Για τον Καρυότυπο περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ρηχό νερό, σκιές εδώ. Για το αποκρουστικά γοητευτικό μυθιστόρημα του Γκαρλίνι, Ο νόμος του μίσους εδώ, ενώ για το Ανατολικά της δύσης, τη συλλογή διηγημάτων του Βούλγαρου Μίροσλαβ Πένκοφ σε μετάφραση Παπαντώνη, εδώ.

Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Η πτήση του Ίκαρου - Raymond Queneau

Αργά ή γρήγορα, σε κάποια από τις κορυφές της παιγνιώδους και μη σοβαροφανής λογοτεχνίας, θα αντικρίσει ο αναγνώστης τον Ρεμόν Κενό και αυτή θα είναι μια καθοριστική συνάντηση για το ευρύτερο ταξίδι του στη λογοτεχνία. Καμπή που είτε θα αποκαλύψει έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισής της, με τη σοβαρότητα που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, είτε θα προκαλέσει απανωτά σοκ δυσανεξίας και θα θεωρηθεί μια ακατανόητη εκτροπή του αναγνωστικού μονοπατιού που περισπούδαστα χαράζουν. Σχετικά μικρός διάβασα τη Ζαζί στο μετρό και το Ασκήσεις ύφους, αρκετά άλλαξαν τότε. Οι καλές εκδόσεις Ύψιλον, με τη μεταφραστική συνδρομή του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη, ενέταξαν τον Κενό στον κατάλογό τους, ξεκινώντας από τα δύο πασίγνωστα έργα του σε νέα μετάφραση, και συνεχίζοντας, λίγους μήνες πριν, με το μέχρι πρότινος ακυκλοφόρητο στα ελληνικά, ύστερο μυθιστόρημά του, Η πτήση του Ίκαρου.

(Για να είμαι ειλικρινής, όταν πέρυσι αποφάσισα να διαβάσω ξανά, χρόνια μετά, τη Ζαζί στο μετρό, φοβόμουν μήπως η αναγνωστική ενηλικίωση λειτουργούσε εις βάρος του άλλοτε τόσο αγαπημένου αυτού βιβλίου. Πόσο αφελής και άστοχη φοβία! Το αντίθετο συνέβη, τα τότε όρια πρόσληψης ήταν στενά και επιφανειακά. Τρελάθηκα!)

Παρίσι, 1896. Ο συγγραφέας Υμπέρ Λυμπέρ θα βρεθεί σε απόγνωση όταν ο Ίκαρος, ήρωας του μυθιστορήματος που μόλις είχε αρχίσει να γράφει, θα εξαφανιστεί. Θα καταφύγει σε έναν διάσημο ιδιωτικό ντετέκτιβ, τον Μορκόλ, θα του αφηγηθεί τι συνέβη και εκείνος θα αναφωνήσει: Πόσο πιραντελικό. Τι και αν το 1896 ο Λουίτζι Πιραντέλο δεν είχε ακόμα γράψει το διάσημο έργο του Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, οι αναφορές και τα δάνεια είναι σωστό να αποδίδονται. Το παιχνίδι, και το μεταφραστικό βάσανο, ξεκινά ήδη από τον τίτλο, Le Vol' d' Icare, που μεταφράζεται τόσο ως η πτήση του Ίκαρου όσο και ως η κλοπή του Ίκαρου. Και είναι μια τέτοια υποψία που φωλιάζει στο μυαλό του απελπισμένου συγγραφέα, πως κάποιος ομότεχνός του του έκλεψε τον ήρωα, ο ανταγωνισμός με λάφυρο τη δόξα, σύγχρονη ή μεταθανάτια, είναι σκληρός και αδυσώπητος.

Αρχής γενομένης της απόδρασης αυτήςμια σειρά από ευτράπελα γεγονότα θα ακολουθήσουν. Η πτήση του Ίκαρου, ένας συνδυασμός πρόζας και θεατρικού, είναι μια αναγνωστική φαντασμαγορία, ένα ειδολογικό γαϊτανάκι, ένα ευφάνταστο άθροισμα συγγραφικών ευρημάτων, αλλεργικό στη σοβαροφάνεια και με προσήλωση στο παιχνίδι, ένα αναρχικό –τι πιο αναρχικό, άλλωστε, από έναν ήρωα που το σκάει από τις σελίδες του βιβλίου που βρέθηκε ξάφνου να ζει γυρίζοντας την πλάτη στον δημιουργό του– ανάγνωσμα που προσφέρει ατόφια απόλαυση χωρίς ωστόσο να υποτάσσεται στιγμή στη γελοιότητα και την απλοϊκότητα. Είπαμε, παιχνίδι όπως τα παιδιά το εξασκούν. Ο Κενό, με όχημα το εύρημά του, περνά γενεές δεκατέσσερις και βάλε, το σινάφι του, παρότι τοποθετεί την ιστορία του στα τέλη του περασμένου αιώνα, χωρίς προφανώς να αφήνει εκτός τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο τρόπος που ο Κενό διαχειρίζεται συνολικά το εύρημά του, ως μια συνθήκη αστεία, δηλαδή, και όχι ως μια σοβαροφανή πρωτοτυπία, ή μια παρθενογένεση αν προτιμάτε, αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική κατασκευή και πρόσληψη, καθώς δεν επιχειρεί να διαφύγει από τα όρια που ο ίδιος θέτει ως συγγραφικές επιδιώξεις. Η πτήση του Ίκαρου, ανάμεσα σε άλλα, μας υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία, τόσο κατασκευαστικά όσο και αναγνωστικά, συχνά πάσχει από έλλειψη του στοιχείου της διασκέδασης, χωρίς να υποφέρει από εκπτώσεις και παιδικές ασθένειες όπως η φάρσα και η κακή σάτιρα. Και έτσι, ξεπερνά εν τέλει τα μυθοπλαστικά του όρια και διαβάζεται και ως ένα παράδοξο και λοξό δοκίμιο σχετικά με τη συγγραφή και ενώ ο Μπαρτ είχε μόλις προλάβει να μιλήσει για τον οριστικό και αμετάκλητο θάνατο του συγγραφέα.

Το μόνο που λείπει από την έκδοση του βιβλίου αυτού, που το συνοδεύει ένα εμπνευσμένο επίμετρο δια χειρός Νίκου Σταμπάκη, είναι μια ευδιάκριτη πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο σε αναγνώστες δυσκοίλιους, που θεωρούν εαυτούς ξεχωριστούς απλώς και μόνο επειδή συνεχίζουν, ενήλικες από χρόνια, να έχουν ανάγκη από αφηγήσεις, θεωρώντας δεδομένο πως αυτό είναι κάτι που τους τοποθετεί σε μια δυσπρόσιτη από την πλέμπα, όποια ομάδα εκείνη θεωρούν τέτοια, κορυφή. Αλλά και για τους ομότεχνους του Κενό που βγάζουν εξανθήματα με την πρόταση αυτή. Οι υπόλοιποι, κοπιάστε!

υγ. Περισσότερα για τη Ζαζί στο μετρό εδώ.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

Κιθαιρώνας - Νίκος Μάντης

Είναι η φιλοδοξία που με έλκει στο σύμπαν του Νίκου Μάντη, όπως αυτή αρθρώθηκε αρχής γενομένης στους Τυφλούς, το πρώτο πολυσέλιδο και γεμάτο φιλοδοξία βιβλίο του δηλαδή, του οποίου η ιστορία του Εύζωνα σίγουρα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι στο πάνθεον της ελληνικής γραμματείας, κατασκευή που παρά τον όποιο βερμπαλισμό της λειτουργεί σύμφωνα με τις συγγραφικές επιδιώξεις. Η βραβευμένη Άγρια Ακρόπολη, έργο επιστημονικής φαντασίας, πρώτο μέρος μιας τριλογίας που έμεινε προς το παρόν ανολοκλήρωτη, αλλά και το σπονδυλωτό μυθιστόρημα Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί, ειδικά το κομμάτι με την αστική περιήγηση ενός τοξικομανή στο κέντρο της καθ' ημάς μητρόπολης, είχαν προλειάνει κατάλληλα το έδαφος. Ο πήχης τίθεται ψηλά και αυτό είναι κάτι γοητευτικό ακόμα και αν ο άλτης τελικά τον ρίξει με την άκρη του κορμού του. Η φιλοδοξία είναι κάτι που απουσιάζει από την εγχώρια παραγωγή πρόζας και το συναπάντημα μαζί της είναι πάντοτε γοητευτικό.

Στον Κιθαιρώνα, το βουνό που σκιάζει την πόλη της Θήβας, ο Μάντης θα εμπνευστεί από τις Βάκχες και θα ανασυστήσει τον μύθο τους, το πώς δηλαδή ο Διόνυσος κατάφερε να εισχωρήσει, εκδιώχνοντας την Εστία, στην κλίκα του δωδεκάθεου ολύμπιου συμβουλίου, αφήνοντας πίσω του την ανθρώπινη φύση του. Δεν είναι η πρώτη φορά που στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία συναντάται η διακειμενική συσχέτιση με το έργο του Ευριπίδη. Αναφέρομαι, όπως ίσως θα καταλάβατε, στα δύο βιβλία του Μισέλ Φάις [Πορφυρά γέλια, Caput mortuum (1392)]. Μια πρώτη διαφορά, από μια σειρά τέτοιων, είναι το γεγονός πως τα έργα του Φάις διαθέτουν έντονο το προσωπικό ύφος που με τα χρόνια ο συγγραφέας έχει καλλιεργήσει και έχει καταστήσει οικείο, με αποτέλεσμα κάθε βιβλίο του να αναγνωρίζεται αβίαστα ως δικό του, άσχετα με την πρώτη ύλη που χρησιμοποιεί. Ο Μάντης μοιάζει να θέλει να κάνει κάτι διαφορετικό. Εδώ εμφανίζεται μια δεύτερη συγγένεια, με τα πολυδιαβασμένα βιβλία της Αμερικανίδας ακαδημαϊκού, Μάντλιν Μίλερ, την Κίρκη και Το τραγούδι του Αχιλλέα, στα οποία η μυθοπλαστική ανασύσταση του μύθου λειτουργεί ως μια γέφυρα διαχρονικότητας με τη φεμινιστική και κουήρ λογοτεχνία αντίστοιχα.

Μια τέτοια αντιστοιχία φαίνεται ξεκάθαρα και στο βιβλίο του Μάντη. Οι μαινάδες, γυναίκες που εγκατέλειψαν τον ανδροκρατούμενο κόσμο της Αρχαίας Θήβας και βρήκαν καταφύγιο ελευθερίας στο βουνό, αλλά και ο ίδιος ο Διόνυσος με τη δυαδική ανατομία φύλου, που τον καταδίκασε για χρόνια στην απομόνωση ως τέρας, επιτρέπουν στον αναγνώστη να διακρίνει την επιθυμία του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει τον μύθο με όρους συγχρονίας, την ώρα που η λογοτεχνία των μη προνομιούχων ομάδων διεκδικεί τον χώρο που μέχρι πρότινος ανήκε αποκλειστικά και μόνο σε εκείνους που επί χρόνια αντιπροσώπευαν μια αυστηρά επιβεβλημένη κανονικότητα. Ο Διόνυσος φαντάζει ταιριαστός στο συγγραφικό σύμπαν του Μάντη, το παιχνίδισμα, η έλλειψη σοβαροφάνειας, η άτακτη και αντισυμβατική φύση του, μεταξύ άλλων. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας δοκιμάζει να τοποθετήσει ένα κομμάτι τυρί σε μια καλοφτιαγμένη παγίδα. Εξηγούμαι: Στους Τυφλους, στο επίκεντρο ήταν οι Αγανακτισμένοι που διεκδίκησαν ένα άλλο πολιτικό αύριο, στο Σφάλμα Συστήματος, μια αριστερή κυβέρνηση, εδώ οι υποσχέσεις του Διονύσου στις γυναίκες.

Αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω ένα επίθετο για τη γραφή του Μάντη, τότε θα επέλεγα, μάλλον, το μειλίχια. Διαβάζοντας τα βιβλία του, ειδικά τα τελευταία τρία, νιώθω διαρκώς ένα χαμόγελο αποδοχής από μεριάς του, κάποιος που λέει, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε. Η αφηγηματική του ικανότητα, η ευκολία με την οποία οι λέξεις παίρνουν τη θέση τους στο χαρτί, η άνεση στην προώθηση της πλοκής αλλά και το θέμα, που ανάλογα με το ποιος είσαι, σε εγκλωβίζει με τρόπο διαφορετικό, είναι κομμάτια της τροφής στον μηχανισμό παγίδευσης. Εδώ εμφανίζεται η διαφορά. Ο Μάντης δεν γράφει για να επιβεβαιώσει τον αναγνώστη του, πόσο μάλλον να τον καλοπιάσει, και αυτό είναι κάτι που του το υπενθυμίζει διαρκώς, αν και εκείνος επιμένει να εθελοτυφλεί στον λαϊκισμό με τον οποίο το έργο τον τρέφει μέχρι να τον οδηγήσει στην αίθουσα ανάνηψης, όταν ο πόνος, ύστερα από τη μέθη, επιστρέφει με το σκληρό του προσωπείο, όταν η αφέλεια συγκρούεται με την πραγματικότητα. Οι παραπάνω ικανότητες και αρετές της γραφής ήταν που με κράτησαν στην ανάγνωση παρότι το θέμα και το περιεχόμενο διόλου του αναγνωστικού μου γούστου δεν είναι, γι' αυτό άλλωστε άργησα τόσο να διαβάσω το μυθιστόρημα αυτό. Και αν στα προηγούμενα βιβλία το τέλος ήταν ακόμα ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες και αναγνώσεις, εδώ, στον Κιθαιρώνα, το τέλος είναι γνώριμο από πριν και από καιρό χωνεμένο, ο Διόνυσος πέτυχε τον στόχο του, οι γυναίκες δεν χρειάζεται νομίζω να σας πω.

Φιλοδοξία παρούσης στο πλευρό των λοιπών αρετών, ο Κιθαιρώνας ήταν ένα αρκετά παράξενο βιβλίο, με τον τρόπο του δύστροπο και ενοχλητικό, ταυτόχρονα, ωστόσο, βατό στην ανάγνωση. Το ψαχνό, η ιστορία δηλαδή, δεν ήταν του γούστου μου και αυτό στάθηκε αρκετό για να αφαιρέσει ένα τεράστιο κομμάτι απόλαυσης, δυστυχώς, το ανοίκειο με κατέβαλε αφήνοντας με απέξω. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κακό βιβλίο, κάθε άλλο. Η αίσθηση που μου άφησε είναι πως ο Μάντης υλοποίησε τα περισσότερα από εκείνα που είχε κατά νου, ενώ και οι αναλογίες με τη συγχρονία, όπως τουλάχιστον εγώ τις διέκρινα, ήταν εκεί. Η μη απόλαυση και η λογοτεχνική επάρκεια συνυπάρχουν συχνά, ούσες δύο διαφορετικές μεταβλητές που δυστυχώς συχνά συγχέονται σε μια απόπειρα αντικειμενικοποίησης του υποκειμενικού κριτηρίου, της μετατροπής του σε ακλόνητη, ίδιον των θετικών επιστημών, θεωρία. Ο Μάντης εξακολουθεί να είναι ένας συγγραφέας που με προσδοκίες περιμένω το κάθε επόμενο βήμα του, μια ιδιαίτερη περίπτωση γραφιά.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα του Μάντη: Άγρια ακρόπολη (εδώ), Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί (εδώ), Οι τυφλοί (εδώ), Σφάλμα Συστήματος (εδώ). Για το βιβλίο του Μισέλ Φάις (εδώ). Για τα βιβλία της Μίλερ: Κίρκη (εδώ) και Το τραγούδι του Αχιλλέα (εδώ).

Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Αμίαντος - Alberto Prunetti

Θα ήθελα αυτή η ιστορία να μην έχει συμβεί πραγματικά. Πώς το λένε; Να ήταν αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Όμως, η πραγματικότητα είναι αυτή που χτύπησε την πόρτα αυτών των σελίδων. Η φαντασία γέμισε τις τρύπες σαν φτηνιάρικος στόκος και ξανάπλασε μερικά επεισόδια, για να εξιστορήσει καλύτερα τις περιπέτειες μιας ζωής και ενός θανάτου. Μιας εργατικής βιογραφίας.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο Αμίαντος συνέθεσε ένα διακειμενικό δίπολο με το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου του Εντουάρ Λουί, το πρώτο αφήγημά του που είχε τόσο έντονη την πολιτική διάσταση, πέρα από τους κοινούς πρωταγωνιστές των δύο ιστοριών. Έτυχε μάλιστα πρόσφατα, λίγο αφού είχα διαβάσει το βιβλίο του Προυνέτι να δω την ενδιαφέρουσα θεατρική μεταφορά του βιβλίου του Λουί και έτσι ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο έγινε ακόμα πιο στενός. Αυτή είναι μια εργατική βιογραφία, η επιθυμία/ανάγκη του γιου να διηγηθεί την ιστορία του πατέρα του, που για χρόνια δούλευε στη βαριά ιταλική βιομηχανία, σε περιόδους που τα μέτρα προστασίας ήταν ακόμα πιο ανύπαρκτα, με αποτέλεσμα κάθε εργατοώρα να καρφωθεί στο κορμί του, οδηγώντας τον σε ένα πρόωρο και σκληρό θάνατο.

Ο πατέρας του Προυνέτι δεν είναι ένας γνώριμος λογοτεχνικός ήρωας. Υπήρξε ένας απλός, ανώνυμος άνθρωπος που προσπάθησε με τον μόχθο του να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της καθημερινότητας, να εξασφαλίσει για την οικογένειά του και για εκείνον ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, προσπάθεια που τελικά τον έκανε να λυγίσει. Δεν είναι επίσης μια ιστορία γνώριμη σε μυθοπλαστικό επίπεδο και αυτό όχι γιατί είναι μια πραγματική και όχι συνολικά επινοημένη ιστορία, αλλά γιατί είναι αυτό που ο υπότιτλος λέει: μια εργατική ιστορία. Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας, δυσκολεύτηκε αρκετά να βρει εκδοτικό οίκο, κανείς δεν έμοιαζε να πιστεύει πως μια εργατική ιστορία θα απασχολούσε το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Κάτι τέτοιο δεν κάνει και πολύ εντύπωση. Μοιάζει η εποχή του ρεαλισμού των φτωχών να ανήκει στο παρελθόν, παρότι ο πληθυσμός τους αυξάνεται και η κοινωνική ανισότητα ολοένα και εντείνεται, προσθέτοντας, σε χώρες όπως η Ιταλία, και τη συνθήκη της ανεργίας, καθώς η πλειοψηφία της βαριάς βιομηχανίας έχει μετατοπιστεί έξω από τα σύνορα του δυτικού κόσμου. Κάποτε ήταν οι συνθήκες εργασίας, τώρα η απουσία αυτής.

Επιστρέφοντας στον Λουί και το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου, είναι σημαντικό να υπενθυμίσει κανείς πως εκεί συμπρωταγωνιστούν πατέρας και γιος, η ιστορία του πατέρα έρχεται σε ευθεία αναλογία με την ενηλικίωση του συγγραφέα, η μεταξύ τους σχέση καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια μανιασμένη απόπειρα του Λουί να κατανοήσει και να δικαιολογήσει τον πατέρα του, να εντοπίσει και να αναδείξει ελαφρυντικά στοιχεία σ' αυτή την άτυπη και εκ των υστέρων δίκη, να κατανοήσει ο ίδιος τον εαυτό του καλύτερα, ο θάνατος στον οποίο αναφέρεται ο τίτλος δεν περιορίζεται στο βιολογικό τέλος, αλλά και σε εκείνον του χαρακτήρα του που προηγήθηκε, γεγονός που εν πολλοίς όρισε τη μεταξύ τους σχέση. Ο Προυνέτι, αντίθετα, κρατάει τον εαυτό του σχετικά έξω από την ιστορία αυτή, όσο βέβαια κάτι τέτοιο είναι, λόγω της έντασης του δεσμού, εφικτό. Επικεντρώνεται στη βιογράφηση του πατέρα του, αναζητά τα ίχνη του σε σελίδες επί σελίδων ένσημα, ακολουθεί την πορεία του ανά την ιταλική επικράτεια στο κυνήγι μιας επόμενης δουλειάς, καταγράφει τις δυσκολίες και την επικινδυνότητα, την καταστροφική επαφή με τον αμίαντο, την επιδείνωση της υγείας του.

Εκτός από τον εαυτό του, ο συγγραφέας αφήνει έξω, πάλι όσο είναι δυνατόν, την πολιτική στράτευση, την προφανή τουλάχιστον επισύναψή της σε μια ιστορία που είναι από μόνη της πολιτική και ταξική. Δεν περιορίζει το αφηγηματικό ύφος σε εκείνο του σκληρού ρεαλισμού, ύφος και περιεχόμενο στο οποίο η Ιταλία είχε, κατά το παρελθόν, μεγάλη παράδοση, τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στον κινηματογράφο. Αφήνει στο συναίσθημα να εισχωρήσει, επιλογή απαραίτητη ώστε να μπορέσει να σταθεί σε ανθρώπινο επίπεδο η βιογραφία ενός πατέρα δια χειρός γιου. Πετυχαίνει έτσι να αποφύγει μια ψυχρή καταγραφή συμβάντων, μια ημερολογιακού χαρακτήρα αναβίωση της ζωής, αντίθετα με τη συμβατική βιογράφηση που, σε μια απόπειρα αντικειμενικοφάνειας, πέφτει συχνά.

Η έρευνα που ο Προυνέτι κάνει, έρχεται να συμπληρώσει όσα ως αυτόπτης μάρτυρας γνώριζε, από το κανάλι της μνήμης ή της αφήγησης. Γιατί, όσο και αν σε πρώτη ανάγνωση κάνει εντύπωση, οι γονείς είναι μια εν πολλοίς άγνωστη γη για τα παιδιά τους, άλλωστε, η συνθήκη πως γονείς και παιδιά μοιράζονται λεκτικά τις ιστορίες τους, και κυρίως αυτές που αφορούν το προ γονεϊκότητας παρελθόν, είναι σχετικά πρόσφατη, και μάλλον όχι τόσο διαδεδομένη όσο κάποιοι ίσως πιστεύουν. Στην άγνωστη ύλη, εκτός από τα διάφορα πραγματολογικά στοιχεία, περιλαμβάνεται επίσης και το συναίσθημα, ίσως και να καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση εντός αυτής. Το πώς ένιωθε ένας πατέρας που είχε πάρει επ' ώμου τον ρόλο του δυνατού προστάτη. Φοβόταν, έκλαιγε, ένιωθε, άραγε, μοναξιά; Ο Προυνέτι, όπως ήδη παραδέχεται από την πρώτη κιόλας παράγραφο, θα αναγκαστεί να συμπληρώσει διάφορα κομμάτια και να προβεί σε υποθέσεις. Αυτό, εκτός από απαραίτητο για την ολοκλήρωση της βιογραφίας, αναδεικνύει και τα κενά που η σχέση πατέρα γιου είχε, τις καταχωρήσεις εκείνες για τις οποίες ίσως ο συγγραφέας θα ήθελε να ρωτήσει ευθέως τον ίδιο.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα είχε τόση σημασία αν το κείμενο έπασχε από λογοτεχνικές αρετές, αν η αφηγηματική άνεση του Προυνέτι, αλλά και η διαχείριση του υλικού, δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της κατασκευής ενός βιβλίου. Ο συγγραφέας, και αυτό είναι παράσημο, καταφέρνει να πατήσει με τα δύο πόδια σε δύο βάρκες. Δεν θυσιάζει την ιστορία για χάρη της λογοτεχνικής αρτιότητας, ούτε όμως και το αντίστροφο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα καλογραμμένο βιβλίο, που έχει επίγνωση των ορίων του και φανερώνει με σαφήνεια τις επιδιώξεις του δημιουργού, μια ιστορία η οποία από την αρχή ως το τέλος παραμένει στη σκιά του θα ήθελα να μην έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Είναι εύκολος και κυρίως ανέξοδος ένας φθόνος απέναντι σε μια αυτοβιογραφική συνθήκη που διαθέτει υλικό για μια καλή αφήγηση, ο Προυνέτι, θέλω να πω, δεν ήταν τυχερός που είδε τον πατέρα του να πεθαίνει από την επαφή με τον αμίαντο γιατί έτσι μπόρεσε να γράψει ένα καλό βιβλίο, μια τέτοια προσέγγιση, που δυστυχώς γίνεται συχνά, είναι, εκτός των άλλων, απάνθρωπη.

Όσο και αν προκαλεί εντύπωση, και αντίθετα σε ένα βαθμό σε σχέση με το έργο του Λουί, ο Προυνέτι κρατάει σε χαμηλή στάθμη την επίκληση στο συναίσθημα, δεν επιθυμεί να γράψει έναν λίβελο για τους βιομηχανικούς πατρόνες, ούτε να επιμείνει στη σχέση του με τον πατέρα του, επιλέγοντας να απουσιάσει από την πρώτη γραμμή της ιστορίας αυτής, όπως δηλαδή συνέβαινε και στην πραγματικότητα, αφού ο πατέρας του περνούσε μεγάλα διαστήματα δουλεύοντας μακριά από το σπίτι. Στην ανάγκη για κατανόηση προστίθεται σίγουρα η επιθυμία να διασωθεί αυτή η ιστορία, που παρότι προσωπική και ξεχωριστή είναι οικεία και γνώριμη. Αυτός ο άνθρωπος υπήρξε.

Ο Αμίαντος υπερέβη κάθε αναγνωστικό προϋπολογισμό, που αποδείχτηκε επιρρεπής στην στερεοτυπία περί στρατευμένης λογοτεχνίας και λεηλασίας της προσωπικής ιστορίας προς τέρψη της συγγραφικής ματαιοδοξίας. Ο Προυνέτι παραδίδει ένα βιβλίο σημαντικό για την αλήθεια του, που αφορά ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, έστω και αν έχει πια μετασχηματιστεί ως προς τα χαρακτηριστικά του, για το οποίο η λογοτεχνία αποτελεί ενός είδους πολυτέλεια, τη στιγμή που και η ίδια η λογοτεχνία μοιάζει να αδιαφορεί γι' αυτό.

Ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη από τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία.

υγ. Περισσότερα για το βιβλίο του Λουί θα βρείτε εδώ.
 
Μετάφραση Βαγγέλης Ζήκος
Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Ο χειραγωγός - Σταύρος Κρητιώτης

Η σοβαροφάνεια –και όχι η σοβαρότητα– με ενοχλεί, το παιγνιώδες –και όχι το παιχνιδιάρικο– με έλκει, ναι, και στη λογοτεχνία. Η περίπτωση του Σταύρου Κρητιώτη –και του πλήθους των ετερωνύμων του– είναι εξόχως ιδιαίτερη για τα ελληνικά δεδομένα. Πρόχειρα, μπορώ να ανακαλέσω τον πολυσχιδή Τζέημς Μήτσαμ, αλλά και τον Κωστή Μαλούτα στο πρώτο του βιβλίο, ως αντίστοιχες περιπτώσεις παιγνιώδους γραφής.

Όλα ξεκίνησαν με Το μηνολόγιο ενός απόντος, οχτώ χρόνια πριν, ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που έχω απολαύσει, μια εκπληκτικής έμπνευσης και εκτέλεσης μεταμοντέρνα κατασκευή. Όταν, αργότερα, στο εσωτερικό των βιβλίων που κυκλοφόρησε ως Σταύρος Κρητιώτης, συμπεριέλαβε και την υπόλοιπη εκτενή βιβλιογραφία, τα κομμάτια μπήκαν σιγά σιγά στη θέση τους, αν και το κεντρικό ερώτημα παρέμεινε: ποιος είναι ο Σταύρος Κρητιώτης; Το καλοκαίρι που μας πέρασε κυκλοφόρησε Ο χειραγωγός, άργησα, αλλά το διάβασα, πώς αλλιώς;

Δεν είναι εύκολο να αναφερθεί κανείς στην πλοκή με τρόπο κατανοητό και ξεκάθαρο, δεν είναι γενικότερα εύκολο να μιλήσει κανείς για ένα βιβλίο όπως αυτό. Ας προσπαθήσω. Ο Καινός, που αρχικά ονομαζόταν Κενός, κατάφερε να πείσει τον Αγό, ηγέτη της Αυταρχίας που κυβερνά μια ανώνυμη χώρα που γειτονεύει με την Ιταλία, να τον χρίσει πρύτανη σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο. Σύντομα, ο Καινός έθεσε ως στόχο την κατάληψη της εξουσίας, να πάρει τη θέση του ηγέτη. Για τον λόγο αυτό καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια· μεταξύ άλλων: χειραγώγηση, ελιγμοί και έλεγχος. Ωστόσο, συχνά, η πραγματικότητα αντιγράφει την τέχνη. Μια νεανική φιλοδοξία, η συγγραφή ενός μυθιστορήματος, το οποίο φρόντισε να αποστείλει σε όλους τους καταξιωμένους κριτικούς, προλόγιζε με ακρίβεια όσα έμελλε να συμβούν. Όταν θα βάλει αγγελία για να ανακτήσει και να καταστρέψει το σύνολο των αντιτύπων, ένας δημοσιογράφος θα θυμηθεί πως ο τίτλος του βιβλίου κάτι του θυμίζει, ψάχνοντας θα βρει το αδιάβαστο εκείνο αντίτυπο, διαβάζοντάς το, έκπληκτος, θα διαπιστώσει πως το μυθιστόρημα μιλούσε με ακρίβεια για γεγονότα σύγχρονα, ικανά να αναταράξουν τα νερά και να προκαλέσουν αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις. Η ύπαρξη ενός σωσία του Καινού θα πυροδοτήσει απρόσμενα την απόπειρά του να επιβιώσει.

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα στη μεταμοντέρνα αυτή σύνθεση, στην οποία καμία σύμβαση δεν τηρείται, καμία αξιοπιστία δεν απαντάται. Ας παραθέσω, ωστόσο, και ένα απόσπασμα από το ίδιο το βιβλίο:

Το αυθιστόρημά μου, όπως και κάθε άλλο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, θα υπονομεύει την αρραγή αφήγηση και θα επενδύει στην αποσπασματικότητα, την ασυνέχεια και τη σύζευξη ετερόκλητων νημάτων. Ο αναγνώστης θα καλείται να συνδυάσει και να συνδέσει τις διάσπαρτες ιστορίες, ώστε να νοηματοδοτήσει τη συνολική κατασκευή. Οι ιστορίες αυτές θα είναι ρεύματα· θα διανοίγουν χώρο για τον εαυτό τους μέσα στη θάλασσα των στοχασμών που απαρτίζουν το υπόλοιπο κείμενο. Θα γεννούν διαρκώς αψιμαχίες ανάμεσα στην ασυνέχεια και τη συνεκτικότητα, αφού κάθε αυτοτελής ιστορία θα παραμείνει μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μέσα στο οποίο αποκτά άλλη δομική υπόσταση.

Προχωρώ έχοντας –έστω αποπειραθεί να– ξεμπερδέψει με την πλοκή. Η μορφή, αναπόφευκτα, υποτάσσεται στη συγγραφική σύλληψη· σημειώσεις, απόπειρες, εγκιβωτισμός παραθεμάτων και εκτενής διακειμενικότητα, διαγραμμένα μέρη, εναλλαγή φωνών, κατασκευαστικές σημειώσεις και οδηγίες, δυσδιάκριτα όρια μυθοπλασίας και μυθοπλαστικής πραγματικότητας συνυπάρχουν, ακολουθούν και καθορίζουν την προώθηση της πλοκής. Ένας ευρύχωρος λαβύρινθος απλώνεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη καθώς οι σελίδες γυρίζουν η μια μετά την άλλη, με το σήμα γεωγραφικού εντοπισμού να χάνεται συχνά και να οδηγεί σε επανυπολογισμό της πορείας με την παραίτηση και την παράδοση στο ρεύμα της πλοκής να κρίνεται μάλλον απαραίτητη. Τα ερωτήματα είναι πολλά, κάποια παραμένουν αναπάντητα ή ρητορικά, αυτό ίσως εκνευρίσει τον αναγνώστη εκείνο που γυρεύει και ικανοποιείται από τις απαντήσεις, αλλά θα ενθουσιάσει εκείνον που γοητεύεται από αυτά. Μια εγκεφαλική κατασκευή, εκ φύσεως, διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά. Εδώ, το παιγνιώδες επιβάλλεται του σοβαροφανούς.

Αυτό είναι ένα φιλόδοξο βιβλίο, ίσως το πλέον φιλόδοξο εγχείρημα του Κρητιώτη, που εδώ και χρόνια χαράζει το δικό του συγγραφικό μονοπάτι, ιδιαίτερο και απευθυνόμενο σε μια μάλλον μικρή μερίδα του αναγνωστικού κοινού. Δεν αποφεύγει τις δυσκολίες, τις εργαλειοποιεί, τις καθιστά βασικό συστατικό των βιβλίων του, οι αναγνώστες που τον ακολουθούν τις επιζητούν. Το συναίσθημα που περιλαμβάνει αυτή η εγκεφαλική κατασκευή είναι υπαρκτό και απόλυτα συνδεδεμένο με τη σύσταση των σκιωδών προσώπων του έργου. Διόλου αναπάντεχα μια από τις βασικές επιρροές στον Χειραγωγό είναι ο προφήτης Μακιαβέλι. Ο συγγραφέας περνά γενεές δεκατέσσερις την πανεπιστημιακή πραγματικότητα, την παρακμή στην οποία τσαλαβουτούν αναγκαστικά όσοι εμπλέκονται με αυτό, τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιχειρεί να το προσαρμόσει στις επιδιώξεις του, καθιστώντας το μέρος της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας, ως μια μονάδα παραγωγής κέρδους και ανάπτυξης. Το κομμάτι της πολιτικής δυστοπίας, αν και απαραίτητο για τη στατικότητα, δεν είναι ιδεολογικά σημαντικό, δεν αποτελεί το κέντρο αναφοράς της πλοκής. Θα ήταν ελλιπές και άτυχο να περιορίσει ειδολογικά κανείς το βιβλίο αυτό στην κατηγορία της πολιτικής δυστοπίας, ακόμα και σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή αυτής, πιο ακριβής θα ήταν ο χαρακτηρισμός ως campus novel, με τον τρόπο τού Κρητιώτη πάντα.

Το βιβλίο, θεωρώ, πρέπει να κριθεί με βάση τη φιλοδοξία του, το πού έθεσε τον πήχη ο Κρητιώτης, και να επαινεθεί ασχέτως αν δεν τον ξεπέρασε ξεκάθαρα τον πήχη αυτό. Το αποκαλώ φιλόδοξο ακριβώς γιατί επιχειρεί να συγκεράσει δύο μάλλον ετερόκλητα στοιχεία, εκείνα της απορίας και της απόλαυσης, μένοντας αυστηρά πιστός στις αρχές του, χωρίς να επιχειρεί να νερώσει το διάλυμα, να το κάνει πιο εύπεπτο, λιγότερο ενοχλητικό. Ο αναγνώστης δεν αφήνεται να χαλαρώσει, διαρκώς γυρεύει σημάδια και απαντήσεις σε μια απόπειρα να χαρτογραφήσει με ευκρίνεια το μονοπάτι που ακολουθεί, ταυτόχρονα όμως, αυτό είναι και αναπόσπαστο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης, η εγρήγορση και η ικανοποίηση όταν κάποια νήματα συναντώνται και ενώνονται, έστω και για μια στιγμή, έστω και αν χωριστούν την επόμενη και το κενό επανέλθει ακόμα πιο σκοτεινό.

Το ερώτημα που κατά τη γνώμη μου οφείλει να απαντηθεί είναι αν όλα αυτά τα λογοτεχνικά τερτίπια και καμώματα εξυπηρετούν τον σκοπό τους ή αν απλώς αποτελούν μια απόπειρα συγγραφικής αυτοϊκανοποίησης. Και εδώ η απάντηση είναι ξεκάθαρη: τα τερτίπια και τα καμώματα καθίστανται λειτουργικά και απαραίτητα για τη σύνθεση αυτή, το προγραμματικό παιγνιώδες εκπληρώνεται, μαζί με αυτό και οι αναγνωστικές –μου– προσδοκίες, για ακόμα μια φορά.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα του Κρητιώτη: Το μηνολόγιο ενός απόντος (εδώ), Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης (εδώ), Η κατασκευή μιας υστεροφημίας (εδώ), ως Αρίστη Προυσσιώτη Το θρόισμα των εκδοχών (εδώ). Για τα βιβλία του Τζέημς Μήτσαμ: Πολπόταμος (εδώ), Καραντίνα στο Νησί του Διαβόλου (εδώ), Ο Kενοειδής (εδώ). Για το πρωτόλειο του Μαλούτα Μια φορά (και ίσως και άλλη μια (εδώ).

Εκδόσεις Μελάνι

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Διάχυτο φως - Deniz Ohde

Το αναγνωστικό προαίσθημα είναι ένα από τα πολλά φίλτρα που χρησιμοποιεί κανείς όταν πρόκειται να διαλέξει το επόμενο βιβλίο. Κι εμένα το προαίσθημά μου υπερθεμάτιζε πως αυτό θα ήταν ένα καλό βιβλίο, ένα βιβλίο που θα μου άρεσε, το κατάλληλο βιβλίο για εκείνη τη στιγμή. Σίγουρα το προαίσθημα με τα χρόνια διαμορφώνεται από πλήθος άλλων παραγόντων, γεγονός που το μεταβάλει περισσότερο σε αιτιοκρατικό ένστικτο, απομακρύνοντας το από το βασίλειο του μεταφυσικού που κάποτε έδρευε. Εδώ για παράδειγμα έχουμε μια ενδιαφέρουσα σειρά ξένης λογοτεχνίας, την Aldina, μια νεαρή συγγραφέα, τη Γερμανοτουρκάλα Ντενίς Όντε, και ένα οπισθόφυλλο που περιγράφει την επιστροφή της αφηγήτριας στο χωριό που μεγάλωσε. Στοιχεία ικανά να μου τραβήξουν το ενδιαφέρον και να επιτρέψουν σε κάποιες πρώτες γραμμές του υπό διαμόρφωση ορίζοντα προσδοκιών να φανούν.

Ο Εντουάρ Λουί, τουλάχιστον στα καθ' ημάς, έφερε στο προσκήνιο μια λογοτεχνία πολιτική, που μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το τραύμα, για την οικογένεια, την τάξη, την παρηκμασμένη (γαλλική) επαρχία και βέβαια τη σεξουαλικότητα. Οι ενστάσεις απέναντι στο έργο του έχουν κυρίως να κάνουν με τις λογοτεχνικές αξιώσεις, αλλά και την υποψία μανιέρας από βιβλίο σε βιβλίο. Ήμουν τυχερός και διάβασα το πρώτο του βιβλίο πριν γίνει της μόδας και, εκτός των άλλων, οι προσδοκίες εκτοξευθούν και γίνουν αόριστες και αφηρημένες. Τα λέω αυτά, πριν ακόμα μιλήσω για το βιβλίο της Όντε, γιατί σκεφτόμουν αρκετά έντονα τα βιβλία τού Λουί αλλά και τη συζήτηση γύρω από αυτά, όσο διάβαζα το Διάχυτο φως.

Η αφηγήτρια, μια πιθανή εκδοχή της ίδιας της συγγραφέως, κοντινή ή μακρινή μικρή σημασία έχει, επιστρέφει μετά από χρόνια στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο σπίτι που πια μένει ο πατέρας της μόνος του. Επιστρέφει για να παραστεί στον γάμο δύο παιδικών της φίλων. Η αιτία της επιστροφής, μια κοινωνική υποχρέωση, θέτει εξαρχής την απόσταση που πλέον νιώθει να τη χωρίζει με το μέρος εκείνο, με τα χρόνια εκείνα, με τον ίδιο της τον πατέρα, μεταξύ άλλων, απόσταση όχι απλά και μόνο χιλιομετρική, αφού έμενε σε άλλη πόλη της Γερμανίας και όχι στο νότιο ημισφαίριο, και όμως εκείνη εδώ και καιρό δεν είχε επιθυμήσει μια, έστω και ολιγοήμερη, επιστροφή. Ο αέρας αλλάζει όταν μπαίνεις στην περιοχή. Έτσι ξεκινά η αφήγηση αυτή.

Μπορεί το κουήρ στοιχείο, έντονο και κυρίαρχο στο έργο του Λουί, να λείπει εδώ, όμως, η επιστροφή τής αφηγήτριας εκεί, με τις παρεπόμενες αναλήψεις από εκείνα τα χρόνια, σε πολλά ομοιάζει με τη σύσταση του εδάφους στον γαλλικό βορρά. Η Όντε δεν επιλέγει μια ευθεία αυτοβιογραφική πρόζα, σκεπάζει καλά την ιστορία αυτή με τον μανδύα της μυθοπλασίας. Έτσι, ενώ η αφετηρία των δύο μοιάζει, η αφηγηματική διαδρομή είναι διαφορετική. Ένας προβληματικός γάμος, αυτός των γονιών της αφηγήτριας, ένα προβληματικό μέρος, το μικρό χωριό, η συντηρητική κοινωνία, οι ταξικοί φραγμοί, η απουσία προνομίων, ο αγώνας, σε συνδυασμό με τη συγκυρία, που θα οδηγήσει την αφηγήτρια ύστερα από μια παράκαμψη στο τεχνικό γυμνάσιο, στο πανεπιστήμιο και σε μια άλλη ζωή. Η επιστροφή, ο χρόνος που μοιάζει να έμεινε αυστηρά ακινητοποιημένος, εντείνει το αίσθημα της αλλαγής της, την ώρα που οι συνομήλικοί της συνέχισαν στα βήματα των γονιών τους, ο αλκοολικός και ελάχιστα συναισθηματικός πατέρας, που εδώ χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη καταναλωτική μανία που συνδυάζεται με μια ασφυκτική συσσώρευση πραγμάτων εξ αρχής άχρηστων στο πεπερασμένης έκτασης σπίτι, ανάμεσα σε άλλα. Σημαντική παράμετρος στο Διάχυτο φως είναι και η καταγωγή της μητέρας, μετανάστριας από την Τουρκία, που δραπέτευσε από ένα ασφυκτικό περιβάλλον ανέχειας και θρησκευτικής πειθαρχίας, για να βρεθεί σε έναν αδιέξοδο γάμο, κάνοντας αιώνια υπομονή, που μόνο, μια στο τόσο, της επέτρεπε να απολαμβάνει ένα ποτήρι αλκοόλ στο τέλος μιας ακόμα κοπιώδους μέρας.

Η Όντε δεν περιγράφει μια πρωτότυπη ιστορία, ειδικά για τη γερμανική κοινωνία, που παρά την αυξημένη ενσωμάτωση, η ταμπέλα του ξένου εξακολουθεί να υπάρχει και να διαχωρίζει, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τις κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις του πληθυσμού, παρότι το βιοτικό επίπεδο μοιάζει να είναι υψηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες. Η έλλειψη πρωτοτυπίας ωστόσο δεν αποτελεί ψεγάδι αλλά πεδίο στο οποίο η οξυδερκής παρατηρητικότητα της αφηγήτριας επιβεβαιώνεται, και αυτό γίνεται με έναν λογοτεχνικά άρτιο τρόπο. Οι διαρκείς παρεκβάσεις δεν πετούν τον αναγνώστη εκτός ιστορίας, αλλά είναι ενταγμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτυπώνουν αληθοφανώς τον καταιγισμό σκέψεων και αναμνήσεων που την κατακλύζουν αναπόφευκτα κατά την επιστροφή της. Μένοντας στο κομμάτι των παρεκβάσεων, η Όντε πετυχαίνει κάτι ακόμα. Δεν επισκιάζει τον τότε εαυτό της με τον παροντικό ενήλικα, αλλά του επιτρέπει να ακουστεί χωρίς να χάνει την παιδικότητα στο βλέμμα απέναντι στα πράγματα. Αυτό λειτουργεί και εξωλογοτεχνικά αφού επιτρέπει στην ίδια την αφηγήτρια να βεβαιώσει την απόσταση που τη χωρίζει, τα βήματα που έχει πραγματοποιήσει, τον προσωπικό αγώνα που έδωσε σε διάφορα επίπεδα και που κανέναν άλλον δεν αφορά, όχι τουλάχιστον με τον τρόπο και την ένταση που αφορά την ίδια.

Αυτή η απόσταση στην παρατήρηση και την καταγραφή απαλλάσσει το μυθιστόρημα από κάθε διάθεση επίκλησης στο συναίσθημα· η  αφηγήτρια επ' ουδενί δεν επιθυμεί τη λύπηση ή την επιβράβευση. Το αυτό συμβαίνει και με κάθε υπόνοια διδακτισμού. Η αφηγήτρια, που για χρόνια ντρεπόταν για το πραγματικό της όνομα, έτσι όπως ξεχώριζε στις λίστες με τα ονόματα των συμμαθητών της, έρχεται ξανά αντιμέτωπη με εκείνο το εγγύς παρελθόν χωρίς να έχει διάθεση να υπεραμυνθεί των επιλογών και των δράσεων της, κάτι το οποίο θα ήταν έντονα αντίθετο με τον χαμηλών τόνων χαρακτήρα της. Αναφέρεται απλώς στη ζωή της, που, όπως και να μοιάζει απέξω και από απόσταση, για εκείνη ήταν απλώς η δική της εκδοχή. Απουσία συναισθηματικού εκβιασμού και διδακτισμού οι επιθετικοί προσδιορισμοί που συνωστίζονται να προηγηθούν της ιστορίας παραμένουν στο συρτάρι. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται η Όντε την ιστορία αυτή που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει και όχι αποκλειστικά και μόνο το περιεχόμενο, που, ας μη γελιόμαστε, κοντά λογοτεχνικά πόδια έχει, και περισσότερο αφορά τις προωθητικές ενέργειες των τμημάτων μάρκετινγκ. Και αυτός ο λογοτεχνικός τρόπος επιτρέπει στην ιστορία να αντέξει το ίδιο της το βάρος, χωρίς να μοιάζει βαρυφορτωμένη και μπουκωμένη.

Το Διάχυτο φως είναι ένα πολύ ωραίο βιβλίο, σύγχρονο, λογοτεχνικά άρτιο, που ικανοποιεί με άνεση τις συγγραφικές επιδιώξεις, χωρίς να χάνεται ανάμεσα στα πολλά βιβλία προσωπικών ιστοριών που εκδίδονται.

υγ. Για τα βιβλία του Εντουάρ Λουί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg