Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

Κορίτσι - Camille Laurens

Ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος Κορίτσι της Καμίγ Λωράνς δημιούργησε προσδοκίες και επιφυλάξεις έτσι όπως συνδέθηκε με τη σπουδαία, νομπελίστρια πια, Αννί Ερνώ. Και αν οι προσδοκίες είναι μάλλον προφανείς –γυναικεία γραφή, αυτοβιογραφικό υλικό, φεμινισμός και κοινωνικοπολιτικό περίβλημα–, οι επιφυλάξεις είχαν μάλλον να κάνουν με μια κακώς εννοούμενη μανιέρα. Όσο και αν μοιάζει απλό να γράψει κάποια όπως η Ερνώ, καθόλου δεν είναι, ας διευκρινιστεί αυτό, πριν απ' ό,τι άλλο ειπωθεί.

Η Λωράνς πιάνει την ιστορία της από την αρχή, όταν γεννήθηκε και ο προγεννητικός έλεγχος ελάχιστα ανεπτυγμένος ήταν, με αποτέλεσμα μέχρι και την τελευταία στιγμή, την έξοδο δηλαδή του εμβρύου από τη μήτρα, ο πατέρας της, γιατρός σε μια μικρή πόλη κοντά στο Παρίσι, να ελπίζει πως το δεύτερο παιδί θα ήταν επιτέλους το αγόρι που τόσο προσδοκούσε και ήθελε. Είναι κορίτσι, η φωνή της μαίας ακούστηκε, λίγο πριν από το κλάμα που επέτρεψε στο βρέφος να πάρει την πρώτη του ανάσα. Το πρώτο εκείνο κομμάτι της ζωής της, από το οποίο η ίδια καμία ανάμνηση δεν διαθέτει, θα δοθεί μέσα από τις αφηγήσεις των τρίτων, γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, σαν να μιλάει η συγγραφέας σε κάποια που δεν γνώρισε παρά μόνο εξ αντανακλάσεως, για να πάρει στη συνέχεια τη σκυτάλη το μνημονικό, ολοένα και πιο λεπτομερές, καθώς η αφήγηση προχωρά μέσα στα χρόνια σε πρώτο πρόσωπο, μέχρι να συγχρονιστεί το παρόν της αφήγησης και της ζωής.

Ο αφηγηματικός τρόπος καθορίζει εν πολλοίς την αναγνωστική πρόσληψη. Ισορροπημένα στακάτος και απολογιστικός, χωρίς υπερβολικό φόρτωμα ποιητικού και γλυκερού ή νοσταλγικού λόγου, με μια εμφανή απόπειρα να σταθεί και να παρατηρήσει από απόσταση τον ίδιο της τον εαυτό, ο τρόπος της Λωράνς είναι επαρκώς καθηλωτικός, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να διατρέχει εξ αρχής τις σελίδες αβίαστα, παρακολουθώντας μια ιστορία, σε πρώτο επίπεδο, αυστηρά προσωπική, με ένα φαινομενικά δυσανάλογο του περιεχομένου ενδιαφέρον. Αυτό κρίνεται σημαντικό ώστε η αφήγηση να μπορέσει να κουβαλήσει στις πλάτες της το προσωπικό βίωμα, καταρρίπτοντας την προαναγνωστική επιφύλαξη: και τι με ενδιαφέρει εμένα η ιστορία της;

Το ύφος ωστόσο από μόνο του δεν είναι επαρκές συστατικό κατασκευής και κυρίως λειτουργίας για ένα μυθιστόρημα, όπως το Κορίτσι προσδοκά να χαρακτηριστεί. Το περιεχόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, επίσης δεν είναι αρκετό. Θέλω να πω πως σε μια εποχή που η μυθοπλασία έχει εξερευνήσει πλείστες γωνιές της ύπαρξης, δύσκολα μια προσωπική ιστορία μπορεί να φέρει κάτι το ρηξικέλευθα πρωτότυπο και καινούργιο, ικανό να κεντρίσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δεν είναι, λοιπόν, η ιστορία της Λωράνς, ασχέτως αν είναι ή όχι πιστή στα πραγματολογικά της συστατικά, από μόνη της συνθήκη ικανή ώστε να καταστήσει αξιανάγνωστο το μυθιστόρημα αυτό. Τότε, τι είναι αυτό που καθιστά ωραίο το Κορίτσι;

Η απόσταση από την οποία επιχειρεί την αναδρομή η συγγραφέας. Αυτή είναι που της επιτρέπει να τοποθετήσει τον εαυτό της και την ιστορία της εντός ενός ευρύτερου πλαισίου, εκεί είναι που ο αναγνώστης αντικρίζει ένα πρόσφορο κοινό παρελθόν, πάντοτε ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τα δικά του ενδιαφέροντα. Μέσα από μια ατομική εξιστόρηση ξεπηδά η θέση της γυναίκας στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Η απόσταση, επίσης, διαχωρίζει τις συγγραφικές προθέσεις, αφήνοντας εκτός τον συναισθηματικό εκβιασμό, το βιβλίο αυτό δεν έχει ως στόχο την (αυτο)λύπηση, το κούνημα του κεφαλιού με κατανόηση, το χτύπημα στην πλάτη. Διαφαίνεται, όμως, η ανάγκη της συγγραφέως να στρέψει το βλέμμα πίσω στον χρόνο και μέσα στον εαυτό της, να παρατηρήσει το περίβλημα, τις εξωτερικές συνθήκες που αναπόφευκτα καθόρισαν και σχημάτισαν αυτό που σήμερα νιώθει/πιστεύει/ελπίζει/φοβάται πως είναι.

Μια απόπειρα κατανόησης και διάκρισης του αυτοπροσδιορισμού και του απέξω αντίστοιχου. Τι απ' όλα επέλεξε η ίδια και τι της φορέθηκε. Αυτό είναι το Κορίτσι. Πιθανολογώ πως σε μια σκληρά ατομική εποχή όπως η σημερινή ίσως να μη βρεθούν αρκετοί αναγνώστες με υπομονή και διάθεση να αφήσουν αρχικά τον εαυτό τους έξω από το βιβλίο, για να τον ξαναβρούν ίσως αργότερα, να μη σκεφτούν πως και εκείνοι, ή η μητέρα τους μάλλον, θα μπορούσαν να γράψουν τη δική τους ιστορία, πως αυτό το μυθιστόρημα δεν τους ενδιαφέρει εξαιτίας του αυτοβιογραφικού του χαρακτήρα, αναγνώστες που θα βιαστούν να το εντάξουν σε μια τρέχουσα λογοτεχνική μόδα, της οποίας αρκετοί με λαχτάρα θα ήθελαν να αποτελέσουν μέρος.

Είναι μια γνώριμη αντιδραστική φωνή που ακούγεται καθάρια παρότι από το βάθος: τα είπατε αυτά ξανά και ξανά, μας έχετε ζαλίσει με τον φεμινισμό, τη ζωή σας και όλα αυτά. Ακριβώς αυτή η αντιδραστική φωνή είναι που δικαιώνει την ανάγκη για βιβλία όπως αυτό. Προσοχή, δεν λέω πως δεν υπάρχουν ευκαιριακές γραφές, απόπειρες επιβίβασης σε ένα όχημα που διασχίζει με προτεραιότητα την τρέχουσα εκδοτική πραγματικότητα. Υπάρχουν και βαραίνουν το σώμα μιας λογοτεχνίας που για χρόνια βρέθηκε στο περιθώριο της λευκής αντρικής λογοτεχνίας, εκείνης που κατασκεύαζε και έφερνε στα μέτρα της τον κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργούν και συγκριτικά, και στη σύγκριση αυτή βιβλία όπως το Κορίτσι αναδεικνύονται, δεν μπορούμε όλοι να γράψουμε με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο γιατί η ζωή μας είναι πιο βαρετή και εύκολη, ενδεχομένως οπλισμένη με διάφορα προνόμια, αλλά γιατί δεν διαθέτουμε τη ματιά και την ικανότητα μεταφοράς της στο χαρτί.

Βιβλία όπως αυτό της Λωράνς δεν στοχεύουν να αναταράξουν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, λειτουργούν στο μεταίχμιο κοινωνίας και λογοτεχνίας, αναδεικνύουν και επισημαίνουν τον πάντοτε επίκαιρο χαρακτήρα τους, προσφέρουν χώρο επιβίβασης σε όποιο αναγνώστη το έχει ανάγκη, αμφισβητούν ευθέως το καλώς καμωμένο του πράγματος, η συντήρηση και το μάκρος του δρόμους που απομένει αναδύονται. Αναφέρθηκα προηγουμένως στην έλλειψη του στοιχείου της λύπησης, έλλειψη καθοριστική, όπως επίσης και η αντίθετή της, η αυτοηρωοποίηση, το τεράστιο εγώ της γαματοσύνης, το πόσο σπουδαία στάθηκα απέναντι σε όλο αυτό τον ζόφο, την άρνηση της όποιας υποψίας ατομικής ευθύνης. Άλλωστε, ένα, για κάποιους μεγάλο, ποσοστό των γυναικών αποδεικνύονται σε κάθε ευκαιρία οι πλέον φανατικές αντιφεμινίστριες, ο ύπουλος εσωτερικός εχθρός. 

Το Κορίτσι, ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί πως είναι λογοτεχνία, και μάλιστα καλή, και όχι ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, αυτά και αν έχουν κατακλύσει την αγορά του βιβλίου, λογοτεχνία σίγουρα πολιτική αλλά όχι ευνουχισμένη και αποκομμένη από τη ζωή υπό το βάρος και τις παρωπίδες του στρατευμένου λόγου. Ο αφηγηματικός τρόπος της Λωράνς είναι αναγνωστικά καθοριστικός, το περιεχόμενο της προσωπικής της ιστορίας αναγνωστικά ενδιαφέρον, αλλά είναι εκείνος ο χώρος που αφήνει για τον αναγνώστη ανάμεσα στα επεισόδια της δικής της ζωής εκείνος που καθιστά λειτουργικό και πολυεπίπεδο το τελικό αποτέλεσμα, που ξεχωρίζει το βιβλίο από τον σωρό και προσφέρει μια δυνατή ανάγνωση.

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Καθώς ψυχορραγώ - William Faulkner

Τα έφερε έτσι η αναγνωστική συγκυρία που διάβασα το Καθώς ψυχορραγώ αμέσως μετά το Τέκνο του Θεού του Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Το πρόσφατο μονοπάτι καθορίζει, αναπόφευκτα, τα επόμενα βήματα, περιγράφει με επαρκή ακρίβεια τις χωροχρονικές συντεταγμένες, διαμορφώνει συνθήκες και τάσεις, υποθάλπει προσδοκίες. Σίγουρα είχε ενδιαφέρον η εκ του σύνεγγυς παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο ο Φόκνερ επηρέασε –πώς όχι– έναν συγγραφέα που επέλεξε την κατάδυση στην ανθρώπινη άβυσσο, με διάθεση για παρατήρηση και όχι άμεση εμπλοκή. Ήταν ωστόσο ένα δίδυμο βιβλίων που επέβαλλαν τη ζοφερή πραγματικότητα, ήταν τέτοια η αποπνικτική ατμόσφαιρα στο Τέκνο του Θεού, χωρίς μήτε μια χαραμάδα φωτός ή ελπίδας, που έδωσε όντως ένα χαρακτήρα εκδρομής στην ταφική πομπή των φοκνερικών προσώπων προς το Τζέφερσον, εκεί που η νεκρή μητέρα επιθυμούσε να ταφεί.

Για βιβλία, όπως το Καθώς ψυχορραγώ, που εδώ και χρόνια έχουν τοποθετηθεί σε θέση περίοπτη στον υπό διαρκή διαμόρφωση χώρο λατρείας της λογοτεχνίας, αλλά και συγγραφείς, όπως ο Φόκνερ, ενοίκους στο πάνθεον των πλέον σπουδαίων, έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά. Τι απομένει άραγε να λεχθεί; Όσο τα έργα και οι δημιουργοί απομακρύνονται από το σήμερα, τόσο πληθαίνουν οι σχετικές μελέτες, στις οποίες με ευκολία έχει κανείς πρόσβαση και στις οποίες, ενθουσιασμένος αλλά και γεμάτος δέος, προσφεύγει ο αναγνώστης για να γυρέψει απαντήσεις σε όσα, με τη δική του σκευή αλλά κυρίως με το δικό του ένστικτο, υποψιάζεται. Μια πιο συγκεκριμένη και αιτιολογημένη απάντηση στο γιατί βιβλία όπως αυτό θεωρούνται αριστουργήματα και γιατί συγγραφείς όπως ο Φόκνερ κατέχουν θέση χοντρού κόμπου στο υφαντό της λογοτεχνικής παράδοσης.

Καταφεύγοντας στα παραφερνάλια του Καθώς ψυχορραγώ ελοχεύει ο κίνδυνος ο αναγνώστης να υιοθετήσει, εκούσια ή ακούσια, τις φωνές αυτές, να τις παπαγαλίσει ακόμα και αν αδυνατεί να τις επεξεργαστεί, φωνές για τις οποίες το φιλολογικό υπόβαθρο δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται ταλέντο και έμπνευση σχεδόν –αν είναι ποτέ δυνατόν– ισάξια του κρινόμενου έργου. Η καταξίωση και η αντοχή στον χρόνο, βιβλίων και συγγραφέων, λειτουργεί καθησυχαστικά στον σημερινό αναγνώστη, ερασιτέχνη ή επαγγελματία, η ετυμηγορία έχει τελεσίδικο χαρακτήρα, δεν χρειάζεται να ρισκάρει. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον, όπως εγώ το βλέπω, η αναζήτηση σύγχρονων της κυκλοφορίας κριτικών και παρουσιάσεων. Εκεί ίσως διακρίνει την αμηχανία και την ανημπόρια της κατανόησης του υπό κρίση μεγέθους, αλλά και την διορατική οξυδέρκεια μιας συνήθως ισχνής μειοψηφίας. Δεν αποτελεί άλλωστε καμιά πρωτότυπη θέση πως αρκετά από εκείνα τα έργα που πια θεωρούνται αριστουργήματα καθοριστικής σημασίας δεν βρήκαν σε πρώτο χρόνο την αποδοχή και τον θαυμασμό.

Με τέτοια αρχετυπικά βιβλία συμβαίνει επίσης το εξής: είναι τόσα αυτά που διαβάζει κανείς κατά καιρούς που είναι πιθανό να παραπλανήσουν την, ούτως ή άλλως, αδύναμη μνήμη, να οδηγήσουν στην αμφιβολία σχετικά με την ανάγνωση ή όχι του ίδιου του βιβλίου κατά το παρελθόν. Ας μην το ανάγω σε γενίκευση, σε μένα αυτό συμβαίνει. Αν όντως διάβασα το βιβλίο αυτό, τότε αυτό συνέβη ένα πέμπτο του αιώνα πίσω. Ίσως όμως και να μην χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας και αμφιβολίας η ανάγνωση ή μη του Καθώς ψυχορραγώ. Ακόμα και αν το διάβασα, δεν ήμουν έτοιμος. Βέβαια, δεν απέχει πολύ ένα αναπόδεικτο αξίωμα που ισχυρίζεται πως, για την πλειοψηφία των αναγνωστών, ποτέ δεν θα υπάρξει αυτό το επίπεδο ετοιμότητας. Γι' αυτό η αναγνωστική επιστροφή κρίνεται σημαντική και αναγκαία, καθώς επαναπροσδιορίζει τους όρους μιας απόλαυσης συνυφασμένης με την επάρκεια. Σ' έναν πεπερασμένο κόσμο, μια αστείρευτη πηγή είναι μια ανακούφιση.

Έγραψα κιόλας πολλά χωρίς να αναφερθώ στο βιβλίο παρά μόνο περιφερειακά.  Και τι να πεις που δεν έχει ήδη ειπωθεί, επαρκέστερα και ακριβέστερα, να μιλήσεις, για παράδειγμα, για την αφηγηματική τεχνική της πολυφωνίας, τον τρόπο με τον οποίο ο Φόκνερ καθιστά αριστούργημα ένα απλό υλικό που θα ήταν, σε άλλα χέρια, ένα ακόμα λαϊκό μυθιστόρημα, τέκνο του ρεαλισμού ή/και του νατουραλισμού, στην καλύτερη περίπτωση, παραλογοτεχνία στη χειρότερη. Και ακόμα παραπέρα, το αφηγηματικό αυτό εύρημα, έστω και αν αρχικά απαιτεί την τριβή και την προσοχή του αναγνώστη, δεν λειτουργεί ως ανάχωμα, αλλά ως ευρύχωρο όχημα, που απορροφά του όποιους κραδασμούς και τοποθετεί τον αναγνώστη εν μέσω του σκηνικού δράσης, σαν κάποιος που έφτασε καθυστερημένα σε μια συνάντηση και σιγά σιγά καλύπτει τα κενά, διακρίνει τα πρόσωπα, μπαίνει στην ιστορία αυτή ακούγοντας την κάθε ξεχωριστή οπτική γωνία, υποκειμενική εκ φύσεως και θέσης, και νιώθει ταυτόχρονα το προνόμιο αλλά και τη δυσκολία της παρουσίας του εκεί, σε εκείνον το περασμένο χωροχρόνο που όμως, διάολε, τόσα κοινά έχει με το βίωμα τού αναγνώστη, όπως για παράδειγμα η δυσχερής θέση της γυναίκας, η θεώρησή της ως αναπαραγωγικό δοχείο, τη στιγμή που η συντηρητικότητα στο θέμα των αμβλώσεων επανακάμπτει πανηγυρικά.

Εκείνο ίσως που περισσότερο απ' όλα μου έκανε εντύπωση, ανάμεσα σε πλήθος άλλων όπως μπορεί κανείς εύκολα να υποθέσει, είναι η συναισθηματική ανομβρία (ακόμα και) στις μύχιες σκέψεις των προσώπων. Ακόμα δεν έχω απάντηση στο γιατί ο πατέρας, κυρίως αυτός και δευτερευόντως τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, αποφάσισαν, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, να φέρουν εις πέρας της επιθυμία της νεκρής να ταφεί στον τόπο της, υπόσχεση που μάλιστα δόθηκε χρόνια πριν βρεθεί στο νεκροκρέβατο εποπτεύοντας την κατασκευή της κάσας που προοριζόταν να υποδεχτεί το άψυχο κορμί της. Όσο και αν σκέφτομαι την κοινή γνώμη, την ανάγκη να φαίνεται πως κάνουμε το σωστό και πρέπον, όσο και αν ανακαλώ τις βαθύτερες επιθυμίες καθενός από τα μέλη της νεκροπομπής ή ακόμα και δίνοντας μια διάσταση μεταφυσική, έναν θεϊκής σύστασης φόβο, αδυνατώ να εντοπίσω το συναίσθημα, τη θλίψη και την οδύνη της απώλειας, το συναίσθημα εκείνο που θα όπλιζε με επιμονή και υπομονή τους εναπομείναντες εν ζωή.

Το κωμικό στοιχείο του μυθιστορήματος, που αυτοδύναμα δεν είναι καθόλου κωμικό, αλλά στον συσχετισμό των δυνάμεων δοκιμάζει τις αντοχές του αναγνώστη, αλλά και των προσώπων της ιστορίας, αυτό το χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς, γεμάτο από άμεσο δάγκωμα των χειλιών και ενοχή, την ώρα που τα όρνεα πυκνώνουν κάνοντας γύρους πάνω από την άμαξα. Για παράδειγμα, δεν ξέρω πόσο αστείο μπορεί σε κάποιον να φανεί το γεγονός πως ο πατέρας μαζεύει από χρόνια λεφτά ώστε να βάλει μασέλα και έτσι να μπορέσει να απολαύσει την τροφή εκείνη την κατάλληλη για άντρες. Ο Φόκνερ δεν σκοπεύει επ' ουδενί να κρίνει ή να δικαιολογήσει, ακόμα μία διάσταση που επιβεβαιώνει την οξυδέρκεια στην επιλογή της αφηγηματικής τεχνικής, αδιαφορώντας να πάρει προφανή θέση καθιστώντας εαυτόν κύριο των πάντων. Είναι ο αναγνώστης εκείνος που έχει την ανάγκη να ταυτιστεί ή να εξοβελίσει κάποια από τα πρόσωπα, να αναζητήσει το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο και όχι πρόθεση του συγγραφέα. Και αυτό, μεταξύ άλλων, επιτρέπει στο σκηνικό να κυριαρχήσει, η φύση και τα ανθρώπινα παράγωγα (κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά) επισημαίνουν την ασημαντότητα του ατόμου, έτσι όπως ορίζουν τη ζωή και την πραγματικότητά του, προσθέτοντας απαραίτητα και το θρησκευτικό κομμάτι, μια ταυτόχρονη πηγή φόβου και ελπίδας.

Για το τέλος άφησα τα σχετικά με την ανάγκη για μια καινούρια έκδοση, σε νέα, δια χειρός Παναγιώτη Κεχαγιά, μετάφραση, τη στιγμή που ήδη, εδώ και χρόνια, κυκλοφορεί η εκδοχή κατά Μένη Κουμανταρέα. Στο κομμάτι της μετάφρασης δεν θα εισέλθω λόγω άγνοιας, ακούω διάφορες απόψεις, υπέρ και κατά, με κάποιες, όπως η ανάγκη για γλωσσική επαναπροσέγγιση, να με βρίσκουν διαισθητικά και μόνο σύμφωνο. Ας μην ξεχνάμε πως η μετάφραση είναι μια ολόκληρη επιστήμη, πριν βιαστούμε να κρίνουμε για μια λέξη μια ολόκληρη σκληρή προσπάθεια, χωρίς να διαθέτουμε καν τα απαραίτητα τεχνικά εφόδια. Εκείνο που κρίνω ως το πλέον σημαντικό είναι η επαναφορά, μέσω των εκδόσεων Gutenberg, ενός συγγραφέα όπως ο Φόκνερ στην επικαιρότητα, ως μια απάντηση στην ανάγκη για ανανέωση του αναγνωστικού κοινού, αλλά και ως μια ανοιχτή πρόσκληση εκ νέου επίσκεψης.

Όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό, τόσο το μυαλό μου επανερχόταν όλο και συχνότερα σε ένα άλλο αριστούργημα, το Πέδρο Πάραμο, γραμμένο είκοσι χρόνια αργότερα, όχι ως εμφανή διακειμενικότητα, αλλά περισσότερο ως ένα ακόμα σημαντικό οστό της λογοτεχνικής ραχοκοκαλιάς που διασχίζει από βορρά προς νότο την αμερικανική ήπειρο.

υγ. Για το μακαρθικό Τέκνο του Θεού περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Πέδρο Πάραμο εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Δεκατέσσερα

Δεκατέσσερα, λοιπόν, τα χρόνια του ιστολογίου αυτού, που μοιάζουν πολλά περισσότερα, σαν από πάντα να είχα αυτή τη διαδικτυακή γωνιά, αυτό το ψηφιακό αποθετήριο για ό,τι είδα, διάβασα και άκουσα, και έκτοτε συνέβησαν τόσα που ούτε που θα μπορούσα έστω να τα φανταστώ όταν δημοσίευα εκείνη την πρώτη ανάρτηση με το ποίημα Βιογραφία του Λειβαδίτη. Πάνω από χίλια πεντακόσια κείμενα, μια επίμονη αφοσίωση παρά τις όποιες εξωτερικές συνθήκες, δύο με τρία κείμενα την εβδομάδα, κυρίως για βιβλία που διάβασα και θέλησα κάτι να σημειώσω, ένα ημερολόγιο σε κοινή θέα.

Συνηθίζω κάθε χρόνο να ανεβάζω ένα κείμενο επετειακό, γενέθλιο, λιγότερο ή περισσότερο εορταστικό, με κοινή συνισταμένη το ερώτημα: πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Δεκατέσσερα, λοιπόν, τα χρόνια του ιστολογίου αυτού, και φέτος, με αφορμή την επέτειο αυτή, θέλω να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Καθόλου πρωτότυπο, θα σκεφτείτε και με το δίκιο σας, γι' αυτή κυρίως γράφω εδώ, άλλωστε.

Η ανάγνωση, παρά την επικρατούσα άποψη, είναι μια πράξη ενεργητική ή ως τέτοια, τέλος πάντων, θα έπρεπε να εκλαμβάνεται και να βιώνεται. Ένα μονοπάτι που χαράσσεται σελίδα τη σελίδα, βιβλίο το βιβλίο, βήμα το βήμα. Κάποτε έγραφα: δεν ξεπέρασα ποτέ το γεγονός πως κάποια στιγμή σταμάτησαν να μου διαβάζουν ιστορίες και τότε κάτι έπρεπε να κάνω γι' αυτό. Η ανάγκη μας για ιστορίες φέρνει το βιβλίο στα χέρια μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες αφηγηματικές τέχνες, άλλωστε. Η ανάγνωση φέρει ένα βαρύ φορτίο. Στα ελληνικά, πλούσια γλώσσα κατά τα λοιπά, χρησιμοποιούμε για όλες τις εκφάνσεις το ρήμα διαβάζω. Διαβάζω λογοτεχνία, διαβάζω μαθηματικά, διαβάζω τα ζώδια, διαβάζω έναν χάρτη, διαβάζω την παλάμη, διαβάζω κυρίως για εξετάσεις, από υποχρέωση και χωρίς ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Αλλά και πιο συγκεκριμένα, διαβάζω λογοτεχνία και διαβάζω για τη λογοτεχνία. Ποιος λέει μελετώ, ποιος λέει αναγιγνώσκω; Κανείς, θα έλεγα.

Μια ενοχή υπερίπταται. Δεν διαβάζω. Μυριάδες δικαιολογίες ακολουθούν. Φταίει το ένα και φταίει το άλλο. Η ψυχαγωγία και η απόλαυση παραμερίζονται χωρίς δεύτερη σκέψη, σαν να μην περνάνε καν ως ενδεχόμενο από τον νου, η ιδία βούληση απουσιάζει. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην παρεξηγημένη έννοια του να αναφέρεται κανείς στο αποτέλεσμα και την εμπειρία της ανάγνωσης. Το ουσιαστικό αναγνώστης δεν αρκεί, το κριτικός φέρει ένα ιδιαίτερα βαρύ βάρος, συνυφασμένο με την παρατήρηση, τη διόρθωση, την επίπληξη, αλλά και τη δυσκοιλιότητα, θα πρόσθετα. Ακόμα δεν έχω μια ξεκάθαρη απάντηση όταν με ρωτάνε πώς να με προσδιορίσουν, τι να προσθέσουν δίπλα από το όνομά μου, τι είναι ακριβώς αυτό που κάνω, δεν τολμώ να πω: ψηφιακό ημερολόγιο ανάγνωσης, μεταξύ άλλων. Δεν νιώθω κριτικός, αλλά ούτε και το επαγγελματίας αναγνώστης με ικανοποιεί.

Ζούμε, εδώ και χρόνια, σε μια εποχή άποψης. Ο καθένας την εκφράζει με όρους απόλυτους, μου άρεσε δεν μου άρεσε. Έχει απενοχοποιηθεί ακόμα και η προϋπόθεση της επαφής με το υπό κρίση καλλιτεχνικό παράγωγο, δεν έχω διαβάσει, δει, ακούσει, αλλά έχω να πω πως. Συμβαίνει όλο και πιο συχνά, έτσι όπως η ταχύτητα αυξάνει διαρκώς, έτσι όπως μοιάζει με υποχρέωση κάθε ψηφιακού λογαριασμού να αποφανθεί οριστικά και τελεσίδικα. Μια από τις πιο αναληθείς απόψεις σχετικά με τούτο το μπλογκ, αλλά και σε μένα προσωπικά, είναι πως μόνο καλά πράγματα γράφω. Δεν θα είχε νόημα μια λίστα με κείμενα για βιβλία που δεν μου άρεσαν. Δεν θα είχε επίσης νόημα μια ένσταση περί διαβάθμισης μεταξύ μου άρεσε και μου άρεσε, ο ενθουσιασμός, βλέπετε, είναι συχνά δύσκολος στην αναγνώριση. Δεν θα είχε επίσης νόημα μια λίστα με βιβλία που παράτησα αργά ή γρήγορα καθώς η λοξή ματιά στη στοίβα με τα προσεχώς με δελέασε, ο χρόνος δεν είναι αρκετός, ποτέ δεν θα είναι αρκετός για όλα όσα θέλει κανείς να γνωρίσει.

Αυτό είναι, αναπόφευκτα, ένα κείμενο περιαυτολογίας, περισσότερο από κάθε άλλο μέσα στην κάθε χρονιά. Γιατί δίνεις εξηγήσεις, θα αναρωτηθεί κανείς. Γιατί αυτό είναι μέρος ενός συστήματος μπούνκερ απέναντι στην πραγματικότητα, μια υπό διαρκή κατασκευή άρθρωση από στοές και αίθουσες, ένα καταφύγιο αποσύνδεσης και ανάπαυσης, και θέλω να το υπερασπιστώ, είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για μένα. Αν θα έπρεπε με μία και μόνη λέξη να απαντήσω στην ερώτηση τι είναι για μένα η ανάγνωση θα έλεγα: μπούνκερ· και δεν θα χρειαζόμουν να συμπληρώσω κάτι.

Έλεγα όμως πως η ανάγνωση είναι πράξη ενεργητική, ένα απέραντο λιβάδι με λογιών λογιών φυτά, πολύχρωμα λουλούδια, βότανα και βάτα. Κάθε αναγνώστης χαράζει το δικό του μονοπάτι, επιλέγοντας να σταθεί ή να προσπεράσει, να μυρίσει ή να φτύσει. Η ανάγνωση, επίσης, είναι παράλληλη της ζήσης, οι εξωτερικές συνθήκες την επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό. Είναι ένα μονοπάτι αυτογνωσίας, η ανακάλυψη του ίδιου μας του εαυτού, τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει, τι μας συγκινεί και τι μας θλίβει ή μας εξοργίζει, τι έχουμε ανάγκη τη δεδομένη στιγμή, με ποιους μοιραζόμαστε το ταξίδι αυτό και με ποιους όχι. Η ανάγνωση δεν περιορίζεται στη φιλολογία, αλίμονο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πόσο βαρετή θα ήταν τότε η ζωή ολάκερη; Τι φρίκη!

Προφανώς η ανάγνωση διαθέτει χαρακτήρα ιδιαιτέρως υποκειμενικό, ενώ κατά περίπτωση διέπεται από διαφορετικές αφετηρίες και προσωπικές αναζητήσεις. Δεν διαβάζουμε όλοι οι άνθρωποι για τους ίδιους λόγους. Η απόπειρα ακριβούς χαρτογράφησης και αυστηρής θεωρητικοποίησης περισσότερο συνάδει με καμπύλες κατανάλωσης, παρά με μια πράξη, όπως προείπα, ενεργητικού και υποκειμενικού χαρακτήρα. Να το θέσω απλά με ένα ερώτημα: Πόσες φορές ένα βιβλίο, παρότι τεχνικά άρτιο, δεν σας ενθουσίασε; Πόσες φορές συνέβη το αντίθετο, επίσης; Η φιλολογία και η κριτική προφανώς και είναι σημαντικές και για την ίδια τη λογοτεχνία, αλλά δεν είναι αρκετές για να καλύψουν όλο το εύρος της εμπειρίας, είπαμε: καθένας διαβάζει για τους δικούς του λόγους, συχνά ποικίλης έκφανσης ανάλογα με τις συνθήκες. Παρατηρώ δεξιά και αριστερά ανθρώπους να απογοητεύονται οικτρά επειδή δεν τους άρεσε ένα βιβλίο που από άλλους, ειδικούς ή μη, υμνήθηκε. Τίποτα το παράξενο δεν διακρίνω σε μια τέτοια συνθήκη. Εκείνο που θα μπορούσε όντως να εξαγριώσει κάποιον θα ήταν η τεχνική αποθέωση ενός κακογραμμένου βιβλίου. Και όμως, δεν υπάρχουν πολλά κακογραμμένα βιβλία, υπάρχουν όμως πολλά αδιάφορα για εμάς βιβλία, και η αδιαφορία είναι χειρότερη.

Και στη συγγραφή ισχύει κάτι ανάλογο. Η έμπνευση και η τυχαιότητα, ναι η τυχαιότητα, είναι σημαντικές συνισταμένες που η θεωρία που τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής επινοούν διαρκώς ώστε να την πουλήσουν σε επίδοξους γραφιάδες ως συνταγή επιτυχίας αδυνατεί να ονοματίσει. Είπαμε: πολλά βιβλία είναι τεχνικά άρτια και όμως κάτι τους λείπει, αυτό το κάτι είναι που η θεωρία δεν μπορεί να εντοπίσει. Ευτυχώς, θα πω. Ακόμα πιο ευτυχώς σήμερα που η τεχνητή νοημοσύνη συγγράφει πατώντας στη θεωρία και τα δεδομένα, όσο πιο πολλή τροφή της δώσεις τόσο πιο πολύ τη βοηθάς. Αν υπάρχει μια ελπίδα η δημιουργία τέχνης να παραμείνει ένα ανθρώπινο γνώρισμα, ανοιχτό στην έκπληξη και στο μη αναμενόμενο, είναι αυτό το άγνωστο, το ταλέντο, η έμπνευση, οι συνθήκες, το τυχαίο, η απόπειρα σε σκοτεινά νερά, η επιθυμία για έκφραση, η αναμέτρηση με το άγνωστο κόντρα στη λογική, ο πειραματισμός, η προσωπική ικανοποίηση, ακόμα και η ματαιοδοξία του υποκειμένου. Δεν υπάρχει συνταγή, ευτυχώς. Υπάρχει θεωρία, υπάρχουν αρχές, υπάρχει η αναμέτρηση του υποκειμένου ως δέκτης της τέχνης του, αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα, κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί και να κωδικοποιηθεί επακριβώς. 

Η μονοσήμαντη ερμηνεία, απαραίτητη για την επιτυχία στις σχολικές εξετάσεις, η φυλακή της φαντασίας, η αυτοπεποίθηση πως είναι εφικτό να γνωρίζουμε επακριβώς την κάθε συγγραφική πρόθεση και επιλογή, πως μία και μόνη ανάγνωση υπάρχει, ό,τι άλλο, λένε, είναι για τα σκουπίδια. Επαναλαμβάνω: υπάρχει θεωρία, υπάρχουν και κανόνες, υπάρχουν όλα αυτά αλλά δεν είναι τα μόνα, δεν αρκούν. Ευτυχώς οι αναγνώστες δεν έχουν το άγχος του μελετητή ακαδημαϊκού, ή δεν θα έπρεπε να το έχουν ή να δέχονται να τους το φορτώσουν οι διάφοροι μέντορες που επιδιώκουν να ανέλθουν στο βάθρο του απόλυτου κριτή των πάντων, που ισχυρίζονται πως μόνο μία αλήθεια υπάρχει, και εκείνοι την κατέχουν στον απόλυτο βαθμό, πως εκείνοι ξέρουν τι πρέπει, ναι, αυτό το ρήμα χρησιμοποιούν, και τι δεν πρέπει να διαβάσει κανείς, πότε είναι αργά και πότε νωρίς, με ένα δάκτυλο συνεχώς προτεταμένο. Καμία απόλαυση, μόνο υποχρέωση. Κανένα θέλω, μόνο πρέπει. Κάθε ανάγνωση περιέχει κάτι το δικό μας. Κάποιος, κάπου, κάποτε, χωρίς να μας γνωρίζει, δημιούργησε κάτι για εμάς, και εμείς αυτό το φέρνουμε στα δικά μας μέτρα. Ευγνωμοσύνη.

Η ανάγνωση είναι πράξη ενεργητική, ένας σωρός που με τον χρόνο μεγαλώνει. Ένας σωρός που σιγά σιγά παίρνει κάτι από το σχήμα και τη μορφή μας, γίνεται ένας καθρέφτης, έτσι όπως οι ίδιοι επιχειρούμε να απαντήσουμε στο γιατί μας άρεσε ή όχι ένα βιβλίο, γιατί μας ενθουσίασε· εκεί, στην απροσδιόριστη και αχαρτογράφητη αυτή περιοχή είναι πιθανό να βρούμε απαντήσεις καθοριστικές· γι' αυτό επιμένω να γράφω εδώ για ό,τι διάβασα, είδα και άκουσα, εμένα πρωτίστως αναζητώ και ακολούθως την επικοινωνία, η ματαιοδοξία, προείπα, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να εξαιρεθεί των απαντήσεων στο ερώτημα: τι σε κρατάει ακόμα εδώ; 

Για το τέλος, το ποίημα εκείνο του Λειβαδίτη:

Βιογραφία

«Πρέπει, οπωσδήποτε, ν'αλλάξω ζωή, αλλιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ
λιγότερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις - μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί...»

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
πέθανε.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Τέκνο του Θεού - Cormac McCarthy

Η κυκλοφορία στα τέλη της περασμένης χρονιάς, μετά από δεκαέξι χρόνια αναμονής, του μυθιστορηματικού δίπτυχου Ο επιβάτης/Stella Maris, αλλά κυρίως ο θάνατος του Κόρμακ ΜακΚάρθυ στις 13 Ιουνίου, ανακίνησαν το ενδιαφέρον της κριτικής γύρω από τη ζωή και το έργο ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της αμερικανικής, και όχι μόνο, λογοτεχνίας. Ωστόσο, ο αναγνώστης, όσα υμνητικά και να διαβάσει σχετικά με το έργο ενός συγγραφέα, πάντα θα έχει την ανάγκη ανάγνωσης του ίδιου τού έργου, ώστε να κατανοήσει, πάντοτε με τα δικά του μέτρα και σταθμά, τη σημασία και την επιρροή του στο λογοτεχνικό ποτάμι. Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Gutenberg και σε μεταφραστική φροντίδα Παναγιώτη Κεχαγιά, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το Τέκνο του Θεού, μυθιστόρημα που ανήκει στην πρώτη συγγραφική περίοδο του ΜακΚάρθυ, πριν δηλαδή εκείνος πατήσει τις υψηλότερες κορυφές.

Ο Κεχαγιάς, στην εμπνευσμένη εισαγωγή του, συνοψίζει απλά και με σαφήνεια πώς έχουν τα πράγματα στο μακαρθικό σύμπαν: «[...] ελάχιστες φορές σ' έναν αιώνα, εμφανίζεται ένας συγγραφέας ο οποίος κατεβαίνει στα έγκατα όχι για να τα φωτίσει ή ακόμα χειρότερα να τα συλήσει, αλλά για να περιγράψει το ίδιο το σκοτάδι, να μάθει από τι είναι φτιαγμένο, και χωρίς καμιά διάθεση επιστροφής να εξερευνήσει κάθε γωνιά του πλέγματος των διαδρόμων που εκτείνονται ατελείωτοι προς κάθε κατεύθυνση». Ας ξεκαθαριστεί ήδη από την αρχή πως το Τέκνο του Θεού είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, πειστικός προφήτης όσων έμελλαν να ακολουθήσουν, όχι ένα απλό συμπλήρωμα επαρκούς πρόσληψης του έργου του, αλλά μια κατάλληλη πύλη εισόδου. Και ας προστεθεί· η σπουδαία λογοτεχνία φτιάχνεται με τα πλέον απλά υλικά.

Ο Μπάλαρντ χάνει το υποθηκευμένο σπίτι του. Το γεγονός αυτό τον εξορίζει οριστικά και αμετάκλητα από την ανθρώπινη κοινωνία, σημαίνεται η κάθοδός του στα έγκατα της ύπαρξης. Παλεύει με τον τρόπο που ένας αποσυνάγωγος δύναται απέναντι στις απαιτήσεις που το ένστικτο της επιβίωσης εγείρει, γυρεύει να ικανοποιήσει τις ανάγκες που συχνά, χωρίς δεύτερη σκέψη, αποκαλούμε ζωώδεις, αναζητά στέγη και τροφή, γίνεται έρμαιο των σωματικών του ορμών, για τις οποίες ο ΜακΚάρθυ δεν ράβει ένα όμορφο πέπλο που θα τις καλλωπίσει στα μάτια του αναγνώστη, η ηθική και το δίκαιο δεν ανατέλλουν στα βάθη αυτά. Ο Μπάλαρντ είναι ένας τυπικός μακαρθικός κακός, είναι όμως ταυτόχρονα, όπως από τις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας διευκρινίζει, ένα τέκνο του Θεού, σαν και σένα και μένα, αναγνώστη, μην το ξεχνάς στιγμή αυτό.

Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής μοιάζει, αλλά δεν είναι, παντογνώστης, αλλά ένας αυτόπτης μάρτυρας που περιγράφει την κάθοδο του Μπάλαρντ στα ερεβώδη βάθη, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Στην αφήγηση των πεπραγμένων παρεμβάλλονται πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις θεατών, που παρατηρούν και εικάζουν, παρεμβολές που ολοένα και φθίνουν όσο ο Μπάλαρντ εξαφανίζεται από το οπτικό τους πεδίο, αφήνοντας ωστόσο πίσω του σημάδια της παρουσίας του. Ο αφηγητής στέκεται σε απόσταση από τον Μπάλαρντ, σε απόσταση ικανή για να τον παρατηρήσει. Δεν επιθυμεί να τον κατανοήσει ή να τον κρίνει, απλώς στέκεται και τον παρατηρεί, δεν σκοπεύει να αραιώσει το σκοτάδι, να εφησυχάσει ή να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, έτσι έχουν τα πράγματα, μοιάζει να λέει. Αν και οι χωροχρονικές συντεταγμένες δίνονται, έστω και με πλάγιο τρόπο, το Τέκνο του Θεού διαδραματίζεται στο παντού και το πάντα, από όταν και για όσο οι άνθρωποι πατούν σ' αυτή τη γη, και αυτό είναι που εντείνει τον τρόμο και πυκνώνει τον ζόφο. Ο ρεαλισμός έχει αρκετές αποχρώσεις. Γιατί, αν και οι μελετητές εντοπίζουν ένα πραγματικό περιστατικό πίσω από την πλοκή, αυτό άλλο δεν είναι παρά μια εκδοχή του κακού, ένα σημείο εκκίνησης για τον ΜακΚάρθυ.

Η επιρροή του Φόκνερ είναι ποικιλοτρόπως ορατή, όπως και άλλων σημαντικών που προηγήθηκαν. Ο ΜακΚάρθυ, σε μια εποχή που εμφανίστηκε ο μεταμοντερνισμός για να ορίσει εκ νέου τα λογοτεχνικά πράγματα, επέλεξε έναν δρόμο πιο προσωπικό, με ορισμένο σημείο αφετηρίας μα με αρκούντως φιλόδοξο σημείο άφιξης. Αυτό μοιάζει να είναι το μονοπάτι, πάντοτε ιδιαίτερο και ατομικό, κάθε σπουδαίου δημιουργού, η καλή και στέρεη γνώση του παρελθόντος, η φιλοδοξία και το όραμα. Πρόσφατα, επίσης, κυκλοφόρησε στα ελληνικά και η νουβέλα του Ντένις Τζόνσον, Όνειρα τραίνων (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδόσεις αντίποδες). Έχει ενδιαφέρον να γίνει παράλληλη ανάγνωση και να παρατηρηθεί η πορεία των δύο περιθωριακών, του Μπάλαρντ και του Γκρέινιερ, που εν απουσία σχεδίου βαδίζουν σε διαφορετικά μονοπάτια, απόρροια της τύχης και της συγκυρίας. 

Το Τέκνο του Θεού έλκει και απωθεί τον αναγνώστη και αυτής της δυναμικής αναβλύζει αναθεωρημένη η έννοια της αναγνωστικής απόλαυσης.

υγ. Για το δίπτυχο Ο επιβάτης/Stella Maris περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για τα Όνειρα τραίνων εδώ.


(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

Λαβίνια Σουλτς - Γεωργία Διάκου

Ο Θ. ξέρει. Ανάμεσα σε άλλα και πώς να σου προτείνει ένα βιβλίο, πώς, για την ακρίβεια, να το φέρνει ξάφνου ψηλά, ψηλότερα απ' όλα, στη στοίβα σου χωρίς να παρακάμπτει την (ψευδ)αίσθηση πως αυτό αποτελεί προϊόν της δικής σου ελεύθερης βούλησης, ιερής για τον αναγνώστη. Ξέρει, επίσης, πως η λάμψη στα μάτια αρκεί. Διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο, λέει, τα μάτια του προσθέτουν επιπλέον θαυμαστικά, δεν αναλώνεται σε λεπτομέρειες ικανές να αποπροσανατολίσουν και να γεννήσουν προσδοκίες ή επιφυλάξεις, αδιαφορεί να επιδείξει τη δική του ανάγνωση, όσα λιγότερα ξέρεις, τόσο το καλύτερο, το βιβλίο το ίδιο θα απαντήσει, αν απαντήσει, η ανάγνωση θα καλύψει τα όποια κενά, αν τα καλύψει, δεν ασκεί πίεση, δεν γίνεται φορτικός και ανυπόμονος, μοιράζεται και έτσι εκπληρώνει το καθήκον του, η μπάλα, τότε, περνάει στα δικά σου χέρια. Έτσι έγινε και ετούτη τη φορά.

Μόνο τυχαία θα διάβαζα το βιβλίο αυτό. Η υπερπαραγωγή είναι τέτοια που αναπόφευκτα κάποια βιβλία χάνονται, όσο γρηγορότερα το αποδεχτεί κανείς, τόσο το καλύτερο. Επιπλέον, πίστευα πως οι εκδόσεις Θράκα ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με την ποίηση, γεγονός που για χρόνια τις κρατούσε εκτός του προσωπικού μου ραντάρ. Ας είμαι ειλικρινής, δεν κοστίζει και τόσο αυτή η ρωγμή στη γαματοσύνη και την εικόνα του δυνατού αναγνώστη, αν δεν ήταν εκείνος ίσως να μη διάβαζα ποτέ το βιβλίο αυτό, και θα ήταν ένα μεγάλο κρίμα, παρότι δεν θα το γνώριζα. Αφιερωμένο στον Θ. το κείμενο αυτό, πώς αλλιώς;

Η Διάκου προέρχεται από το μετερίζι της ποίησης, στις αποσκευές της έχει δύο ποιητικές συλλογές. Αυτό είναι εμφανές από την πρώτη κιόλας παράγραφο του μικρού αυτού μυθιστορήματος, όταν συστήνει στον αναγνώστη τη Λαβίνια Σουλτς: «Εγώ είμαι αυτή, ο χορός του ζευγαριού, ένα μεγάλο λευκό κεφάλι με κορδέλες να κρέμονται στα αφτιά. Γεννήθηκα στο Λούμπεν, μεγάλωσα μέσα σε αυτό που δεν είχα. Βουνά γεμάτα χιόνι και μια πείνα που κάνει τα κόκαλά μου να τρίβονται όταν σηκώνω τα χέρια μου και ζωγραφίζω τον Βάλτερ και το μωρό». Η Λαβίνια Σουλτς υπήρξε ένα πραγματικό πρόσωπο, γεννήθηκε στο Λούμπεν το 1896, σπούδασε μουσική, χορό και ζωγραφική. Δεν τη γνώριζα, για μεγάλο μέρος της ανάγνωσης πίστευα πως είναι ένα μυθοπλαστικό αποκύημα, με αφηγηματική υπόδειξη τσέκαρα το όνομά της στο διαδίκτυο.

Ο αφηγηματικός τρόπος της εξιστόρησης είναι καθηλωτικός, το ποιητικό στοιχείο αναδεικνύει και δεν βαραίνει αυτή τη μεταμοντέρνα βιογράφηση, που στον πυρήνα της είναι ένας διάλογος της συγγραφέως με την από χρόνια νεκρή Σουλτς. Μια απόπειρα κατανόησης και ένωσης των νημάτων που η χρονική απόσταση με φειδώ προσφέρει, μια σειρά από ερωτήματα που γυρεύουν απάντηση σχετικά με τη θηλυκότητα, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απομάγευση και τη δημιουργία. Πώς είναι να είσαι η Λαβίνια Σουλτς; Η Διάκου, ωστόσο, πετυχαίνει κάτι σημαντικό, δεν εγκλωβίζεται στο στενό σώμα της βιογραφίας, το πραγματολογικό αλληλοσυμπληρώνεται με το φανταστικό, η μυθοπλασία με τον ρεαλισμό, η ποίηση με το ντοκουμέντο, σ' ένα αποτέλεσμα εμπνευσμένο, εντός του οποίου υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος για το προσωπικό, χωρίς να περισσεύει και να βιάζεται η παρουσία του.

Η Λαβίνια αγγίζει, αλλάζει, διαστρεβλώνει, μπερδεύει, σκίζει, εγκολπώνει, αφηγείται, καταστρέφει, δημιουργεί, χορεύει, ρεύεται, κρυώνει, πεινάει, περπατάει, πέφτει, φωνάζει, σημειώνει, κλαίει, ράβει, ξυπνάει, μαγειρεύει, χάνεται, διορθώνει, ανεβαίνει, κλείνει, ζωγραφίζει, πονάει, παρακαλεί, κοιμάται, ανακαλύπτει, κατασκευάζει, πληγώνεται, θυμάται. Βάζε στη σειρά τα ονόματα των φίλων της και κολλάει ένα λουλούδι από τα μυστικά που ζούνε κάτω από την επιφάνεια του χιονιού. Ζούνε μια ολόκληρη ζωή στον πάγο και όταν λιώνει έχουν ήδη διαλυθεί στο χορτάρι και τη λάσπη του Μαρτίου.

Μια βιογράφηση, έστω και λοξή, μυθοπλαστικά παιγνιώδης όπως αυτή, θα παρέμενε εξίσου λειψή αν έλειπε το περιβάλλον εντός του οποίου διανύθηκαν τα μέτρα της ζωής. Η Διάκου το ξέρει και συμπληρώνει την εικόνα της Σουλτς με όσα συνέβαιναν στον κόσμο τότε, δίνει τις συντεταγμένες από τις οποίες αντλούν οι απαντήσεις στα ερωτήματα, τις συνθήκες που θέτουν τον πήχη της ύπαρξης και της τριβής με το περίβλημα, που διαμορφώνουν το ατομικό, περιορισμοί που η ασφυξία που προκαλούν μεγαλώνει τα πνευμόνια, καλέμι και σφυρί που πληγώνουν για να αναδείξουν την ομορφιά. Και αυτός ο έξω κόσμος αναδεικνύει τη συντήρηση παρά την όποια πρόοδο στο σήμερα, εκατό και βάλε χρόνια μετά το πέρασμα της Σουλτς από τον κόσμο τούτο.

Με διάφορα επίπεδα και πλείστες γωνίες θέασης, το μυθιστόρημα αυτό δεν υποκύπτει στην όποια υπόνοια μιας στρατευμένης γυναικείας γραφής, δεν υποτάσσεται στις ευκολίες της καταγγελίας, δεν είναι ένα μανιφέστο άψυχο και άνευρο, αλλά λογοτεχνία πολύ υψηλής στάθμης. Η φιλοδοξία είναι εμφανής και σε μεγάλο βαθμό εκπληρωμένη, η μετάπλαση ενός ψυχρού βιογραφικού υλικού σε πρόζα που κοχλάζει σε υψηλές θερμοκρασίες πετυχημένη και με το παραπάνω. Η οδός μέσω της οποίας η αρχική έμπνευση μετατρέπεται σε μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη ένα ιδιότυπο κοίταγμα στο εργαστήρι της συγγραφέως, στο πώς γεννήθηκε και πώς μεγάλωσε αυτή η αφήγηση, ποιες ανάγκες κάλυψε και ποιες αποφάσεις την καθόρισαν, ποιος είναι ο τρόπος της να κοιτάζει και να ερμηνεύει τον κόσμο, ποια είναι η σχέση της συγγραφέως με την τέχνη και τους δημιουργούς, μια σχέση γεμάτη από ευγνωμοσύνη και ανάγκη για ανταπόδοση του δώρου.

Επανέρχομαι, κλείνοντας, στην ικανότητα της Διάκου, στον αφηγηματικό της τρόπο που παραμένει σε εντυπωσιακά ύψη καθ' όλη τη διάρκεια, σαν όλο αυτό να βγήκε με μια και μόνη ανάσα, χωρίς να ξεμένει από καύσιμη ύλη, χωρίς να υποφέρει από μανιέρα και εγκεφαλικότητα, χωρίς να βιάζει το συναίσθημα, χωρίς να χρησιμοποιεί το ποιητικό για να λιγώσει τον αναγνώστη και να θολώσει τα νερά, χωρίς τον ναρκισσισμό ενός εγώ, αλλά με διάθεση να παραχωρήσει τη σκηνή στην ηρωίδα της. Βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά. Αναπάντεχα εντυπωσιακό.

υγ. Από τις πρώτες σελίδες ένιωθα μια ευκρινή διακειμενική σύνδεση με την σπουδαία Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, όχι μόνο στον αφηγηματικό τρόπο αλλά και με την ίδια τη Λαβίνια Σουλτς. Περισσότερα για τη Μπάχμαν θα βρείτε εδώ. Επίσης, από τα βάθη της μνήμης αναδύθηκε ένα βιβλίο που όταν το είχα διαβάσει ενθουσιάστηκα: Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον του Χρήστου Χρυσόπουλου, πίσω στο 2010, έγραφα αυτό.  

Εκδόσεις Θράκα

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Αρμάν - Emmanuel Bove

Ήταν δώδεκα η ώρα. Λόγω του ψύχους ο ήλιος έμοιαζε μικρότερος. Τα τζάμια και οι βιτρίνες δεν αντανακλούσαν τις αχτίδες του. Την προσοχή μου, όπως των παιδιών, τραβούσε ό,τι κινούνταν. Πού και πού χάιδευα το κεφάλι κάποιου αλόγου, στο μέτωπο, για να μη με δαγκώσει. Περπατούσα σε έναν δρόμο τόσο στενό, που τα μαστίγια των αμαξών με ακουμπούσαν στο πέρασμά τους, όταν ένα χέρι με άγγιξε στον ώμο. Το κοίταξα για μια στιγμή κι έπειτα γύρισα. Ήταν ο Λουσιέν.

Έτσι ξεκινά αυτό το μικρό σε έκταση μυθιστόρημα του Εμμανουέλ Μποβ, που κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Φοίβου Μπότση. Το μακρινό πια 1988 είχε εκδοθεί –μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Όμβρος– το πρωτόλειο έργο του, Οι φίλοι μου, το οποίο, σύμφωνα με τη βιβλιονέτ κυκλοφορεί! Το Αρμάν είναι ένα βιβλίο που τηρουμένων των αναλογιών συζητήθηκε αρκετά και μάλιστα με λόγια επαινετικά, ένα ακόμα βιβλίο που για καιρό βρέθηκε στη στοίβα με τα προσεχώς, για να εξέλθει ένα πρωί που είχα διάθεση να διαβάσω ένα βιβλίο μια και έξω.

Στις πρώτες αυτές γραμμές, δεν περιλαμβάνεται μόνο η αναφορά στο περιστατικό που θα πυροδοτήσει την πλοκή, τη συνάντηση, δηλαδή, του πρωτοπρόσωπου αφηγητή Αρμάν με έναν φίλο από τα παλιά, αλλά δίνεται και ένα πρώτο σκαρίφημα του τρόπου με τον οποίο ο Αρμάν ζει και άρα και του χαρακτήρα του, ένας αργόσχολος τύπος που κινείται νωχελικά μέσα στα στενά της πόλης και την προσοχή του, όπως των παιδιών, έλκει ό,τι κινείται, ενώ καθίσταται σαφής και ο χωροχρόνος, μια χειμωνιάτικη μέρα με αδύναμο φως, μια πόλη χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την κίνηση των δρόμων. Ο Μποβ δεν καθυστερεί, όχι μόνο ως προς την προώθηση της πλοκής, αφού πιάνει να ξετυλίγει το νήμα από την πρώτη κιόλας στιγμή, αλλά και ως προς το φανέρωμα του αφηγηματικού ύφους, ο κοφτός και λιτός λόγος, η αποφυγή της όποιας λογοτεχνίζουσας φιοριτούρας. Αργότερα, η απουσία εκτεταμένων διαλογικών μερών θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την αίσθηση θεατρικού κειμένου που η ανάγνωση γεννά. 

Η συνάντηση των δύο παλιών φίλων αναδεικνύει τα διαφορετικά μονοπάτια που ακολούθησαν. Εδώ και έναν χρόνο, ο Αρμάν συζεί με τη Ζαν, μεγαλύτερή του και όχι ιδιαίτερα όμορφη, όχι στα μάτια του τουλάχιστον, και αυτό το γεγονός τον απάλλαξε από μια καθημερινότητα γεμάτη στερήσεις και φτώχεια. Καμία μαγεία, κανένα πάθος, πρακτικός οπορτουνισμός, ένα ενστικτώδες εγχειρίδιο επιβίωσης σ' έναν κόσμο με τα προνόμια άνισα μοιρασμένα, καμία ισχυρή θεωρία και ιδεολογία για υπόστρωμα. Ο Λουσιέν, αντίθετα, δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός(;). Η συνάντησή τους θα προκαλέσει στον Αρμάν μια ενοχή φιλανθρωπικής υφής, θα νιώσει πως κάτι πρέπει να κάνει για τον παλιό του φίλο, θα τον καλέσει στο σπίτι για γεύμα, θα σκεφτεί πώς θα μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει μια δουλειά, να ξεφύγει από τη μίζερη πραγματικότητά του που ο πιθανός καρπός  της υπεραξίας της θα εντείνει, ας μη γελιόμαστε, τη θέση ισχύος του. Έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή, που διαδραματίζεται αρκετά συνοπτικά και σε διάστημα έξι ημερών, μέσα στις οποίες θα συμβούν κάποια γεγονότα τα οποία θα εκτροχιάσουν την πρόσφατα τοποθετημένη σε ράγες πορεία της ζωής του Αρμάν.

Το Αρμάν είναι ένα από τα πολλά εκείνα μυθιστορήματα που το ενδιαφέρον τους δεν εντοπίζεται στο περιεχόμενο της ιστορίας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή κατασκευάζεται και παρουσιάζεται. Θα αρκούσαν ελάχιστες γραμμές για να συνθέσει κανείς μια πλήρη περίληψη της υπόθεσης, ωστόσο, και παρά τον αναπόφευκτο σκεπτικισμό, η ανάγνωση δεν θα υπέφερε έντονα από αυτή την πρότερη γνώση. Ο Μποβ δεν κάνει κάτι το εντυπωσιακό στο μάτι, ειδικά για τον σημερινό αναγνώστη, αυτή η διαπίστωση είναι, όπως φαντάζεστε, μάλλον φαινομενική και επιφανειακή. Η καταγωγή τού συγγραφέα είναι ρωσική, παρότι γεννήθηκε και έζησε στη Γαλλία, και αυτό είναι κάτι το οποίο περνάει και στην πρόζα του, στον τρόπο με τον οποίο κινεί τον αντιήρωα και αφηγητή του στην σκακιέρα της πεζής καθημερινότητας, γεμάτης από μικρογεγονότα ελάχιστης πρωτοτυπίας και επ' ουδενί συγκλονιστικών, με την ανία και τον ντετερμινισμό να κυριαρχούν, πετυχαίνοντας, ωστόσο, να αποδειχτεί ένας σπουδαίος, στυλίστας, παρότι χαμηλόφωνος, χωρίς ανάγκη για κενοφανή και πρόσκαιρο εντυπωσιασμό.

Και είναι αυτός ο τρόπος του Μποβ που ασκεί την απαραίτητη γοητεία στον αναγνώστη ώστε στιγμή να μη σκοντάψει στην κοινότοπη και αδιάφορη ιστορία του Αρμάν, να μη δυσφορήσει παρά με τον ίδιο τον Αρμάν και την απάθεια με την οποία πορεύεται, ένας εν αγνοία του πρόδρομος του υπαρξισμού, αναπόφευκτα διαμορφωμένος από τις μεσοπολεμικές συνθήκες, ένας ιδιότυπος ρεαλισμός χωρίς αγωνία υψηλών ιδεών και παθών. Εκείνο που, περισσότερο και από την πρόζα του Μποβ, με εξέπληξε ήταν η επιλογή του τίτλου. Εξηγούμαι: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που περιλαμβάνει και καθιστά διακριτή την απόσταση συγγραφέα και αφηγητή δεν έχει κάτι το αυτοδύναμα ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί ένα συχνότατο λογοτεχνικό εύρημα. Η επιλογή όμως του συγγραφέα να δώσει στο μυθιστόρημά του για τίτλο το όνομα του αφηγητή αποτέλεσε μια ιδιαιτέρως λειτουργική επιλογή, καθώς επέτεινε το αίσθημα του κενού ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, καθιστώντας τον Αρμάν ακόμα πιο εγωκεντρικό, τονίζοντας περαιτέρω την αντίφαση με τον απαθή χαρακτήρα του, που ελάχιστα κινητοποιείται από τα γεγονότα της ζωής, όντας ανά πάση στιγμή έτοιμος να βολευτεί στην πιο προσιτή ευκολία. Ο Αρμάν είναι ένας πολύ ιδιαίτερος χαρακτήρας παρά το ελάχιστο εμφανές βάθος του, ένας αντιήρωας στιγμές στιγμές εκνευριστικά αδιάφορος και ελάχιστα, ως καθόλου, λογοτεχνικός.

Δεν ξέρω με ποια εργαλεία θα μπορούσε κανείς να υπεραμυνθεί της αναγνωστικής αίσθησης πως το Αρμάν ανήκει στο σώμα της καλής λογοτεχνίας σε πείσμα των μάλλον αντιλογοτεχνικών, κατά κάποιο τρόπο, συστατικών του μυθιστορήματος· η εξειδικευμένη γνώση εκείνης της λογοτεχνικής εποχής αλλά και του κοινωνικοπολιτικού της περιβάλλοντος σίγουρα θα πρόσφερε κάποια πρώτα νήματα περιήγησης. Και είναι αυτή η άγνωστη γη που επέτεινε μέσα μου το έντονο αναγνωστικό συναίσθημα, η αδυναμία αιτιολόγησης και εντοπισμού μιας ευδιάκριτης σχέσης αιτίου αιτιατού. Ακόμα και μετά την ανάγνωση του πλουσιοπάροχου επίμετρου, που περιλαμβάνει σύγχρονες με το έργο κριτικές προσεγγίσεις, το ερώτημα παραμένει: τι ήταν εκείνο που ανάμεσα στις λέξεις και στα παρασκήνια της κατασκευής χάριζε αναγνωστική απόλαυση και έτρεφε την προσοχή και το ενδιαφέρον σε κάτι που –τελικά– φαινομενικά –και μόνο– έμοιαζε να είναι λογοτεχνικά απλό και ίσως παρωχημένο;

Εκτός από την απόλαυση που η καλή λογοτεχνία απλόχερα προσφέρει, αυτή η ανάγνωση συνοδεύτηκε και από μια διαρκώς παρούσα όχληση, πέρα από την προφανή που σχετίζεται με την απάθεια του Αρμάν, επίσης μάλλον αδύνατο να διευκρινιστεί και να αποκοπεί με χειρουργική ακρίβεια. Όχληση που στα μάτια μου δικαιολογεί και δικαιολογείται μόνο από την παράδοξη αίσθηση συγχρονίας, παρά τη χρονική απόσταση του τότε με το σήμερα, αφού ο Αρμάν και ο κόσμος του έχουν κάτι το –αν και αδιευκρίνιστο– οικείο, γεμάτο από απομάγευση και μη προφανή λογοτεχνικότητα, που, παρότι ισχυριζόμαστε πως είναι κάτι που το γνωρίζουμε καλά και το ζούμε καθημερινά στο πετσί μας, η ρεαλιστική αναφορά σε αυτό δεν παύει να μας ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά άρνησης και απόρριψης, κρυμμένα καλά πίσω από μια δήθεν άτεγκτη λογοτεχνική αισθητική και θεωρία. 

Μια ιδιόμορφη και πολυεπίπεδη δήλωση ήττας και αποδοχής ενός κόσμου ελάχιστα λογοτεχνικού, αυτό νιώθω πως ήταν το μυθιστόρημα αυτό για μένα, με τον Μποβ απρόθυμο να ποτίσει το ξερό και άγονο έδαφος, να μακιγιάρει και να ρετουσάρει, να παραπλανήσει με όμορφα και ηρωικά λόγια και κατορθώματα τον εαυτό του και τον αναγνώστη. Η αναγνωστική επίγευση είχε κάτι από το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

υγ. Για το μυθιστόρημα του Σελίν περισσότερα εδώ, θυμήθηκα και τον Αρμάντ Β. του Νταγκ Σούλστα εδώ.

Μετάφραση Φοίβος Μπότσης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων - Mohamed Mbougar Sarr

Το μυθιστόρημα αυτό,  Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων, με ένα βραβείο Γκονκούρ και μεταφράσεις σε αρκετές γλώσσες στις αποσκευές του, για κάποιο λόγο δεν μου γέμιζε το μάτι για καιρό. Υποθέτω, γιατί μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για τις αυθαίρετες κρίσεις μας, πως αυτό σε κάποιο βαθμό οφειλόταν στην αφρικανική καταγωγή του συγγραφέα –ο Σαρ γεννήθηκε στη Σενεγάλη το 1990 και πλέον ζει στη Γαλλία–, αφού η λογοτεχνία της Μαύρης Ηπείρου δεν είναι του γούστου μου εξαιτίας του κινδύνου για εξωτισμό, στον οποίο έχω δυσανεξία. Ακόμα λιγότερα γνωρίζω για το γιατί ξαφνικά ένιωσα την επιθυμία να το διαβάσω, ο παραλληλισμός με τον τρισμέγιστο Μπολάνιο θα μπορούσε να έχει διπλή, αντιθετική, επίδραση. 

Εκκρεμεί, εδώ και καιρό, ένα κείμενο που θέλω να γράψω για την ενεργητική φύση της ανάγνωσης, για τον υποκειμενικό χαρακτήρα της, για τη συχνά απροσδιόριστης προέλευσης γεύση που αφήνει στον ουρανίσκο, για το πόσα πράγματα μπορούμε να μάθουμε για εμάς τους ίδιους, για τις βεβαιότητές μας που συγκρούονται μετωπικά με καλοχτισμένους τοίχους, τις προσδοκίες που για κάποιο λόγο επιβεβαιώνονται ή όχι, για τα πεπερασμένα εργαλεία που η φιλολογία προσφέρει, για τη δυσδιάκριτη διαφορά ανάμεσα σε ένα καλό βιβλίο και σε ένα βιβλίο που μας άρεσε πολύ και σε ένα άλλο που παρότι καλογραμμένο και τεχνικά άρτιο δεν λειτούργησε για εμάς. Άλλο κείμενο όμως είναι αυτό.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αυτής της ανάγνωσης, ήμουν σχεδόν βέβαιος πως είχα να κάνω με ένα σπουδαίο βιβλίο, η πολυσέλιδη μορφή του υποσχόταν μια παράλληλη πραγματικότητα, που συχνά αποτελεί για μένα αναγνωστικό ζητούμενο, και μάλιστα διάχυτη από λογοτεχνία, γεμάτη από επινοημένους συγγραφείς, έργα και κριτικές· μια αχόρταγη ανάγνωση διαγραφόταν στον ορίζοντα των προσδοκιών.

Ο νεαρός Σενεγαλέζος συγγραφέας Ντιεγκάν Λατύρ Φέιγ, πιθανό, ως ένα βαθμό, άλτερ έγκο τού Σαρ, ανακαλύπτει στο Παρίσι το 2018, ένα βιβλίο θρύλο, Ο λαβύρινθος του απάνθρωπου, που εκδόθηκε το 1938 από έναν μικρό οίκο. Σύντομα τα ίχνη τού συγγραφέα Τ.Σ. Ελιμάν χάθηκαν, το βιβλίο κατηγορήθηκε για εκτεταμένη λογοκλοπή ολόκληρων αποσπασμάτων και οι εκδότες σύρθηκαν σε δίκες από συγγραφείς και κληρονόμους, που απαίτησαν και έλαβαν χρηματικές αποζημιώσεις, γεγονός που οδήγησε σε χρεοκοπία τον εκδοτικό οίκο. Ο Φέιγ, αφού διαβάσει το βιβλίο, θα αναζητήσει με εμμονή και επιμονή τα ίχνη του συγγραφέα.

Κάποτε η βιβλιοφιλική λογοτεχνία ήταν για μένα μια κατηγορία ασφαλούς ψυχαγωγίας, κυρίως για την αγάπη που τη χαρακτήριζε, αυτό το κοινό πάθος που ένιωθα να με συνδέει με τον συγγραφέα. Κορυφαίος εκπρόσωπος της κατηγορίας αυτής είναι ο Ενρίκε Βίλα Μάτας, σταθερά πιστός στην αναγνωστική εμμονή. Τώρα πια, εδώ και χρόνια, η κατηγορία αυτή έχει αλωθεί από δεκάδες μέτρια και εύπεπτα βιβλία, καθώς συγγραφείς και εκδοτικοί οίκοι εντόπισαν ένα μερίδιο στην αγορά του βιβλίου και έσπευσαν να το καλύψουν. Έτσι, η αγάπη για τη λογοτεχνία, βασικό συστατικό τής κατηγορίας αυτής, μετατράπηκε σε περιθώριο κέρδους, πρόσφορο έδαφος για το μάρκετινγκ, μια κερκόπορτα που τα βιβλία αυτοβοήθειας βρήκαν ώστε να φορέσουν έναν λογοτεχνικό μανδύα, ένα πρόσχημα ώστε να επαναλάβουν για πολλοστή φορά κλισέ γεμάτα στερεοτυπία.

Το λέω αυτό γιατί Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων είναι ένα βιβλιοφιλικό βιβλίο, με τον τρόπο που αρκετά σπουδαία βιβλία είναι, με τη λογοτεχνία, όπως στα έργα του Μπολάνιο για παράδειγμα, να αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου, σε μια εποχή που η απομάγευση κυριαρχεί ολοκληρωτικά, ακόμα και εντός του λογοτεχνικού σώματος. Αν το γνώριζα εκ των προτέρων, τότε θα είχα ακόμα μια ισχυρή επιφύλαξη, απέναντι στο μυθιστόρημα του Σαρ, ο κίνδυνος για εξωτισμό θα συναντούσε εκείνον μιας πιθανής επίφασης λογοτεχνικού πάθους. Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται παρά ελάχιστες σελίδες, ή ίσως γραμμές, για να καταστήσει σαφή την εμμονή που το μυθιστόρημα του Έλιμαν γέννησε στον Φέιγ.

Άλλο τόσο λίγο απαιτήθηκε ώστε να φανερωθεί η συγγραφική φιλοδοξία του Σαρ να γράψει ένα σπουδαίο βιβλίο που όχι μόνο δεν κρύβει τις επιρροές του αλλά τις καθιστά οργανικό στοιχείο της κατασκευής. Η επιρροή είναι μια ακόμα λέξη που η χρήση της διαστρεβλώνεται ολοένα και πιο πολύ, σε σημείο τέτοιο που να φέρει αρνητικό φορτίο, επιπλέον νερό πέφτει στον μύλο της παρθενογένεσης, μύλος που ακόμα και για τον ήρωα του Θερβάντες θα έμοιαζε γελοίος, ένας εχθρός που δεν γεννά πρόκληση μάχης. Ξεχνάμε ή τείνουμε να ξεχνάμε πως οι συγγραφείς είναι ή αναμένεται να είναι λογοτεχνικά πρεζάκια, και πως αυτό αποτελεί έναν κοινόχρηστο κήπο.

Ο Σαρ, λοιπόν, εξυψώνει εξ αρχής την αναζήτηση του Φέιγ σε δυσθεώρητα ύψη, χωρίς να προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη για τη σημασία που λαμβάνει για τον συγγραφέα η αναζήτηση του νήματος που η ανάγνωση ενός εξαντλημένου, αν και θρυλικού, βιβλίου γεννά από τη μια στιγμή στην άλλη. Η επιθυμία του Φέιγ να γίνει συγγραφέας, η κοινή καταγωγή με τον Ελιμάν, το μυστήριο σχετικά με τη γέννηση του έργου και την εξαφάνιση του συγγραφέα του, είναι αρκετά για να οδηγήσουν τον αφηγητή στον λαβύρινθο αυτόν. Η αγωνία του να φτάσει ως τον Μινώταυρο χτίζεται αργά και σταθερά, όσο περισσότερο περιδιαβαίνει τα αδιέξοδα στενά και διέρχεται ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία, τόσο η εμμονή του θρέφεται.

Ο Σαρ δεν μένει ικανοποιημένος από το εύρημά του, δεν του είναι λογοτεχνικά αρκετό, εδώ ξεμακραίνει από το παραπάνω περιγραφέν επιφανειακό μονοπάτι της βιβλιοφιλίας. Δημιουργεί συνεχείς αντανακλάσεις, μέσα από τις οποίες καθρεφτίζεται η συγγένεια των συγγραφέων που εμφανίζονται, ακόμα και ως αναζητούμενοι, τα ερωτήματα και τα εμπόδια της γραφής, η συνέχεια της ανθρώπινης δημιουργίας εντός ενός ευρύτερου κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Το κεντρικό εύρημα, η αναζήτηση του Ελιμάν, δεν βαραίνει το μυθιστόρημα, το αντίθετο συμβαίνει, αφού αποτελεί μια διαρκή πηγή ενέργειας για την προώθηση ή την καταβύθιση, αν προτιμάτε. Η στερεοτυπική υποδοχή της αφρικανικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, το ζητούμενο του εξωτισμού δηλαδή, ο ρατσισμός που αλλάζει ρούχα για να πείσει για την προοδευτικότητά του, η σχέση των κυρίαρχων χωρών απέναντι στις αποικίες που πια είναι αναπτυσσόμενες χώρες, η επέκταση του πολιτισμικού προνομίου, η ελεημοσύνη απέναντι στους φτωχούς μαύρους, η αποδοχή ανά διαστήματα κάποιων εξ αυτών, η βράβευση και τα όρια εντός των οποίων αναμένεται να κινηθούν, αλλά και εξωλογοτεχνικά στοιχεία, όπως το κακό, η σχέση με το παρελθόν, με την οικογένεια, η προαιώνια ανάγκη που ωθεί ανθρώπους να διασχίζουν με πιρόγες τη μεγάλη θάλασσα αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο, οι επαναστάσεις που δύσκολα οργανώνονται και εύκολα συντρίβονται, η σεξουαλικότητα, η ανάγκη για αγάπη και αποδοχή, η φήμη, η άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη φιλοδοξία και την αναγκαιότητα της γραφής, το μεταφυσικό ενάντια στο σκιάχτρο του ορθολογισμού, η εκ γενετής δίψα μας για ιστορίες, η ακόρεστη πείνα για μεγάλες αφηγήσεις στην εποχή της ταχύτατης παραγωγής και κατανάλωσης.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος αποτελεί, όπως η προμετωπίδα δείχνει, μπολανικό δάνειο από τους Άγριους Ντετέκτιβ, αν και η ακριβής μετάφραση του Κώστα Αθανασίου στην ελληνική έκδοση είναι: «η πιο μύχια ανάμνηση των ανθρώπων». Η επιρροή του Μπολάνιο, παρότι το όνομά του δεν αναφέρεται, αντίθετα με άλλον σπουδαίων γραφιάδων, εντός του μυθιστορήματος, είναι εμφανής. Ολοένα και περισσότερα δείγματα της επιρροής αυτής εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνοντας και δια αυτής της οδού τη σημασία του Χιλιανού συγγραφέα για το λογοτεχνικό ποτάμι. Και η επιρροή αυτή, εκτός της συγγραφικής φιλοδοξίας, διαφαίνεται και από την παρουσία της λογοτεχνίας στον πυρήνα του μυθιστορήματος που περιστρέφεται γύρω της, ένα γαϊτανάκι ψεύδους και αλήθειας,  μυθοπλασίας και ντοκουμέντου, ένας συνδυασμός ποιητικής και βρώμικης γλώσσας. Ωστόσο, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία να συγκρίνουμε τους δύο συγγραφείς, ο συναγωνισμός λίγη λογοτεχνία επισημαίνει, καθώς την απομακρύνει στην απέναντι όχθη της πρόσληψης του κόσμου με αριθμούς και διαγράμματα.

Το ευχαριστήθηκα το βιβλίο αυτό και νομίζω, μπορεί να κάνω και λάθος βέβαια, πως αυτό, πέρα από τις προφανείς συγγραφικές αρετές, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την έκδηλη και ανόθευτη αγάπη του Σαρ για τη λογοτεχνία, το πάθος για την ανάγνωση, το προαπαιτούμενο της γραφής.

Μετάφραση Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Οι είκοσι μέρες του Τορίνου - Giorgio De Maria

Το τελευταίο διάστημα, έχω αρκετές φορές επαναλάβει πως η (σχετικά σύγχρονη) ιταλική λογοτεχνία αποτελεί μια πρόσφατη τεράστια αποκάλυψη για μένα, απόρροια των άκρως ενδιαφερόντων τίτλων που κυκλοφορούν διάφοροι εκδοτικοί οίκοι, πάντοτε με την αγαστή συνεργασία των μεταφραστών, αυτών των μυρμηγκιών της λογοτεχνίας, στους οποίους τόσα και τόσα χρωστάμε. Για χρόνια, οι κλασικοί Ιταλοί συγγραφείς, ο Καλβίνο, ο Πιραντέλο και ο Σβέβο για παράδειγμα, αλλά και οι πιο σύγχρονοι, όπως ο τεράστιος Ταμπούκι, δεν επαρκούσαν για τη δημιουργία ενός ισχυρού δεσμού με τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία, για την οποία, προφανώς εσφαλμένα, πίστευα, πως δεν ήταν του γούστου μου, ακόμα μια γενίκευση που με κρότο κατέπεσε. 

Το φαινόμενο Φεράντε έμοιαζε μάλλον με εξαίρεση επιβεβαίωσης του κανόνα, αν και ίσως η εμπορική επιτυχία του να έστρεψε το εκδοτικό ενδιαφέρον προς τη γείτονα χώρα. Μια σειρά από πολύ ωραία βιβλία ήταν ωστόσο ικανή να αλλάξει άρδην την εικόνα αυτή και ειδικότερα στην υποκατηγορία σύγχρονοι κλασικοί Ιταλοί συγγραφείς. Εκεί ανήκει ο Τζόρτζο Ντε Μαρία (1924-2009). Οι εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας εκδοτικός οίκος που κινείται με θαυμαστή ισορροπία στα όρια του underground, ανέλαβαν τη σύστασή του στο ελληνικό κοινό, μέσα από το πλέον γνωστό βιβλίο του, που, γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του '70, έχει αποκτήσει μια καλτ φήμη. Τίποτα δεν γνώριζα για τον συγγραφέα και το βιβλίο, ήταν το πρόσφατο ενδιαφέρον μου για την ιταλική λογοτεχνία και η εμπιστοσύνη στις επιλογές του εκδοτικού οίκου όσα με έφεραν στην ανάγνωση αυτή. Προσπέρασα την εκτενή εισαγωγή του Αμερικανού μεταφραστή, αφήνοντάς τη για το τέλος της ανάγνωσης, και βρέθηκα αντιμέτωπος με μια μεγάλη έκπληξη, πέρα από κάθε προσδοκία.

Με ορατή την καλοχωνεμένη επιρροή κλασικών πια συγγραφέων τρόμου, όπως ο Πόε ή ο Λόβκραφτ για παράδειγμα, ο Ντε Μαρία δίνει τον λόγο στον ανώνυμο πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα μισθωτό υπάλληλο που ενίοτε αναζητά στη μουσική καταφύγιο από την ευθεία γραμμή της καθημερινότητας, για να εξιστορήσει τη διαδικασία απόπειρας συγγραφής ενός βιβλίου που περιλαμβάνει την έρευνά του σχετικά με μια σειρά από παράξενα γεγονότα, που είχαν λάβει χώρα μια δεκαετία νωρίτερα στο Τορίνο, όταν εμφανίστηκε ένα κύμα μαζικής αϋπνίας στον ντόπιο πληθυσμό, αλλά και κάποιες υπερβολικά βίαιες δολοφονίες, που παρέμειναν ανεξιχνίαστες. Η περίοδος εκείνη έμεινε γνωστή ως Οι είκοσι μέρες του Τορίνου. Το εύρημα της συγγραφής ως κεντρικός αφηγηματικός άξονας εγκιβωτίζει τη διαδικασία της έρευνας, προσφέροντας, εκτός από μια αληθοφάνεια, που εντείνει το αίσθημα του τρόμου, και τον απαραίτητο χώρο ώστε στα περιθώρια της να χωρέσουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα του αφηγητή. Το πώς θα αφηγηθεί κάποιος μια ιστορία έχει βαρύνουσα αξία, ίση ή και μεγαλύτερη της ίδιας της ιστορίας.

Και αν το κομμάτι της άρνησης των αυτοπτών μαρτύρων, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, να βοηθήσουν στην έρευνα, σπεύδοντας να ισχυριστούν πως δεν ξέρουν, δεν είδαν, δεν άκουσαν ή δεν θυμούνται πια, είναι μια διαχρονική συνθήκη αποφυγής της όποιας εμπλοκής πέρα από το καθαρά προσωπικό συμφέρον, υπάρχει ένα εύρημα που σχεδόν προφητεύει τη σύγχρονη εποχή και την επικράτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προσφέροντας μια αίσθηση επικαιρότητας στην παράξενη αυτή ιστορία. Και το εύρημα αυτό είναι η Βιβλιοθήκη, μια φιλανθρωπική οργάνωση που διοικείται από την εκκλησία και στεγάζεται σ' ένα αναγνωστήριο στο οποίο οι πολίτες ενθαρρύνονται να δωρίσουν τα προσωπικά τους ημερολόγια ή, έναντι μικρού τιμήματος, να ξεφυλλίσουν τις σκέψεις των συμπολιτών τους. Σας θυμίζει κάτι αυτό;

Η ανταπόκριση του κοινού είναι μεγάλη, οι ερασιτέχνες συγγραφείς του προσωπικού δεν διστάζουν να είναι απόλυτα ειλικρινείς με αποτέλεσμα στις καταχωρήσεις να υπάρχει αρκετό ζοφερό υλικό, βγαλμένο μέσα από τα σκοτεινά βάθη της ύπαρξης. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η συνθήκη αυτή προκαλεί ένα διάχυτο άγχος στον πληθυσμό καθώς άπαντες πιστεύουν πως βρίσκονται υπό διαρκή παρακολούθηση, πως οι άλλοι γνωρίζουν τα πάντα γι' αυτούς, με αποτέλεσμα η κοινωνική συνοχή και η καθημερινότητα να δοκιμάζονται, ενώ η αϋπνία καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων. Είναι φοβερό το πώς ο Ντε Μαρία μιλάει για τον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο, εκεί που οι χρήστες, λιγότερο ή περισσότερο, καταθέτουν μεγάλο μέρος ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, σκέψεων και συναισθημάτων, και μάλιστα οικειοθελώς, κάτι που έχει ήδη δημιουργήσει μια παράλληλη, εν πολλοίς δυστοπική, πραγματικότητα.

Η αίσθηση της παραβολής είναι διάχυτη, χωρίς όμως να επισκιάζει την αυτονομία της ιστορίας. Οι μελετητές του έργου τού Ντε Μαρία τείνουν να πιστεύουν πως υπάρχει μια ευθεία σύνδεση με το κύμα της ακροδεξιάς τρομοκρατίας εκείνης της περιόδου, που για χρόνια παρέμενε ατιμώρητη, μια αντιδραστική πρακτική σε μια συγκυρία έντονων κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων. Όμως, το έργο αυτό, μάλλον, ξεπερνά τα στενά όρια της απλής παραβολής, κάτι στο οποίο οφείλεται η επικράτησή του στον χρόνο, παρά τις εκδοτικές περιπέτειες από τις οποίες πέρασε.

Η έκδοση, σε μετάφραση Ηλία Διάμεση, είναι πλήρης. Εκτός από την εκτενή και άκρως κατατοπιστική εισαγωγή του Αμερικανού μεταφραστή του Ντε Μαρία, περιέχονται ένα κρυπτικό και παράδοξο διήγημα με τίτλο Θάνατος στο Μεσολόγγι, που είναι η φανταστική επιστολή του Επισκόπου της Βενετίας Γκουαλτιέρο Γκρίφι, γραμμένη το Δεκέμβριο του 1879, προς τον Καρδινάλιο της Μπολόνιας Ρομπέρτο Μπρανκαλεόνι, σχετικά μ' ένα υποτιθέμενο επεισόδιο από τη ζωή του Λόρδου Βύρωνα, αλλά και ένα μουσικό δοκίμιο του Ντε Μαρία, Η φαινομενολογία του urlatore, όπως ονομάστηκε το κύμα ποπ ροκ τραγουδιστών που εμφανίστηκαν στον ιταλικό βορρά στις αρχές της δεκαετίας του '70, σαν μια αντίδραση στα γλυκανάλατα ερωτικά τραγουδάκια.

Οι είκοσι μέρες του Τορίνου μου έφεραν στο νου ένα ακόμα παραβολικό, στα όρια του τρόμου, μυθιστόρημα, το Dissipatio H.G. του Γκουίντο Μορσέλι.

Μια καλή έκπληξη ήταν το βιβλίο αυτό.

υγ. Για το Dissipatio H.G. περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Κάποια ακόμα ιταλικά βιβλία που διάβασα πρόσφατα: Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη [Τζαφράνκο Καλίγκαριτς, μτφρ. Δήμητα Δότση, εκδόσεις Ίκαρος (περισσότερα εδώ)], Πικρή ζωή [Λουτσιάνο Μπιαντσάρντι, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες (περισσότερα εδώ)], Ο νόμος του μίσους [Αλμπέρτο Γκαρλίνι, μτφρ. Βασιλική Πέτσα, εκδόσεις Πόλις (περισσότερα εδώ)], Αμίαντος [Αλμπέρτο Προυνέττι, μτφρ. Βαγγέλης Ζήκος, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες (περισσότερα εδώ)], Napoli mon amour [Αλέσσιο Φορτζόνε, μτφρ. Δέσποινα Γιαννοπούλου, εκδόσεις Πόλις (περισσότερα εδώ)] και Μια φιλία [Σίλβια Αβαλόνε, μτφρ. Λούλα Καραγιαννάκη, εκδόσεις Αίολος (περισσότερα εδώ)].

Μετάφραση Ηλίας Διάμεσης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Βερνόν Σουμπουτέξ - Virginie Despentes

Στην ανασκόπηση των δέκα καλύτερων βιβλίων που δεν διάβασα το '23 συμπεριέλαβα την τριλογία Βερνόν Σουμπουτέξ της Βιρτζινί Ντεπάντ. Ανάμεσα σε άλλα, έγραφα: «Το πρώτο μέρος κυκλοφόρησε το 2019, το δεύτερο το 2022, το τρίτο τον περασμένο Νοέμβριο. Ενδιάμεσα έγινε και τηλεοπτική σειρά. Αντιστάθηκα στις σειρήνες ποντάροντας σε μια ενιαία αναγνωστική απόλαυση που δεν θα έπεφτε θύμα της λήθης. Χίλιες τριακόσιες περίπου σελίδες με περιμένουν, ίσως να είναι το πρώτο από τα δέκα που θα πιάσω στα χέρια μου, ίσως και να είναι το πρώτο βιβλίο της χρονιάς, ναι, τέτοιες είναι οι προσδοκίες που έχω!».

Προσδοκίες που δεν στηρίζονταν κάπου παρά σ' ένα ένστικτο. Κάποια σκόρπια θετικά σχόλια, κυρίως για το πρώτο μέρος, και ένα όμορφο εξώφυλλο, αυτά είχα στα χέρια μου· το υπολειπόμενο μέρος για τη δημιουργία αναγνωστικής επιθυμίας το κατέλαβε η διαίσθηση. Συμβαίνει συχνά. Η διευκρίνηση σχετικά με την προέλευση του ονόματος Βερνόν Σουμπουτέξ, ο συνδυασμός, δηλαδή, του ονόματος του Αμερικανού συγγραφέα που επινόησε ο πολυσχιδής Μπορίς Βιάν και της εμπορικής ονομασίας ενός υποκατάστατου της ηρωίνης, προσέθεσε κάποιες επιπλέον γραμμές στον υποκειμενικά και αυθαίρετα σκιαγραφημένο ορίζοντα προσδοκιών, λίγο πριν το γύρισμα της πρώτης σελίδας. Έτσι μπήκα στην ανάγνωση αυτή.

Ο Βερνόν Σουμπουτέξ, που κάποτε διατηρούσε ένα δισκοπωλείο, βρίσκεται στον δρόμο από τη μια στιγμή στην άλλη, αποτέλεσμα ενός σταδιακού οικονομικού ξεπεσμού. Η κρίση και η ψηφιακή εποχή της μουσικής επέφεραν το καθοριστικό πλήγμα στο μαγαζί, ακολούθησε η εκποίηση του εμπορεύματος πριν από το οριστικό λουκέτο. Η έξωση από το σπίτι που νοικιάζει συμβαίνει με συνοπτικές διαδικασίες. Πιστεύοντας πως πρόκειται για μια προσωρινή αναποδιά, ο Βερνόν μαζεύει λίγα από τα υπάρχοντά του και γυρεύει καταφυγή σε κάποιο φιλικό σπίτι. Ωστόσο σύντομα θα βρεθεί να μένει στον δρόμο, ένας ακόμα κλοσάρ στους παρισινούς δρόμους, που εξαρτάται από τη φιλανθρωπία των περαστικών και τα τερτίπια του καιρού. Ανάμεσα στα πράγματα που πήρε από το σπίτι του είναι και οι βιντεοκασέτες ενός νεκρού εδώ και λίγο καιρό ροκ σταρ, οι οποίες, κατά ισχυρισμό του, αποτελούν μια άτυπη αυτοβιογραφική διαθήκη. Το κύκλωμα νεκρολογιών τίθεται σε εγρήγορση, υποψήφιοι συγγραφείς-βιογράφοι εμφανίζονται, αλλά δεν είναι οι μόνοι, κάποιοι ακόμα γυρεύουν να πάρουν στα χέρια τους το υλικό, θεωρώντας πως κινδυνεύουν από τις αποκαλύψεις που πιθανόν να περιλαμβάνονται σ' αυτό. Η μυστηριώδης αυτοκτονία (;) μιας πρώην ιερόδουλης περιπλέκει περαιτέρω τα πράγματα. Σύντομα, γύρω από τον Βερνόν θα δημιουργηθεί μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων, καθένα από τα οποία έχει τους δικούς του λόγους και βλέψεις, τη δική του ιστορία. Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η κεντρική υπόθεση της τριλογίας αυτής, χωρίς περαιτέρω σπόιλερ.

Η Ντεπάντ, εφορμώντας από την έξωση και μετοίκηση στον δρόμο του Βερνόν, στήνει ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, δίνοντας τον ρόλο του ξεναγού σ' έναν παντογνώστη αφηγητή. Η δράση λαμβάνει χώρα κυρίως στο Παρίσι, λίγα μόλις χρόνια πριν, σε μια εποχή που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίζουν καθοριστικό ρόλο, καθοριστικότερο απ' όσο οι χρήστες τους μπορούν να φανταστούν. Ο ρεαλισμός που αντανακλά την πραγματικότητα, παρότι πρόσωπα και καταστάσεις μοιάζουν να είναι επινοημένα, είναι το σημαντικότερο προτέρημα του μυθιστορήματος, η καταστατική συγγραφική επιδίωξη, η οξυδερκής και λοξή συγγραφική ματιά στα πράγματα. Η Ντεπάντ, με μια χειμαρρώδη αφήγηση, μεταφέρει τον αναγνώστη στο ελάχιστα γοητευτικό εκ του σύνεγγυς Παρίσι, τη ζοφερή συνθήκη των δρόμων του, τη μοναξιά και τις κοινωνικές αντιφάσεις, την άνοδο της ακροδεξιάς ρητορικής, το τέλος της αισιοδοξίας και της προσμονής για καλύτερες μέρες, χωρίς ωστόσο να υποτάσσεται στην ολοκληρωτική ήττα. Καθοριστική αποδεικνύεται η αποφυγή της όποιας αγιοποίησης, θυματοποίησης ή ηρωοποίησης προσώπων και καταστάσεων εκ μέρους του αφηγητή, ο οποίος διατηρεί την απαραίτητη συναισθηματική απόσταση από τα πρόσωπα της πλοκής.

Η πρόκληση είναι μια σημαντική συνισταμένη εδώ. Πρόκληση στο όριο της πρόκλησης για την πρόκληση. Η Ντεπάντ διαρκώς φλερτάρει με την υπέρβαση της λεπτής αυτής διαχωριστικής γραμμής. Πρόκληση που ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας τη μετέρχεται φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη κάτι από το σύμπαν του Ουελμπέκ, εκκινώντας ωστόσο κατά κανόνα από πιο προοδευτικές θέσεις και κινούμενη σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, με την πλειοψηφία των προσώπων να βρίσκεται στο κάτω τμήμα της μεσαίας τάξης, που τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται αρκετά. Έχει ενδιαφέρον, στο σημείο αυτό, να σταθεί κανείς απέναντι στους δύο συγγραφείς, να επιχειρήσει να διακρίνει το ενδοκειμενικό από το εξωκειμενικό, τι περιλαμβάνουν τα βιβλία τους και τι φωτίζεται με βάση εκείνα που γνωρίζουμε για το ποιόν της Ντεπάντ και του Ουελμπέκ, πόσο διαφορετική είναι η ανάγνωση και η πρόσληψη όταν πίσω από το διφορούμενο βρίσκεται μια γυναίκα συγγραφέας, και μάλιστα φεμινίστρια, και όχι ένας λευκός, άντρας συγγραφέας, με το προνόμιο του ξεκάθαρο. Ο σκοπός μοιάζει να είναι κοινός, η πρόκληση, η ενόχληση, το ξεβόλεμα, η διάρρηξη του φαντασιακού υμένα, ο ωμός ρεαλισμός, η σκληρή πραγματικότητα, η απομάγευση, η αλλεργία μιας αναχωρητικής λογοτεχνίας· τι συμβαίνει ωστόσο με την αναγνωστική πρόσληψη αλλά και τη λογοτεχνική αξιολόγηση;

Νιώθω πως η απόφασή μου να περιμένω την ολοκλήρωση της τριλογίας πριν από την ανάγνωση δικαιώθηκε πλήρως. Η Ντεπάντ κατασκευάζει έναν αμφίθυμης υφής και σύστασης σύμπαν στο οποίο ο αναγνώστης, καθώς οι σελίδες γυρνούν, ολοένα και βυθίζεται, αποκτώντας συμπάθειες και αντιπάθειες για τα πρόσωπα της πλοκής όπως αυτά εναλλάσσονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο· ο κόσμος τους γίνεται και δικός του κόσμος. Σε μια ανάγνωση σπαστή, με την παρέλευση ικανού χρόνου στο μεταξύ, αυτή η αίσθηση δεν θα ήταν μάλλον δυνατόν να υπάρξει. Ίσως εξαιτίας αυτού κάποιοι αναγνώστες να απογοητεύτηκαν από το δεύτερο ή το τρίτο μέρος, αφού τα μέρη δεν είναι αυτοτελή αλλά συνέχεια της ίδιας ιστορίας που, παρά την ταχύτητα στην αφήγηση,  διαθέτει κάτι το βραδύκαυστο, έτσι όπως οι συνθήκες μεταβάλλονται. Η εμπειρία των τηλεοπτικών σειρών συνηγορεί στην επιβεβαίωση μιας τέτοιας υπόθεσης, το μπες βγες, ανάμεσα στους διαφορετικούς κύκλους, δεν βοηθάει στην απρόσκοπτη και συνεχή πρόσληψη του έργου, πόσο μάλλον τη διατήρηση της ατμόσφαιρας και του μικροκλίματος.

Αναπόφευκτα, το μυθιστόρημα δεν είναι σφιχτοδεμένο ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν αποτελεί το κυρίως χαρακτηριστικό του, πολυπρόσωπο και με αρκετές υποϊστορίες να διασταυρώνονται και να το συνθέτουν λογικό είναι να έχει κομμάτια πιο αδύναμα, ανάλογα και με το αναγνωστικό γούστο. Εκείνο ωστόσο που λειτουργεί εξισορροπιστικά είναι το έντονο αφηγηματικό νεύρο που το διατρέχει, κάτι το οποίο πιστώνεται στη συγγραφέα και καθορίζει εν πολλοίς την αναγνωστική εμπειρία, νεύρο ανατροφοδοτούμενο με τη μουσική που είναι διαρκώς παρούσα. Μιλώντας παραπάνω για την απομαγευμένη πραγματικότητα, νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω πως το Βερνόν Σουμπουτέξ δεν πάσχει από παρελθοντολαγνεία, η συγχρονία δίνεται με όρους ανεξάρτητους και όχι συγκριτικούς με μια περασμένη εποχή κατά την οποία όλα ήταν καλώς καμωμένα. Η Ντεπάντ στέκεται απέναντι στην παροντική συνθήκη και την διαχειρίζεται χωρίς μελοδραματισμό, κάτι το οποίο εντείνει τη ρεαλιστική συνθήκη, ενώ ο επίλογος με τον οποίο κλείνει την αφήγηση είναι ανατρεπτικός και αρκούντως λειτουργικός.

Είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση, από μια παράλληλη πραγματικότητα, να βυθιστώ στις σελίδες και να παρακολουθήσω την ιστορία αυτή. Κάποια στιγμή θα επιδιώξω να δω και τη σειρά, όχι όμως ακόμα, με την ανάγνωση νωπή. Και κάτι τελευταίο: η ανάγνωση δεν μου δημιούργησε την αίσθηση πως το βιβλίο γράφτηκε με άμεσο στόχο την τηλεοπτική του μεταφορά, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο αποτελεί σχεδόν τον κανόνα, αλλά πως αυτό ήταν κάτι δευτερογενές. Προσδοκίες δικαιωμένες.

υγ. Θυμήθηκα, λόγω του νεύρου στην αφήγηση, δύο ακόμα γαλλικά βιβλία: το Ζήσε γρήγορα της Brigitte Giraud (περισσότερα εδώ) και το Love me tender της Constance Debré (περισσότερα εδώ). Για τα βιβλία του Ουελμπέκ, ένα πρώτο νήμα εδώ. Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 τα βρίσκετε εδώ.

Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη (πρώτος και δεύτερος τόμος), Χαρά Σκιαδέλλη (τρίτος τόμος)
Εκδόσεις Στερέωμα