Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Περίγραμμα - Rachel Cusk





Η Φαίη, συγγραφέας στο επάγγελμα, έρχεται στην Αθήνα για να διδάξει σε ένα μηνιαίο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής. Εκεί, θα συναντήσει γνωστούς της από προηγούμενες επισκέψεις της, θα κάνει νέες γνωριμίες, θα περπατήσει στην πόλη, θα κολυμπήσει στη θάλασσα, θα μείνει σε ένα ξένο διαμέρισμα και θα βρεθεί στην τάξη, ανάμεσα σε υποψήφιους νέους συγγραφείς και συναδέλφους. Το Περίγραμμα αποτελείται ουσιαστικά από δέκα συνομιλίες, δέκα στιγμιότυπα από τη στιγμή που η αφηγήτρια άφησε την Αγγλία για να έρθει στα μέρη μας. 
Το διαμέρισμα ήταν ιδιοκτησία μιας γυναίκας ονόματι Κλέλια, που θα έλειπε το καλοκαίρι από την Αθήνα. Βρισκόταν σ' ένα στενό δρομάκι, ίδιο χαράδρα πνιγμένη στις σκιές, με τα κτήρια πανύψηλα δεξιά και αριστερά. Απέναντι από την είσοδο της πολυκατοικίας, στη γωνία, υπήρχε ένα καφέ με μεγάλη τέντα κι αποκάτω τραπεζάκια, που ποτέ δεν ήταν άδεια. Το καφέ είχε μια μεγάλη πλαϊνή τζαμαρία που έβλεπε στο στενό πεζοδρόμιο. Μια τεράστια φωτογραφία κάλυπτε εντελώς τον απέναντι τοίχο τού πεζοδρομίου. Έδειχνε κόσμο πολύ καθισμένο έξω σε τραπεζάκια δημιουργώντας μια πολύ πειστική αυταπάτη.
Η Φαίη λειτουργεί κυρίως ως παρατηρήτρια. Παρατηρεί και καταγράφει όσα οι άνθρωποι τής λένε και όσα εκείνη συναντά, ελάχιστα αποκαλύπτει ευθέως για τον ίδιο της τον εαυτό, για την ταυτότητά της ή για το παρελθόν της, και όμως, ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο νιώθει να γνωρίζει αρκετά καλά το περίγραμμα της ζωής της. Ο τρόπος της αφηγήτριας να παρατηρεί είναι ευδιάκριτα συγγραφικός, διαθέτοντας την απαιτούμενη οξύνοια και μια διαρκή επιθυμία μετατροπής του πλέον απλού ερεθίσματος σε λογοτεχνία. Οι παρομοιώσεις και οι μεταφορές είναι εργαλεία που κουβαλά διαρκώς μαζί της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα μεγάλα και μαλλιαρά αδέσποτα σκυλιά του κέντρου, που από μακριά, λέει η Φαίη, μοιάζουν συχνά με γυναίκες τυλιγμένες στα γουναρικά τους, ξερές από το ποτό. Και έχει ενδιαφέρον αυτή η σκέψη, γιατί μια εικόνα χαρακτηριστική της Αθήνας έρχεται να συναντήσει μια εικόνα χαρακτηριστική των βόρειων χωρών, που η συγγραφέας φέρει ως προσλαμβάνουσα. Σε σημεία όπως αυτό, ανάμεσα σε άλλα, έγκειται και η λογοτεχνικότητα του κειμένου, εκείνο που το κάνει να ξεχωρίσει από ένα απλό ημερολόγιο ταξιδίου, άλλωστε εδώ είναι και το σημείο στο οποίο ριζώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την προσωπική αυτή ιστορία, του αναγνώστη τουλάχιστον που δεν ενδιαφέρεται απλώς και μόνο για το κουτσομπολιό. Ως ιστορία δεν παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις ιστορίες των κοντινών μας ανθρώπων, οι οποίες μας αφορούν όλους σαφώς περισσότερο, είναι όμως ο τρόπος της Κασκ να αφηγείται που σαγηνεύει τον αναγνώστη, που τον βυθίζει σε αυτή την προσωπική αφήγηση σε τέτοιο βαθμό που παύει να αναρωτιέται αν όλα αυτά συνέβησαν στην πραγματικότητα ή αν είναι αποκύημα της φαντασίας.   

Ειδικότερο ενδιαφέρον έχουν οι παρατηρήσεις της Φαίη για το πρόγραμμα δημιουργικής γραφής, το αν για παράδειγμα αλλοιώνει τους στόχους του προγράμματος η επιλογή της αγγλικής ως γλώσσας εργασίας, γλώσσας που δεν είναι η μητρική των μαθητών. Ερώτημα από το οποίο ξεπηδά αναπόφευκτα ένα μεγαλύτερο: μπορεί κανείς να γράψει με αξιώσεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του; Αλλά και η αποτύπωση κάποιων σκηνών του μαθήματος, με τις αντιδράσεις των σπουδαστών, με την ικανότητά τους -ή τη θέλησή τους αν προτιμάτε- να αφεθούν συναισθηματικά και δημιουργικά ως μέλη μιας ομάδας άγνωστων μέχρι πρότινος ανθρώπων. Αλλά και η Αθήνα μέσα από τα μάτια μιας ξένης, με χαρακτηριστικά ταξιδιώτη και όχι τουρίστα, που η παραμονή της στην Αθήνα αποτελεί μια συνέχεια της ζωής της και όχι ένα διάλειμμα απ' αυτή. Αλλά ακόμα και οι σκέψεις για το σπίτι στο οποίο μένει, ο τρόπος που κινείται μέσα σε έναν χώρο προσωπικό από τον οποίο απουσιάζει η ιδιοκτήτρια, μια ιδιότυπη εισβολή, αυτή η νέα συνθήκη που έφερε -και συνεχίζει να φέρνει- το Airbnb στις ζωές μας.

Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο Κώστας Καλτσάς, στο απόλυτα εναρμονισμένο με το ύφος του βιβλίου επίμετρο, κάθε φορά που κάποιος αναφέρεται στο είδος της μυθιστορηματοποιημένης αυτοβιογραφίας ως κάτι το πρόσφατο είναι σίγουρο πως ο Προυστ θα εκφράζει τις αντιρρήσεις του, μειδιώντας ίσως με τον τρόπο του. Στην περίπτωση της Κασκ, και αρκετών ακόμα, δεν διακυβεύεται, θεωρώ, το αν ανήκουν ή όχι στο λογοτεχνικό είδος του autofiction -αν μπορεί κανείς να το ονομάσει είδος και όχι απλώς μια πρόσκαιρη μόδα-, αλλά, το αν πρόκειται για καλή λογοτεχνία, κάτι το οποίο είναι σημαντικό να απαντηθεί για κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Στην περίπτωση της Κασκ, ασχέτως αν κάποιος ενθουσιαστεί ή όχι με το Περίγραμμα, θεωρώ πως είναι κοινώς αποδεκτό πως όχι μόνο πρόκειται για καλή λογοτεχνία -πολύ καλή για την ακρίβεια-, αλλά επιπλέον έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία που κομίζει κάτι συγκαιρινό, που αποτυπώνει λογοτεχνικά τη σύγχρονη κοινωνική τάση, τον τρόπο για παράδειγμα που οι άνθρωποι σχετίζονται στον 21ο αιώνα, την ευκολία με την οποία μοιράζονται προσωπικά τους ζητήματα με ανθρώπους που σχεδόν δεν γνωρίζουν, στον πραγματικό ή στον ψηφιακό κόσμο, ή ακόμα και τον αποχαρακτηρισμό κάποιων θεμάτων που κάποτε έφεραν βαριά την ταμπέλα του ταμπού. Και ίσως εντονότερα από τα παραπάνω, εκείνο το οποίο φέρνουν στο προσκήνιο βιβλία όπως της Κασκ είναι η διαρκώς αυξανόμενη επικράτηση του εγώ, του κάθε ενός από τα δισεκατομμύρια εγώ του πλανήτη, η ανάγκη του να πει όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και την ιστορία του κόσμου ολόκληρου, θαρρείς, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από την επιτυχία και τον τρόπο χρήσης των κοινωνικών δικτύων, αλλά και να μιλήσει για τις μικρές κοινότητες μέσα στο μεγάλο πλήθος, τον τρόπο με τον οποίο αυτές σχηματίζονται και λειτουργούν, τη μικρότερη ή μεγαλύτερη ανάγκη του καθενός μας να ανήκει κάπου.

Το Περίγραμμα είναι ένα απολαυστικό, με τον δικό του τρόπο, βιβλίο, το πρώτο και πολλά υποσχόμενο μέρος της τριλογίας της Κασκ που θα ολοκληρωθεί εν καιρώ από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου.


Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Gutenberg     

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Οι Μητέρες - Brit Bennett





Δεν θα ήταν η πρώτη, και σίγουρα όχι η τελευταία, φορά που δεν θα διάβαζα ένα βιβλίο εάν τύχαινε και γνώριζα από πριν μέσες άκρες την υπόθεσή του. Γιατί, καλώς ή κακώς, στην επιλογή του επόμενου μυθιστορήματος, περισσότερο απ' ό,τι άλλο, είναι η ιστορία που παίζει τον σημαντικότερο ρόλο. Έχοντας όμως συνειδητοποιήσει πως τελικά εκείνο που για μένα καθορίζει την αναγνωστική απόλαυση είναι πρωτίστως η αφήγηση και ακολούθως η ιστορία, έχω αποφασίσει να κινούμαι περισσότερο από ένστικτο, αποφεύγοντας όσο μπορώ τις όποιες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση και το περιεχόμενο, ακόμα και αν πρόκειται για ένα -συχνά όχι και τόσο- αθώο οπισθόφυλλο. Οι ιστορίες άλλωστε έχουν -σχεδόν- εξαντληθεί εδώ και χρόνια, ίσως εδώ και αιώνες αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, και εκείνο που έχει μείνει είναι η αφήγηση, η ματιά του συγγραφέα και το προσωπικό του ύφος. Και δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχουν ιστορίες, όπως αυτή για παράδειγμα που διαπραγματεύεται στις Μητέρες η γεννημένη το 1990 Μπριτ Μπένετ, στις οποίες η κακή λογοτεχνία έχει κατά κόρον επικεντρωθεί, και τις έχει καταστήσει στερεοτυπικές, για να μην αναφερθούμε στην τηλεοπτική μεσημεριανή ζώνη.

Οι Μητέρες είναι η τυπική περίπτωση του μυθιστορήματος εκείνου το οποίο, δεδομένης της ιστορίας, η συγγραφέας θα μπορούσε να το απογειώσει ή να το προσγειώσει ανώμαλα. Η Μπένετ, παρά το νεαρό της ηλικίας της τα κατάφερε περίφημα αφηγούμενη την ιστορία της Νάντια Τέρνερ, που στα δεκαπέντε της είδε τη μητέρα της να αυτοκτονεί και στα δεκαεπτά της επέλεξε την έκτρωση σε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Γύρω από τη Νάντια εμφανίζονται με μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο και οι υπόλοιποι -αρκετά καλοσχηματισμένοι και πειστικοί- χαρακτήρες της ιστορίας, μέλη κυρίως της αφροαμερικανικής κοινότητας μιας επαρχιακής πόλης της Νότιας Καλιφόρνιας. Από την αρχή σχεδόν της ανάγνωσης το μυθιστόρημα μου θύμισε τη μεγαλύτερη ίσως αναγνωστική απογοήτευση των τελευταίων μηνών -αναλογικά πάντα με τις περγαμηνές και την μυθολογία που το συνόδευε- το Μικρές φωτιές παντού, και υπεύθυνη γι' αυτή τη σύνδεση ήταν η ιστορία, ή έστω αρκετές από τις πτυχές της, που αποτελούν κοινό έδαφος και στα δύο βιβλία -αλλά και σε αρκετές εκατοντάδες ακόμα. Ενώ όμως στην περίπτωση του μυθιστορήματος της Celeste Ng η αφήγηση δεν κατάφερε να μετατρέψει το βιβλίο σε κάτι παραπάνω από ένα έτοιμο σενάριο για μεταφορά στην τηλεόραση, στην περίπτωση της Μπένετ τα πράγματα εξελίχθηκαν -ευτυχώς- πολύ διαφορετικά.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε σε τι βαθμό η τελική εκδοχή του μυθιστορήματος θύμιζε το πρώτο ντραφτ ή αν ήταν αποτέλεσμα μιας καλής και δημιουργικής επιμέλειας, όμως πρέπει να παραδεχτεί κανείς πως Οι Μητέρες είναι ένα πραγματικά ωραίο μυθιστόρημα, παρά τη συνηθισμένη και σε κάποια σημεία υπερβολική ιστορία. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας της αφηγηματικής ικανότητας της συγγραφέως, των αφηγηματικών ευρημάτων, όπως είναι για παράδειγμα η συνύπαρξη της τριτοπρόσωπης αφήγησης του παντογνώστη αφηγητή και της πρωτοπρόσωπης των Μητέρων, αλλά και το δέσιμο αυτών των δύο. Και εννοείται πως αφηγηματική ικανότητα αποτελεί η διατήρηση της αγωνίας, η δημιουργία της ανάγκης στον αναγνώστη να διαβάσει τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα, ακριβώς γιατί η συγγραφέας πέτυχε να τον εντάξει στο περιβάλλον της ιστορίας της, αλλά και η πύκνωση της πλοκής, η παρουσία δεύτερων και τρίτων παράλληλων πλοκών, οι χαρακτήρες που συνεχίζουν να ζουν όταν η κεντρική ηρωίδα βγαίνει από το δωμάτιο. Σε όλα αυτά η Μπένετ τα καταφέρνει περίφημα.

Και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αφηγείται την ιστορία της η Μπένετ, καταφέρνει να ενσωματώσει καίριους προβληματισμούς, να αποτυπώσει τις ιδιαιτερότητες της κλειστής κοινότητας, της εφηβείας, της θέσης της γυναίκας, της ανάγκης για προσφορά στα κοινά, τη μοναξιά, την αίσθηση φυλακής που μια μικρή πόλη συχνά δημιουργεί. Γιατί μπορεί με ευκολία να αναφερόμαστε σε λογοτεχνικές κοινοτυπίες, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η λογοτεχνία δεν είναι παρά η προέκταση της πραγματικότητας, και βλέποντας την ψήφιση αντιδραστικών νόμων στις ΗΠΑ -και όχι μόνο- που στερούν για παράδειγμα από τις γυναίκες το δικαίωμα να αποφασίζουν αυτοβούλως για το σώμα τους, ποινικοποιώντας σε εκκλησιαστικά πρότυπα τις αμβλώσεις, όχι μόνο δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση η λογοτεχνική παρουσία αντίστοιχων θεμάτων, αλλά ίσως πρέπει και να την αναδεικνύουμε.   

Οι Μητέρες είναι ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα αναγνωστών, ένα καλοδουλεμένο πρωτόλειο που αφήνει υποσχέσεις για το μέλλον της Μπένετ στη λογοτεχνία. 

Μετάφραση Άννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις  

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

Νύχτα εγκληματική με πράσινους καπνούς κρυσταλλωμένους στον ορίζοντα - Πάνος Καραβίας





Τον γεννημένο το 1905 Πάνο Καραβία καθόλου δεν τον γνώριζα πριν διαβάσω αυτή τη νουβέλα και εντυπωσιαστώ. Ήταν ο τίτλος που μου τράβηξε αρχικά την προσοχή, μακρύς, περιγραφικός και μυστηριώδης, έμοιαζε περισσότερο με μικροδιήγημα παρά με τίτλο νουβέλας, αλλά και το εξώφυλλο, ο πίνακας της Σελέστ Πολυχρονιάδη, ζωγράφου και συντρόφου του Καραβία, Γυναίκες εκτελεσθέντων από Γερμανούς. Τη νουβέλα ο συγγραφέας δεν την αφιερώνει στη Σελέστ, της τη χαρίζει, Της Σελέστ, έτσι σημειώνει. Και είναι αλήθεια πως η αφιέρωση δεν είναι παρά μια λεπτομέρεια, όμως τι άλλο είναι εν τέλει η λογοτεχνία παρά το άθροισμα όλων αυτών των λεπτομερειών;
Βιδωμένος πάνω στο σανιδένιο πόδι του, έφευγε στο στριφτό ανήφορο σέρνοντας στα χώματα και στις πέτρες ένα παμπάλαιο παλτό, σωστή γελοιογραφία. Νιώσατε ποτέ τη λαχτάρα να τρέξετε και να μην μπορείτε, γιατί το ένα πόδι σας είναι σανιδένιο; Κι αντίς για σκιά, τον ακολουθούσαν -τον κυνηγούσαν- ένα πλήθος σιγανές φωνές.
Ο ανώνυμος ήρωας της νουβέλας, με ένα πόδι σανιδένιο και ένα παλτό επιμηκυμένο με κουρέλια σκόπιμα ώστε να κρύβει το επίκτητο κουσούρι, τριγυρνάει στους δρόμους μιας ανώνυμης παραθαλάσσιας πολιτείας, προσπαθώντας μάταια να διατηρήσει έναν σταθερό και ευχάριστο ρυθμό βαδίσματος, στέκεται και παρατηρεί, γίνεται μάρτυρας του πόνου ενός ζευγαριού, αναθυμάται γεγονότα παλιά, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του, που έχει μετατρέψει σε εργαστήριο κατασκευής ανδρεικέλων, παραδίνεται στη δύναμη της φαντασίας καθώς προσπαθεί να σταθεί όρθιος.

Ο τρόπος αφήγησης του Καραβία εντυπωσιάζει, ακόμα και εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη γραφή, με ευδιάκριτες και κατακτημένες επιρροές από την παγκόσμια λογοτεχνία της εποχής, χωρίς τις συνήθεις παθογένειες της εγχώριας γραμματείας. Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο από έναν παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος τέσσερις φορές μέσα στο κείμενο αναφέρεται στον ίδιο του τον εαυτό μέσα από το λάιτ μοτίφ "όπως στα όνειρά μου". Σε μία από τις τέσσερις φορές που συμβαίνει αυτό, τη δεύτερη κατά σειρά εμφάνισης, έχουμε μια παραλλαγή: "στα παιδικά μου όνειρα" (σελ. 26). Αφηγητής και ήρωας μοιράζονται τα ίδια όνειρα. Επίσης, η τριτοπρόσωπη αφήγηση διακόπτεται και από ερωτήσεις άμεσης απεύθυνσης στον αναγνώστη, όπως για παράδειγμα στη σελίδα 20: "Μα είδατε ποτέ άνθρωπο με μονοκόμματο ξύλινο πόδι, να το στηρίζει πάνω σε οποιονδήποτε βράχο;". Ο αναγνώστης καλείται από τον αφηγητή να πλησιάσει, να συναισθανθεί τη δυσμενή θέση του ήρωα, δεχόμενος όμως ταυτόχρονα πως μια τέτοια θέση δεν έχει αποκλειστικότητα στην κατοχή της. 

Τίποτα δεν προδίδει τον τόπο και τον χρόνο στη νουβέλα αυτή, άλλωστε η φρίκη του πολέμου που επικρατεί έχει χαρακτήρα οικουμενικό, αναγνωρίσιμο σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, σε όλες τις εποχές. Και είναι αυτό κάτι που αξίζει να επισημανθεί, η άρνηση του Καραβία να οριοθετήσει τη φρίκη, να περιορίσει τον χώρο και τον χρόνο, να διαχωρίσει αμυνόμενους και επιτιθέμενους, γνωρίζοντας πως οι ρόλοι αυτοί εύκολα και συχνά αλλάζουν, παραδίδοντας εν τέλει μια νουβέλα πανανθρώπινη, μια αντιπολεμική κραυγή.

Ο αφηγηματικός χρόνος προσιδιάζει σ' ένα συνεχές τώρα καθώς ο ήρωας περπατά ανάμεσα σε όσα συμβαίνουν και σε όσα συνέβησαν. Τα υπόλοιπα πρόσωπα της νουβέλας αλλάζουν διαρκώς ρόλους, όπως ο μυστήριος Αμπρόζιους Καπς, που πότε είναι γιατρός και πότε ευγενής, ή η αγαπημένη του ήρωα, που υποδύεται πότε τη μικρή του αδερφή και πότε τη μητέρα του, ή και οι στρατιώτες, που ξαφνικά σχηματίζουν ένα πλήθος σκιών που περπατά κρατώντας σταυρούς στα χέρια. Η γλώσσα συνεπαίρνει, γινόμενη εργαλείο στα χέρια του Καραβία σε μια νουβέλα στην οποία τίποτα δεν περισσεύει, και ο αναγνώστης απομένει να θαυμάζει την πύκνωση του λόγου και την ικανότητα στη σύνθεση εικόνων, καθώς η θλίψη ρέει φυσικά χωρίς να γίνεται επίκληση στο συναίσθημα. Ξεκινώντας να διαβάσω τη συγκεκριμένη νουβέλα είχα αρκετή περιέργεια αλλά καμία προσδοκία, τώρα, καθώς η ανάγνωση έχει τελειώσει, νιώθω να με κατακλύζει αυτό το υπέροχο αίσθημα που προκαλεί η επαφή με τη σπουδαία λογοτεχνία.               

Η νουβέλα αυτή γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής, όμως, λίγο πριν εκδοθεί, η λογοκρισία απαίτησε κάποιες αλλαγές. Ο Καραβίας αρνήθηκε και η νουβέλα δημοσιεύτηκε χρόνια αργότερα, το 1957, στο περιοδικό Νέα Εστία, ενώ ως βιβλίο εκδόθηκε το 1977. Πάνω από σαράντα χρόνια μετά κυκλοφορεί ξανά. Δύσκολα θα μπορούσα να σκεφτώ πιο ταιριαστό όνομα για τη σειρά αυτή των εκδόσεων Σκαρίφημα από το ήδη δοθέν, Ανασύροντας από τη λήθη.


Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Σφάλμα συστήματος - Νίκος Μάντης





Με το Σφάλμα συστήματος ο Μάντης ολοκληρώνει μια χαλαρή τριλογία με θέμα την κρίση των τελευταίων χρόνων. Σύμφωνα με τον ίδιο η τριλογία αυτή, που ξεκίνησε με το σπονδυλωτό αφήγημα Πέτρα ψαλίδι χαρτί για να συνεχίσει με τους πολυσέλιδους Τυφλούς, θα μπορούσε να ονομάζεται Το χείλος του χρόνου. Αν και το νήμα που ενώνει τα τρία αυτά βιβλία είναι ευδιάκριτο, εντούτοις η αυτόνομη ανάγνωση τους δεν δημιουργεί ζητήματα κατανόησης στον αναγνώστη. Στο Σφάλμα συστήματος η σύγχρονη της αφήγησης χρονική περίοδος είναι εκείνη της ανόδου του Σύριζα στην κυβέρνηση. Με αναλήψεις που εξυπηρετούν την πλοκή αλλά και το χτίσιμο και την εξέλιξη των χαρακτήρων μεταφερόμαστε χρόνια πριν, σε όσα προηγήθηκαν στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, της αναρχίας και των κινημάτων, χώρους από τους οποίους προήλθε ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού του κυβερνώντος κόμματος. Με αρκετές εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων, η ιστορία δίνεται από διάφορες γωνίες λήψεις, και αν και το κεντρικό της σώμα είναι γνώριμο και δεδομένο, εντούτοις κάποιες συγγραφικές επιλογές στα παρασκήνια της ιστορίας αποτελούν θαυμαστή ευκαιρία για τον συγγραφέα να σχολιάσει τα πεπραγμένα αλλά και να αναμείξει την πραγματικότητα με το φανταστικό.  

Ένα από τα χαρακτηριστικά συγγραφικά γνωρίσματα του Μάντη είναι η αξιοζήλευτη ικανότητά του να αποτυπώνει ρεαλιστικά το αθηναϊκό περιβάλλον, με ιδιαίτερη κλίση προς το κέντρο της μητρόπολης, που ως μικρή χώρα μας αναλογεί. Κέντρο περιγραφικά πολύπαθο από αρκετούς συγγραφείς, που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, το επισκέφτηκαν μεν δημιουργικά, πλην όμως καθισμένοι στην καρέκλα του γραφείου τους, εκατοντάδες μέτρα ή και χιλιόμετρα μακριά από εκείνο, με αποτέλεσμα το περιγραφόμενο κέντρο να παρουσιάζει ενίοτε κάποιο ενδιαφέρον, συνήθως όμως ως ένα σκηνικό αποκύημα της φαντασίας -συχνά φτωχής- του συγγραφέα. Η εγχώρια πεζογραφία καλώς ή κακώς κρίνεται πιο εύκολα και αυστηρά για την αποτύπωση της περιρρέουσας πραγματικότητας, σε σχέση με κάποιον τίτλο μεταφρασμένης λογοτεχνίας, που αναφέρεται σε μέρη, που ακόμα και αν κάποτε επισκεφτήκαμε, αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μας μετατρέπει αυτόματα σε απόλυτους γνώστες, και επομένως η κρίση μας σχετικά με την αληθοφάνεια ή μη να είναι πιο ήπια. Ο Μάντης έχει επίσης μια ευδιάκριτη αφηγηματική ικανότητα, τέτοια που του επιτρέπει με ευκολία να γράφει πολυσέλιδα βιβλία. Η ικανότητα αυτή συνοδεύεται από μια λοξή ματιά στα πράγματα αλλά και από μια προδιάθεση για τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας -άλλωστε ευρέως γνωστός έγινε με την Άγρια ακρόπολη, ένα ωραίο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας.  

Στο Σφάλμα συστήματος, η πραγματικότητα πλησιάζει ακόμα περισσότερο τη μυθιστορία, καθώς, αν στα προηγούμενα βιβλία είχαμε ξεκάθαρη αναφορά σε γεγονότα και καταστάσεις της περιόδου, εδώ ο αναγνώστης με σχετική ευκολία μπορεί να διακρίνει και συγκεκριμένα πολιτικά -κυρίως- πρόσωπα, παρότι παρουσιάζονται προφανώς με διαφορετικά ονόματα. Όμως ο Μάντης δεν ξεπέρασε την κορυφή που ο ίδιος έθεσε με τους Τυφλούς, και αυτό είναι κάτι που το ένιωσα σχετικά νωρίς στην ανάγνωση, όταν και συνειδητοποίησα πως περισσότερο από την υπόθεση με απασχολούσε η πιστότητα της πολιτικής αναπαράστασης με τον Σύριζα στην εξουσία και η αναρώτηση από πλευράς μου σχετικά με την πολιτική τοποθέτηση του συγγραφέα, κάτι το οποίο στους Τυφλούς δεν με απασχόλησε παρά ελάχιστα και μόνο μετά το τέλος της αφοσιωμένης ανάγνωσης. Και είναι κάτι που με απασχόλησε παρά τη δεδομένη άποψη που έχω για την απόλυτη διάκριση της μυθοπλαστικής και της ιστορικής/δοκιμιακής/δημοσιογραφικής γραφής. Σκέφτομαι πως ίσως ήταν τόσο έντονη η πραγματικότητα που έθεσε απέναντί του ο Μάντης που δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί, που τελικώς δεν μπόρεσε να την υποτάξει και να τη μετατρέψει σε μυθιστόρημα αλλά σε έναν παραμορφωτικό -ως ένα βαθμό τουλάχιστον- καθρέφτη. Ίσως να επένδυσε περισσότερα πράγματα στην παρώδηση ή στην υπερβολή αυτής, και σίγουρα θα υπάρξουν αναγνώστες που θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα την χιουμοριστική -έστω και αρκετά μαύρη- πλευρά αυτή του μυθιστορήματος. Διαβάζοντας το βιβλίο, κάποιες στιγμές ήθελα να νιώσω τον συγγραφέα να δίνει λίγη αγάπη σε κάποιους έστω από τους ήρωές του, να μην είναι τόσο απόμακρος και χωρίς κατανόηση, να μην τους αντιμετωπίζει ως καρικατούρες, να μην τους παρατηρεί ως άλλος Ρωμαίος αυτοκράτορας στην αρένα με τα άγρια θηρία, ίσως όμως αυτό το περιβάλλον video game να ήταν συγγραφική επιλογή και πρόθεση. 

Το Σφάλμα συστήματος παρουσιάζει σίγουρα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έτσι όπως ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία, στην κριτική και την παρωδία, και, παρά τις όποιες αδυναμίες του, διαθέτει κάποια σημεία υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας, αρκετά ευφάνταστα αλλά και λειτουργικά ευρήματα και μια έντονη αγάπη για τη ρωσική λογοτεχνία του Μεσοπολέμου. 

  
Εκδόσεις Καστανιώτη      


Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Η κατασκευή μιας υστεροφημίας - Σταύρος Κρητιώτης


 
Στα βιβλία των ανθρώπων οι αφηγητές είναι συνήθως άνθρωποι. Ζωντανοί κατά κανόνα, αμνησιακοί ή έμβρυα κάποτε, νεκροί ενίοτε. Σπανίως είναι αφηγητής κάποιο ζώο ή δέντρο, αλλά έχει συμβεί κι αυτό. Ακόμα πιο σπάνια αφηγητής είναι ένα άψυχο αντικείμενο, όπως ένα νόμισμα, μια μετοχή ή ένα αγγείο, ή μια ιδιότητα, ένα χρώμα λόγου χάρη, ενώ κάποτε αφηγητής είναι ο Διάβολος ή και ο ίδιος ο θάνατος! Ο πιο παράξενος όμως αφηγητής ήταν σίγουρα ο Κφβφκ των Κοσμοκωμικών του Ίταλο Καλβίνο, ένα όν απροσδιόριστο και πρωτεϊκό, που είχε την ηλικία του σύμπαντος και που σε κάποια φάση ήταν στρείδι κολλημένο σ' έναν βράχο, με τα κύματα ν' ανεβοκατεβαίνουν ενώ έμενε ακίνητο, ρουφώντας ό,τι υπήρχε για ρούφηγμα.

Ποτέ, πάντως, δεν ήταν σε οποιοδήποτε βιβλίο αφηγητής μια φράση, μια απλή φράση.

Και Η κατασκευή μιας υστεροφημίας σίγουρα δεν είναι ένα οποιοδήποτε βιβλίο, και αυτό όχι τόσο εξαιτίας του γεγονότος πως αφηγητής της ιστορίας είναι μια απλή φράση, όσο κυρίως λόγω του ονόματος του συγγραφέα. Όταν κάποτε, πάνε λίγα χρόνια, είχα διαβάσει Το μηνολόγιο ενός απόντος -ύστερα από έντονη παρότρυνση της Μ.- είχα εντυπωσιαστεί από τη διάθεση του Κρητιώτη για λογοτεχνικό πειραματισμό, που ως αποτέλεσμα δεν ήταν διόλου στείρο αλλά γοητευτικότατο. Ίσως τότε να σημείωσα για πρώτη φορά μια φράση την οποία στη συνέχεια τη χρησιμοποίησα αρκετά συχνά και κατά την οποία ο Κρητιώτης, εν προκειμένω, μοιάζει να αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως την πλέον σοβαρή και σημαντική υπόθεση δηλαδή. Και είναι έτσι ακριβώς. Η διευκρίνηση κρίνεται απαραίτητη καθότι στον μεταμοντέρνο στίβο συχνά είναι τα φαινόμενα εκείνα της πρόκλησης για την πρόκληση, του πειραματισμού χωρίς περιεχόμενο, μια αδιευκρίνιστη συχνά ανάγκη για καινοτομία που οδηγεί στο προφανές και κοινότοπο λογοπαίγνιο με το κενό. 

Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να εξηγήσει κανείς τι σημαίνει το ότι μια φράση είναι ο αφηγητής στο βιβλίο αυτό, αλλά κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο να συμβαίνει καθότι "η αφήγηση γίνεται με φράσεις, πολλές και ποικίλες φράσεις. Μόνο οι φράσεις μπορούν να είναι επαρκείς αφηγητές. Οι άνθρωποι δεν αφηγούνται. Απλώς αρπάζουν φράσεις από το κοχλάζον συνεχές που αυτές απαρτίζουν τριγύρω τους". Το μόνο παράδοξο είναι πώς κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ ως τώρα. Ποια όμως είναι αυτή η φράση; "Είμαι ταυτόχρονα και η φράση κολλημένο σαν στρείδι και η φράση κολλημένος σαν στρείδι στον βράχο και όλες οι γραμματικές ή νοηματικές παραλλαγές μου και όλες οι μεταφράσεις ή συνωνυμίες μου". Και σε τι στοχεύει άραγε η αφηγήτρια φράση; "Ίσως η ιστορία που θα σου αφηγηθώ σε πείσει για τον μη αμελητέο ρόλο που έπαιξα στη σύνθεση και κάποιων άλλων ιστοριών σας. Ακόμα όμως κι αν δεν πεισθείς, ελπίζω να κατανοήσεις ότι τούτη η απόπειρα αυτογνωσίας μου, η μερική μου αυτή αυτοβιογραφία, είναι απαραίτητη για μένα την ίδια, πάνω απ' όλα. Είναι σε τελική ανάλυση, η δική μου ιστορία".

Τη φράση ανάμεσα σε άλλα την παραξενεύει το γεγονός της σειριακής προσπέλασής της από ένα άσημο πρόσωπο, τον κύριο Ψάλτη. Προσπαθεί, ζητώντας τη συνδρομή άλλων φράσεων, να αναζητήσει τα βιογραφικά στοιχεία του προσπελαστή της. Το βιβλίο αποτελείται από μια διαδοχή ψηφίδων στις οποίες παρατίθενται εναλλάξ η ιστορία του Ψάλτη -τα επεισόδια εκείνα στα οποία μετέρχεται της φράσης κολλημένο σαν στρείδι ή κολλημένος σαν στρείδι στον βράχο και στα οποία η φράση μπορεί να έχει επομένως πρόσβαση- και η κυρίως αφήγηση της φράσης. Προφανώς ο Ψάλτης δεν είναι ο μοναδικός προσπελαστής της φράσης στο πέρασμα των αιώνων, πολλοί, και μάλιστα αρκετά διασημότεροι, χρησιμοποίησαν τη φράση σε κάποιο γραπτό τους, η φράση αναγνωρίζει τη σημασία των παραπομπών, τη σημασία στην απόδοση των λεγομένων στο ορθό υποκείμενο. Αντίθετα η ταυτότητα του Ψάλτη μοιάζει να είναι κάπως ξεθωριασμένη, λίγα στοιχεία οδηγούν σε αυτόν, όποια φράση κλειδί και αν σκεφτεί ν' αναζητήσει η φράση, οι καταγραφές δεν αποκαλύπτουν πολλά, για την ακρίβεια μάλλον συγχέουν, όμως η φράση δεν τα παρατά.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο ευφάνταστο, πότε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι και πότε μια πηγή έξυπνου χιούμορ. Όμως ταυτόχρονα υπάρχει και μια ιστορία με αρχή μέση και τέλος, η ιστορία του Ψάλτη, μια ιστορία που έχει ενδιαφέρον κυρίως για τα ζητήματα ταυτότητας που θέτει, καθώς διαδραματίζεται στην Κωσταντίνουπολη του 1877, εκεί όπου κατοικούν αρκετές εθνικότητες και κάθε μία προσπαθεί να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή και δύναμη από τις άλλες. 

Τέλος, μιλώντας για παιχνίδι πρέπει να επαναλάβουμε και κάτι ακόμα σημαντικό, πως η αποκάλυψη της λύσης ενός γρίφου δεν αποτελεί δείγμα ευφυΐας, αλλά κακό παιχνίδι.


Εκδόσεις Γαβριηλίδης 

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

Η θεραπεία των αναμνήσεων - Χρήστος Αστερίου





Η υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος του Χρήστου Αστερίου, με τον κατατοπιστικό και ακριβή τίτλο Η θεραπεία των αναμνήσεων, που αφορά την ιστορία του Μιχάλη Μπουζιάνη, ενός μεσήλικα άντρα αντιμέτωπου με μια προσωπική κρίση, θα ήταν από μόνη της αρκετή για να μου προκαλέσει την επιθυμία να διαβάσω το βιβλίο αυτό. Πρόκειται άλλωστε για κοινό τόπο αρκετών μυθιστορημάτων σε διάφορες παραλλαγές και μια σεναριακή κατηγορία στην οποία ανήκουν αρκετά από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα. Πρόσθετο στοιχείο έξαψης των αναγνωστικών μου προσδοκιών αποτέλεσε η λεπτομέρεια πως ο ήρωας είναι ένας διάσημος συγγραφέας, και τα βιβλία με θέμα τη λογοτεχνία διαθέτουν πάντα κάτι ξεχωριστά μεταλογοτεχνικό.

Εκείνο όμως που έκανε το βιβλίο του Αστερίου τελικά να ξεχωρίσει και να διαφέρει από άλλα αντίστοιχα της κατηγορίας του ήταν πως ο Μιχάλης Μπουζιάνης υπήρξε στα νιάτα του κωμικός και αργότερα, όταν πέρασε στη συγγραφή, τα βιβλία που έγραφε ήταν χιουμοριστικά. Και είναι αυτό το στοιχείο ταυτότητας του ήρωα σημαντικό γιατί εγείρει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: πώς αντιδράει ένας κωμικός, ένας επαγγελματίας της ψυχαγωγίας, απέναντι στις δυσκολίες της δικής του ζωής; Ας θυμηθούμε τον Χανς Σνηρ, στο Οι απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ, που τον έχει εγκαταλείψει η Μαρί, που το ψυγείο του είναι άδειο, που η καριέρα του είναι σε πτώση, για να μην αναφερθούμε στο ζοφερό πολιτικό περιβάλλον της περιόδου. Ο Μπουζιάνης κάποια στιγμή σκέφτεται:     
Αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια, όταν η ζωή μου έφτανε στα πρόθυρα της κατάρρευσης και τα στηρίγματά της γκρεμίζονταν σαν ξύλινα στρατιωτάκια σε παράταξη προκαλώντας μου αισθήματα πικρίας και θλίψης, θα έπρεπε να αντιδρώ με τον τρόπο ενός κωμικού: να στέκομαι πάνω από τα συντρίμμια και να ξεσπάω σ' ένα ασταμάτητο καρναβαλικό γέλιο που θα ξόρκιζε το κακό και θα με διατηρούσε αλώβητο. Δεν εννοώ ένα γέλιο με σκοπό την πρόσκαιρη διασκέδαση, αλλά ένα γέλιο ηχηρότερο και πιο βαθύ.
Με τον τρόπο ενός κωμικού, έτσι λέει, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο ίδιος κάτι τέτοιο, σαν να μην ήταν ποτέ αυτό αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του, του τρόπου με τον οποίο κινούνταν στον κόσμο. Οι Γερμανοί λένε: χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς. Απλώς καμιά φορά χρειάζεται κάποιος να βαφτίσει το χιούμορ χιούμορ για να λειτουργήσει. Εκεί συχνά εμφανίζεται ο κωμικός, με το οξυμένο αισθητήριο πρόσληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας, που θα ψαρέψει το σκουπίδι από τον βούρκο, θα μας το δείξει σηκώνοντάς το όσο πιο ψηλά μπορεί, και θα κάνει το σχόλιο εκείνο που θα λειτουργήσει ως "παρ' όλ' αυτά", που θα παραμερίσει τη θλίψη, την οργή ή και την αηδία ακόμα, και θα κάνει χώρο σε ένα γέλιο βαθύ που θα μας τραντάξει. Και δεν χρειάζεται να είναι κάποιος επαγγελματίας που γεμίζει θέατρα, μπορεί να είναι ένας λιγομίλητος στην παρέα φίλος. 

Εγκιβωτισμένη στο μυθιστόρημα υπάρχει και η αυτοβιογραφία που γράφει ο Μπουζιάνης, κάτι το οποίο λειτουργεί αρκετά ικανοποιητικά στο συνολικό αποτέλεσμα, όπως πετυχημένη είναι και η ένταξη στην κεντρική ιστορία κάποιων στιγμιότυπων του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Το στήσιμο της πλοκής και η κατασκευή του κεντρικού χαρακτήρα είναι υψηλού επιπέδου. Ο Μπουζιάνης αναδύεται στο συναισθηματικά νεκρό σημείο του αναγνώστη, δεν γίνεται δηλαδή ούτε απόλυτα συμπαθής, ούτε όμως και αντιπαθής, παρότι φλερτάρει έντονα με διάφορα στερεότυπα. Η θεραπεία των αναμνήσεων περιλαμβάνει και αρκετά, αναγκαία για την πλοκή, κλισέ και κάποιες ανατροπές που -ίσως έχουν στόχο να- μετριάζουν τελικώς την εσωτερικότητα αυτού του χορταστικού μυθιστορήματος.

Εκδόσεις Πόλις
       

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

Το πραγματικό ερώτημα

(στην ΤΙΝΑ)


Το μόνο πραγματικό ερώτημα
κατά τον Αλμπέρ Καμύ
είναι εκείνο της αυτοκτονίας
ή μη

ο Άμλετ είχε προηγηθεί
να ζει κανείς ή να μη ζει
αυτό ήταν το ερώτημα
αιώνες τώρα

παραταγμένοι αυτόχειρες
παίρνουν τη ζωή στα χέρια
εγκαταλείποντάς την
επιτέλους λένε

αφήνουν σημειώματα γεμάτα
πόνο, μίσος
δάκρυα, ιδρώτα
λεκέδες μελάνης

όσοι δεν τα καταφέρνουν
μόλις τα μάτια ανοίξουν
για κείνα πρώτα αναρωτιούνται
στην κλινική

αποτυχημένοι επιζώντες
με ράμματα στους καρπούς
με σωλήνα πλύσης στομάχου
με το βλέμμα στο κενό

γύρω από το κρεβάτι οικείοι
κλοιός αγάπης
για το κακό που τους βρήκε
θα σας κατηγορούν αμίλητοι
γιατί

το μόνο πραγματικό ερώτημα
κατά τον Αλμπέρ Καμύ
είναι εκείνο της αυτοκτονίας
ή μη.




Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

ΤΙΝΑ - Άντζελα Δημητρακάκη





Συναντάμε την Τίνα σε ένα τρένο στη Σουηδία. Το τρένο θα ακινητοποιηθεί για ώρες,  κάτι το οποίο η γραμματέας της σχολής είχε επισημάνει στην Τίνα, κάτι το οποίο όφειλε να λάβει υπόψη της στο ταξιδιωτικό της πρόγραμμα. Εκείνο το οποίο δεν της είχε διευκρινιστεί ήταν η αιτία αυτών των συχνών καθυστερήσεων· όλο και περισσότεροι αυτόχειρες στις ράγες των τρένων. Οι ενοχλημένοι από την καθυστέρηση επιβάτες, έξαλλοι με την αντικοινωνική αυτή συμπεριφορά, συνωστίζονται στην αποβάθρα. Η Τίνα δεν απαντάει στο σχόλιο του συνεπιβάτη της, απομένει σιωπηλή. Την ώρα της πρόσκρουσης η Τίνα επιχειρούσε να συνθέσει ένα γράμμα αποχαιρετισμού με παραλήπτες τα παιδιά της. Θα φτάσει στην επαρχιακή πόλη, στο πανεπιστήμιο της οποίας είναι καλεσμένη για να μιλήσει. Ένα απρόσωπο ξενοδοχείο, ένας βαθύς μα ανήσυχος ύπνος, μια βόλτα χωρίς χάρτη.
Θα γελάσει μόνη της: χαρακτηριστικό της κατάστασής της είναι ότι πάντα πλέον εξετάζει κάθε καινούργιο περιβάλλον για τις δυνατότητες αφανισμού που προσφέρει.
Η Τίνα θα δώσει την ομιλία της και θα επιστρέψει στην Αθήνα. Προτεραιότητά της να ολοκληρώσει το βιβλίο που γράφει σχετικά με τον βαλκανικό κινηματογράφο. Είναι κάτι το οποίο πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν συντομότερα. 

Το όνομα της ηρωίδας μόνο τυχαίο δεν είναι. Το διάσημο θατσερικό ακρωνύμιο για την απουσία εναλλακτικής. Σημαντικός για την πρόσληψη της ιστορίας και ο υπότιτλος: η ιστορίας μιας ευθυγράμμισης. Η αυτοκτονία αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο ταμπού του σύγχρονου δυτικού κόσμου, ίσως γιατί δίνει μια (ψευδ)αίσθηση δύναμης στο άτομο, πως παίρνει τη ζωή στα χέρια του, εγκαταλείποντάς την. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό με ενόχλησε αρκετές φορές μια διάθεση για κριτική της απόφασης της Τίνας εκ μέρους μου, μια αδιόρατη ρωγμή στην ανοχή, χωρίς καμιά προφανή συναισθηματική δικαιολογία. Η Τίνα για μένα, για τον αναγνώστη εν γένει, είναι μια ξένη, είναι μια γυναίκα η οποία έχει πάρει μια απόφαση, και αυτό το άτυπο ημερολόγιο, που αποτελείται από μια τριτοπρόσωπη εξιστόρηση σε εναλλαγή με τις επιστολές που η ίδια γράφει, δεν αποτελεί το τηλεφωνικό δίλημμα μιας μεσημεριανής εκπομπής. Η Τίνα είναι -ή θα έπρεπε τουλάχιστον να προσλαμβάνεται από τον αναγνώστη ως- ένας ελεύθερος άνθρωπος που αυτοκαθορίζει τη ζωή της, και ο καθένας μας καλό θα ήταν να κρατήσει τη γνώμη του για ιδία χρήση.

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους απολαμβάνω τα βιβλία της Δημητρακάκη. Ο πρώτος έχει να κάνει με τους ήρωες των ιστοριών της. Γιατί, αντίθετα με την πλειοψηφία των ηρώων τής ελληνικής πεζογραφίας, οι οποίοι στα μάτια μου είναι σαθροί και ψεύτικοι, σίγουρα ξένοι στις δικές μου προσλαμβάνουσες και απόντες από τα βιώματά μου, οι ήρωες της Δημητρακάκη είναι γνώριμοι και αληθινοί, αντιστοιχούν -αναλογικά πάντα- σε άτομα που γνωρίζω ή συναναστρέφομαι. Παρελκόμενο της οικειότητας αυτής αποτελεί το ενδιαφέρον με το οποίο αντιμετωπίζω τις ιστορίες τους, τους προβληματισμούς τους και τα αδιέξοδά τους -ίσως κυρίως αυτά. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο η Δημητρακάκη ενσωματώνει στην πεζογραφία της τις ακαδημαϊκές της γνώσεις, χωρίς να προκαλείται ανισότητα στο τελικό αποτέλεσμα, το αντίθετο μάλιστα. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα εγκιβωτίζεται για παράδειγμα το βιβλίο για το βαλκανικό σινεμά το οποίο προσπαθεί να τελειώσει η Τίνα, κάτι το οποίο εκτός των όσων αποκαλύπτει για τον χαρακτήρα της Τίνας -ο τρόπος με τον οποίο εργάζεται ή η επιθυμία της να το ολοκληρώσει-, δημιουργεί και αναλογικές αντιστοιχίες ανάμεσα στο τότε των ταινιών και στο τώρα της αφήγησης, προσδίδοντας περαιτέρω επίπεδα ανάγνωσης.

Οι ήρωες της Δημητρακάκη μεγαλώνουν, έρχονται αντιμέτωποι με τη ματαιότητα, την απομάγευση, τη σκληρή επιφάνεια του τοίχου απέναντι. Έχουν ζήσει χρόνια μακριά από την Ελλάδα, ταξίδεψαν, σπούδασαν, ερωτεύτηκαν, παθιάστηκαν με ιδέες, νοστάλγησαν. Πίστεψαν πως μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα από μέσα, πως εκείνοι δεν θα ζήσουν σαν τους άλλους, πως θα τα καταφέρουν. Και δυσκολεύονται, και είναι όλο και περισσότεροι εκείνοι που τους κουνάνε το δάχτυλο αναφωνώντας πως δεν υπάρχει εναλλακτική, τους καλούν να συνέλθουν, να γίνουν ρεαλιστές, να ευθυγραμμιστούν όπως τα στρατιωτικά τάγματα στις παρελάσεις.


Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας         
   

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών - Ντανίλο Κις





Η τελευταία σημείωση που κράτησα κατά την ανάγνωση της Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών είναι μονολεκτική και ακριβής: φοβερό. Αυτό το βιβλίο είναι φοβερό και λίγα μένει να προσθέσει κανείς.

Όταν κάποτε είχα διαβάσει τη Σοφίτα του, είχα εντυπωσιαστεί. Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα γύρω από την υπόθεση, εκτός από μια διαισθητική περισσότερο συγγένεια με τον Αφρό των ημερών του Βιάν. Και όμως, κάποια στιγμή αυτή η μικρή σε μέγεθος νουβέλα κατείχε περίοπτη θέση στη διαρκώς -πώς αλλιώς- μεταβαλλόμενη δεκάδα των αγαπημένων μου βιβλίων.

Η μητέρα του Ντανίλο Κις, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στο αυτοβιογραφικό σημείωμα που συνοδεύει την παρούσα -εξαντλημένη εδώ και χρόνια- έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών, σταμάτησε να διαβάζει λογοτεχνία στα είκοσί της, όταν κατάλαβε ότι τα μυθιστορήματα είναι "φαντασίες". Και ίσως αυτό να είναι ένα πρώτο κλειδί ερμηνείας του ιδιαίτερου συγγραφικού σύμπαντος του Σέρβου συγγραφέα.
Η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Τους θρύλους τους πλάθει ο λαός. Οι συγγραφείς επινοούν. Μόνο ο θάνατος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.    
Οι παραπάνω γραμμές, με τις οποίες τελειώνει το διήγημα Είναι ένδοξος ο υπέρ πατρίδος θάνατος, μοιάζουν να οριοθετούν με αρκετή σαφήνεια το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται ο Κις, τόσο ως μελετητής/αναγνώστης, όσο και ως συγγραφέας. Η επινόηση, το κομμάτι δηλαδή που αναλογεί στον συγγραφέα, έρχεται να λειτουργήσει με ποικίλους τρόπους ανάμεσα στην ιστορία των νικητών και στους θρύλους του λαού.

Υπάρχουν δύο τρόποι να διαβάσει κανείς τη λογοτεχνία αυτή που ο Κις, ανάμεσα σε άλλους σπουδαίους, γράφει: ο ένας, αυτός που εγώ προτιμώ, είναι να περιοριστεί στις σελίδες του βιβλίου, στις υποσημειώσεις και στην εισαγωγή του συγγραφέα -αν υπάρχει και πάντα μετά το τέλος της ανάγνωσης· να μην ενδώσει στις σειρήνες που καλούν για διερεύνηση των ακριβή ορίων της αλήθειας και της ιστορίας, κάτι το οποίο στην ψηφιακή εποχή είναι απλό να κάνει κανείς. Ο άλλος τρόπος είναι να ενδώσει. Η ανάγκη να ξέρεις και η ανάγκη να πλανάσαι.   

Σκέφτομαι εκείνον τον στίχο του Παυλίδη που λέει πως τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα. Της Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών προηγήθηκαν Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο. Ακολούθησαν η Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας του Ρις Χιουζ, η Κεντουρία του Τζιόρτζιο Μανγκανέλλι και η Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ του Γιέργκεν Μπούχμαν. Αυτή η αναγνωστική αλληλουχία, αρχικά κάπως τυχαία και συμπτωματική, εν συνεχεία ολοένα και πιο συνειδητή και στοχευμένη, διέθετε την ταιριαστή με την περίοδο αποσπασματικότητα, την απαραίτητη δόση φαντασίας και υψηλής λογοτεχνικής νοημοσύνης, αλλά και την πάντα καλοδεχούμενη διάθεση για παιχνίδι -συνοδευόμενη συνήθως από μια ελαφριά κλοτσιά στα πισινά της σοβαροφάνειας- κάτι το οποίο -όπως εκ των υστέρων πανηγυρικά αποδείχτηκε- είχα μεγάλη ανάγκη.


Μετάφραση Χρήστος Αρβανιτίδης
Εκδόσεις Εξάντας  

    

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Ο άλλος μέσα του - Sam Separd





Αυτό το βιβλίο με βρήκε απροετοίμαστο· και με διέλυσε.
Ο λαμπρός δυνατός νοτιοδυτικός ήλιος λούζει όλα τα άσπρα αυτοκίνητα στο πάρκινγκ. Τα καπό καίνε διπλά από την εσωτερική καύση και την ηλιακή ζέστη. Ένα εστιατόριο της αλυσίδας Denny's ακριβώς στις παρυφές του Γκραντς, στο Νέο Μεξικό, στριμωγμένο ανάμεσα στη Δυτική Εθνική 40 και σ' ένα βενζινάδικο Shell. Ξερά αγριόχορτα, κάτι μαύρο και πλαστικό είναι κολλημένο πάνω τους, προσπαθεί να ελευθερωθεί με τον άνεμο. Ετοιμόρροποι φράχτες από συρματόπλεγμα περιβάλλουν όλα αυτά. Τι πιθανότητα υπάρχει να μπει εκεί μέσα η ομορφιά;
Η σχέση πατέρα-γιου, ο πατέρας-μινιατούρα, ο πατέρας-εραστής, ο πατέρας-νεκρός. Η σχέση με τις γυναίκες, η ερωμένη του πατέρα του, η τριάντα χρόνια γυναίκα του, η νεαρή με το μαγνητόφωνο που τον εκβιάζει. Τα δωμάτια, ξένα και απρόσωπα. Το ξημέρωμα στην έρημο.

Δεν μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστό τίτλο για το βιβλίο αυτό. Η ικανότητα του Σέπαρντ να ενσωματώνεται και να αντικρίζει τον εαυτό του απ' έξω αποδεικνύεται μοναδική, ικανότητα η οποία προφανώς  εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε με τα χρόνια, δίνοντας ζωή σε χαρακτήρες, τόσο στο χαρτί όσο και στην οθόνη, μετατρέποντας τη γραφή αλλά και την υποκριτική σε κρυψώνες του προσωπικού, το βίωμα σε έμπνευση, την αλήθεια σε μύθο. Κάπως έτσι, αποτέλεσμα της διαδρομής αυτής, προέκυψε και το βιβλίο αυτό, ένα μεταμοντέρνο memoir. Η ανάμνηση δεν μπορεί να είναι γραμμική στην πηγή της παρά μόνο ύστερα από επεξεργασία, το παρελθόν δεν μας επισκέπτεται ποτέ συντεταγμένα και έπειτα από πρόσκληση, αλλά επιχειρεί άναρχα να εισβάλει στο παρόν, να βρει τις άμυνες σε νάρκη, τη νοσταλγία εύκαιρη. Και όταν το επισκεπτόμαστε εμείς εκείνο φαντάζει πάντα έτοιμο ν' απαντήσει, όπως εκείνο κρίνει, στο αίτημα μνήμης. Ο Σέπαρντ αυτό το γνωρίζει και το αποδέχεται.

Ο άλλος μέσα του ανήκει στην ευρύτερη και ολοένα δημοφιλέστερη κατηγορία του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, κατηγορία στην οποία συναντιούνται δύο πολυπληθείς ομάδες αναγνωστών: εκείνοι που αναζητούν το κουτσομπολιό, την πιπεράτη αποκάλυψη και οι άλλοι που αδιαφορούν για την αλήθεια, που νιώθουν την ανάγκη για μια ακόμα ιστορία, άσχετα αν είναι αληθινή ή μερικώς επινοημένη -σπέρματα αλήθειας άλλωστε υπάρχουν σχεδόν πάντοτε. Η πραγματικότητα είναι υπερτιμημένη, γράφει η Πάτι Σμιθ στον πρόλογο του βιβλίου, και εγώ δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον αφορισμό αυτό, και να συμπληρώσω πως μετά από τόσες ιστορίες εκείνο που μπορεί να εντυπωσιάσει, να καθηλώσει, να συναρπάσει, να συγκινήσει, να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας κοιτάζει τα πράγματα, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να πει την ιστορία του, άλλωστε ο τρόπος είναι εκείνος που καθορίζει τη λογοτεχνικότητα ενός έργου και όχι το περιεχόμενο. Η λογοτεχνική αξία του εκάστοτε έργου καταρρίπτει και τον αντίλογο απέναντι στον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της σύγχρονης λογοτεχνίας, την κατηγορία πως πρόκειται για έλλειψη έμπνευσης, για την εύκολη λύση στην οποία καταφεύγουν ευκαιριακά οι συγγραφείς -πραγματικοί ή φαντάσματα- και προμοτάρουν οι εκδότες.

Η καθαρότητα της αφηγηματικής φωνής και η ειλικρίνεια που αυτή εκπέμπει, η απουσία οποιασδήποτε μορφής συναισθηματικής χειραγώγησης και η ικανότητα του Σέπαρντ στην αφήγηση -κάτι που αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα διαλογικά μέρη- μετατρέπουν την ατομική ιστορία σε μυθιστόρημα και το ξένο βίωμα σε προσωπική υπόθεση. Ο πρόλογος της Πάτι Σμιθ, εκτός του ότι συμπληρώνει ιδανικά την ανάγνωση και δεν συνοδεύει απλώς την έκδοση, αναδεικνύει και την έννοια του ιδανικού αναγνώστη, που τόσο απαραίτητος είναι για τη λογοτεχνία εν γένει.

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

Οικογενειακή ευτυχία - Λέον Τολστόι





Είναι αργά το απόγευμα, έξω έχει ακόμα φως. Η συζήτηση για λίγο σταματά στο Into the Wild, ταινία του 2007 σε σενάριο και σκηνοθεσία του Σον Πεν. Κάποιοι το έχουμε δει, κάποιοι άλλοι όχι. Μια αόριστη και χαλαρή δέσμευση για προβολή διατυπώνεται. Η συζήτηση τραβά τον δρόμο της. Ακόμα και η ελάχιστη αναφορά σε αυτήν την ταινία, με τον νεαρό που αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να ζήσει στην άγρια φύση της Αλάσκας πάντα με συγκινεί, με τον ίδιο τρόπο που με συγκίνησε, και συνεχίζει να το κάνει και το Walden του Θορό, βιβλίο το οποίο άλλωστε αποτελεί βασικό ανάγνωσμα του ήρωα της ταινίας, μαζί με τα μυθιστορήματα του Τζακ Λόντον και του Λέον Τολστόι. Εκείνο στο οποίο περισσότερο εστίασε ο Σον Πεν στη διασκευή του σεναρίου ήταν η Οικογενειακή ευτυχία, νουβέλα της συγγραφικής νιότης του ιερού αυτού τέρατος της λογοτεχνίας. Η άκρη ενός νήματος αχνοφάνηκε και εγώ είπα να την τραβήξω.   
Πενθούσαμε για τη μητέρα μας, η οποία πέθανε το φθινόπωρο, και ξεχειμωνιάσαμε μόνες μας στο χωριό, η Κάτια, η Σόνια κι εγώ.
Η Μάσα αφηγείται τη ζωή της. Ξεκινώντας από τα δεκαεφτά της χρόνια και την περίοδο πένθους για την απώλεια της μητέρας και φτάνοντας στο αφηγηματικό τώρα, διηγείται όσα έζησε αυτά τα χρόνια, όσα όνειρα πραγματοποιήθηκαν και όσα όχι, τον έρωτά της για τον αρκετά χρόνια μεγαλύτερο Σεργκέι Μιχάηλιτς και τον μετέπειτα γάμο τους, τα χρόνια της ευτυχίας στην απομόνωση του χωριού, την παραμονή στην Πετρούπολη και τη γοητεία της διαφορετικής ζωής. Ένας απολογισμός σε μια στιγμή που η Μάσα νιώθει ώριμη, ικανή να ανασκοπήσει τα περασμένα, να διακρίνει τα λάθη της, να βρει τις πληγές και να προσπαθήσει να τις γιατρέψει. 

Η αλήθεια είναι πως η ανάγνωση της συγκεκριμένης νουβέλας δεν με ενθουσίασε, η γοητεία της γραφής και της αφήγησης ήταν δεδομένη, όμως η ιστορία που αφηγείται η Μάσα έμοιαζε παρωχημένη για τα γούστα μου. Έτσι, από τη μία θαύμαζα την ικανότητα του Τολστόι, τη μαστοριά στο στήσιμο της πλοκής και στο χτίσιμο των χαρακτήρων, την οξυδέρκειά του ως προς την παρατήρηση και την καταγραφή της ανθρώπινης ψυχής, των μύχιων σκέψεων και επιθυμιών των χαρακτήρων και -πάνω απ' όλα- την πειστικότητα της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, από την άλλη όμως δεν έβρισκα ενδιαφέρον στην ιστορία της Μάσα, παρά μόνο μια αόριστη συμπάθεια για τον Σεργκέι Μιχάηλιτς εξαιτίας ίσως της σταθερότητάς του ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις του, τη στωικότητα με την οποία αντιμετώπιζε τις ανακατευθύνσεις της Μάσα. Αυτός ο μετεωρισμός, η αμηχανία που ένιωθα κατά την ανάγνωση, ο θαυμασμός που δεν αρκούσε να καλύψει το έλλειμμα ταύτισης, με προβλημάτισε, αναζήτησα απαντήσεις, έκανα υποθέσεις, κι όσο γυρόφερνα τη νουβέλα στο μυαλό μου, όσο αναθυμόμουν την ιστορία της Μάσα, όλο και εντονότερα ένιωθα τις αναλογίες, και μπορούσα πια να διακρίνω τη Μάσα στο σήμερα, σε ένα διαφορετικό σκηνικό μακριά από τη ρωσική ύπαιθρο, και διέκρινα τους φόβους, τις ελπίδες, τη ματαιότητα, τον συμβιβασμό, την ανάγκη για αγάπη και όνειρα, και την ένιωσα, εκ των υστέρων, οικεία και γνώριμη. Και αυτό ήταν μια αποκάλυψη. Για τον λόγο αυτό επέστρεψα σε αυτό το μισοτελειωμένο κείμενο, που σχεδόν είχα παρατήσει, αποφασισμένος να μιλήσω για τη μεταστροφή αυτή, επιλέγοντας να μην το γράψω από την αρχή, αλλά απλώς να έρθω και να κολλήσω το πριν και το μετά, όχι της ανάγνωσης αυτή τη φορά, αλλά της αναγνωστικής αποκάλυψης που βίωσα εκ των υστέρων. Τώρα μένει να αναρωτιέμαι πώς θα μου είχε φανεί αυτή η νουβέλα αν την είχα διαβάσει, όπως και ο πρωταγωνιστής της ταινίας, στα είκοσί μου.

Και επιστρέφοντας στην ταινία του Πεν αξίζει να αναφερθεί ακόμα μία σύνδεση ανάμεσα σε εκείνη και τον Τολστόι, πέραν της δεδομένης αγάπης του ήρωα για τα βιβλία του, που έχει να κάνει με την απόφαση του Τολστόι το 1910 να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή και την πόλη για να ζήσει στη φύση, ωθούμενος από τύψεις που ένιωθε για τον προσωπικό του πλούτο σε σχέση με την επικρατούσα ανέχεια.    

Όχι τόσο γνωστή όσο τα υπόλοιπα έργα του, εντούτοις η Οικογενειακή ευτυχία αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της Τολστοϊκής γραφής και αποτέλεσε τον προάγγελο των δύο σπουδαίων μυθιστορημάτων του της Άννα Καρένινα και του Πόλεμος και ειρήνη.

Μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

(άλλωστε τι άλλο θα έγραφα παρά εκείνο που θα ήθελα να νιώθω)



Ο δρόμος που μένω
διασχίζει δυο λεωφόρους και επτά οδούς.
Σε καμιά διασταύρωση δεν έχεις προτεραιότητα,
πρέπει πάντα να σταματάς
και να ελέγχεις.

Αναλογίζομαι τη θανατηφόρα κοινοτοπία στην περί έρωτος γραφή.
Και δεν έχω κάτι να πω.
Φοβάμαι να πω κάτι,
διστάζω να πω κάτι, για τον έρωτα.

Δεν μπορεί να είναι τυχαίο
που το συνειδητοποιώ σήμερα,
λίγο πριν φτάσω σπίτι,
με την επιθυμία να γράψω ένα ποίημα ερωτικό, τώρα,
εκ των υστέρων.



Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Για την Ιζαμπέλ - Antonio Tabucchi




Ένας συγγραφέας, σκεφτόμουν, ένας συγγραφέας σύγχρονος του αναγνώστη δεν πεθαίνει οριστικά παρά όταν κυκλοφορήσει με το όνομά του στο εξώφυλλο το πρώτο βιβλίο το οποίο όμως δεν υπογράφει ο ίδιος, καθότι νεκρός πια, αλλά κάποιος επιμελητής και ίσως οι ορισμένοι από τη διαθήκη κληρονόμοι του· ένας συγγραφέας, σκεφτόμουν, πεθαίνει όταν το κλειδωμένο συρτάρι ανοίξει. Και εδώ, σκεφτόμουν πριν αρχίσω να διαβάζω το Για την Ιζαμπέλ, έχουμε έναν διπλό θάνατο να θρηνήσουμε. Τον οριστικό θάνατο του Αντόνιο Ταμπούκι, διατηρώντας την ελπίδα, πιθανά κρυφή και ανομολόγητη, πως τα συρτάρια θα κρύβουν και άλλα ακατέργαστα στολίδια, όμως ταυτόχρονα θρηνούμε και τον θάνατο του μεταφραστή του στα ελληνικά, τον θάνατο του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Αυτά σκεφτόμουν πριν αρχίσω να διαβάζω το μυθιστόρημα αυτό, όταν ακόμα ξεφύλλιζα τις σελίδες, παρατηρούσα τις λεπτομέρειες στο εξώφυλλο, τις αφιερώσεις, την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το όνομα του μεταφραστή. Ύστερα η φωνή του Ταμπούκι κάλυψε τα πάντα.
Θα μπορούσε να φανεί παράξενο ότι ένας συγγραφέας που έχει περάσει τα πενήντα και έχει εκδώσει τόσα βιβλία νιώθει ακόμα την ανάγκη να δικαιολογήσει τις περιπέτειες της γραφής του. Και σ' εμένα φαίνεται παράξενο. Προφανώς δεν έχω λύσει ακόμα το δίλημμα αν πρόκειται για ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στον κόσμο ή για μια απλούστερη επεξεργασία του πένθους, που μου διέφυγε.
Αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρει ο Ταμπούκι στο εισαγωγικό σημείωμα, στην αιτιολόγηση με μορφή σημειώματος όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει. Νιώθει ακόμα την ανάγκη να δικαιολογήσει τις περιπέτειες της γραφής του, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με το γεγονός πως μέχρι το τέλος δεν αποφάσισε να εκδώσει αυτό το βιβλίο, ιντριγκάρει τον αναγνώστη, τον ωθεί να αναρωτηθεί τι το ιδιαίτερο είχε για τον Ταμπούκι αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Ο Σλοβάσκι αναζητά την Ιζαμπέλ. Ο Σλοβάσκι είναι συγγραφέας. «Έκανα κι εγώ τις παλίρροιες να φουσκώνουν, αυτό είναι το αμάρτημά μου. Μου φαίνεσαι κάπως ασαφής, τέκνον μου, αποκρίθηκε ο παπάς, πρέπει να μου εξηγήσεις καλύτερα. Έγραψα βιβλία, ψιθύρισα, αυτό είναι το αμάρτημά μου. Ήταν βιβλία πρόστυχα; ρώτησε ο παπάς. Μα τι πρόστυχα, απάντησα, δεν είχαν τίποτε το πρόστυχο, μόνο ένα είδος αυθάδειας προς την πραγματικότητα». Αυθάδεια προς την πραγματικότητα, τι εύστοχη περιγραφή για το έργο του Ταμπούκι, εύστοχη και διττή, διπλή αυθάδεια προς την πραγματικότητα, από τη μια ο ποιητικός λόγος, η αποτύπωση της ονειρικής υφής της πραγματικότητας, από την άλλη ταυτόχρονα ο αγώνας ενάντια στη λήθη και την επικράτηση μιας πραγματικότητας που δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα. Ο Σλοβάσκι θα βρεθεί στη Λισαβόνα. Από εκεί θα αρχίσει η αναζήτηση της Ιζαμπέλ, σε ένα πολυτελές εστιατόριο θα αρχίσει να ξετυλίγεται το νήμα.   
    
Ο Ταμπούκι με τον υπότιτλο «ένα μάνταλα» δίνει ένα στοιχείο στον αναγνώστη, να κοιτάξει ανατολικά, να γυρέψει εκεί τα χαρακτηριστικά αυτής της αναζήτησης, να αψηφήσει τις χρονικές ανακολουθίες, να ακολουθήσει την πορεία του Σλοβάσκι από κύκλο σε κύκλο, να αντικρίσει το παρελθόν να αποκαλύπτει με δυσκολία τα μυστικά του υπό το βάρος της επιμονής τού Σλοβάσκι που αναζητά την Ιζαμπέλ, και δεν σκοπεύει να τα παρατήσει εύκολα, την Ιζαμπέλ που αν ήταν πρωταγωνίστρια του Μπολάνιο θα ήταν η Αουξίλιο, κλειδωμένη σε μια τουαλέτα του πανεπιστημίου στο Φυλαχτό. Βεβαίως και θα μπορούσε να διαβαστεί ως μυθιστόρημα νουάρ, ίσως θα επιβαλλόταν κιόλας να αντιμετωπίσει κανείς τον Σλοβάσκι ως έναν μεταφυσικό ντετέκτιβ, όμως πέρα και πάνω απ' όλα και αυτό το βιβλίο του Ταμπούκι είναι στον πυρήνα του πολιτικό, η δικτατορία του Σαλαζάρ, οι μελανές σελίδες της πορτογαλικής ιστορίας.

Κριτήριο άλλο για να μιλήσω για τη μετάφραση του Παπασταύρου δεν έχω παρά την οικεία και γνώριμη αίσθηση της φωνής του Ταμπούκι όπως την γνώρισα μέσα από τις μεταφράσεις του Χρυσοστομίδη, και αυτό νομίζω αρκεί.

υγ. Πατώντας εδώ θα οδηγηθείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις γύρω από μυθιστορήματα και διηγήματα αυτού του σπουδαίου συγγραφέα.


Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

Το μουσείο της σύγχρονης αγάπης - Heather Rose






Για το βιβλίο αυτό δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα ακούσει κάτι γι' αυτό, δεν ανυπομονούσα για την κυκλοφορία του στα ελληνικά. Το είδα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου, και με κυρίευσε μια έντονη επιθυμία να το διαβάσω. Έτσι απλά.

Μπήκα στο βιβλιοπωλείο, πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, στήθηκα στην ουρά, πλήρωσα, το έβαλα στην τσάντα μου και βγήκα στον δρόμο (γέννηση επιθυμίας, υλοποίηση επιθυμίας, χρόνος ελάχιστος).

Έκανα μια μεγάλη βόλτα. Εξ αρχής γι' αυτό είχα φύγει από το σπίτι, για να περπατήσω μέχρι τη θάλασσα, παρά την απειλή της βροχής. Η στάση στο βιβλιοπωλείο προέκυψε στην πορεία.

Κατά τη διάρκεια της βόλτας σκεφτόμουν διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την επιθυμία να διαβάσω αυτό το βιβλίο για το οποίο -ακόμα- τίποτα δεν γνώριζα, εκτός από τον τίτλο, αλλά και αυτόν δεν τον θυμόμουν με απόλυτη ακρίβεια. Ίσως να ήταν το εξώφυλλο, το κόκκινο που τραβάει το βλέμμα -πρώτο μάθημα μάρκετινγκ σε οποιοδήποτε προπτυχιακό πρόγραμμα οικονομικής σχολής- ή ίσως αυτό το τρισδιάστατο εφέ με τα τετραγωνάκια. Τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε το ένστικτό μου αναζητούσα μάλλον να εντοπίσω, αλλιώς: τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε την ανάγκη κατανάλωσης. Σκεφτόμουν ακόμα τι είδους προσδοκίες θα μπορούσε να έχει κάποιος -εγώ στην προκειμένη περίπτωση- από μια τόσο βιαστική αγορά. Η κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε δεύτερη φορά πριν χτυπήσει το βιβλίο στην ταμειακή, κάτι το οποίο μπορεί να είναι α) ιδέα μου, β) τυχαίο γ)άσχετο με το βιβλίο. (Είχα και άλλες σκέψεις εκ των οποίων κάποιες δεν μπορώ να ανακαλέσω, ενώ κάποιες άλλες είναι εντελώς άσχετες με το παρόν κείμενο, μάλλον βαρετές παρά άκρως προσωπικές).

Μέχρι εκείνη τη στιγμή - που έφτασα στη θάλασσα, κάθισα σε ένα παγκάκι, έβγαλα το βιβλίο από τη τσάντα- δεν ήξερα πως είχε να κάνει με τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Κάτι το οποίο με έκανε να γελάσω, πρώτον γιατί αναφερόταν -έστω με μικρά γράμματα- στο εξώφυλλο και δεύτερον γιατί θεώρησα πως όλη η στρατηγική προώθησης του βιβλίου θα έπρεπε να σχετίζεται με τη Σέρβα καλλιτέχνη, τη στιγμή που εγώ αναζητούσα στο βαθύτερο ασυνείδητο τις απαντήσεις σχετικά με τη γέννηση της επιθυμίας.

Ομολογώ πως ελάχιστα είναι τα όσα γνωρίζω για την Αμπράμοβιτς. Ελάχιστα με δεδομένο το πόσο γνωστή είναι. Υποθέτω πως το όνομά της δεν θα ήταν αρκετό για να μου δημιουργήσει αναγνωστική επιθυμία. Πάλι πίσω στο άγνωστο λοιπόν.

Στο παγκάκι δίπλα στη θάλασσα ξεκίνησα να διαβάζω Το μουσείο της σύγχρονης αγάπης της Χέδερ Ρόουζ, εμπνευσμένο από τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς, σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Δεν σηκώθηκα παρά όταν ο ήλιος άρχισε να δύει.

Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την περφόρμανς Η καλλιτέχνις είναι εδώ, την οποία η Μαρίνα Αμπράμοβιτς εκτέλεσε το 2010 στο ΜοΜΑ. Ο Άρκι Λέβιν, μουσικοσυνθέτης που ζει στη Νέα Υόρκη, επισκέπτεται καθημερινά την αίθουσα στην οποία η Αμπράμοβιτς κάθεται σε μία καρέκλα έχοντας απέναντί της μία κενή στην οποία μπορεί να καθίσει κάθε επισκέπτης που το επιθυμεί -και που έχει την υπομονή να αναμείνει στην ουρά.

Στο ανθρώπινο σύμπαν που περιστρέφεται γύρω από την περφόρμανς με προεξέχουσα την Αμπράμοβιτς, τους συνεργάτες της και τους επισκέπτες τής έκθεσης, η Ρόουζ προσθέτει τον εαυτό της ως αφηγηματική φωνή που ακούγεται από το μυθιστορηματικό υπερπέραν, αλλά και τη νεκρή μητέρα της Αμπράμοβιτς από το υπερπέραν γενικότερα. Το μυθιστόρημα αποτελεί μία σύνθεση πραγματικών και φανταστικών προσώπων και γεγονότων. Κάτι το οποίο αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον κατά την ανάγνωση, αυτά τα ασταθή όρια μεταξύ αναπαράστασης και επινόησης.

Αν στο ένα άκρο εντοπίζεται η πρωτοτυπία της περφόρμανς αλλά και η ιδέα της Χέδερ να την τοποθετήσει στον κέντρο του μυθιστορήματός της, τότε στο άλλο άκρο εντοπίζονται αρκετά κλισέ και κάποιες ευκολίες ως προς την εκτέλεση του εγχειρήματος, ενώ, κάπου στο ενδιάμεσο, στέκει το μυθιστόρημα.

Στα θετικά του βιβλίου η αποτύπωση της ατμόσφαιρας και διαφόρων στιγμιοτύπων της περφόρμανς αλλά και η γενικότερη αίσθηση του ΜοΜΑ κατά τη διάρκεια της περφόρμανς αλλά και της αναδρομικής έκθεσης με έργα της Αμπράμοβιτς.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος θυμήθηκα το Σημείο ωμέγα του ΝτεΛίλο, ένα βιβλίο το οποίο είχα απολαύσει πάρα πολύ.       

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Ο αιώνας - Javier Marías





Είναι ένα βιβλίο που το έψαχνα με μανία, είχα ρωτήσει παντού γι' αυτό, και όσο δεν το έβρισκα τόσο η μανία θέριευε και με καταλάμβανε ολοκληρωτικά, έτσι που, όταν η Α. μού έστειλε μήνυμα, έχω κάτι για σένα, έγραφε, κι εγώ κατέβηκα μέχρι το κέντρο με το ποδήλατο, και το έπιασα στα χέρια μου, δεν το πίστευα, το ξεφύλλιζα ξανά και ξανά, όμως, ίδιον της μανίας κι αυτό, μόλις γύρισα σπίτι, και ενώ στη διαδρομή, πάνω στη σέλα και κόντρα στην ανηφόρα, άλλο δεν σκεφτόμουν παρά πότε θα τελείωνα το βιβλίο που διάβαζα εκείνη τη στιγμή, έβγαλα τον Αιώνα από την τσάντα και τον άφησα κάτω από εκείνο το άλλο βιβλίο που διάβαζα τότε, στο κομοδίνο στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, και μπήκα να κάνω ένα ντουζ για να ξεπλύνω τον ιδρώτα και το καυσαέριο που η ποδηλασία στην Αθήνα συνεπάγεται, τον Αιώνα δεν τον ξανάπιασα. Ο αιώνας έκανε εκατοντάδες χιλιόμετρα, μπήκε σε τρεις κούτες μεταφορικής και σε πάμπολες τσάντες, πλάτης αλλά και υφασμάτινες, όμως στο τέλος συνέχεια βρισκόταν στο ράφι με τα υπόλοιπα αδιάβαστα, αν και πάντα σε περίοπτη θέση. Μέχρι τις προάλλες.

Τις προάλλες. Δεν περιγράφω παρά μια κοινή κατάσταση, που κάθε αναγνώστης έχει βιώσει, την έντονη επιθυμία να διαβάσει ένα βιβλίο ενός συγκεκριμένου συγγραφέα. Αυτό ένιωσα. Η επιθυμία αυτή συγγενεύει με την επιθυμία της αναγνωστικής επιστροφής σε ένα βιβλίο, όμως διαφέρει στο εξής: στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει η συνύπαρξη της ανάγκης για κάτι οικείο, ένας αγαπημένος συγγραφέας, αλλά και για κάτι νέο, ένα βιβλίο αδιάβαστο. Μια καινούρια ιστορία από έναν αγαπημένο φίλο.

Η πρώτη σελίδα. Δεν είναι Μαρίας αυτό που διαβάζω σκέφτηκα μόλις διάβασα την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος. Δεν είναι Μαρίας αυτό που διαβάζω σκέφτηκα μόλις διάβασα δεύτερη αλλά και τρίτη φορά την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος. Δεν έμοιαζε να είναι πρόβλημα της μετάφρασης. Στιγμιαία σκέφτηκα να το παρατήσω.

Υπόθεση. Στο μυθιστόρημα τα κεφάλαια εναλλάσσονται μεταξύ πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης. Στα μονά κεφάλαια αφηγητής είναι ο Κασαλντάλιγα, γέρος και ετοιμοθάνατος, διηγείται την τωρινή του κατάσταση, κάνοντας σκέψεις περί θανάτου, καχύποπτος απέναντι σε όσους τον περιτριγυρίζουν με φαινομενικό ενδιαφέρον. Στα ζυγά κεφάλαια ο παντογνώστης αφηγητής παίρνει τον λόγο και μας εξιστορεί κάποια επεισόδια της ζωής τού γεννημένου στις αρχές του περασμένου πια αιώνα Κασαλντάλιγα.

Μετά την ανάγνωση. Δεν είναι το αγαπημένο μου μυθιστόρημα και δεν θα γίνει ποτέ. Υπήρχαν σημεία που κουράστηκα, ίσως εδώ να φταίει λίγο παραπάνω η μάλλον ελλιπής επιμέλεια της μετάφρασης. Ίσως όμως και ο πομπώδης λόγος του Μαρίας, του Μαρίας του τέταρτου μυθιστορήματος και των τριάντα δύο χρόνων, ειδικά στα πρωτοπρόσωπα κεφάλαια, μια διάθεση επίδειξης άνεσης στον χειρισμό της γλώσσας, οι όχι και τόσο καλά χωνεμένες κεντροευρωπαϊκές επιρροές, αυτές οι ίδιες που αργότερα θα απογείωναν τα μυθιστορήματά του, θύμιζε κάποιες στιγμές μικρό παιδί που μιλάει με τη γλώσσα των μεγάλων, και ίσως εδώ να φταίει η απειρία του Μαρίας του τέταρτου μυθιστορήματος και των τριάντα δύο χρόνων, που ηττήθηκε στην αναμέτρηση με τον ήρωά του, του παραδόθηκε ολοκληρωτικά. Ο αιώνας είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο ξεκάθαρα περιστρέφεται γύρω από τον κεντρικό χαρακτήρα τον Κασαλντάλιγα, έναν αντιπαθή αντιήρωα, που για χρόνια έζησε στην ασφάλεια του περιθωρίου και μόνο όταν ένιωσε έτοιμος αναζήτησε τον ρόλο του στην πρώτη γραμμή. Αν και σύμφωνα με τον Μαρίας το πρότυπο για τον Κασαλντάλιγα το άντλησε από το οικογενειακό του περιβάλλον, ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας δεν είναι αρκετά σφαιρικός, αλλά προσιδιάζει περισσότερο σε καρικατούρα, και ίσως αυτό να συμβαίνει όταν ο συγγραφέας δεν αγαπάει τον ήρωά του, δεν τον θαυμάζει για τις αρετές του, αλλά περισσότερο επιθυμεί να αναδείξει μέσα από εκείνον μια εποχή, την ιδιαιτερότητα μιας εποχής περασμένης η οποία επιζεί κρυμμένη καλά πίσω από τη λήθη και την παραποίηση.      
Υπήρχαν βέβαια αρκετά σημεία εντυπωσιακά, μικρά μα ευκρινή δείγματα όσων θα πύκνωναν εκθετικά στα επόμενα μυθιστορήματα, αρχής γενομένης ήδη από το επόμενο, τον Αισθηματικό άντρα, με τις υπέροχες πρώτες σελίδες, εκεί όπου ο Λέοντας της Νάπολης, βαφτιστήρι του Κασαλντάλιγα εδώ, ως επιβάτης τρένου με τελικό προορισμό την Μαδρίτη, διαβάζει Μπέρνχαρντ και νιώθει ενόχληση, την γνώριμη ενόχληση που νιώθει ο αναγνώστης του Μπέρνχαρντ καθώς ξεβολεύεται ακολουθώντας τις σπείρες της σκέψης αυτού του σπουδαίου συγγραφέα, ενός εκ των σπουδαιότερων για να είμαστε ακριβείς. 

Το κλισέ. Είναι άδικο να συγκρίνουμε μεταξύ τους τα έργα ενός δημιουργού. Συμφωνώ εν πολλοίς με αυτό. Είναι άδικο και ίσως δεν έχει και νόημα αν δεν γίνεται υπό ένα πρίσμα πιο φιλολογικό, με κριτήρια θεματολογίας, εξέλιξης, μοτίβων, όταν δηλαδή ο στόχος δεν είναι η αποτύπωση του σύμπαντος ενός συγγραφέα αλλά η απλή δήλωση προτίμησης για το ένα ή το άλλο βιβλίο.

Το παράπονο. Έχει περάσει πάρα πολύς καιρός από την τελευταία κυκλοφορία κάποιου βιβλίου του Μαρίας στα ελληνικά, είμαστε ήδη δύο βιβλία πίσω.

Η πρόβλεψη. Το 2019 ο Μαρίας θα κερδίσει το Νόμπελ λογοτεχνίας.


Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Λιβάνη


Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Πόλεις αόρατες



Μου ζητάς να σου μιλήσω για τις πόλεις εκείνες του παρελθόντος, και σου κάνει εντύπωση που τις αποκαλώ πόλεις αόρατες. Δηλαδή ανύπαρκτες; με ρωτάς. Όχι ακριβώς, σου απαντώ και προσπαθώ να δω πώς θα σου εξηγήσω καλύτερα. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, να εξηγήσεις, καλύτερα, αναλυτικότερα, πληρέστερα, ακριβέστερα, ικανοποιητικά. Μήπως ονειρικές; επιμένεις. Ακριβώς το αντίθετο, σου απαντώ.

Αναπολώ τις πόλεις, δεν τις ονειρεύομαι, παρά μόνο κάποια βράδια, μετά το τέλος μιας γιορτής ίσως, και το επόμενο πρωί νομίζω, για λίγο δυστυχώς, πως βρίσκομαι πάλι πίσω εκεί, και ας έτρεχα στα στενά τους, αφού πάλι εφιάλτη έβλεπα· το ξέρω πως η ανάσα μου με προδίδει όταν βλέπω εφιάλτη, εσύ πριν από μένα ξέρεις πως δεν είναι κάτι ανησυχητικό, μόνο ένα όνειρο κακό, γρήγορα θα περάσει, έχεις βέβαια τον νου σου πάντα εσύ μήπως χρειαστεί να με ταρακουνήσεις.

Αναπολώ τις πόλεις που κάποτε επισκέφθηκα, πότε ταξιδιώτης και πότε τουρίστας, σε κάποιες από εκείνες έζησα κιόλας, μέρες ή χρόνια, τοποθέτησα τα ρούχα μου σε ντουλάπα, απέκτησα και συνήθειες, χώρια οι έρωτες και οι εγγραφές στα δημοτολόγια. 

Αναπολώ τις πόλεις που δεν ήταν αόρατες από την πρώτη μέρα της αναχώρησης, τότε, που κάθε φορά στο βαγόνι του τρένου, στη σέλα του ποδηλάτου, στο τιμόνι του αυτοκινήτου, στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου πίστευα, ήμουν απόλυτα πεπεισμένος πως η εικόνα εκείνης της πόλης θα παρέμενε αναλλοίωτη μέσα μου, όσα χρόνια και αν περνούσαν. 

Αόρατες έγιναν αφού πρώτα θόλωσαν, αφού πρώτα έχασαν τα ονόματα των οδών και των πάρκων· πού έμενα, πού περπατούσα, ποια ήταν η διασταύρωση που έκλαψα εκείνο το βράδυ; Ή μήπως δεν ήταν βράδυ; Ή μήπως δεν έκλαψα εγώ;

Κάπως έτσι η μια πόλη κάθεται πάνω στην άλλη, γίνονται μία, οι δρόμοι τους διασταυρώνονται, γεγονός που προκαλεί τεράστια προβλήματα στην κυκλοφορία, οδηγοί βγαίνουν από τα αυτοκίνητά τους απελπισμένοι, δεν έχουν κουράγιο πια ούτε για να κορνάρουν, εραστές περιμένουν μάταια, δίνοντας συνεχώς παρατάσεις ενός τετάρτου, αρνούμενοι πεισματικά να αποδεχτούν πως το αντικείμενο του πόθου τους δεν θα εμφανιστεί απόψε, υπάλληλοι γραφείου γυρεύουν τον δρόμο για το σπίτι τους, νωρίς το απόγευμα μια μέρα εργάσιμη. 

Αόρατος τότε είμαι εγώ. 

Δεν καταλαβαίνεις όμως. Μου ζητάς να συνεχίσω. Κι εγώ δεν ξέρω πώς. Μου ζητάς ονόματα και σου τα δίνω. Τότε μου φέρνεις καρτ ποστάλ και με ρωτάς τι νιώθω αντικρίζοντάς τες. Και νιώθω πολλά, και δεν νιώθω τίποτα. Ένα κενό. Ψάχνεις περισσότερο. Γυρεύεις φωτογραφίες λιγότερο τουριστικές, λήψεις ανθρώπινες, ερασιτεχνικές, με κόκκο, κακοφωτισμένες, κάδρα στραβά. Τίποτα εγώ. Μα καλά, αναφωνείς σχεδόν με θυμό, φωτογραφίες τους δεν έχεις; Ανασηκώνω τους ώμους, πώς να σου μιλήσω για τα λευκά φωτογραφικά χαρτιά στο μεταλλικό κουτί των αναμνήσεων; Δεν τα παρατάς. Φαγητά, διάλεκτοι, αξιοθέατα, ονόματα χαρακτηριστικά, κυρίως γυναικεία. Με συγκινεί η επιμονή σου, αλήθεια σου λέω, αλλά μάλλον αυτό δεν φτάνει. Στον τοίχο απέναντι τοποθετείς έναν χάρτη. Συνέχισε να μου μιλάς γι' αυτές, μου λες.


(Αφορμή: Αόρατες πόλεις, Ίταλο Καλβίνο, μτφρ. Ε.Ασλανίδης/Σ.Καπογιαννοπούλου, εκδόσεις Οδυσσέας)   

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Η γη του θυμού - Χρήστος Χρυσόπουλος


 
Καθώς περνούν τα χρόνια, ο θυμός μεγαλώνει. Παραδίδεται σαν ιερή παρακαταθήκη από τους γονείς στα παιδιά τους, κι από γενιά σε γενιά βαθαίνει. Μια μοναδική ευχή, πικρή σαν τύψη: οργίσου! Κράτα τον θυμό σφιχτά κοντά σου. Μην τον ξεχνάς. Αυτός, τουλάχιστον, δεν απαλλοτριώνεται.
Ο συγγραφέας, με τη φωτογραφική μηχανή περασμένη στον λαιμό, περιδιαβαίνει την πόλη. Αφουγκράζεται την ένταση, νιώθει τον θυμό, καταγράφει τους διαλόγους. Σε μια παράδοξη έκφανση πατριωτισμού θεωρούμε τη γη του θυμού γη ελληνική, προνόμιο δικό μας. Διάβαζα πρόσφατα μια ακόμα έρευνα για το πόσες θέσεις έχει υποχωρήσει η χώρα μας στην κατάταξη με τους πιο ευτυχείς κατοίκους παγκόσμια· το βιβλίο του Χρυσόπουλου ήρθε να δώσει φωνή στην πτώση αυτή. Η καθημερινή καταγραφή της ευτυχίας θα σήμαινε καθημερινή πτώση στην κατάταξη, μέχρι που θα ήμασταν τελευταίοι, και όμως θα συνεχίζαμε να πέφτουμε. Μιλώ συχνά με φίλους στο εξωτερικό, ντόπιους και μετανάστες, δεν είναι τόσο καλύτερα τα πράγματα εδώ, λένε. Θυμάμαι μια μέρα, πάνε τρία χρόνια, στο μετρό, τον καβγά ανάμεσα σε δύο ηλικιωμένους, λόγια βαριά και πρόσωπα κόκκινα από την υπερσυγκέντρωση αίματος, αφορμή η πρόταση εκείνης, που καθόταν, σε εκείνον, που στεκόταν όρθιος, να καθίσει, ποιον είπες γέρο μωρή, έσκουξε. Ο ρεαλισμός από μόνος του δεν είναι αρκετός, η αληθοφάνεια είναι εκείνη που δύναται να συγκλονίσει, η αίσθηση πιστότητας. Ο συγγραφέας περπατά και παρατηρεί, καταγράφει. Ο συγγραφέας μιλάει για καταστάσεις στις οποίες υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας -απρόσκλητος επισκέπτης-, αν του δώσεις έναν χάρτη εύκολα θα σημαδέψει τα σημεία δράσης. Εδώ, το όριο ανάμεσα στο ντοκουμέντο και στη λογοτεχνία είναι δυσδιάκριτο. Γι' αυτό το είδος λογοτεχνίας κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Δεν επικρατεί μόνο θυμός εκεί έξω, σίγουρα όχι, όμως ο θυμός απ' όλα τα συναισθήματα είναι εκείνος που περισσότερο παραλύει τον αποδέκτη, εκείνος που διαθέτει την υψηλότερη επικινδυνότητα μετάδοσης. Κάποτε, όχι πολύ καιρό πριν, ο θυμός ήταν προνόμιο του κέντρου των μεγάλων πόλεων, κάποτε ο θυμός έμενε πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες, εκφραζόταν ως μια διένεξη μεταξύ οδηγών, κάποτε ο θυμός ήταν ένα συναίσθημα κακό, αυτό θα σου απαντούσαν οι περισσότεροι. Τώρα ο θυμός βρίσκεται παντού, ξεσπά στο διπλανό τραπέζι του ήσυχου συνοικιακού καφέ, τώρα λένε πως η εκδήλωση του θυμού είναι δείγμα υγείας. Όμως ο θυμός υπήρχε και τότε στις από απόσταση υπέροχες μέρες του παρελθόντος, λούφαζε και τρεφόταν, κάποιοι βλέποντας το Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη υποστήριξαν πως ο σκηνοθέτης υπερβάλλει, τυχεροί να πιστεύουν κάτι τέτοιο ή καλά κρυμμένοι στον μικρόκοσμό τους. Ο θυμός γεννάει μικροεξουσίες, εγώ ξεσπώ σε σένα, εσύ στον άλλον, πάντα προς τα κάτω, πάντα προς τον πιο αδύναμο, κοινωνικά, οικονομικά, συναισθηματικά.  Όταν ο συγγραφέας κοιτάζει μέσα από τον φακό της φωτογραφικής μηχανής, μοιάζει να επικρατεί το κόκκινο. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την έκδοση το πιστοποιούν. Μετά την επιστροφή στο σπίτι, κοιτάζοντας τις ανεπεξέργαστες φωτογραφίες της βόλτας εκείνης, ο Χρυσόπουλος δεν αναγνωρίζει τα μέρη όπου λίγες ώρες πριν περπάτησε. Όπως οι λέξεις που άκουσε, έτσι και οι εικόνες που αποτύπωσε χρειάζονται την απαραίτητη επεξεργασία. Η γη του θυμού είναι ένα συναισθηματικά δύσκολο βιβλίο, υψηλής έντασης, γέννημα της παρατήρησης και της καταγραφής του Χρυσόπουλου, το οποίο, δυστυχώς, αποτυπώνει αρκετά ικανοποιητικά την πραγματικότητα. 

Η γη του θυμού κυκλοφόρησε πρώτα στη Γαλλία το 2015 και έγινε θεατρική παράσταση. Η ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε το 2018.   

Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Όπως ποτέ - Μισέλ Φάις





Η συνειρμική γραφή ίσως να αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της κατά Ναμπόκοφ αισθητικής απόλαυσης ως απάντηση στο ερώτημα γιατί γράφει κανείς. Τι είναι όμως εκείνο που μετατρέπει τη συνειρμική γραφή από ένα προσωπικό κείμενο σε λογοτεχνική γραφή; 

Με το Όπως ποτέ ο Μισέλ Φάις ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία, που άρχισε με το μυθιστόρημα Από το πουθενά και συνεχίστηκε με τη νουβέλα Lady Cortisol. Σε κάθε μέρος της τριλογίας αυτής ο συγγραφέας επιμένει να απεκδύεται ολοένα και περισσότερο ό,τι σηματοδοτεί, ό,τι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει για τον αναγνώστη ένα μονοπάτι εισόδου στο περιβάλλον όπου πραγματοποιούνται οι διάλογοι των χαρακτήρων. Και αν στο Από το πουθενά υπήρχε το δωμάτιο του ψυχαναλυτή, και επομένως η σχέση ψυχαναλυτή-ψυχαναλυόμενου, στα επόμενα δύο μέρη μόνο συνειρμικές υποθέσεις μπορεί να κάνει ο αναγνώστης. Η συνειρμική γραφή, για να γυρίσω στο αρχικό ερώτημα, χρειάζεται ένα καλούπι για να περιχυθεί, να πάρει σχήμα και μορφή, ένα καλούπι από συγγραφικές αποφάσεις και συμβάσεις, ο συγγραφέας -στην προκειμένη περίπτωση- πρέπει να ξέρει τις απαντήσεις στα ερωτήματα: ποιοι μιλάνε; πού βρίσκονται; Και οι απαντήσεις αυτές δεν είναι μονολεκτικές αλλά λεπτομερείς. Αφού δημιουργηθεί το καλούπι, και ο συγγραφέας γνωρίζει, τότε το έδαφος μοιάζει γόνιμο, τότε είναι η στιγμή του συνειρμού, τότε είναι η στιγμή του αφήματος. Εδώ ο Φάις κάνει ακόμα κάτι, σπάει το καλούπι αυτό, αφαιρεί προσεκτικά κάθε στρώση του, αφήνει τις λέξεις των χαρακτήρων του μόνες σε ένα κενό. Εδώ -ειδικά στο Όπως ποτέ- ένα κείμενο που διαθέτει έντονη θεατρικότητα, εξαιτίας των συνεχών ερωτήσεων και απαντήσεων, του συνεχούς ενώπιος ενωπίω των χαρακτήρων, αποδεικνύεται τελικά τόσο αντιθεατρικό όταν φτάνει η στιγμή της θεατρικοποίησής του, όταν φτάνει η στιγμή να ανεβούν οι χαρακτήρες στη σκηνή, γιατί ακόμα και αν διαγράφονται μόνο οι σκιές τους ή αν ακούγονται μόνο οι φωνές τους, τότε ακόμα και αυτά τα ελάχιστα θα μαρτυρούν τόσα πολλά για εκείνους, περισσότερα απ' όσα ο συγγραφέας θέλησε.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να μπαίνεις σε λούνα παρκ.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να κυκλοφορείς σε χαμαιτυπείο, σε καταγώγιο, σε άτυπο πορνείο.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να γέρνει το δωμάτιο.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να κλαίει μια γυναίκα.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να παραχωρείς τη θέση σου σε κάποιον άλλον.
Τελειώνοντας την ανάγνωση του Όπως ποτέ ένιωσα την επιθυμία να δω ξανά το La maman et la putain, δεκαπέντε χρόνια μετά. Και για έναν εμμονικό με την καταγραφή των νημάτων η εκδήλωση μιας τέτοιας επιθυμίας αποτελεί την αρχή της αναζήτησης στα υπόγεια της συνείδησης. Θυμάμαι την ημέρα εκείνη. Ο Άνχελ ήταν κάθετος, έπρεπε να πάω μαζί του στην προβολή αυτή, ήταν ίσως η μοναδική ευκαιρία να δω στη μεγάλη οθόνη την ταινία αυτή. Εγώ δεν είχα όρεξη. Πήγα ακριβώς επειδή δεν είχα όρεξη να αντιπαρατεθώ μαζί του. Μετά την προβολή συνέχιζα να μην έχω όρεξη αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Δεν του είπα ποτέ κάτι για την επιμονή του. Δεν βρήκα τις κατάλληλες λέξεις. Πάει καιρός πια που δεν μιλάμε.
Όχι, δεν θυμάται.
Ελάχιστα μπορεί να πει γι' αυτήν.
Του λέει, δεν χάνεσαι ποτέ τυχαία, δεν υπάρχει τυχαίος αποπροσανατολισμός, αφού, όταν χάνεσαι, κάτι βρίσκεις.
Θα μπορούσε να την έχει γνωρίσει καθισμένη στο καπό ενός αυτοκινήτου.
Κάποια στιγμή κλείνει τα μάτια, ψαύει το πρόσωπό του και του λέει, δεν είσαι αυτό που λες, που δείχνεις ότι είσαι, αυτό που υποστηρίζεις, που διατυμπανίζεις, αυτό που μια ζωή παριστάνεις και βαυκαλίζεσαι ότι είσαι, αλλά και σαρκάζεις, υπονομεύεις ή αποσιωπάς.
Ας κρατήσουμε τον ρασιοναλισμό και την παντογνωσία μακριά από τη συγκίνηση. Δεν ξέρω γιατί το βιβλίο αυτό -λίγο περισσότερο από τα άλλα δύο- με συγκίνησε τόσο πολύ σε κάποια σημεία του, όσες φορές και αν τα διάβασα, ξανά και ξανά, απάντηση δεν βρήκα. Και αυτό είναι ένα σπουδαίο συναίσθημα. Να αγνοείς το μηχανισμό ενεργοποίησης, να μη στενάζεις κάτω από μια καθοδήγηση, να μη γίνεσαι θύμα συναισθηματικού εκβιασμού, να μην ξέρεις, για να το πω έτσι, από πού θα σου έρθει. Και τότε, απροετοίμαστος, παραδίνεσαι. Ίσως αυτό να είναι το στοίχημα-επιδίωξη του Φάις, η απόλυτη κυριαρχία του λόγου σε αυτό το ανοίκειο για τον αναγνώστη περιβάλλον, η επίδραση αυτής της κυριαρχίας στον αναγνώστη στην κατ' εξοχήν εποχή των εικόνων, η αντίδραση στην ανάγνωση ενός κειμένου με τα μάτια σκεπασμένα, μια εμπειρία πρωτίστως ακουστική.

Δεν είναι όμως μόνο η εποχή των εικόνων, είναι και η εποχή αυτή κατά την οποία συμβαίνει το εξής -εν πρώτοις- παράδοξο, να υπάρχει τόση υπερέκθεση εαυτού -φωτογραφίες, σκέψεις, κοινοποιήσεις παρουσίας, απόψεις επί παντός επιστητού- και ταυτόχρονα τόσο μεγάλο μάγκωμα στη διαπροσωπική επικοινωνία, ίδιον μάλλον της ψηφιακής εγγύτητας κατά την οποία όλοι μοιάζουμε με διαχειριστές της δημόσιας εικόνας μας σε ένα διαρκώς διαθέσιμο πεντάλεπτο δημοσιότητας, και πρέπει να είμαστε τέλειοι και υπέροχοι, ακόμα και στους φόβους ή στις αποτυχίες μας. Συνειδητά αφήνεται κανείς πλήρως, ή, για να είμαστε δίκαιοι, επιθυμεί να αφεθεί κανείς πλήρως μονάχα απέναντι στον εραστή και στον ψυχολόγο του, αυτό μοιάζει να μας λέει ο Φάις, τον πρώτο καιρό με τον εραστή, λίγο περισσότερο με τον ψυχολόγο, με τον εαυτό μας λιγότερο ή καθόλου, σπάνια κάνουμε άλλωστε τις κατάλληλες ερωτήσεις, ενώ πάντα μπορούμε να μεταθέσουμε τις απαντήσεις για μια άλλη στιγμή.


Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Περαστικοί - Jenny Erpenbeck




«Πού πάει ένας άνθρωπος,
   όταν δεν ξέρει πού να πάει;»

Οι Περαστικοί είναι η ιστορία κάποιων εκατοντάδων προσφύγων στο Βερολίνο, η μάχη τους να πάψουν να είναι αόρατοι, να αποκτήσουν χαρτιά και δικαίωμα στην εργασία, να έχουν μέλλον. Είναι η ιστορία κάποιων τυχερών προσφύγων που κατόρθωσαν να φτάσουν μέχρι τη Γερμανία, ενώ οι περισσότεροι με τους οποίους ξεκίνησαν μαζί χάθηκαν στον δρόμο. Τη ζωή τους έχασαν στον δρόμο, όχι τον προσανατολισμό τους. Είναι η ιστορία του Ρίχαρντ, του καθηγητή πανεπιστημίου, που πρόσφατα βγήκε στη σύνταξη. Γεννημένος στο Ανατολικό Βερολίνο, είδε το 1989 το Τείχος να πέφτει, το Βερολίνο να ενώνεται. Προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο γεννήθηκαν σε πολλούς, τώρα εκείνος παίρνει μικρότερη σύνταξη από τους δυτικούς συναδέλφους του. Αν και δεν υπάρχει καμία σημείωση εκ μέρους της συγγραφέως πως το μυθιστόρημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, εντούτοις δεν νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία επ' αυτού. Αναρωτιέμαι πόσοι κάτοικοι του Βερολίνου να γνώριζαν την ιστορία αυτή ή κάποια παρόμοιά της. Ο Ρίχαρντ ενεπλάκη στην ιστορία αυτή σταδιακά και από σύμπτωση, κάτι διάβασε μια μέρα στην εφημερίδα, από περιέργεια αποφάσισε μια άλλη να επισκεφτεί το κτίριο που αρχικά φιλοξενούνταν οι πρόσφυγες, ύστερα θέλησε να ακούσει τις ιστορίες τους.
Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθατε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις μέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;
Με κάθε καινούριο βιβλίο της η Έρπενμπεκ μοιάζει να αφαιρεί ολοένα και περισσότερα από τα πέπλα εκείνα με τα οποία έκρυβε τον ωμό ρεαλισμό στα πρώτα της βιβλία, να εγκαταλείπει τους συμβολισμούς και τις παραβολές, να μην αναζητά καταφυγή στο μεταφυσικό «αν», να επικεντρώνεται στην απτή πραγματικότητα. Κάποιες ιστορίες οφείλουν να αποδοθούν χωρίς φτιασίδια. Καλώς ή κακώς η τύχη του κάθε βιβλίου επηρεάζεται πέραν της εγγενούς αξίας του και από τις επικρατούσες συνθήκες. Οι Περαστικοί, το πέμπτο βιβλίο της Έρπενμπεκ που κυκλοφορεί στα ελληνικά -όλα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη-, μοιάζει να είναι αυτό που εγκαθιδρύει οριστικά τη φήμη τής συγγραφέως σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς κερδίζει βραβεία ή υποψηφιότητες για βραβεία και διθυραμβικές κριτικές. Ναι, θα μπορούσε κάποιος να πει πως ένα βιβλίο για ένα ζήτημα τόσο φλέγον όσο το προσφυγικό, σε συνδυασμό με την πολεμική που αυτό γεννάει, αποτελεί την κατάλληλη συνταγή για την επιτυχία, επιπρόσθετα θα μπορούσε να κατηγορήσει τη συγγραφέα ακόμα και για καιροσκοπισμό. Ωστόσο η κυκλοφορία του βιβλίου στη Γερμανία (2015) απλώς συνέπεσε με τα κύματα προσφύγων από τη Συρία. Οι πρόσφυγες της Έρπενμπεκ προέρχονται όλοι από την Αφρική. Σαφώς οι περισσότερες κριτικές που κυκλοφορούν για τους Περαστικούς, αποθεωτικές στην πλειοψηφία τους, εκεί τείνουν να εστιάζουν, στο ανθρωπιστικό μέρος, στο ντοκουμέντο. Και προφανέστατα αυτό είναι ένα σημαντικό συστατικό του μυθιστορήματος, η αλήθεια που έχει να διηγηθεί, η ιστορία αυτών των προσφύγων, οι ιστορίες όλων εκείνων που βρέθηκαν ξένοι σε ξένο τόπο. Όμως αποτελεί παράλειψη να μη σταθεί κανείς στην εξέχουσα γλώσσα, στο χτίσιμο των χαρακτήρων, στις διακειμενικές αναφορές, στο στήσιμο της πλοκής και στην αφήγηση. Οι Περαστικοί είναι μυθιστόρημα και όχι ρεπορτάζ εφημερίδας.    

Ο τόπος και ο ήρωας. Το Βερολίνο, στο οποίο η Έρπενμπεκ γεννήθηκε και κατοικεί, είναι το σκηνικό, η πλέον ανοιχτόμυαλη και προοδευτική όψη της Γερμανίας, το Βερολίνο με την πολιτική ταυτότητα και με το βάρος της μνήμης. Εκεί η αντίθεση μοιάζει πιο έντονη. Ο Ρίχαρντ, για τον οποίο η ιστορία των ανθρώπων αυτών είναι κατ' αναλογία γνώριμη και οικεία, προσωποποιεί τις δύο Γερμανίες, τη διαίρεση και την επανένωση, είναι ταυτόχρονα ντόπιος και ξένος, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, και ας μη χρειάστηκε ούτε σπίτι να αλλάξει. Η Έρπενμπεκ δίνοντας μορφή στον Ρίχαρντ δεν αμέλησε να τον προικίσει με περαιτέρω γωνίες και πλευρές πέραν της ενασχόλησής του με τους πρόσφυγες, έτσι ο Ρίχαρντ είναι ένας χαρακτήρας σφαιρικός και αληθοφανής, με παρελθόν, λάθη και απώλειες να τον βαραίνουν, με παρόν, φίλους και ενδιαφέροντα να τον συντροφεύουν. Το πρόβλημα είναι πως η συμπεριφορά του Ρίχαρντ φαντάζει στα μάτια του αναγνώστη ηρωική και όχι ανθρώπινη και αναμενόμενη, δείγμα της εποχής που ζούμε ─αν είμαστε αισιόδοξοι─ ή της ανθρώπινης φύσης ─αν όχι.     

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο συχνά αναρωτιέμαι, εν είδει μεταναγνωστικού παιχνιδιού, ποια θα μπορούσαν να είναι τα κίνητρα που ώθησαν τον συγγραφέα να αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία. Και στην περίπτωση των Περαστικών υποθέτω ─γιατί για παιχνίδι υποθέσεων πρόκειται άλλωστε─ πως η Έρπενμπεκ θέλησε να διηγηθεί την ιστορία αυτή για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί είναι μια ιστορία δυνατή, τρομερά στενάχωρη, ιστορία που τείνει να γίνει κλισέ δυστυχώς, μια πραγματικότητα που όσο και αν επιμένουμε να αγνοούμε εμείς οι κάτοικοι της Δύσης είναι ολοένα και πιο παρούσα. Δεύτερον, για να κάνει την απαραίτητη έρευνα, να διαβάσει νόμους και διατάγματα, να καταρρίψει μύθους, να έρθει σε επαφή με τον ξενοφοβικό λόγο, να θέσει τα κατάλληλα ερωτήματα, μήπως και βρει απαντήσεις. Και τρίτον, για να πάρει θέση, θέση πολιτική, να ταχθεί με την πλευρά των προσφύγων και να ορθώσει ανάστημα ενάντια στον ακροδεξιό οχετό. Δεν είναι δεδομένη η κοινωνικοπολιτική θέση κάποιου απλώς και μόνο επειδή είναι ή δηλώνει καλλιτέχνης, η θέση κάποιου πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια.  

Παρότι οι προσδοκίες μου γι' αυτό το βιβλίο ήταν μεγάλες, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ πως, παίρνοντάς το στα χέρια μου και γνωρίζοντας μέσες άκρες την υπόθεση, διακατεχόμουν από έναν φόβο, που είχε να κάνει με την πιθανή ύπαρξη ενός διδακτικού τόνου, φόβο μήπως η δύναμη της ιστορίας των προσφύγων παρέσερνε το μυθιστόρημα σε μονοπάτια ηθικοπλαστικά. Όχι, ο Ρίχαρντ δεν είναι ένας τύπος που κουνάει το δάκτυλο, και δεν είναι ένας τέτοιος τύπος ακριβώς γιατί είναι ένας άνθρωπος που δρα κατά συνείδηση. 

Η πρσοφυγιά και η μετανάστευση δεν είναι όπως πολλοί λανθασμένα πιστεύουν και ─σκοπίμως ή από άγνοια─ διαδίδουν ένα φαινόμενο συγκαιρινό. Η προσφυγιά και η μετανάστευση είναι η ιστορία της ανθρωπότητας, η ιστορία του κάθε τόπου, παλαιότερη από κάθε γραφειοκρατία και από κάθε σύνορο. Η φυγή από την κόλαση είναι ένστικτο, η φυγή από την κόλαση είναι δικαίωμα. Η αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο επίσης. Σε μια εποχή που η ανοχή όλων μας στις ιστορίες φρίκης όλο και δυναμώνει, ίσως η λογοτεχνία να έχει την απάντηση, και ίσως μόνο η σπουδαία λογοτεχνία να μπορεί να αφυπνίσει τον ναρκωμένο άνθρωπο, να τον κάνει να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο, να επιτελέσει τον ρόλο της ψυχαγωγίας. Αν υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα ίσως να είναι οι Περαστικοί.  

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη