Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Το αίνιγμα του δωματίου 622 - Joël Dicker

Ένοχη απόλαυση. Έτσι θα χαρακτήριζα τα βιβλία του Ελβετού συγγραφέα Ζοέλ Ντικέρ, που, αρχής γενομένης από το Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, ακολουθώ φανατικά. Κάθε καινούρια κυκλοφορία ενός βιβλίου του στα ελληνικά λαμβάνει περίοπτη θέση στο ράφι με τα προσεχώς, εκεί που βρίσκονται τα βιβλία ειδικών αποστολών. Δεν διαβάζουμε πάντοτε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν γυρεύουμε πάντοτε το ίδιο από ένα βιβλίο, η ανάγνωση δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη της ζωής που συμβαίνει καθημερινά. Κάτι πολυσέλιδο, ένα pageturner που θα μου χαρίσει απόλαυση εγκλωβίζοντας την προσοχή μου σε μια περίοδο δύσκολων συνθηκών, ωστόσο καλογραμμένο και ξεχωριστό στο είδος του. Αυτή είναι η ειδική αποστολή για τα βιβλία του Ντικέρ. Τέτοια ήταν και η περίοδος τώρα. Ζητούσα ένα μεγάλο μυθιστόρημα, μια αποκοπή από την πραγματικότητα, κάτι που θα με κρατούσε ξύπνιο μέχρι αργά διαβάζοντας, που θα με ανάγκαζε να ξεκλέψω έστω και ένα πεντάλεπτο μέσα στη μέρα για να προχωρήσω λίγες σελίδες ακόμα. Και ο Ντικέρ δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ ως τώρα.

Ο Ντικέρ, αφηγητής της ιστορίας αυτής, επιθυμεί να γράψει ένα βιβλίο φόρο τιμής στον Γάλλο εκδότη του που πέθανε πρόσφατα. Είναι καλοκαίρι και η βοηθός του έχει πάρει άδεια, ενώ μια ακόμα αποτυχημένη ερωτική σχέση έχει βυθίσει τον συγγραφέα στη θλίψη. Οι συνθήκες δεν μοιάζουν ιδανικές για συγγραφή, η επιθυμία συχνά δεν είναι αρκετή από μόνη της. Αποφασίζει να αφήσει πίσω του τη Γενεύη και να πάει σε ένα ξενοδοχείο στις Άλπεις για να ξεκουραστεί και να γεμίσει μπαταρίες. Μια γοητευτική γυναίκα, ένοικος του διπλανού δωματίου θα παρατηρήσει πως ανάμεσα στα δωμάτια 621 και 623 δεν υπάρχει το 622 αλλά το 621β. Θα αυτοανακυρηχθεί σε βοηθό του διάσημου συγγραφέα και με πείσμα θα επιχειρήσει να τον πείσει να ανακαλύψει και ακολούθως να λύσει το μυστήριο πίσω από την παράδοξη αυτή αρίθμηση. Εκείνος αρχικά θα αποκρούσει την επιμονή της, σύντομα όμως θα δελεαστεί και θα υποκύψει. Οι ιστορίες καμιά φορά σε βρίσκουν στον πραγματικό κόσμο εκεί που δεν τις γυρεύεις. Οι πρώτες απαντήσεις των υπαλλήλων του ξενοδοχείου δεν είναι διόλου πειστικές. Σύντομα θα αποκαλυφθεί πως η αλλαγή στην αρίθμηση συνέβη ώστε το έγκλημα που έγινε πριν από χρόνια στο δωμάτιο αυτό να περιπέσει στη λήθη, επιτρέποντας στο ξενοδοχείο να διατηρήσει την πελατεία του. Σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ παίρνουν τη θέση τους.

Ο Ντικέρ, με την έκδηλη αφηγηματική του ικανότητα, θα στήσει ένα μυθιστόρημα δύο χρονικών επιπέδων, εντάσσοντας την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής στο σώμα του μυθιστορήματος. Έτσι, τα κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο, η έρευνα των δύο και η συγγραφική ανάπλαση της επίλυσης του εγκλήματος συνυπάρχουν με έναν τρόπο περίτεχνο αλλά ταυτόχρονα απλό και εύκολο για τον αναγνώστη, προωθώντας την πλοκή και δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ιδιότυπο ημερολόγιο συγγραφής, στο οποίο αργά και σταθερά προστίθενται οι ανατροπές και τα νέα στοιχεία της έρευνας μέχρι να οδηγηθούμε στην τελική λύση. Ο συγγραφέας δεν αρκείται στο αφηγηματικό αυτό εύρημα, αλλά φροντίζει να επωφεληθεί τα μέγιστα από αυτό, γεγονός που το αναβαθμίζει πέρα από την απλή λειτουργικότητά του. Η συνύπαρξη της έρευνας και της συγγραφής επιτρέπει στον Ντικέρ να παίξει με τις υποθέσεις και τις βεβαιότητες που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης των στοιχείων και να τις ενσωματώσει στον αφηγηματικό ιστό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ενδιαφέρουσα θέα στο συγγραφικό εργαστήρι, εκεί που το πρώτο σκαρίφημα παίρνει σάρκα και οστά, ένα πρώτο ντραφτ στο οποίο, υπό άλλες συνθήκες, ο συγγραφέας με τη βοήθεια του επιμελητή θα επέστρεφε ώστε να επιληφθεί των ανακριβειών και των πραγματολογικών κενών, καλύπτοντας κενά και πιθανές ανακρίβειες. Όμως, ο δαιμόνιος συγγραφέας καθιστά πλήρες μυθιστόρημα κάτι που μοιάζει με ένα πρώτο, παρότι καλογραμμένο, ντραφτ.

Το αφηγηματικό εύρημα ωστόσο δεν λειτουργεί εις βάρος της αστυνομικής πλοκής. Η ιστορία της διαδοχής στην ηγεσία μιας εκ των μεγαλύτερων ιδιωτικών ελβετικών τραπεζών, που κατέληξε στη δολοφονία του δωματίου 622, είναι από μόνη της χορταστική, παρά την αναπόφευκτη ειδολογική στερεοτυπία, γεμάτη από μυστήριο και ίντριγκα, ικανή να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το αίνιγμα του δωματίου 622 είναι ένα κλασικότροπο «ποιος το έκανε» αστυνομικό μυθιστόρημα κατασκευασμένο ωστόσο με μια μεταμοντέρνα παιγνιώδη διάθεση, που το απογειώνει, καθώς οι ανατροπές και η κατάρρευση των βεβαιοτήτων αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη. Ο Ντικέρ εργαλειοποιεί τη σύλληψη της πλοκής, προσφέροντας απλόχερα την απαραίτητη πειστική ψευδαίσθηση στον αναγνώστη πως οι δυο τους βαδίζουν ταυτόχρονα, επιτείνοντας το αίσθημα της συγχρονίας ανάμεσα στη συγγραφή και την ανάγνωση.

Τα βιβλία του Ντικέρ δεν διακρίνονται για την οικονομία τους με τον βερμπαλισμό να κυριαρχεί. Ωστόσο, η ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση και τη διαχείριση του υλικού του είναι τέτοια που αυτή η ιδιαιτερότητα, που αρχικά δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, μετατρέπεται σε πλεονέκτημα, σε κύριο γνώρισμα της λογοτεχνίας του, σε αναγνωστικό ζητούμενο για το κάθε επόμενο βιβλίο του. Εδώ, περισσότερο από τα προηγούμενα βιβλία του, κλείνει το μάτι στην αυτομυθοπλασία, τοποθετώντας τον εαυτό του στο επίκεντρο της πλοκής, κάνοντας χρήση πραγματικών γεγονότων, και το κάνει με έναν τρόπο παιγνιώδη αλλά και λειτουργικό ως προς την τελική κατασκευή, μη χάνοντας την ευκαιρία στο τέλος να μας υπενθυμίσει πόσο παράξενο μέρος είναι συχνά η φαντασία. Από τα βιβλία του Ελβετού δεν λείπει και η βιβλιοφιλική διάσταση, διακειμενικές αναφορές, βιβλία που παίζουν καθοριστικό ρόλο, συγγραφείς και το λογοτεχνικό σινάφι εμφανίζονται συχνά πυκνά στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Ένα χαρακτηριστικό που επιτείνει τη γοητεία που μου ασκούν τα βιβλία του.

Στη σύγχρονη λογοτεχνία, και δη στην ευρύτερη κατηγορία του αστυνομικού της σκέλους, εμφανίζεται συχνά ένας κινηματογραφικός τρόπος σύνθεσης και γραφής, βιβλία έτοιμα να πάρουν τον δρόμο για τη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη, που περισσότερο μοιάζουν με σενάρια παρά με μυθιστορήματα. Αυτό το γεγονός, παρότι κερδοφόρο για τους συντελεστές, αποδεικνύεται μάλλον προβληματικό για τους αναγνώστες. Ο Ντικέρ, ωστόσο, δεν πέφτει σε αυτή την λούπα, όχι φανερά τουλάχιστον, όχι ενοχλητικά. Τα βιβλία του διαθέτουν την απαραίτητη λογοτεχνικότητα, την αίσθηση βιβλίου. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να επισημανθεί και να αναγνωριστεί.

Επίσης, χαρακτηρίζοντας τα βιβλία του Ντικέρ ως ένοχη απόλαυση φοβάμαι πως δημιουργώ μια σύγχυση σε σχέση με τη λογοτεχνική αξία τους και, πριν κλείσω, θα ήθελα να διαλευκάνω τα πράγματα. Βιβλία, όπως του Ντικέρ, τα τοποθετώ στην κατηγορία μιας ένοχης απόλαυσης εξαιτίας της αχόρταγης ανάγνωσης στην οποία με βυθίζουν, της αίσθησης κατανάλωσης που μου προκαλούν. Ένοχη, λοιπόν, είναι η ανάγνωσή μου, η πεποίθηση πως δεν δίνω τον απαραίτητο χώρο και χρόνο στο βιβλίο αλλά υποκύπτω σε ένα αίσθημα αναγνωστικής βουλιμίας. Και αυτό το συναίσθημα, παρότι άμεσα συνδεδεμένο με το ίδιο το βιβλίο, δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο, θέλω να πω πως νιώθω ενοχή για το πώς διαβάζω το βιβλίο και όχι γιατί το διαβάζω. Διόλου απλό και εύκολο δεν είναι να γράψει κανείς ένα βιβλίο που να δημιουργεί αναγνωστική βουλιμία, και ο Ντικέρ γράφει τέτοια βιβλία. Είπαμε, δεν καλύπτουν όλα τα βιβλία τις ίδιες ανάγκες, και τα βιβλία του Ντικέρ μπορεί να μην ανήκουν στο σώμα της μεγάλης λογοτεχνίας, διαθέτουν ωστόσο ευδιάκριτες και ποθητές αρετές.

Ο Ντικέρ, ακόμα μια φορά, ικανοποίησε στο έπακρο τις αναγνωστικές μου ανάγκες. Μέχρι το επόμενο, λοιπόν!

υγ. Είχαν προηγηθεί: Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, Το βιβλίο των Μπάλτιμορ και Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέηλερ.

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

Sister outsider - Audre Lorde

Η ανάγνωση, η επαφή με την τέχνη εν γένει, ως αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης, επηρεάζεται και καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τα προνόμια του υποκειμένου, στον ίδιο βαθμό με την παρατήρηση, μέσω παραμορφωτικών γυαλιών, του τριγύρω κόσμου. Διαβάζουμε αυτό που είμαστε, αυτό που μας καθησυχάζει πως καλώς είμαστε, που μας απαλύνει την όποια ευθύνη μας απέναντι στον κόσμο, στην ερμηνεία του, επίσης. Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς. Προνόμια τα οποία φέρουν, μεταξύ άλλων, και την αυτοπεποίθηση της γνώσης, αλλά και της προσωπικής ηθικής. Ένα τεράστιο εγώ ξέρω πλανάται. Το στρίμωγμα που η ανάγνωση αναπόφευκτα επιφέρει σε εκείνον που δοκιμάζει να κινηθεί σε περιβάλλοντα ανοίκεια αποτελεί τη βάση τής, καίτοι λανθασμένης, άποψης πως το διάβασμα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Στρίμωγμα που επέρχεται όταν ένα εκκωφαντικό σκάσε και διάβαζε ακούγεται. Άλλωστε, τα προνόμιά μας είναι σε μεγάλο βαθμό εντοιχισμένα στον πυρήνα μας, αναπόσπαστο μέρος του ποιοι είμαστε, μια συνθήκη φυσιολογική σαν να επρόκειτο για ένα επίτευγμα και όχι για μια εν πολλοίς συγκυριακή κατάσταση.

Και νιώθω την ανάγκη να μιλήσω για τα προνόμια αυτά με έναν τρόπο κάπως προφανή και θεωρητικά ποικιλοτρόπως διατυπωμένο, πριν περάσω στο σπουδαίο αυτό βιβλίο που διάβασα. Στο νου μου έρχεται η εικόνα μιας ηλικιωμένης που συμμετέχει σε μια ακόμα διαμαρτυρία κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει: δεν το πιστεύω πως ακόμα πρέπει να διαμαρτύρομαι για τα ίδια σκατά. Λευκός, ετεροφυλόφιλος άντρας προσέρχεται να διαβάσει τα κείμενα μιας μαύρης, λεσβίας, γυναίκας και ποιήτριας, ελπίζοντας πως οι αντιστάσεις των προνομίων του θα αποδειχτούν όσο τα δυνατόν πιο επιρρεπής στο ράγισμα. Δεν γνώριζα την Όντρι Λορντ, ούτε την ποίησή της. Άγνοια που προφανώς σχετίζεται με τα προνόμια μου, αλλιώς, αν είχα ανάγκη την ποίηση και τα λόγια της, θα την είχα συναντήσει νωρίτερα. Και πριν οι διαμαρτυρίες των ομοίων μου εκφραστούν, ας διευκρινιστεί: δεν αρκούν το περιεχόμενο και η στράτευση. Σίγουρα δεν αρκούν.

Με τα προνόμια μου λοιπόν σε πλήρη παράταξη, συνοδευόμενα επίσης από την αυτοπεποίθηση πως εγώ σαν τους άλλους δεν είμαι και έχω ικανή επάρκεια για τις συνθήκες εντός των οποίων διάγουν το βίο τους υποκείμενα λιγότερο προνομιούχα, νιώθοντας ταυτόχρονα και την απαραίτητη ενσυναίσθηση, βασικό συστατικό της προσωπικής γαματοσύνης, έπιασα το βιβλίο της Λορντ στα χέρια μου. Δεν είναι ζήτημα γνώσης. Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Η Λορντ δεν λέει πράγματα που μοιάζουν καινούρια. Το γεγονός πως τόσα χρόνια μετά είναι ακόμα εφιαλτικά επίκαιρα δείχνει πως η γνώση δεν είναι αρκετή για έναν κόσμο ισότητας. Ο τόμος αυτός αποτελείται από διάφορα κείμενα που κατά καιρούς έγραψε η Λορντ ώστε να παραβρεθεί σε πάνελ συνεδρίων, μεμουάρ ταξιδίων στο εξωτερικό, μια επιστολή απάντησης και μια αρκετά μεγάλη συνέντευξη. Κείμενα όπως αυτά που αποτελούν την παρούσα έκδοση πρέπει να διαβάζονται και όχι να συνοψίζονται ή να ερμηνεύονται και σίγουρα όχι από εξωτερικούς παρατηρητές της συνθήκης που περιγράφουν. Τούτου λεχθέντος, θα αποπειραθώ να σταχυολογήσω μερικές παρατηρήσεις.

Αρχικά, εκείνο που εμφανώς προκύπτει από το σύνολο των κειμένων, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψη του τη φροντίδα της επιμέλειας που δέχτηκαν πριν από την έκδοσή τους, είναι η ιδιότητα της ποιήτριας. Η Λορντ αποφεύγει να δοκιμιοποιήσει τον λόγο της, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις φτάνουν στην άκρη της γραφίδας της, τον τρόπο με τον οποίο παρατηρεί και αποκωδικοποιεί τον κόσμο μέσα και γύρω της και να καταστήσει τον λόγο της ψυχρό και δόκιμο ακόμα και όταν βρίσκεται σε περιβάλλοντα αυστηρώς ακαδημαϊκά και αποστειρωμένα. Όχι γιατί παίρνει αψήφιστα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, το αντίθετο συμβαίνει. Η ποίηση της Λορντ δεν είναι μια ποίηση ωραιοποιητική, αναχωρητική, που σκοπεύει να καθησυχάσει, αλλά μια ποίηση που αποπείραται να κατανοήσει και να συμπυκνώσει το βίωμα εντός της οδυνηρής πραγματικότητας. Η ποιητικότητα των κειμένων αυτών αναδεικνύει την οργή και την ανάγκη για στράτευση. Αυτό δεν έχει να κάνει με δευτερεύουσες, ως προς τη γραφή, αποφάσεις όπως η στίξη ή η χρήση των κανόνων ορθογραφίας, αλλά με την ίδια τη διαδικασία της γραφής. Η παρεμβολή στίχων της υπογραμμίζει τη σχέση αυτή, σε μια αλληλένδετη οδό σαφέστερης κατανόησης τόσο των κειμένων αυτών όσο και της ίδιας της ποίησης της Λορντ.

Το προνόμιο που φέρει η Λορντ, της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής διεξόδου κυρίως, προνόμιο του οποίου την επίγνωση διαθέτει, δεν ήταν κάτι το οποίο μου κίνησε από μόνο του το ενδιαφέρον, καθώς υπήρξε μια παρατήρηση που κατά κάποιο τρόπο ανέμενα και ευτυχώς συνάντησα στα κείμενα αυτά. Εντούτοις, το κείμενο Η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια το αξιολογώ ως ένα από τα σημαντικότερα, κυρίως επειδή επιχειρεί και εν πολλοίς πετυχαίνει να καταρρίψει ένα στερεότυπο, που καθιστά ποιητικά υποκείμενα αποκλειστικά προνομιούχα άτομα και μαζί με αυτό απομακρύνει την ποίηση από την καθημερινή μάχη για επιβίωση και τη μεταφέρει σε καλοξεσκονισμένα σαλόνια. Υπάρχει διάταξη απεύθυνσης των κειμένων αυτών, δεν απευθύνονται με την ίδια ένταση σε όλους τους εν δυνάμει αναγνώστες. Πρώτες έρχονται οι μαύρες γυναίκες, σ' εκείνες απολογείται και δικαιολογείται η Λορντ για το προνόμιο της ποίησης, χωρίς να σκέφτεται πως ίσως να λερωθεί ο ποιητικός μανδύας και σίγουρα όχι με διάθεση διδακτική.

Απόρροια της διαβάθμισης στην απεύθυνση, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, είναι η επιμονή της Λορντ στη διαμάχη εντός του πλαισίου της μαύρης κοινότητας, αλλά και ειδικότερα ανάμεσα στις μαύρες γυναίκες. Γιατί υπάρχει τέτοια ποσότητα και ένταση μίσους μεταξύ των μαύρων γυναικών; Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα σημεία περιστροφής της σκέψης της, πηγή μιας σκέψης με την οποία δεν ήμουν εξοικειωμένος. Εκεί επιχειρεί να σκάψει και να γυρέψει όλα τα ζιζάνια που η πατριαρχία και ο καπιταλισμός έσπειραν και φρόντισαν να μεγαλώσουν για να πνίξουν το δέντρο της αλληλεγγύης μεταξύ των μαύρων γυναικών, αλληλεγγύη η οποία αποτελούσε για αιώνες συνεκτικό στοιχείο. Η διαίρεση είναι καθοριστική πράξη για την επικράτηση της εξουσίας, σε κάθε της έκφανση.

Πόσες φορές απαίτησα από μια άλλη Μαύρη γυναίκα αυτό που δεν έχω τολμήσει η ίδια να δώσω στον εαυτό μου – αποδοχή, πίστη, χώρο για αλλαγές; Πόσες φορές της ζήτησα να υπερπηδήσει τη διαφορά, την καχυποψία, τη δυσπιστία, τους παλιούς πόνους; Πόσες φορές περίμενα από αυτήν να δρασκελίσει μόνη της το αποκρουστικό χάσμα της απέχθειας που μας έχουν μάθει να νιώθουμε η μία για την άλλη, σαν ζώα που τα τύφλωσαν για να τα εκπαιδεύσουν να μη δίνουν σημασία στους γκρεμούς; Πόσες φορές ξέχασα να κάνω αυτή την ερώτηση;

Η Λορντ δεν προβάλλει και δεν αποκλείει κάποιο από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταυτότητά της. Μαύρη, λεσβία, γυναίκα, ποιήτρια. Ταυτόχρονα αρνείται να περάσει στα εδάφη του μη φυσιολογικού, της εξαίρεσης, δεν αποδέχεται τον κανόνα, του ορμάει κατά μέτωπο. Αρνείται να εξηγήσει με λόγια απλά και στρογγυλεμένα ποια είναι αυτή και οι συντρόφισσές της στα προνομιούχα άτομα, εκείνα είναι που πρέπει να σκύψουν και να πλησιάσουν, ακριβώς λόγω των προνομίων τους. Δεν υπάρχει χώρος για άμυνα, παρά μόνο για επίθεση, όπως αυτή που βιώνουν καθημερινά και επί χρόνια τα καταπιεσμένα άτομα. Ωστόσο, η, γοητευτική, αυτοπεποίθηση με την οποία η Λορντ πορεύεται δεν σπρώχνει κάτω από το χαλάκι τις φοβίες, την απόπειρα κατανόησης, τις υποχρεώσεις ή ακόμα και τα δικά της προνόμια. Άλλωστε πάντοτε θα υπάρχει ένα λιγότερο προνομιούχο άτομο. Μιλώντας για υποχρεώσεις, η Λορντ αφιερώνει ένα κείμενο ολόκληρο για τον ρόλο, τη σημασία και τις καθημερινές προκλήσεις της μητρότητας, μιλώντας για το πώς αντιμετωπίζει την πορεία του γιου της προς την ενηλικίωση, πώς στέκεται απέναντι στον κίνδυνο, παρόλα όσα εκείνη έχει κάνει, να τον δει να αποτελεί μέρος της πατριαρχίας.

Το βίωμα είναι καθοριστικό στα κείμενα αυτά. Αλλά είπαμε, χωρίς την παρουσία εκφραστικής δεινότητας, αυτό δεν θα ήταν αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη γενικότερη αξία τους. Το προνόμιο της ικανότητάς της με τις λέξεις γεννά την υποχρέωση στη Λορντ να υψώσει ανάστημα, να αγωνιστεί με πάθος σε εχθρικές έδρες, να ματώσει αν χρειαστεί, να μην ξεχαστεί από τις σειρήνες και τα ψίχουλα με τα οποία το σύστημα θα την καλοπιάσει, παγίδα η οποία γίνεται ολοένα και πιο εμφανής καθώς τα χρόνια περνούν και η κανονικότητα επιχειρεί να δείξει την ανοχή της σε υποκείμενα γραφής λιγότερο προνομιούχα για να μπορεί να παινέψει τη γαματοσύνη της. Κάπως έτσι οι ταξικά, φυλετικά και σεξουαλικά προνομιούχοι περνούν στο άλλο άκρο και μιλούν για επικράτηση της διαφορετικότητας, λένε ακόμα πως πια μόνο εκείνα τα άτομα προωθούνται και προμοτάρονται, πως εκείνοι περνούν στο περιθώριο και την αφάνεια, γκρινιάζουν γι' αυτό. Δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους αφηρημένο ηρωισμό όλο αυτό. Η Λορντ συμβάλλει με τα δικά της όπλα σε έναν αγώνα που πρέπει να δίνεται καθημερινά και με επιμονή. Τόσα χρόνια μετά και ελάχιστα δείχνουν να έχουν αλλάξει, κάθε εκατοστό παραχωρημένου εδάφους πρέπει να πατιέται με τη μέγιστη προσοχή, η δίψα να ζητά ικανοποίηση και όχι το ξεγέλασμα της σταγόνας.

Μετάφραση Ισμήνη Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Κείμενα

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα - Afonso Cruz

Αν επιχειρούσαμε να συντάξουμε μια λίστα με τα χαρακτηριστικά εκείνα μιας έκδοσης που τραβάνε το βλέμμα του αναγνώστη στο βιβλιοπωλείο, αναλογικό ή ψηφιακό, τότε ο τίτλος θα λάμβανε σίγουρα μια θέση υψηλή, παρέα με το εξώφυλλο, το όνομα του συγγραφέα, του μεταφραστή, αν υπάρχει, και του εκδοτικού οίκου. Θα γεννούσε ένα κράμα από ελπίδες και επιφυλάξεις, έναν βιαστικό προϋπολογισμό, ένα πρώτο σκαρίφημα του ορίζοντα προσδοκιών, με τον οποίο, αναπόφευκτα, εισέρχεται ο αναγνώστης σε κάθε επόμενο βιβλίο. Η τέχνη του τίτλου, που συχνά μειώνεται καθώς το επίθετο πιασάρικος τον συνοδεύει και η αναζήτηση πρωτοτυπίας τον βαραίνει, είναι μια τέχνη υποτιμημένη, όχι μόνο γιατί υπηρετεί από το μετερίζι της την εμπορική προώθηση, αλλά και γιατί αποδεικνύεται κατάλληλη ή όχι για το σύνολο του εκάστοτε βιβλίου. Συχνά, μάλιστα, προηγείται στη συγγραφική έμπνευση του ίδιου του βιβλίου, ενώ δεν λείπουν οι διαμάχες μεταξύ συγγραφέα, επιμελητή και εκδότη. Η μεταφορά των τίτλων στην ελληνική είναι μια άλλη κατηγορία, πολύπαθη, ειδικά στον κινηματογράφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τίτλος λειτούργησε, τραβώντας την προσοχή μου από την πρώτη στιγμή, έτσι όπως συνδυάζει την πρωτοτυπία και την αίρεση μιας βεβαιότητας οικουμενικής. Αν, ωστόσο, δεν παρακολουθούσα την παρουσίαση του βιβλίου, στο πλαίσιο του τελευταίου φεστιβάλ ΛΕΑ, δεν είμαι σίγουρος αν το βιβλίο θα έβρισκε τόσο γρήγορα τη θέση του στη στοίβα με τα προσεχώς μου, και αυτό γιατί οι επιφυλάξεις περί κενού εντυπωσιασμού επικράτησαν στην ύψωση του ορίζοντα εκείνων που ανέμενα, παντελώς αυθαίρετα, από το μυθιστόρημα του άγνωστου σε μένα Πορτογάλου συγγραφέα, Αφόνσο Κρουζ. Οι παρουσιάσεις βιβλίων, στην πλειοψηφία τους βαρετές και ενοχλητικά υμνητικές, είναι ακόμα ένα συνοδευτικό της κυκλοφορίας ενός βιβλίου, παρέα με τις συνεντεύξεις, τα κείμενα παρουσίασης και τις λοιπές προωθητικές δράσεις του τμήματος μάρκετινγκ. Είναι αρκετοί οι ξένοι συγγραφείς που επισκέπτονται τη χώρα μας στο πλαίσιο της κυκλοφορίας τού βιβλίου τους στα ελληνικά, συχνά, χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση και ενώ έχουν μεσολαβήσει άλλα βιβλία. Πιστεύω πως ένας συγγραφέας δεν είναι απαραίτητο να είναι και επικοινωνιακά δεινός, παρότι, προφανώς, υπάρχουν εξαιρέσεις. Η παρουσία του Κρουζ, ήρεμη και ταπεινή, ήταν μια επιβεβαίωση της εξαίρεσης του κανόνα. Οι εισηγήσεις ήταν εν πολλοίς κατατοπιστικές, χωρίς να αποκαλύπτουν υπερβολικά πολλά για το περιεχόμενο. Κάπως έτσι βρέθηκα να διαβάζω το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα.

Αρχικά, ο τίτλος μου δημιούργησε επιφυλάξεις για δύο κυρίως λόγους. Πρώτα, μου έφερε στον νου τίτλους βιβλίων του Ζοζέ Σαραμάγκο, του οποίου η σκιά, μαζί με εκείνη του Φερνάντο Πεσσόα, αναπόφευκτα συσκοτίζει κάθε επόμενο Πορτογάλο συγγραφέα, εκτός ίσως του Αντούνες. Δεύτερον, τα κωμικά βιβλία, και κυρίως εκείνα που σατιρίζουν το όπιο των λαών, δεν είναι του γούστου μου, καθώς σπάνια μου φαίνονται έξυπνα και όχι εξυπνακίστηκα, ιδιαίτερα σε ένα θέμα για το οποίο έχει αναλωθεί αρκετή μελάνη. Ωστόσο, οι χαμηλές προσδοκίες συχνά αποδεικνύονται σωτήριες. Έτσι έγιναν τα πράγματα και ετούτη τη φορά.

Βρισκόμαστε στην πορτογαλική επαρχία, στο Αντελέζου, στον νότο της χώρας. Η γιαγιά της Ρόζα είναι ετοιμοθάνατη, έζησε μια ζωή πλούσια παρότι γεμάτη από στερήσεις, ανάμεσα στις οποίες και εκείνη των ταξιδιών σε άλλα μέρη. Τη στεναχωρεί το γεγονός πως ποτέ δεν αξιώθηκε να ταξιδέψει μέχρι τους Αγίους Τόπους, εκεί που ο Σωτήρας έζησε και σταυρώθηκε για χάρη μας. Η Ρόζα έχει μια ιδέα τρελή, να μεταμορφώσει το χωριό σε Ιερουσαλήμ. Στα σχέδια της βρίσκει αναπάντεχους συμμάχους, κυρίως έναν εκκεντρικό καθηγητή, που ανάμεσα στα βιβλία που έχει εκδώσει βρίσκεται και το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα, στηριζόμενος στο γεγονός πως τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν μαρτυρίες για την ύπαρξη αμπελώνων στην ευρύτερη περιοχή. Ένα ιδιόρρυθμο σύνολο ανθρώπων θα συνδράμει στην υλοποίηση της αστικής μεταμόρφωσης· μια πόρνη, μια πλούσια Αγγλίδα, ένας Νιγηριανός μάγος, ένας Ινδός γυμνοσοφιστής και αρκετοί από τους κατοίκους του Αντελέζου.

Το εύρημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η πλοκή του μυθιστορήματος θυμίζει την ταινία Goodbye Lenin!, που προβλήθηκε το 2003, εκεί όπου μια γιαγιά ξυπνάει από κώμα και ο εγγονός της κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μην καταλάβει πως ενδιάμεσα το τείχος έπεσε και ο καπιταλισμός καλπάζει στα ανατολικά της Ευρώπης. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται την ιδέα ο Κρουζ είναι τέτοιος που δεν αναλώνεται απλώς και μόνο στην ύπαρξη του κεντρικού ευρήματος, αλλά, προσθέτοντας αρκετή δουλειά και έμπνευση, επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει σε διάφορα επίπεδα, πέρα από τα στενά, η αλήθεια είναι, όρια της σάτιρας. Το εύρημα του επιτρέπει να πειραματιστεί με τις συνθήκες που επικρατούν στην επαρχιακή Πορτογαλία, να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, να γράψει ένα μυθιστόρημα καταστάσεων αλλά και χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας με σύνεση τη στερεοτυπία και την καρικατούρα, αλλά και τα απαραίτητα μικροευρήματα για την προώθηση της πλοκής. Επίσης, η φοβία μου περί εξυπνακίστικης γραφής σύντομα συνετρίβη καθώς η αφηγηματική άνεση και η οξυδέρκεια του Κρουζ, επιτρέπουν στα συναισθήματα, όπως το γέλιο, να εξέλθουν αβίαστα.

Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία του Τομ Ρόμπινς είναι αστεία. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πόσο λάθος έκανα σε εκείνη την πρώιμη ανάγνωση. Τα βιβλία του είναι απαισιόδοξα, βουτηγμένα τόσο βαθιά στην κατάθλιψη, εκεί που μόνο το χιούμορ θα μπορούσε να λειτουργήσει. Και το μυθιστόρημα του Κρουζ διαθέτει αυτό τον χαρακτήρα, είναι φτιαγμένο με παρόμοια υλικά, η θλίψη και η απογοήτευση είναι παρούσες κάτω από το κωμικό στρώμα χρώματος, η οξυδέρκεια είναι εκείνη που επιτρέπει στην παραπλάνηση να μεταμφιεστεί σε αιτία γέλιου και όχι βαθύ θυμού. Και υπό αυτό το πρίσμα ο τίτλος του βιβλίου αποδεικνύεται ιδιοφυής, καθώς πέρα από την πρωτοτυπία ή την επιχειρηματολογία σχετικά με την ιστορική αλήθεια, συνοψίζει, με ελάχιστες λέξεις και χωρίς να το φωνάζει, την προσκόλληση σε ζητήματα δευτερεύοντα και όχι στα σημαντικά, κινητοποιώντας τα αντανακλαστικά των φανατικών, φυτεύοντας ένα ακόμα δέντρο που κόβει τη θέα.

Η γραφή του Κρουζ διαθέτει γοητεία και σαφή επίγνωση των ορίων και των δυνατοτήτων της, δεν ευαγγελίζεται κορυφές που δεν μπορεί να πατήσει και έτσι ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις συγγραφικές φιλοδοξίες και τις αναγνωστικές προσδοκίες. Το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα δεν είναι απλώς και μόνο ένα αστείο και πρωτότυπο, με τον τρόπο του, μυθιστόρημα, αφού υπερβαίνει τους ειδολογικούς περιορισμούς. Ο Κρουζ, μπορώ με σχετική σιγουριά να το ισχυριστώ, ανήκει στην κατηγορία εκείνη των δημιουργών που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία όπως τα παιδιά το παιχνίδι.

Το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη, που θα το προτιμούσα τοποθετημένο μετά το τέλος του μυθιστορήματος, είναι ιδιαίτερα εμπνευσμένο, αναδεικνύοντας τη συχνά συγκυριακή συνθήκη συναπαντήματος με ένα βιβλίο, την κατάλληλη στιγμή των πραγμάτων. 

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Στιγμός

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Φλεγόμενο αγόρι - Paul Auster

Ο Πολ Όστερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, ένας από εκείνους που άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου και στις μεταβολές που αναπόφευκτα και ευτυχώς υπέστη η αναγνωστική μου αισθητική. Αν δεν κάνω κάποιο λάθος, έχω διαβάσει το σύνολο των βιβλίων του, τουλάχιστον αυτών που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Ωστόσο, η κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου έσυρε μαζί της έναν έντονο προβληματισμό ο οποίος είχε να κάνει με το περιεχόμενο. Χίλιες εκατό σελίδες όπου ο Όστερ θα βιογραφούσε τον Στέφεν Κρέιν, γνωστού κυρίως για το σπουδαίο μυθιστόρημα, Το κόκκινο σήμα του θάρρους, ήταν ένα δεδομένο το οποίο δεν μου γεννούσε το γνώριμο αίσθημα προσδοκίας. Οι βιογραφίες δεν είναι του γούστου μου· ένα μυθιστόρημα χορταστικό ήθελα να έχω στα χέρια μου. Όμως, σε εκείνους που αγαπάμε, συνηθίζουμε να δίνουμε χώρο και χρόνο, χωρίς a priori περιορισμούς, παρά τις όποιες επιφυλάξεις μας.

Είχα ανάγκη για ένα πολυσέλιδο ανάγνωσμα και το Φλεγόμενο αγόρι ξεχώριζε στη στοίβα λόγω του όγκου του και του μεγέθους της γραμματοσειράς που συνέθετε το όνομα του συγγραφέα. Αν δεν μου αρέσει/ταιριάζει τότε απλά θα το παρατήσω, σκεφτόμουν, παρότι ήλπιζα κάτι τέτοιο να μη συμβεί. Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερες συνειδητές προσδοκίες, πήρα το βιβλίο αυτό στα χέρια μου. Την πρώτη μέρα, χωρίς να το καταλάβω, χωρίς να δυσανασχετήσω, έφτασα στη σελίδα διακόσια σχεδόν, παρότι το ερώτημα συνέχιζε να αναβοσβήνει αναλλοίωτο: πώς γίνεται να μου αρέσει μια βιογραφία τόσο που να λαχταρώ να βρω χρόνο και χώρο ώστε να επιστρέψω σε αυτή;

Η δεδομένη αφηγηματική δεινότητα του Όστερ δεν ήταν αρκετή ώστε να σταθεί ως ικανή και μοναδική απάντηση στο ερώτημα. Η αγάπη τού συγγραφέα για τον Κρέιν, χωρίς την απαραίτητη μαστοριά, επίσης όχι. Ο συνδυασμός των δύο, ωστόσο, υπήρξε καταλυτικός. Ξεχνάμε συχνά πως οι αγαπημένοι μας συγγραφείς, εκείνοι που σε δύσκολες στιγμές έσωσαν εν πλήρη άγνοια την παρτίδα για χάρη μας, είναι και εκείνοι αναγνώστες, με το δικό τους εικονοστάσιο σε κάποια γωνιά της εστίας, εκεί που πλησιάζουν για να αποδώσουν τιμές και προσευχές, συχνά κρυφά, αργά τη νύχτα, εικονοστάσιο που, εκτός των άλλων, τους προσφέρει το απαραίτητο μέτρο. Και το πάθος με το οποίο ο Όστερ βουτάει στα νερά του σύντομου βίου του Κρέιν για να συνθέσει, πρώτα για τον ίδιο, την εικόνα με όσο το δυνατόν περισσότερα κομμάτια, να διαβάσει ξανά και ξανά το δυσανάλογο για το εύρος ζωής έργο του, να επισημάνει και να αναδείξει τις φράσεις εκείνες που ένας μάστορας της γραφής φθονεί σε έναν άλλον, αποδεικνύεται καθηλωτικός.

Στη σύνθεση αποτυπώνεται ο συνδυασμός αγάπης και ικανότητας. Κάπως κλισέ, αλλά ο Όστερ καταφέρνει να μετατρέψει σε μυθιστόρημα τη ζωή και το έργο του Κρέιν, η πρώτη ύλη είναι εκεί, μπροστά του, ανακτημένη από μια πλούσια εργογραφία τρίτων, σε ακαδημαϊκό κυρίως επίπεδο, εκείνο που απομένει είναι ο τρόπος με την οποία τα κομμάτια θα μπουν στη σειρά. Είναι εμφανής εδώ, κάτι το οποίο στο μυθοπλαστικό έργο του απουσιάζει ή μακιγιάρεται επιτυχώς, ο σεβασμός του Όστερ απέναντι στο έργο του Κρέιν, η ταπεινότητα με την οποία το πλησιάζει, η ανασφάλεια που ο θαυμασμός συντηρεί. Η αυτοπεποίθηση πως η ανάγνωσή του είναι μοναδική λείπει, απουσία την οποία ο Όστερ υπενθυμίζει στον αναγνώστη διαρκώς, ένα εγώ έτσι το διάβασα πλανάται διαρκώς στον αέρα, ωστόσο, κάθε ίχνος αυθεντίας σβήνεται πριν καλά καλά προλάβει να σχηματιστεί. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα ένα ανάθημα και μια απόπειρα ενάντια στη λήθη με την οποία περιβάλλεται τα τελευταία χρόνια το έργο του συγγραφέα.

Κάποτε συνήθιζε να είναι αναπόσπαστο μέρος της σχολικής εκπαίδευσης, τώρα πια ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο σπάνια συναντά κανείς κάποια αναφορά στον συγγραφέα που έζησε μέχρι τα είκοσι οκτώ, αφήνοντας ωστόσο πίσω του ένα σημαντικό έργο και κυρίως το ερώτημα: σε τι κορυφές θα βάδιζε αν δεν χανόταν πρόωρα; Ο Κρέιν προσπάθησε μανιασμένα να ζήσει μέσα από τη συγγραφή, μεγάλο μέρος του έργου του παράχθηκε με στόχο την οικονομική ανταμοιβή, αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το έργο του αποτελείται από μεγάλο αριθμό διηγημάτων και άρθρων, αν και αρκετά συχνά έπεφτε με τα μούτρα στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος προσδοκώντας σε μια εμπορική επιτυχία ικανή να τον τραβήξει έξω από τον βούρκο των χρεών και του οικονομικού άγχους μέσα στο οποίο συνήθως υπέφερε. Ο Όστερ, προϊόν αγάπης, δεν δοκίμασε να συνθέσει μια αγιογραφία, αλλά να παραμείνει όσο πιο κοντά μπορούσε στις συνθήκες, εσωτερικές και εξωτερικές, εντός των οποίων ο Κρέιν έζησε το σύντομο βίο του και εκ των οποίων προήλθε το έργο του.

Η αγωνία για επιβίωση, ο τρόπος του να αντιμετωπίζει τις καθημερινές προκλήσεις, οι ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις του, η ματιά του στα πράγματα, η αναζήτηση και το σμίλευμα της ποιητικής του, σ' όλα αυτά ο Όστερ δίνει σημασία, γυρεύοντας, όχι απαντήσεις, αλλά αντιστοιχίες μεταξύ ζωής και έργου. Τριγυρνά, ξανά και ξανά, ανάμεσα στις γραμμές των έργων του, ανασύρει λέξεις και φράσεις, αντιγράφει μικρότερα ή μεγαλύτερα αποσπάσματα, επιμένοντας στα, για εκείνον σημαντικά, έργα του, χωρίς να παραγνωρίζει και τη σημασία των πιο αδύναμων στιγμών του. Καταφεύγει στην κριτική, κυρίως τη σύγχρονη του έργου του Κρέιν, στον τρόπο με τον οποίο υποδέχτηκαν οι συγκαιρινοί του έναν συγγραφέα που αργότερα αγορεύτηκε κλασικός, τσεκάροντας τα αντανακλαστικά απέναντι στο νέο, επιδιώκοντας να εντοπίσει όσα εκείνος συνεισέφερε ως μια παράδοξη προφητεία στον κόσμο της γραφής. Ο Κρέιν υπήρξε ένας από τους πρώτους μοντερνιστές, συνδυασμός ταλέντου και εποχής, τα χρόνια του ισπανοαμερικανικού πολέμου που εγκαθίδρυσε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως τη νέα παγκόσμια υπερδύναμη, μια πρώτη χάραξη στο λογοτεχνικό μονοπάτι που τόσο σπουδαίοι συνέχισαν χρόνια αργότερα.

Ο Όστερ, γεννημένος το 1947, με τρόπο συγκινητικό, επιλέγει να ασχοληθεί με έναν σπουδαίο λογοτεχνικό πρόγονο, παρότι η επιρροή στο έργο του δεν είναι άμεση και ευδιάκριτη, αντί, βλέποντας τον χρόνο να κυλάει αντίστροφα, να αφιερωθεί σε άλλο ένα μυθιστόρημα ή, ακόμα ακόμα, σε μια δική του αυτοβιογραφία, τη σύνθεση μιας ιδιότυπης διαθήκης, μια τελευταία αναμέτρηση με την άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια τη ζωή απαραίτητη ματαιοδοξία. Και μάλιστα το έκανε με τρόπο διεξοδικά απαιτητικό, όχι μια απλή σύνθεση στηριγμένη σε γνώριμα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, κάτι που συνηθίζεται να γίνεται κατά παραγγελία και με τσαπατσουλιά. Είναι συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο αποτίει φόρο τιμής, η ταπεινότητα με την οποία προσέρχεται και διέρχεται των αφιερωμένων στον Κρέιν σελίδων, χωρίς να αφήνει χώρο για τον ίδιο, πέρα από τον θαυμασμό που ένιωσε και νιώθει για το έργο του, το πάθος της διεσταλμένης κόρης ενός δυνατού αναγνώστη, για να επιστρέψω στην ιδιότητα του αναγνώστη την οποία φέρουν οι, ίσως γι' αυτό, αγαπημένοι μας συγγραφείς, ιδιότητα την οποία συχνά αμελούμε, κακώς, πολύ κακώς.

Χίλιες εκατό σελίδες ανάγνωσης μετά, χίλιες λέξεις κειμένου μετά, ακόμα δεν έχω μια λογική, ακλόνητη, ευκρινή και απλή απάντηση στο γιατί μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, που σε τόσο ανοίκειο περιβάλλον προσδοκιών και επιθυμιών κινείται, παρά μόνο μια συναισθηματική διαίσθηση, που δεν αρκείται στη μυθοπλαστική επίγευση του βιβλίου, αλλά μια μετέωρη, από τη φύση της, πίστη στην αγάπη του αναγνώστη για τη λογοτεχνία, στο πάθος με το οποίο οπλίζεται βγαίνοντας στον έξω κόσμο από το σωτήριο αυτό μπούνκερ.

Την απαιτητική από πλήθος απόψεων μετάφραση έφερε εις πέρας η Ιωάννα Ηλιάδη.

υγ. Πριν λίγους μήνες έγραφα για το επίσης αναπάντεχα καθηλωτικό Ημερολόγιο του χειμώνα, εδώ.

Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2023

Άδειος τόπος - Γιάννης Νικολούδης

Πριν από δύο χρόνια, είχε προηγηθεί το Από χώμα και κόκαλα, το δεύτερο εκδοτικό βήμα τού, γεννημένου το 1987 στο Ηράκλειο Κρήτης, Γιάννη Νικολούδη, το πρώτο ωστόσο που είχα την τεράστια έκπληξη να διαβάσω. Μια νουβέλα λεπτοδουλεμένη, ένας συνδυασμός ρεπορταζιακής μη μυθοπλαστικής αφήγησης με διάχυτη και ως ένα βαθμό λειτουργικά αντιστικτική ποιητικότητα στον μακροπερίοδο λόγο. Δεδομένης της έκπληξης και της απόλαυσης, οι προσδοκίες από τον Άδειο τόπο ήταν αναπόφευκτα υψηλές.

Με μια υποδειγματική αρχή, αντιπροσωπευτική του ύφους και του στυλ αφήγησης, αλλά και εισαγωγική στην πλοκή, ο ανώνυμος δεσμοφύλακας από τις φυλακές Νέας Αλικαρνασσού καταθέτει την ψυχολογία τού κρατούμενου που αποφυλακίζεται, απόρροια της εμπειρίας χρόνων που κουβαλά παρατηρώντας τους αποφυλακισμένους να πατούν το πεζοδρόμιο έξω από το σωφρονιστικό κατάστημα. Ο Άδειος τόπος είναι η ιστορία ενός ανώνυμου πρώην κρατούμενου που επιχειρεί να κάνει μια νέα αρχή εξερχόμενος στην κοινωνία, με τη στάμπα της φυλακής να τον συνοδεύει, τόσο γραφειοκρατικά όσο και εμφανισιακά, όντας κάτι που αναβλύζει από τη συνολική παρουσία του, ένα κυρίαρχο και εμφανές πια συστατικό του χαρακτήρα και της στάσης του σώματος, που αδυνατεί να κρύψει. Ο Νικολούδης επιλέγει και εδώ ένα παρεμφερές αφηγηματικό όχημα. Ένας ανώνυμος αφηγητής-ερευνητής, που εκ των υστέρων κάνει έρευνα για τα όσα συνέβησαν μετά την αποφυλάκιση του πρώην κρατούμενου, αναλαμβάνει τη σύνθεση των κομματιών του παζλ.

Η αφήγηση σπάει στα τρία. Τις πρωτοπρόσωπες μαρτυρίες διαδέχεται η, και αυτή σε πρώτο πρόσωπο, αφήγηση του ίδιου του αντιήρωα, ενώ, ανά διαστήματα, ο αφηγητής-ερευνητής συμμετέχει στο άκρως λειτουργικό γαϊτανάκι φωνών που συνθέτει το βιβλίο. Παρότι η ιστορία (μοιάζει να) είναι επινοημένη, τα νήματα της διακειμενικότητας οδηγούν στους Καπότε και Γουόλς, σε αυτούς, δηλαδή, που πρωτοεισήγαγαν το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό υποείδος, εκεί που η μαχόμενη δημοσιογραφία συναντά την πρόζα, συχνά με θαυμαστά αποτελέσματα παρά το φαινομενικό μπαστάρδεμα των ειδών. Ο συγγραφέας αφήνει στο χέρι του αναγνώστη να θεωρήσει αξιόπιστο ή μη τον αφηγητή-ερευνητή, που η έρευνά του, όσο ενδελεχής και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να τον καταστήσει παντογνώστη όσο αφορά τις ενδόμυχες σκέψεις του πρώην κρατούμενου, ταυτόχρονα, ωστόσο, η σύμβαση αυτή αποδεικνύεται καθοριστική για τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα της νουβέλας, αναδεικνύοντας τη μηχανική της κατασκευής της.

Στο εξώφυλλο της έκδοσης, ο Άδειος τόπος χαρακτηρίζεται μυθιστόρημα. Μικρή σημασία μάλλον έχει πως στα μάτια μου είναι μια νουβέλα, και όχι μόνο λόγω μεγέθους, αλλά και εξαιτίας της φύσης του κειμένου. Εδώ, αντίθετα με τον διάχυτα ποιητικό και μακροσκελή λόγο του Από χώμα και κόκαλα, ο Νικολούδης επιχειρεί μια αφηγηματική σύνθεση κατά την οποία διαχωρίζει γλωσσικά τις αφηγηματικές φωνές. Και το κάνει αρκετά ικανοποιητικά, παρά τις όποιες παρασπονδίες, πετυχαίνοντας να προσδώσει περαιτέρω στοιχεία ταυτότητας τόσο στον πρώην κρατούμενο όσο και στις υπόλοιπες μαρτυρίες, τη στιγμή που τα κομμάτια του αφηγητή-ερευνητή χαρακτηρίζονται από πλούτο και άνεση στη χρήση του λόγου. Αυτή η αντίθεση επιτείνει, πέραν των άλλων, την αληθοφάνεια της αφήγησης, που καταστατικά αποτελεί ζητούμενο.

Ξεκινώντας το ξετύλιγμα του κουβαριού, πιάνοντας το νήμα από την αρχή, ο αφηγητής, παρότι δεν εισέρχεται σε αναλυτικές λεπτομέρειες, τοποθετεί στο τραπέζι ως δεδομένο την τέλεση ενός νέου εγκλήματος από μεριάς του πρώην κατάδικου, συμβάν που πυροδότησε την έρευνα, αποτέλεσμα της οποίας είναι η αφηγηματική αυτή σύνθεση. Αυτή η απόφαση λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα, καθώς ξεκαθαρίζει εξ αρχής το προς τα πού η αφήγηση αναμένεται να κατευθυνθεί και εξ αυτού προκύπτει ένα σχετικό σασπένς ως προς την εξέλιξη που με τη σειρά του γεννά και μια ταυτόχρονη συνεχή κατάρριψη υποθέσεων από πλευράς αναγνώστη, ο οποίος είναι σε διαρκή ετοιμότητα να αντικρίσει το περί ου ο λόγος έγκλημα. Αυτή η διαρκής αναμονή, η επαναλαμβανόμενη σκέψη πως εδώ είναι το σημείο που τα έκανε θάλασσα ο αντιήρωάς μας, γεμίζει με καχυποψία τον αναγνώστη, τον τοποθετεί σε εκείνη την πλευρά της κοινωνίας που θεωρεί πως για μια φορά κακοποιός για πάντα κακοποιός, πως αργά ή γρήγορα η επιστροφή πίσω από τα κάγκελα θα αποδειχτεί μονόδρομος. Άλλωστε, ο σωφρονισμός ως λέξη-έννοια όλο και εκλείπει από το κοινωνικό λεξικό.

Η αλήθεια είναι πως ο Νικολούδης εξαναγκάζει κατά κάποιο τρόπο τον αναγνώστη να περάσει στο βασίλειο της καχυποψίας, ωστόσο και αυτή η επιλογή συντελεί στην αληθοφάνεια, απότοκο της αφήγησης ως αποτέλεσμα έρευνας. Δεν είναι ο αναγνώστης ο μόνος που καραδοκεί με καχυποψία κάθε βήμα του πρώην κρατούμενου, είναι το συντριπτικό κομμάτι της κοινωνίας που αναμένει το κύλισμά του εκ νέου, πριν αυτό συμβεί, κομμάτι της κοινωνίας που συμμετέχει ενεργά καταθέτοντας τη μαρτυρία του εκ των υστέρων, όταν οι προσδοκίες έχουν επιβεβαιωθεί. Ο συγγραφέας δεν αφήνει την ιστορία του να γείρει μονόπαντα στο ατομικό ή στο κοινωνικό, το ένα σε βάρος του άλλου. Δεν γοητεύεται από τις σειρήνες ενός κοινωνιολογικού χαρακτήρα δοκιμίου, με ανώφελες παρεκβάσεις που πιθανότατα θα μύριζαν διδακτισμό. Αφήνει, όμως, αυτή την πρόθεση να αιωρείται πάνω από τον αφηγητή του, μια οξυδερκής λεπτομέρεια, σε μια αλυσίδα, λιγότερο ή περισσότερο, εμφανών επιλογών. Σημαντική απόφαση είναι επίσης η συναισθηματική αποστασιοποίηση του αφηγητή-ερευνητή απέναντι στον πρώην δραπέτη, γεγονός που δίνει μια αντικειμενική διάσταση στην έρευνα και τα ευρήματά της. Ο συγγραφέας, μέσω του κεντρικού αφηγητή του, δεν επιχειρεί την περαιτέρω συναισθηματική καθοδήγηση του αναγνώστη, ακόμα και στα κομμάτια εκείνα που μιλάει εξ ονόματός του, δεν πασχίζει να τον εξυψώσει στη σφαίρα του θύματος, αλλά ούτε και να τον απαρνηθεί ως χαμένο στοίχημα, δεν τον απανθρωποιεί.

Ο Νικολούδης, και εδώ, χρησιμοποιεί ορθά τον τόπο. Η κρητική επαρχία, με τις ιδιαιτερότητές της, αποτελεί το σκηνικό δράσης χωρίς να επισκιάζει την ίδια την ιστορία, είναι διαρκώς παρούσα αλλά σιωπηλή. Το αυτό συμβαίνει και με τη ντοπιολαλιά, που δεν γίνεται να λείπει, αλλά δεν κατακλύζει από άκρη σε άκρη την αφήγηση. Η ελληνική λογοτεχνία, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, πάσχει από κάτι το οποίο στη ξένη θεωρείται δεδομένο και αναμενόμενο· λίγοι, αν όχι ελάχιστοι, εκπρόσωποί της διαθέτουν ένα χαρακτηριστικά προσωπικό ύφος κατασκευής των ιστοριών τους. Η μανιέρα είναι μια λέξη, στα καθ' ημάς, φορτισμένη αρνητικά. Αυτό είναι κάτι που δεν προκαλεί εντύπωση. Είναι σύνηθες μια αδυναμία να βαφτίζεται μειονέκτημα κατά τη λαϊκή παροιμία με ηρωίδα την αλεπού στον αμπελώνα. Ο Νικολούδης, χωρίς να επαναλαμβάνεται και να κουράζει, διαθέτει ένα αρκετά προσωπικό τρόπο κατασκευής και αφήγησης. Μόνο το μέλλον μπορεί να δείξει αν αυτό θα βαρύνει τα μετέπειτα λογοτεχνικά του βήματα ή όχι. Προς το παρόν λειτουργεί περίφημα.

υγ. Για το Από χώμα και κόκαλα περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ, για το εκπληκτικό Επιχείρηση σφαγή του Γουόλς εδώ.

Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

Μόντοκ - Max Frisch

Υπάρχει μια λίστα, μια από τις πολλές λίστες μου, που περιλαμβάνει βιβλία στα οποία σκοπεύω να επιστρέψω, σαν να μην έφταναν, θαρρείς, εκείνα που θέλω να διαβάσω και κατά πάσα πιθανότητα (θαυμάστε το θράσος μου) δεν θα προλάβω. Μοιάζει λίγο με τα μέρη εκείνα που λαχταρά κανείς να επισκεφτεί ξανά, τι και αν ξέρει πως ποτέ δεν θα μπορέσει να βρεθεί εκεί για πρώτη φορά. Από εκεί πηγάζει η ζήλια προς εκείνους που θα διαβάσουν ένα σπουδαίο βιβλίο χωρίς να μπορούν καν να φανταστούν τι τους περιμένει ανάμεσα στις σελίδες. Τι τύχη, σκέφτομαι και συχνά λέω. Εν πολλοίς, η παραπάνω λίστα ταυτίζεται με εκείνη τη συνεχώς μεταβλητή των αγαπημένων μου βιβλίων. Σταθερή θέση εκεί κατέχει το Homo Faber του Μαξ Φρις, που διάβασα πρώτη φορά ύστερα από ένθερμη υπόδειξη της Α. στο υπόγειο βιβλιοπωλείο αργά ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, παρότι, χωρίς να γνωρίζω τίποτα για τον συγγραφέα και το βιβλίο, εξέφρασα πλείστες επιφυλάξεις, ενδεικτικές του (τότε) χαρακτήρα μου και της άγουρης σχέσης μου με την ανάγνωση. Ευτυχώς εκείνη επέμεινε, τρεις μέρες μετά πήρε το αεροπλάνο της επιστροφής. Σύντομα, όπως εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, διάβασα όλα τα βιβλία τού Φρις που κυκλοφορούσαν στα ελληνικά, ύστερα ακολούθησαν ο Χάντκε και η Μπάχμαν.

Αυτή ήταν μια επιστροφή αναπάντεχη, μια επιστροφή για την οποία ευθύνεται η γεννημένη το 1985 στην Ελβετία Ντοροτέε Έλμιγκερ και το βιβλίο της Από το εργοστάσιο της ζάχαρης (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Loggia). Το Μόντοκ ήταν διαρκώς παρόν στο κατακερματισμένο αυτό αφηγηματικό σύμπαν. Το νήμα έστεκε εκεί με έναν τρόπο προκλητικό ζητώντας μια αναμέτρηση με το παρελθόν. Η αναγνωστική επιστροφή είναι ένα ταξίδι τριπλό, όπως κάθε ταξίδι (προσδοκίες και σχέδια, εμπειρία, ανάμνηση), όμως, αντί για προσδοκίες προκαταβάλει τις αναμνήσεις, αρώματα του παρελθόντος, σου θυμίζει ποιος ήσουν τότε, ποιος ήθελες να γίνεις, τι μεσολάβησε εν τω μεταξύ. Ύστερα φέρνει στην επιφάνεια εκείνα που η μνήμη αδυνάτισε να συγκρατήσει, ποδοπατά όσα εκείνη αυθαίρετα έχτισε, επαναπροσδιορίζει τη σχέση σου με τον τότε εαυτό, αλλά και με το ίδιο το βιβλίο, σου προσφέρει ένα μέρος της (αναγνωστικής) εξέλιξης. Αργότερα θα ακολουθήσει η εκ νέου ενσωμάτωση στο παρελθόν, μέχρι την επόμενη επιστροφή.

(Για την ελληνική έκδοση προτιμήθηκε η παρουσία του πρωτότυπου τίτλου εντός παρενθέσεως, με την επεξήγηση να προηγείται: Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ· απόφαση που στηρίχτηκε στην υποψία περί άγνοιας του ελληνικού κοινού για το αμερικανικό αυτό τοπωνύμιο. Το αφήνω εδώ χωρίς περαιτέρω σχολιασμό).

ΜΟΝΤΟΚ

Ινδιάνικο όνομα· προσδιορίζει το βορειοανατολικό άκρο του Λονγκ Άιλαντ, σε απόσταση εκατόν δέκα μιλίων από το Μανχάταν. Να και η ημερομηνία:

11.5.1974

Η αναγνωστική ανάμνηση περιελάμβανε μια έντονα συναισθηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός σαββατοκύριακου δύο εραστών στο Λονγκ Άιλαντ, δύο εραστών που γνωρίστηκαν κατά την παρουσία του Φρις στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ένα επεισόδιο αυτοβιογραφικό, μια ημερολογιακής υφής καταγραφή εκ των υστέρων. Εκείνο το σαββατοκύριακο θα αποτελούσε το κύκνειο άσμα της σχέσης τους και η γνώση αυτή έριχνε διαρκώς τη σκιά της στην έρημη παραλία. Χρόνια μετά, όταν είδα ξανά την Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού, αναγνώρισα την παραλία αυτή στην καρδιά του χειμώνα κρυμμένη καλά στον λαβύρινθο του μυαλού δύο άλλων εραστών.

Η ανάμνηση ήταν εν μέρει ακριβής. Η έντονα συναισθηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ήταν εκεί, εναλλασσόταν όμως με μια πιο αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη. Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που ακόμα μια λογοτεχνική υποκατηγορία, εκείνη της αυτομυθοπλασίας, έχει προστεθεί, το αφήγημα αυτό ευωδιάζει φρεσκάδα, τι και αν γράφτηκε μισό αιώνα πριν. Ακόμα μια απόδειξη πως οι ετικέτες φτάνουν με καθυστέρηση και συχνά χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Σύντομα αποδείχτηκε πως η τριτοπρόσωπη αφήγηση, με την αντίστιξη μιας γραφής εγκεφαλικής μα ταυτοχρόνως ένθερμης, περνούσε σχεδόν απαρατήρητη, εκμεταλλευόμενη ακόμα και την πιο ισχνή χαραμάδα ώστε να ενσταλάξει το συναίσθημα μιας ερωτικής ιστορίας που ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν, ιστορία που εξ ανάγκης συμπυκνώθηκε για να χωρέσει σε μια ελάχιστη στιγμή. Καθόλου εντύπωση δεν μου προκάλεσε πως η ανάμνηση είχε να κάνει με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο μου συνέβη, που ένα εγώ προηγείτο μιας (ερωτικής) ιστορίας.

Αδυνατώ να θυμηθώ αν τότε μου είχε κάνει εντύπωση πως από τις γραμμές αυτές έλειπε παντελώς η ευθεία απεύθυνση σε εκείνη, πως οι σελίδες αυτές έμοιαζαν με εργόχειρο φτιαγμένο για να φυλαχτεί στο μπαούλο της μνήμης, με κάθε δυνατή προστασία από την αναπόφευκτη λήθη, που κατά βούληση αφαιρεί και προσθέτει, φέρνοντας τα πάντα στα μέτρα της αντοχής μας. Θυμάμαι, ωστόσο, να εντυπωσιάζομαι από το φειδωλό συναίσθημα, από την απόσταση που ο αφηγητής, ακόμα και σε πρώτο πρόσωπο, έπαιρνε, σε μια απόπειρα να αφαιρέσει το υποκειμενικό, να μην υποταχθεί στην ωραιοποίηση, στη συναισθηματικοποίηση που θα έκανε την ιστορία αυτή να γλιστρήσει σαν άμμος μέσα από την, καίτοι σφιχτά κλεισμένη, παλάμη, ένας γραφιάς, όπως αυτός, έχει επίγνωση των κινδύνων. Με ενόχλησαν ωστόσο οι παρεμβάσεις στο μεταφρασμένο κείμενο, οι επεξηγηματικές αγκύλες που διευκρίνιζαν και κατατόπιζαν, που αφαιρούσαν από το κείμενο προσθέτοντας, αλλοιώνοντας. Ας κατέβαζαν υποσημειώσεις, τοποθετημένες ιδανικά στο τέλος του βιβλίου, ας έβαζαν και τον τίτλο που διάλεξαν σε παρένθεση.

Ένιωσα ξανά το συναίσθημα της ανάγνωσης ενός βιβλίου του Φρις, το παγωμένο ηφαίστειο που, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση, είναι έτοιμο να εκραγεί, ο τρόπος με τον οποίο ένα ορθολογικό μυαλό αντιμετωπίζει την ύπαρξη, που αποφεύγει να αναζητήσει αιτιοκρατικές σχέσεις, υποταγμένο και κρυφά ευγνώμων στην τυχαιότητα και την αδυναμία εξήγησης.

Παρελκόμενο της ανάγνωσης του Homo Faber: ποτέ ξανά η διαδρομή Κόρινθος Αθήνα δεν είναι όπως συνήθιζε να είναι πριν.

Και αν το νήμα για τη Μπάχμαν ήταν μέρος της βιογραφίας του Φρις, εκείνο για τον Χάντκε ήταν ενδοκειμενικό. Με τα χρόνια είχα ξεχάσει διαβάζοντας ποιο βιβλίο του εντόπισα την αναφορά στην Αμέριμνη δυστυχία, ήταν εδώ, στη σελίδα 156, «Δεν λέω τίποτα· καμιά επίπληξη όταν παίρνει λάθος δρόμο: ORLY αντί για ORLEANS, δεν έγινε και καμιά καταστροφή, παράκαμψη μιας ώρας, μόνο που δεν φταίω εγώ γι' αυτό· αυτό την κάνει νευρική. Είμαι αποκαρδιωτικός, το ξέρω· κοιτάζω το τοπίο και δεν χρειάζεται να κατηγορήσω κανέναν· μιλάω (παραδείγματος χάριν) για τον Πέτερ Χάντκε, για το βιβλίο του ΑΜΕΡΙΜΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ, που μου έχει κάνει εντύπωση». Κάπως έτσι εγκατέλειψα πρόωρα εκείνο το καφέ που πια δεν υπάρχει για να κατεβώ τα σκαλιά του βιβλιοπωλείου, εξαντλημένο από τον εκδότη, απογοήτευση, διάλεξα ένα άλλο δικό του, Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό, το οποίο τελικά, παιχνίδια της τύχης, συνομιλούσε με το Μόντοκ, εγκαταλείποντας την ανατολική ακτή για την αμερικανική ενδοχώρα, η αφήγηση μιας αναζήτησης, το κυνήγι μιας τελευταίας ίσως ευκαιρίας για να μην καταρρεύσουν όλα.

Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν άνοιξε για τα καλά.

υγ. Για το Homo Faber περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Από το εργοστάσιο της ζάχαρης εδώ.

Μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου
Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

Από το εργοστάσιο της ζάχαρης - Dorothee Elmiger

Οι προτάσεις ξενόγλωσσης λογοτεχνίας των εκδόσεων Loggia έχουν κερδίσει την εκτίμησή μου, γεγονός που μου γεννά προσδοκίες με κάθε νέα κυκλοφορία. Έτσι συνέβη και με το βιβλίο αυτό, με τον παράδοξο τίτλο Από το εργοστάσιο της ζάχαρης της γεννημένης το 1985 στην Ελβετία Ντοροτέε Έλμιγκερ. Στους μήνες που μεσολάβησαν μέχρι την ανάγνωσή μου, αρκετοί έπαινοι ακούστηκαν για το βιβλίο αυτό, με πιο προκλητικό εκείνον που το συνέδεε με το Περί φυσικής της μελαγχολίας του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Με τον Γκοσποντίνοφ, κάνοντας μια παρέκβαση, η αναγνωστική μου σχέση είναι λίγο ιδιόρρυθμη, παρότι ξεκίνησε με άκρατο ενθουσιασμό, η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, αφού η οσμή προσωπικού στυλ υποχώρησε και στη θέση της ανέβλυσε εκείνη της μανιέρας, θέλω να πω πως κάθε ένα από τα επόμενα βιβλία του, μετά το Περί φυσικής της μελαγχολίας, μου άρεσε λιγότερο από το προηγούμενο.

Η παραπάνω σύνδεση με προϊδέασε ως προς τη μορφή που θα είχε το βιβλίο της Έλμιγκερ. Μια μεταμοντέρνα σύνθεση, με έντονο το προσωπικό στοιχείο, ανέμενα και αυτό συνάντησα. Αυτή η αναμονή δημιούργησε τον ορίζοντα προσδοκιών μου πριν την ανάγνωση, ενώ τοποθέτησε και κάποια σύννεφα επιφύλαξης. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για μυθιστορήματα όπως αυτό, κυρίως λόγω της έλλειψης μιας ευδιάκριτης πλοκής που υπό συνθήκες θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια πύλη εισόδου σε ένα κείμενο παρουσίασης. Επίσης, σε βιβλία όπως αυτό, τα χαρακτηριστικά κατασκευής είναι εμφανή, με αποτέλεσμα η πλάστιγγα της δημιουργίας να γέρνει προς έναν χαρακτήρα μάλλον εγκεφαλικό, με ορατούς τους αρμούς, σαν το σεντόνι του ταχυδακτυλουργού να είναι διαφανές. Αλλά, ακόμα και αν ξεπεράσει κανείς αυτές τις δύο ιδιαιτερότητες, μια ακόμα εμφανίζεται και έχει να κάνει με την επίγευση στο πέρασμα των ημερών μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης. Τη στιγμή που συμβαίνει, η ανάγνωση διακατέχεται από έναν εντυπωσιασμό, η έμπνευση και η υλοποίηση, το κατακερματισμένο κείμενο, οι διακειμενικές αναφορές, οι παύσεις και οι επιταχύνσεις, τα νήματα της αφήγησης που μένουν μετέωρα για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, το αίσθημα μιας άναρχης γραφής που γοητεύει με την άνεση στη διαχείριση του πολυποίκιλου υλικού, ο φαινομενικά παροντικός και γραμμικός χρόνος της συγγραφής· όλα αυτά είναι στοιχεία που αγαπώ και αναζητώ. Πόσο όμως θα μπορούσε να αντέξει μια τέτοια κατασκευή στην αναγνωστική (μου) ανάμνηση;

Άφησα κάποιες μέρες να περάσουν μέχρι το κείμενο αυτό. Προβληματίστηκα, επίσης, αρκετά για το αν θα κατατάξω στα μυθιστορήματα το βιβλίο αυτό. Τελικώς αποφάσισα να το κάνω, παραμερίζοντας τις όποιες ενστάσεις, παρά τα δοκιμιακά και πειραματικά συστατικά που συμπορεύονται με τη μυθοπλασία. Αν ήθελε κανείς να είναι ακριβής, μάλλον θα αναφερόταν στο Από το εργοστάσιο της ζάχαρης ως μια προσεκτικά επιμελημένη συρραφή σημειώσεων για ένα ή περισσότερα πιθανά κείμενα, την οποία οδηγεί και καθορίζει η έρευνα της συγγραφέως (στον ρόλο της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας). Και πάλι όμως, ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν θα ήταν αρκετός για να περιγράψει με σαφήνεια τη σύνθεση ως όλον. Η διαδικασία της συγγραφής, η αποικιοκρατική ιστορία με κέντρο περιστροφής τη ζάχαρη, οι διακειμενικές αναφορές, μεταξύ των οποίων το φοβερό Μόντοκ του Μαξ Φρις, αλλά και μια ερωτική ιστορία αποτελούν τα κυρίως υλικά παρασκευής λογοτεχνίας εδώ. Παρότι υπάρχουν κάποια αμήχανα σημεία εναλλαγής, συνολικά το αφηγηματικό εύρημα της Έλμιγκερ λειτουργεί ικανοποιητικά και συντελεί καθοριστικά στην απόλαυση που κομίζει ο αναγνώστης.

Το κυρίως συγγραφικό παράσημο έγκειται στη φαινομενική χρονική αλληλουχία της γραφής. Η Έλμιγκερ πετυχαίνει να προσδώσει γραμμικότητα στον αφηγηματικό χρόνο, να πείσει τον αναγνώστη πως κάθε επόμενη πέτρα, στην οποία καταφεύγει, εμφανίστηκε ελάχιστα πριν εκείνη πραγματοποιήσει το επόμενο βήμα, χωρίς να γνωρίζει με σαφήνεια από πριν πού θα την οδηγήσει τελικά, παρότι κάτι τέτοιο με μια λογική προσέγγιση μοιάζει μάλλον απίθανο να συνέβη κατά αυτόν τον τρόπο και όχι ως αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης εκ των υστέρων σύνθεσης του υλικού και με αρκετά ξεκάθαρη ιδέα για το σημείο άφιξης. Ο τρόπος με τον οποίο γράφεται το κείμενο επιτρέπει, επίσης, στον αναγνώστη να βιώσει την αίσθηση του κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα στο γραφείο εργασίας της συγγραφέως, παρότι κάτι τέτοιο μάλλον για ψευδαίσθηση πρόκειται ή αλλιώς για μια εικόνα όχι ακριβή. Γι' αυτό διέκρινα παραπάνω την επίγευση από τη γεύση της ανάγνωσης, τον συναισθηματικά σύγχρονο αναγνωστικό χρόνο από τη λογική της εκ των υστέρων επιστροφής στο μυθιστόρημα. Δεν είναι ωστόσο απλό ένας συγγραφέας να καταφέρει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε συναισθηματικά εδάφη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και να τον απομακρύνει από μια διαρκή λογική αναρώτηση σχετικά με την κατασκευή, παρότι τα υλικά της σύνθεσης βρίσκονται διαρκώς εκεί μπροστά του, η μαγεία παραμένει.

Τα λογικά αυτά ερωτήματα έχουν έναν πιο γενικό, ειδολογικό μάλλον, χαρακτήρα, έχοντας να κάνουν με τη σύνθεση θραυσμάτων ως αφηγηματική τεχνική. Η Έλμιγκερ δεν τα καταφέρνει άσχημα, το αντίθετο. Η γοητεία της γραφής της είναι διαρκώς παρούσα ωθώντας τον αναγνώστη σε μια καταιγιστική ανάγνωση, που χαρακτηρίζεται από τον εντυπωσιασμό που προκαλεί το κάθε, λιγότερο ή περισσότερο, αναπάντεχο επόμενο βήμα. Επιπλέον, η αναφορά στις πηγές της, στα βιβλία εκείνα τα οποία συντρόφευαν και καθοδηγούσαν τη συγγραφή του μυθιστορήματος, προσδίδει μια ειλικρίνεια στη γραφή, επιτείνοντας την αίσθηση του ημερολογιακού χαρακτήρα της. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να συσκοτίσει τις ρίζες της έμπνευσής της, αλλά να τις φανερώσει, να τις τοποθετήσει σε ένα ράφι που θα τους χαρίζει τη μεγαλύτερη προβολή, αποτίοντας τον δικό της ιδιαίτερο φόρο τιμής στην προσωπική και δημιουργική διαμόρφωση μέσα από την ανάγνωση. Είμαι αυτά που διαβάζω, μοιάζει να λέει.

Προείπα πως ανάμεσα στις διακειμενικές αναφορές, σημαίνοντα ρόλο παίζει το Μόντοκ του Μαξ Φρις, βιβλίο που στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο Μακρύ σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ, επιλογή που όπως επισημαίνεται στην έκδοση έγινε για να μην μπερδευτεί το ελληνικό κοινό, καθώς θεωρήθηκε πως το αμερικάνικο τοπωνύμιο δεν θα ήταν ιδιαιτέρως γνωστό. Μεγάλο μέρος της ερωτικής ιστορίας διαθέτει ευθείες αναλογίες με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ελβετού συγγραφέα, γεγονός που με ώθησε να το τραβήξω από τη βιβλιοθήκη για μια νέα, χρόνια μετά από την τελευταία, ανάγνωση. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα βιβλία εκείνα που με γενναιοδωρία προσφέρουν αναγνωστικά νήματα. Αυτό το νήμα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους, παρά τις όποιες ενστάσεις εξέφρασα παραπάνω, απόλαυσα ιδιαίτερα το βιβλίο αυτό, αφού το βιβλίο του Φρις λειτούργησε ως ένα κοινό αναγνωστικό έδαφος, γεγονός που οδήγησε στην ανάσυρση μιας παλιάς αναγνωστικής μνήμης με όλα τα απροσδόκητα παραφερνάλια που μια ανάμνηση σέρνει ξοπίσω της. Νήμα με το (αναγνωστικό μου) παρελθόν που κυριάρχησε εν τέλει στην επίγευση που το Από το εργοστάσιο της ζάχαρης μου άφησε, μαζί με τη γοητεία της σύνθεσης κατά την ανάγνωση. Τελικά, η λογική υπέστη κατάφωρο πλήγμα, το αναγνωστικό συναίσθημα επικράτησε. Θα ήθελα ωστόσο να διαβάσω και άλλα βιβλία της Έλμιγκερ, ελπίζοντας πως οι επιφυλάξεις που με τη λογική νιώθω να καταπέσουν με κρότο.

υγ. Για το Περί φυσικής της μελαγχολίας περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Μόντοκ του Φρις εν καιρώ.

Μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης
Εκδόσεις Loggia

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Η εποχή του κακού - Deepti Kapoor

Είχε προηγηθεί το Σανταράμ, η αυτοβιογραφική ιστορία του Αυστραλού Ρόμπερτς από τα χρόνια που πέρασε φυγάς στην Ινδία. Η εποχή του κακού είχε μόλις κυκλοφορήσει. Τελευταίο βιβλίο Ινδού συγγραφέα που είχα διαβάσει, αν δεν κάνω λάθος, ήταν Ο λευκός τίγρης που, απ' όσο θυμάμαι δεν μου είχε αρέσει καθόλου, παρότι είχε επαινεθεί ιδιαιτέρως. Και δεν μου είχε αρέσει καθώς, και παρά την όποια λογοτεχνική του αρτιότητα, μου μύριζε εξωτισμό και εγώ σε τέτοιες μυρωδιές έχω μια σχετική αλλεργία. Για τον λόγο αυτό αποφεύγω τη λογοτεχνία από συγκεκριμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, με το όποιο κόστος βιβλίων που θα μου άρεσαν, αλλά και με κάποιες εξαιρέσεις, που το ένστικτό μου μου υπέδειξε. Σκεφτόμουν ιδιαιτέρως το Σανταράμ τις ημέρες που ακολούθησαν την ανάγνωσή του, παρότι μου είχε αφήσει ανάμεικτα συναισθήματα. Σκεφτόμουν αυτές τις περιοχές, την κοινωνική ιεραρχία, τη μάχη της κάθε ημέρας, την ιδιότυπη αλληλεγγύη που εξασφαλίζει όσα η κρατική μέριμνα αδυνατεί. Ήταν ακόμα καλοκαίρι τότε και η ανάγκη μου για μεγάλη αφήγηση παρούσα. Το ένστικτό μου για το Η εποχή του κακού αποτελείτο από αντικρουόμενες φωνές. Θα το ξεκινήσω και αν είναι το παρατάω, σκέφτηκα. Όπως καταλαβαίνετε, ιδιαίτερες προσδοκίες δεν είχα.

Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα λαμβάνει χώρα, ξημερώματα στο Νέο Δελχί. Το αυτοκίνητο ανήκει σε ένα πλούσιο και εξέχων μέλος της ανώτερης πολιτικοοικονομικοκοινωνικής κάστας. Ωστόσο, στο τιμόνι βρίσκεται, άγνωστο πώς και γιατί, ένας απλός υπηρέτης. Οι νεκροί είναι πέντε. Η αφήγηση θα γυρίσει χρόνια πριν τη μοιραία βραδιά, η Καπούρ θα στήσει ένα σχετικά περίπλοκο ως προς την πλοκή μυθιστόρημα με ιστορίες που βαδίζουν αρχικά ανεξάρτητες για να σιμώσουν στην πορεία πριν συναντηθούν τα ξημερώματα εκείνα, με τον υπηρέτη να οδηγεί το πολυτελές αυτοκίνητο και τα θύματα να κείτονται νεκρά.

Η Καπούρ έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, σύνθετη και ογκώδη επίσης, επί της οποίας επιβάλλεται με σχετική άνεση. Η δομή και η εξέλιξη των παράλληλων υποϊστοριών θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Ινιάριτου συστήθηκε στο κινηματογραφικό κοινό. Η συγγραφέας δεν αμελεί καμία από αυτές, τις φροντίζει και τις προωθεί με υπομονή, για να κλείσει τον κύκλο εκεί που άνοιξε, ξημερώματα στο αιματοβαμμένο οδόστρωμα. Οι χαρακτήρες δίνονται με τρόπο επαρκή, λειτουργώντας στερεοτυπικά κατά το αναγκαίο, χωρίς ωστόσο να μετατρέπονται στιγμή σε καρικατούρες. Ο τόπος, η Ινδία, δεν επισκιάζει την ιστορία. Δεν είναι βιβλίο για την Ινδία αυτό, είναι μια ιστορία η οποία διαδραματίζεται στην Ινδία. Μοιάζει παιχνίδι με τις λέξεις η παρατήρηση αυτή, αλλά είναι τεράστιας σημασίας. Η Καπούρ αποφεύγει τον εξωτισμό, δεν επιθυμεί να πουλήσει την Ινδία στο δυτικό κοινό, έχει μια καλή ιστορία να πει, βρίσκει τον τρόπο και πετυχαίνει να την αφηγηθεί. Και ακριβώς επειδή αποφεύγει την παγίδα του εξωτισμού και η Ινδία αποτελεί απλώς το σκηνικό, τον τόπο, και έτσι λειτουργεί περίφημα ως τέτοιο. Και αυτό πρέπει να πιστωθεί στη συγγραφέα.

Είναι σημαντικό διαβάζοντας ένα βιβλίο, το κάθε βιβλίο, να υποθέτεις τις συγγραφικές προσδοκίες και να ελέγχεις αν αυτές ικανοποιήθηκαν ή όχι. Η Καπούρ, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μοιάζει να επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα που σε κάποια χρόνια θα ενταχθεί στον τότε επικαιροποιημένο λογοτεχνικό κανόνα. Αυτό δεν σημαίνει πως απουσιάζει το συγγραφικό όραμα. Η Καπούρ έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, γεγονός που από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για να οδηγήσει σε ένα καλό μυθιστόρημα. Φροντίζει την κατασκευή της, το κάθε κομμάτι της ιστορίας, όχι για να εντυπωσιάσει αλλά για να είναι χρηστικό στο τελικό οικοδόμημα. Μια κατασκευή σύνθετη ως προς το περιεχόμενο, που ωστόσο δεν αποδεικνύεται εμπόδιο στην ανάγνωση, αλλά αντίθετα της επιτρέπει να κυλά ανεμπόδιστα. Παρά τα όσα υποτιμητικά λέγονται αριστερά και δεξιά, δεν είναι απλό ούτε εύκολο να γράψει κανείς ένα pageturner μυθιστόρημα και σίγουρα όταν αυτό επιτυγχάνεται δεν αποτελεί ψεγάδι αλλά επίτευγμα. Το πρόβλημα εντοπίζεται όταν κάτι τέτοιο αποτελεί συγγραφική επιδίωξη που ωστόσο δεν λειτουργεί. Το πρόβλημα, θέλω να πω, με αρκετά ευκολοδιάβαστα βιβλία είναι πως τελικά δεν είναι ευκολοδιάβαστα γιατί είναι κακογραμμένα. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Κάθε άλλο.

Η Καπούρ εγκλωβίζει τον αναγνώστη σε μια φρενήρη ανάγνωση, καθώς εκείνος επιθυμεί να δει τι θα συμβεί παρακάτω. Η πρόδηλη αφηγηματική ευχέρεια της Καπούρ επιτρέπει στις σελίδες να κυλούν αβίαστα, μια αχόρταγη ανάγνωση που δημιουργεί έντονη την αίσθηση της αντίστιξης με τη σκοτεινιά που επικρατεί και τη δυσωδία που αναβλύζει καθώς η πλοκή εξελίσσεται. Αυτό το αντικρουόμενο αίσθημα έλξης απώθησης διαποτίζει την αναγνωστική εμπειρία. Αίσθημα που προκύπτει ομαλά, χωρίς συναισθηματική καθοδήγηση, χωρίς εκβιασμούς, χωρίς φιοριτούρες και με ορθή χρήση ανατροπών και κορυφώσεων. Παρά το μέγεθος του βιβλίου, η Καπούρ καταφέρνει να παραδώσει ένα αρκετά δεμένο μυθιστόρημα δράσης, με τις απαραίτητες παρεκβάσεις για την ευρύτερη κατανόηση των συνθηκών και των χαρακτήρων, χωρίς να θυσιάζει τα πάντα στον βωμό της δράσης. Πετυχαίνει έτσι να υπογράψει ένα καλό μυθιστόρημα, το οποίο χωρίς να πουλάει εξωτισμό, μοιάζει να αποτυπώνει αρκετά πειστικά την ινδική συνθήκη, την εποχή του κακού που ολοένα και τείνει να γίνει κοινή συνισταμένη σε κάθε γωνιά της γης.

Μου άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο αυτό και ας είχα τόσες επιφυλάξεις, ίσως και επειδή είχα τόσες επιφυλάξεις και οι υποκειμενικές προσδοκίες δεν βρήκαν χώρο να αναπτυχθούν άναρχα και άδικα ως προς το ίδιο το μυθιστόρημα.

υγ. Για το Σανταράμ περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

Θάλασσα, θάλασσα - Iris Murdoch

Πριν πιάσω στα χέρια μου το μυθιστόρημα αυτό, το έργο της Μέρντοχ μου ήταν άγνωστο. Την ήξερα ως όνομα, υποπτευόμουν τη σπουδαιότητά της, αλλά δεν είχα διαβάσει κάποιο βιβλίο της, παρότι αρκετά είχαν, παλιότερα κυρίως, κυκλοφορήσει. Η σχετικά πρόσφατη έκδοση του Θάλασσα, θάλασσα στο πλαίσιο της σημαντικής σειράς Aldina, σε μετάφραση-εγγύηση Αθηνάς Δημητριάδου, έμοιαζε ως η κατάλληλη αφορμή για να κλείσει, ή να ανοίξει για τα καλά, ένας ακόμα λογοτεχνικός λογαριασμός, ένας από τους αναπόφευκτα πολλούς αντίστοιχους, αλλά και γενικότερα μια ευκαιρία να επανέλθει το όνομά της στο αναγνωστικό προσκήνιο και να αναμετρηθεί με το παρόν, ώστε το έργο της να περάσει για τα καλά στην επικράτεια του κλασικού ή να περιπέσει από το ίδιο του το βάρος. Το Θάλασσα, θάλασσα κυκλοφόρησε το 1978, χρονιά κατά την οποία έλαβε και το βραβείο Booker, ένα βραβείο το οποίο μοιάζει να μου ταιριάζει αναγνωστικά και γενικά το εμπιστεύομαι, αντίθετα με άλλα.

«Η θάλασσα που απλώνεται μπροστά μου ενόσω γράφω λάμπει μάλλον παρά στραφταλίζει στην άτονη μαγιάτικη λιακάδα». Έτσι σκόπευε να ξεκινήσει ο Τσαρλς Άροουμπαϊ την καταγραφή των απομνημονευμάτων του. Μετά από μια πολύβουη ζωή στη βρετανική μητρόπολη, εκεί που γνώρισε την καταξίωση ως θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο Άροουμπαϊ αποσύρεται σε ένα απομονωμένο σπίτι κοντά στη θάλασσα. Διόλου αναπάντεχα, αποφασίζει να καταγράψει τα της ζωής του, σύμβαση αρκετά συχνή στη λογοτεχνία. Η απόφαση αυτή αποτελεί την πρώτη από μια σειρά από άμεσες ή έμμεσες πινελιές στον καμβά του χαρακτήρα του πρωτοπρόσωπου αφηγητή. Ένα αρκετά ισχυρό εγώ αναδύεται, το εγώ κάποιου που θεωρεί εαυτόν αρκούντως σημαντικό ώστε να του αναλογεί ένα μεμουάρ. Σχεδόν ταυτόχρονα με την απόφαση καταγραφής, ένα απροσδόκητο γεγονός θα λάβει χώρα, καθώς θα συναντήσει μια παλιά του ερωμένη, αρκετά ηλικιωμένη πια, με έντονες τις πληγές του χρόνου και τα βάρη μιας ζωής στον αντίποδα της δικής του. Η συνάντηση αυτή τον αναστατώνει, τον ωθεί να πασχίσει να την πλησιάσει με κάθε δυνατό τρόπο, τη στιγμή που εκείνη, παντρεμένη από χρόνια, κάνει ό,τι μπορεί για να τον αποφύγει.

Υπάρχουν συγγραφείς που αγαπούν τους χαρακτήρες τους, ειδικά όταν τους δίνουν ταυτόχρονα και τον ρόλο του αφηγητή, και άλλοι που απλώς φαινομενικά αδιαφορούν, παίρνοντας τις απαραίτητες αποστάσεις. Υπάρχουν και άλλοι, όπως η Μέρντοχ στην προκειμένη περίπτωση, που δεν τους προστατεύουν, που τους αφήνουν γυμνούς και ανήμπορους, έρμαιο της διάθεσης του εκάστοτε αναγνώστη, μοιάζοντας, έστω φαινομενικά, να μην τους συμπαθούν ιδιαιτέρως. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προνομίων που διαθέτει ο Άροουμπαϊ, προνόμια που συναντώνται σε όλο το εύρος της ύπαρξης, αλλά και την εικόνα που ο αφηγητής έχει για τον εαυτό του, η Μέρντοχ, περίτεχνα και υπομονετικά, τον εγκαταλείπει σοκαρισμένο από τη συνάντηση με την παλιά ερωμένη του, σε μια συνθήκη αρκετά γκροτέσκα, που φέρει μια έντονη διάθεση για ειρωνεία, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή. Η συγγραφέας επιλέγει έναν παράδοξο τρόπο για να αφηγηθεί μια ιστορία αγάπης από το παρελθόν, έναν τρόπο κωμικοτραγικό και γλυκόπικρο, γεμάτο από παιδιάστικο πείσμα, ικανό να κάνει συντρίμμια όλους τους υπέρλαμπρους ορόφους που ο Άροουμπαϊ ύψωσε κατά τη διάρκεια της ζωής του, τον προσωπικό βωμό αυτολατρείας.

Χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της και να παραμελεί την προώθηση της πλοκής, η Μέρντοχ εξαπολύει τα βέλη της, έτσι όπως ο Άροουμπαϊ ολοένα βυθίζεται στην ερωτική του εμμονή. Ένα χαρακτηριστικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η διαρκής αναφορά του αφηγητή στα γεύματά του, η εμμονή του με το φαγητό που αρκετά απέχει από τη γαστρονομική λεπτότητα ενός ανθρώπου του πνεύματος και της υψηλής κοινωνίας, εκεί που το φαγητό είναι τέχνη και όχι ανάγκη, και περισσότερο προσομοιάζει σε βουλιμία ενός πρωτόγονου οργανισμού. Από το απομονωμένο σπίτι θα παρελάσουν αρκετά οικεία πρόσωπα από το παρελθόν τού αφηγητή, πρόσωπα που πίστευε πως θα μπορούσε να τα αφήσει πίσω του. Η παρουσία τους εντείνει την καινούρια συνθήκη της οποίας ο Άροουμπαϊ είναι πρωταγωνιστής, ενώ τα απομνημονεύματα, που τόσες λαμπρές σελίδες επιτευγμάτων και δόξας υπόσχονταν, μετατρέπονται σε σελίδες ημερολογίου με θέμα έναν γεροντοέρωτα, χωρίς όμως το μυθιστόρημα να απολύει την απαραίτητη συνοχή του και να μετατρέπεται σε μια σειρά από κωμικά συμβάντα.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μέρντοχ αντιμετωπίζει τον Άροουμπαϊ προκαλεί έναν προβληματισμό, την αναζήτηση μιας εξήγησης, τη στιγμή που η ανάγνωση του πολυσέλιδου αυτού μυθιστορήματος γεννά μια αμφιθυμία στον αναγνώστη, που δεν είναι σίγουρος πώς να σταθεί απέναντι στο υποκείμενο της αφήγησης και παρεπόμενα στην ιστορία του. Τα προνόμια του ίσως να δίνουν μια απάντηση, η κατακρήμνιση ενός σπουδαίου και πετυχημένου λευκού άντρα στα τάρταρα μιας αγάπης παλιάς με χαρακτηριστικά φαρσοκωμωδίας, η αφήγηση αυτή ως αντίποδας στην αναμενόμενη σοβαροφάνεια με την οποία κάποιος σαν τον Άροουμπαϊ θα μιλούσε για τα έργα και τις μέρες του ή, ακόμα παραπέρα, μια αφηγηματική μομφή απέναντι σε μια σπουδαιοφανή αντρική λογοτεχνία, απόρροια επίσης των προνομίων της. Η αμφιθυμία γεννάται κυρίως από το γεγονός πως παρότι η ιστορία ως ιστορία μάλλον είναι κάπως απλοϊκή, ενώ και η σχέση αναγνώστη-αφηγητή είναι υπό διαρκή αίρεση, το μυθιστόρημα λειτουργεί περίφημα. Η Μέρντοχ με υλικά φαινομενικά απλά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής λογοτεχνίας, αποφεύγοντας την παγίδα της καρικατούρας. Τα αναγνωστικά αυτά αμφίθυμα συναισθήματα μου έφεραν στο νου το μυθιστόρημα Ένας έρωτας του σπουδαίου Ντίνο Μπουτζάτι, η ιστορία ενός καθόλα πετυχημένου μεσοαστού που ερωτεύεται μια πόρνη.

Στο Θάλασσα, θάλασσα, που ήδη από τον τίτλο του φέρει μια γεύση ειρωνείας, αφού αναπόφευκτα ξυπνά την ανάμνηση της διάσημης φράσης στο έργο του Ξενοφώντα, η Μέρντοχ αναμετράται με έναν ακόμα συχνό λογοτεχνικό εχθρό όπως είναι η κωμωδία, και τα καταφέρνει περίφημα. Θα ήταν, ωστόσο, άδικο ή άστοχο να εγκλωβίσει κανείς το μυθιστόρημα αυτό στο στενό πλαίσιο της κωμωδίας, αλλά ούτε να ισχυριστεί κανείς πως το χιούμορ καταστάσεων χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για να εγείρει τύψεις στον αναγνώστη έπειτα από τον κάθε σχηματισμό χαμόγελου στο πρόσωπό του. Γιατί παρά τον χαρακτήρα σάτιρας που διέπει την αφήγηση, και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο, η Μέρντοχ δεν στέκεται ξεκάθαρα και αποκλειστικά απέναντι στον Άροουμπαϊ, δεν τον περιγελά, αλλά μάλλον τον εξανθρωπίζει, τον σπρώχνει προς μια πιο απλή, πλην όμως πραγματική, συνθήκη ζωής, τη στιγμή που εκείνος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, πιστεύοντας πως πια μπορούσε να αναχωρήσει από τα ανθρώπινα κεφαλαιοποιώντας όσα η ζωή ως τότε του πρόσφερε απλόχερα, συνθήκες και καταστάσεις οι οποίες άλλοτε του πρόσφεραν  την απόσταση που τόνιζε την υπεροχή του. Κατά μία έννοια, θέλω να πω, η Μέρντοχ τον συμπονεί, έστω και με τρόπο παράδοξο και φαινομενικά απόντα.

Η ιστορία του Άροουμπαϊ, ενός ηλικιωμένου μεσήλικα που χάνει το έδαφος των βεβαιοτήτων και των προνομίων κάτω από τα πόδια του, μια από τις πολλές αντίστοιχες ιστορίες της λογοτεχνίας, που είναι αρκετά του γούστου μου, ξεφεύγει από την τετριμμένη οδό, καθώς εδώ η όποια λύπηση ή ενσυναίσθηση γεννάται διέρχεται μέσα από το πέπλο του κωμικού. Ο αφηγητής άλλου θύμα δεν είναι παρά μόνο του ίδιου του του εαυτού, του παρελθόντος του, μια κακοφτιαγμένη στροφή που τον πετάει έξω από τον δρόμο ελάχιστα πριν μπει στην τελική ευθεία. Και η Μέρντοχ το κάνει με τρόπο ιδιοφυή, υιοθετώντας τη σύμβαση του απομνημονεύματος. Ο Άροουμπαϊ δεν κρατάει ένα ημερολόγιο αυστηρά προσωπικής χρήσης, αλλά συγγράφει τα απομνημονεύματά του, παρότι ήδη από την αρχή τα σχέδια του ανατρέπονται με την εμφάνιση εκείνης της γυναίκας. Και στα απομνημονεύματα, αντίθετα με τη σύμβαση ενός ημερολογίου χωρίς άλλον αποδέκτη πέρα από τον ίδιο τον εαυτό, υπάρχει το στοιχείο της επιμέλειας, της απόφασης του συγγραφέα-υποκειμένου να επικεντρωθεί ή να παρακάμψει γεγονότα και συναισθήματα, να ωραιοποιήσει και να φέρει το κείμενο στα μέτρα του, όντας ένας εκ προοιμίου αναξιόπιστος, παρότι παντογνώστης, αφηγητής.

(Διαβάζοντας το απολαυστικά χορταστικό αυτό μυθιστόρημα, αρκετές φορές θυμήθηκα ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, τους πρώτους δύο τόμους από την Επταλογία του Νορβηγού Γιον Φόσε, Το άλλο όνομα. Η διακειμενική σύνδεση των δύο βιβλίων είναι αρκετά έντονη, παρότι οι συγγραφείς επιλέγουν να ακολουθήσουν άλλες διαδρομές και να υπηρετήσουν άλλους στόχους.)

υγ. Περισσότερα για το Ένας έρωτας του Ντίνο Μπουτζάτι θα βρείτε εδώ, ενώ για Το άλλο όνομα του Γιον Φόσε εδώ.

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Gutenberg