Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Πλην - Andrew Sean Greer





Το Πλην είναι από τα βιβλία που συζητήθηκαν περισσότερο το φετινό καλοκαίρι. Συζητήθηκε από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του. Το εξώφυλλο και οι προσδοκίες ευθύνονται γι' αυτό. Το εξώφυλλο είναι αναπόσπαστο μέρος της έκδοσης, και το εξώφυλλο αυτό είναι ένα από τα πλέον όμορφα. Από μόνο του βέβαια δεν θα ήταν αρκετό, παρά για μερικές φωτογραφίες μόνο. Και όπως συμβαίνει πάντοτε όταν ακούς πολλά, ετοιμάζεσαι να κρατήσεις λίγα, ή και τίποτα. Αυτή ήταν η πρώτη επιφύλαξη. Η δεύτερη είχε να κάνει με τον φερόμενο κωμικό χαρακτήρα του βιβλίου, τη στιγμή που ο ήρωας, ο κύριος Πλην, παρουσιαζόταν ως ένας αποτυχημένος, άσημος συγγραφέας, λίγο πριν από τα πενήντα, και εμένα τέτοιοι ήρωες με συγκινούν βαθιά. Και ένα βιβλίο με έναν τέτοιο ήρωα δεν θα μπορούσα να μην το διαβάσω.

Από την πρώτη πρόταση μας συστήνεται ο αφηγητής της ιστορίας του κυρίου Πλην, αποφασισμένος να σχολιάσει και να παρέμβει όποτε εκείνος το κρίνει απαραίτητο. "Απ' τη δική μου οπτική γωνία, η ιστορία του Άρθουρ Πλην δεν εξελίσσεται τόσο άσχημα", μας λέει. Ο αινιγματικός αφηγητής, κάποιος που γνωρίζει καλά τον κύριο Πλην και κρατάει την ταυτότητά του κρυφή. Η επιλογή της αφηγηματικής φωνής είναι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα αυτού του βιβλίου, η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας, το εύρημα που έκανε εφικτό το μυθιστόρημα. Η απεύθυνση στον αναγνώστη μέσω ενός διαρκώς επαναλαμβανόμενου πρώτου πληθυντικού δεν επιτρέπει στιγμή στον κύριο Πλην να δραπετεύσει από τη σκηνή. 

Όλα ξεκίνησαν όταν έλαβε ένα προσκλητήριο γάμου. Όχι ενός οποιουδήποτε γάμου αλλά του γάμου του πρώην συντρόφου του. Η ιδέα και μόνο να παραστεί στη γαμήλια τελετή και στη δεξίωση που θα ακολουθούσε τον τρελαίνει. Πρέπει πάση θυσία να βρει μια καλή δικαιολογία. Αποφασίζει να κάνει τον γύρο του κόσμου, να λείπει μίλια μακριά όταν θα τελείται το μυστήριο. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται αυτό να φαίνεται αστείο σε κάποιον και όχι βαθιά συγκινητικό. Ας είναι.
Τι εννοούσε ο Φρέντι μ' εκείνο το "ο πιο γενναίος άνθρωπος που γνωρίζω;". Για τον Πλην, το μυστήριο παραμένει άλυτο. Δεν υπάρχει μέρα, ώρα, που ο Άρθουρ Πλην να μη φοβάται. Φοβάται να παραγγείλει ένα κοκτέιλ, να πάρει ταξί, να διδάξει σε μια τάξη, να γράψει βιβλίο. Όλα αυτά τα φοβάται, όπως φοβάται σχεδόν καθετί στον κόσμο. Το παράξενο, ωστόσο, είναι το εξής: επειδή φοβάται τα πάντα, όλα είναι εξίσου δύσκολα γι' αυτόν. Η ιδέα να κάνει τον γύρο του κόσμου δεν τον τρομάζει περισσότερο από το ν' αγοράσει μια τσίχλα. Κάθε μέρα και μια δόση θάρρους.

Το Πλην είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο, με έναν ήρωα ο οποίος είναι σχεδόν αδύνατον να εγείρει αισθήματα συμπόνιας. Ένας λευκός Αμερικάνος μεσήλικας, που περιφέρεται και σκέφτεται τα βάσανα ενός λευκού Αμερικάνου μεσήλικα, ακόμα και αν είναι ομοφυλόφιλος, δεν είναι ο κατάλληλος ήρωας για συναισθηματική καθοδήγηση προς τη συμπόνια. Ένας τέτοιος ήρωας, το άλτερ έγκο του κυρίου Πλην, πρωταγωνιστεί και στο τελευταίο του βιβλίο, το οποίο και απορρίφθηκε από τον εκδοτικό οίκο. Και είναι το Πλην ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο ακριβώς γιατί έχει ως ήρωα κάποιον σαν τον κύριο Πλην, έναν μέσο άνθρωπο, ο οποίος φοβάται και δεν ξέρει τι να κάνει, μοιάζει δηλαδή με τους ανθρώπους που ξέρουμε, μας θυμίζει τον εαυτό μας, σε μια εποχή που το να δείχνει κανείς σίγουρος και ατρόμητος είναι ο κανόνας κάποιου άγνωστου διαγωνισμού σε εξέλιξη. Το Πλην δεν θα ήταν ένα τόσο ενδιαφέρον και σύγχρονο βιβλίο αν έλειπαν οι παράλληλες της κεντρικής ιστορίες, οι δεύτεροι και τρίτοι χαρακτήρες και τα ανά χώρα γλωσσικά ευρήματα.

Εκείνο που είναι αστείο είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, εκείνα τα μικρά πράγματα που η λοξή ματιά ενός συγγραφέα, όπως του Γκρίερ στην περίπτωσή μας, μπορεί να τα απομονώσει και να τα αναδείξει, συνήθως ορμώμενος από την απελπισία για την πορεία αυτού του κόσμου, το χιούμορ είναι ένα από τα ύστερα καταφύγια άλλωστε. Και είναι αστεία όλα αυτά όταν δεν εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μας, τότε είναι συνήθως τρομακτικά, σκεφτείτε απλώς τη μάχη με τη γραφειοκρατία για να εξασφαλίσει ένας τουρίστας την επιστροφή τού ΦΠΑ, σκεφτείτε πόσο αστείο μοιάζει στην περιγραφή του, ύστερα δοκιμάστε το. Κοιτάζοντας από μακριά όλα είναι πιο εύκολα. Πάντα συμβαίνει αυτό. Ο αφηγητής μιλάει για τον Άρθουρ Πλην με την ασφάλεια της απόστασης. Ο αναγνώστης διαβάζει με την ίδια ασφάλεια. Ο κύριος Πλην δεν νιώθει το ίδιο όμως. Ο κύριος Πλην είναι ένας από τους ήρωες εκείνους που δύσκολα ξεχνάς, και αυτό το οφείλει εν μέρει στον αφηγητή του, όσο παράδοξο και αν μοιάζει αυτό. Ο κύριος Πλην σε μιαν άλλη εποχή θα μπορούσε να είναι ήρωας του Πολ Μπόουλς, όμως η εποχή εκείνη έχει προ πολλού παρέλθει, ο εξωτισμός έχει αφομοιωθεί στην κανονικότητα του δυτικού κόσμου, τώρα πια δύσκολα συναντά κανείς ταξιδιώτες να τριγυρνούν στον κόσμο.
Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Δώμα
   

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Παράσιτα (2019)




Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ένιωσα την επιθυμία να γράψω για μια ταινία, ίσως γιατί πάει καιρός από την τελευταία φορά που είδα μια πραγματικά συγκλονιστική ταινία. Και τέτοια ταινία ήταν τα Παράσιτα του Νοτιοκορεάτη Joon ho Bong, που βγήκε αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες της Θεσσαλονίκης και θα βγει στις 17 του μήνα στην Αθήνα. Ταινία που στάθηκε πλήρως αντάξια της φήμης που κουβαλούσε μετά τη βράβευσή της με τον Χρυσό Φοίνικα και την περιοδεία της σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, μεταξύ αυτών και στις πρόσφατες αθηναϊκές Νύχτες Πρεμιέρας. Για την ταινία μου μίλησαν διάφοροι, μεταξύ τους διαφορετικοί ως προς τα γούστα, και όμως όλοι, με τον ίδιο ενθουσιασμό στο βλέμμα, κατέληγαν στην ίδια προτροπή: να τη δεις. Και είναι αυτό το κριτήριο της οικουμενικής αποδοχής μιας ταινίας από ένα ετερόκλητο δείγμα κοινού ένα αξιόπιστο κριτήριο, γιατί πέρα από τις ειδικές προτιμήσεις του καθενός, τις προσλαμβάνουσες και τις συνθήκες της καθημερινότητάς του, μια καλή ταινία είναι πάντα μια καλή ταινία, όσο απλοϊκό και αν μοιάζει κάτι τέτοιο.

Μια τετραμελής οικογένεια ζει σε ένα ημιυπόγειο στην άκρη ενός απόμερου δρόμου, εκεί που οι μεθυσμένοι βρίσκουν μια γωνιά ν' ανακουφιστούν. Όταν ο Μιν, φίλος του γιου, θα του προτείνει να κάνει μάθημα αγγλικών στην κόρη μιας πλούσιας οικογένειας, προσποιούμενος πως έχει τα απαραίτητα προσόντα, μια χαραμάδα για ένα καλύτερο μέλλον θα διαφανεί στον ορίζοντα. Άλλωστε αυτό είναι που χρειάζονται, μια ζαριά, μια ελάχιστη ευκαιρία ν' αλλάξουν την τύχη τους, να βρουν μια δουλειά και να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μέλλον. Δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε επαφή, το φαίνεσθαι είναι πιο σημαντικό από το είναι, η ανάγκη για επιβίωση πιο δυνατή από την όποια ηθική.

Είχα επίσης καιρό να δω μια ταινία που να στηρίζεται σε τέτοιο βαθμό στο σενάριο της. Σενάριο καλοδουλεμένο ως προς την πλοκή, τις κορυφώσεις και τα λειτουργικά ευρήματα, με μια υπόγεια απειλή να κρατάει τον θεατή σε διαρκή εγρήγορση, απειλή που έφερνε στον νου τις ταινίες ενός άλλου Νοτιοκορεάτη, του Κιμ Κιμ Ντουκ, επίσης πολύ αγαπητού, κυρίως παλιότερα, των φεστιβάλ, αλλά και του σπουδαίου Χάνεκε. Δεν υπάρχει κάτι στο οποίο να υστερεί η ταινία αυτή. H στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, οι αξιόλογες ερμηνείες και η αντιστικτική χρήση της μουσικής αναδεικνύουν το δυνατό αυτό σενάριο, αυτή την κεντρική ιδέα που ισορρόπησε με τόση μαεστρία μακριά από κινδύνους όπως ο λαϊκισμός, η επίκληση στο συναίσθημα και η άσκοπη βία. Ταινία που συγγενεύει θεματικά με την σχετικά πρόσφατη ιαπωνική ταινία Κλέφτες καταστημάτων, αλλά διαφέρει ως προς την ένταση της εκτέλεσης, δύο όψεις ενός παρόμοιου νομίσματος, δύο διαφορετικές σχολές κινηματογράφου εν τέλει.

Βγαίνοντας από την αίθουσα ένα αντιφατικό διπλό αίσθημα επικρατούσε· χαμηλά ένας κόμπος στο στομάχι, στο βλέμμα το δέος για αυτή τη σπουδαία ταινία. Μια ταινία που καταφέρνει χωρίς εκπτώσεις να απευθύνεται σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Ανοιχτή σε αρκετές, αντίθετες μεταξύ τους, αναγνώσεις, ταινία βαθιά πολιτική, όχι όμως στρατευμένη, όχι φανερά τουλάχιστον, όχι καθοδηγητικά για να το θέσω έτσι. Έτσι και αλλιώς καθένας βλέπει εκείνο που θέλει να δει, καταλαβαίνει εκείνο που θέλει να καταλάβει και ούτω καθεξής. Τα Παράσιτα είναι από τις ταινίες εκείνες για τις οποίες χαίρεσαι να συζητάς μετά το τέλος της προβολής, πίνοντας ένα αναγκαίο ποτό πριν από την επιστροφή στο σπίτι, χαίρεσαι κυρίως για τις σιωπές ανάμεσα στα λόγια, τότε που σκηνές της ταινίας περνούν μπροστά από τα μάτια σου ξανά.

υγ. Ένιωσα την έντονη ανάγκη να δω ξανά το Old Boy, σε μεγάλη οθόνη με τέρμα τον ήχο.


Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Η έβδομη ιστορία - Φαίδων Ταμβακάκης





Ένα βιβλίο για ένα βιβλίο είναι σχεδόν πάντα ένα γοητευτικό βιβλίο. Το λογοτεχνικό παιχνίδι που στήνεται με το βιβλίο μέσα στο βιβλίο θυμίζει κάπως εκείνα τα βράδια με τις συζητήσεις για βιβλία που κάποιοι στην παρέα τόσο τα αγαπούν και κάποιοι άλλοι δεν τα έχουν διαβάσει, και η ίντριγκα σχετικά με αυτά εντείνεται ευθέως ανάλογα με το πάθος, με το οποίο μιλούν εκείνοι που τα αγαπούν, δημιουργώντας προσδοκίες, γαργαλώντας το φαντασιακό ημών των υπολοίπων, καθώς ακόμα και το πλέον ελάχιστο στοιχείο αρκεί για να μας ξεσηκώσει, να μας αφήσει άυπνους μέχρι την ώρα που τα βιβλιοπωλεία ανοίγουν. Και εδώ υπάρχει ως δυνατότητα αυτό το καλό σενάριο, ακόμα και αν οι προσδοκίες καταρρεύσουν στις πρώτες σελίδες της ανάγνωσης. Ένα βιβλίο για ένα βιβλίο χωρίς υλική υπόσταση είναι μια διαφορετική ιστορία. Εδώ η φαντασία γνωρίζει νέα ύψη, λειτουργώντας κατά ιδία βούληση, καθώς οι προσδοκίες παραβιάζουν χωρίς συνέπεια τον συντελεστή δόμησης. Το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται η ιστορία μετατρέπεται σε αναγνωστικό απωθημένο.

Ο συγγραφέας της Έβδομης ιστορίας, Τσιπ Ώμο, αναζητά μάταια το αρχείο στη μνήμη του υπολογιστή του, παρά τις όποιες λέξεις κλειδιά και την ακριβή ημερομηνία συγγραφής η ψηφιακή βοηθός επαναλαμβάνει διαρκώς πως το αρχείο ήταν αδύνατο να βρεθεί, τον κάνει να αμφιβάλλει ακόμα και για το αν υπήρξε ποτέ ένα αρχείο με αυτόν τον τίτλο, οι άλλες έξι ιστορίες είναι εκεί άλλωστε, ίσως να μην υπήρξε ποτέ εκείνη η έβδομη. Ήταν μια μικρή σχετικά νουβέλα, την οποία ο Τσιπ Ώμο έγραψε εντός δύο ημερών, αλλά τώρα αδυνατεί να ανακαλέσει με ακρίβεια, είναι σίγουρος όμως πως ήταν κάτι το οποίο άξιζε να δει ξανά και ίσως να το έδινε στον εκδότη του. Και ίσως να πειθόταν τελικά ο συγγραφέας της ιστορίας μας πως το συγκεκριμένο αρχείο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα, η ανάμνηση ενός ονείρου, αν δεν διάβαζε τη νουβέλα αυτή, τη δική του νουβέλα, που κυκλοφόρησε ως το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο που έπεσε από το σύννεφο, εκεί που τα ψηφιακά έγγραφα ζουν, και γνώρισε πρωτόγνωρη εκδοτική εμπειρία. Ο Τσιπ Ώμο πρέπει πάση θυσία να αποδείξει πως η Σεσάτ έκλεψε το αρχείο από τη μνήμη του υπολογιστή του.

Η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία στηρίζεται το τελευταίο βιβλίο του Ταμβακάκη δεν διεκδικεί τον έπαινο της πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν μοιάζει να απασχολεί τον συγγραφέα κάτι τέτοιο, παρότι φαινομενικά  και λόγω της κατασκευής του βιβλίου κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, η ανάγνωση όμως, ο τελικός κριτής δηλαδή, δείχνει πως η συγκεκριμένη ιδέα είναι μια ιδέα χρηστική, γύρω από την οποία τοποθετούνται αρκετές ακόμα, χωρίς η ιστορία να αναλώνεται αποκλειστικά σε αυτή. Η συγκεκριμένη έκδοση διαθέτει δύο πιθανές εισόδους, καθώς ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει να ξεκινήσει διαβάζοντας είτε την Έβδομη ιστορία, είτε Το μυστικό της Σεσάτ, κάτι το οποίο ο συγγραφέας προτείνει να αφεθεί στην τύχη καθώς τις ονοματίζει κορόνα και γράμματα αντίστοιχα. Δεν είναι απλώς δύο νουβέλες σε μια κοινή έκδοση, η σειρά ανάγνωσης δημιουργεί δύο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, όχι ως προς την τελική εικόνα της πλοκής, αλλά ως προς την αναγνωστική εμπειρία.

Τα βιβλία που ως κεντρικό ήρωα έχουν ένα βιβλίο είναι αναμενόμενο να διαδραματίζονται σε χώρους αμιγώς λογοτεχνικούς όπως βιβλιοπωλεία, ατελιέ τυπογραφείων, αίθουσες βραβεύσεων, γραφεία εργασίας, με δευτερεύοντες ήρωες συγγραφείς, μεταφραστές, λογοκλόπους και εκδότες, με συναισθήματα που τα γεννά η λογοτεχνία στην κατασκευή της, όπως ο πυρετός της έμπνευσης, η ματαιοδοξία, η αγωνία για την οικονομική επιβίωση στο τέλος του μήνα, η ανάγκη για περιαυτολογία. Και από τη συγκεκριμένη ιστορία δεν λείπει τίποτα από τα παραπάνω, γεγονός που της δίνει μια έντονη κριτική και κωμική χροιά.

Οι συγγραφείς που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως παιχνίδι, με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως το πλέον σημαντικό γεγονός δηλαδή, διαθέτουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του αναγνώστη, και ο Ταμβακάκης είναι ένας τέτοιος συγγραφέας.

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

   

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Μέση Αγγλία - Jonathan Coe





Ναι, αυτός είναι ο παλιός Κόου! Από τη Βροχή πριν πέσει -βιβλίο εντελώς διαφορετικό από ό,τι άλλο έχει γράψει μέχρι και σήμερα- είχα να ευχαριστηθώ τόσο ένα δικό του μυθιστόρημα. Τον Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ -για κάποιον απροσδιόριστο λόγο- δεν τον διάβασα τελικά ποτέ. Το Expo58 το αφήνω εκτός συλλογισμού, ήταν ένα διαφορετικό από τη φύση του μυθιστόρημα, με εκείνη την αίσθηση ασπρόμαυρης ταινίας σε θερινό σινεμά ακόμα παρούσα. Σκεφτόμουν τον Αριθμό 11, μυθιστόρημα στο οποίο μπορεί κανείς να εντοπίσει αρκετά από τα γνώριμα στοιχεία του Βρετανού συγγραφέα, και όμως, κάτι του έλειπε για να ξεχωρίσει. Διαβάζοντας τη Μέση Αγγλία και αναφωνώντας ήδη από τις πρώτες σελίδες πως αυτός είναι επιτέλους ο παλιός Κόου, φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω ξανά τον Αριθμό 11, να αναζητήσω τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί εν τέλει τα δύο αυτά βιβλία, που και τα δύο κλείνουν το μάτι στο παρελθόν, αποτελώντας συνέχεια προηγούμενων ιστοριών, έστω και αν στον Αριθμό 11 αυτή η σχέση είναι πολύ πιο χαλαρή. Τελικά δεν τόλμησα την επιστροφή.

Δύο στοιχεία με έκαναν επιφυλακτικό μέσα στον γενικότερο ενθουσιασμό μου για την κυκλοφορία ενός ακόμα βιβλίου του Κόου στα ελληνικά. Πρώτον, η συνέχεια μιας παλιάς ιστορίας. Τα σίκουελ είναι συνήθως προβληματικά, αφήνοντας διάχυτη την αίσθηση ευκολίας και έλλειψης έμπνευσης από πλευράς δημιουργού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση Ο κλειστός κύκλος ήταν ένα σπουδαίο βιβλίο και λειτούργησε τέλεια ως συνέχεια της υπέροχης Λέσχης των τιποτένιων, οπότε εδώ είχαμε να κάνουμε με το τρίτο μέρος. Δεύτερον, η μικρή χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Ο Κόου είναι ένας πολιτικός συγγραφέας, τα μυθιστορήματά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Η επιφύλαξη αυτή συνδέεται αναπόφευκτα και με την εγχώρια λογοτεχνία της κρίσης, η οποία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, απέτυχε να χωνέψει και να αποδώσει την εποχή. Και οι δύο αυτές επιφυλάξεις κατέρρευσαν ήδη από τις πρώτες σελίδες.

Η Μέση Αγγλία ξεκινά τον Απρίλιο του 2010 και ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του 2018, η ιστορία εκτυλίσσεται κυριολεκτικά στο τώρα, και όμως ο Κόου πετυχαίνει κάτι σπουδαίο και δύσκολο· όσο η ιστορία πλησιάζει στο σήμερα, τόσο εντείνεται η αίσθηση αληθοφάνειας, ναι, έτσι είναι, αναλογίζεσαι. Οι ιστορίες των ηρώων θυμίζουν ιστορίες γνώριμες, με χαρακτηριστικότερη ίσως την επίπτωση του δημοψηφίσματος στις ερωτικές σχέσεις, κάτι το οποίο αν το ισχυριζόταν κανείς παλιότερα, πως δηλαδή ένα ζευγάρι χρόνων θα χώριζε λόγω μιας τέτοιας διαφωνίας, θα προκαλούσε το γέλιο, και όμως, είναι κάτι το οποίο είδαμε να συμβαίνει παρότι εξακολουθούσε, ακόμα και τη στιγμή που συνέβαινε να μας φαίνεται απίστευτο. Αν θεωρήσουμε ως πολιτική κορύφωση του μυθιστορήματος το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Κόου χτίζει το μυθιστόρημά του, πώς και πόσο επιλέγει να εμπλέξει τις ατομικές ιστορίες με τις πολιτικές εξελίξεις, με αυτόν τον γνώριμο συγκρατημένο ανθρωπισμό του, που κατανοεί αλλά δεν δικαιολογεί απολύτως την ανθρώπινη αδυναμία, καταφεύγοντας στο χιούμορ για να εντείνει την κριτική αλλά και για να απαλύνει την ένταση. Ο Κόου μοιάζει να ενδιαφέρεται για την εξέλιξη των πραγμάτων στο πέρασμα του χρόνου, ίσως γι' αυτό λειτουργεί τόσο καλά η επιλογή του να γράψει το τρίτο μέρος μιας παλιάς ιστορίας. Οι αναπόφευκτες αλλαγές στη στάση των ανθρώπων που μεγαλώνουν, των ανθρώπων που ωριμάζουν -σύμφωνα με κάποιους-, που γίνονται ολοένα και πιο συντηρητικοί -σύμφωνα με άλλους-, που συμβιβάζονται -σύμφωνα με τους νεότερους. Αποτελεί άλλωστε ανθρώπινο γνώρισμα, απότοκο του ένστικτου επιβίωσης ίσως, η προσαρμοστικότητα, όποια μορφή και αν παίρνει.      

Είχα σχεδόν ξεχάσει τον καθηλωτικό τρόπο γραφής του Κόου, τον τρόπο με τον οποίο σε εμπλέκει στην ιστορία του, το πόσο καλά ξέρει να λέει την ιστορία του. Και εδώ έχει μια πολύ καλή ιστορία να διηγηθεί. Η ικανότητα του Κόου στο χτίσιμο χαρακτήρων και πλοκής είναι ζηλευτή, εκείνο όμως που κάνει τα μυθιστορήματά του τόσο εθιστικά για κάποιους από εμάς είναι οι δεκάδες υποϊστορίες που αρχίζουν και τελειώνουν εντός του μυθιστορήματος, ταυτόχρονα ανεξάρτητες και ενταγμένες πλήρως στην πλοκή. Στη Μέση Αγγλία ακόμα και η νοσταλγία έχει υποταχθεί στην ταχύτητα της εποχής, έχει απολέσει τη χρονική της εμβέλεια, τώρα πια οι άνθρωποι νοσταλγούν καταστάσεις και γεγονότα χτεσινά, τέτοιος είναι ο ρυθμός με τον οποίο αλλάζουν τα πράγματα πια, ένα μεγάλο σήμερα με απανωτά σοκ. Και είναι αυτή η απομάκρυνση από το παρελθόν, ακόμα και όταν διαστρεβλωνόταν αυτό νοσταλγικά, ίσως η πλέον δυσοίωνη προφητεία που μεταφέρει ο Κόου. 

Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος τα δύο προηγούμενα βιβλία για να διαβάσει τη Μέση Αγγλία, είναι όμως μάλλον βέβαιο πως εκ των υστέρων θα το κάνει. Και αν σας προβληματίζει το μέγεθος του μυθιστορήματος, τότε να θυμάστε πως τα πολυσέλιδα βιβλία απαιτούν έναν αναγνωστικό ρυθμό και μόλις αυτός επιτευχθεί η απόλαυση θα ακολουθήσει. Άλλωστε ο αναγνωστικός ενθουσιασμός και η αχόρταγη ανάγνωση είναι μια καλή γροθιά στην απομάγευση των ημερών.

Παλιός καλός Κόου!

Μετάφραση  Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις   



Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Ελέφαντας - Raymond Carver






"Αδύνατον να διαβάσω βιβλία πια" μου είπε η Αμάντα πριν από δυο μέρες. "Ποιος αδειάζει για βιβλία;" Ήταν απόγευμα και ήμασταν σ' εκείνο το καφενεδάκι στη βιομηχανική περιοχή της πόλης. Την προηγούμενη μέρα είχε φύγει ο Όλιβερ. "Ποιος συγκεντρώνεται πια;" είπε η Αμάντα ανακατεύοντας τον καφέ της. "Ποιος διαβάζει; Εσύ διαβάζεις;" (Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.) "Κάποιοι πρέπει να διαβάζουν, υποθέτω. Όλα αυτά τα βιβλία στις βιτρίνες, όλες αυτές οι λέσχες... Κάποιοι διαβάζουν" είπε "αλλά ποιοι; Εγώ δεν γνωρίζω κανέναν".
Θα μπορούσα να έχω διαλέξει κάποιο άλλο απόσπασμα, σχεδόν οποιοδήποτε θα ήταν αντιπροσωπευτικό. Είναι κάποιοι συγγραφείς, βλέπετε, που ακόμα και μια απλή γραμμή ενός βιβλίου τους, επιλεγμένη τυχαία, είναι χαρακτηριστική του έργου τους, και ο Κάρβερ είναι ένας απ' αυτούς. Διάλεξα το συγκεκριμένο απόσπασμα, με την αναφορά στην ανάγνωση, κυρίως για την απορία της Αμάντα: ποιος συγκεντρώνεται πια; Ποιος άραγε τα καταφέρνει να κλείσει τα παράθυρα και ν' αφήσει τον θόρυβο και τις φωνές απ' έξω; Ποιος μπορεί να συγκεντρωθεί όταν η ζωή του είναι οριακή; Η ανάγνωση ως εμπειρία υψηλής αυτοσυγκέντρωσης, η ανάγνωση ως αποκοπή από τον περιβάλλοντα κόσμο.

Τα διηγήματα της συλλογής αυτής είναι τα τελευταία που έγραψε ο Κάρβερ. Το μοτίβο παραμένει σταθερό και γνώριμο, σχεδόν οικείο, οι προβληματικές και απελπισμένες ανθρώπινες σχέσεις, ο βρόμικος ρεαλισμός των συναισθημάτων. Το εσωτερικό ενός σπιτιού συνήθως για σκηνικό. Η καθηλωτική πρωτοπρόσωπη αφήγηση που όμως δεν στερεί από τα άλλα πρόσωπα το φως, είναι κάτι που, ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάνει τα διηγήματα του Κάρβερ να ξεχωρίζουν· αυτή η έλλειψη εγωκεντρισμού παρά την καθαρά υποκειμενική αφηγηματική φωνή, η ανάγκη του αφηγητή να κατανοήσει τα κίνητρα των άλλων, η ακλόνητη πίστη στην ανθρώπινη αδυναμία. Ελάχιστες σελίδες, και όμως ο αναγνώστης πιστεύει πως ξέρει τα πάντα για εκείνους, και όταν κάποιον τον γνωρίζεις καλά, άσχετα αν τον συμπαθείς ή όχι, τότε δεν μπορείς παρά να συμμεριστείς τις αγωνίες του, να αισθανθείς τις φοβίες του, να ελπίσεις μαζί του, ν' αναγνωρίσεις δικά σου πράγματα στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ, εκεί όπου κάθεται χαζεύοντας τηλεόρασηο αφηγητής.

Η απλότητα στα εκφραστικά μέσα, η φαινομενική και μόνο απλότητα, η αβίαστη εξέλιξη της πλοκής, οι ομαλές χρονικές μεταβάσεις στο παρελθόν της αφήγησης, οι πλήρως ενσωματωμένοι διάλογοι, η αίσθηση πως τίποτα δεν περισσεύει, η άνεση με την οποία ανοίγουν και κλείνουν τα διηγήματα. Η αυλαία μαζεύεται και ύστερα απλώνεται, οι θεατές παραμένουν στη θέση τους μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι, ξέρουν πως αντίκρισαν κάτι αληθινό και όχι ένα κατασκεύασμα με σκοπό τη συναισθηματική τους καθοδήγηση προς την ταύτιση και τη συγκίνηση, γι' αυτό και το σφίξιμο στο στομάχι. Τα διηγήματα του Κάρβερ περιέχουν αλήθεια, μια αλήθεια αλιευμένη από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς απαραίτητα να ταυτίζεται η αλήθεια αυτή με το βίωμα του συγγραφέα, το βίωμα από μόνο του δεν αρκεί, δεν πρέπει σε αυτό να χρεωθεί τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι, μια δύσκολη ζωή δεν αρκεί για να παράξει λογοτεχνία, χρειάζονται πολύ περισσότερα.           

Το τελευταίο διήγημα της συλλογής (Το θέλημα) είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα διηγήματα του Κάρβερ. Είναι οι τελευταίες μέρες του Τσέχοφ, τα διηγήματα του οποίου επηρέασαν βαθιά τον Κάρβερ. Είναι οι τελευταίες μέρες του Τσέχοφ και είναι το τελευταίο διήγημα που δούλεψε ο Κάρβερ πριν πεθάνει, και καλό είναι να υπάρχει μέσα μας χώρος διαθέσιμος για συμβολισμούς, τους έχουμε ανάγκη. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν το διήγημα αυτό αποτελούσε την αρχή μιας διαφορετικής πορείας για τον Κάρβερ, αν ήταν δηλαδή κάποιο σημείο καμπής ή αν ήταν απλώς αυτό που ήταν, ένας φόρος τιμής στον δάσκαλο που ποτέ δεν γνώρισε· και τους δύο άλλωστε τους σκότωσε η αδυναμία των πνευμόνων τους να συνεχίσουν να αναπνέουν, όπως βέβαια και τον Κάφκα. 

Θυμάμαι κάποιον κάποτε να μου λέει πως η καλύτερη άσκηση για έναν επίδοξο συγγραφέα δεν είναι άλλη παρά η καθημερινή ανάγνωση ενός διηγήματος του Κάρβερ, διαφορετικού κάθε μέρα, πρώτο πράγμα μετά το ξύπνημα, πριν από οτιδήποτε άλλο, ιδανικά στο κρεβάτι. Δεν ισχύει το ίδιο, έλεγε, και για τα ποιήματά του, εκείνα, συνέχιζε, πρέπει να διαβάζονται τη νύχτα αργά, με ελάχιστο φως στο τραπέζι της κουζίνας· δεν μου εξήγησε ποτέ γιατί ήταν τόσο σημαντικό, και τώρα πια είναι αργά για να τον ρωτήσω.

Μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου 
Εκδόσεις Μεταίχμιο 

  

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Τόποι και χρόνοι ανάγνωσης





Θυμάται να του διαβάζουν. Είναι μια σειρά από στατικές φωτογραφίες. Πρώτα στο κρεβάτι τους, ύστερα στο δικό του, πότε εκείνος και πότε εκείνη. Αργότερα τον άφησαν να τα βγάλει πέρα μόνος του. Μπορεί να το ζήτησε κι εκείνος. Ένα μικρό σιέλ πορτατίφ με μαύρο κουμπί στη βάση του. Έτσι ξεκίνησε.

Στο σπίτι που μεγάλωνε, γύρω στην εφηβεία, διάβαζε τα βράδια, και πάντα στο δωμάτιο του με την πόρτα κλειστή. Η πόρτα δεν κλείδωνε. Ησυχία και ελαχιστοποίηση του κινδύνου ξαφνικής εισβολής. Ήταν όμως και μονόδρομος. Το πρωί σχολείο, το απόγευμα φροντιστήρια και μελέτη. Πώς επέζησε, αλήθεια;

Μένοντας μόνος, φοιτητής σε άλλη πόλη, τους πρώτους μήνες δεν έβγαινε απ' το υπνοδωμάτιο. Επεκτάθηκε σταδιακά στον χώρο. Πρώτα στον καναπέ στο μικρό σαλόνι, ύστερα στο τραπέζι της παραδόξως μεγάλης κουζίνας, ούτε μία φορά στο γραφείο μελέτης, τα τραύματα ήταν ακόμα ανοιχτά. Συχνά ξημέρωνε ενώ διάβαζε.

Όταν ερωτεύτηκε πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως το διάβασμα στο κρεβάτι πριν τον ύπνο δεν ήταν τελικά αυτό που περισσότερο επιθυμούσε. Τα βράδια που δεν ξαπλώνανε μαζί ήταν αρκετά αποσυντονισμένος για να συγκεντρωθεί. Ήταν πιο εύκολο τα πρωινά όσο εκείνη κοιμόταν δίπλα του ή όταν την περίμενε να έρθει.

Ζώντας στο εξωτερικό έμαθε να διαβάζει ξανά και ξανά τα ίδια βιβλία. Ήταν τότε που σταμάτησε οριστικά να υπογραμμίζει και να σημειώνει πάνω στα βιβλία. Αγόρασε το πρώτο του σημειωματάριο. Κάθε ανάγνωση ήταν μια καινούρια ανάγνωση και ας είχαν περάσει απλώς λίγες ώρες από την προηγούμενη.

Ακίνητος σε κίνηση ζαλιζόταν από μικρός. Κάποτε έκανε με λαχτάρα το ταξίδι Αθήνα - Θεσσαλονίκη μια με δυο φορές τον μήνα, αργότερα θα το έκανε ξανά, πάλι με λαχτάρα, πάντα με τρένο. Στο πρώτο ταξίδι έβγαλε διστακτικά το Junky, όσο αντέξω, σκέφτηκε, και άντεξε μέχρι τη στάση για αλλαγή μηχανής στον Παλαιοφάρσαλο.

Σαν φαντάρος δεν έμαθε πολλά. Διαπίστωσε όμως πως διέθετε μια ικανότητα άγνωστη ως τότε: μπορούσε να διαβάζει περπατώντας, κατά μήκος της σκοπιάς, επί ώρες. Ένα ξημέρωμα διάβαζε τη διασκευή του Αρτό στον Καλόγερο. Δεν άκουσε το φορτηγό. Ο υποδιοικητής το θεώρησε θρησκευτικό ανάγνωσμα, έτσι γλίτωσε τη φυλακή.

Η κοπέλα που δεν ήξερε ελληνικά εντόπισε το Homo Faber στο βιβλιοπωλείο. Πρέπει να το διαβάσεις αυτό το βιβλίο, αλήθεια πρέπει, αν και δεν πρέπει να βάζουμε στην ανάγνωση πρέπει, συμπλήρωσε και γέλασε μόνη της με το λογοπαίγνιο. Το εξώφυλλο ήταν απωθητικό. Εκείνη επέμεινε με το βλέμμα. Ευτυχώς.

Όταν μετακόμισε στο κέντρο, άλλο δεν ήθελε παρά να σουλατσάρει όλη μέρα. Ο κόσμος, η κίνηση, η φασαρία, ο ρυθμός της πόλης και ξαφνικά μια ήσυχη γωνιά. Κάπως έτσι άρχισε να διαβάζει στα καφέ, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το σπίτι του, όπως άλλοι πήγαιναν στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης. Αργότερα εκεί θα έγραφε κάποια κείμενα.

   

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Το οριζόντιο ύψος - Αργύρης Χιόνης





Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει ως τώρα. Αν και ήταν αρκετοί εκείνοι που με προέτρεπαν να το κάνω, θα σου αρέσει, μου έλεγαν, αλλά δεν επέμεναν, τουλάχιστον όχι εκείνοι που με ξέρουν καλά και γνωρίζουν την υπομονή μου στην επιμονή. Άλλη ιστορία αυτή όμως. Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει, λοιπόν, ως τώρα και δεν ξέρω γιατί, όπως δεν ξέρω και γιατί διάβασα τώρα. Είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγει η σύμπτωση και μπαίνει το μεταφυσικό στο δωμάτιο, αν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Αυτή κι αν είναι άλλη ιστορία.

Στις πρώτες ιστορίες απογοητεύτηκα. Κάτι άλλο περίμενα. Δεν ξέρω τι. Κάτι άλλο όμως, κάτι διαφορετικό απ' αυτό που διάβαζα. Αυτό που διάβαζα ήταν γλυκό και καλογραμμένο. Δεν ήταν όμως καθόλου του γούστου μου, η αίσθηση παραμυθιού και παραβολής δεν μου ταιριάζει, με ενοχλεί κιόλας. Ήμουν έτοιμος να το εγκαταλείψω στα μισά. Είναι κάτι που κάνω σπάνια αλλά το κάνω. Ιδιαίτερα με τα διηγήματα είναι πιο απλό. Μια φίλη λέει πως τα ποιήματα δεν παρεξηγούνται αν δεν τα διαβάσεις, για την πεζογραφία δεν είναι σίγουρη, λέει, πως ισχύει το ίδιο, τη θεωρεί πιο ματαιόδοξη. 

Και ίσως να είχα παρατήσει το οριζόντιο ύψος όντως στα μισά αν δεν ήμουν εκεί που ήμουν τη στιγμή που ήμουν, όταν η ανάγνωση ήταν μια κάποια διέξοδος απέναντι στο βάρος του χρόνου. Δεν ήταν το πιο δροσερό σπίτι, αλλά τουλάχιστον πρόσφερε σκιά, για να το θέσω κάπως πιο σχηματικά. Και τα παράθυρα είχαν μείνει ανοιχτά. 

Σημασία έχει -τελικά- πως δεν άφησα το βιβλίο στα μισά. Προχωρώντας στα πιο μέσα δωμάτια, βρήκα τη δροσιά που γύρευα, όταν οι προσδοκίες είχαν καταρρεύσει και δεν περίμενα τίποτα πια. Είναι μια ιστορία γνωστή αυτή.

Ο ανδριάντας είναι ένα εξαιρετικό διήγημα. Και μόνο για αυτό θα άξιζε να διαβάσει κανείς τη συλλογή αυτή. Αφού όμως πρώτα διαβάσει όλα τα διηγήματα μέχρι να φτάσει σε αυτό, η διαδρομή είναι απαραίτητη, για να προετοιμαστεί και να μυηθεί ο αναγνώστης στον τρόπο με τον οποίο ο Χιόνης βλέπει τον κόσμο, έναν τρόπο γλυκά λοξό, με μια γλύκα στα όρια της αφέλειας, μια γλύκα που καταφέρνει να μακιγιάρει τη μελαγχολία. Ο ανδριάντας είναι το μόνο αστικό διήγημα της συλλογής και ξεκινάει έτσι:
Στη μικρή επαρχιακή πόλη Κ. υπήρχαν μόνο δύο μνημεία. Το ένα ήταν μια στήλη από ροζ γρανίτη με, χαραγμένα πάνω της, τα ονόματα των πεσόντων κατά τον τελευταίο πόλεμο, στα οποία, επειδή δεν ήσαν αρκετά, ώστε να δικαιολογείται η τοπική υπερηφάνεια, είχαν προστεθεί και μερικά φανταστικά, που, όμως, με το πέρασμα του χρόνου και το αδυνάτισμα της μνήμης των κατοίκων, είχανε τόσο καλά αφομοιωθεί απ' τα πραγματικά, ώστε κανένας πλέον δεν ξεχώριζε τους γνήσιους ήρωες απ' τους πλαστούς. Το άλλο ήταν ο ανδριάντας ενός εθνικού ευεργέτη, που έφυγε, παιδί ακόμη, από την πόλη Κ. και, αφού πούλησε κουλούρια, γυάλισε παπούτσια και έπλυνε πιάτα σε πλούσια μεγαλούπολη του εξωτερικού, έγινε τραπεζίτης, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ τις ρίζες του. 
Η γλυκύτητα είναι κάτι στο οποίο έχω δυσανεξία. Μου μυρίζει αφέλεια και μου γεννά καχυποψία. Αυτή είναι μια ιστορία για κάποιο ντιβάνι. Παραδέχομαι όμως πως η επιμονή στη γλυκύτητα μπορεί να γλυκάνει κάποιον. Κάτι τέτοιο έπαθα, έτσι νιώθω. Και ας μην κράτησε πολύ, κράτησε τόσο ώστε να διαβάσω τον Ανδριάντα και αυτό αρκεί.

Σκεφτόμουν πως εδώ ίσως η απομάγευση να προηγείται. Εξηγώ, όπως μπορώ, και λέω: Συνήθως συμβαίνει το εξής: διαβάζεις ένα βιβλίο και αυτό το βιβλίο σε συγκλονίζει, νιώθεις πως σου αλλάζει τη ζωή, ύστερα γνωρίζεις τον συγγραφέα, δυστυχώς, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό, σε απογοητεύει. Εδώ η απομάγευση προηγείται. Έτσι σκέφτομαι τώρα. Αν άκουγα τις ιστορίες αυτές, ακόμα και εκείνες που καθόλου δεν μου άρεσαν, να τις αφηγείται ο ίδιος στον κήπο του στην ορεινή Κορινθία, τότε θα ήταν μια διαφορετική εμπειρία. Μπορεί και όχι βέβαια.

Γυρίζοντας σπίτι αναρωτιόμουν πώς θα μου φαινόταν ο Μίσσιος σήμερα και ο Χιόνης τότε.  



Εκδόσεις Κίχλη   

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Ο γαλατάς - Anna Burns




Η μέρα που ο Τάδε ΜακΤάδε μου 'χωσε το πιστόλι στο στήθος και με είπε παλιοκόριτσο και φοβέρισε ότι θα μου την ανάψει ήταν η ίδια μέρα που σκοτώθηκε ο γαλατάς.
Σε αυτό τον ανώνυμο τόπο των ανώνυμων ανθρώπων ζει η νεαρή αφηγήτρια της ιστορίας αυτής, κάπως παράξενη στα μάτια των άλλων, βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο του σχολιασμού και των κακόβουλων σχολίων τους, θύμα κι εκείνη της κλειστής κοινωνίας αλλά και της πολιτικής κατάστασης, καθώς η μάχη για την ανεξαρτησία από τον εχθρό μαίνεται, κάθε κίνηση θεωρείται ύποπτη, από τη μία ή από την άλλη πλευρά, πόσο μάλλον η συνήθεια κάποιας γυναίκας να διαβάζει λογοτεχνία περπατώντας στους δρόμους της πόλης, την ώρα μάλιστα που ένας εκ των πρωτεργατών του αγώνα για την ανεξαρτησία την ακολουθεί παντού. Είναι η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που δεν νιώθει διαφορετική, που δεν επιζητά να βρίσκεται στο μάτι της προσοχής, που της αρέσει το διάβασμα και το τρέξιμο, που προσπαθεί να καταλάβει τα ίδια της τα συναισθήματα, που αναζητά τη θέση της στον κόσμο. Είναι η ιστορία μιας ακόμα νεαρής κοπέλας που δέχεται την καταπίεση και τη βία μιας κοινωνίας, μιας οποιασδήποτε κοπέλας σε μια οποιαδήποτε κοινωνία οποιασδήποτε εποχής.

Γι' αυτό άλλωστε είναι λειτουργική η απόφαση της συγγραφέως να μην ονομάσει τον τόπο, παρότι δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως βρισκόμαστε στην Ιρλανδία στα χρόνια που η ένοπλη πάλη για την ανεξαρτησία βρίσκεται σε εξέλιξη, όμως δεν έχει και τόση σημασία αυτό για το πραγματικό νόημα της ιστορίας αυτής, είναι μόνο κάποιες λεπτομέρειες που τη διαφοροποιούν, είναι μια ιστορία οικουμενική, μια ιστορία που υπερβαίνει σύνορα και εποχές. Και είναι ένα από τα ζητούμενα της σπουδαίας λογοτεχνίας η οικουμενική διάσταση, ένας από τους λόγους που διαβάζουμε μεταφρασμένη λογοτεχνία, καθώς προσφέρει ένα ικανό εμβαδό ταύτισης και αναγνώρισης δικών μας βιωμάτων, δημιουργία αντιστοιχιών και την πικρά ανακουφιστική αίσθηση πως και κάπου αλλού δεν είναι καλύτερα τα πράγματα, πως και κάπου αλλού -αν όχι παντού- οι αδύναμοι αγωνίζονται ν' αλλάξουν τα πράγματα.

Η Burns τοποθετεί στην ιστορία της νεαρής όλα τα συστατικά καταπίεσης μιας κοπέλας, τη σεξουαλική παρενόχληση, την οικογενειακή ασφυξία, την κοινωνική συντήρηση, την οικονομική ένδεια, την πολιτική ανωμαλία. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό, σε συνδυασμό με την τόσο ιδιαίτερη αφηγηματική φωνή, μπουκώνει την ιστορία ή αν τη βαραίνει συναισθηματικά, ακόμα και σήμερα, μέρες μετά το τέλος της ανάγνωσης δεν είμαι σίγουρος. Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο αυτό με ορμή, γοητευμένος από την ιδιαιτερότητα της αφήγησης, εκτιμώντας το υποδόριο χιούμορ και αναγνωρίζοντας την αλήθεια της αφηγήτριας, συνέχισα όμως πιο αργά μέχρι που μια μέρα άφησα το βιβλίο στα τρία πέμπτα, το άφησα με ένα αίσθημα ανακούφισης, σαν να έβγαζα το κεφάλι μου στην επιφάνεια της θάλασσας, εγκαταλείποντας έναν υπέροχο βυθό εξαιτίας της ανάγκης ν' αναπνεύσω. Πέρασαν αρκετές μέρες. Το βιβλίο δεν έπαψα να το σκέφτομαι, η φωνή της κοπέλας ακουγόταν ακόμα. Τις τελευταίες διακόσιες σελίδες τις διάβασα σε δύο μέρες.

Θα είχε ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το χιούμορ η Burns, σχεδόν αδιόρατο, μοιάζει με παρελκόμενο της αφήγησης και όχι επί τούτου τοποθετημένο, και γι' αυτό τον λόγο λειτουργικό, καθώς βοηθάει να σπάσει λίγο το μαύρο, ενώ ταυτόχρονα δίνει και μια αφέλεια στην πραγματικότητα που επικρατεί, την απαραίτητη αχίλλειο πτέρνα από την οποία θα βλαστήσει η ελπίδα πως η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Κατά την ανάγνωση προβληματίστηκα σχετικά με την πολιτική θέση που μοιάζει να παίρνει η συγγραφέας μέσω της αφηγήτριας της. Ήταν όμως κάτι που σκεφτόμουν αποκλειστικά στα διαλείμματα της ανάγνωσης και όχι κατά τη διάρκειά της, γεγονός που αποδεικνύει πως οι προβληματισμοί αυτοί δεν είναι οργανικό μέρος του μυθιστορήματος, καθώς δεν παρεκτρέπουν την ανάγνωση σε άλλα μονοπάτια ανάμεσα στις γραμμές. 

Ο γαλατάς είναι αναμφισβήτητα ένα πολύ καλό μυθιστόρημα, δικαίως πολυσυζητημένο ενώ δεν του λείπουν τα βραβεία και οι μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες. Δεν είναι ένα εύκολο συναισθηματικά βιβλίο όμως. Είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που, περισσότερο από άλλα, ανθίζουν αναγνωστικά στις κατάλληλες για τον καθένα συνθήκες, αλλιώς, σε μια άνυδρη περίοδο είναι πιθανόν να μην εκτιμηθούν. Κάποια στιγμή θα ήταν ενδιαφέρουσα μια συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες του αναγνώστη απέναντι στη λογοτεχνία. Κάποια άλλη στιγμή όμως.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Από μακριά μοιάζουν με μύγες - Kike Ferrari




Όταν ο κύριος Μάτσι αναγκαστεί να βγει στην άκρη του δρόμου με το πανάκριβο αυτοκίνητό του να έχει πάθει λάστιχο, θα ανοίξει το πορτμπαγκάζ και θα αντικρίσει το πτώμα ενός άγνωστου άντρα. Αμέσως θα αντιληφθεί πως κάποιος του την έχει στημένη, πως κάποιος επιθυμεί διακαώς να τον δει στη φυλακή. Όμως ο κύριος Μάτσι δεν είναι χτεσινός στο κουρμπέτι, είναι ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που, εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν, δημιούργησε μια μικρή οικονομική αυτοκρατορία, και δεν σκοπεύει να παραδοθεί έτσι απλά, έχει αντιμετωπίσει μεγαλύτερες προκλήσεις αυτά τα χρόνια της ανέλιξης και δεν κώλωσε πουθενά και σε τίποτα, και όχι μόνο αυτό, αλλά μετά από κάθε εμπόδιο συνέχιζε ακόμα πιο δυνατός τον δρόμο του. Έχει λοιπόν κάθε λόγο να πιστεύει πως έτσι θα συμβεί και αυτή τη φορά, θα τη βγάλει καθαρή ενώ εκείνος που κρύβεται πίσω από αυτό το ανόητο αστείο θα το πληρώσει ακριβά, πολύ ακριβά.  

Αυτή είναι η εκκίνηση της ιστορίας αυτής. Ο Κίκε Φεράρι γράφει ένα τυπικό ισπανόφωνο νουάρ μυθιστόρημα, σκληρό και σκοτεινό όσο η καθημερινότητα της Αργεντινής, κοινωνικό και πολιτικό, με άξονα περιδίνησης τον φόβο, σε διάφορες μορφές και προς διάφορες κατευθύνσεις. Όλοι φοβούνται πολύ, ο καθένας έχει τους λόγους του: μην απολυθεί, μη μείνει νηστικός, μη δεν του σηκωθεί, μη τον καθαρίσουν, μη τον προδώσουν. Η διαφορά εντοπίζεται στο πόσο φανερώνεις τον φόβο σου, πόσο αφήνεις την μυρωδιά του να σε κατακλύσει κινδυνεύοντας έτσι να φαγωθείς· τον φοβισμένο κανείς δεν τον φοβάται. Τα φράγκα σίγουρα βοηθούν ως καμουφλάζ του φόβου, στέκεται κανείς πάνω στους σωρούς από χαρτονομίσματα και κοιτάζει τον κόσμο αφ' υψηλού, από εκεί μακριά όλοι μοιάζουν με μύγες. Είναι μια μορφή εκδίκησης, τιμωρίας επίσης, η ευχή να αντικρίσεις τον φόβο στα μάτια του άλλου, εκείνου που σε φόβισε, που σε τιμώρησε. Ο κύριος Μάτσι το ξέρει καλά αυτό, την πλάτη του φοβάται, αν και επαναλαμβάνει στο εαυτό του πως ένας επιχειρηματίας δεν έχει εχθρούς παρά μόνο ανταγωνιστές, ξέρει πως έχει τα χέρια του λερωμένα, ξέρει πως υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι υπεύθυνοι πίσω από το πτώμα στο αμάξι, κίνητρο έχουν πολλοί, εκείνο που τον απασχολεί είναι ποιος μπορεί να είχε την τεχνογνωσία, ποιος μπορεί να είχε το τσαγανό να τα βάλει μαζί του.

Με μικρά κεφάλαια και καταιγιστική εξέλιξη της πλοκής, ο Φεράρι επιτυγχάνει να διατηρήσει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Εκκινεί την αφήγηση από την ανακάλυψη του πτώματος, αλλά με συνεχείς αναλήψεις έρχεται να προσθέσει τα απαραίτητα κομμάτια της ιστορίας. Η δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας αποτελεί συγγραφικό ζητούμενο, είναι εμφανές κάτι τέτοιο ήδη από την αρχή, και η στακάτη χρήση της γλώσσας, η απουσία λεπτομερειών, η δυσαναλογία ανάμεσα στα ερωτήματα και στις απαντήσεις καθώς και η χρήση των διαλόγων αποτελούν κάποια από τα συγγραφικά εργαλεία με τα οποία ο Φεράρι δημιουργεί τη δέουσα ατμόσφαιρα, συστατικό άκρως απαραίτητο για ένα πετυχημένο νουάρ. Η επιλογή του ονόματος του ήρωα μόνο τυχαία δεν μοιάζει, ο κύριος Μάτσι συνηχεί με τον μάτσο, τον αρρενωπό, τον άντρα που επιζητά διαρκώς την επιβεβαίωση της αρρενωπότητάς του, είναι από τις περιπτώσει εκείνες που το όνομα του ήρωα φανερώνει μεγάλο μέρος του χαρακτήρα του. Οι τίτλοι των ενοτήτων αποτελούν φόρο τιμής του συγγραφέα στον Μπόρχες καθώς είναι δανεισμένοι από μια φανταστική ταξινόμηση των ζωών που προτείνει ο Μπόρχες στο δοκίμιό του Η αναλυτική γλώσσα του Τζον Ουίλκινς. Μιλώντας για αναφορές, τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση του Μπολάνιο στις νέες γενιές της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, φαινόμενο το οποίο ολοένα και πιο μαζική μορφή παίρνει.


Μετάφραση Άννα Βερροιοπούλου 
Εκδόσεις Καστανιώτη            

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

η μοναξιά των σκύλων - Πάνος Τσίρος




Μια τετάρτη κατά τις οχτώ το βράδυ κατέβηκα στο λιμάνι. Νύχτωνε. Τα πλοία για την Αίγινα ήταν δεμένα στην προβλήτα, η πλώρη τους ήταν στολισμένη με μια σειρά πολύχρωμα φώτα, θολά. Είχαν μείνει πέντε μέρες μόνο για τα Χριστούγεννα. Ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Κατευθύνθηκα στην πλατεία απέναντι από το λιμάνι, προς το λεωφορείο για την Αγία Σοφία.
Να η γνώριμη πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή του Τσίρου, σκέφτηκα, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές του πρώτου διηγήματος της καινούριας του συλλογής, η μοναξιά των σκύλων, που κυκλοφόρησε λίγο πριν το καλοκαίρι. Ίδια σε όλα τα διηγήματα, με την πιθανότητα του βιώματος να παραμένει ανοιχτή, ήπια και αποστασιοποιημένη παρατήρηση στο όριο της παραίτησης, σε ευθεία αντίστιξη με το εγώ, σαν να πρόκειται για την ιστορία κάποιου άλλου, η διάχυτη αίσθηση πως δεν συνέβη κάτι φοβερό σε μια παράδοξη σύμπλευση με την ανάγκη του να πει την ιστορία, την κάθε μία ιστορία, με τους θεματικούς άξονες και τα πρόσωπα να επανέρχονται γνώριμα και οικεία από τις προηγούμενες συλλογές του.

Ο εικονοποιητικός και εννοιολογικός τρόπος συνυπάρχουν σε αρμονία στην αφήγηση, και έτσι, παρά τη μικρή έκταση των ιστοριών, ο αναγνώστης νιώθει πως γνωρίζει όλα εκείνα που θα του επέτρεπαν να εμπλακεί στην ιστορία, τόσο εκείνα που σκέφτεται ο αφηγητής όσο και εκείνα που αντικρίζει. Ίσως εκείνο που λείπει είναι η ευκρίνεια της εικόνας των υπόλοιπων προσώπων, παρότι σε κάποια διηγήματα κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, ευκρίνεια που όμως δεν λείπει μόνο από τον αναγνώστη αλλά και από τον ίδιο τον αφηγητή, αφού έχει και εκείνος κενά σε όσα ξέρει γι' αυτούς, ο άλλος, άλλωστε, δεν παύει ποτέ να 'ναι ένας άγνωστος, ένας μη εγώ, φορτωμένος εν μέρει με δικές μας εικασίες και προσδοκίες.
Γνώρισα τον Δ. το 1990 στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν φοιτητής, για την ακρίβεια, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και μόλις είχα γραφτεί στο μεταπτυχιακό της φιλοσοφίας. Το ίδιο κι αυτός. Θέλω να διηγηθώ την ιστορία του. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει.
Η απλότητα στον λόγο χαρακτηρίζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται ο Τσίρος. Αποφεύγει τη χρήση εξεζητημένων λέξεων και την κατασκευή σύνθετων προτάσεων, στις ιστορίες που έχει να αφηγηθεί δεν ταιριάζουν τέτοιου είδους στολίδια, εδώ απαιτείται αφαίρεση του περιττού ώστε να αναδειχθεί η λεπτομέρεια, εκείνο που κινητοποιεί την κάθε ιστορία. Οι ιστορίες του Τσίρου, αν και στη βάση τους ρεαλιστικές, διαθέτουν κάτι παράδοξο, ένα σημείο εξόδου από την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, όσο διαρκεί ένα κλείσιμο των βλεφάρων. Είναι αυτό που βλέπεις, και τίποτα παραπάνω, μοιάζει να λέει, αλλά ίσως θα έπρεπε να σιγουρευτείς, συνεχίζει, πως κοιτάζεις προσεκτικά, γιατί σπάνια είναι κάτι αυτό που μοιάζει να 'ναι. Αν όμως κοιτάξει κανείς καλύτερα, είναι πιθανό να αντικρίσει τη ρωγμή, και άπαξ και η ρωγμή εντοπιστεί, τότε η πραγματικότητα παύει να είναι ένα μέρος περίκλειστο, ένα μέρος προστατευμένο.

Συχνά δημιουργείται η επιθυμία να αναφερθεί κανείς στις κακοτοπιές εκείνες που ο συγγραφέας απέφυγε, δείχνοντας έτσι εκείνα που πέτυχε, όπως είναι για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε το παρελθόν, χωρίς περιττή νοσταλγική διάθεση και αχρείαστη ωραιοποίηση, ή η απουσία διδακτισμού και μασημένου επιμυθίου, καθώς και η παντελής έλλειψη αμηχανίας και βιασύνης στο κλείσιμο των ιστοριών, μεταξύ άλλων. Επίσης ο Τσίρος απέφυγε κάτι ακόμα, συνηθισμένο δυστυχώς, να παραδώσει μια συλλογή άνισων και ασύνδετων μεταξύ τους διηγημάτων. 

Με την τρίτη πλέον συλλογή του να κυκλοφορεί, ο Τσίρος καθιερώνεται ως μια σημαντική παρουσία στην εγχώρια σκηνή της μικρής φόρμας, μια φωνή την οποία αξίζει να αναζητήσει κανείς, δοκιμάζοντας ίσως να διαβάσει στο βιβλιοπωλείο ένα διήγημα στα όρθια.



υγ. Την ανάρτηση για το Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τσίρου θα τη βρείτε εδώ και για το Δεν είν' έτσι; εδώ.


Εκδόσεις Νεφέλη
          

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Σπίτι από γη - Woody Guthrie




Ο Τάικ κάθισε κάτω από τον ήλιο και σταύρωσε τα πόδια του. Έσκαψε στη λάσπη από τα σαπουνόνερα και είπε. "Δεν ξέρω, κυρία. Ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου, έτσι είναι οι άνθρωποι. Λένε ψέματα, κοροϊδεύουν, το βάζουν στα πόδια, τρυπώνουν και κρύβονται και υπολογίζουν και εξαπατούν, ξανά και ξανά. Πάντα απορούσα. Δεν μπορώ να καταλάβω. Ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου. Αυτό είναι το μόνο που ξέρω".
Ο Τάικ και η Έλα ζουν στο Τέξας, σε μια παράγκα ξύλινη, που τρίζει απ' το βάρος του χιονιού και πυρώνει απ' τον ανελέητο ήλιο, που δεν κρατάει ούτε την άμμο ούτε τον αέρα μακριά, παρά τις στρώσεις από εφημερίδες που επιμένουν να κολλάνε στους τοίχους για μόνωση. Καλλιεργούν μια μικρή έκταση, που τη νοικιάζουν από έναν γαιοκτήμονα, φροντίζουν τα λιγοστά τους ζώα, παλεύουν για την κάθε μέρα, θέλονται. Ένα φυλλάδιο του υπουργείου Γεωργίας με οδηγίες σχετικά με την κατασκευή  σπιτιού από χώμα και νερό, τους γεμίζει με όνειρα για το μέλλον, ένα σπίτι από γη, που θα τους προστατεύει από τη μανία του καιρού, ένα δικό τους σπίτι, ένα καταφύγιο για να στεγάσει τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο. Τα όνειρα όμως, όσο πιο ταπεινά ακούγονται, τόσο πιο μακρινά μένουν, άπιαστα.

Ο Γκάθρι, διάσημος τραγουδοποιός της φολκ και πνευματικός πατέρας σπουδαίων μουσικών, έγραψε το μυθιστόρημα αυτό το 1947, δεν το εξέδωσε όμως ποτέ, ελπίζοντας ίσως πως κάποιο κινηματογραφικό στούντιο θα έδειχνε ενδιαφέρον. Βασισμένο εν μέρει σε προσωπικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας, όταν ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο χτύπησε το Καπ Ροκ, μια καλοκαιρινή χιονοθύελλα που άφησε πίσω της τεράστιες ζημιές. Το βίωμα του Γκάθρι μετουσιώνεται σε αυθεντικό αφήγημα, η ιστορία διαθέτει τη σκληρή ομορφιά της ζωής των μη προνομιούχων, την αλήθεια τους. Η αγάπη, όπως την παρουσιάζει η παραλογοτεχνία τουλάχιστον, δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο Τάικ και η Έλα δεν είναι ευγνώμονες γι' αυτή, αλλά η καθημερινή μάχη δεν αφήνει χώρο για πολυτέλειες, το ένστικτο κινητοποιεί τις αισθήσεις, η απλότητα γιγαντώνει τις αντιδράσεις. Ο καθημερινός μόχθος ωστόσο δεν τους στερεί το χαμόγελο από τα χείλη, δεν ανακόπτει την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους. Η απλότητα του ρεαλισμού είναι μόνο φαινομενική, διάχυτη ως αίσθηση στην πρόσληψη ενός έργου αλλά όχι στην κατασκευή του, γυρνάει μπούμερανγκ στον επίδοξο συγγραφέα που αγνοεί την πραγματικότητα, όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές, την πραγματικότητα της εκάστοτε εποχής.

Το Σπίτι από γη είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, που περιστρέφεται γύρω από το ακράδαντο πιστεύω του Γκάθρι πως τα σπίτια από γη θα ήταν η καλύτερη λύση για μια ασφαλή και αξιοπρεπή στέγαση. Γύρω από το θέμα της στέγασης -αλήθεια πόσο επίκαιρο παραμένει εβδομήντα χρόνια μετά;- τοποθετούνται ως κομμάτια της πλοκής και άλλα ζητήματα, όπως για παράδειγμα εκείνο της εκμετάλλευσης της γης, με τη συγκέντρωση τεράστιων εκτάσεων στα χέρια λίγων, τα χρέη προς τις τράπεζες και η ουσιαστική ώθηση σε μετανάστευση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Όμως, πάνω και πέρα απ' όλα, το Σπίτι από γη είναι ένα βαθιά συγκινητικό, βαθιά αληθινό μυθιστόρημα, γραμμένο με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, γραμμένο με πίστη στους ανθρώπους που παλεύουν και δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο και εύκολο, γραμμένο με ένα γαμώτο για τη δύναμη που έχουν αυτοί οι άνθρωποι και την αγνοούν. Αλλά και αμιγώς λογοτεχνικά μιλώντας, το βιβλίο αυτό διαθέτει ευδιάκριτες αρετές, με κύρια εκείνη της χρήσης του τοπικού ιδιώματος, τη γραπτή αποτύπωση της προφορικότητας, την απουσία συναισθηματικής καθοδήγησης μέσω της γλώσσας και της ιστορίας, τους καλοσχηματισμένους και άκρως πειστικούς χαρακτήρες, τις περιγραφές του τοπίου που προσδίδουν μια ταιριαστή ποιητικότητα υποκλινόμενες στο μεγαλείο και τη δύναμη της φύσης.

Διαβάζοντας το Σπίτι από γη θυμήθηκα πώς είναι να διαβάζεις λογοτεχνία που μυρίζει χώμα και ιδρώτα, θυμήθηκα τα μυθιστορήματα του Στάινμπεκ και τα διηγήμτα της Ο' Κόνορ, θύμωσα που αρχικά σκέφτηκα -έστω και για μια στιγμή- πως ίσως ένα μυθιστόρημα όπως αυτό να είναι κάπως παρωχημένο πια, θύμωσα πολύ μ' αυτό.

Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Αίολος     

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Ζαχαρίας Σκριπ - Δημήτρης Καρακίτσος




Ένας υπερήρωας χρειάζεται για να μας σώσει, αλλά πού να τον βρεις όταν πραγματικά τον χρειάζεσαι. Βέβαια οι υπερήρωες μοιάζουν με τους έρωτες, τους μεγάλους έρωτες, που -ανάμεσα σε ξενύχτια, τσιγάρα, ποιήματα- τους παρακαλάμε να εμφανιστούν, και μόλις γίνει αυτό δεν μας αρκούν, καθώς σκεφτόμαστε πάλι την ανεξαρτησία μας, τις ανοιχτές επιλογές, διακρίνουμε ίχνη χαλάρωσης στο δέρμα του πόθου με λίγα λόγια. Θα ήταν ίσως πιο ποιητική μια παρομοίωση του υπερήρωα με τα θαύματα ή τις τρεις -συνήθως- ευχές στο τζίνι απ' το λυχνάρι, όμως εμείς σε θαύματα δεν πιστεύουμε, δεν μάθαμε ποτέ να πιστεύουμε, δύσπιστοι ακόμα και σε αυτά που αντικρίζουν τα μάτια μας, ακόμα και μετά το επαναλαμβανόμενο τρίψιμο της ράχης του λυχναριού. 

Κάτι τέτοιο συνέβη και στην πόλη του Βόλου, τότε παλιά, το 1914, τότε που ο Ζαχαρίας Σκριπ με το λεπτό μουστάκι έκανε την εμφάνισή του. Ο αδίστακτος τιμωρός του κακού και ορκισμένος φύλακας του καλού, Ζαχαρίας Σκριπ, έγινε αρχικά δεκτός ως ήρωας, φωτογραφίες και πρωτοσέλιδα, μια μυθολογία στα σπάργανα, η αιτία για το τρεμάμενο φυλλοκάρδι των κορασίδων, η εγγύηση για το μέλλον της πόλης του Βόλου. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής, ένας ταπεινός δημοσιογράφος, θα γίνει το δεξί χέρι του Ζαχαρία, μάρτυρας της ανόδου και της πτώσης, επιχειρεί να διακρίνει τι πραγματικά συνέβη ώστε να μεταφέρει στον αναγνώστη, κάτω από τη μύτη του αρχισυντάκτη, την αλήθεια.

Στους Βολιώτες άρεσε ο σιμιγδαλένιος χαλβάς, τους άρεσε πολύ, σε σημείο παράκρουσης. Η πόλη μύριζε απ' άκρη σ' άκρη καβουρντισμένο σιμιγδάλι, μπόχα και αποφορά, κανείς όμως δεν έδινε σημασία, κανείς δεν έδειχνε να ενοχλείται, και οι μέρες κυλούσαν με τους Βολιώτες να περιμένουν, όχι πάντοτε με υπομονή, στην ουρά για έναν χαλβά, και όσο αυξανόταν η ζήτηση, τόσο κυρίευε την ατμόσφαιρα η μπόχα. Στη θολή από τις αναθυμιάσεις ατμόσφαιρα άρχισε και η εικόνα του Ζαχαρία να θολώνει, να χάνει τη λάμψη της, καθώς η παρουσία του άρχισε να ενοχλεί τους ισχυρούς και να μην εντυπωσιάζει πλέον τους αδύναμους. Το κακό γίνεται αποδεκτό με στωικότητα. Τι μπορεί να κάνει κανείς; Αυτό ακούς να λένε. Το καλό προκαλεί δυσπιστία. Πού αποσκοπεί; Αυτό ακούς ν' αναρωτιούνται.

Ο Καρακίτσος γράφει μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα και εγώ αναρωτιέμαι αν η σημερινή εποχή αποτέλεσε έμπνευση ή καταπίεση για τον συγγραφέα, και δεν είμαι σίγουρος γι' αυτό, γιατί συνήθως η διάθεση για σάτιρα έρχεται σε στιγμές συναισθηματικού στριμώγματος, σε στιγμές που νιώθει κανείς πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει, σε στιγμές που το προφανές για σένα μοιάζει εκτός πραγματικότητας για την κοινή γνώμη. Από την άλλη η καταφυγή στη σάτιρα αποτελεί και μια έξυπνη επιλογή, καθώς περισσότερα μπορεί να πετύχει κανείς χρησιμοποιώντας το μυαλό του παρά το ύψος της φωνής, μια εκτόνωση του δύσκολου στη διαχείριση αισθήματος της μισανθρωπίας. Δεν είναι εύκολο να κάνει σάτιρα κανείς. Και όσο πιο εύκολο το κάνει να φαίνεται ο δημιουργός τόσο πιο δύσκολο είναι. Διαβάζοντας τη νουβέλα αυτή σκεφτόμουν συχνά Τον Μαιτρ και τη Μαργαρίτα του σπουδαίου Μπουλγκάκοφ, την αίσθηση εκείνη της πρώτης ανάγνωσης χρόνια πριν. 

Η παιγνιώδης φαντασία είναι ίδιον χαρακτηριστικό του Καρακίτσου, η ακροβασία στο μεταίχμιο ρεαλιστικού-φανταστικού, το πάντρεμα του ντοκουμέντου και της μυθοπλασίας επίσης. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα τόσο αισθητικά όσο και υπονομευτικά, αποτυπώνοντας την εποχή και επιτείνοντας τη σατιρική διάθεση. Η σοβαρότητα του αφηγητή, η σχεδόν αφελής επιμονή του στο καθήκον, αποτελεί το ιδανικό συμπλήρωμα του ζεύγους, τον ιδανικό βοηθό του Ζαχαρία, που πίστεψε σε αυτόν και την καλή του πρόθεση. 

Και στο τέλος της ανάγνωσης αυτό το γνώριμο, ανάμεικτο, γλυκόπικρο συναίσθημα, να γελάσεις ή να κρυφτείς κάπου και ήσυχα να κλάψεις με λυγμούς;     

 Εκδόσεις Ποταμός  

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

ανάσκελα - Rita Bullwinkel



Ανατρέχοντας στις σημειώσεις που κρατούσα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των διηγημάτων της Ρίτα Μπουλγουίνκελ, χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη διαπιστώνω πως οι περισσότερες αφορούν τον τρόπο της συγγραφέως αρχικά να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και στη συνέχεια να τον αποτυπώνει στο χαρτί. Κάθε διήγημα της συλλογής διαθέτει μια ξεκάθαρη αρχική ιδέα γύρω από την οποία στήνεται η πλοκή και παίρνουν μορφή οι χαρακτήρες, ενώ η εικονοποιητική τροπή της αφήγησης μπολιάζεται διαρκώς με πλήθος σκέψεων και εσωτερικών μονολόγων, και κάπως έτσι, στο πρώτο της βιβλίο, η συγγραφέας επιτυγχάνει κάτι δύσκολο, να ισορροπήσει τον μέσα κόσμο των ηρώων με τον έξω στον οποίο κινούνται και ζουν. Ο τρόπος της Μπουλγουίνκελ να κοιτάζει τα πράγματα είναι ιδιαίτερος, γεγονός που της δίνει ένα μεγάλο αβαντάζ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κράμα φαντασίας και εξυπνάδας, αν και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η υψηλή νοημοσύνη είναι γνώρισμα των ανθρώπων με ισχυρή φαντασία, αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Στο ανάσκελα δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες που ο αναγνώστης θα νιώσει ανοίκειο τον κόσμο, που θα νιώσει πως πρώτη φορά τον κοιτάζει. Αυτό το μαγικό συναίσθημα προσφέρει απλόχερα  η κατά Μπουλγουίνκελ παρατήρηση του κόσμου.   

Οι ιδέες περιστροφής των διηγημάτων, δοσμένες συνήθως στην αρχή κάθε ιστορίας, διακρίνονται για την απλότητα στην πρωτοτυπία τους, δεν είναι εξεζητημένες δηλαδή, αλλά είναι εκεί έξω, μπροστά στα μάτια μας παρούσες στον κόσμο, και αρκούσε απλώς κάποιος, η Μπουλγουίνκελ στην προκειμένη περίπτωση, να μας τις δείξει, και εμείς να αναρωτηθούμε πώς δεν τις είχαμε παρατηρήσει ως τώρα. Ο τρόπος της να βλέπει τα πράγματα είναι κάπως λοξός, αρχικά μοιάζει αστείος, γρήγορα όμως συνειδητοποιεί κανείς πως το γέλιο συχνά αφήνει μια πικρή επίγευση. Ας πάρουμε για παράδειγμα το διήγημα Σκύψε το κεφάλι: Ώσπου να ενηλικιωθεί η κόρη μου, η οικονομία είχε γίνει τόσο άσχημη που ήταν φθηνότερο να προσλάβουμε κάποιον να συγκρατεί το στήθος της από το να της αγοράσουμε σουτιέν. Και αυτό έκαναν, προσέλαβαν κάποιον για να συγκρατεί το στήθος της κόρης τους, παραχωρώντας του το σπιτάκι του κήπου για να μένει. Διαβάζεις την πρώτη πρόταση και γελάς, διαβάζεις τη συνέχεια του διηγήματος και αισθάνεσαι την πίκρα της πραγματικότητας να σου καίει τη γλώσσα. Γιατί καμιά φορά το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο είναι πιο εύστοχο δοσμένο με μια ευφάνταστη απλότητα παρά μέσω εξαντλητικών αναλύσεων.    

Υπήρξε μια περίοδος της ζωής μου όπου η κύρια πηγή εισοδήματός μου ήταν το να είμαι έπιπλο. Δούλευα σε μια επιχείρηση που πουλούσε καναπέδες που κόστιζαν έξι φορές τον ετήσιό μου μισθό. Μια νέα κοπέλα που προσλαμβάνεται λόγω της εξωτερικής της εμφάνισης δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αντίθετα, είναι κάτι ολοένα και πιο σύνηθες, οι αγγελίες είναι γεμάτες από ανάλογους επιθετικούς προσδιορισμούς, εκείνο όμως που κάνει την ιδέα αυτή διαφορετική είναι η πρωτοπρόσωπη παραδοχή, η συνειδητοποίηση της αφηγήτριας πως παρότι η σύμβαση δεν το ανέφερε κατ' αυτόν τον τρόπο εντούτοις είχε προσληφθεί ως έπιπλο, ως μέρος της διακόσμησης, γιατί μόνο αυτή η συνειδητοποίηση δύναται να γεννήσει αντίδραση. 

Η γραφή της Μπουλγουίνκελ φέρει μια φρεσκάδα, δεν είναι μίζερη, ορθώνει με τον τρόπο της ανάστημα απέναντι στην πραγματικότητα, διαθέτει μια φαινομενική αφέλεια, την ελαφρότητα κάποιου που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει πράγματα, που δεν νιώθει πως περνάει κάποιου είδους εξέταση, πως απλώς κάνει εκείνο που αγαπά. Ένα μυαλό που μοιάζει να γεννάει ιστορίες διαρκώς. Τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι άνισα, δεν πάσχουν από ένα σύνηθες σύνδρομο των συλλογών να περιλαμβάνουν ένα δυο καλά, ένα δυο μέτρια και τα υπόλοιπα απλώς για τη γέμιση, όχι, εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το ανάσκελα είναι μια δυνατή συλλογή διηγημάτων, με ένα ευδιάκριτο νήμα να τα ενώνει, γραμμένα με σκοπό να συνυπάρξουν ως ένα ενιαίο σώμα, ενώ ακόμα και η επιλογή της σειράς δεν μοιάζει να αφέθηκε στην τύχη. Η γραφή της Μπουλγουίνκελ είναι ξεκάθαρα πολιτική και φεμινιστική, ο κόσμος γύρω της, παρά τις άπειρες αφορμές που τις προσφέρει για συγγραφή, είναι ένας κόσμος γεμάτος αδικία, ένας κόσμος που δεν της αρέσει, ένας κόσμος που θα έπρεπε να αλλάξει, και τα διηγήματά της, αν και απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν στρατευμένα, είναι ένας τρόπος ανάδειξης των προβλημάτων, και όταν τα προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια και γίνονται ορατά η ελπίδα για αλλαγή παραμένει ζωντανή. 

Το ανάσκελα είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσει κανείς, μου έφερε στο νου μια ακόμα Αμερικανίδα συγγραφέα -αλλά και σκηνοθέτη- τη Μιράντα Τζουλάι και το βιβλίο της Ο πρώτος κακός που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια και στα ελληνικά, χωρίς δυστυχώς να γνωρίσει την ανάλογη υποδοχή. Το ανάσκελα είναι μια συλλογή διηγημάτων στα χνάρια των σπουδαίων διηγηματογράφων από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Σίγουρα ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος.       


Μετάφραση Μαρία Χρίστου, Νεκτάριος Λαμπρόπουλος
Εκδόσεις Χαραμάδα



Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Η απάτη

Εισιτήριο κατάστρωμα μέχρι το επόμενο νησί
στο χέρι κατά την επιβίβαση
συνηθισμένοι στο καχύποπτο βλέμμα του ελεγκτή
αποφασισμένοι να βρούμε την καλύτερη καβάτζα
να μην ξυπνήσουμε πριν από τον Πειραιά
και όλη αυτή η απάτη από ανάγκη
αφού αν ήτανε στο χέρι μας
δεν θα παίρναμε ποτέ το πλοίο αυτό
τον κόλπο με τα αλμυρίκια
δεν θα τον παρατούσαμε
αν δεν είχαμε ηττηθεί
από την πραγματικότητα
προσωρινά



Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

Πριν φύγω, λαχταρώ ένα φιλί





Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τον θάνατό σου
είναι κάτι, πρέπει να ξέρεις, που το κάνω συχνά
σε στιγμές ανύποπτες, όταν λείπεις
και σε στιγμές κορύφωσης, όταν ξαπλώνουμε τα βράδια
όμως ποτέ όταν βρίσκομαι εκτός σπιτιού.

Αναρωτιέμαι τι να 'ναι 'κείνο που σε κρατάει στη ζωή
εκείνο που σε κάνει αθάνατη όταν περπατώ στους έρημους δρόμους
της πολιτείας που δεν τελειώνει ποτέ, θαρρείς,
και κάποιοι υπεράνθρωποι χωρίς δεύτερη σκέψη την έχτισαν
πέτρα την πέτρα, από το μηδέν ως το άπειρο.

Υποθέτω όμως πως άλλο θα σ' απασχολεί τώρα
που θα διαβάζεις τις γραμμές αυτές, στο μαύρο τετράδιο
στα κρυφά, βιαστικά, μην τυχόν και γυρίσω
-πόσο σου πάει από ντροπή όταν κοκκινίζεις!-
"Πώς φαντάζεσαι, λοιπόν, τον θάνατό μου;"

Ξυπνάω και έξω είναι ακόμα σκοτάδι
τα τζιτζίκια αναπαύονται στη δροσιά των υγρών κλαδιών
φτιάχνω καφέ, καπνίζω δύο ή τρία τσιγάρα
πριν φύγω, λαχταρώ ένα φιλί, επιστρέφω στο δωμάτιο
τα χείλη σου είναι κιόλας παγωμένα.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Κουτσό - Julio Cortázar



(δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Yusra)


Με την αμάδα στη μύτη του παπουτσιού

Δέκα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που διάβασα το Κουτσό. Το ήξερα καλά από τότε, αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα ξανά. Υπήρξαν φορές που ένιωσα πως ήρθε η στιγμή αυτή, όμως δεν ήρθε. Λίγες σελίδες σκόρπιες, κάποια διηγήματα ξανά και ξανά, βίντεο με τον Κορτάσαρ να διαβάζει κάποια κεφάλαια, λίστες μουσικής παρμένες απ' το βιβλίο, συζητήσεις, διαφωνίες, διακινδυνευμένοι δανεισμοί με αίσιο φινάλε. Η επανακυκλοφορία σε νέα μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη αναζωπύρωσε την ανάμνηση της επιθυμίας. Πέρασαν κάποιοι μήνες. Και ξαφνικά ήρθε η στιγμή.

Η στιγμή να ξαναδιαβάσω το Κουτσό, ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα πως η αόριστη επιθυμία να ξαναδιαβάσω το Κουτσό κάποια στιγμή μετατράπηκε σε επιτακτική ανάγκη που επιζητούσε την άμεση ικανοποίησή της. Βιβλία στη μέση δεν αφήνω, όμως εκείνη τη στιγμή έπρεπε να σταματήσω ό,τι έκανα και να ξαναδιαβάσω το Κουτσό. Η ανάγνωση τελείωσε (σχεδόν) και τώρα ένα κείμενο γράφεται. Ένα κείμενο για το Κουτσό δεν μπορεί παρά να είναι ένα κείμενο κυρίως, αν όχι αμιγώς, προσωπικό, και ίσως αυτό, σκέφτομαι, να οφείλεται σε αυτή την επιτακτικότητα γραφής που αποπνέει η κάθε σελίδα του, η ανάγκη του Κορτάσαρ να γράψει αυτό το βιβλίο για να μην πέσει στα νερά του Σηκουάνα, να παίξει κουτσό με την αμάδα στη μύτη του παπουτσιού.

Οδηγίες παιχνιδιού. Το κουτσό παίζεται με μιαν αμάδα, που πρέπει να τη σπρώχνεις με τη μύτη του παπουτσιού. Υλικά: ένα πεζοδρόμιο, μια αμάδα, ένα παπούτσι κι ένα όμορφο σχεδιάγραμμα με κιμωλία, κατά προτίμηση χρωματιστή. Ψηλά είναι ο Ουρανός, χαμηλά η Γη, είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις με την αμάδα στον Ουρανό, σχεδόν πάντα κάνεις λάθος στον υπολογισμό, και η αμάδα βγαίνει έξω από το σχεδιάγραμμα. Σιγά σιγά, πάντως, αποκτάς την αναγκαία επιδεξιότητα για να περνάς τα διαφορετικά τετράγωνα (κουτσό σαλιγκάρι, κουτσό παραλληλόγραμμο, κουτσό φαντεζί που παίζεται ελάχιστα), και μια μέρα μαθαίνεις πώς να βγαίνεις απ' τη Γη και ν' ανεβάζεις την αμάδα ως τον Ουρανό, ώσπου να μπεις στον Ουρανό ("Et tous nos amours", τραγουδούσε μπρούμυτα η Εμανιέλ, με αναφιλητά), το κακό είναι πως, ακριβώς σ' αυτό το σημείο, όταν κανείς σχεδόν δεν έχει μάθει ακόμα ν' ανεβάζει την αμάδα ως τον Ουρανό, λήγει ξαφνικά η παιδική ηλικία και πέφτεις στα μυθιστορήματα, στο ανώφελο άγχος, στη θεώρηση ενός άλλου Ουρανού στον οποίο επίσης πρέπει να μάθεις να φτάνεις.

Οδηγίες ανάγνωσης. Δύο μονοπάτια σηματοδοτεί ο συγγραφέας για τον αναγνώστη. Το γραμμικό μονοπάτι, ξεκινώντας απ' το πρώτο κεφάλαιο και τερματίζοντας στο πεντηκοστό έκτο, εκεί όπου τρία χαριτωμένα αστεράκια σηματοδοτούν το τέλος, εκεί μπορεί ο αναγνώστης χωρίς ντροπή και τύψεις να σταματήσει. Και το μονοπάτι σε σχεδιάγραμμα Κουτσό, τοποθετώντας αρχικά την αμάδα στο εβδομηκοστό τρίτο τετράγωνο και ακολουθώντας την αρίθμηση στο τέλος κάθε κεφαλαίου, μπρος πίσω, μέχρι το τετράγωνο εκατόν τριάντα ένα ή -σύμφωνα με άλλους- το πενήντα οχτώ, αν και αρκετοί πιστεύουν πως αν ακολουθήσεις πιστά τη σήμανση το μονοπάτι δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο ίσως στον Ουρανό.

Τότε, δέκα χρόνια πριν, ξεκίνησα από το κεφάλαιο ένα. Θα συναντούσα άραγε τη Μάγα; Τώρα από το κεφάλαιο εβδομήντα τρία. Ναι, αλλά ποιος θα μας σώσει απ' την υπόκωφη φωτιά;

Δέκα χρόνια μετά, από τη μια ένιωθα λαχτάρα για την επικείμενη επιστροφή στις πλάκες με τα πολύχρωμα νούμερα, απ' την άλλη φοβόμουν την απομάγευση των χρόνων που μεσολάβησαν, χρόνων σε στενό μαρκάρισμα απ' τον ρεαλισμό, την εμφάνιση εκείνου του άλλου Ουρανού.

Έπρεπε, σκέφτομαι τώρα, να γράψω ένα κείμενο για το Κουτσό πριν το ξαναδιαβάσω, ένα κείμενο για το Κουτσό δέκα χρόνια μετά. Υπήρξε μια περίοδος που έγραφα τέτοια κείμενα, κείμενα πριν από την ανάγνωση, στα οποία προσπαθούσα να διερευνήσω τα μονοπάτια που με οδήγησαν στο ένα ή το άλλο βιβλίο, τις προσδοκίες που καλλιεργούσα, σε διάφορα επίπεδα, περισσότερο ή λιγότερο προσβάσιμα στη συνείδηση, άλλωστε η ανάγνωση, όπως τόσα και τόσα στη ζωή, είναι -και- ζήτημα προσδοκιών. Τώρα είναι αργά, τώρα θα πρέπει να περιμένω να περάσουν κάποια χρόνια. Θα είχε όμως ενδιαφέρον ένα τέτοιο κείμενο. Και αυτό το συνειδητοποίησα όταν ήδη ξαναδιάβαζα το Κουτσό, δέκα χρόνια μετά, ξεκινώντας από το κεφάλαιο εβδομήντα τρία και ακολουθώντας την αρίθμηση στο τέλος του κάθε κεφαλαίου, χωρίς να ξέρω ακριβώς πόσες σελίδες έχω διαβάσει, χωρίς να μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση πόσες σελίδες μου μένουν έτσι μπρος πίσω που πήγαινα, και σκέφτομαι πως ήταν και αυτή μία παράπλευρη της ανάγνωσης απόλαυση, μία μικρή ελάχιστη επικράτηση απέναντι στο ποσοτικό μετρήσιμο των πάντων, και ήξερα, ξαναδιαβάζοντας το Κουτσό, πως ένα κείμενο που θα είχε προηγηθεί της ανάγνωσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα αναδείκνυε πιθανά παιχνίδια της μνήμης, κατασκευαστικές αυθαιρεσίες, μέρος της μυθολογίας που με το πέρασμα του χρόνου έπεται της ανάγνωσης, αν και για βιβλία όπως αυτό είναι πιο ακριβές να πω της αναγνωστικής εμπειρίας.

Όσο γράφω αυτό το κείμενο -και πιο πριν, όσο έλεγα πως πρέπει να καθίσω και να γράψω αυτό το κείμενο- βρίσκω συνεχώς την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω ακόμα ένα απόσπασμα, ακόμα και ένα ολόκληρο κεφάλαιο (που αν έπρεπε να είναι αυστηρά μόνο ένα θα ήταν το σαράντα ένα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, στο Μπουένος Άιρες, όταν ο Ολιβέιρα επιθυμεί ένα μάτε όσο τίποτα άλλο, όμως το μάτε έχει τελειώσει και ο Ολιβέιρα προφανώς και δεν έχει το κουράγιο να κατέβει μέχρι το μαγαζί της γωνίας, και τότε, σε έναν από τους πλέον ευφάνταστους διαλόγους της λογοτεχνίας, αυτός και ο Τράβελερ επιχειρούν, ο καθένας στο μπαλκόνι του, να βρουν μια λύση σε αυτό το πρόβλημα) και κάπως έτσι η ολοκλήρωση του κειμένου αυτού διαρκώς αναβάλλεται, για την ακρίβεια η ολοκλήρωση της αναγνωστικής εμπειρίας αναβάλλεται διαρκώς.

Τσακωμοί για το Κουτσό, όχι αρκετοί, θυμάμαι έναν όμως καλά. Εκείνος, λάτρης των βιβλίων και δυνατός αναγνώστης, με περισσή αυτοπεποίθηση και επιμονή ισχυριζόταν πως το Κουτσό είναι ένα λαϊκό μυθιστόρημα. Απέναντί του είχε αρκετούς με αντίθετη γνώμη, η αναλογία υπέρ των οποίων τους επέτρεπε να ανασκουμπώνονται πριν ορμήσουν ξανά στην αρένα. Εκείνος μόνος, με υπομονή, χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω, όχι μόνο απέκρουε το κάθε επιχείρημα αλλά κέρδιζε και λίγο έδαφος. Η αντιπαράθεση τέλειωσε όταν κάποιος από τους απέναντι ζήτησε τον λογαριασμό. 

Ένα βράδυ, πάει κάποιος καιρός, μελαγχολούμε με έναν φίλο αναλογιζόμενοι την αναπόφευκτη συντήρηση που φέρνει στον άνθρωπο η ηλικία. Πώς θα ξεφύγουμε από αυτή την παγίδα εμείς, αναρωτιόμαστε, μα λύση δεν βρίσκουμε και κάπως έτσι, αμίλητοι και αποθαρρυμένοι γυρίζουμε ο καθένας σπίτι του. Λίγες μέρες μετά, του έστειλα δύο φωτογραφίες του Κορτάσαρ, η μία τραβηγμένη λίγο αφότου έφυγε από την Αργεντινή, και η άλλη λίγο προτού πεθάνει. Ίσως και να γίνεται τελικά, συμπλήρωσα.

Μπορεί άραγε η λογοτεχνία να δημιουργήσει την πραγματικότητα, να επηρεάσει την εξέλιξη των πραγμάτων, να ανακατευτεί με τη ζωή; Στις 25 Φεβρουαρίου του 1980 ο Ρολάν Μπαρτ επιστρέφει περπατώντας στο σπίτι του, ένα μικρό φορτηγό θα τον παρασύρει, έναν μήνα αργότερα θα πεθάνει. Ο Μορελί, για να γυρίσουμε δεκαεπτά χρόνια πριν, είναι ο συγγραφέας που θαυμάζουν ο Ολιβέιρα και οι φίλοι του στο Παρίσι, ο οποίος, ανάμεσα σε τόσα άλλα, ισχυρίζεται πως πρέπει να τελειώνουμε άπαξ και δια παντός με τις ισχύουσες γλωσσικές φόρμες. Ο Ολιβέιρα και οι φίλοι του τον αναζητούν παντού, γυρεύουν με μανία τα γραπτά του, συνήθως μάταια, ώσπου ο Ολιβέιρα θα γίνει αυτόπτης μάρτυρας ενός ατυχήματος, ένα αυτοκίνητο θα χτυπήσει έναν πεζό.

Και αν πίσω από τον χαρακτήρα μυστήριο του Μορελί ο Κορτάσαρ έκρυψε καλά ιδέες δικές του και άλλων, αυτό δεν σημαίνει πως το Κουτσό δεν βρίθει αναφορών. Θα ξεχώριζα την παρουσία του Μάλκολμ Λόουρυ, τον συγγραφέα του πλέον πυρετικού μυθιστορήματος. Και του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, για την αντίθετη με τον Κορτάσαρ διαδρομή από την Ευρώπη στη Λατινική Αμερική. Κυρίως όμως τη μουσική. Κυρίως το Les amoureux du Havre. Το Παρίσι μέσα από τα μάτια ενός ξένου, ο ξένος μέσα στα βουλεβάρτα του Παρισιού. Και το Μπουένος Άιρες από το δωμάτιο του Ολιβέιρα. Και, φυσικά, η Μάγα.

  
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις opera

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Η ιστορία ενός γάμου - Geir Gulliksen





Η εκ των υστέρων αναψηλάφηση των όσων προηγήθηκαν ενός χωρισμού είναι από τη φύση της αδιέξοδη. Ακόμα και αν σφάλματα και παραλείψεις εντοπιστούν, το τέλος θα συνεχίσει να στέκει αγέρωχο και οριστικό, ίδιο με τέρας, που γνωρίζει πως ακόμα και αν γίνει απόπειρα για συγκόλληση, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, όση λεπτοδουλειά και αν έχει γίνει, εκείνο θα παραμείνει άθικτο στα ρήγματα, σε ετοιμότητα, διαρκώς παρόν για να θυμίζει την αναπόφευκτη κατάληξη των πραγμάτων, με την υπομονή που η βεβαιότητα το οπλίζει. Το τέλος άλλωστε είναι αυτό που δημιουργεί την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία, όταν οι ρόλοι θύτη και θύματος έχουν μονομερώς αποδοθεί, όταν η διήγηση κρατάει μακριά το τέλος καθώς όλα τα σενάρια μοιάζουν ανοιχτά. Ο φόβος του αύριο είναι αυτός που δημιουργεί την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία ξανά και ξανά, να παγιωθεί στο παρόν.

Το θύμα, το αυτοαποκαλούμενο θύμα, αν και μοιάζει διατεθειμένο να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί, χρησιμοποιώντας συχνά πυκνά εκείνο το ύπουλο πρώτο πληθυντικό στην αφήγηση, τελικά εκείνο που επιζητά, κάπως πλάγια, η αλήθεια είναι, πλάγια και ίσως και ύπουλα, είναι η αγιοποίηση, η χορήγηση βεβαίωσης αδυναμίας να επέμβει στα πράγματα, η ανάδειξη της υπεράνθρωπης δύναμης του πεπρωμένου, η άγνοια που είχε για όσα ο θύτης στα κρυφά έκανε, η καλή πίστη, η ειλικρινής διάθεση, το χτύπημα στην πλάτη, το σοκ στο βλέμμα του θεατή μέσα στο οποίο το δράμα του θα αποκτήσει νέες διαστάσεις. Το μίσος το κρύβει καλά, ξέρει τι κάνει, την κακία ο θεατής δεν τη θέλει, την απεχθάνεται μάλιστα, θέλει να νιώθει πως η αφήγηση είναι αντικειμενική -λες και είναι ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο-, το θύμα το ξέρει αυτό καλά, ας πάρει θέση το κοινό επ' αυτού, σκέφτεται, εγώ έδωσα την καλύτερη δυνατή παράσταση.
Έτρεχε για να αντέξει, για να κρατήσει μακριά τη γνώριμη μελαγχολία και την απελπισία της. Γδυνόμασταν μαζί, αγγιζόμασταν, ρουφιόμασταν και γλειφόμασταν, κάναμε τρυφερό ή άγριο έρωτα για να αντέξουμε, για να ξεπεράσουμε την ανία, το χάος και την εξάντληση της ημέρας. Κάναμε παιδιά μαζί για να αντέξουμε, για να κάνουμε τον δικό μας κόσμο πιο πλούσιο και πιο απρόβλεπτο. Πηγαίναμε διακοπές, γιορτάζαμε γενέθλια και Χριστούγεννα, τα βράδια ξαπλώναμε δίπλα δίπλα και το πρωί βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον να κάνουμε τη ζωή κάτι παραπάνω από ανεκτή. Αγγιζόμασταν ανάλαφρα ή αχόρταγα, είχαμε φαντασιώσεις μαζί για όσες ερωτικές απολαύσεις μπορούσαν να υπάρξουν -διατηρούσαμε ένα αδιάκοπο φλερτ ο ένας με τον άλλο, για να ομορφύνουμε τη ζωή μας όσο το δυνατόν περισσότερο. Τι άλλο να κάναμε δηλαδή;
Δεν υπάρχει καλύτερη σχολή παραγωγής οικογενειακών δραμάτων από τη σκανδιναβική, αν και τα καλύτερα δείγματά τους τα έχουν δώσει στο θέατρο και τον κινηματογράφο, βλέπετε, στη λογοτεχνία επικράτησε το αστυνομικό μυθιστόρημα ως εξαγώγιμο προϊόν. Είναι αυτή η μοναδική ικανότητά τους στον συνδυασμό του εγκεφαλικού με τον συναισθηματικό τρόπο γραφής, ένα ενεργό ηφαίστειο καλυμμένο από τόνους χιόνι, που μετατρέπει σε λογοτεχνία ιστορίες τετριμμένες και ήδη γνωστές. Η διατήρηση των ήπιων τόνων, η ψευδαίσθηση της ηρεμίας πριν από την αναπόφευκτη έκρηξη. Και είναι ακριβώς αυτή η επικείμενη έκρηξη που προσδίδει ένταση, ένα αίσθημα σχεδόν φόβου, μια παράλογη ελπίδα για το μικρότερο κακό, μια έκρηξη που όταν έρχεται δεν λυτρώνει πραγματικά, δεν λειτουργεί καθαρτικά, απλώς αποσυμπιέζει στιγμιαία τα πράγματα, τα τραύματα δεν κλείνουν, θα ήταν άλλωστε παράλογο κάποιος να πιστεύει πως τα τραύματα κλείνουν έτσι απλά και άμεσα. 

Οι αναγνωστικές προσδοκίες υπερκαλύφθηκαν, ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο ο Γκούλικσεν επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία του, η απόπειρα του αφηγητή να διηγηθεί την ιστορία με τη φωνή της γυναίκας του, έδωσε πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, στην αίσθηση που μου άφησε το μυθιστόρημα αυτό, για το οποίο δεν μπορώ να πω πως μου άρεσε, πώς γίνεται να σου αρέσει μια τέτοια ιστορία, μια ανάγνωση που σου δημιουργεί ένα κόμπο στο στομάχι, κυρίως για την απομάγευση, για την αποτυχία κάποιων στην ευτυχία, για την αποτυχία ακόμα κάποιων στην ευτυχία, για το πόσο κοντά πίστεψαν πως έφτασαν σε αυτό το για πάντα. Δεν μου άρεσε και όμως δεν μπόρεσα να το αφήσω από τα χέρια μου, καθώς το δεδομένο τέλος ολοένα και πλησίαζε, ένιωθα σαν εμπειρογνώμονας που ελέγχει το βίντεο της σύγκρουσης για να διαπιστώσει το μοιραίο λάθος, εκείνο που το επόμενο μοντέλο θα πρέπει να μπορεί να αποφύγει, αρνούμενος να δεχτεί το προφανές.

Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός              

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Σεροτονίνη - Michel Houellebecq





Η οικειότητα που νιώθει ο αναγνώστης διαβάζοντας τα βιβλία του σπουδαίου αυτού συγγραφέα δεν εδράζεται σε μια αναλογία ένα προς ένα με τη δική του ζωή, αλλά μοιάζει να ενεργοποιείται με τον τρόπο με τον οποίο συνήθως επενεργεί η ποίηση, καθώς το άγνωστο ξένο διεγείρει το άγνωστο εσωτερικό, με έναν μηχανισμό απλό ή σύνθετο, μικρή σημασία μοιάζει να έχει αυτό, σίγουρα πάντως αδύνατο να αποκωδικοποιηθεί. Οικειότητα που προκαλεί ταυτόχρονη έλξη και αποστροφή, καμιά φορά και πλήρη άρνηση αποδοχής πως έτσι είναι ο κόσμος, όποιες λέξεις και αν χρησιμοποιήσει τελικά κανείς, αν βέβαια επιθυμεί να είναι ειλικρινής -πρωταρχικά με τον εαυτό του. Η ευαισθησία με την οποία προσλαμβάνει ο Ουελμπέκ τον κόσμο γύρω του και το υψηλό αίσθημα καθήκοντος με το οποίο διαφυλάσσει την ακεραιότητα της εικόνας αυτής είναι τα στοιχεία εκείνα που περισσότερο απ' ό,τι άλλο χαρακτηρίζουν τη γραφή του, ανεξάρτητα από την ιστορία που έχει επιλέξει να διηγηθεί κάθε φορά.

Υπάρχει ακόμα κάτι κοινό με την ποίηση: η πιθανότητα παραμονής στην επιφάνεια. Λέξεις απλά τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, ένα άθροισμα τυχαίων επιλογών, που δεν δικαιολογεί τον θόρυβο γύρω από το έργο, μπορεί κάποιος να πει τελειώνοντας την ανάγνωση, και θα ισχύει απόλυτα μια τέτοια δήλωση για εκείνον τον αναγνώστη. Δεν είναι θέμα δυσκολίας στην πρόσληψη, άλλωστε εδώ κυριαρχεί φαινομενικά. Δεν είναι καν θέμα κατανόησης, απάντησης του περιβόητου τι θέλει να πει ο ποιητής. Είναι θέμα συναισθηματικής εμπλοκής. Αυτή διαχωρίζει τους αναγνώστες του Ουελμπέκ σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αυτή η ρεαλιστική παγίδα που στήνει, ο άβολος ρεαλισμός μέσα στον οποίο επιθυμεί να ευαγγελιστεί την ανάγκη για αγάπη, τη ματαιότητα της ύπαρξης, την υποκρισία του εαυτού. 
Ήμουν κακόκεφος, έβαλα ένα μεγάλο ποτήρι βότκα χωρίς να τον περιμένω, καταβροχθίζοντας χωριάτικο λουκάνικο μαζί, δεν ωφελεί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τους άλλους σκεφτόμουν, ούτε η φιλία ούτε η συμπόνια ούτε η ψυχολογία ούτε η κατανόηση της περίστασης ωφελούν σε τίποτα, οι άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι τους τον μηχανισμό τη δυστυχίας τους, ανοίγουν τον διακόπτη και μετά ο μηχανισμός γυρίζει και γυρίζει, ασταμάτητα, με κάποιες αστοχίες, κάποιες αδυναμίες όταν παρεμβαίνει η αρρώστια, αλλά συνεχίζει να γυρίζει μέχρι τέλους, μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.
Δυστυχής εκείνος που έχει ανάγκη την αγάπη και δεν τη βρίσκει, δυστυχέστερος εκείνος που έχει ανάγκη την αγάπη και δεν το ξέρει. Ο σαρανταεξάχρονος Φλοράν-Κλωντ Λαμπρούστ κινείται στο μεταίχμιο αυτό, όπως άλλωστε οι περισσότεροι ήρωες του Ουελμπέκ -προφανώς αντιήρωες σε μια εποχή καθόλου ηρωική. Είναι άνθρωποι της εποχής τους, με σπουδές και οικονομική άνεση, έχουν δουλειά και σπίτι, πηγαίνουν διακοπές σε μέρη εξωτικά. Είναι μόνοι. Είναι αντιπαθητικοί, συχνά αποκρουστικοί, παρότι διατηρούν χαμηλό προφίλ, παρότι δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου. Η ματαιότητα έχει διαποτίσει το είναι τους, έχει γίνει ένα με την πραγματικότητα που τους περικλείει. Η συναναστροφή μαζί τους προκαλεί ένταση του αισθήματος της μισανθρωπίας, σίγουρα. Όμως, ταυτόχρονα, οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάτι το βαθιά ανθρώπινο, δυσδιάκριτο, σχεδόν αόρατο, αδιάφορο για κάποιους άλλους, είναι η ανθρώπινη αδυναμία, ο Ουελμπέκ τη διακρίνει, είναι η νησίδα πάνω στην οποία στέκεται ο ποιητής και κλαίει για την ανθρωπότητα.

Εδώ εισέρχεται η πρόκληση. Εκείνο για το οποίο συχνότερα εγκαλούν τον Ουελμπέκ. Πρόκληση για την πρόκληση, τη φήμη και τις πωλήσεις. Πολεμική και αρνητική διαφήμιση. Πρόκληση η οποία ενσωματώνεται συχνά στον ίδιο τον δημιουργό, ρατσιστής, σεξιστής, κυρίως αυτά. Η πρόκληση είναι το ύστερο καταφύγιο του ποιητή, το ηλεκτροσόκ για την επαναφορά. Άλλωστε πρόκληση αποκαλείται συχνά στις μέρες μας το μη φτιασίδωμα, η μη καταφυγή στον πολιτικά ορθό λόγο, η ειλικρίνεια, ο ρεαλισμός. Σημασία έχει τι σκέφτονται οι ήρωες του Ουελμπέκ, όχι τι θα αντέχαμε εμείς να σκέφτονται, και σίγουρα όχι τι θα θέλαμε εμείς να σκέφτονται. Προφανές αλλά ας ειπωθεί. Εκείνο που τρομάζει δεν είναι το γεγονός πως τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν γύρω μας, εκείνο που τρομάζει είναι πως στοιχεία αυτών των -ελεύθερη επιλογή επιθετικού προσδιορισμού- ανθρώπων διακρίνουμε και σε εμάς, αυτό μας τρομάζει, αυτό θέλουμε να κρύψουμε, αυτό μας ενοχλεί σε εκείνον που κρατά τον καθρέφτη κοντά στο πρόσωπό μας.

Η Σεροτονίνη λειτουργεί στον αντίποδα του High Fidelity, είναι το αρνητικό αποτύπωμα κατά κάποιον τρόπο, οι δύο όψεις της πρόσληψης του σύγχρονου κόσμου, η ανάγκη δύο αντρών να αναζητήσουν απαντήσεις στο ερωτικό τους παρελθόν, να συναντήσουν τις σχέσεις εκείνες που τους καθόρισαν, να δουν τι πήγε λάθος, να δοκιμάσουν να επαναστηλώσουν τα ερείπια. Και αυτή η ποπ αντιστοιχία αναδεικνύει ίσως ευκρινέστερα το ουελμπεκικό σύμπαν, η αλλαγή σημείου παρατήρησης πάντοτε προσφέρει μια νέα οπτική. Εδώ η θλίψη νεκρώνει, πεθαίνετε από θλίψη, αυτή είναι η διάγνωση του παθολόγου αντικρίζοντας τα επίπεδα της κορτιζόλης στο αίμα του Φλοράν-Κλωντ, εδώ η θλίψη δεν διοχετεύεται σε κανάλια συγκινησιακής ταύτισης, δεν διαθέτει μια ρέπλικα εκδοχή των καταραμένων ποιητών, δεν προσφέρεται για ταύτιση. Δεν υφίσταται σωστό ή λάθος. Δεν υφίσταται καν σύγκριση ανάμεσα στις δύο εκδοχές του ίδιου θέματος. 

Το παρελθόν, πάντα το παρελθόν. Το ένδοξο στην απόστασή του παρελθόν. Το πλήρες ευκαιριών παρελθόν, η γη όλων των αν. Το παρελθόν: η αρχή του κακού και η χάραξη των διαδρομών που οδήγησαν ως εδώ. Η επίσκεψη στο παρελθόν του ήρωα προσφέρει το έδαφος για μια ολική θεώρηση των πραγμάτων, άλλωστε μόνο έτσι μπορεί να προσεγγιστεί το σήμερα, οι συνέπειες και οι επιπτώσεις δεν είναι ουρανοκατέβατες. Τον Ουελμπέκ πάντοτε τον ενδιαφέρει αυτό, είναι και πολιτική η λογοτεχνία του μεταξύ άλλων, και εδώ κουμπώνει το επίθετο προφητικός που συχνά του αποδίδεται, σύγχρονος της εποχής του καθώς είναι μπορεί να διακρίνει όσα έρχονται. 

Σύγχρονος, αυτό είναι το καταλληλότερο απ' όλα τα επίθετα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον Ουελμπέκ τελικά.


Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας  
Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας        


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Οι υπολήψεις - Juan Gabriel Vásquez



Ξαφνικά, εκεί που καθόταν και του γυάλιζαν τα παπούτσια, απέναντι απ' το Πάρκο Σανταντέρ, περιμένοντας να έρθει η ώρα της τιμητικής εκδήλωσης, ο Μαγιαρίνο ένιωσε απολύτως βέβαιος πως μόλις είχε δει έναν πεθαμένο πολιτικό γελοιογράφο.
Δεν ήταν εύκολο για τον Μαγιαρίνο να αποδεχτεί την πρόσκληση για τη βράβευσή του. Δεν ήταν συνηθισμένος σε βραβεία και τιμητικές εκδηλώσεις προς το πρόσωπό του. Όλα αυτά τα χρόνια, από το πρώτο εκείνο δοκιμαστικό σκίτσο μέχρι αργότερα, στην περίοδο της πλήρους αποδοχής και της τεράστιας φήμης, ό,τι είχε να πει το έλεγε πάντα μέσα στο συννεφάκι της εκάστοτε γελοιογραφίας που υπέγραφε, διατηρώντας το πρόσωπό του μακριά από την προβολή, γεγονός που του επέτρεπε να περπατά τους δρόμους της Μπογκοτά χωρίς να τον αναγνωρίζει κανείς, ούτε ο πλέον φανατικός αναγνώστης της εφημερίδας, εκείνος που πρώτα τη σελίδα με το σκίτσο του αναζητούσε μόλις έπιανε την εφημερίδα στα χέρια του, και να που τώρα του ζητούσαν να εμφανιστεί στη σκηνή ενός κατάμεστου θεάτρου, με τους προβολείς στραμμένους πάνω του, και να παραλάβει το βραβείο, δίνοντας την απαραίτητη ευχαριστήρια ομιλία, ενώ σκηνές από τη ζωή του θα προβάλλονταν στη μεγάλη οθόνη μαζί με κάποια από τα διασημότερα σκίτσα του, πριν από τη δεξίωση που θα ακολουθούσε σε πιο στενό κύκλο και τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Ήξερε καλά πως ένας πετυχημένος γελοιογράφος είχε -ή θα έπρεπε να έχει- κυρίως εχθρούς, πραγματικούς και δυνάμει, ενοχλητικός για την εκάστοτε εξουσία καθώς -θα έπρεπε να- ήταν, και ίσως η ποσότητα των εχθρών αλλά και το μένος τους εναντίον του να αποτελούσε και τη μονάδα μέτρησης της επιτυχίας του, της επιδραστικότητάς του στην κοινωνικοπολιτική αρένα της καθημερινότητας, της βαρύτητας της γνώμης του και της επιρροής του.

Όλη του η ζωή, αφότου αποφάσισε να παρατήσει οριστικά τη ζωγραφική, παρά το ταλέντο και τις προσδοκίες για το μέλλον, κινήθηκε με άξονα τη δουλειά του ως γελοιογράφου, η οικογενειακή του ευτυχία, ο φόβος για τη ζωή τη δική του και των κοντινών του ανθρώπων, οι ερωτικές του επιτυχίες, οι φιλίες του, η επιλογή γειτονιάς, η καθημερινή ρουτίνα, τα πάντα. Ασυμβίβαστος, έτσι ένιωθε ο Μαγιαρίνο, ξεροκέφαλος ίσως, που ακούγεται πιο γλυκό, στο μεταίχμιο κομπλιμέντου και μομφής, άκουγε σπάνια τις συμβουλές των φίλων του και δεν έδινε σημασία στις απειλές των εχθρών του, έτσι τουλάχιστον έδειχνε, και τώρα, στην αρχή της νουβέλας του Βάσκες, ενώ του γυαλίζουν τα παπούτσια, λίγο πριν από την τιμητική εκδήλωση, νιώθει πως βλέπει έναν πεθαμένο πολιτικό γελοιογράφο να διασχίζει τον δρόμο, και είναι αυτή η αλλόκοτη οπτική εμπειρία που θα ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της μνήμης, καθώς εκείνος ο γελοιογράφος αποτέλεσε για τον Μαγιαρίνο πρότυπο, και θα επιθυμούσε διακαώς -έστω υποσυνείδητα- να τον συγκρίνουν κάποτε μαζί του, και ίσως αυτή η σύγκριση να υπερέχει της οποιασδήποτε τιμητικής εκδήλωσης, ίσως μάλιστα η παρουσία του στην τιμητική εκδήλωση να ακυρώνει την όποια πιθανότητα για σύγκριση των δυο τους, εκείνος άλλωστε ποτέ δεν δέχτηκε τους δούρειους ίππους του συστήματος, δεν επέτρεψε στη ματαιοδοξία του να υπερισχύσει του καθήκοντος, να στέκει πάντα κριτικός απέναντι στα κακώς κείμενα.
        
Κάπου εκεί λοιπόν, απέναντι από το πάρκο Σανταντέρ στη Μπογκοτά, ξεκινάει η νουβέλα αυτή του Βάσκες, που πιο ταιριαστό τίτλο δύσκολα θα μπορούσε να έχει, ακριβή στην απλότητά του και εύστοχο στη γενικότητά του. Αρκετά από τα γνώριμα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του Κολομβιανού συγγραφέα είναι εδώ, η εμμονή, για παράδειγμα, με τη μνήμη και το παρελθόν, αλλά και ο μηχανισμός με τον οποίο η μνήμη ανασυγκροτείται, συχνά από ένα τυχαίο γεγονός, ελάχιστης φαινομενικά σημασίας, πυροδοτείται μια σειρά γεγονότων, τα οποία ο Βάσκες συνηθίζει να αφηγείται με διαρκή μπρος πίσω, σπάζοντας σε δεκάδες κομμάτια τον αφηγηματικό χρόνο, δημιουργώντας διαρκώς νέα πριν και μετά, με αρκετές λειτουργικές επαναλήψεις, που έρχονται να ρίξουν εκ νέου φως, να οδηγήσουν σε νέες αναγνώσεις και αξιολογήσεις, σπείρες αφήγησης με έναν τρόπο πάντοτε περίτεχνο, που συνδυάζει το αναγνωστικό σασπένς με την υπαρξιακή αναζήτηση του Μαγιαρίνο στην προκειμένη περίπτωση. Στα βιβλία του Βάσκες οι ατομικές ιστορίες των ηρώων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μεγάλου κάδρου της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας της Κολομβίας. Έτσι και εδώ, χρησιμοποιώντας και τη δημόσια θέση του Μαγιαρίνο, ο Βάσκες επιτυγχάνει να αποδώσει την πραγματικότητα, τον τρόπο με τον οποίο -θα έπρεπε να- λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την κριτική οι ισχυροί, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι δημόσιες σχέσεις, τον τρόπο με τον οποίο παραμονεύουν διαρκώς η λογοκρισία και ο φόβος, αλλά και να θέσει ίσως το πιο δύσκολο προς απάντηση ερώτημα, εκείνο που σχετίζεται με τα όρια της κριτικής και το αλάθητο του κριτικού.

Ανάμεσα σε διάφορα αφηγηματικά ευρήματα ξεχωρίζει η επιλογή του συγγραφέα να τοποθετήσει στην ιστορία του δύο χαρακτήρες, τον Μαγιαρίνο και τη γυναίκα του, οι οποίοι είναι διάσημοι χωρίς αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Εκείνος σκιτσογράφος και εκείνη ηθοποιός του ραδιοφώνου, και αυτή η εμπνευσμένη επιλογή του ζευγαριού αυτού, στην εποχή της ολοκληρωτικής επικράτησης της εικόνας, έρχεται να συνθέσει με τον συγγραφέα μια ιδιότυπη απρόσωπη τριαδικότητα, θαρρείς, και να δώσει το δικαίωμα στον αναγνώστη να αναζητήσει τον ίδιο τον συγγραφέα στις αγωνίες και τα ερωτήματα του Μαγιαρίνο σε μια δεύτερη ή τρίτη ανάγνωση της ιστορίας. Οι υπολήψεις του Βάσκες είναι επίσης μια νουβέλα επίκαιρη σε μια ευρύτερη συζήτηση που λαμβάνει χώρα σχετικά με έναν διάσημο εγχώριο γελοιογράφο και τον πολιτικό ρόλο που φαίνεται να παίζει τα τελευταία χρόνια, έχοντας στρέψει εναντίον του αρκετούς φανατικούς θαυμαστές, αποκτώντας παράλληλα ένα νέο κοινό το οποίο διακρίνει στα σκίτσα του έναν σύμμαχο.

Αν και Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν εξακολουθεί να είναι το αγαπημένο μου βιβλίο ενός αγαπημένου συγγραφέα, αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως Οι υπολήψεις δεν είναι ένα ακόμα ωραίο βιβλίο από τον Κολομβιανό συγγραφέα, τον οποίο με συνέπεια μεταφράζει ο Αχιλλέας Κυριακίδης, πάντα για τη σειρά ξένης λογοτεχνίας του Ίκαρου με τα υπέροχα εξώφυλλα!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος