Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Σεβερίνα - Rodrigo Rey Rosa

«Την παρατήρησα από την πρώτη φορά που μπήκε, κι αμέσως κατάλαβα ότι ήταν κλέφτρα, παρόλο που εκείνη τη μέρα δεν έκλεψε τίποτα.
Τις Δευτέρες, τα απογεύματα, είχε συνήθως βραδιές ποίησης στο "Λα Εντρετενίδα", το βιβλιοπωλείο που είχαμε ανοίξει πρόσφατα μια παρέα φίλων παθιασμένων με τα βιβλία. Δεν είχαμε και τίποτα καλύτερο να κάνουμε και επίσης είχαμε κουραστεί να δίνουμε υπερβολικά ποσά για βιβλία που δεν ήταν του γούστου μας, πράγμα σύνηθες για τους περίεργους, όπως συχνά μας αποκαλούν στις επαρχιακές πόλεις. (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα.) Εντέλει, για να τελειώνουμε με αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, ανοίξαμε το δικό μας κατάστημα».

Όταν η Σεβερίνα, που τότε εκείνος δεν ήξερε το όνομά της, μπήκε στο βιβλιοπωλείο αμέσως κατάλαβε πως ήταν κλέφτρα, λίγο πριν, λίγο μετά, ταυτόχρονα ίσως, τη βρήκε πανέμορφη, η γοητεία της τον κατέλαβε πάραυτα. Εκείνος, μαζί με κάτι φίλους, είχαν ανοίξει το βιβλιοπωλείο, ο τρόπος να κάνεις ένα ακριβό χόμπι επάγγελμα, ο τρόπος να σε βλέπουν οι άλλοι, αντί για περίεργο, ένα είδος επιχειρηματία. Όλα αυτά, ωστόσο, τα αναφέρει η πρώτη σελίδα. Τα υπόλοιπα τα αφήνει να εννοηθούν, τα προοικονομεί κατά κάποιο τρόπο, έπεται να τα αφηγηθεί εκείνος.

Αν ισχύει πως εκείνοι που γράφουν, είναι περισσότεροι από εκείνους που διαβάζουν, ίσως να ήταν ακόμα πιο σοκαριστικό, αν υπάρχει πια κάτι που να σοκάρει μια κοινωνία έτσι και αλλιώς σε σοκ, το ποσοστό των ανθρώπων που θα δήλωναν πως το όνειρό τους είναι να ανοίξουν ένα βιβλιοπωλείο, καθένας για τους δικούς του λόγους, φαινομενικά, κυρίως, ωστόσο, για να είναι, όπως θα δήλωναν, όλη μέρα ανάμεσα σε βιβλία, να διαβάζουν και να συζητούν γι' αυτά, και θα μπορούσα πολλά να πω για τα όνειρα που γίνονται φυλακές, για τους τόνους από λογιστικό χαρτί, για τη διαρκή ανατροφοδότηση με τίτλους, πωληθέντες και καινούργιους, για τα περιθώρια κέρδους, για όλα εκείνα που —αφελώς;— δεν τα σκέφτηκαν, δεν τα υπολόγισαν και τώρα γκρινιάζουν για όλα αυτά, όπως εκείνοι που μετά από χρόνια στο Λονδίνο συνεχίζουν να παραπονιούνται πως βρέχει διαρκώς, χωρίς να αναφέρονται στο βασικό, και αυτό δεν είναι το όνειρο που έγινε πραγματικότητα, αλλά το γεγονός πως ένα βιβλιοπωλείο είναι παρ' όλ' αυτά ένα μέρος μαγικό. Όλα αυτά, ωστόσο, είναι μάλλον άσχετα με το βιβλίο αυτό, ή και όχι.

Τα βιβλία που στο επίκεντρό τους έχουν βιβλία ή δημιουργούς βιβλίων ή χώρους βιβλίων, που συχνά χαρακτηρίζονται ως βιβλιοφιλικά, λες και υπάρχουν και βιβλιοεχθρικά, είναι για μένα μια συχνά ένοχη απόλαυση, ένοχη γιατί πια, τώρα που κάπως έχουν γίνει της μόδας, ούτε το πάθος, που παλιότερα χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν υπάρχει, απλά μια διέξοδος πιθανής εμπορικής επιτυχίας διαφαίνεται, το βιβλιοπωλείο-φαρμακείο που σώζει χαμένες ψυχές, τα διαβάζω, αλλά ρίχνω και μια ματιά τριγύρω, μήπως κάποιος με παρακολουθεί, ενίοτε, όπως συνέβη με το Σεβερίνα, η αλυσίδα την ένοχης απόλαυσης απολύει τον χαρακτηρισμό της και απομένει μονάχη της. Και η αλυσίδα άξιζε το βάρος της.

Η κλοπή βιβλίων, ανάμεσα σε άλλες κλοπές, έχει ένα στοιχείο ευγένειας και ρομαντικότητας, σαν να μη πρόκειται για απλή κλοπή, καταδικασμένη απερίφραστα, ένας μύθος έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτή, σαν κάτι προφανές, σαν κάτι που όλοι μας έχουμε κάνει, γιατί ήμασταν μικροί και φτωχοί και θέλαμε να διαβάσουμε. Η Σεβερίνα είναι μια κλέφτρα βιβλίων.

Ο αφηγητής μας την ερωτεύεται, την παρακολουθεί, την περιμένει να έρθει ξανά στον τόπο του εγκλήματος, το πάθος της κλοπής δύσκολα καταλαγιάζει, το ξέρουν όλοι αυτό, αργά ή γρήγορα εκείνη θα επιστρέψει, εκείνος θα την πιάσει στα πράσα, θα της δείξει τη λίστα με τα βιβλία που υπεξαίρεσε, θα της μιλήσει για κάμερες, αλλά η φωνή του θα τρέμει, είναι όμορφη η Σεβερίνα, και, μην το αμελούμε, μοιράζεται, ή μοιάζει να μοιράζεται, το ίδιο πάθος με εκείνον, τα βιβλία, εκείνη τα κλέβει, εκείνος άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο.

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, που η λογοτεχνία, παρέα με το διάχυτο κακό, ήταν ένας από τους βασικούς πόλους της λογοτεχνίας του, εκτός από δεινός γραφιάς, ένας από τους μεγάλους σύγχρονους, ένας ακόμα από τους πρόωρα χαμένους, που άφησε πίσω του τόσα βιβλία αλλά και τόσα τι θα συνέβαινε εάν δεν πέθαινε στα πενήντα του, ήταν και ένας δεινός αναγνώστης, με μεγάλη επάρκεια για τη συγκαιρινή του λογοτεχνία, επίσης, να κάτι που οι δεινοί κάνουν, δεν βάζουν φίλτρα και αναχώματα, αλλά διαβάζουν πολύ, είχε πει για τον Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα: «Ο πιο αμείλικτος συγγραφέας της γενιάς μου, ο πιο διάφανος... ο πιο φωτεινός απ' όλους», και αυτός ο συγγραφέας, παρ' όλη την ισπανόφωνη λογοτεχνία που έχει μεταφραστεί, δεν υπήρχε πρακτικά στα ελληνικά, πλην μιας αρχαίας έκδοσης, το 1992 από τις εκδόσεις Μάγια, μέχρι που η Καλυψώ Αγγελοπούλου τον μετέφρασε ιδανικά και οι εκδόσεις Κυψέλη τον εξέδωσαν όμορφα, έτσι επανασυστήθηκε και τώρα περιμένουμε και άλλα βιβλία του να κυκλοφορήσουν, να ένα άγχος όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που σου αρέσει πολύ, εύχεσαι/αγωνίας να πάει καλά εμπορικά.

Ο πήχης είχε τοποθετηθεί έτσι και αλλιώς ψηλά, όταν ένας σπουδαίος συγγραφέας συστήνει έναν ομότεχνό του, τότε οι λίστες έρχονται και γεμίζουν με νέα ονόματα, με επιπλέον βιβλία, λες και δεν μας έφταναν όσα ως τώρα είχαμε βάλει στο μάτι, λες και θα ζήσουμε σε καιρούς και χρόνια ανέφελα και πολλά, λες και μας περισσεύει χρόνος. Τέλος πάντων. Έλεγα για τον πήχη, ήδη τοποθετημένο ψηλά, ακολούθησε η πρώτη σελίδα, ψήλωσε και άλλο, η ανάγνωση έμενε να αποφανθεί επί αυτού. Όσο αυθαίρετος και αν είναι ο ορίζοντας προσδοκιών που, συνειδητά ή όχι, συνήθως όχι, δημιουργήθηκε άπαξ και το βιβλίο βρέθηκε μπροστά μου, κάπου μέσα μου ήξερα τι είδους βιβλίο θα ήταν αυτό, τι και αν γραμμένο χρόνια μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, πως, αφού θα ήταν του γούστου του, τότε η λογοτεχνία και το κακό θα ήταν εκεί, με έναν χαρακτήρα παλπ διάχυτο, μια λογοτεχνία αλλεργιογόνα για τις αναγνωστικές ελίτ, με το πάθος διάχυτο, την αίσθηση πως εδώ διακυβεύονται τα πάντα, θαρρείς. Και ο Ρέι Ρόσα, στη Σεβερίνα, ανταποκρίθηκε εξαιρετικά σε όσα ο έρμος ορίζοντας προκατέλαβε. Μια —ακόμα μια— ιστορία αγάπης.

Στακάτος ρυθμός που ορίζει το αναγνωστικό τέμπο, άψογα αποτυπωμένη, η άβυσσος στην οποία με τη θέλησή του πέφτει μέσα της ο αφηγητής και η Σεβερίνα ένα αερικό, αδύνατο να το κρατήσει ανάμεσα στα χέρια του. Ο κόσμος της λογοτεχνίας, ένας κόσμος μέσα στον κόσμο, μια επικράτεια γνώριμη, οικεία για τον αναγνώστη, μια συγγένεια, η αναγνώριση ενός ομοίου, που συχνά μπερδεύεται ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, που βλέπει τη λογική του να παραμερίζεται, να γίνεται ήρωας —εδώ γελάμε φωναχτά— μιας ιστορίας, η αφέλεια ποτίζει τον κήπο, εκείνος καρπίζει όνειρα με τα μάτια ανοιχτά και ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο στήθος, το κακό παραφυλά, και εκείνη η παρένθεση πως (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα), αποδεικνύεται ξανά και ξανά τόσο απόλυτα σχετική με την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, εντάξει και με τον έρωτα, τόσο απλά και τόσο κοινότοπα, το μπούνκερ όπως συνηθίζω να λέω, που δεν μαγεύει, δεν σκορπά χρυσόσκονη, δεν παρασέρνει με γλυκόλογα, αλλά είναι γεμάτο από ζωή και πράγματα των ανθρώπων. Μέσα στον κόσμο, αλλά για λίγο μέσα σε ένα κομμάτι του, τα άλλα σε παρένθεση, η φρίκη και ο ζόφος, παράπονο δεν έχουμε κανένα, άλλωστε. Μια λογοτεχνία που δεν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια του απόλυτου, από τη μια ή την άλλη μπάντα, του σκληρού ρεαλισμού ή της αναχώρησης, μια λογοτεχνία που κάτι θυμίζει, κάτι σκάβει, κάτι βρίσκει, κάπου αγκιστρώνεται, κάτι αποκολλά και κάτι μεταμοσχεύει.

Αν ήταν βιβλίο του Μπολάνιο θα ήταν ίσως το Λούμπεν μυθιστορηματάκι, αν μια τέτοια αναλογία χρησιμεύει σε κάτι.

υγ. Για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου