Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Ιεροτελεστίες παιδικών αυτοσχεδιασμών




Να διαβάζεις ένα ποίημα κάθε πρωί, αυτή είναι συμβουλή, και όχι οι περίπατοι στην ακτή, που με την πρώτη βροχή, το πρώτο ίχνος κρύου αναβάλλονται με ευκολία, και χωρίς τύψεις, άκου με, έλεγες, ξέρω εγώ, για να ξεκινήσει η μέρα, να διαβάσεις ένα ποίημα, και η μέρα θα πάρει τη μορφή του ποιήματος που θα 'χεις διαβάσει, το μέτρο και τη φόρμα του, θα δεις, θέλει όμως προσοχή στην επιλογή, προσοχή, έλεγες, και όχι τύχη, που έλεγα εγώ, αναζητώντας να διακρίνω μια μεταφυσική χαραμάδα στα πάντα. 
 
Αν κάποιο απόγευμα αργά, ένας Αμερικανός ποιητής, εδώ και χρόνια νεκρός, μου θυμίσει ξαφνικά ένα σύνολο παράταιρων πραγμάτων όπως το κλιματιζόμενο εργαστήριο, τη λάθος κατεύθυνση, την αμηχανία, την άνευρη αναζήτηση της λεωφόρου, το φεγγάρι στο γέμισμά του, κρυμμένο πίσω από τις πολυκατοικίες, εσένα με τα μαλλιά λυτά, τότε ο χρόνος θα ανακτήσει ξαφνικά τις τρομακτικές διαστάσεις του, οι δυο ακτές θα απομακρυνθούν και μια κατάμαυρη τάφρος θα απλωθεί ανάμεσα σ' εκείνη τη νύχτα και σ' εκείνο το απόγευμα. 

Αν ύστερα από χρόνια θυμηθώ εσένα σαν την κοπέλα εκείνη που μ' έσπρωξε στην ποίηση, θα 'ναι από μόνο του αυτό ένα γεγονός συγκινητικό, σχεδόν ποιητικό, σε μια μελλούμενη εποχή αναπόφευκτης απομάγευσης και ακινησίας, ακόμα και αν, από καιρό πια, δεν μαθαίνω τίποτα για σένα, αν πιάνεις ακόμα τα μαλλιά σου ψηλά, για παράδειγμα, ή αν ακόμα καπνίζεις με πάθος το πρωί, τέτοια πράγματα, μικρά και ίσως κάπως χαζά τώρα πια, πράγματα όμως που κάποτε ξεκινούσαν τις μέρες μου, ιεροτελεστίες παιδικών αυτοσχεδιασμών.

Εσένα όμως δεν σου αρέσουνε τα αν, αυτό το ξέρω.



Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

κάποιοι άλλοι - Ιάκωβος Ανυφαντάκης



Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που κυρίως έκανα εκείνους τους δύο αργούς, επίπονους μήνες ήταν να αναλογίζομαι πώς, πότε και γιατί πήγαν όλα τόσο αφάνταστα στραβά. Πότε σταμάτησα να μιλάω καθαρά και πότε εμφανίστηκε στη μέση των προτάσεών μου αυτός ο μικρός δισταγμός, που δεν με άφηνε να ολοκληρώσω θριαμβευτικά τη σκέψη μου. Πότε έπαψαν οι άλλοι να μιλάνε με εκτίμηση για το παρόν μου και προσδοκία για το μέλλον μου. Ήταν σαν να ξεκίνησα ένα πρωί τόσο υπέροχος που ούτε εγώ δεν μπορούσα να το πιστέψω, και ως το βράδυ μετά βίας να άντεχα τον εαυτό μου. Τώρα περνούσα τα πρωινά μου παραδομένος στην αυτολύπηση, ενώ τα απογεύματα μισούσα τον εαυτό μου και οτιδήποτε έβλεπα γύρω. Η πτώση ήταν ταχύτατη, ήμουν κάποιος και μετά δεν ήμουν κανείς, ξανακοιτούσα τη ζωή μου και έβλεπα ότι σε κάθε μικρή ή μεγάλη απόφαση, σε κάθε σταυροδρόμι, η επιλογή μου ήταν η χειρότερη δυνατή. Η καταστροφή μου ήταν εύκολη, αβασάνιστη, για να είμαι ακριβής. Επί αρκετά χρόνια ήμουν στο κέντρο, τώρα με είχαν όλοι ξεχάσει. Αλλά δεν ήταν εκείνο, το τότε, η αληθινή ζωή μου, ήταν αυτό εδώ.
Η απόλυση μοιάζει σχεδόν με ευλογία. Αποζημίωση και ελεύθερος χρόνος. Ανασυγκρότηση πριν από το επόμενο βήμα. Η Μάρω δίπλα του. Τίποτα δεν μπορεί να πάει λάθος. Οι μήνες περνούν. Ο τραπεζικός λογαριασμός λιγοστεύει. Ο Βαγγέλης ρίχνει τα μούτρα του και πάει στον ΟΑΕΔ. Μια μικρή παράταση. Κάτι θα βρεθεί. Τίποτα δεν βρέθηκε. Αποφασίζει να πουλήσει το αμάξι του. Το σκοτώνει. Φορτώνουν τα υπάρχοντά τους στο αυτοκίνητο της Μάρως. Φεύγουν για την Πολωνία. Το Γκντανσκ. Εκείνη πιάνει δουλειά ως γιατρός. Εκείνος μένει σπίτι. Στέλνει διαρκώς βιογραφικά. Στα διαλείμματα κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Συνεχίζει να τρέχει. Συνήθως με την Αγκάτα. Ένας άντρας πέφτει νεκρός στην ταράτσα της πολυκατοικίας τους.

Ο Βαγγέλης βρίσκεται ξένος σε ξένο τόπο, να ζει με τα χρήματα της Μάρως, να αναζητά εναγωνίως μια δουλειά, μια διέξοδο. Εκείνο που το βράδυ μοιάζει με πάτο, την επόμενη μέρα μετατρέπεται σε ικανό ύψος για μια ακόμα επώδυνη πτώση. Και ξανά. Η ανεργία είναι το σύγχρονο στίγμα, εκείνο που σε κατατάσσει στους αποτυχημένους, στους εκτός συστήματος, οι ικανοί τα καταφέρνουν, έτσι λένε, αργά ή γρήγορα τα καταφέρνουν. Τα πολωνικά του είναι παιδικά, δεν μπορεί να συνεννοηθεί εύκολα με τους γύρω του, δεν μπορεί να φτιάξει έναν κύκλο. Περιμένει τη Μάρω να γυρίσει από τη δουλειά, τη Μάρω που όλοι αγαπούν στην πολυκατοικία, στέλνει βιογραφικά, κάποτε του απαντούν ευγενικά μα αρνητικά, τις περισσότερες φορές δεν μπαίνουν καν στον κόπο, τρέχει με την Αγκάτα, κάνει τις δουλειές του σπιτιού, η ζωή στην βορειοανατολική Ευρώπη κυλάει, ένας άντρας πέφτει νεκρός στην ταράτσα της πολυκατοικίας τους.

Μια νύχτα ένας θόρυβος τους τρομάζει. Ανεβαίνουν στην ταράτσα, ένας άντρας έχει πέσει νεκρός. Ένας ακόμα άντρας πέφτει από τον ουρανό σε μια λεωφόρο λίγο πιο κάτω. Ο Βαγγέλης αποφασίζει να ερευνήσει τι συνέβη στον άντρα που έπεσε νεκρός στη λεωφόρο, θέλει να μάθει πώς βρέθηκε στους τροχούς του αεροπλάνου. Υπάρχει εκείνη η έκφραση για τον πνιγμένο που πιάνεται από τα μαλλιά του. Ίσως είναι η κατάλληλη για να περιγράψει πώς ένιωσε ο Βαγγέλης αρχίζοντας αυτή την έρευνα. Ένιωσε ζωντανός, θα τολμούσα να υπερβάλω. Κάθε μέρα μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην ιστορία αυτή, αναζητά όσους γνώριζαν το θύμα, κάνει συνεντεύξεις, καταγράφει τα ευρήματα και προσπαθεί να συμπληρώσει τα κομμάτια αυτού του παζλ. Σε όσα είχαν ζήσει κάποιοι άλλοι ζει και αυτός, ένας κομπάρσος που πιστεύει πως θα μπορούσε να πουλήσει το θέμα σε κάποιο ευρωπαϊκό έντυπο. 

Τώρα ο Βαγγέλης διηγείται την ιστορία του. Ξεκινάει από την ημέρα που γύρισε στο σπίτι έχοντας πετύχει στον δρόμο τον Αγγέλου. Δεν υπάρχει ιστορία χωρίς αναλήψεις. Όσα έγιναν με τον Αγγέλου πίσω στην Αθήνα αποτελούν την πρώτη ανάληψη από το παρελθόν. Αυτό το μοτίβο θα επαναληφθεί, τίποτα δεν γίνεται τυχαία στο παρόν, άλλωστε, κάθε τι έχει τις ρίζες του στο παρελθόν. Καμία απόφαση δεν μένει χωρίς απάντηση, καμία πράξη χωρίς συνέπεια. Ο Βαγγέλης, που κάποτε ένιωθε άτρωτος, το μαθαίνει αυτό από πρώτο χέρι.

Η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης έχει κάποια πλεονεκτήματα, ανάμεσα σε άλλα προσδίδει ρεαλισμό, ενσωματώνει τον εσωτερικό μονόλογο πιο αβίαστα, διατηρεί διαρκώς σταθερή την οπτική γωνία, ευνοεί την ανάπτυξη ενσυναίσθησης ανάμεσα σε ήρωα και αναγνώστη· για να λειτουργήσει όμως η αφηγηματική αυτή επιλογή θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Πρώτη στη λίστα έρχεται η πειστικότητα γύρω από την ανάγκη του αφηγητή να διηγηθεί την ιστορία του, τη στιγμή ειδικά που αυτή έχει πια περάσει στο παρελθόν, όταν κάποιος άλλος θα επέλεγε να επουλώσει τις πληγές του κάπου στα σκοτεινά, αντί να ανασκαλέψει το παρελθόν. Σε αυτό το σημείο ο αφηγητής του Ανυφαντάκη παίρνει υψηλό βαθμό, καθώς πείθει πως η ανάγκη του να διηγηθεί την ιστορία είναι υπαρκτή, κάτι το οποίο περνάει ήδη από τις πρώτες σελίδες και στη γλώσσα, που είναι επίσης ζητούμενο. Η γλώσσα αποτυπώνει ευκρινώς την κατάσταση αγωνίας που εξακολουθεί να βιώνει ο Βαγγέλης, την υπαρξιακή αυτή αγωνία κάποιου που είδε να χάνονται όσα θεώρησε κάποια στιγμή δεδομένα, την αγωνία κάποιου που ξέρει πως ο κύριος υπαίτιος είναι ο ίδιος. Επίσης, για να περάσουμε στην τρίτη προϋπόθεση, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση μεγάλη σημασία παίζει η συγγραφική επιλογή για την ένταση και την κατεύθυνση της απεύθυνσης. Πόσο ευκρινές θα είναι δηλαδή το σε ποιον απευθύνεται ο αφηγητής, ποιο είναι αυτό το αόρατο εσύ που λειτουργεί ως δέκτης, που αόρατος στέκει στο τραπέζι απέναντι από τον ήρωα. Για να δώσω ένα παράδειγμα για τη σημασία αυτού, όταν κάποτε διάβασα ξανά, μετά από χρόνια, το μυθιστόρημα του Μπελ Οι απόψεις ενός κλόουν, με έκπληξη συνειδητοποίησα πως λαθεμένα είχα μείνει με την εντύπωση πως η αφήγηση απευθυνόταν στην Μαρί, ήταν όμως τέτοια η ένταση της αφήγησης, η ένταση του πόνου και της θλίψης του Χανς, που στη μνήμη μου έμεινε ως ένας λίβελος που απευθυνόταν σε εκείνη που τόσο είχε αγαπήσει. Στο κάποιοι άλλοι ο Βαγγέλης αν και μοιάζει να ελπίζει πως η Μάρω θα διαβάσει την αφήγηση αυτή, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν αποτελεί πρωταρχικό ζητούμενο, όχι τουλάχιστον πιο επιτακτικό από την ανάγκη του να αφηγηθεί αυτή την ιστορία.

Ο Ανυφαντάκης μοιάζει να βάζει ένα στοίχημα, επιχειρώντας μια αρκετά σύνθετη πλοκή, ανακατεύοντας και εγκιβωτίζοντας αρκετές ιστορίες, και πραγματοποιώντας αρκετά χρονικά μπρος πίσω. Δεν αρκείται στα στενά όρια μιας υπαρξιακής ιστορίας πτώσης, επιλέγει να ανοίξει περισσότερα μέτωπα, να δώσει μια διάσταση αστυνομικής πλοκής στο μυθιστόρημά του. Δεν αρκείται στη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, επιθυμεί και την εγκεφαλική του εμπλοκή. Γιατί παρότι ο αναγνώστης υποψιάζεται με βεβαιότητα το άσχημο τέλος της ιστορίας, νιώθει δηλαδή την τραγική ειρωνεία κατά την εξέλιξη της αφήγησης, όταν ο Βαγγέλης γνωρίζει μικρές στιγμές αισιοδοξίας, ταυτόχρονα η ιστορία διαθέτει μυστήριο καθώς ο αναγνώστης γνωρίζει λιγότερα από τον ήρωα, που εκ των υστέρων μας διηγείται την ιστορία του. Οι ραφές που ενώνουν τις ιστορίες δεν είναι πάντοτε αόρατες, κάποιες μάλιστα είναι κάπως άτσαλες, και το άσχημο με αυτό είναι πως δημιουργεί την εντύπωση πως οι ιστορίες αυτές προϋπήρχαν του μυθιστορήματος, κάτι που υπονομεύει την αίσθηση ρεαλισμού που μια τέτοια αφήγηση την έχει ανάγκη. 
 
Αυτό που είναι καθηλωτικό στο μυθιστόρημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Βαγγέλης παρατηρεί και περιγράφει τον κόσμο γύρω του, είτε πρόκειται για την απόφαση ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδί, είτε για τα ταξίδια με το αεροπλάνο. Στην επονομαζόμενη λογοτεχνία της κρίσης των τελευταίων χρόνων, ο ήρωας του Ανυφαντάκη έρχεται ν' αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί, σταματώντας να βρίσκει αποκλειστικό άλλοθι στις συνθήκες. Το μυθιστόρημα του Ανυφαντάκη είναι ο στοχασμός ενός ηττημένου, κάποιου που νόμιζε πως τα ήξερε όλα, αλλά τελικά δεν ήξερε και τόσο πολλά, κάποιου που τα έκανε όλα σύμφωνα με το βιβλίο οδηγιών για επιτυχημένους, και τελικά συνειδητοποίησε πως οδηγίες δεν υπάρχουν, κάποιου που έτρεχε γιατί ένιωθε δυνατός, ενώ έτρεχε για να ξεφύγει, κάποιου που αναζήτησε καταφύγιο από τη δική του ζωή στη ζωή που έζησαν κάποιοι άλλοι.            

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Πατάτη  

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ - Uwe Johnson




Αυτό δεν θα ήταν το πρώτο βιβλίο που θα γραφόταν για τον Άχιμ, τον ποδηλάτη σύμβολο της χώρας, άλλα δύο είχαν κιόλας γραφτεί, ενώ πιθανότατα και άλλα θα ακολουθούσαν. Ο Καρς, βέβαια, ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ενδιαφερόταν να γράψει μια βιογραφία για τον Άχιμ, πόσο μάλλον πως θα έπαιρνε άδεια και από το κράτος στην απέναντι πλευρά της πόλης για κάτι τέτοιο. Εκείνος απλά δέχτηκε την πρόσκληση της Κάριν, της παλιάς του ερωμένης, να την επισκεφτεί. Είχαν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις οι δυο τους, συχνά μιλούσαν και στο τηλέφωνο, τώρα εκείνη είχε σχέση με τον Άχιμ, όλοι το ήξεραν αυτό, ήταν ένα από τα πλέον λαμπερά ζευγάρια της δημόσιας ζωής, με το οποίο ασχολούνταν οι κοσμικές στήλες επισταμένα.

Ο Καρς δεν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του διασχίζοντας τα σύνορα, ήθελε να συναντήσει ξανά την παλιά του αγαπημένη, να περάσει κάποιον καιρό στην από κει πλευρά της πατρίδας του και να γυρίσει πίσω στο διαμέρισμά του, εκεί που φρόντιζε όλα να 'ναι έτοιμα να τον υποδεχτούν ξανά. Τον Άχιμ τον γνώρισε μέσω της Κάριν, σιγά σιγά άρχισε να ενδιαφέρεται για εκείνον, σκέφτηκε πως θα ήθελε να γράψει το τρίτο βιβλίο για εκείνον. Για να γραφτεί όμως μια βιογραφία πρέπει να προηγηθούν ερωτήσεις και έρευνα, έτσι και ο Καρς γυρεύει να μάθει διάφορα πράγματα για τον Άχιμ, για την παιδική του ηλικία, για το πρώτο του ποδήλατο, τους αγώνες, για την εποχή του ναζισμού, για τον πόλεμο, για τα χρόνια του σοσιαλισμού, για την επανάσταση. Μια από τις αρετές ενός εθνικού ήρωα είναι η άσπιλη φήμη του, η απουσία της οποιασδήποτε μελανής κηλίδας επ' αυτής. Όσο ανασκαλεύει κανείς στο παρελθόν εμφανίζονται κενά και σκοτεινές γωνιές, μένουν αναπάντητα ερωτήματα. 
σκέφτηκα λοιπόν ν' αρχίσω λιτά και αυστηρά ως εξής: του τηλεφώνησε, να παρεμβάλω ένα σημείο στίξης και έπειτα να συνεχίσω σαν να ήταν αυτονόητο: απ' την απέναντι μεριά των συνόρων, για να αιφνιδιαστείς και να νομίσεις ότι καταλαβαίνεις. Κι ύστερα δειλά (δεν μου αρέσει να δείχνω αβεβαιότητα από την αρχή κιόλας) να προσθέσω ότι μέσα στη Γερμανία της δεκαετίας του πενήντα υπήρχαν κρατικά σύνορα· βλέπεις πόσο άβολη είναι η θέση αυτής της δεύτερης πρότασης δίπλα στην πρώτη.   
Είναι ο χρόνος που πια βαραίνει την επιλογή των Boehlich και Enzensberger να αλλάξουν τον τίτλο που αρχικά ο Johnson είχε επιλέξει για το μυθιστόρημα αυτό, και δεν μας αφήνει ανεπηρέαστους να επιλέξουμε ανάμεσα στους δύο, αλλά καλό θα ήταν να αναφερθεί και ο τίτλος που ο συγγραφέας οραματίστηκε, Περιγραφή μιας περιγραφής, γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε ο συγγραφέας αυτό το βιβλίο. Γιατί η βιογραφία κάποιου τι άλλο από μια περιγραφή του είναι άραγε; Και εδώ έχουμε την περιγραφή μιας βιογραφίας, την περιγραφή μιας περιγραφής, την περιγραφή ενός φαινομένου που ήταν συνηθισμένο στις σοσιαλιστικές χώρες του ανατολικού μπλοκ, εκείνο της αθλητικής βιογραφίας, της εν γένει  προώθησης του αθλητισμού ως δείγματος υπεροχής και προόδου. Άλλωστε και ο Άχιμ σε υπαρκτό πρόσωπο στηρίζεται εν πολλοίς.

Τα τετράδια του Στίλερ, στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Φρις, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια σειρά ερωταποκρίσεων, που μοιάζουν πότε με συνέντευξη και πότε με ανάκριση. Ή, για να αναφερθούμε στην καθ' ημάς λογοτεχνία, τις κόλλες αναφοράς προς τον σύντροφο ανακριτή στο Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Αυτή η έκκεντρη φόρμα, που επιλέγει ο Johnson, ξετυλίγει την πλοκή του μυθιστορήματος, ενώ προσδίδει μια υποβόσκουσα αίσθηση αγωνίας, κυρίως στην απόπειρα του αναγνώστη να υποθέσει ποιος μπορεί να θέτει τις ερωτήσεις, υπό ποιες συνθήκες δόθηκαν οι απαντήσεις και αν ο Καρς ταυτίζεται εν τέλει με τον αφηγητή της ιστορίας αυτής. Παράλληλα με τη βιογραφία του Άχιμ, τη διαδικασία βιογράφησής του για την ακρίβεια, υπάρχει και αυτό το χαλαρό ερωτικό τρίγωνο να αιωρείται και να υπονοείται, τρίγωνο που ίσως κάπως να αποτελεί και έναν συμβολισμό.

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ είναι ένα βιβλίο στενού χώρου, καθώς, ενώ η πλοκή του διαδραματίζεται σε πλήθος εξωτερικών σημείων, η αφήγησή της μοιάζει να γίνεται σε ένα μικρό δωμάτιο. Ένα αίσθημα ασφυξίας διακατέχει τον αναγνώστη, καθώς ο πυρετός της αφήγησης, εντέχνως και υπογείως, διαρκώς ανεβαίνει. Και παρότι διάσπαρτα στο κείμενο υπάρχουν διάφορα κωμικά συμβάντα, στιγμές αφέλειας και φαινομενικής χαλάρωσης, είναι διάχυτο το αίσθημα πως κάποιος καταγράφει, κάποιος παρακολουθεί και σημειώνει, κάποιος περιμένει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο. Η μη ονομασία των πραγμάτων, τα οποία ακόμα και ο πλέον αμύητος στη γερμανική ιστορία αναγνώστης γνωρίζει, επεκτείνει και εκτός βιβλίου την αίσθηση πως κάποιος παρακολουθεί, ενώ ταυτόχρονα δίνει έναν οικουμενικό χαρακτήρα στο μυθιστόρημα αυτό, καθώς ο εκτός Γερμανίας αναγνώστης μπορεί να κάνει τις δικές του αντιστοιχίες. Και είναι σημαντικό κάτι τέτοιο για ένα βιβλίο που θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα γερμανογερμανικής λογοτεχνίας. Αξίζει να διαβάσει κανείς τον Jonhson παρέα με τον Böll, για τον τρόπο με τον οποίο και οι δύο εντάσσουν οργανικά το ζητούμενο της μη λήθης, καθένας με τον δικό του τρόπο, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο λοξός τρόπος με τον οποίο ο Jonhson χρησιμοποιεί την πραγματικότητα για να τη μεταποιήσει σε λογοτεχνία μου θύμισε -κυρίως- την Ιστορία του γερασμένου παιδιού, αλλά και γενικότερα τα πρώτα βιβλία της Έρπενμπεκ.       

Το παράδοξο είναι πως αυτό πρόκειται για το μοναδικό βιβλίο του Johnson που κυκλοφορεί στα ελληνικά, κάτι το οποίο δυσκολεύομαι να εξηγήσω πού μπορεί να οφείλεται.


Μετάφραση: Τούλα Σιετή
Επίμετρο: Κώστας Καλφόπουλος
Εκδόσεις Ίνδικτος

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Κόρκυρα - Κατερίνα Χανδρινού



Όλη τη νύχτα χθες η αίσθηση ενός άντρα περπατούσε.
Σαραντάρης. Κουρασμένος, έθαλλε. Προσπάθησα να διακρίνω πρόσωπο. Ερχόταν δε βιαζόταν. Βήματα σταθερά και ισοσκελή: είχε ξανάρθει. Πέρασμα που ακινητοποιούσε τις μύγες στον αέρα. Πρόσωπο δεν μπόρεσα. Είδα μόνο τις αρθρώσεις του, τα μάτια όχι. Όπως και ότι ήταν πεντακάθαρος, αν και αναμμένος. Ήξερε πως το ξέραμε ότι έρχεται και ότι τον κοιτάμε, κι αυτό του πρόσθετε ύψος. Τα ρούχα του λινά και τσαλακωμένα στον καβάλο. Δεν έχει κινητό. Τον συζητούν. Πίνει από μονολούλουδα βάζα που αναποδογυρίζει.
Κυρίες, κύριοι. Στο κατώφλι, ο Αύγουστος.
Ο μήνας που αλλάζουμε δέρμα.
Στη λογοτεχνία, η αρχή δεν είναι το ήμισυ του παντός, δεν είναι η μισή δουλειά. Η γοητευτική αρχή υπόσχεται, εξυψώνει τις προσδοκίες σε άγνωστα προηγουμένως ύψη, δημιουργεί απαιτήσεις, έλκει την προσοχή, φλερτάρει με την αναγνωστική επιστροφή. Η αρχή θέτει τον πήχη. Και κάπως έτσι, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερες πού να το τονίσεις, τώρα, μία μόλις σελίδα μετά, είναι κάτι που αχόρταγα θες να διαβάσεις, αχόρταγα γιατί νιώθεις πως θα έχεις τον χρόνο να επιστρέψεις με υπομονή, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του.

Ακόμα και αν δεν ειπώθηκε ποτέ από τα χείλη τού γονιού, ακόμα και αν ασαφώς και πλαγίως μόνο εννοήθηκε, σίγουρα κάποια στιγμή βιώθηκε -σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή σιγής- μία από τις σκληρότερες φράσεις από την αρχή του κόσμου: πόσες θυσίες έχω κάνει εγώ για σένα; Και τη φράση αυτή, μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι την κουβαλάμε σαν μια τύψη, ενισχυμένη από την εκ των υστέρων αποκάλυψη του τι παιδιά υπήρξαμε, κοιτάζοντας λοξά προς τα πίσω, όχι απαραίτητα ξαπλωμένοι σε κάποιο ντιβάνι ή κοιτάζοντας τον πολύχρωμο ουρανό της δύσης, αλλά μάλλον τυχαία και σίγουρα απρόοπτα. Μια τύψη που θα ήταν ευκολότερο να την ορίσει ένας οικονομολόγος, την ψυχρή, μαθηματική τους γλώσσα θα χρειαστούμε.

Τον ιδρώτα της προσπάθειας και την πίκρα των στερήσεων γυρεύουμε τρόπο να τιμήσουμε, και ενώ θα ήταν χρήσιμη η μεταφυσική, ο ορθολογισμός μας δεν μας επιτρέπει τέτοια βήματα. Το χωράφι με τις ελιές, το μαγαζί με τα χρώματα, το σπίτι στο χωριό. Καθένας τα δικά του. Κάπως έτσι η αφηγήτρια βρίσκεται στην Κέρκυρα, μήνα Αύγουστο, να συντηρήσει το σπίτι στο χωριό, σπίτι που χτίστηκε από άμμο, σπίτι που έρημο μάχεται την υγρασία και τον χρόνο. Η Κέρκυρα των καλοκαιριών μιας κοπέλας από την πρωτεύουσα, που μεγάλωσε και σπούδασε, που τώρα είναι έτοιμη να φροντίσει και να αξιοποιήσει την πατρική κληρονομιά, που, όσο και αν δεν το θέλει, όσο και αν νιώθει ανίκανη, θα μιλήσει με μάστορες, θα δείξει ενδιαφέρον, θα συνειδητοποιήσει, εν τέλει, πως απλώς τους ενοχλεί, έτσι όπως γυρίζει μέσα στα πόδια τους χωρίς να ξέρει τι να κάνει. 

Το ποιητικό παρελθόν της Χανδρινού είναι ευκρινές και ορατό σε κάθε σελίδα, σε κάθε απλή συντακτική επιλογή. Η Κόρκυρα είναι ένα υβριδικό ημερολόγιο, ποιητικό και πεζό ταυτόχρονα, που διανθίζεται με πλήθος διακειμενικών αναφορών, αποσπάσματα ποιημάτων και τραγουδιών, και στο οποίο κυριαρχεί η αίσθηση του βιογραφικού αποτυπώματος. Χωρισμένη σε τρία μέρη, η Κόρκυρα συγκινεί αβίαστα. Το -φαινομενικά- προσωπικό βίωμα της αφηγήτριας αποτελεί εν τέλει απλώς την ατομική εκδοχή ενός βιώματος που αρκετοί μοιραζόμαστε, και που η Χανδρινού μάς δίνει το λεξιλόγιο για να το εκφράσουμε, επικεντρώνει το βλέμμα σε μια ξεχασμένη λεπτομέρεια, παραγγέλνει ακόμα μια τρίλιτρη μπύρα κάτω από τον παχύ ίσκιο στην πλατεία. 

Προσοχή, προσοχή. Ποιητική πρόζα σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ωραιοποίηση. Και αν για το παρελθόν φροντίζει η λήθη, η ασχήμια του παρόντος δεν επιτρέπει στον ποιητή να αιθερογραφεί, χωρίς να μυρίζει τους σωρούς από σκουπίδια, χωρίς να αλλάζει τα πασουμάκια του αγίου που έλιωσαν πάλι φέτος, χωρίς την αυτογνωσία πως η ανταμοιβή της μεγαλούπολης είναι οι παροχές της, χωρίς αυταπάτες πως στο οικογενειακό τραπέζι θα περάσει ασχολίαστη η άτεκνος κόρη. Τα θραύσματα της Κόρκυρας θα μπορούσαν να είναι κάποιες δεκάδες μικροδιηγήματα ή και ποιήματα, ακόμα και αφορισμοί. Πρόκειται όμως για μια νουβέλα, όχι λόγω μεγέθους, αλλά λόγω του υβριδικού της χαρακτήρα, ένα κατασκεύασμα κατάλληλο για να στεγάσει τις λέξεις. Κατασκεύασμα, λέξη που οδηγεί σε προϊόν νοητικής διεργασίας, αποπαίδι συχνά της λογοτεχνίας, που όμως εδώ, λόγω της συναισθηματικής έντασης των όσων στεγάζει, ισορροπεί, αναδεικνύει και αναδεικνύεται, λειτουργεί τελικά ως ενιαίο σώμα αφήγησης.

Η αρχή συχνά είναι ένα πυροτέχνημα, η αρχή ενίοτε είναι το όλον στο οποίο προστέθηκαν κάποιες δεκάδες σελίδων για να δικαιολογηθεί η έκδοση. Τότε, η αρχή μετά από λίγο σβήνει και χάνεται από τη μνήμη. Τις λίγες φορές που δεν ισχύουν αυτά, έχουμε λογοτεχνία, και η αρχή είναι ένας βατήρας εκτόξευσης. Έτσι συμβαίνει και στην Κόρκυρα.

Εκδόσεις Κείμενα
  

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

η κούνια - Μοχαμμάντ Χεμματί





Άσε τους να περιγελούν 
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.

Μ' αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν' αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ' αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.

Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ' έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ' όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.

Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.

Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.

Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ' έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι' αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης. 

Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να 'ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.

Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ' άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.

Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ' ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ' το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα 
να το έκρυψες.

Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.

Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ' τις μανάδες μας.

Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

*Ο στίχος είναι από το τραγούδι Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, το οποίο μπορείτε να ακούσετε εκεί.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

εκτροφείο θηραμάτων - Γεωργία Μιχαλαριά





Το εξώφυλλο και ο τίτλος προετοιμάζουν τον αναγνώστη για είσοδο σε ένα περιβάλλον δυστοπικό. Τα ανθρωπόμορφα ζώα που προελαύνουν στηριζόμενα άπαντα σε δύο πόδια, αυτή η γραμμή ομοιόμορφης διαφορετικότητας, άνθρωποι με μάσκες ζώων να κρύβουν το πρόσωπό τους -ή μήπως μετασχηματισμένα υβρίδια κάποιας ευγονικής ιδεολογίας;- που κατευθύνονται προς το μέρος μας, εκκινώντας από το εκτροφείο θηραμάτων, δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας, μια περιέργεια μπολιασμένη με φόβο.

Ένα δυστοπικό περιβάλλον δεν απαιτεί μεταχρονολόγηση. Ένα απλό διαμέρισμα, μια τετραμελής οικογένεια, κάπου στον πλανήτη μας αυτή τη στιγμή αποτελούν το πλέον δυστοπικό περιβάλλον. Η δυστοπία δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο δράσης της επιστημονικής φαντασίας. Συχνά δε, η δυστοπία προκύπτει από την ρεαλιστική αποτύπωση του περιβάλλοντος χώρου και των συνθηκών που επικρατούν, τη δυστοπία μπορεί να την αντικρίσει κανείς γύρω του, να τη ζήσει στην καθημερινότητά του. Άλλωστε, αυτό που περισσότερο μας δυσκολεύει είναι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, αυτό που αφυπνίζει τις καταχωνιασμένες αναμνήσεις και ξυπνάει τους παιδικούς μας φόβους. Αυτά, άλλωστε, ωθούν πολλούς στη γραφή, στη δημιουργία εν γένει.

Τα διηγήματα της Μιχαλαριά χαρακτηρίζονται από κάτι το ερμητικό, κάτι που νιώθεις πως απαιτεί ξεκλείδωμα, κάτι που ίσως, αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, να εμφανιστεί ως εικόνα στερεοσκοπική, και έτσι η ιστορία να αποκτήσει εμβαδόν, πάνω στο οποίο θα αναγνωρίσεις σημεία ταύτισης. Οι διαθέσιμες πραγματολογικές πληροφορίες είναι ελάχιστες, αυτά που γνωρίζει ο αναγνώστης περιορίζονται στα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων, σε όσα επιθυμεί να αποκαλύψει ο παντογνώστης αφηγητής. Το διακύβευμα των διηγημάτων, ο θεματικός θα λέγαμε ιστός που τα ενώνει, είναι η επικοινωνία, ως αδυναμία, ως επιθυμία, ως έλλειμμα ή ως απωθημένο. Η απόπειρα να μιλήσει κανείς, παρουσία ή απουσία του δέκτη, να γίνει κατανοητός ή να διευκρινίσει, αλλά και η επικοινωνία ως αγώνας ρητορικής ή ως δημοσιογραφική έρευνα.

Το ύφος είναι ενιαίο και ευδιάκριτο σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Λόγος κοφτός, υπαινικτικός, με ένταση. Ανάμεσα στα διηγήματα με τριτοπρόπωπη αφήγηση υπάρχουν δύο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με απεύθυνση στο εσύ. Και αν στα πρώτα είναι ο παντογνώστης αφηγητής εκείνος που εντείνει το κλίμα μυστηρίου, η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση εμπλέκει τον αναγνώστη, τον τοποθετεί στην καρέκλα του δέκτη, τον κάνει να νιώθει εκείνος που χάθηκε, εκείνος που έλαβε την επιστολή για την οικειότητα. Αυτά τα δύο διηγήματα (Η γάτα σου, Επιστολή για την οικειότητα) αν και φαινομενικά παράταιρα αφηγηματικά, είναι τελικά εκείνα που δένουν τη συλλογή αυτή, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο αναγνωστικές πύλες εισόδου για τον αναγνώστη, λειτουργούν όπως ένα τζάμι σε ένα εγκαταλελειμμένο από καιρό σπίτι, πάνω στο οποίο αντανακλάται η μορφή μας, και έτσι, από μια διάθεση περιέργειας, ίσως και λίγο ναρκισσιστικού χαρακτήρα, πλησιάζουμε ολοένα και πιο κοντά, πατώντας πάνω σε μπάζα και, παραμερίζοντας ιστούς αράχνης, φτιάχνουμε με τα χέρια ένα σκίαστρο που θα μας επιτρέψει να εξερευνήσουμε, αρχικά οπτικά, το εσωτερικό του. Είναι ο τρόπος ενός άδειου σπιτιού που μας φωνάζει κοντά του.

Στην Επιστολή για την οικειότητα, η Μιχαλαριά αναφέρεται στην απαραίτητη παραβίαση που προηγείται της οικειότητας, συνοψίζει το σύγχρονο δίλημμα ως επιλογή ανάμεσα στην οικειότητα ή τη νίκη. Η οικειότητα έχει ρίσκο, αν όμως δεν υπάρξει παραβίαση, "θα κολυμπούσαμε αιώνια σε πελάγη ευπρέπειας και προκάτ κανονικότητας". Ανάμεσα στα διηγήματα, και ένα διήγημα ποιητικής (Το χειρόγραφο), στο οποίο ο συγγραφέας-ήρωας συναντά κάποιον που έχει γράψει μία, κατά εκείνον τουλάχιστον, σπουδαία ιστορία που αξίζει να εκδοθεί. Ο συγγραφέας επιζητά συχνά τέτοιες συναντήσεις, είναι άνθρωπος του λογοτεχνικού σιναφιού και ξέρει πώς λειτουργούν τα πράγματα, πώς γράφονται τα βιβλία. Ποτέ δεν χάνει κανείς που ακούει κάποιον να του λέει την ιδέα του. Ενδιαφέρον και πικρό, αληθινό.

Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά, συνειδητοποίησα κάποια στιγμή πως αδυνατούσα να δω εικόνες, και αυτό σίγουρα ενίσχυε τον κρυπτικό τους χαρακτήρα, ένα πέπλο έμοιαζε να τα καλύπτει. Επιχειρώντας, λοιπόν, να εικονοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες, επιχειρώντας να δώσω μορφή και σχήμα σε ανθρώπους και μέρη, συνέβη το εξής ενδιαφέρον: οι εικόνες που σχηματίζονταν σχετίζονταν είτε με περιστατικά βίας των τελευταίων μηνών, είτε με προσωπικά βιώματα περιόδων έντασης. Και είναι ενδιαφέρον αυτό γιατί αποτέλεσε μια δεύτερη, στοχευμένη, κατά μία έννοια, ανάγνωση, η οποία δεν είχε την αναμενόμενη εκλογίκευση, αλλά αντίθετα, ενέτεινε τη συναισθηματική εμπλοκή της πρώτης ανάγνωσης, προσθέτοντας το προσωπικό βίωμα στην αναγνωστική εξίσωση. Τα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν ως ένα οργανικό σύνολο με συνοχή, είναι δηλαδή κατανοητό γιατί αποτελούν μέρος της ίδιας συλλογής, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά δυστυχώς, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν αδιάφορες συλλογές διηγημάτων. Και δεν υπάρχει κάτι χειρότερο από την αδιαφορία.      


Εκδόσεις Γκοβόστη

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2019

Πικνίκ δίπλα στο δρόμο - Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι




Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω το βιβλίο αυτό, παρακινούμενος από διάφορες επιθυμίες, συγγενείς μεταξύ τους, με μεγαλύτερη όλων την εξής: να διαβάσω το βιβλίο που διάβασε ο Ταρκόφσκι και εμπνεύστηκε το Στάλκερ. Η μεταφορά των βιβλίων στη μεγάλη οθόνη φανερώνει συχνά τις πηγές έμπνευσης του σκηνοθέτη, κάτι το οποίο ιντριγκάρει, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με δημιουργούς του διαμετρήματος του Ταρκόφσκι. Το αντικείμενο της έμπνευσης αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον εξανθρωπισμό του δημιουργού, τη σύνδεσή του με τον κόσμο γύρω του, την τοποθέτησή του στη διαδοχή του πολιτισμού, ένα ακόμα πλήγμα στην παρθενογένεση. Ανέκαθεν πίστευα πως το βιβλίο και η κινηματογραφική του μεταφορά αποτελούν δύο διαφορετικά, ξεχωριστά μεταξύ τους δημιουργήματα, και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται, και όχι σε άμεση σύγκριση, καθώς είναι εμπειρίες ανόμοιες μεταξύ τους. Πόσω μάλλον στην περίπτωση αυτή, στην οποία άλλο δεν μας απασχολεί από το να πλησιάσουμε και αν είμαστε τυχεροί να διακρίνουμε, έστω αχνά, ή να φανταστούμε τον τρόπο με τον οποίο η πρόσληψη μετατρέπεται σε έμπνευση και δημιουργία.

Η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον αναγνώστη, ιντριγκαδόρικη ως προς την εικονοποίηση και τη σύλληψη των εννοιών που εισάγονται, γοητευτική ως προς τις δυνατότητες που προσφέρουν η επιστήμη και η συγγραφική φαντασία. Ένας κόσμος ανοίκειος. Λογοτεχνικό είδος που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να το θεωρήσει παραλογοτεχνία, όχι συλλήβδην τουλάχιστον, όχι γενικεύοντας, όχι στις μέρες μας, όχι πια. Και δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς τον Ταρκόφσκι, που διάβασε τόσο το Πικνίκ δίπλα στο δρόμο όσο και το Σολάρις του σπουδαίου Στάνισλαβ Λεμ, για να αποδείξει τον παραπάνω συλλογισμό, χρειάζεται όμως για να θρυμματιστούν ακόμα μερικά στερεοτυπικά κατασκευάσματα λογοτεχνικής -και όχι μόνο- αριστείας.

Την ταινία την είχα δει παλιότερα. Δεν παρέβλεπα τον φόβο που ένιωθα, πως ίσως να μου στερούσε κάτι αυτό από την αναγνωστική απόλαυση,την εικονοποίηση και την άγνοια της ιστορίας συγκεκριμένα, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ενώ τόσο το επιθυμούσα, ολοένα και ανέβαλλα την ανάγνωση του βιβλίου. Δεν ήξερα πως η ταινία βασίστηκε σε σενάριο που έγραψαν οι αδερφοί Στρουγκάτσκι. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κινηματογραφική μεταφορά όπως την εννοούμε συνήθως. Ο Ταρκόφσκι διάβασε το βιβλίο και οραματίστηκε μια ταινία, ήξερε πως κανένας δεν θα μπορούσε να γράψει καταλληλότερο σενάριο από τους ίδιους τους συγγραφείς. 

Το θέμα της ταινίας αφορά τα κατάλοιπα μιας επίσκεψης από κάποιον άλλον άγνωστο κόσμο. Η ευρύτερη περιοχή έχει αποκλειστεί και φυλάσσεται, ενώ διάφοροι τυχοδιώκτες, κυνηγοί όπως αποκαλούνται, προσπαθούν να εισέλθουν και να αποσπάσουν πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να διαθέσουν στην μαύρη αγορά. Η ζώνη είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, απαιτείται ειδικός εξοπλισμός, ενώ δεν είναι λίγοι οι αστικοί μύθοι που ακούγονται γύρω από θησαυρούς και θανατηφόρες παγίδες. Το βιβλίο αποτελείται από μία συνέντευξη ενός επιστήμονα και τέσσερα επεισόδια με βασικό πρωταγωνιστή έναν κυνηγό τον Ρέντρικ Σούχαρτ.

Ως είθισται, το κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας αποτελεί εκτός από οργανικό μέρος της ιστορίας και το απαραίτητο όχημα για τους συγγραφείς, ώστε να μιλήσουν για ένα πλήθος πραγμάτων, από τη φιλοσοφία μέχρι τον έρωτα. Απομακρυσμένοι χρονικά από το παρόν, ασφαλείς από τη λογοκρισία και την πολιτική επικαιρότητα, αναφέρονται σχηματικά και αναγωγικά ακριβώς σε αυτό, εκφράζουν τις φοβίες και τις επιφυλάξεις τους, τις διαχρονικές ανθρώπινες αγωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει κάτι τρομακτικό, μα συνηθισμένο στην λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ζωή θα αντιγράψει την τέχνη, με τα όσα ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα με την έκρηξη στο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ, το οποίο μετά το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς και την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά ήρθε πάλι στην επιφάνεια του ενδιαφέροντος, αν και όχι για τους αναμενόμενους λόγους των κινδύνων που συνοδεύουν την πυρηνική ενέργεια. Οι δημιουργοί δυστοπιών, σκέφτομαι, σε καμία περίπτωση δεν θα ένιωθαν ευχάριστα γνωρίζοντας πως λίγα ή περισσότερα χρόνια μετά, οι "προφητείες" τους πραγματοποιήθηκαν, πως το χειρότερο σενάριο έγινε πραγματικότητα.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί μια πανέξυπνα εύστοχη, φιλοσοφικού χαρακτήρα περιγραφή της επίσκεψης των εξωγήινων στη γη, της πραγματικής μας θέσης στο άπειρο σύμπαν. Το προτελευταίο μέρος του βιβλίου είναι το πλέον απολαυστικό, από πλευράς ιδεών τουλάχιστον, ενώ αξίζει να σημειωθεί η ισορροπία στις προσφερόμενες ποσότητες δράσεις. Το προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, αναλυτικό και με λεπτομέρειες σχετικά με τη ρωσική επιστημονική φαντασία, συμπληρώνει ιδανικά την έκδοση.   


υγ.Μία επιθυμία που μου προκάλεσε η ανάγνωση του Πικνίκ δίπλα στο δρόμο, εκτός από το να δω άμεσα ξανά την ταινία και να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο του Λεμ -που ελπίζω σύντομα να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες μου και να κυκλοφορήσει-, ήταν να ψάξω πληροφορίες σχετικά με διάφορα συγγραφικά δίδυμα, κυρίως από περιέργεια για την τεχνική πλευρά της συνεργασίας, για το κρυφοκοίταγμα στο συγγραφικό εργαστήρι.

Μετάφραση Μανώλης Ασημιάδης
Εκδόσεις ΑΩ