Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του (2010)




Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του είναι η ταινία του Απιτσατπόνγκ Ουερεσεθάκουλ -από εδώ και στο εξής θα αναφέρεται απλώς ως ο σκηνοθέτης, για ευνόητους λόγους- που όταν κυκλοφόρησε, δέκα χρόνια πριν, με έλκυε και με απωθούσε ταυτόχρονα, συναίσθημα όχι συχνό η αλήθεια είναι, και κάπως έτσι ο καιρός πέρασε και δεν είδα ποτέ αυτή την ταινία, που όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, δίχασε κοινό και κριτικούς, αν και περισσότερο το κοινό, καθώς η κριτική, ακολουθώντας την επιτροπή των Καννών, επαίνεσε κατά κύριο λόγο την ταινία του Ταϊλανδού σκηνοθέτη. Για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο τον τελευταίο καιρό ολοένα και πιο συχνά σκεφτόμουν την ταινία αυτή, αλλά εκείνη η παλιά αμφιθυμία μου δεν έλεγε να με αφήσει. Ώσπου είδα δυο τρεις υπερτιμημένες ταινίες στη σειρά και θύμωσα, που έβλεπα ταινίες για τις οποίες εξαρχής ήξερα πως είχαν δεδομένα όρια, ταινίες που δύσκολα θα έπαιρναν πάνω από επτά στην καλύτερη των περιπτώσεων, αν και δύσκολα κάτω από πέντε, ταινίες μικρού ρίσκου και άρα μικρής απόδοσης. Έτσι, θυμωμένος καθώς ήμουν με την ατολμία μου, αποφάσισα να ρισκάρω περισσότερα, να κατεβάσω το κάτω πιθανό όριο στο ένα, σπρώχνοντας όμως και το αντίστοιχο πάνω στο δέκα. Κάπως έτσι είδα την ταινία αυτή.

Η υπόθεση της ταινίας συνοψίζεται επακριβώς στον τίτλο της. Ο θείος Μπούνμι, βαριά άρρωστος στο αγρόκτημά του στη ζούγκλα, δέχεται επισκέψεις από μέλη της οικογένειάς του, ανάμεσα στους οποίους και από τη νεκρή σύζυγό του και τον εξαφανισμένο γιο του. Υπόθεση απλή και κατά κάποιο τρόπο σχηματική, όχι σεναριακά, καθώς από την άποψη αυτή η ιστορία ολοκληρώνεται, αλλά από πλευράς συμβολισμών και μεταφορών, καθώς η ταινία διαθέτει και ιστορικοπολιτική διάσταση, με ευθείες αναφορές στην ταϊλανδέζικη πραγματικότητα. Πολιτικός και ποιητικός κινηματογράφος δηλαδή, στα πρότυπα σπουδαίων δημιουργών του σινεμά, όπως ο Αμπάς Κιαροστάμι για παράδειγμα. 

Περισσότερο από άλλες ταινίες, εδώ, που η ανοικείωση του θεατή είναι υψηλότατη καθώς ελάχιστα πράγματα γνωρίζει τόσο για το τοπικό κινηματογραφικό γίγνεσθαι, όσο και για τη γενικότερη κουλτούρα, φαντάζει αναγκαία μια σύμβαση ανοχής και αποδοχής. Σύμβαση που δίνει την ευκαιρία να αντικρίσουμε κάτι μακρινό, και να μη βιαστούμε να το κρίνουμε με όρους από τη δική μας πραγματικότητα. Γιατί, αλλιώς, μάλλον δεν έχει και τόσο νόημα να περάσει κανείς δύο ώρες βλέποντας ταινίες όπως αυτή, με τέτοια πληθώρα που υπάρχει. Αυτό, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει την a priori ανάδειξη της ταινίας σε αριστούργημα, αν και η εξωτικότητα πάντα κερδίζει πόντους στα φεστιβάλ.

Η μετενσάρκωση, ως πολιτισμικό και θρησκευτικό στοιχείο της ταϊλανδέζικης κουλτούρας, είναι ο βασικός άξονας περιστροφής της ταινίας, η μετάβαση από τη μια ζωή στην επόμενη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντιμετώπιση του κάθε έμβιου όντος και για τη γενικότερη στάση ζωής, αυτή η ανταμοιβή ή τιμωρία για την επόμενη ζωή. Η μετενσάρκωση, όμως, θα μπορούσε να έχει και ευρύτερες ερμηνείες, ιδωμένη υπό ένα πρίσμα διαφορετικό του θρησκευτικού. Βιολογικά μιλώντας, θα μπορούσε να αντιστοιχεί  στην εξέλιξη των ειδών, ενώ και η ιστορική εξέλιξη τι άλλο αποτελεί πέρα από μια διαρκή μετάβαση από μια μορφή σε κάποια άλλη; Έτσι, λοιπόν, η μετενσάρκωση ως πίστη αποτελεί μέρος ενός κόσμου που χάνεται, μιας Ταϊλάνδης που δυτικοποιείται, που αφήνει πίσω της ένα παρελθόν με φαντάσματα και έντονη πίστη στο μεταφυσικό, για να ακολουθήσει τον υπόλοιπό κόσμο, την πρόοδο. Γι' αυτή την Ταϊλάνδη θέλει να μιλήσει ο σκηνοθέτης μέσω των αναμνήσεων του θείου Μπούνμι, για την Ταϊλάνδη του χτες, των αγροτών και της ζούγκλας και για τη μετάβαση της σε ένα μοντέλο αστικό, δυτικό.

Στο τέλος της προβολής κάτι μου έλειπε για να χαρακτηρίσω τη ταινία αριστούργημα, αν και σοκαρίστηκα με το πόσο γρήγορα πέρασε ο χρόνος παρακολουθώντας την. Κάτι μοιάζει να χάνεται στην απόσταση που με χωρίζει από τον εκεί κόσμο, στην πρόσληψη του σεναρίου, στην ενσυναίσθηση με τους ήρωες σε κάποιες σκηνές, ενσυναίσθηση απαραίτητη για να συγκινηθείς και όχι να γελάσεις με ένα σεναριακό εύρημα, υπερβολικά απλό, κινούμενο στην επικίνδυνη ζώνη του γελοίου, όπως η συνομιλία μιας πριγκίπισσας με ένα ψάρι. Αγάπησα τα παλαιομοδίτικα εφέ στο μοντάζ, τον παλιό τρόπο για να εμφανίσεις ένα φάντασμα στο πλάνο. Αναρωτιέμαι συχνά βλέποντας ταινίες όπως αυτή, σε τι ποσοστό οι ηθοποιοί είναι επαγγελματίες, είναι τόσο όμορφα παιδικό και αθώο το παίξιμό τους που κάνει ευδιάκριτη την υπερβολή στις καθ' ημάς ερμηνείες. 

Αρκετά πλάνα φυσικής ομορφιάς, με μέσα απλά, ικανά να μαγέψουν και να μεταφέρουν τον θεατή σε εκείνα τα μέρη, μικραίνοντας έτσι την απόσταση. Δύο είναι οι ατάκες που μου έμειναν, πρώτη εκείνη της νεκρής συζύγου που λέει στον Μπούνμι πως ο παράδεισος είναι υπερτιμημένος, καθώς τίποτα δεν υπάρχει εκεί. Αλλά και η απορία της Τζεν για το τι γυρεύουν στην Ταϊλάνδη τόσοι εργάτες χωρίς χαρτιά από το Λάος, που έφτασαν ως εκεί κολυμπώντας οι περισσότεροι. Γιατί ακόμα και στην Ταϊλάνδη μπορεί να μοιάζει πιο ευοίωνο το μέλλον για έναν εργάτη από το Λάος.

Ίσως να ήταν για καλό που δεν είδα τότε αυτή την ταινία, πάντως σίγουρα θα αναζητήσω και τις προηγούμενες αυτού του γλωσσοδέτη τύπου από την Ταϊλάνδη!
  

 

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Απόσταση ασφαλείας - Samanta Schweblin




Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να μου συμβεί κι εμένα το ίδιο με την Κάρλα. Εγώ πάντα σκέφτομαι το χειρότερο ενδεχόμενο. Κι αυτή ακριβώς τη στιγμή υπολογίζω πόση ώρα θα μου πάρει να πεταχτώ έξω από το αυτοκίνητο και να φτάσω τρέχοντας μέχρι τη Νίνα αν εκείνη τρέξει ξαφνικά προς την πισίνα και πέσει μέσα. Το αποκαλώ "απόσταση ασφαλείας", έτσι αποκαλώ αυτή τη μεταβλητή απόσταση που με χωρίζει από την κόρη μου και περνώ τη μισή μου μέρα υπολογίζοντάς τη, αν και πάντα ρισκάρω περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε.
Αυτή είναι η απόσταση ασφαλείας, το σημείο στο οποίο η Αμάντα νιώθει τη μικρότερη δυνατή ανασφάλεια, μια διαρκής διαδικασία επαναπροσδιορισμού, μια συνεχής αγωνία για την οξύτητα των αντανακλαστικών, μια στιγμιαία βεβαιότητα πως ό,τι και αν συμβεί στη Νίνα εκείνη θα προλάβει να αντιδράσει. Η Αμάντα μένει με τον άντρα της και την κόρη της στην πόλη. Τώρα βρίσκεται στο κρεβάτι μιας κλινικής, δεν θυμάται πώς και γιατί βρέθηκε εκεί. Δίπλα της βρίσκεται ο Νταβίντ ο οποίος και την παρακινεί να θυμηθεί, της ζητάει να διευκρινίσει κάποια σημεία και να καταλάβει κάποια άλλα. Η Αμάντα δυσκολεύεται, θυμάται πως πήγαν με την κόρη της μια εκδρομή σε ένα σπίτι στην ύπαιθρο, η Κάρλα είναι η ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού, της αφηγείται την ιστορία της, πώς μια μέρα ο γιος της, ο Νταβίντ, ήπιε μολυσμένο νερό και πώς τον πήγε στο πράσινο σπίτι, εκεί όπου μια γυναίκα με μεταφυσικές δυνάμεις τον έσωσε, αν και ύστερα από εκείνη τη μέρα ο Νταβίντ δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.

Η Σβέμπλιν επιλέγει να διηγηθεί μια ιστορία μυστικών και εξομολογήσεων υπό ένα μεταφυσικό πρίσμα, αυτό είναι το εύρημά της θα λέγαμε, το στοιχείο το οποίο κάνει αυτή την αφήγηση ξεχωριστή. Το δωμάτιο της κλινικής, η αινιγματική παρουσία του Νταβίντ, η απόπειρα της Αμάντα να θυμηθεί, ν' ανασυνθέσει όσα την οδήγησαν ως εκεί, η γυναίκα στο πράσινο σπίτι, οι συμπτώσεις και οι παραλληλισμοί των δύο ιστοριών. Τέτοιου είδους ευρήματα "πρωτότυπης ιδέας" παρουσιάζουν συχνά διάφορα προβλήματα, καθώς η αρχική λάμψη σιγά σιγά ξεθωριάζει, την ώρα που ο συγγραφέας εγκλωβίζεται στο ίδιο του το εύρημα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν ο συγγραφέας αποπειράται να εξηγήσει την πρωτότυπη ιδέα του, ενώ το ναδίρ περιμένει συνήθως κάπου προς το τέλος της ιστορίας, στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο θα δοκιμάσει να το κλείσει όλο αυτό. Κοινώς, στα ευρήματα "πρωτότυπης ιδέας", καλό είναι να μπορεί να οριστεί τι είναι εκείνο που δύναται να το μετατρέψει σε οργανικό συστατικό μιας ιστορίας που αξίζει να ειπωθεί, γιατί αλλιώς, αν το εύρημα είναι μεγαλύτερο της ιστορίας, υπάρχει πρόβλημα.

Η Σβέμπλιν δεν τα καταφέρνει άσχημα. Το μεταφυσικό στοιχείο αποτελεί όντως οργανικό συστατικό της αφήγησης, και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται ούτε να το εξηγήσει ούτε να πείσει για την αληθοφάνειά του. Η Αμάντα ξυπνάει στο δωμάτιο μιας κλινικής και επιχειρεί να θυμηθεί τι συνέβη, αυτή είναι η σύμβαση που χρειάζεται ώστε γύρω της να περιστραφεί η ιστορία, χωρίς να ξενίζει ούτε η όποια αποσπασματικότητα ούτε και η συχνή έλλειψη αιτίου - αιτιατού. Το μεταφυσικό στοιχείο αποτελεί ένα αφηγηματικό εύρημα, τον τρόπο με τον οποία η συγγραφέας επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία της, να φέρει στην επιφάνεια μυστικά και αναμνήσεις, κάτι το οποίο δεν έχει να κάνει με την ιστορία ως έχει. Μια αφήγηση εξόχως ατμοσφαιρική. Ο σχεδόν ολοκληρωτικά μονόλογος της Αμάντα, που διακόπτεται ελάχιστες φορές από τον Νταβίντ, αποτελεί το καύχημα της συγγραφέως. Ο ρυθμός της αφήγησης, τα ξεσπάσματα και οι αποστασιοποιημένες περιγραφές, οι στιγμές που η Αμάντα παρασύρεται από την αφήγησή της, ξεχνάει πού βρίσκεται τώρα και για ποιον λόγο τα λέει όλα αυτά, ώσπου ξαφνικά θυμάται, συνειδητοποιεί, καθώς ο Νταβίντ επιχειρεί να την καθοδηγήσει, να την επαναφέρει στην ιστορία, να μην την αφήσει να παρασυρθεί σε κάποιο αδιάφορο μονοπάτι, όλα αυτά μαζί προκαλούν εναλλασσόμενα συναισθήματα στον αναγνώστη.

Ακόμα και στις πιο ρεαλιστικές στιγμές της αφήγησης, στη σκηνή για παράδειγμα που η Κάρλα κυνηγάει ένα άλογο που ξέφυγε από τον στάβλο, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να εικονοποιήσει, ένα ρυζόχαρτο μοιάζει να παρεμβάλλεται στο ενδιάμεσο, και εκεί κρύβεται το αίσθημα αγωνίας που σύμφωνα με το New York Journal of Books κατατάσσει την Απόσταση ασφαλείας στην κατηγορία του θρίλερ. Αυτό το ανοίκειο σκηνικό είναι που τρομάζει περισσότερο τον αναγνώστη, γι' αυτό δεν είμαι σίγουρος για το κατά πόσο θα είναι πετυχημένη η μεταφορά του στην οθόνη, που βρίσκεται στο στάδιο του post production από το Netflix. Η συγκεκριμένη αφηγηματική επιλογή έχει βέβαια και τα μειονεκτήματά της, καθώς με δυσκολία γίνεται ορατή η περιβαλλοντική διάσταση της ιστορίας, η σχέση του ανθρώπου που ζει στην πόλη με τη φύση και η καταστροφή του περιβάλλοντος, παρότι ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας στηρίζεται σε αυτό.       

Αφήγηση στυλιζαρισμένη και στήσιμο αρκετά εγκεφαλικό που μοιάζει να πηγάζει από κάποιο μαθηματικό μοντέλο και ωστόσο προκαλεί μια συναισθηματική κορύφωση, η Απόσταση ασφαλείας καταφέρνει να διατηρήσει αναλλοίωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, σχεδόν του επιβάλλει τη μια κι έξω ανάγνωση, όχι μόνο εξαιτίας της αγωνίας για την έκβαση, αλλά και για τη δύναμη που έχει η αφήγηση της Αμάντα· όμως ο εντυπωσιασμός αποδεικνύεται κάπως επιφανειακός, η επίδρασή του γρήγορα υποχωρεί, και κάπου εκεί έρχεται το δύσκολο ερώτημα σχετικά με την πραγματική λογοτεχνική αξία του έργου. Κάτι που δεν αναρωτιέσαι για παράδειγμα στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεκ, η οποία τα καταφέρνει περίφημα. Το μυθιστόρημα της Σβέμπλιν το απόλαυσα πραγματικά όσο το διάβαζα, την επόμενη μέρα όμως ξύπνησα με ανάμεικτα συναισθήματα, κάπως παρόμοια ένιωσα διαβάζοντας και τα: Εμείς τα θηρία - Justin Torres, Όσα δεν σου είπα ποτέ - Celeste Ng, Χέρια μικρά - Andrés Barba.


υ.γ Λίγα λόγια για τα βιβλία που αναφέρθηκαν μπορείτε να βρείτε: εδώ για το Εμείς τα θηρία, εδώ για το Όσα δεν σου είπα ποτέ, εδώ για τα Χέρια μικρά.
υ.γ2 Εννέα χρόνια πριν, σε μια εποχή χωρίς φωτογραφίες των βιβλίων, έγραφα εδώ για την Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεκ, βιβλίο που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη   

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

40 γράμματα πένθους - Μαριέλ Νικοδήμος




Με καίει να μάθω αν θέλεις να ξεχάσεις. Πέντε φύλλα χαρτί χρειάστηκα για να φτάσω ίσαμε εκεί, πέντε φύλλα για να σου γράψω με το μολύβι: θες να ξεχάσεις; Όχι να με ξεχάσεις, να ξεχάσεις... Να μπεις στην αρένα άγγελος και να βγεις κτήνος, από μια πόρτα κρυφή που θα σου ανοίξει ο δαίμων της ευδαιμονίας, βλέπεις δεν είναι τυχαίο δαίμων και ευδαίμων, εδώ αν μπορείς δάμασε τη σημειολογία, βάλε τα δυνατά σου να κουμαντάρεις δυο λέξεις μαζί όταν η μια μπαίνει βαθιά μέσα στην άλλη· εγώ κι εσύ, δηλαδή, για να σου δώσω ένα παράδειγμα βγαλμένο από την ανθρώπινη συνθήκη. 
Μετά τον χωρισμό, όταν το εμείς γίνει εγώ και εσύ, γίνεται διαμοιρασμός των ρόλων θύτη και θύματος, νικητή και νικημένου, γιατί καλή η θεωρία πως από έναν χωρισμό και τα δύο μέρη βγαίνουν πάντοτε χαμένα, όμως αυτό σχεδόν ποτέ δεν ισχύει, πάντα υπάρχει μια συναισθηματική ανισότητα, πάντα κάποιος από τους δυο λαχταρούσε πιο πολύ την έξοδο και την προετοίμαζε κρυφά από καιρό, πάντα κάποιος από τους δυο καταφέρνει ευκολότερα να βρει σεξουαλικό και συναισθηματικό βηματισμό. Και εκείνος ο άλλος δεν είναι εκεί απέναντι για να του απευθύνεις τον λόγο, να του πεις όσα σε ενοχλούν, να τον κατηγορήσεις για άλλα τόσα, να του πεις πως τον αγαπάς και ότι σου λείπει, και ας μην τον αντέχεις και ας μη θέλεις πια να τον βλέπεις μπροστά σου, δεν είναι εκεί απέναντι να του γκρινιάξεις για όλα αυτά που πάντοτε του γκρίνιαζες, για εκείνα τα μικρά καθημερινά προβλήματα, που δεν μπορούν να σταθούν στον έξω κόσμο, και που εκείνου του τα εκμυστηρευόσουν, γιατί ήξερες πως δεν θα σε θεωρήσει αφελή, όχι περισσότερο αφελή από ένα σ' αγαπάω, βρε χαζούλι. 

Από τις παλαιότερες μορφές λογοτεχνίας, η επιστολική λογοτεχνία αποτέλεσε ένα ξεκάθαρο πέρασμα από την προσωπική ζωή στην τέχνη, καθώς προηγήθηκαν τα προσωπικά γράμματα, γεμάτα πόνο, μίσος και απελπισία, και ύστερα έγιναν δημόσια, συνήθως μετά τον θάνατο ή για λόγους εκδίκησης και χλευασμού, ακολούθως επινοήθηκαν οι χαρακτήρες και οι λεπτομέρειες ενός βίου φανταστικού, τέθηκαν οι λογοτεχνικοί κανόνες. Μια από τις καλύτερες λογοτεχνικές κρυψώνες του προσωπικού, απόλυτα σύμφωνη με την ίδια τη σύμβαση του είδους, που αφήνει περιθώρια να περάσουν τα μηνύματα στον παραλήπτη, που δίνει τη δυνατότητα στο θύμα να πάρει τον λόγο τώρα που ο θύτης διέκοψε την επικοινωνία, να πει όσα δεν μπόρεσε ή πρόλαβε. Και υπό αυτό το πρίσμα αξιολογώ τόσο την υποσημείωση επιστολική κομεντί, που προκαταβάλλει τον αναγνώστη του βιβλίου 40 γράμματα πένθους, πως όλα είναι μια κωμωδία, ο πόνος και η οργή, έτσι μοιάζει να λέει, σημασία έχει εσύ να γελάσεις, μια φάρσα είναι όλα αυτά, μια ερωτική παρωδία, ένα δήθεν πένθος, μια ευφάνταστη επίθεση κλαυσίγελου, κάτι για να περάσει η ώρα, δυο επινοημένα πρόσωπα, καρικατούρες εραστών τοποθετημένα εδώ με την καρδιά τους ανοιχτή τροφή για χλεύη, μην το πάρετε όλο αυτό στα σοβαρά. Κάπως έτσι αξιολογώ και την χρήση ψευδωνύμου από την πλευρά του συντάκτη των επιστολών, του/της συγγραφέα. Και τα δύο αυτά ευρήματα λειτουργούν υπέροχα, υπονομεύοντας τον εαυτό τους, ενισχύοντας την αίσθηση του αναγνώστη πως και ο πόνος είναι μεγάλος, και πως τα πρόσωπα είναι αληθινά. Και βέβαια ο συμβολικός πένθιμος αριθμός σαράντα.

Η ίδια η φύση της επιστολικής λογοτεχνίας θέτει και τα όρια της, τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις της, ειδικά στην περίπτωση που αφηγητής και συντάκτης ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο. Και όχι μόνο γιατί δεν έχουν όλα τα γράμματα λογοτεχνική αξία, διάκριση η οποία ισχύει καθολικά στο τι ονομάζεται λογοτεχνία. Αλλά γιατί εδώ είναι ακόμα πιο επίκαιρο το ερώτημα του αναγνώστη: εμένα, γιατί με αφορά; Και σίγουρα ένα μέρος του κοινού της επιστολικής λογοτεχνίας διακατέχεται από το σύνδρομο του κοιτάγματος μέσα από την κλειδαρότρυπα, αλλά αυτό το κοινό επιζητά επίσης την γνησιότητα, την αδιαμεσολάβητη επαφή με τον μύχιο κόσμο κάποιου γνωστού προσώπου, κουτσομπολιό χωρίς φίλτρα. Δεν είναι λίγες οι φορές άλλωστε που οι επιστολές επισκιάζουν ακόμα και το ίδιο το έργο ενός λογοτέχνη, και εδώ ως παράδειγμα θα φέρω την αλληλογραφία Καρυωτάκη - Πολυδούρη. Και συνεχίζοντας τον συλλογισμό μου, διακρίνω δύο επιλογές για τον συγγραφέα επιστολικής αλληλογραφίας, και δη ερωτικής, από τη μία εκείνη των οικουμενικών μηνυμάτων και νοημάτων, από την άλλη εκείνη της συναισθηματικής αληθοφάνειας του συντάκτη. Βέλτιστη μοιάζει να είναι εκείνη που συνδυάζει τις δυο αυτές επιλογές επιτυχώς.

Αυτό η Νικοδήμος το πετυχαίνει. Και όχι μόνο υπονομεύοντας όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αρκετό να κρατήσει το οικοδόμημα σε συνοχή. Επιλέγει την αφηγηματική αντίστιξη για να ανοίξει τον χαρακτήρα του συντάκτη, για να του δώσει πλάτος και ύψος, διαστάσεις ακόμα και αντικρουόμενες μεταξύ τους. Έτσι ο λόγος της είναι πότε αγοραίος και πότε ιντελεκτουέλ, πότε παλιακός και πότε μοντέρνος, αντίστιξη η οποία έρχεται σε αρμονία και με τη δεδομένη συναισθηματική αμφιθυμία της, που τη μισεί και την αγαπά, που θέλει το κακό και το καλό της, που θέλει να τη δει αλλά δεν θέλει κιόλας. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται καθένας το πένθος του είναι σίγουρα προσωπικός αλλά ακολουθεί κάποια στάδια, έχει μεγάλες διακυμάνσεις, από το ζενίθ στο ναδίρ και πάλι πίσω, ακόμα και το σώμα περνά στην εξάντληση μέσα σε μια στιγμή, ενώ ένιωθε ακμαιότατο και έτοιμο να αδράξει την καινούρια ζωή. Το γέλιο είναι πικρό. Η υπερβολή είναι πικρή. Το ανοίκειο είναι πικρό. 

Κάποιο καλοκαίρι στη Φολέγανδρο διάβασα το Μαύρο κουτί του Άμος Οζ. Οι επιστολές ενός ζευγαριού που είχε χωρίσει και έμεναν πια σε διαφορετικές χώρες. Ο πόνος που ένιωθα από τη λεκτική ένταση, η απορία για το πού πήγε η αγάπη που κάποτε ένιωσαν ο ένας για τον άλλον, αν ποτέ υπήρξε κάτι τέτοιο δηλαδή. Από τότε, αυτό αποτελεί για μένα το πρότυπο του επιστολικού μυθιστορήματος, ένα από τα πλέον σκληρά και στενάχωρα κείμενα που διάβασα ποτέ. Το επιστολικό μυθιστόρημα καθώς απευθύνεται σε έναν και μόνο αναγνώστη διαθέτει ακόμα μεγαλύτερη αμεσότητα από τη συνήθη πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Αυτό το διαρκές εσύ, το όχι και τόσο συχνό δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης, αναπόφευκτα εντείνει συναισθηματικά την ανάγνωση. Ενώ, εκτός από την ενοχή πως διαβάζεις κάτι που δεν θα έπρεπε, υποσυνείδητα δημιουργείται μια αίσθηση που θυμίζει ανάγνωση αστυνομικής λογοτεχνίας, καθώς επιχειρείς να δεις πώς οδηγηθήκαν τα πράγματα ως το έγκλημα, να ανακαλύψεις τι πήγε στραβά και το σχέδιο της αγάπης απέτυχε, ίσως και να αναζητήσεις τον ένοχο από τους δυο, γιατί αν υπάρχει ένοχος τότε όλα μοιάζουν πιο απλά, τότε ο φόβος πως από τη μια μέρα στην άλλη θα βιώσεις μια αντίστοιχη μεταμόρφωση θα κοπάσει κάπως.

Τα 40 γράμματα πένθους εκτός από επιστολικό είναι και queer μυθιστόρημα. Η Νικοδήμος απευθύνεται στην πρώην σύντροφό της. Η αγάπη και ο πόνος του χωρισμού δεν έχουν να κάνουν με τα φύλα και τον προσανατολισμό όμως, αλλά με τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες. Το μόνο που ίσως διαφοροποιεί την παρούσα συνθήκη είναι πως εκείνη είναι πια με αρσενικό σύντροφο, κάτι το οποίο δίνει μια διαφορετική οπτική γωνία στην εποχή μετά τον χωρισμό, αλλά μάλλον ως εκεί. Θυμήθηκα πόσο μου είχε αρέσει ένα άλλο queer ελληνικό μυθιστόρημα το Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα, της Άντζελας Δημητρακάκη, που το πρώτο μέρος του ήταν επίσης επιστολικό, ασχέτως αν εκείνες οι επιστολές της Κατίνας δεν παραδόθηκαν ποτέ. 

Η τεχνολογία που τόσο επηρεάζει την επικοινωνία των ανθρώπων, δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει ένα λογοτεχνικό είδος, όπως το επιστολικό, κάτι που αναδεικνύεται και στο παρόν μυθιστόρημα. Η αμεσότητα και η ευκολία της επικοινωνίας, ο ελάχιστος χρόνος που μεσολαβεί από τη σκέψη μέχρι την αποστολή, μεγαλώνει τις πιθανότητες να μετανιώσει κανείς και να είναι πλέον αργά, καθώς λίγα γράμματα πλέον γράφονται και τελικώς δεν στέλνονται, λίγα μηνύματα διαγράφονται, η ψευδαίσθηση της ψηφιακής εγγύτητας δυσχεραίνει ούτως ή άλλως την αποκοπή, έτσι όπως είναι οι ζωές όλων μας συνδεδεμένες πια, θύματα όλοι μας μιας καινούργιας μορφής γραφειοκρατίας.

Στην επιστολική λογοτεχνία βρίσκουμε συχνά πράγματα δικά μας, κάτι που καθιστά την απόλαυση αντίστροφη της ποιότητας. Όσο πιο δυνατό είναι το κείμενο τόσο λιγότερο απολαμβάνουμε συναισθηματικά την ανάγνωσή του, τόσο πιο μέσα σε αυτό νιώθουμε, τόσο το βλέπουμε ως προέκταση του δικού μας βιώματος, καθώς οι αντιστοιχίες σελίδα με τη σελίδα γίνονται ολοένα και πιο ορατές.

Εκδόσεις Εξάντας                

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Russian doll (2019)





Σειρές παρακολουθώ ελάχιστες και αυτές ύστερα από προτάσεις συγκεκριμένων ατόμων. Ας γνωριστούμε όμως. Ξέρετε κάποιον που να μην αντέχει να παρακολουθήσει πάνω από ένα λεπτό Τα φιλαράκια, μια από τις δημοφιλέστερες σειρές, με τις δεκάδες επαναλήψεις στην ελληνική τηλεόραση; Εγώ είμαι ένας από τους λίγους που ξέρω. Δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου όπως λένε και οι αγγλόφωνοι. Κορωνίδα της αποστροφής είναι τα γέλια του κοινού -κονσέρβα ή ζωντανά ελάχιστη σημασία έχει- και ακολούθως το κυνήγι της ατάκας. Μα τι σχέση έχουν οι σημερινές σειρές με Τα φιλαράκια, θα αναρωτηθείτε και δεν θα έχετε άδικο, απλώς πάντα με ενδιαφέρει να θέτω ένα σημείο εκκίνησης, κάτι το οποίο δίνει αρκετές απαντήσεις σε σχέση με το διαμορφωθέν αισθητικό κριτήριο, τον δρόμο που έχει διανύσει κανείς, χωρίς να εμπεριέχει κάποιο πρόσημο αυτό. Τέλος πάντων, όπως και να έχει, καθένας με τα γούστα του, σε άλλη σειρά θέλω να αναφερθώ σήμερα.

Ξεφυλλίζοντας τις λίστες με τα αγαπημένα για τη χρονιά που πέρασε, ανθρώπων που εκτιμώ και ανθρώπων που απεχθάνομαι, έθιμο/βίτσιο του Γενάρη, είδα αρκετές αναφορές στη σειρά του Netflix Russian doll. Μια βιαστική ματιά στην υπόθεση αρκούσε για να νιώσω ένα γνώριμο, ως προς τις σειρές τουλάχιστον, αίσθημα επιφύλαξης, το οποίο πήγαζε από την κεντρική σεναριακή ιδέα, εκεί που η πρωταγωνίστρια Lyonne (Nadia Vulvokov) πεθαίνει διαρκώς και επανέρχεται στη ζωή, επιστρέφοντας στην ίδια χρονική στιγμή, ζώντας από την αρχή τη νύχτα των γενεθλίων της, επιχειρώντας αρχικά να επιζήσει και ακολούθως να λύσει το μυστήριο. Και η επιφύλαξή μου είχε να κάνει με την οικοδόμηση του σεναρίου γύρω από αυτό το εύρημα, σίγουρα ενδιαφέρον ως προς τη σύλληψη αλλά αρκετά επίφοβο ως προς την εκτέλεση. Το τρέιλερ το είδα περισσότερο για να επιβεβαιώσω το προαίσθημά μου, προκατειλημμένος ήδη αρνητικά και γι' αυτό μου έκανε εντύπωση που στάθηκε ικανό να με δελεάσει. Μεγάλο μέρος της ανατροπής αυτής οφείλεται σίγουρα στην τρελή φιγούρα της Lyonne που πρωταγωνιστεί. Σίγουρα επιπλέον κίνητρο αποτέλεσε το γεγονός πως η σειρά ολοκληρωνόταν σε έναν κύκλο -αν και υπάρχει ανακοίνωση σχετικά με τη συνέχιση για δεύτερη σεζόν, σεναριακά η ιστορία στον πρώτο αυτό κύκλο ολοκληρώνεται- ενώ αποτελείται από οχτώ εικοσιπεντάλεπτα επεισόδια. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην πλοκή της ιστορίας, τουλάχιστον όχι πέρα από την κεντρική ιδέα για την οποία ήδη μίλησα, και αυτό είναι προφανές νομίζω, αφού θα αποτελούσε στέρηση μέρους της απόλαυσης. 

Και αν αρχικά, στο πρώτο επεισόδιο κιόλας, έρχεται συνειρμικά στον νου το διάσημο Τρέξε, Λόλα, τρέξε, εδώ, παρά την ομοιότητα ως προς τη διαπραγμάτευση της σχετικότητας του χρόνου, δεν μας απασχολεί το τι θα γινόταν αν, στηριζόμενο μόνο σε συμπτώσεις και εξωτερικούς παράγοντες. Εδώ, η Lyonne έχει επίγνωση της κάθε προηγούμενης ζωής της, η αρχή της λούπας έρχεται με αυτή τη γνώση, προσομοιάζοντας στην τιμωρία του Σίσυφου να σπρώχνει αέναα τον βράχο στην κορυφή. Κάθε φορά που πεθαίνει η Lyonne ανοίγει τα μάτια της στην τουαλέτα, μπροστά στον καθρέφτη, στο σπίτι της φίλης της που φιλοξενεί το πάρτυ για τα γενέθλια της, ενώ ακούγονται τα ανυπόμονα χτυπήματα στην πόρτα. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται σε αυτή την επιθανάτια γνώση, καθώς η Lyonne ξέρει πως, ό,τι και αν συμβεί, εκείνη θα βρεθεί στην τουαλέτα του σπιτιού της φίλης εν μέσω του πάρτυ για τα τριακοστά έκτα γενέθλιά της. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς, αυτή η συνθήκη αρχικά μοιάζει κωμική και αστεία, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι, όχι τουλάχιστον για τη Lyonne. Και σε αυτό το σημείο η σειρά καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό, χωρίς να αναλώνεται απλώς και μόνο σε μια κοελικού χαρακτήρα ψευδοαναρώτηση σχετικά με το τι θα διόρθωνε κανείς αν ζούσε ξανά μια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος.

Το κεντρικό εύρημα είναι λειτουργικό, ενώ, η από τη φύση του, διαρκής επανάληψή του έχει το αντίθετο του προφανούς αποτέλεσμα, το εύρημα δηλαδή περνάει κάπως στο περιθώριο, αποκτά σταδιακά μια κανονικότητα που αντικαθιστά την αρχική έκπληξη. Προφανώς και αναμενόμενα, η διαδοχή των επεισοδίων σκοπό έχει την επίλυση του μυστηρίου, και σε αυτή την πορεία υπάρχουν κάποια μικρά κενά, κάποιες ευκολίες, κάποιες ανοιχτές απαντήσεις. Όμως, αυτό είναι κάτι που δεν ενοχλεί, ακριβώς γιατί το σενάριο είναι έτσι φτιαγμένο ώστε η ιστορία της Lyonne να απασχολεί έντονα τον θεατή, με τέτοιο τρόπο που η λύση του ευρήματος να αποκτά κάπως δευτερεύουσα σημασία. Δεν είναι τυχαίο πως η Lyonne είναι προγραμματίστρια παιχνιδιών, όχι ως προς την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά ως προς τη λογική της επανεκκίνησης της πίστας κάθε φορά από την αρχή, η παίχτρια δεν θέλει να χάσει για να μην αναγκαστεί να βρεθεί πάλι στην αρχή, κι εδώ φωλιάζει ένα δυσερμήνευτο συναίσθημα, καθώς ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος αλλά την αρχή.

Έχω επιφυλάξεις ως προς τη συνέχισή της σε δεύτερη σεζόν, αλλά ας μην προτρέχουμε καλύτερα. Ο πρώτος κύκλος του Russian doll ήταν μια ευχάριστη έκπληξη παρά την αρχική μου προκατάληψη. Η σειρά συστήνεται παρά τα όποια μικροελαττώματα παρουσιάζει.             
   

 

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Κάτω από την επιφάνεια - Daisy Johnson



Δυσκολεύομαι, ακόμα και τώρα, ν' αποφασίσω από πού να ξεκινήσω. Η μνήμη σου δεν είναι πια ευθύγραμμη, παρά μια σειρά από μπλεγμένους κύκλους, που άλλοτε συγκλίνουν κι άλλοτε απομακρύνονται. Είναι φορές που φτάνω σχεδόν στη βία. Αν ήσουν η ίδια όπως πριν από δεκάξι χρόνια, νομίζω πως θα μπορούσα να το κάνω: να βγάλω από μέσα σου την καθαρή αλήθεια με το ζόρι. Τώρα αυτό είναι αδύνατον. Είσαι πολύ μεγάλη πια για να βγάλω από μέσα σου οτιδήποτε. Οι αναμνήσεις αστράφτουν στο σκοτάδι σαν σπασμένα γυαλιά από ποτήρια του κρασιού, κι έπειτα χάνονται.
Η μνήμη δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη, η μνήμη εκείνου που πασχίζει να ανασυνθέσει τα κομμάτια της ιστορίας είναι πάντοτε μια σειρά από μπλεγμένους κύκλους. Εκείνη θέλει να θυμηθεί, δημιουργεί έτσι ένα ιδιότυπο ζεύγος με εκείνη που ανακρίνει, καθώς η μια θέλει να μάθει, η άλλη να ξεχάσει, η σωτηρία της μιας μοιάζει ν' αποτελεί την καταδίκη της άλλης, το φως στα μάτια της μιας δεν φωτίζει τα σκοτάδια της άλλης. Και όσο τα χρόνια περνούν, τόσο τα κομμάτια του παζλ γίνονται ολοένα και πιο μικρά, ολοένα και πιο δυσδιάκριτα, ολοένα και δυσκολότερα βρίσκεται το κομμάτι που λείπει από το κάθε κενό. Κι εκείνη που θέλει να μάθει την ιστορία της ρωτά εκείνη της οποίας μέρος της ιστορίας της είναι, επιμένει, περιμένει την κατάλληλη στιγμή που το μυαλό θα βρεθεί σε κάποιο ξέφωτο, μήπως και προσθέσει ακόμα ένα νήμα στο υφαντό αυτό, στην ιστορία πριν από τη μνήμη. Το παρόν βρίσκεται στο δωμάτιο, οι δυο τους. Εκείνο που λείπει είναι ο δρόμος για να φτάσει κανείς στο δωμάτιο αυτό, οι αποφάσεις για αλλαγή κατεύθυνσης, το έλλειμμα αγάπης, τα παιχνίδια της μοίρας. 

Οι όχθες των ποταμών εκτείνονται πολλά παραπάνω χιλιόμετρα από τα καλοφωτισμένα και γραφικά κομμάτια, που φέρνει στον νου η τουριστική φωτογραφία. Η υγρασία, τα στάσιμα νερά, τα έντομα, τα σκουπίδια που παρασέρνει μαζί του ο ποταμός συνθέτουν μια πιο χαρακτηριστική εικόνα. Στις όχθες αυτές βρίσκουν καταφύγιο εκείνοι που αναζητούν μια ρευστή σταθερότητα, μια προσμονή φυγής, μια αίσθηση ανοιχτού ορίζοντα, εκείνοι που φοβούνται τον ωκεανό. Στα μέρη εκείνα τριγυρνά η Γκρέτελ από μικρή, πρώτα με τη μητέρα της, ύστερα γυρεύοντας την. Η Γκρέτελ που αγάπησε τις λέξεις όταν με τη μητέρα της μιλούσαν μια δική τους γλώσσα, και ύστερα, στο σχολείο, δυσκολεύτηκε να ξεχωρίσει ποιες λέξεις καταλάβαιναν όλοι και ποιες μόνο η μαμά της, και η μαμά της έλειπε, και οι λέξεις αυτές άρχισαν να χάνονται σιγά σιγά. Η Γκρέτελ τώρα που μεγάλωσε δουλεύει ως λεξικογράφος, προσθέτει καινούριες λέξεις, διατηρώντας όμως τις παλιές, καμιά να μη χαθεί εντελώς, κι ας ξεχαστεί.

Η Τζόνσον τοποθετεί τον αφηγηματικό πήχη αρκετά ψηλά και καταφέρνει τελικά με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει. Σπάει σε δεκάδες κομμάτια την πλοκή αποτυπώνοντας έτσι αφηγηματικά τους κύκλους της μνήμης, οι αναλήψεις προηγούνται και έπονται η μια της άλλης, ενώ ακόμα και το παρόν δεν είναι σταθερό, όπως σταθερό εντελώς δεν είναι ποτέ και ένα σπίτι-πλοιάριο. Η γεννημένη το 1990 συγγραφέας, στο πρώτο της βιβλίο, δεν χάνει στιγμή τον έλεγχο της ιστορίας, και αυτό οφείλει κανείς να το εντοπίσει και να το επαινέσει. Το σπάσιμο της πλοκής και οι συνεχείς αναλήψεις προσδίδουν και μια αίσθηση μυστηρίου, που μαζί με την παιδική οπτική των πραγμάτων, προσδίδει μια μεταφυσική διάσταση σε ένα απόλυτα και σκληρά ρεαλιστικό περιβάλλον· δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση αν ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Τζόνσον ήταν ο Ντέιβιντ Μίτσελ, καθώς αυτός ο ανοίκειος κόσμος που στήνει τον θυμίζει έντονα. Η αφήγηση έχει κάποια σημεία συναισθηματικά έντονα, χωρίς κάτι τέτοιο να εκβιάζεται, και δεν εκβιάζεται γιατί ο αφηγηματικός χαρακτήρας της Γκρέτελ έχει συντεθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η ανάγκη της να ανασυνθέσει την ιστορία να είναι πραγματική και έντονη, χωρίς την ανάγκη να επικαλεστεί τη συναισθηματική ελεημοσύνη ενός τρίτου.

Ο ρεαλισμός της ιστορίας αυτής, πίσω και πέρα από τη μεταφυσική διάσταση και ατμόσφαιρα της αφήγησης, επιτρέπει στη διασκευή του μύθου του Οιδίποδα να μην παραξενεύει τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετεί οργανικά την ιστορία. Η παρουσία του μύθου εδώ είναι διακειμενική, δεν επεξηγείται σε κάποια σημείωση, και αυτό δεν συμβαίνει γιατί η Τζόνσον προσβλέπει σε κάποιο κέρδος από την απόκρυψη αυτή, αλλά γιατί ο τρόπος με τον οποίο κάνει χρήση του μύθου είναι ευκρινής και σύγχρονος της ιστορίας που αφηγείται, η ιστορία, δηλαδή, στέκει και χωρίς τη γνώση του μύθου. Δεν θα μπορούσε όμως να υπάρχει Γκρέτελ χωρίς Χάνσελ. Και ας μην ήταν από την αρχή έτσι, και ας μην το ήξεραν εκείνη τη στιγμή, και ας μην το έσκασαν παρέα, και ας αρνούνται να δεχτούν πως η μητέρα τους ήταν μια κακιά μάγισσα. Η Γκρέτελ με τη μητέρα της έμεναν σ' ένα πλοιάριο και είχαν επινοήσει τη δική τους γλώσσα, όταν η μητέρα της χάθηκε εκείνη έμεινε μόνη. Σε μια άλλη ιστορία ήταν η Σίλβερ που όταν έχασε τη μητέρα της βρήκε καταφύγιο στον φάρο που έμενε ο Πίου, που της έλεγε ιστορίες. Και όμως τη Γουίντερσον δεν τη θυμήθηκα εξαιτίας αυτής της τομής των κύκλων, αλλά γιατί δεν είναι πάντοτε προφανές το φύλο ενός ανθρώπου, κάποιες φορές ακόμα και ιατρικά δεν είναι ξεκάθαρο ποιο από τα δύο επικρατεί, γιατί και η ισοπαλία είναι ένα αποδεκτό αποτέλεσμα, γιατί όταν διαβάζει κανείς μια Βρετανή συγγραφέα δεν μπορεί παρά να μη μνημονεύσει τη Βιρτζίνια Γουλφ.    

Το πρωτόλειο της Τζόνσον είναι ένα ωραίο βιβλίο, ένα βιβλίο καλογραμμένο με λογοτεχνικές αρετές που όμως ταυτόχρονα στοχεύει σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, και αυτό δεν είναι λίγο. Φέτος, αναμένεται να κυκλοφορήσει και το δεύτερο μυθιστόρημά της, που ίσως αποτελέσει ασφαλέστερο κριτήριο για τη συγγραφική εξέλιξή της, καθώς το όριο μεταξύ μανιέρας και προσωπικού ύφους είναι πάντοτε λεπτό, ενώ το εμπόδιο του πρώτου βιβλίου συχνά ανυπέρβλητο.

υγ. Το βιβλίο του Μίτσελ στο οποίο αναφέρθηκα είναι αυτό, της Γουίντερσον αυτό, ενώ της Γουλφ αυτό.
υγ2 Η παραποτάμια ζωή και η ματιά στα άχρηστα μικροαντικείμενα μου θύμισαν με πόση λαχτάρα περιμένω να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του ΜακΓκρέγκορ Reservoir 13. Για ένα παλιότερο βιβλίο του οποίου έγραφα αυτό.

Μετάφραση Μαρία Βαρδοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη 

     

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Ένα κείμενο γιορτινό




Αυτό το κείμενο θα ήταν γιορτινό. Σήμερα το μπλογκ σβήνει δέκα κεράκια. Ναι, υπάρχει η άποψη ότι αυτό το κείμενο θα έπρεπε να είναι γιορτινό, καθησυχαστικό, ένας ύμνος στην κανονικότητα, μια ευχαριστία στη μοίρα που μας έκλεισε σπίτια μας και τώρα μπορούμε όλη μέρα να διαβάζουμε και να βλέπουμε ταινίες. Και να, η ευχή μας έγινε πραγματικότητα. Τίποτα δεν χρειάζεται να κάνουμε, απλώς να μείνουμε σπίτι και όλα θα πάνε καλά, έτσι λένε, και ολοένα και απαγορεύουν πράγματα, ενώ, από την άλλη στέκουν εκείνοι που επιμένουν να λένε πως είναι μια απλή ίωση, πως δεν έχει και τόση μεγάλη θνησιμότητα. Το γιορτινό αυτό κλίμα θα επέτεινε η αύξηση της επισκεψιμότητας, ο κόσμος μένει σπίτι και επισκέπτεται ψηφιακά τη γειτονιά αυτή. Αυτό το κείμενο θα έπρεπε να είναι γιορτινό, το μάρκετινγκ απαιτεί αισιοδοξία και χαμόγελο, τα πάντα είναι μια καλή ευκαιρία, άλλωστε. Δεν το λένε λίγοι αυτό.

Αυτό το κείμενο δεν μπορεί να είναι γιορτινό. Όχι από μιζέρια. Αλλά από φόβο. Το κείμενο αυτό γράφεται υπό το καθεστώς φόβου. Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο. Κάνω διάφορες σκέψεις αλλά ως μη ειδικός τις κρατώ για τον εαυτό μου. Και ας είμαι από εκείνους τους τυχερούς για καταστάσεις όπως αυτή. Τυχερός γιατί έχω σπίτι. Τυχερός γιατί δεν ανήκω σε κάποια ευπαθή ομάδα. Τυχερός γιατί τα τελευταία χρόνια με απασχολώ κυρίως από απόσταση. Τυχερός γιατί δεν ζω στη μεγάλη πόλη πια. Τυχερός γιατί η θάλασσα φαίνεται από το παράθυρο. Τυχερός γιατί τα βουνά δεν έχουν ποτέ πολυκοσμία. Παρ' όλα αυτά, φοβάμαι.

Δεν διαβάζω γιατί δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, διαβάζω γιατί είναι το καλύτερο που έχω να κάνω. Αυτό που κάνω από παιδί. Η αποκοπή από την πραγματικότητα. Προσπαθώ να ανταποκρίνομαι στις υποχρεώσεις μου, σαν να είναι όλα όπως πριν. Προσπαθώ γιατί, εκτός από τον ευνόητο λόγο, έχω ανάγκη τη ρουτίνα. Πως όλα πάνε καλά. Πως μπορούμε ακόμα να ασχολούμαστε με βιβλία και ταινίες. Πως αύριο, όταν όλα αυτά θα έχουν περάσει, όλα αυτά θα μας βοηθήσουν να γλείψουμε τις πληγές μας.

Κάποτε μου ζήτησαν να μιλήσω σε κάποιους σπουδαστές σχετικά με το ιστολόγιο αυτό. Το κείμενο ξεκινούσε έτσι: Δεν αποδέχτηκα, μάλλον, ποτέ το γεγονός πως η μητέρα μου - ίσως να είπα μάνα, αλλά τι σημασία έχει άραγε η προσκόλληση στην τυπική μετατροπή του προφορικού λόγου σε γραπτό; - σταμάτησε να μου διαβάζει για να κοιμηθώ. Αυτό της είπα και εκείνη γέλασε, και εγώ γέλασα με μένα, ήταν μια σκέψη της στιγμής, απόπειρα απλοποίησης του ερωτήματος: εσύ γιατί διαβάζεις; Δέκα χρόνια μετά, χίλια εκατό κείμενα μετά, σήμερα. Και μοιάζει με χτες. Κάποτε με ρωτούσαν πότε προλαβαίνω και διαβάζω, ύστερα πού βρίσκω τα χρήματα για να διαβάζω, τώρα πού βρίσκω το μυαλό και τη συγκέντρωση. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θυμηθείτε, όταν ήσασταν πολύ μικροί και μικρές, πώς έκανε πιο υποφερτό το σκοτάδι μια ιστορία, θυμάστε;

 

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Τρυποκάρυδος - Tom Robbins




Το κατά Τομ ημερολόγιο

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Yusra)


Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία τελειώνουν. Θα μπω, φοβόμουν, μια μέρα στο βιβλιοπωλείο, θα κατεβώ τα σκαλιά, θα περπατήσω στους διαδρόμους ανάμεσα σε εκατοντάδες βιβλία, για να διαπιστώσω πως κανένα απ' όλ' αυτά δεν είναι το ποθητό, πως κανένα δεν είναι εκείνο που πρέπει να διαβάσω. Ήμουν μικρός και δεν ήξερα ακόμα πως, αντίθετα με τον χρόνο, τα βιβλία δεν τελειώνουν ποτέ. Ο Ρόμπινς ήταν για καιρό το αντίδοτο στη φοβία αυτή. Έχοντας αφήσει αδιάβαστο ένα μυθιστόρημα δικό του είχα επινοήσει το δικό μου ξόρκι· όταν δεν θα υπήρχε κανένα βιβλίο πια να διαβάσω, απλώς θα άπλωνα το χέρι και θα κατέβαζα απ' το ράφι τον Χορό των επτά πέπλων, και έτσι θα κέρδιζα χρόνο στη μάχη του τέλους των βιβλίων. Κάπως έτσι βάδιζα ατρόμητος προς τα βιβλιοπωλεία τότε, που η ζωή ήταν απλή, κι ας μην μας φαινόταν πάντα.

Η λογική δεν καθησυχάζει το συναίσθημα όμως. Και παρότι εντωμεταξύ μεγάλωσα και δεν φοβόμουν πια το τέλος των βιβλίων, όχι συνειδητά τουλάχιστον, και είχα αρχίσει κι εγώ με τη σειρά μου να παραπονιέμαι λίγο λίγο για τον χρόνο που ποτέ δεν θα ήταν αρκετός για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου, γενικότερα και όχι μόνο τις αναγνωστικές, το χέρι στο ράφι για να κατεβάσω τον Χορό των επτά πέπλων δεν το άπλωνα. Ολοένα ανέβαλα το κλείσιμο των λογαριασμών με τον αγαπημένο μου παραμυθά, ίσως γιατί μεγαλώνοντας φοβάσαι περισσότερο τις ανέφελες μέρες και αποκτάς τη σύνεση να μην ξοδεύεις τα φυλακτά σου.

Και όταν άπλωσα τελικά το χέρι, ήξερα πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μπορούσα δηλαδή, αλλά δεν είχα άλλο κουράγιο, ήθελα απλώς ν' αφήσω έξω απ' το δωμάτιο τα πάντα, ν' αποστρέψω το βλέμμα από την πραγματικότητα, να μείνω μόνος με τον Τομ, ν' αποκοιμηθώ από το παραμύθι και να μαγευτώ από τις παρομοιώσεις. Και το αντίδοτο στη φρίκη λειτούργησε, παρά τη σκόνη ανάμεσα στις σελίδες και την ταλαιπωρία από τις απανωτές μετακομίσεις. Νεαροί νευρώνες ξεμύτισαν στη θέα του χορού της, ανυπόμονοι να εκπέμψουν το σήμα τους σε όλη την επικράτεια του κορμιού, απαιτώντας νέα και δυνατά ερεθίσματα καθώς άπλωναν τα κλαδιά τους. Άρχισα να νιώθω ασφυκτικά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, ήταν η στιγμή ν' ανοίξω την πόρτα ξανά.

Σε εκείνη την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως το χιούμορ του Ρόμπινς είναι ένα χιούμορ πικρό, βαθιά πολιτικό και καθόλου ανάλαφρο. Μια άμυνα απέναντι στη φρίκη της πραγματικότητας. Είχα μεγαλώσει πια και ήξερα πως το χιούμορ έχει το κόστος του, πως όταν πια δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, τότε επιστρατεύεις το χιούμορ για να ξορκίσεις το κακό, για να την παλέψεις. Ένιωσα τη ζοφερή ατμόσφαιρα των μεσοδυτικών πολιτειών, τη συντήρηση, τη θρησκοληψία και τον ρατσισμό. Οι παρομοιώσεις δεν ήταν πια τίποτα άλλο παρά ευφάνταστες κρυψώνες από τον ρεαλισμό της σκληρής καθημερινότητας. Ο Ρόμπινς έπαψε να είναι για μένα ένας κωμικός συγγραφέας, παρότι και σε αυτό το μυθιστόρημα υπήρξαν σημεία αβίαστου, λυτρωτικού γέλιου. Η ανάγνωση εκείνη ήταν μια τελετή ενηλικίωσης, μία από τις πολλές.  

Η κυκλοφορία της Θιβετιανής ροδακινόπιτας έριξε την αυλαία της βιβλιογραφίας του Ρόμπινς, τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο. Απ' όποια πλευρά και αν εξετάσει κάποιος την είδηση αυτή δεν μπορεί παρά να τη χαρακτηρίσει αναμενόμενη. Είπαμε όμως: η λογική δεν καθησυχάζει πάντα το συναίσθημα. Και το παράλογο παιδικό αίτημα διατυπώνεται: δεν θέλω να είναι το τελευταίο σου βιβλίο αυτό, Τομ.

Και σαν να μην έφτανε η συνειδητοποίηση πως τα βιβλία δεν τελειώνουν, εμφανίζεται και η ανάγκη με τα χρόνια να επιστρέψεις, να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποια απ' αυτά. Μια λίστα υπό διαρκή διαμόρφωση αποτελείται ακριβώς απ' τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω κάποια στιγμή ξανά. Τα περισσότερα απ' αυτά διατηρούν τη θέση τους στη λίστα και μετά την επανανάγνωσή τους, γεγονός διόλου παράξενο. Η εξήγηση της επιθυμίας για αναγνωστική επιστροφή δεν είναι μονοδιάστατη, ούτε απλή. Συχνά εμφανίζεται ως μια απλή σκέψη, για να μετατραπεί αργά ή γρήγορα σε έμμονη ιδέα, την ώρα που, συνήθως μάταια, επιχειρείς να θυμηθείς λεπτομέρειες του βιβλίου αυτού, την ώρα που αναζητάς απεγνωσμένα επιχειρήματα για να εξηγήσεις -συχνά απλά στον ίδιο σου τον εαυτό- γιατί αυτό το βιβλίο ήταν τόσο φοβερό, και όσο αναζητάς στοιχεία, φύεται ο σπόρος της αμφιβολίας.

Η αναμέτρηση με το παρελθόν διαθέτει τη δική της ξεχωριστή γοητεία, ο τότε εαυτός απέναντι στον τωρινό. Και ας χρησιμοποιείται συχνά η λέξη επιστροφή, τίποτα άλλο δεν είναι παρά ένας ευφημισμός. Λέξεις κλειδιά της αναμέτρησης: εξέλιξη, ωρίμανση, απομάγευση, αφέλεια, ρεαλισμός, λήθη, νοσταλγία. Τρεις μετακομίσεις μετά, τα βιβλία του Ρόμπινς βρίσκονται στο ράφι τοποθετημένα με χρονολογική σειρά ανάγνωσης. Το κατά Τομ ημερολόγιο. Ο Τρυποκάρυδος στέκει πρώτος από τα αριστερά.

Ένα στερεοσκοπικό πακέτο Κάμελ. Αυτό θα απαντούσα αν κάποιος με ρωτούσε τι θυμάσαι από τον Τρυποκάρυδο. Την εικόνα του πακέτου να ξεκολλάει και να αποκτάει ξαφνικά βάθος, τα φοινικόφυλλα να κουνιούνται, το φως του ήλιου εκτυφλωτικό από την αντανάκλαση στην έρημο, τη δροσιά της όασης, το πάτωμα στρωμένο με κιλίμια, τις καμήλες να ξεκουράζονται, τους εραστές να κοιμούνται αγκαλιά και στο βάθος τις πυραμίδες. Δεν το περίμενα να συμβεί, δεν ήξερα καν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μου συμβεί. Ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρονών.

Βαθιά μέσα μου ήλπιζα πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να επαναληφθεί, δεν το φώναζα, δεν το παραδεχόμουν ανοιχτά αλλά βαθιά μέσα μου το ήλπιζα. Ήθελα να βρεθώ ξανά στην όαση με τον ξηρό αέρα, έστω και για μια στιγμή. Ίσως και μόνο γι' αυτή την ελάχιστη πιθανότητα να διάβασα ξανά τον Τρυποκάρυδο φέτος το καλοκαίρι, απόφαση που πήρα τη στιγμή που εκείνη έβγαλε τον καπνό από την τσάντα της· εγώ ένιωθα αμήχανα από το πρωί ήδη, ζήλεψα την ευκολία του καπνίσματος, το παραπέτασμα καπνού· θα σου πω μια ιστορία, της είπα με ανέλπιστα σταθερή φωνή· της μίλησα για τον Τρυποκάρυδο, για την στερεοσκοπική όαση, και εκείνη γέλασε με την αφέλειά μου· τα μάγια πιάνουν μόνο την πρώτη φορά και κάτι τέτοιο είναι γνωστόν τοις πάσι.

Η μνήμη, παρότι ανίκανη για ανασύνθεση, προσφέρει οικειότητα στην επανάγνωση. Η αναμέτρηση με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα. Στις λέξεις κλειδιά θα πρόσθετα τη συντήρηση. Η εγκιβωτισμένη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου είχε σαφέστατα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον τωρινό μου εαυτό, ο διάλογος συγγραφέα-γραφομηχανής λειτουργεί οργανικά στη δομή του μυθιστορήματος. Το συνέδριο στη Χαβάη για τη σωτηρία του πλανήτη από την περιβαλλοντική καταστροφή τόσο επίκαιρο, ιδιαίτερα λόγω της υπονομευτικής οπτικής του συγγραφέα. Το χιούμορ πικρό, αυτό όμως το ήξερα ήδη. Η φαντασία του Ρόμπινς αχαλίνωτη, οι παρομοιώσεις του ευφάνταστες, οι ευκολίες στις οποίες καταφεύγει είναι μάλλον αναπόφευκτες για τη λογοτεχνία που επιθυμεί να κάνει. Η ερωτική ιστορία είναι κάπως αφελής τελικά, ρε γαμώτο, μια απλή πρόφαση για να ειπωθούν τα υπόλοιπα, ίσως να εντάσσεται και στη συντήρηση η αίσθηση αυτή βέβαια..

Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό διχάζει τόσο πολύ τους αναγνώστες, γι' αυτό ίσως να ενοχλεί τους αυτοαποκαλούμενους σοβαρούς αναγνώστες, εκείνους που περισσότερο απ' όλους έχουν απομακρυνθεί από τους αναγνώστες που κάποτε υπήρξαν. Και αυτή η απομάκρυνση δεν είναι συνώνυμη της εξέλιξης, καθώς εμπεριέχει ένα αγεφύρωτο κενό, μια άρνηση ενός μέρους του εαυτού. Θα με μάλωνε σίγουρα ο Τομ για τα λόγια αυτά, μίλα για τον εαυτό σου, θα συμπλήρωνε, όχι γιατί είναι δείγμα κακής ανατροφής να μιλάμε για τους άλλους, αλλά γιατί τις περισσότερες φορές είναι χάσιμο χρόνου. Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό με διχάζει τόσο πολύ. Γιατί δεν θα γινόταν να λείπει ο Τρυποκάρυδος από τη λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία, γιατί ταυτόχρονα δεν θα γινόταν να είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει, γιατί ο Ρόμπινς μου άλλαξε τη ζωή και ας μην άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας. Ο Ρόμπινς είναι ο αγαπημένος μου παραμυθοποιητής και θα ήταν ψέμα να ισχυριστώ πως είμαι μεγάλος πια για παραμύθια.  

Μετάφραση Ντίνος Γαρουφαλιάς
Εκδόσεις Αίολος         
  

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Στους δικούς μας κύκλους - Elizabeth Harrower





Κάποτε, σ' ένα, δυστυχώς βραχύβιο, ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Bookstand, διατηρούσα μια στήλη με τον ακριβή, αν και διόλου ευφάνταστο, τίτλο "Πριν την ανάγνωση". Στα πλαίσια της στήλης αυτής έγραφα κείμενα για βιβλία πριν τα διαβάσω, επιχειρώντας να χαρτογραφήσω μια περιοχή αποτελούμενη από κίνητρα και προσδοκίες, να ρίξω φως σε μια πλευρά της αναγνωστικής διαδικασίας στην οποία φαινομενικά και μόνο επικρατούν η τυχαιότητα και το μάρκετινγκ. Εκείνα τα επτά ή οκτώ πριν την ανάγνωση κείμενα δημιούργησαν μια προαναγνωστική ρουτίνα, καθώς ακόμα και τώρα σημειώνω τους λόγους για τους οποίους επέλεξα ένα βιβλίο, που τις περισσότερες φορές στην πραγματικότητα αποτελούν τους λόγους που με επέλεξε ένα βιβλίο. Τις προσδοκίες, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό, επιχειρώ να τις αφήνω απέξω. 

Ένα τέτοιο κείμενο για το βιβλίο Στους δικούς μας κύκλους, θα ξεκινούσε με αναφορά στον τίτλο, που μου τράβηξε την προσοχή, σε μια εποχή που αναρωτιόμουν έντονα για το αν στην ψηφιακή κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε εξακολουθεί να ισχύει η έννοια του κύκλου, η παράλληλη μικροπραγματικότητα, μέσα στην οποία νιώθουμε μια ασφάλεια, και την οποία σε κάθε έξοδο στον μεγάλο κόσμο αναπολούμε και επιζητούμε ή αν αυτός ο κόσμος έχει πια μολυνθεί εποικισμένος από τοξικούς εισβολείς. Στους δικούς μας κύκλους οι άνθρωποι διαθέτουν κάποιες συγκεκριμένες προδιαγραφές βάσει των οποίων αντιμετωπίζουν τα μικρότερα ή μεγαλύτερα ζητήματα της καθημερινότητας, ξέρουμε τι να περιμένουμε από αυτούς, έχουμε απαιτήσεις, απογοητευόμαστε συχνά αλλά όχι αδίκως, γοητευόμαστε, αγκαλιαζόμαστε και προχωράμε. Κάπως έτσι γύρισα να διαβάσω το οπισθόφυλλο της έκδοσης. Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στο μεταπολεμικό Σίντνεϊ. Ακόμα ένας λόγος για να διαβάσω το βιβλίο αυτό, σκέφτηκα. Αναζητώντας κάποια στοιχεία για τη συγγραφέα Ελίζαμπεθ Χάρογουερ, ξεκίνησα να διαβάζω το προλογικό σημείωμα της έκδοσης, εκεί κατέστη οριστικό πως αυτό θα ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα:
Το 1971 η Χάρογουερ είχε έτοιμο για έκδοση το έργο της In Certain Circles, το οποίο όμως απέσυρε ανεξήγητα αμέσως μετά τον θάνατο της μητέρας της την ίδια χρονιά. Κατέθεσε το χειρόγραφο του έργου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας και σταμάτησε εντελώς να ασχολείται με τη συγγραφή. Αρκετά χρόνια αργότερα, κι ενώ όλα τα έργα της είχαν εξαντληθεί και η ίδια θεωρούσε πως κανείς δεν την ήξερε ως συγγραφέα, της προτάθηκε ξαφνικά από τον εκδοτικό οίκο Text Publishing η έκδοση των μυθιστορημάτων της. [...] Το In Certain Circles εκδόθηκε τελικά για πρώτη φορά το 2014, και το 2015 κέρδισε το βραβείο Voss Literary Prize για το καλύτερο μυθιστόρημα της προηγούμενης χρονιάς στην Αυστραλία.
Ένας συγγραφέας -ένας καλλιτέχνης εν γένει- που σταματά να γράφει κάποια δεδομένη στιγμή της ζωής του είναι κάτι που στα μάτια μου μοιάζει συγκλονιστικό, άσχετα με τους λόγους και τις όποιες λογικοφανείς εξηγήσεις μπορεί κάποιος τρίτος να επικαλεστεί. Ο Σάλιντζερ αποτελεί ένα πιο γνωστό παράδειγμα. Δεν σταματά όμως εκεί η ιστορία αυτή. Όταν ανασύρθηκε από τη λήθη των χρόνων η Χάρογουερ και το επί τριάντα και πλέον χρόνια ανέκδοτο μυθιστόρημά της βρέθηκε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όχι απλώς γνώρισε μια κάποια εμπορική επιτυχία αλλά βραβεύτηκε ως το βιβλίο της χρονιάς. Ένα βιβλίο γραμμένο το 1971 βρήκε το κοινό του το 2014. Και μπορεί τις περισσότερες φορές τα βραβεία να μην αποτελούν κάποιον ασφαλή οδηγό ποιοτικής πλοήγησης, στην περίπτωσή μας όμως υπάρχει ένας ξεκάθαρος συμβολισμός. Διαβάζοντας το Στους δικούς μας κύκλους είχα διαρκώς αυτή τη μεταχρονολογημένη συνάντηση βιβλίου-αναγνωστών στο μυαλό μου, αναζητώντας τα λογοτεχνικά στοιχεία που άντεξαν στο πέρασμα των χρόνων, με τις έννοιες κλασικό και ρετρό να αναβοσβήνουν εναλλάξ.

Μοντερνισμός και γυναικεία γραφή, επιρροές από Βιρτζίνια Γουλφ, ροή συνείδησης αλλά και μεγάλα διαλογικά μέρη, χαρακτηρίζουν το βιβλίο αυτό, που αφηγείται την ιστορία δύο αδερφιών, της Ζόι και του Ράσελ, γόνων αστικής οικογένειας, που κάνουν στενή παρέα με δύο ορφανά αδέρφια, την Άννα και τον Στίβεν, μια ιστορία ενηλικίωσης που εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και φέρνει στην επιφάνεια καταπιεσμένα συναισθήματα, αλλαγές στη δυναμική των σχέσεων, τη δύναμη της μοίρας, τους δρόμους που ενώ μοιάζουν να απομακρύνονται, ξαφνικά διασταυρώνονται. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για τη σημασία που έχει ο τρόπος αφήγησης μιας ιστορίας έναντι στο περιεχόμενό της. Η ιστορία ως ιστορία είναι κάπως παρωχημένη, κάπως απλοϊκή θα μπορούσε κάποιος να πει. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο διηγείται η Χάρογουερ είναι τέτοιος, που μετατρέπει την ανάγνωση σε απολαυστική εμπειρία.

Η ιστορία των τεσσάρων ηρώων αποτελεί απλώς αφορμή για την Χάρογουερ, γι' αυτό αναφέρει επιγραμματικά κάποια κομβικά γεγονότα από τη ζωή τους, όπως γάμους ή θανάτους κοντινών τους προσώπων για παράδειγμα, για να επικεντρωθεί στα απόνερα των γεγονότων αυτών. Αυτό το εύρημα λειτουργεί έξοχα, αποτελεί δείγμα συγγραφικής ωριμότητας, το οποίο επιπλέον, μαζί με τις σελίδες ημερολογίων αλλά και την αλληλογραφία των ηρώων, προωθεί αβίαστα την πλοκή, δημιουργώντας σχέσεις αιτιότητας και συνοχής. Έτσι, παρά τις λίγες σελίδες του μυθιστορήματος σε σχέση με τον δραματικό χρόνο της ιστορίας, ο αναγνώστης δεν νιώθει πως διάβασε κάτι αποσπασματικό, τη συρραφή κάποιων στιγμιοτύπων, αλλά πως παρακολούθησε από κοντά τους ήρωες στην πορεία της ζωής τους.    

Χαμηλών τόνων αλλά υψηλής απόλαυσης βιβλίο.

Μετάφραση Κερασία Σαμαρά
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Η γενναιοδωρία της γοργόνας - Denis Johnson




Είδα ένα όνειρο τις προάλλες, εκδοχή ενός γνώριμου μοτίβου, στο οποίο συνομιλώ με κάποια φωνή χωρίς φύλο για κάποιο βιβλίο. Τις περισσότερες φορές μοιάζει με άσκηση διαχείρισης θυμού όλο αυτό, η φωνή χλευάζει βιβλία και συγγραφείς που αγαπώ, εγώ επιχειρηματολογώ λίγο πριν εκραγώ και ξυπνήσω τελικά μέσα στη νύχτα. Τις προάλλες το σενάριο ήταν διαφορετικό. Η φωνή μου ζήτησε να της προτείνω ένα καλό μυθιστόρημα. Κι εγώ, χωρίς να το σκεφτώ, της πρότεινα το βιβλίο του Τζόνσον, αυτό με την γοργόνα στον τίτλο από τους αντίποδες, συμπλήρωσα. Το επόμενο βράδυ, ξαπλώνοντας πάλι, η σκέψη της φωνής να επιστρέφει κατηγορώντας με πως την κορόιδεψα, καθώς αντί για μυθιστόρημα της πρότεινα διηγήματα, με έκανε να γελάσω, αλλά η σκέψη της φωνής δεν ήταν αρκετή για να την ονειρευτώ. Είχαν περάσει κιόλας κάμποσες μέρες που είχα διαβάσει τα διηγήματα της συλλογής, όταν είδα το όνειρο αυτό. Κρατούσα ακόμα σημειώσεις και σημείωνα σκόρπιες σκέψεις, μακριά ακόμα από ένα κείμενο που θα με ικανοποιούσε. Μου φάνηκε ενδιαφέρον το όνειρο αυτό. Περιείχε μια αλήθεια που ένιωθα μα δεν είχα εκφράσει με λόγια, την αίσθηση, δηλαδή, πως το κάθε διήγημα αντηχούσε μέσα μου σαν πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Από εκεί, ένιωσα, έπρεπε να πιάσω το νήμα. Δοκιμάζοντας να εξηγήσω την αίσθηση αυτή ίσως να εντόπιζα τις αρετές των διηγημάτων του Τζόνσον.
Σήμερα το πρωί με κυρίευσε μια τέτοια θλίψη για την ταχύτητα της ζωής - την απόσταση που έχω διανύσει από τη νιότη μου, την ανθεκτικότητα των παλιών λαθών, τα καινούργια λάθη, την ευχέρεια της ήττας να ανανεώνεται διαρκώς βρίσκοντας νέες μορφές- που παραλίγο να τρακάρω. Καθώς έβγαινα από το αυτοκίνητο για να πάω στο μέρος όπου κάνω αυτή τη δουλειά στην οποία δεν νιώθω ότι είμαι και τόσο καλός, άρπαξα τον χαρτοφύλακά μου τόσο άγαρμπα που άδειασα τα μισά πράγματα πάνω στα πόδια μου και τα μισά έξω στο πάρκινγκ, και την ώρα που πάλευα να τα συμμαζέψω άφησα τα κλειδιά στο κάθισμα και κλείδωσα την πόρτα από την ασφάλεια -όπως κάνουν οι γέροι- και τα κλειδιά έμειναν μέσα στο τζιπ.
Διάβασα ξανά το πρώτο διήγημα, προσπάθησα να εντοπίσω τα σημεία εκείνα στα οποία η απλή οπτική επαφή με την κάθε γραμμή έμοιαζε να λειτουργεί όπως το νερό σε συμπυκνωμένο χυμό. Δεν τα κατάφερα να ξεφύγω από παρατηρήσεις που μου φάνηκαν κλισέ: επενδύει στους χαρακτήρες του / δεν περισσεύει λέξη / αποτελούν προσχέδια μυθιστορημάτων. Καμία από αυτές τις παρατηρήσεις δεν με ικανοποιούσε και κυρίως καμία από αυτές δεν εξηγούσε πώς κατάφερνε ο Τζόνσον να δημιουργεί αυτή την αίσθηση. Βρήκα δύο ενδιαφέροντα στοιχεία στο σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα στο αφτί της έκδοσης, αντιγράφω απευθείας από τις σημειώσεις μου: υπήρξε μαθητής του Κάρβερ / δεν έγραψε αποκλειστικά μικρή φόρμα. Και όχι μόνο δεν έγραψε αποκλειστικά σε μικρή φόρμα αλλά τη σπουδαιότερη διάκριση την έλαβε για το μυθιστόρημά του Δέντρο από καπνό. Ο Τζόνσον δεν υπήρξε στρατευμένος στη μικρή φόρμα, όπως ο δάσκαλός του, και αν στον Κάρβερ υπάρχουν στιγμές που περιμένεις να ανοίξει η πόρτα και να εμφανιστεί ένας χαρακτήρας από προηγούμενο διήγημα, στον Τζόνσον η αυτονομία των διηγημάτων είναι εμφανής, επομένως η μυθιστορηματική αίσθηση δεν έγκειται σε αυτό το στοιχείο, δεν είναι το σύνολο των διηγημάτων που αφήνει την αίσθηση της ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος, αλλά το κάθε διήγημα ξεχωριστά.
Σηκώθηκα και βγήκα στον διάδρομο. Δεν θα πω ψέματα πως σκεφτόμουν οτιδήποτε, μόνο αισθανόμουν, μια μεταλλική γεύση στο στόμα, μια ακατανίκητη αδυναμία, κυρίως στα πόδια, ένα βουητό στους κροτάφους και πίσω απ' τα μάτια. Έπιασα το παλιομοδίτικο πόμολο, για μερικές στιγμές όμως δεν μπορούσα να κουνήσω τα δάχτυλά μου.
Η ανάγκη του αφηγητή να πει την ιστορία αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην αφήγηση της ιστορίας αυτή καθ' εαυτήν. Τον Τζόνσον οι ιστορίες τον απασχολούν έντονα, η ανάγκη του να της γράψει είναι εμφανής. Εκεί παίζεται το παιχνίδι της τέχνης, στον αδιέξοδο αυτό μονόδρομο. Ο Τζόνσον γνωρίζει πού κατευθύνθηκαν οι ήρωές του μετά το δείπνο, πώς νιώθουν όταν παίρνουν το λεωφορείο για τη δουλειά τους, πόσες φορές μέσα στην ημέρα σκέφτονται την αυτοκτονία, αν πλένουν τα δόντια τους σχολαστικά κάθε βράδυ, πόσο αδιάφορα τους μοιάζουν όλα, πότε πίνουν το πρώτο ποτό της ημέρας. Ο Τζόνσον γνωρίζει όλες τις απαντήσεις και ο αναγνώστης το αισθάνεται αυτό. Και κάπως έτσι η κάθε ιστορία μετατρέπεται σε στερεοσκοπική εικόνα, αποκαλύπτοντας πλευρές και γωνίες αρχικά αθέατες· άλλωστε, το γεγονός πως μόλις το ένα ένατο ενός παγόβουνου είναι ορατό, δεν σημαίνει πως και το δέος που προκαλεί είναι τόσο. Η επιρροή του Κάρβερ στα διηγήματα του Τζόνσον είναι ορατή. Ας είμαστε όμως ειλικρινείς: η επιρροή του Κάρβερ είναι ορατή στην πλειοψηφία των Αμερικανών διηγηματογράφων· και πώς να μην ήταν άλλωστε; Όμως ο Τζόνσον δεν αναπαράγει απλώς το καρβερικό στυλ -όχι πως θα ήταν απλό και εύκολο κάτι τέτοιο- αλλά, πατώντας πάνω στον βρόμικο ρεαλισμό και την αποφορά του αμερικανικού ονείρου, επιχειρεί πιο περίπλοκες συνθέσεις, οικοδομώντας τους δικούς του καθεδρικούς ναούς και τα καταφέρνει.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αποτελεί κοινό τρόπο αφήγησης και στα πέντε διηγήματα της συλλογής, δημιουργώντας την αίσθηση πως είναι το ίδιο εγώ πίσω από την κάθε ιστορία, ένα εγώ που προσπαθεί να δημιουργήσει την κατάλληλη κρυψώνα και στην "ασφάλειά" της να διηγηθεί τη δική του ιστορία. Ο αφηγητής συγγραφέας, που βιώνει τη ματαιότητα της γραφής, τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της επίσης, αποτελεί ένα διαχρονικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη μυθοπλασία που αγαπώ· αυτός ο ιδιότυπος εγκιβωτισμός του συγγραφέα και του έργου του, αυτή η αίσθηση κρυφοκοιτάγματος στο γραφείο του συγγραφέα εν ώρα εργασίας. Οι χαρακτήρες του Τζόνσον δεν διαθέτουν τίποτα το ηρωικό ή το αντιηρωικό, εκτός από την καθημερινή μάχη της ίδιας της ύπαρξης, δεν θέλγουν με τη συμπεριφορά τους αλλά ταυτόχρονα δεν εγείρουν και την κατακραυγή, αυτό είναι που κάνει τους χαρακτήρες αυτούς τόσο αληθοφανείς, τόσο ρεαλιστικούς, παρά τη γεωγραφική -και όχι μόνο- απόσταση που τους χωρίζει από τον Έλληνα αναγνώστη.

Αν η φωνή με ρωτήσει αν μου αρέσουν τα διηγήματα, θα της απαντήσω πως σπάνια κάτι τέτοιο συμβαίνει, όταν όμως συμβεί είναι πολύ ωραία, όπως συνέβη όταν διάβασα τη Γενναιοδωρία της γοργόνας, δηλαδή.


Μετάφραση Κώστας Σπαθαράκης
Εκδόσεις αντίποδες      

   

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2020

Σε ποιον ανήκει η κόλαση - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης




Το Σε ποιον ανήκει η κόλαση αποτελεί το ένατο πεζογραφικό βήμα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη. Πρόκειται για μια εκτενή συλλογή σύντομων διηγημάτων, την οποία με δυο λόγια θα χαρακτήριζα ως ευφυέστατα σκεπτική και επίκαιρα διαχρονική. Παρότι είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, μπορεί κανείς να εντοπίσει σε αυτήν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του γεννημένου στη Λάρισα συγγραφέα, ακόμα και το λιγότερο αναμενόμενο σε τόσο μικρή φόρμα, αν και το πλέον αναγνωρίσιμο στο συνολικό του έργο, το πετυχημένο χτίσιμο των χαρακτήρων, χαρακτήρων που καταφέρνουν να μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη του αναγνώστη, όπως συνέβη με τον Αργύρη Τρίκορφο στη δική μου περίπτωση.

Αξίζει να εξετάσουμε τη θέση του Σε ποιον ανήκει η κόλαση στην εργογραφία του Τζαμιώτη. Τα τρία πρώτα έργα με τα οποία μας συστήθηκε, μέσω των εκδόσεων Ίνδικτος -η νουβέλα Συνάντηση και τα μυθιστορήματα Βαθύ πηγάδι και Βαθμός δυσκολίας- ξεχώριζαν για το στυλιζάρισμά τους, επηρεασμένα εμφανώς από την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία, με έντονη τη φιλοσοφική και την αισθητική αναζήτηση, με έναν λόγο πιο παλιακό, με το βλέμμα σ' ένα άχρονο παρελθόν, με μια φαινομενική απόσταση από την ελληνική πραγματικότητα. Με την Παραβολή, νουβέλα που κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, έχουμε μια αλλαγή πορείας στο υλικό με το οποίο χτίζει ο Τζαμιώτης την ιστορία του, καθώς εδώ έχουμε μια πρωτότυπη ιδέα για ένα μελλοντικό περιβάλλον όπου κάποιο γραφείο αναλαμβάνει να αντικαταστήσει τον αγαπημένο εκλιπόντα με κάποιον ηθοποιό, μέχρις ότου να σβήσει ο πόνος. Αλλά και ο χρόνος εδώ είναι διαφορετικός, καθώς η πλοκή λαμβάνει χώρα σε ένα απώτερο μέλλον. Η Παραβολή αποτελεί όμως και μια ξεκάθαρη στροφή του συγγραφέα προς ένα πιο ρεαλιστικό σύμπαν, όσο οξύμωρο και αν μοιάζει αυτό αρχικά, ενώ και ο τίτλος από μόνος του φανερώνει πολλά. Στο μυθιστόρημα Η εφεύρεση της σκιάς ο Τζαμιώτης θα περάσει ξεκάθαρα σε ελληνικό έδαφος, μια ιστορία που λαμβάνει χώρα την περίοδο της δικτατορίας, εκεί που ο Ισίδωρος Γεωργίου αναλαμβάνει την παρουσίαση του πρώτου δελτίου ειδήσεων στη νοηματική.

Πέντε χρόνια θα μεσολαβήσουν από το 2008, όταν και κυκλοφόρησε Η εφεύρεση της σκιάς, μέχρι το 2013 και το μυθιστόρημα Η πόλη και η σιωπή. Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ, η Αθήνα που μαστίζεται από μια τεράστια οικονομική ύφεση, οι κανόνες της αγοράς που αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, ο Αργύρης Τρίκορφος που τα είχε όλα και τα έχασε, ο αγώνας για την επιβίωση, η κατάρρευση της οικογενειακής του ζωής όπως την ήξερε. Ο Τζαμιώτης συνεχίζει αυτό που ξεκίνησε με την Παραβολή, εμπνέεται από αυτό που βλέπει να έρχεται, αυτή η ιδιότυπη προφητεία, που κάποτε ανήκε εξ ολοκλήρου στους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας που αναφέρονταν σε ένα απροσδιόριστο και μακρινό μέλλον, τώρα αποτελεί γνώρισμα της ρεαλιστικής γραφής, το βιβλίο κυκλοφορεί τη στιγμή που αυτό που περιγράφει συμβαίνει, ο συγγραφέας το έβλεπε να έρχεται, όταν ακόμα οι περισσότεροι σφύριζαν αδιάφορα και κήρυτταν πως πρόκειται για παροδικές υπερβολές. Το 2016 θα κυκλοφορήσει Το πέρασμα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο πια. Στο Πέρασμα, η διορατικότητα του Τζαμιώτη, όχι κάποια μεταφυσική δύναμη αλλά η ικανότητά του να αφουγκράζεται τις συνθήκες που επικρατούν, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση και η άρνηση να εθελοτυφλήσει, δικαιώνεται ακόμα πιο εμφατικά. Το πέρασμα είναι η ιστορία ενός μικρού νησιού του Αιγαίου, εκεί όπου ένα βράδυ, παρασυρμένη από τους ανέμους, μια βάρκα με μετανάστες και πρόσφυγες θα βγει σε κάποια απόμακρη ακτή. Λόγω των καιρικών συνθηκών η μετακίνηση των ανθρώπων στο μεγαλύτερο γειτονικό νησί είναι αδύνατη, έτσι λοιπόν ντόπιοι και ξένοι περνούν μαζί κάποιες μέρες. Εδώ ο Τζαμιώτης ισορροπεί περίφημα, χρησιμοποιώντας πλήθος αφηγηματικών φωνών, επιχειρώντας να παρατηρήσει τη συμβίωση από κάθε πιθανή οπτική γωνιά, ένα βιβλίο που θα συνεχίσει να είναι επίκαιρο. Στο προ τριετίας μυθιστόρημά του Ίσως την επόμενη φορά, μια ιδιότυπη ερωτική ιστορία, που ξεκινά με τον ήρωα συγγραφέα να ακολουθεί μια κοπέλα που είδε στο μετρό να διαβάζει το βιβλίο του, καταλήγει σε μια επίκαιρη ιστορία για τη δυσκολία της συντροφικότητας και τη μοναξιά.

Και όλη αυτή η αναδρομή για να φανεί η ιδιαίτερη σημασία του Σε ποιον ανήκει η κόλαση στο συγγραφικό σύμπαν του Τζαμιώτη. Στα κάτι παραπάνω από εκατόν πενήντα (!) διηγήματα της συλλογής συναντά κανείς και τις τρεις περιόδους του corpus του συγγραφέα, γραμμένα με ένα στυλ παλιακό, που θυμίζει κάτι από Μπέρνχαρντ στον Μίμο των φωνών, με μια διάθεση παραβολική, με αναφορές σε διάφορες περιόδους της ελληνικής πραγματικότητας. Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί, ίσως και όχι, και αυτό μικρή σημασία έχει, γιατί έχουν την απαραίτητη δύναμη για να σταθούν, ακόμα και μόνες τους έξω από τη συλλογή. Ο Τζαμιώτης πότε επιλέγει πρώτο και πότε τρίτο αφηγηματικό πρόσωπο για να διηγηθεί αυτές τις ιστορίες, για να πλησιάσει ή για να πάρει απόσταση από αυτές, για να ενσωματώσει και το εγώ ή για να επινοήσει έναν ακόμα ήρωα. Η ικανότητα του Τζαμιώτη στο χτίσιμο χαρακτήρων είναι απαράμιλλη, κάτι που είναι φανερό και εδώ, καθώς λίγες γραμμές αφήγησης του αρκούν για να μας τους γνωρίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πράξεις τους να είναι ξεκάθαρα δικές τους και όχι συγγραφικές επινοήσεις.

Φαντάζομαι πως κάποιος, διαβάζοντας το κείμενο ως εδώ, θα διατύπωνε το φόβο του για μια πιθανή ύπαρξη διδακτισμού, και δικαιολογημένα, καθώς αυτού του είδους η αφήγηση συχνά διακατέχεται από προθέσεις διδαχής. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τον Τζαμιώτη δεν τον ενδιαφέρει να διδάξει, δεν τον ενδιαφέρει να επισημάνει το σωστό και το λάθος, και σίγουρα δεν τον ενδιαφέρει να ηθικολογήσει. Εκείνο που μοιάζει να τον ενδιαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να ενσωματώσει την Ιστορία στη λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο μπορεί ο λογοτέχνης να μιλήσει για όσα συμβαίνουν χωρίς να επιχειρεί να κάνει τον ιστορικό ή τον δημοσιογράφο, τον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύεται η επαναληπτικότητα της ιστορίας, το γεγονός πως η ιστορία ενός μικρού παιδιού στον θεσσαλικό κάμπο περιγράφει με αρκετή σαφήνεια την εποχή και τις συνθήκες, αλλά ταυτόχρονα εξηγεί και την εξέλιξη των πραγμάτων, που πάντα έχουν τις αιτίες τους. Καμία ιστορία δεν έχει μόνο ένα επίπεδο ανάγνωσης, κάθε μία χρησιμεύει στον συγγραφέα για να αναδείξει κάτι μεγαλύτερο, κάτι πέρα από τα στενά όρια της κάθε ιστορίας. Συχνά επιλέγει το χιούμορ, ένα χιούμορ πικρό, που αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο συχνά, όταν δεν μπορεί κανείς να κάνει κάτι άλλο παρά να γελάσει. Καταφεύγει συχνά στην ιστορική αληθοφάνεια, για παράδειγμα στο έργο ενός παραγνωρισμένου ποιητή που καταστράφηκε, σε ένα αμφισβητούμενο από άλλους μελετητές ντοκουμέντο, στη διαμάχη Καβάφη - Καρυωτάκη, στην ανικανότητα του δικτάτορα να σπάσει έστω και ένα αβγό.  

Αγαπά ή περιφρονεί ο συγγραφέας τον άνθρωπο; Αυτό μοιάζει να είναι και το ερώτημα που βασανίζει και τον ίδιο τον συγγραφέα, το ερώτημα που κινητοποιεί την ανάγκη του να γράψει και να επικοινωνήσει τις ιστορίες αυτές. Η αγάπη στον άνθρωπο δοκιμάζεται, αναζητά διαρκώς νέες αφορμές, παρότι αποτελεί μια αδιαπραγμάτευτη αξία. Από αυτή την αγάπη πηγάζει και η ανάγκη για κατανόηση, το ενδιαφέρον για τη μελέτη της ιστορίας και η συχνή διαμάχη λογικής και συναισθήματος. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται ότι ο Τζαμιώτης θεωρεί την παρούσα έκδοση ως ένα νέο είδος μυθιστορήματος. Η αλήθεια είναι πως αυτό με ιντρίγκαρε αρκετά πριν από την ανάγνωση του βιβλίου. Τώρα, μετά το πέρας της ανάγνωσης, θα συμφωνήσω μαζί του. Αν και κάθε διήγημα διαβάζεται και στέκει περίφημα αυτόνομα, η συνολική ανάγνωση της συλλογής αφήνει τον αναγνώστη με την αίσθηση πως διάβασε ένα μυθιστόρημα, μυθιστόρημα φτιαγμένο από το κύριο υλικό της εποχής μας, την αποσπασματικότητα, τις άπειρες μικρές εικόνες που συνθέτουν το μεγάλο κάδρο, τη διάσπαση της προσοχής, την εναλλαγή των ειδήσεων και των ερεθισμάτων, την ταχύτητα με την οποία περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, αλλά που αν το εξετάσει κανείς πρόκειται απλώς για διαφορετική εκδοχή του ίδιου θέματος. Σε αυτή την αίσθηση συντελεί και η πυκνότητα που χαρακτηρίζει την κάθε ιστορία.

Εκτενής συλλογή διηγημάτων ή ιδιότυπο μυθιστόρημα, το Σε ποιον ανήκει η κόλαση είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, που πιάνει τον σφυγμό της εποχής και καταφέρνει να συγκεράσει την ταυτόχρονη ανάγκη για πραγματικότητα και μύθο.                  

  
Εκδόσεις Μεταίχμιο

  

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020

Πρωτόλειο - Andrew Martin



Συμβαίνει συχνά το πρωτόλειο εγχείρημα ενός συγγραφέα να το διαπερνούν προβληματισμοί και ιδέες μεγάλου μέρους της έως τότε ζωής του, λογαριασμοί με το παρελθόν που επιθυμεί να κλείσει. Γι' αυτό άλλωστε αρκετά από αυτά τα πρώτα βιβλία μοιάζουν -ή είναι- αυτοβιογραφικά. Η ζωή ενός ανθρώπου που ελπίζει -εναλλακτικά: στοχεύει, πιστεύει, εύχεται, φαντασιώνεται, οραματίζεται- να γίνει συγγραφέας -πως κάποια στιγμή θα γράψει ένα μυθιστόρημα το οποίο θα εγκριθεί από έναν εκδότη, θα βρεθεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων, στο μικροσκόπιο της κριτικής, στις λίστες των βραβείων, στο καλάθι των προσφορών ή ξεχασμένο μες τη σκόνη σε κάποια επαρχιακή δημοτική βιβλιοθήκη από καιρό υποστελεχωμένη- είναι αναμενόμενο κατά ένα μεγάλο μέρος της να αποτελείται από σχετικούς με τη συγγραφή προβληματισμούς και ιδέες. Η ιστορία του πρώτου βιβλίου είναι συχνά μια ιστορία από μόνη της, έτσι όπως συνδυάζει ένα σύνολο σκηνών και δράσεων, έτσι όπως το φαντασιακό συναντά το ρεαλιστικό, οι προσδοκίες εκτείνονται ως τον ορίζοντα πριν τις παρασύρει το πρώτο αεράκι και τα συναισθήματα εναλλάσσονται σε όλο το μήκος του τεράστιου εύρους ανάμεσα στον ενθουσιασμό και τη ματαιότητα.
Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι που προσπαθούν να ζήσουν μια κάπως φυσιολογική ζωή αμερικάνικου στυλ, δε φέρομαι εντελώς μαλακισμένα στους ανθρώπους γύρω μου, και γενικά θεωρούμαι αρκετά καλό άτομο, κυρίως γιατί θα κάτσω ν' ακούσω τις φρίκες και τα παράπονα των άλλων για πιο πολλή ώρα, κατά μέσο όρο, απ' όσο θα χρειαζόταν για να φανώ απλώς ευγενικός. Και η αλήθεια είναι πως κατά κανόνα τους ανθρώπους τους συμπαθώ, παρά τα ατράνταχτα θεωρητικά επιχειρήματα που έχω εναντίον τους. Υποθέτω πως αυτό αποτελεί φυσιολογική αντίδραση στο γεγονός ότι με μεγάλωσαν δυο σχετικά καλόκαρδοι γονείς, οι οποίοι μ' έμαθαν να είμαι ευγενικός, κόσμιος και να στηρίζομαι στη συντροφιά και τη βοήθεια των άλλων, αλλά την ίδια στιγμή να θεωρώ πως είμαι πιο έξυπνος και -σ' ένα θεμελιωδέστερο επίπεδο- ότι έχω μεγαλύτερο δικαίωμα στην ευτυχία από κάθε άλλον άνθρωπο στον κόσμο, μ' εξαίρεση ίσως τις αδερφές μου.

Μια τέτοια ιστορία απασχολεί τον Μάρτιν στο πρώτο του βιβλίο με τον ακριβή τίτλο Πρωτόλειο. Ο Πίτερ, κεντρικός ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής, είναι ένας επίδοξος συγγραφέας, που κινείται σε καλλιτεχνικούς κύκλους, εκεί που συχνάζουν κυρίως άτομα που νιώθουν γεννημένοι δημιουργοί, και που κάτι τέτοιο, πιστεύουν, είναι ζήτημα χρόνου να συμβεί. Ήδη από την πρώτη παράγραφο είναι διακριτή η διάθεση σαρκασμού εκ μέρους του αφηγητή, σαρκασμός αναμενόμενος από κάποιον που μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με τρόπο τέτοιο ώστε να νιώθει πιο έξυπνος και προνομιούχος ως προς την ευτυχία από οποιοδήποτε άλλον άνθρωπο στον κόσμο. Ο σαρκασμός του αφηγητή υπονομεύεται από τον συγγραφέα και μετατρέπεται σε αυτοσαρκασμό εν αγνοία του. Αυτό μοιάζει να είναι το κυρίως αφηγηματικό τρικ του Μάρτιν, εκείνο που δίνει ενδιαφέρον σε μια κοινότοπη μάλλον ιστορία. Ο σαρκασμός της σύγχρονης -αμερικανικής- πραγματικότητας εκ μέρους του αφηγητή, με έμφαση στο λογοτεχνικό σύμπαν, και ο σαρκασμός του αφηγητή από τον συγγραφέα, απεγκλωβίζουν το Πρωτόλειο από ένα μάλλον αδιάφορο προσωπικό δράμα και το μετατρέπουν σε ένα φιλόδοξο και φρέσκο ντεμπούτο. Δεν μπορώ να ξέρω αν για τον Μάρτιν το πρωτόλειο του Φόστερ Γουάλας Η σκούπα και το σύστημα αποτέλεσε κάποιου είδους έμπνευση, δεν θα μου έκανε και εντύπωση βέβαια κάτι τέτοιο. Σίγουρα δεν καταφέρνει αυτά που ο Γουάλας πέτυχε στο λογοτεχνικό ντεμπούτο του, και μάλλον δεν θα έχει την ανάλογη εξέλιξη, αλλά η επιρροή είναι ευδιάκριτη.

Η διακειμενικότητα αποτελεί ένα ακόμα πλεονέκτημα αυτού του μυθιστορήματος, του οποίου οι ήρωες διαβάζουν και έχουν άποψη για συγγραφείς και βιβλία. Βιβλία όπως αυτό συχνά καταχωρούνται σε μια μάλλον αόριστη και συχνά αντιφατική κατηγορία βιβλιοφιλικής λογοτεχνίας, εκεί που βιβλία και συγγραφείς αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πλοκής. Ένα παράδειγμα ως προς την αντιφατικότητα αυτής της κατηγορίας είναι πως βάσει ορισμού σε αυτή θα έπρεπε να συμπεριλάβει κανείς το Φαρενάιτ 451, το οποίο διαδραματίζεται σε ένα μέλλον όπου τα βιβλία καίγονται. Αυτό ήταν ένα αστείο, ένα βιβλιοφιλικό αστείο. Τα βιβλιοφιλικά αυτά μυθιστορήματα έχουν ένα σταθερό και φανατικό κοινό, το οποίο μοιράζεται ένα πάθος για τη λογοτεχνία που ικανοποιείται με την κάθε αναφορά στη λογοτεχνία, για το οποίο οι ιστορίες βιβλίων και συγγραφής είναι οι πλέον ενδιαφέρουσες. Ο Μάρτιν γράφει ένα τέτοιο βιβλίο φανερώνοντας από τη μία το πάθος του για τη λογοτεχνία εν γένει, τον φανατισμό του αναγνώστη που διακατέχει τον αφηγητή του, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει και ένα μέρος της προβληματικής πραγματικότητας του χώρου των βιβλίων, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στους επίδοξους συγγραφείς, βρίσκοντας σε αυτούς το κατάλληλο όχημα ώστε να διασχίσει διάφορες γκρίζες ζώνες της γενιάς των Μιλένιαλς. 

Εκείνο που χαρακτηρίζει τους ήρωες του Μάρτιν είναι μια αίσθηση μοναδικότητας, μια αίσθηση πως αργά ή γρήγορα και χωρίς ιδιαίτερο κόπο οι πόθοι τους θα πραγματωθούν, κάτι που τους δίνει την πεποίθηση πως ό,τι και αν κάνουν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, πως για αυτούς δεν υπάρχει χαμένος χρόνος. Κάτι τέτοιο αποτελεί μάλλον γνώρισμα της εποχής και δεν θα μπορούσε παρά να χαρακτηρίζει και το λογοτεχνικό σινάφι. Η εύκολη επιτυχία και το δικαίωμα σε αυτήν. Οι ήρωες του Μάρτιν μπερδεύουν τη μυθιστορηματική πραγματικότητα με τη ζωή του μυθιστοριογράφου, νιώθουν ήρωες ενός μυθιστορήματος και έχουν εμπιστοσύνη στον συγγραφέα του πως δεν θα τους απογοητεύσει. Η ιστορία που αφηγείται ο Πίτερ είναι πραγματική, η ιστορία που ο Μάρτιν αφηγείται μέσω του Πίτερ είναι προσχηματική, αν δεν ληφθεί υπόψιν η συγγραφική φωνή, τότε το Πρωτόλειο μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και αφελές, ένα ακόμα πυροτέχνημα του μάρκετινγκ από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού.

Κύριο χαρακτηριστικό της πρόζας του Μάρτιν είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί, γλώσσα που μπορεί να μοιάζει λογοτεχνικά αδύναμη κάποιες στιγμές, εξυπηρετεί όμως πλήρως την ιστορία, αποτυπώνοντας την εποχή. Εδώ η συμβολή της μεταφράστριας είναι καθοριστική, καθώς μια απόδοση εκτός ελληνικής γλωσσικής πραγματικότητας θα μπορούσε να καταστρέψει εντελώς το μυθιστόρημα. Η Βίβιαν Στεργίου στη πρώτη της μεταφραστική απόπειρα αποφεύγει με άνεση έναν συχνό μεταφραστικό σκόπελο, εκείνον της χρησιμοποίησης εξεζητημένων λέξεων σε μια απόπειρα του μεταφραστή να εμπλουτίσει το λεξιλόγιο του συγγραφέα. Η καταλληλότητα της γλώσσας κάνει τους διαλόγους αβίαστους και φυσικούς, γεγονός σημαντικό καθώς μεγάλο μέρος της πλοκής βασίζεται σε αυτούς. 

Το Πρωτόλειο δεν θα αλλάξει -κατά πάσα πιθανότητα- τον ρου της αμερικανικής λογοτεχνίας, άλλωστε ελάχιστα είναι τα βιβλία στα οποία θα πόνταρε κανείς σχετικά, είναι όμως ένα δείγμα καλής λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο το οποίο συμβάλλει με τον τρόπο του, λειτουργώντας ως Δούρειος Ίππος, και στον λογοτεχνικό διάλογο για τη σύγχρονη πραγματικότητα με τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής να επιβάλλουν την πεπατημένη, με την παραγωγή να θυμίζει λίγο βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων, ενώ το όποιο ρίσκο κρίνεται περιττό.               

υγ. Για το Η σκούπα και το σύστημα, το ντεμπούτο του Γουάλας στο οποίο έγινε αναφορά μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Βίβιαν Στεργίου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020

Γιατί δεν μου άρεσε το Marriage story




Το επιχείρημα θα μπορούσε να είναι εγωκεντρικό, αυστηρό και λακωνικό: αφού με συγκίνησε είναι σπουδαία ταινία. Και κάπου εκεί να τελειώσει η κουβέντα. Την πρώτη φορά που είδα την ταινία του Noah Baumbach ήμουν μόνος αργά το βράδυ, χτες, δυο μήνες μετά, ήμασταν μια μεγάλη παρέα σε μια αυτοσχέδια αίθουσα. Την πρώτη εκείνη φορά το στομάχι μου είχε σφιχτεί τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να φτάσω ούτε μέχρι το κρεβάτι, έβαλα μια ακόμα ταινία για να αποφορτιστώ· τώρα εννοείται πως δεν θυμάμαι ποια ταινία ήταν εκείνη. Χτες το βράδυ ένιωσα το ίδιο σφίξιμο, παρότι τα ήξερα όλα, παρότι ήμουν προετοιμασμένος -πίστευα- συναισθηματικά. Βγαίνοντας στον δρόμο συνειδητοποίησα πως ανήκα στη μειοψηφία αυτών που συνδέθηκαν συναισθηματικά με την ταινία. Σήμερα το πρωί νιώθω την ανάγκη να πω δυο λόγια σχετικά.

Η ταινία χαρακτηρίζεται από έναν ακραίο ρεαλισμό, θα μπορούσε κάποιος να πει πως πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Έναν ρεαλισμό που δεν έχει τίποτα το εξωτικό, τίποτα το μακρινό από εμάς. Η ιστορία γάμου είναι μια ιστορία γνώριμη σε πολλούς από εμάς, και ας μην έχουμε πρωταγωνιστήσει σε αυτή. Κάποιες στιγμές το όριο της μυθοπλασίας είναι δυσδιάκριτο, σχεδόν αόρατο. Η ιστορία μάς περιέχει. Περιέχει εμάς και τους φίλους μας, τους ανθρώπους του κύκλου μας, εκείνους που δεν πρωταγωνιστούν στις ακραίες τηλεοπτικές οικογενειακές ιστορίες με τον υψηλό βαθμό ανοικείωσης, που λαμβάνουν χώρα σε μέρη μακρινά παρότι στην ίδια πόλη. Εδώ είμαστε εμείς, άνθρωποι με καλλιέργεια πνεύματος, που επιλέξαμε ελεύθερα τον/τη σύντροφό μας, που νιώσαμε μια σχέση ισότητας μακριά από παλιά -πιστεύαμε πια- στερεότυπα. Και αποτυγχάνουμε καθημερινά. Και αποτυγχάνουμε οικτρά. Ξανά και ξανά. Και πονάμε, και ο πόνος μας δεν εκλογικεύεται. Έχουμε τόσα εφόδια και νιώθουμε ανεπαρκείς στην πρώτη στροφή του δρόμου, στο πρώτο κακοτράχαλο κομμάτι της διαδρομής.

Δεν θα γίνουμε σαν αυτούς, έτσι λέγαμε. Και τους δείχναμε με το δάχτυλο, τους τοποθετούσαμε απέναντί μας, ακόμα και τους ίδιους μας τους γονείς, κυρίως αυτούς, τους λέγαμε πως συμβιβάστηκαν, πως δεν άκουσαν τα συναισθήματά τους, που έδωσαν σημασία στο τι θα πει ο κόσμος. Θα συζητάμε τα πάντα, θα δείχνουμε κατανόηση και σεβασμό, θα παραμερίζουμε το εγώ, θα επικεντρωνόμαστε στο εμείς, και αν δεν δουλέψει, όλα καλά, δεν έγινε και κάτι, είμαστε ενήλικες άλλωστε, θα βρεθεί μια λύση. Και απομένουμε βουβοί μπροστά στην καταστροφή, και δεν έχουμε φωνή ούτε για να σκούξουμε, και κάνουμε πράγματα που δεν ξέραμε πως μπορούμε να κάνουμε, χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν ξέραμε πως υπάρχουν. Ξέρουμε πως θα περάσει και αυτό, πως όλα περνάνε, πως όλα συνηθίζονται, και αυτό είναι και η μόνη ελπίδα όταν πέφτουμε το βράδυ να κοιμηθούμε, γαμώτο. Και το χειρότερο; Έχουμε δει την πλευρά εκείνη του εαυτού μας και ξέρουμε πως ποτέ δεν θα μας εγκαταλείψει αυτή η εικόνα, η γνώση πως ο χειρότερος εαυτός μας είναι παρών διαρκώς, η γνώση πως το κτήνος μέσα μας λουφάζει μέχρι να μυρίσει αίμα.      

Αρνούμαστε συχνά να δούμε αυτό που είμαστε, εθελοτυφλούμε, συχνά εν γνώσει μας, βέλος και αυτό στη φαρέτρα της αυτοσυντήρησης. Κάποιοι είπαν πως δεν τους αφορούσε αυτή η ιστορία, που δυο εναλλακτικά τυπάκια, με αρκετά φράγκα δεν μπορούν να τιθασεύσουν τα εγώ τους, που ατσαλάκωτοι προχωράνε μπροστά και δεν ξεσπούν. Είναι μια σύμβαση που πρέπει κανείς να δεχτεί και να υπογράψει πριν μπει στην αίθουσα. Είναι ταυτόχρονα και ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσει ο δημιουργός. Ο θεατής πρέπει να νιώσει πως τον αφορά. Αν δεν το νιώσει αυτό καμία συζήτηση δεν μπορεί να γίνει, η ιστορία καμιά διαφορά δεν έχει από ένα απλό κουτσομπολιό με πρωταγωνιστές που μας είναι αδιάφοροι. Και αυτό το επιχείρημα είναι δεκτό, όσο και αν το αμφισβητεί κανείς, όσο και αν δεν μπορεί να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να συμβαίνει, οφείλει να το δεχτεί. Και η κουβέντα να τελειώσει. Δεν έχει νόημα κανένα επιπλέον επιχείρημα, ούτε για τις ερμηνείες, ούτε για τα τεχνικά μέρη. Δεν τον αφορά.

Για μένα, είπα σε κάποια στιγμή, το διακύβευμα της ταινίας είναι το δικαίωμα στην πατρότητα. Είναι κάπως αναχρονιστικό να προστατεύει ο νόμος μόνο τη μάνα σε ζητήματα επιμέλειας τέκνου. Είναι, όσο και αν αρχικά φαίνεται αντιφατικό, αντιφεμινιστικό. Ο νόμος θεωρεί τη μάνα αρμόδια να μείνει σπίτι και να μεγαλώσει το παιδί, επιβάλλοντας στον άντρα να δουλεύει και να πληρώνει διατροφή. Ας μη μπούμε σε νομικές λεπτομέρειες. Ο νόμος αυτός, όπως και άλλοι νόμοι σχετικοί, δεν θεωρούν τη γυναίκα τίποτα παραπάνω από ένα σκεύος αναπαραγωγής, και ας κόπτονται πως την προστατεύουν. Ο νόμος αυτός αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τη συναισθηματική απόσταση των πατεράδων από τα παιδιά τους, την απουσία τους. Ο πατέρας δουλεύει και η μάνα κάνει αγκαλιές. Κανείς δεν αγαπά το παιδί όπως η μητέρα του, και ακριβώς επειδή της το αναγνωρίζουμε θεωρούμε δεδομένο πως εκείνη θα υποδυθεί με απόλυτη προσήλωση τον ρόλο της μάνας. Όμως, το παιδί δεν είναι ούτε λάφυρο ούτε βάρος. Και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται σχετικά στα διαζύγια είναι αυτό, αντανακλώντας την επικρατούσα νοοτροπία.

Η ταινία αυτή είναι σημαντική και για ακόμα έναν λόγο. Τοποθετεί στο κάδρο τον ρόλο των δικηγόρων, που σαν καρχαρίες οσμίζονται το αίμα και ορμούν, διεκδικούν τα συμφέροντα του πελάτη τους χρησιμοποιώντας τη ρήση πως ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό. Είναι μια πλευρά του καπιταλισμού κι αυτή, η ανταγωνιστικότητα σε όλα τα επίπεδα, παντού υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, ακόμα και σε ένα διαζύγιο με το οποίο όλοι θα έπρεπε να είναι ηττημένοι κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό, μια μέρα παραπάνω με το παιδί τον μήνα είναι μια νίκη στην αρένα των μονομάχων. Η αποκτήνωση δεν σταματάει, τα χειρότερα ένστικτα έρχονται στην επιφάνεια. 

Ναι, εμείς είμαστε γαμάτοι και ποτέ δεν θα μας συμβεί κάτι τέτοιο, και οι φίλοι μας, που και αυτούς μέχρι χτες τους θεωρούσαμε γαμάτους; Αν η ταινία είχε γυριστεί στην ανατολή τότε θα μιλούσαμε εκ του ασφαλούς για ένα μινιμαλιστικό κομψοτέχνημα, εκ του ασφαλούς γιατί τα πολιτισμικά και κοινωνικά συστατικά της εκεί πραγματικότητας θα μας εξασφάλιζαν την απαραίτητη απόσταση από το μέτωπο, δεν θα μας αφορούσε, θα μπορούσαμε να το ξεχάσουμε μέχρι να γυρίσουμε με τα πόδια στο σπίτι, θα το κρίναμε με όρους καλλιτεχνικούς, θα μιλούσαμε για τη φωτογραφία και τα τοπία, δεν θα νιώθαμε την εγγύτητα του χαμού. Λείπει και η υπερβολή από την ταινία, κάτι που θα την έκανε να μοιάζει λίγο ψεύτικη, λίγο αμερικανιά, λίγο "αυτά δεν συμβαίνουν στ' αλήθεια". Η ταινία δεν μίλησε για κάτι που δεν ξέραμε και αυτό ήταν το τρομακτικό. 

Εμένα η ταινία δεν μου άρεσε, είπα στο τέλος και με στραβοκοίταξαν, ναι, συνέχισα, καθόλου δεν μου άρεσε, δεν είχε τίποτα το ωραίο, πώς γίνεται να σου αρέσει μια ιστορία όπως αυτή;

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Η Χίμαιρα του Ανθρώπου-Τανκ - Víctor Sombra




Ένας εκδοτικός οίκος, που θα εκδίδει αποκλειστικά ισπανόφωνο νουάρ. Και μόνο ως είδηση αρκούσε για να με ξεσηκώσει. Και το όνομα αυτού: Carnívora. Ένας σαρκοβόρος εκδοτικός οίκος μαύρης λογοτεχνίας. Σε μια ολοένα και πιο ψηφιακή εκδοχή του κόσμου, στον χώρο του βιβλίου κάποιοι επιμένουν στο χειροπιαστό. Για τις τέσσερις γυναίκες, που βρίσκονται πίσω από τις εκδόσεις Carnívora, το βιβλίο αποτελεί πάθος στα όρια του φετίχ. Δεν χρειάζεται να τις γνωρίζει κανείς προσωπικά για να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, ένα απλό ξεφύλλισμα των πρώτων τριών βιβλίων που κυκλοφόρησαν αρκεί. Η σχεδόν αβαρής έκδοση, που τόσο ταιριάζει στη νουάρ λογοτεχνία, που όμως δεν "προσβάλλει" τον αναγνώστη-πελάτη, οι τυπογραφικές λεπτομέρειες και το ιδιαίτερο εξώφυλλο κερδίζουν την πρώτη εντύπωση, και μόνο η μικρή γραμματοσειρά δίνει ένα μικρό, ελάχιστο άλλοθι γκρίνιας. Στο βιβλιοπωλείο άλλαξα γνώμη αρκετές φορές για το ποιο από τα τρία θα αγόραζα, θυμήθηκα που σαν παιδιά τα βγάζαμε για να δούμε ποιος θα φυλάξει, χαμογέλασα, έριξα την ευθύνη της επιλογής τελικά στον Γιώργο, που δούλευε εκείνη την ώρα στο υπόγειο βιβλιοπωλείο, πες μου ένα, του είπα, και έτσι γύρισα σπίτι εκείνο το απόγευμα με τον Άνθρωπο-Τανκ στην τσάντα.
"Έχουμε τον Άνθρωπο-Τανκ".
Ο Ντάρι πλησίασε στο παράθυρο. Φυσικά και ήξερε ποιος ήταν ο αναθεματισμένος Άνθρωπος-Τανκ, όχι όμως τι σήμαινε ότι τον είχαν, ούτε ποιοι τον είχαν. Το βλέμμα του πλανήθηκε στον κήπο, μπροστά στο κτίριο, λες και ο Άνθρωπος-Τανκ θα ξεπρόβαλλε αίφνης εκεί, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, κρατώντας τις πλαστικές σακούλες στα χέρια, σταματώντας τον ίδιο πάντα απαστράπτοντα όγκο από ατσάλι και βολφράμιο, με τη μορφή του να αναδύεται τώρα κάτω απ' το φως των φαναριών, στα γαλήνια σταυροδρόμια των δεντροφυτεμένων μονοπατιών του επιστημονικού πάρκου Ιντεόν, στη Λουντ, στο Νότο της Σουηδίας, και όχι στη συμβολή της λεωφόρου της Αιώνιας Ειρήνης με την πλατεία Τιενανμέν.
Από τα πλέον χαρακτηριστικά φωτογραφικά καρέ του περασμένου αιώνα είναι εκείνο του άγνωστου άντρα που σταματά τη φάλαγγα των τανκ, μετά τη βίαιη εκκένωση της πλατείας Τιενανμέν το 1989, κρατώντας δύο πλαστικές σακούλες στα χέρια του. Ένας άντρας χωρίς όνομα, για τον οποίον κανείς δεν ξέρει από πού εμφανίστηκε στο κάδρο και προς τα πού τράβηξε στη συνέχεια. Εκκινώντας από αυτή τη φωτογραφία, ο Σόμπρα πλάθει τον μύθο του: Για τη συμπλήρωση των είκοσι πέντε χρόνων από την εκκένωση της πλατείας από τους φοιτητές, το καθεστώς αποφασίζει να κάνει μια σειρά από εορτασμούς και εκδηλώσεις, θέλοντας να δείξει τη συμφιλίωση και την ομόνοια της σημερινής Κίνας. Στα πλαίσια των εκδηλώσεων αυτών αναθέτουν στις μυστικές υπηρεσίες να εντοπίσουν τον Άνθρωπο-Τανκ και να τον φέρουν στο Πεκίνο, όπου θα έχει μια εγκάρδια συνάντηση με τον οδηγό του τανκ. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο πράκτορας Ντάρι. Είναι η τελευταία του ευκαιρία να εξευμενίσει τους ανωτέρους του μετά από κάποιες όχι και τόσο επιτυχημένες αποστολές. Έτσι λοιπόν, ο Ντάρι αφήνει τη Λουντ της Σουηδίας και ταξιδεύει στο Αζερμπαϊτζάν, όπου υποτίθεται πως ζει ο Άνθρωπος-Τανκ.

Το μυθιστόρημα διαθέτει εξαιρετική πλοκή, με ικανοποιητικές δόσεις δράσης και σασπένς. Οι παραδοσιακά απαραίτητες στη νουάρ λογοτεχνία μοιραίες γυναίκες δεν λείπουν, ενώ και ο Ντάρι είναι όσο αντιηρωικός οφείλει να είναι. Ο Σόμπρα γνωρίζει πολύ καλά την πραγματική ιστορία πάνω στην οποία τοποθετεί τη μυθοπλασία του, κάτι που δίνει πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, καθώς η αληθοφάνεια αποτελεί απαραίτητο συστατικό επιτυχίας για αφηγήσεις όπως αυτή. Εκείνο που έχει ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς είναι γιατί άραγε ο συγγραφέας επιλέγει τη συγκεκριμένη ιστορία. Και ενώ η πρώτη απάντηση είναι αρκετά προφανής και σχετίζεται με τη δυναμική της φωτογραφίας που, σε μια εποχή περιορισμένων οπτικών ντοκουμέντων, απέκτησε θρυλικές διαστάσεις, γινόμενη παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και ατομικής ευθύνης, υπάρχει και κάτι ακόμα, στο οποίο φαίνεται και η οξύνοια του Σόμπρα: ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει μυθοπλαστικά το φωτογραφικό αυτό καρέ. Η φωτογραφία του Ανθρώπου-Τανκ, καθώς και η όποια αναφορά στα γεγονότα της πλατείας Τιενανμέν, είναι απαγορευμένη στην Κίνα, ο συγγραφέας γυρίζει ανάποδα το επικοινωνιακό παιχνίδι του καθεστώτος, τοποθετώντας στη θέση της υποχρεωτικής λήθης μια νέα σηματοδότηση του παρελθόντος, μια επαναπροσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, που θα τη φέρνει στα μέτρα των επιδιώξεων της κυβέρνησης. 
Η κοινωνία του θεάματος, η επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, η εργαλειοποίηση της εικόνας, ο εξωτικός χαρακτήρας της ιστορίας και η φωτογραφία του ανθρώπου απέναντι στο τανκ είναι που κάνουν το μυθιστόρημα αυτό να ξεφεύγει από τα στενά όρια του είδους του και του προσδίδουν περαιτέρω προεκτάσεις, πέραν της αγωνιώδους ανάγνωσης, ικανές να το διατηρήσουν στη μνήμη του αναγνώστη για καιρό, όταν πια η τελική έκβαση της υπόθεσης θα είναι γνωστή, και αυτό είναι κάτι που σπανίζει στη νουάρ λογοτεχνία.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora