Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Μεταξύ φίλων - Hal Ebbott

«Κυριευμένος από μια τέτοια γενναιόδωρη μελαγχολία, ο Έιμος μερικές φορές αναλογιζόταν, αυτό δεν είναι άραγε η οικογένεια; Ατελείς άνθρωποι που τους έφερε κοντά η τύχη, κι ωστόσο επιλέγουν να ξυπνούν κάθε πρωί και να προσπαθούν, να επενδύουν στο να κάνουν τα πράγματα λειτουργικά».

«Η Άννα χασμουρήθηκε στο πίσω κάθισμα. Η Κλερ τέντωσε τα χέρια της μπροστά και χτύπησε ρυθμικά το ταμπλό. Η σιωπή των οικογενειών δεν είναι ποτέ στ' αλήθεια απόλυτη. Οι ρίζες μιλούν, η ανάσα».

Είναι γνωστό το περί ευτυχισμένης οικογενειακής ομοιομορφίας και της δυστυχισμένης ιδιωτικότητας, μια προφανής διακειμενικότητα. Ωστόσο, ένα διαβαθμισμένο εργαλείο αξιολόγησης της ευτυχίας, μοιάζει να είναι απαραίτητο, η γνώση πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ουδόλως βοηθάει. Δεν είμαι σίγουρος, λοιπόν, πως συμφωνώ με τον ορισμό του Λέοντος, γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ την ύπαρξη ευτυχισμένων οικογενειών, όχι σε απόλυτο βαθμό και σε όλο το μήκος της σύνθεσής τους, αφού στιγμές που προσιδιάζουν σε ευτυχία σίγουρα μπορούν να ανασυρθούν. Ευτυχισμένων στα βάθη και όχι στη βιτρίνα του εκάστοτε ντελάλη, ευτυχισμένων πραγματικά και όχι συγκριτικά. Έλεγα σε μια ψυχίατρο, με κάποια αφορμή, πως αν δεν υπήρχαν οικογένειες, τότε οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα ζούσαν από την ελεημοσύνη των περαστικών, εκείνη γέλασε και συμφώνησε με τον βιαστικό και μάλλον εξυπνακίστικο αφορισμό. Ανάμεσα σε διάφορες υπογραμμίσεις, ξεχώρισα τις παραπάνω δύο, κάπως νιώθω πως περικλείουν το Μεταξύ φίλων, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Χαλ Έμποτ, βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω στηριζόμενος στην αναγνωστική μου διαίσθηση. Το επίθετο «ατελείς» και η απουσία απόλυτης σιωπής, κυρίως.

Ο Έιμος και ο Έμερσον, μεσήλικες πια, είναι φίλοι από το κολέγιο, ο Έμερσον, μάλιστα, είναι εκείνος που γνώρισε στον Έιμος την Κλερ, την οποία παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της ένα παιδί, την Άννα. Θα περάσουν μαζί τους ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή, στο σπίτι της οικογένειας του Έμερσον. Ύστερα, θα επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους.

Η βεβαιότητα, η ανάγκη της, είναι ένα καταφύγιο, να θεωρείς κάτι δεδομένο, πόσο λάθος έμοιαζε κάτι τέτοιο παλιά, πόσο απαραίτητο καθώς τα χρόνια περνούν και ο κόσμος απλώνεται ολοένα και πιο σύνθετος, ενίοτε τρομακτικός επίσης, καταφύγιο ατελές, σίγουρα ατελές, αλλά ικανό να θραύσει κάτι από την ορμή των κυμάτων, να μην πλημμυρίσει το εσωτερικό του, να μην παρασύρει τα πάντα στο διάβα του το νερό, να δώσει χρόνο για ανασύνταξη πριν το επόμενο σκάσει με μανία. Η διάρρηξη της βεβαιότητας, η άρνηση της αποδοχής της αρχικά, η απόπειρα μη απώλειας της με κόπο κατακτημένης ισορροπίας, έστω και φαινομενικά, έστω και αν είναι εύθραυστη, τελικά, αυτό είναι που διαπραγματεύεται το μυθιστόρημα αυτό, το αίσθημα της μοναξιάς, τη συνέπεια της διάρρηξης, επίσης.

Η αφήγηση, ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, του Άμποτ έχει κάτι το όμορφα παλιακό, κάτι που πια μοιάζει να είναι ικανές μόνο κάποιες λίγες γυναίκες συγγραφείς να το φέρουν στο χαρτί, σε μια εποχή ολοένα και πιο φρενήρους ταχύτητας, εκείνος βρίσκει, δημιουργεί καλύτερα, τον απαραίτητο χώρο για να φιλοξενήσει τη σκέψη, για να σταθεί στη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, που αποδεικνύεται καθοριστική ή όχι. Και αυτός ο χώρος, ο ήπιος ρυθμός, σε συνδυασμό με την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, λιγότερο η ίδια η ιστορία, η πλοκή και η προώθησή της, κάνει το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό. Παλιακό αλλά χωρίς μυρωδιά ναφθαλίνης.

Ο Άμποτ πετυχαίνει κάτι ακόμα στο ντεμπούτο του. Δημιουργεί ένα σχετικά περίκλειστο περιβάλλον, μέσα στον ευρύτερο κόσμο, όπου κινούνται τα πρόσωπα, μελετάει αυτό το μικροκλίμα, διερευνά τον διαχωρισμό, εστιάζει ζουμάροντας αρκετά τον φακό, τόσο που τα πρόσωπα, παρά τους στενούς δεσμούς, διακρίνονται ως ατομικότητες, εκεί που το γυαλί ραγίζει, μια θραύση αδιόρατη από απόσταση, μια ατέλεια στη φαινομενική ευτυχία και ηρεμία. Ακολουθώντας αυτή την τακτική, ο φακός, που παρά τις προδιαγραφές του κινείται αρκετά και δυσκολεύεται να εστιάσει, φωτίζει την ευαλωτότητα της βεβαιότητας και της ισορροπίας, την ανεπάρκεια, επίσης, της όποιας διδαχής, συμβουλής ή συνταγής. Με αυτό το λίγο, που είναι αρκετό, ασχολείται στην πραγματικότητα, την ευθραυστότητα και την κατάρρευση, χωρίς να έχει ανάγκη από ένα ευφάνταστο, σύνθετο και ρηξικέλευθο δράμα, από φωνές και εντάσεις, από απόλυτα διλήμματα, από σπουδαίες, σοφές αποφάσεις, από νικητές και χαμένους, από ευχάριστα ή δυσάρεστα φινάλε, από μια οριστική τελεία μετά την ύστατη φράση. Ένας ψίθυρος είναι το μυθιστόρημα αυτό.

Ο τρεμάμενος φακός, το εξωφρενικό ζουμάρισμα, η ασταθής εικόνα, η λεπτομέρεια, όλα αυτά λειτουργούν εν τέλει συμπεριληπτικά, η ατομικότητα, η εύθραυστη ισορροπία, η ανάγκη για βεβαιότητες και σταθερές, κάτι θυμίζουν, κάτι φέρουν ως αίσθηση, ο αναγνώστης κρατά τον τρεμάμενο φακό, ζουμάρει, επιχειρεί να δει καθαρά τις λεπτομέρειες, βρίσκεται σε βάθη, η ένα προς ένα αναλογίες είναι άχρηστες εδώ μέσα, οι διδαχές, οι συμβουλές ή οι συνταγές, επίσης, η λογική αποδεικνύεται ανίκανη.

Διαβάζω το βιβλίο που έχω ανάγκη να διαβάσω, να ένα κλισέ, πέρα από τις αντικειμενικές αρετές της γραφής του Άμποτ, στην προκειμένη περίπτωση, σκέφτομαι το ατελείς, ξανά, διαρκώς το σκέφτομαι, τη σύμπραξη ή τη συνύπαρξη, επίσης, την πολυπλοκότητα του έξω, την άβυσσο του μέσα, τη λογική σκέψη, την ανάγκη για μια αυτοεικόνα, άπαξ και το μάτι εντοπίσει την μικρορωγμή, για πόσο καιρό αθέατη αλήθεια, είναι αδύνατο πια να μην τη βλέπει, την ατέλεια σε εμάς δεν την βλέπουμε ή τη συγχωρούμε, τέλος πάντων, στους άλλους όχι, και αν τη διακρίνουμε η κατάρρευση συμβαίνει, η περιφερόμενη γαματοσύνη μας, οι πάσσαλοι στήριξης, όλα για όσα πειστήκαμε, χωλαίνουν.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Κάλλια Παπαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Ο ληστής μαραθωνοδρόμος - Martin Prinz

Πάνε χρόνια, πριν το Πεδίον του Άρεως αναβαθμιστεί και παραδοθεί στο κοινό αλλά και τους επιχειρηματίες, υπήρχε μια περίοδος, χειμώνας ήταν, μάλλον του '17, που, δεν ξέρω γιατί, έπασχε από συσκότιση, η πρόσβαση ήταν εφικτή όλο το εικοσιτετράωρο, φύλακες δεν υπήρχαν, η Μαυροματαίων ήταν μια από τις πλέον σκληρές πιάτσες ναρκωτικών, μια ταμπέλα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης πολλών εκατομμυρίων έχασκε στην είσοδο, έμενα παραδίπλα στα Εξάρχεια, συνήθιζα να τρέχω τα βράδια στο πάρκο, συνέχισα να το κάνω και χωρίς ηλεκτρική πηγή φωτός, σε ένα σκηνικό απόκοσμο με χαμηλές θερμοκρασίες, μα καλά, μου έλεγαν, δεν φοβάσαι;, όχι, απαντούσα, άλλωστε όταν φοβόμαστε αρχίζουμε να τρέχουμε μακριά κι εγώ ήδη τρέχω προληπτικά. 

Ήταν πρόσφατη η έξη που το τρέξιμο μου είχε δημιουργήσει, είχα επιτέλους εντοπίσει μια κατά μόνας γυμναστική συνήθεια που φλέρταρε γοητευτικά με τον βιοχημικό μου μηχανισμό, που μου προξενούσε χαρά και ευεξία. Κι όπως σε όλα, έτσι και με το τρέξιμο, ο τρόπος μου να μαθαίνω και να γνωρίζω ποικίλες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας είναι το διάβασμα, είχα φτιάξει, λοιπόν, μια λίστα με βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, την αποτύπωση της εμπειρίας στο χαρτί, από τα οποία, τώρα, ξεχωρίζω δύο, το Τρέχοντας με την αγέλη του φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς και το Γιατί πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο του Χαρούκι Μουρακάμι, σε αυτή τη λίστα υπήρχε και η νουβέλα (ή εκτεταμένο διήγημα) Ο ληστής μαραθωνοδρόμος του αυστριακού Μάρτιν Πριντς, τώρα πια δεν θυμάμαι αν το είχα αναζητήσει ή αν απλώς το είχα σημειώσει, όπως και να έχει, το εντόπισα πρόσφατα και το διάβασα τώρα που προσπαθώ να επανέλθω δρομικά στο ενδιάμεσα εξευγενισμένο πάρκο.

Η νουβέλα συνοψίζεται ικανοποιητικά από τον τίτλο. Είναι η ιστορία του ληστή Ρετενμπέργκερ, που στις 12 Νοεμβρίου του 1988 μ' ένα γρήγορο σάλτο απέδρασε από την ανακριτική αίθουσα και άρχισε να τρέχει προς την ελευθερία. Στην περιγραφή της καταδίωξης ενσωματώνονται στιγμιότυπα της ζωής του ως τότε. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να σταθώ περαιτέρω στη σύνοψη της πλοκής, το ολιγοσέλιδο του μεγέθους το επιβάλλει. Θα σημειώσω δυο-τρεις παρατηρήσεις, ωστόσο.

Η πρόζα του Πριντς, στακάτη και λιτή, πετυχαίνει να αποτυπώσει το αίσθημα της φυγής προς την ελευθερία, την καταδίωξη εκείνου που ρεζίλεψε το αστυνομικό σώμα δραπετεύοντας έτσι απλά μέσα από τα χέρια τριών αστυφυλάκων. Πετυχημένη είναι επίσης και η ενσωμάτωση λοιπών στιγμιοτύπων, αναλήψεων από το παρελθόν ή συγχρόνων της καταδίωξης περιστατικών,  όπως καταγγελίες πολιτών, ληστείες, δρομικές συνήθειες, ερωτικές σχέσεις, άρθρα εφημερίδων, μεταξύ άλλων, μια τεχνική συρραφής που κάπως συνειρμικά μου έφερε στον νου τη Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ. Δρομέας και ο ίδιος ο συγγραφέας, φαντάζομαι ωστόσο όχι ληστής, γνωρίζει καλά το περιβόητο runner's high, την κατάσταση ευφορίας, ηρεμίας και μείωσης του πόνου που το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων γεννά στον δρομέα και τον σπρώχνει διαρκώς να ζητά λίγο ακόμα, λίγα παραπάνω μέτρα, λίγο περισσότερο βιοχημικό φτιάξιμο, μια κατάσταση υπερβατική, ένας εν κινήσει διαλογισμός, αυτοί που τρέχουν ξέρουν, και είναι εύστοχος ο παραλληλισμός με την έκσταση αδρεναλίνης που παράγει η ένοπλη ληστεία, η δίψα για επανάληψη, ακόμα και αν ο σάκος είναι κιόλας γεμάτος με λεφτά από την προ ολίγου ληστεία μιας προηγούμενης τράπεζας, πόσο μάλλον η καταδίωξη, όταν το τρέξιμο ξυπνά ένα αρχέγονο ένστικτο φυγής και δραπέτευσης.

Τους τελευταίους μήνες, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, έχω συζητήσει αρκετά για έναν λησμονημένο συγγραφέα, τον Πάτρικ Ζίσκιντ, συγγραφέα του υπερμπεστσέλερ Άρωμα (με την κάκιστη κινηματογραφική μεταφορά) και του ιδιοφυούς θεατρικού μονολόγου Το κοντραμπάσο, που δεν έχει δημοσιεύσει κάτι καινούργιο για σχεδόν είκοσι χρόνια. Ανακαλώ συχνά μια ατάκα του σε ερώτηση δημοσιογράφου, προ κοινωνικών δικτύων και εκτεταμένης χρήσης του διαδικτύου εν γένει, γιατί ζει εν κρυπτώ, να απαντά το απλό: δουλειά του συγγραφέα είναι να παρατηρεί και όχι να τον παρατηρούν. Τον θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας τον Ληστή μαραθωνοδρόμο γιατί εκείνο που περισσότερο έχω ως ανάμνηση από τα βιβλία του, βιβλία καλά παρότι εκτεταμένα δημοφιλή και ευπώλητα, είναι η αίσθηση που άφηνε πως γνώριζε πλήρως το θέμα για το οποίο έγραφε, τα αρώματα ή το σκάκι ή το κοντραμπάσο, και αυτό το αίσθημα το ένιωσα και εδώ, όπως και παραπάνω ανέφερα. Τι να συμβαίνει άραγε με τον Ζίσκιντ; Να τον πιέζει ακόμα ο εκδότης του για μια επιστροφή; Να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο και να τον διαβάζουμε χωρίς να το ξέρουμε; Να αράζει απλώς και να παρατηρεί ησύχως;

Με χαρά θα δεχόμουν και άλλες προτάσεις δρομικής ανάγνωσης, στη λίστα έχω ακόμα σημειωμένο τη Μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων

υγ. Για το Τρέχοντας με την αγέλη περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο εδώ, για το Born to run εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Σοφία Γεωργοπούλου
Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Μέρες χωρίς αλκοόλ - Michael Deagler

Αυτό είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Μάικλ Ντίγκλερ, Μέρες χωρίς αλκοόλ, βραβευμένο με το PEN-Hemingway Award, μεταφρασμένο από τον Πάνο Τομαρά, το εκατοστό δέκατο έκτο βιβλίο της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Το περίμενα πώς και τι. Το οπισθόφυλλο αρκούσε: «Μην ανησυχείτε για όσα έκανε ο Ντένις Μονκ όταν έπινε. Τώρα είναι νηφάλιος, έτοιμος να γίνει ξανά αποδεκτός». Με δελέαζε, παρότι σειρήνες ακούγονταν στο βάθος. Η έξη. Άπαξ και εμφανιστεί, εγκαθίσταται. Ακόμα και έξω από την έξη, το παρελθοντικό δεν επιτρέπεται. Δεν ήσουν, είσαι ακόμα. Μην το ξεχνάς. Ένα τίποτα σε γραπώνει ξανά, οι μέρες μηδενίζονται, το χωρίς παραπατά και πέφτει με τα μούτρα στο πάτωμα. Οι άλλοι σίγουρα δεν το ξεχνούν. Στην τρίτη δεκαετία της ζωής του, ο Ντένις αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ —πόσο αποστειρωμένη ως περιγραφή— τώρα δεν πίνει.

Αν το μυθιστόρημα μπορούσε να πυκνώσει τόσο ώστε να γίνει μια παράγραφος, αυτή θα ήταν: «"Αισθάνομαι λες και πέρασα τα προηγούμενα οχτώ χρόνια σε κρουαζιερόπλοιο", είπα. "Δηλαδή ήταν απαίσια, σιχαμερά και πανάκριβα, αλλά ήμουν τύφλα, οπότε δεν μ' ένοιαζε. Και σ' όλη τη διάρκεια πετούσα στη θάλασσα πράγματα που νόμιζα πως δεν είχα ανάγκη. Σωσίβια, αποσκευές, ξαπλώστρες. Τα έριχνα από την κουπαστή. Κι ύστερα, σε μια στιγμή, δεν ξέρω, τρέλας, πήδηξα κι εγώ από το καράβι. Βούτηξα στη θάλασσα. Το κεφάλι μου καθάρισε από την ψυχρολουσία κι ένιωσα καλά για λίγο. Τώρα όμως κολυμπάω μόνος μου στα απόνερα του κρουαζιερόπλοιου. Και αρχίζω να κουράζομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να γραπωθώ από τα πράγματα που έριξα στη θάλασσα, τις ξαπλώστρες και τις βαλίτσες, για να κρατηθώ στην επιφάνεια". Ακούγοντας τα λόγια μου, ο παραλληλισμός μου δεν μου φάνηκε τόσο βαθυστόχαστος όσο νόμιζα». Είναι η τελευταία πρόταση που πυκνώνει περαιτέρω το μυθιστόρημα αυτό.

Ο Βρετανός πρόξενος, η Υβόν και το μεσκάλ, το Μεθυσμένο ημερολόγιο, τα έργα του Μπουκόφσκι, επίσης. Να μια τριάδα περί αλκοόλ. Κάρβερ διάβασα αρκετά μεγάλος, το εικονοστάσι είχε τοποθετηθεί. Επέστρεψα Κάτω από το ηφαίστειο, πρόσφατα σχετικά, στα άλλα ακόμα όχι, περισσότερο γύρω από το πώς θα μου φανεί τώρα πια η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι αναρωτιέμαι, και η χρόνια υπόσχεση στον εαυτό πως θα διαβάσω Μπερλίν. Υπήρχε κάτι το μαγικό γύρω από το αλκοόλ, το ίδιο και με τα ναρκωτικά σε ένα βαθμό, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονταν τα πάσης εθνικότητας όνειρα στα απόνερα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου απλοί άνθρωποι. Τώρα πια αυτό δεν υπάρχει, όχι σε έκταση τουλάχιστον, όχι πως οι συνθήκες δεν είναι δόκιμες για υποστυλώματα.

Τον Μονκ δεν τον πειράζει να μιλάμε για αλκοόλ, δεν τον πειράζει ούτε να πηγαίνει συνοδεύοντας κάποιον σε ένα μπαρ, περνώντας το βράδυ του πίνοντας νερό ή αναψυκτικό ενώ τα ποτά πάνε και έρχονται. Δεν επιθυμεί επιβράβευση επί αυτού. Εκείνο που τον απασχολεί, που τον κρατάει μουδιασμένο είναι τι θα κάνει τώρα κολυμπώντας στα απόνερα.

Κάπου εδώ θα μιλήσω για τις σειρήνες που ακούγονταν στο βάθος, σειρήνες που σίγησαν γρήγορα, λίγο μετά τις πρώτες σελίδες, όταν πια έγινε φανερό πως ο Ντίγκλερ δεν επιθυμούσε να γράψει μια αυτοβιογραφία, έναν πανηγυρικό για κάποιον που κατάφερε να σωθεί από το αλκοόλ, ούτε και ένα δακρύβρεχτο μυθιστόρημα, από τη ζωή βγαλμένο, για κάποιον που ξέφυγε και όλοι και όλα του γυρνούν την πλάτη, καμία διάθεση για εκβιασμό και καθοδήγηση, μήτε άγιος, μήτε ρεμάλι, ο Μονκ είναι ένας καθημερινός τύπος. 

Παρένθεση. Δεν έχω υπάρξει ποτέ κοντά στον αλκοολισμό, ακόμα και αν για κάποιους φίλους μας το λέγαμε, δεν ξέραμε τι λέμε, μια δική μας ανάγκη μας ωθούσε στην υπερβολή. Οπότε δεν μπορώ να μιλήσω με τέτοιους όρους αληθοφανούς ρεαλισμού. Γνώρισα μια κοπέλα που είναι εδώ και ένα χρόνο καθαρή, αγόρασε το βιβλίο, υπήρξα αδιάκριτος, αν επιστρέψει θα τη ρωτήσω πώς της φάνηκε. Παρένθεση.

Δεύτερη παρένθεση. Θυμάμαι μια ταινία, μπορεί να ήταν και περισσότερες και το μοντάζ της μνήμης τώρα πια να τις έχει ενώσει. Ο νεαρός γιος λέει στη χήρα μάνα να τον κλειδώσει στο δωμάτιο και να μην του ανοίξει μέχρι να καθαρίσει από τα ναρκωτικά. Όταν η στέρηση τον καταβάλλει, χτυπάει με μανία την πόρτα, βρίζοντας και απειλώντας θεούς και δαίμονες, θυμάμαι, πλάνο κοντινό, το βλέμμα της μάνας να μην ξέρει τι να κάνει. Ηθικοπλαστικός κινηματογράφος, η συνέχεια της παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας της εποχής που σου μάθαινε πώς να λες όχι σε κάποιον που σου έδινε μια καραμέλα. Έχει κάτι το γκροτέσκο αυτή η ανάμνηση. Δεύτερη παρένθεση.

Πρόσφατα διάβασα το Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ. Γιος μιλάει για τον νεκρό πατέρα. Η σύνδεση γίνεται για τον τρόπο, την αφηγηματική φωνή, για την οριακή απόσταση παρατήρησης και διαχείρισης του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, για το ούτε αποστειρωμένα μακριά, ούτε παραμορφωτικά κοντά. Οι δύο Μάικλ, σε μια εποχή που το βίωμα έχει λάβει πρωτοκαθεδρία, δεν φοβούνται την επένδυση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση που ωστόσο διατηρεί ορατή τη διάκριση γράφοντος και αφηγηματικού υποκειμένου.

Αν έπρεπε με ένα επίθετο να χαρακτηρίσω την πρόζα του Ντίγκλερ, θα έπαιρνα το ρίσκο της παρεξήγησης και θα χρησιμοποιούσα το αμήχανη. Σηκώνω το γάντι. Συμβαίνει, ξέρετε (προφανώς ξέρετε, όλα τα ξέρετε) κάποιοι να μην ξέρουν τι να κάνουν, πώς να το κάνουν, δεν έχουν ανά πάσα στιγμή ένα έτοιμο σχέδιο δράσης, περιφέρονται κάπως αμήχανα, έχοντας γνώση της άγνοιας ή της αδυναμίας ή της ατολμίας ή του παράλογου. Ίσως γιατί έχουν συνηθίσει να λαμβάνουν χωρίς να το ζητήσουν συμβουλές από ανθρώπους που δεν θα ήταν το πετυχημένος το πρώτο επίθετο που θα σου ερχόταν στο μυαλό. Αυτή η αμηχανία, τόσο σύγχρονα δοσμένη, είναι που κατά την ταπεινή μου γνώμη κάνει σπουδαίο αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, που το απαλλάσσει από άσκοπες και αχρείαστες φωνασκίες, από απόπειρες καταβύθισης σε δήθεν αβύσσους υπαρξιακής αγωνίας, από μια στράτευση, με το ζόρι να πάρει θέση και να διδάξει, από το όποιο στείρο και καλά κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, από το να απομακρυνθεί από τον Μονκ και να επιμείνει να περικλύσει στις τριακόσιες πενήντα σελίδες τη σημερινή Αμερική στα πέριξ της Φιλαδέλφεια.

Αυτή η αμηχανία μεταβιβάζεται και στον αναγνώστη, κανένα νήμα για επείγουσα ενσυναίσθηση δεν πετιέται από την κουπαστή του κρουαζιερόπλοιου, ο Μονκ παλεύει όπως μπορεί ανάμεσα σε βαλίτσες και ξαπλώστρες, και αυτή η αμηχανία που διαποτίζει κάθε σχισμή, κάθε ίχνος σκέψης και απόφασης, κάθε περιστατικό δράσης, κάθε νέα απόπειρα να βρει ένα δωμάτιο, να βρει μια δουλειά, να δοκιμάσει ίσως να ξεφύγει από την πόλη αυτή, αποτυπώνει στα μάτια μου κάτι το αληθοφανές, προσφέρει το παροντικό στάτους του Μονκ, που δεν είναι πια διαρκώς μεθυσμένος, και αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον αναγνώστη που συνειδητοποιεί πως τον σκέφτεται με όρους αλκοολικού, δύσπιστα και καχύποπτα, ακόμα και αν βάζει ένα πρώην μπροστά. Και ο Ντίγκλερ ούτε με αυτό ασχολείται, ευφυώς θεωρώ, ο ίδιος ο Μονκ, νηφάλιος πια, είναι πιο δύσπιστος και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό από ό,τι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί του, πόσο μάλλον από έναν τυχαίο αναγνώστη της ιστορίας του κάπου πολύ μακριά.

Μου άρεσε πολύ αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, χωρίς εξάρσεις και πυροτεχνήματα, χωρίς φανφάρες και διδαχές, χωρίς παραδειγματισμό, παρά μόνο καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και άρα (πάλι) αμήχανη με τρόπο όχι βεβιασμένο αλλά γάργαρο, αφιλτράριστο και κυρίως γνώριμο και οικείο, με πρωταγωνιστή —φαντάζεστε να τον αποκαλούσα ήρωα τον Μονκ;— κάποιον που προσπαθεί να πατήσει στα πόδια του, που παλεύει να δει τι στο διάολο μπορεί να κάνει τώρα που το κεφάλι του είναι καθαρό, τώρα που οι δαίμονες άλλαξαν τάγμα και βάρδια.

υγ. Για το Κάτω από το ηφαίστειο περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Αγριόσπιτα - Colin Barrett

Λάτρης της μικρής φόρμας δεν είμαι, ποτέ δεν ήμουν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, πάντα υπάρχουν. Τα διηγήματα που μου αρέσουν, μου αρέσουν πολύ, τα κουβαλώ μαζί μου, με καταλαμβάνουν παρά το μέγεθός τους, ή ακριβώς εξαιτίας αυτού, σαν χωράνε με κάποιο τρόπο στη μνήμη μου σε πλήρες ανάπτυγμα. Όταν διάβασα τα Νεαρά τομάρια του Κόλιν Μπάρετ, τη συλλογή διηγημάτων με την οποία συστήθηκε στο ελληνικό κοινό, τα βρήκα μεν τεχνικά άρτια, ωστόσο η αναγνωστική απόλαυση δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη, αλλά κάπως άψυχη, το ταλέντο διακρινόταν, η δουλειά επίσης, όμως δεν ήταν αρκετό αυτό, παρότι υπήρχε κάτι το θελκτικό στη γραφή του, σκέφτηκα, τότε, πως θα ήθελα να τον δω στη μεγάλη φόρμα, πως ίσως εκεί οι αρετές της γραφής του να λειτουργούσαν καλύτερα. Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του Αγριόσπιτα.

Διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο: «Ο Γκέιμπ και ο Σκετς Φέρντια, δύο μικροαπατεώνες από την Κομητεία Μάγιο, απάγουν τον Ντολ Ίνγκλις, τον μικρό αδερφό ενός συντοπίτη τους, ο οποίος πουλάει ναρκωτικά και τους χρωστάει αρκετές χιλιάδες ευρώ, και κρύβονται για ένα Σαββατοκύριακο στο απομονωμένο σπίτι του ευαίσθητου και εσωστρεφούς Ντεβ περιμένοντας τα λύτρα», και σε συνδυασμό με την ιρλανδική καταγωγή του συγγραφέα, μου ήρθε στο μυαλό ένα από τα πλέον απολαυστικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, ένα μπολανικού ύφους σκοτεινό βιβλίο. Είχα, λοιπόν, κάποια υλικά για να υψώσω τον ορίζοντα των προσδοκιών μου γι' αυτό το μυθιστόρημα.

Σ' έναν τόπο επαρχιακό, με λίγες διεξόδους και ευκαιρίες, το οικονομικό αδιέξοδο και η ανία κρατούν εν πολλοίς τα ηνία, αν κάποιος δεν καταφέρει να δραπετεύσει από τα ασφυκτικά όρια του μικρού μέρους, αναζητώντας στη μεγάλη πόλη κάτι διαφορετικό, μια δουλειά ή εκπαίδευση, λίγες είναι οι προοπτικές, να γίνει νεαρός γονέας, για παράδειγμα, να συχνάζει στα μπαρ, να αναζητά την έκσταση στις ουσίες, να μπλέκει σε καβγάδες, να απασχολεί την τοπική αστυνομία, να παλεύει με τους δαίμονες, τη μοναξιά, να ξεφύγει ίσως από ένα μονοπάτι προκαθορισμένο σε μεγάλο βαθμό, ή να ζήσει μια ήσυχη, βαρετά ήρεμη ζωή, που διόλου υποτιμητικά τη χαρακτηρίζω ως τέτοια.

Έχει κάτι το ποιητικό και το μαγευτικό η σκιαγράφηση της επαρχιακής ζωής, όταν ο βατήρας παρατήρησης είναι η μεγαλούπολη, με τα δικά της στραβά, που ως δια μαγείας μετατρέπονται σε ιδανικά. Ωστόσο, η εποχή των βουκολικών δραμάτων μοιάζει να έχει παρέλθει προ πολλού, η απομάγευση ρίχνει και στην ανοιχτωσιά τη σκιά της. Τα Αγριόσπιτα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση, κάτι διαφορετικό επιχειρεί ο Μπάρετ να κάνει εδώ.

Φαντάζομαι να προηγείται η λεπτομερής καταγραφή της πλοκής, η είσοδος, η υποδοχή και η ξενάγηση, το ξετύλιγμα, οι απαραίτητες ανατροπές και κορυφώσεις, η έξοδος. Ο συγγραφέας έχει σκιτσάρει μια ωραία, σκοτεινή ιστορία, που δεν παλεύει, ωστόσο, να δειχτεί ως πρωτότυπη, τι το πρωτότυπο πια υπάρχει, άλλωστε. Ακολούθως δοκιμάζει να ανακατέψει χρονικά την τράπουλα, να παρεμβάλλει διάφορες αναλήψεις, να επιχειρήσει διάφορες διευκρινιστικές παρακάμψεις, ενώ η γραμμική αφήγηση συνεχίζει τη ροή της. Αναλήψεις και παρακάμψεις που φωτίζουν καλύτερα τα πρόσωπα, που τους επιτρέπουν να αναπνεύσουν έξω από το ασφυκτικό κοστούμι της στερεοτυπίας και της καρικατούρας. Αυτό, με τη σειρά του, επιστρέφει ανακλαστικά το κατάλληλο βάθρο επί του οποίου τα πρόσωπα ενεργούν όπως ενεργούν. 

Ο Μπάρετ, επιλέγοντας να ρίξει φως σε αρκετά πρόσωπα, φανερώνει τη συγγραφική φιλοδοξία να κατασκευάσει κάτι αρκετά πιο σύνθετο σε σχέση με όσα η περίληψη της πλοκής επιτρέπει να διαφανούν αρχικά. Και το σημαντικό, το κατασκεύασμα λειτουργεί, ο παντογνώστης αφηγητής ανταποκρίνεται, διατηρεί τον πλήρη έλεγχο, δίνει τον ρυθμό, ανεβοκατεβάζει στη σκηνή τα πρόσωπα, προωθώντας παράλληλα την πλοκή, χωρίς να απολύει τον βηματισμό του, χωρίς να βιάζεται ή να χρονοτριβεί, χωρίς να παραφορτώνει το τελικό αποτέλεσμα, έχει κατά νου τι θέλει να γράψει και το κάνει.

Ακολούθως προστίθεται ο τόπος, η επαρχία, οι αποστάσεις, η απομόνωση, η έλλειψη ιδιωτικότητας, ο τόπος, επίσης, συντελεί και στη δημιουργία της απαραίτητης ατμόσφαιρας, σκοτεινής και υγρής, ανησυχαστικής και ιρλανδικής επίσης, που έρχεται να κοντράρει την όποια πεποίθηση για μια ήσυχη επαρχιακή πραγματικότητα. Δεν έχω πάει στην Ιρλανδία, δεν έχω ζήσει στην επαρχία της, δεν έχω αντιμετωπίσει τον καιρό και τη γειτνίαση του ωκεανού, και όμως τολμώ να ισχυριστώ πως, χωρίς να πέφτει θύμα ενός εξωτισμού, τι και αν σε έδαφος ευρωπαϊκό, όχι γεωγραφικά, αλλά πολιτισμικά, εξωτισμός πάντα υπάρχει προς εξαγωγή, ιδιαίτερα σε μια λογοτεχνία όπως η ιρλανδική η οποία μεταφράζεται και διαβάζεται σε μεγάλο βαθμό και πέρα από τα εθνικά σύνορα, ο Μπάρετ αποτυπώνει με ρεαλιστική αληθοφάνεια τον τόπο και τις συνθήκες που εκεί επικρατούν, ως ένα σκηνικό που φιλοξενεί και ως κάποιο βαθμό διαμορφώνει τη δράση.

Έτσι, μια νουάρ ιστορία μετατρέπεται σε ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που δεν αναλώνεται μόνο στο σασπένς και τις ανατροπές στον δρόμο για τις τελευταίες σελίδες, αλλά προσθέτει ποικίλες αρετές στην ανάγνωση, γεγονός που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να υπερβεί τους περιορισμούς του είδους και δίνει το περιθώριο για να ειπωθεί πως εδώ επιβεβαιώνεται καθησυχαστικά το κλισέ που λέει πως δεν έχει τόση σημασία η ιστορία που θα αφηγηθεί κανείς αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα το κάνει, και ο Μπάρετ το κάνει άψογα, η μεγάλη φόρμα όντως του ταιριάζει.

Σκοτεινό, ιρλανδικό, απολαυστικό ανάγνωσμα.

υγ. Για το τρομερό Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Στερέωμα 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Αγαπητοί όλοι. - Michael Kimball

Ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία που διάβασα το '25 ήταν Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ, μια μυθοπλαστική κατασκευή για την απώλεια του πατέρα, ποικίλων αποχρώσεων, σύνθεση ενός σύνθετου συναισθήματος, συχνά αντιφατικού και αντιστικτικού, που δεν στόχευε τόσο στην κατανόηση, όσο στην αποτύπωση, στη χαρτογράφηση της επικράτειας μιας παρουσίας που εξελίχτηκε σε απόσταση και εν τέλει σε απόλυτη και οριστική απουσία, το πένθος και η ζωή στους ώμους του επιζήσαντα γιου.

Σημείωσα το όνομα του συγγραφέα, ήθελα να διαβάσω ό,τι άλλο δικό του θα μπορούσα να βρω, στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 2010, εκδόσεις Οκτώ, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, το Αγαπητοί όλοι, το βρήκα και το τοποθέτησα στη στοίβα με τα προσεχώς. Όταν μετέφερα το κείμενο για τον Μεγάλο Ρέι από την Εφημερίδα των Συντακτών στην ψηφιακή αυτή γωνιά, το διάβασα ξανά, το εμβαδόν του μέσα μου είχε μεγαλώσει περαιτέρω, η ανάγνωση αυτή επισπεύστηκε, εν μέσω επανέναρξης της εκδοτικής μηχανής μετά τη μεταχριστουγεννιάτικη αγρανάπαυση.

Ο Τζόναθαν Μπέντερ αυτοκτονεί. Αφήνει πίσω του επιστολές, σημειώσεις, αποκόμματα τύπου και εγκυκλοπαιδειών. Ο αδερφός του, με τον οποίο δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση, επιχειρεί να ανασυνθέσει τη ζωή τού Τζόναθαν, εν πολλοίς άγνωστη σε αυτόν, θα προσθέσει στο αρχείο αποσπάσματα από το ημερολόγιο της μητέρας τους και διαλόγους με τον πατέρα τους, αλλά και κομμάτια από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε η πρώην σύζυγός του. Κατά τόπους παρεμβαίνει για να διευκρινίσει κάτι, για να πει τη δική του εκδοχή, για να παραδεχτεί την άγνοιά του επί κάποιου θέματος ή περιστατικού. Οι παρεμβάσεις αυτές, περισσότερο από το ημερολόγιο της μητέρας ή τους διαλόγους με τον πατέρα θα φωτίσουν μια πλευρά δυσπρόσιτη, εκείνη της απόστασης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, δύο αδερφών που η ζωή του καθενός τράβηξε το δικό της μονοπάτι, που παρότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, από τους ίδιους γονείς, περισσότερο διαφέρουν παρά ομοιάζουν. Το ποιος είναι πιο σιωπηλός, ο νεκρός Τζόναθαν με όσα άφησε πίσω του, ή ο ζωντανός Ρόμπερτ, με τις σποραδικές παρεμβάσεις, είναι ένα καλό ερώτημα. Η σύνθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, ξεκινάει από το 1967, όταν και γεννήθηκε ο μεγάλος αδερφός, και φτάνει μέχρι το 1999, όταν έθεσε τέλος στη ζωή του στο γεμάτο αναθυμιάσεις από το αυτοκίνητο γκαράζ.

Μια κατασκευή με την τεχνική του κολάζ, αποκόμματα που παίρνουν τη θέση τους για να συνθέσουν τη ζωή ενός απλού ανθρώπου, που ταλαιπωρήθηκε και ταλαιπώρησε τους γύρω του, που κάποιες στιγμές έμοιαζε να βγάζει το κεφάλι έξω από το νερό, για να βυθιστεί ξανά λίγο μετά, μια περίοδος ηλιοφάνειας και ήπιου καιρού που ένα έντονο και επικίνδυνο καιρικό φαινόμενο θα ακολουθούσε, κάποιες στιγμές γαλήνης και νηνεμίας που σύντομα γινόταν βορά ενός ανεμοστρόβιλου. Εκείνος, που είχε κλίση στην πρόγνωση του καιρού, μελέτη των μοντέλων και εμπειρική παρατήρηση, αδυνατούσε να προβλέψει τις δικές του αναταραχές, τα τραντάγματα που τον εξοβέλιζαν της πορείας του, να πάρει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, όπως με τόσο πάθος και αίσθηση καθήκοντος προειδοποιούσε τους τηλεθεατές.

Ο κύριος άξονας του μυθιστορήματος αυτού είναι το κατασκευαστικό του πλάνο, ο τρόπος με τον οποίο τα κομμάτια θα πάρουν τη θέση τους, ο τρόπος τού Κίμπαλ να πει μια ιστορία γνώριμη, οικεία, παρότι όπως κάθε ατομική ιστορία μοναδική στις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις της. Και καταφέρνει δύο πράγματα: να καταστήσει την κατασκευή λειτουργική, μια σύνθεση την οποία ο αναγνώστης, άπαξ και εισέλθει, με άνεση μπορεί να ακολουθήσει τον ιδιαίτερο βηματισμό της, αλλά και να επιτρέψει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει, να διεκδικήσει και να καταλάβει τον χώρο που του αναλογεί, να δώσει διαστάσεις στη ζωή του Τζόναθαν, το απαραίτητο βάθος, με δεδομένη τη σιωπή του, πέρα από τα μηνύματα που άφησε πίσω του, αλλά και την απόσταση που χώριζε τα δύο αδέρφια.

Ο Ρόμπερτ, ο βιογράφος αδερφός, ο ιδιότυπος αυτός βιογράφος, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως αληθοφανής, παρότι ελάχιστα μαθαίνουμε για εκείνον, και όσα μαθαίνουμε πάντοτε είναι συγκριτικά με τον αυτόχειρα, συνθέτει χωρίς να μυρίζει στείρο επαγγελματισμό, αλλά και χωρίς να επιχειρεί να ενδυθεί έναν μανδύα θρήνου και απώλειας μεγαλύτερου μεγέθους από εκείνον που η απόσταση των δύο αδερφών αντιστρόφως ανάλογα ύφανε. Είναι σημαντικό, καθηλωτικό και συγκινητικό, αβίαστα συγκινητικό και όχι απόρροια εκβιασμού και χειραγώγησης, να θυμόμαστε πως ο Τζόναθαν υπήρξε ένας απλός άνθρωπος, που έζησε, όπως έζησε, υπέφερε, όπως υπέφερε, ευτύχισε, όπως ευτύχισε, συσχετίστηκε, όπως συσχετίστηκε, ονειρεύτηκε, όπως ονειρεύτηκε, αγάπησε, όπως αγάπησε, και πέθανε, όπως πέθανε. Μια χαμηλή συχνότητα, αδιόρατη στον θόρυβο της καθημερινότητας, μοναχική, όπως κάθε ζωή σε εκείνα τα μήκη και πλάτη της επικράτειας στην οποία κινείται, ένα απειροελάχιστο ίχνος σκόνης.

Ο Κίμπαλ διαθέτει μια αρετή, πέρα από τη δεινότητα στην αφήγηση και τη σύνθεση μικρών στιγμιοτύπων, που έχει να κάνει με την οξυδερκή και πανοπτική ματιά του στο συναίσθημα, δεν περιορίζεται σε μια γωνία θέασης, δεν αφουγκράζεται το στερεότυπο ως αυθεντικό, δεν καταφεύγει στο κλισέ, στην γενίκευση, στον μέσο όρο, δεν γυρεύει την φαντασμαγορική υπερβολή, ζητά, μελετά και ανασύρει τις αποχρώσεις, τις ιδιαιτερότητες, τις αντιφάσεις, το ορατό και το αόρατο, το γνωστό και το άγνωστο, το συνειδητό και το υπόγειο, το λογικό και το παράλογο, το κωμικό και το γελοίο, το ζοφερό και το θλιβερό, το γαμώτο. Αλλά ούτε και επιδεικνύει την αρετή του αυτή, η κατασκευή να υπερτερεί του Τζόναθαν, σε καμία περίπτωση, απλώς τοποθετεί το πλαίσιο στο οποίο τα καρέ θα πάρουν τη θέση τους και χρόνο με τον χρόνο θα συνοδεύσουν τον αναγνώστη μέχρι τη διαθήκη του Τζόναθαν.

Ο χαρακτηρισμός συγκινητικό έχει ξεχειλώσει, μην ρίχνετε πέτρες, ωστόσο, η ζωή έχει γίνει έτσι, που κάθε τι, που λίγο φεύγει από την επικράτεια της απομάγευσης, μπορεί να συγκινήσει, αυτό λέει πολλά για το πώς ζούμε. Το ξεχείλωμα αποκαλύπτεται στη σύγκριση, όπως συμβαίνει εδώ, η συγκίνηση που εκλύεται είναι κατακλυσμιαία, ο τρόπος αβίαστος, ή αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένος, το τέλος γνωστό και όμως δυσβάσταχτο, ο Τζόναθαν, ένας απλός άνθρωπος, καθίσταται ένας αλησμόνητος χαρακτήρας εν τη απουσία του, ο βιογράφος αδερφός στη σκιά, επίσης. Σε μια εποχή που η υπερβολή φωλιάζει σε κάθε προσωπική αφήγηση, που η καχυποψία του αναγνώστη έτοιμη είναι να γεννήσει ένα και τι με νοιάζει εμένα/τα παραλές/σιγά δηλαδή, το μυθοπλαστικό Αγαπητοί όλοι επαναπροσδιορίζει την αξία των φύλλων στο λογοτεχνικό τραπέζι.

Ένα σημαντικό μυθιστόρημα για έναν ασήμαντο άνθρωπο, με ασήμαντη ζωή και ασήμαντο θάνατο, που έρχεται, χωρίς κόλπα και τερτίπια, και καταλαμβάνει έναν χώρο που δύσκολα ο αναγνώστης θα ανέμενε, και ας είχε διαβάσει, όπως εγώ, τον Μεγάλο Ρέι, και ας ένιωθε, όπως εγώ, υποψιασμένος, και τι με αυτό;

 υγ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Οκτώ 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Σεβερίνα - Rodrigo Rey Rosa

«Την παρατήρησα από την πρώτη φορά που μπήκε, κι αμέσως κατάλαβα ότι ήταν κλέφτρα, παρόλο που εκείνη τη μέρα δεν έκλεψε τίποτα.
Τις Δευτέρες, τα απογεύματα, είχε συνήθως βραδιές ποίησης στο "Λα Εντρετενίδα", το βιβλιοπωλείο που είχαμε ανοίξει πρόσφατα μια παρέα φίλων παθιασμένων με τα βιβλία. Δεν είχαμε και τίποτα καλύτερο να κάνουμε και επίσης είχαμε κουραστεί να δίνουμε υπερβολικά ποσά για βιβλία που δεν ήταν του γούστου μας, πράγμα σύνηθες για τους περίεργους, όπως συχνά μας αποκαλούν στις επαρχιακές πόλεις. (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα.) Εντέλει, για να τελειώνουμε με αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, ανοίξαμε το δικό μας κατάστημα».

Όταν η Σεβερίνα, που τότε εκείνος δεν ήξερε το όνομά της, μπήκε στο βιβλιοπωλείο αμέσως κατάλαβε πως ήταν κλέφτρα, λίγο πριν, λίγο μετά, ταυτόχρονα ίσως, τη βρήκε πανέμορφη, η γοητεία της τον κατέλαβε πάραυτα. Εκείνος, μαζί με κάτι φίλους, είχαν ανοίξει το βιβλιοπωλείο, ο τρόπος να κάνεις ένα ακριβό χόμπι επάγγελμα, ο τρόπος να σε βλέπουν οι άλλοι, αντί για περίεργο, ένα είδος επιχειρηματία. Όλα αυτά, ωστόσο, τα αναφέρει η πρώτη σελίδα. Τα υπόλοιπα τα αφήνει να εννοηθούν, τα προοικονομεί κατά κάποιο τρόπο, έπεται να τα αφηγηθεί εκείνος.

Αν ισχύει πως εκείνοι που γράφουν, είναι περισσότεροι από εκείνους που διαβάζουν, ίσως να ήταν ακόμα πιο σοκαριστικό, αν υπάρχει πια κάτι που να σοκάρει μια κοινωνία έτσι και αλλιώς σε σοκ, το ποσοστό των ανθρώπων που θα δήλωναν πως το όνειρό τους είναι να ανοίξουν ένα βιβλιοπωλείο, καθένας για τους δικούς του λόγους, φαινομενικά, κυρίως, ωστόσο, για να είναι, όπως θα δήλωναν, όλη μέρα ανάμεσα σε βιβλία, να διαβάζουν και να συζητούν γι' αυτά, και θα μπορούσα πολλά να πω για τα όνειρα που γίνονται φυλακές, για τους τόνους από λογιστικό χαρτί, για τη διαρκή ανατροφοδότηση με τίτλους, πωληθέντες και καινούργιους, για τα περιθώρια κέρδους, για όλα εκείνα που —αφελώς;— δεν τα σκέφτηκαν, δεν τα υπολόγισαν και τώρα γκρινιάζουν για όλα αυτά, όπως εκείνοι που μετά από χρόνια στο Λονδίνο συνεχίζουν να παραπονιούνται πως βρέχει διαρκώς, χωρίς να αναφέρονται στο βασικό, και αυτό δεν είναι το όνειρο που έγινε πραγματικότητα, αλλά το γεγονός πως ένα βιβλιοπωλείο είναι παρ' όλ' αυτά ένα μέρος μαγικό. Όλα αυτά, ωστόσο, είναι μάλλον άσχετα με το βιβλίο αυτό, ή και όχι.

Τα βιβλία που στο επίκεντρό τους έχουν βιβλία ή δημιουργούς βιβλίων ή χώρους βιβλίων, που συχνά χαρακτηρίζονται ως βιβλιοφιλικά, λες και υπάρχουν και βιβλιοεχθρικά, είναι για μένα μια συχνά ένοχη απόλαυση, ένοχη γιατί πια, τώρα που κάπως έχουν γίνει της μόδας, ούτε το πάθος, που παλιότερα χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν υπάρχει, απλά μια διέξοδος πιθανής εμπορικής επιτυχίας διαφαίνεται, το βιβλιοπωλείο-φαρμακείο που σώζει χαμένες ψυχές, τα διαβάζω, αλλά ρίχνω και μια ματιά τριγύρω, μήπως κάποιος με παρακολουθεί, ενίοτε, όπως συνέβη με το Σεβερίνα, η αλυσίδα την ένοχης απόλαυσης απολύει τον χαρακτηρισμό της και απομένει μονάχη της. Και η αλυσίδα άξιζε το βάρος της.

Η κλοπή βιβλίων, ανάμεσα σε άλλες κλοπές, έχει ένα στοιχείο ευγένειας και ρομαντικότητας, σαν να μη πρόκειται για απλή κλοπή, καταδικασμένη απερίφραστα, ένας μύθος έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτή, σαν κάτι προφανές, σαν κάτι που όλοι μας έχουμε κάνει, γιατί ήμασταν μικροί και φτωχοί και θέλαμε να διαβάσουμε. Η Σεβερίνα είναι μια κλέφτρα βιβλίων.

Ο αφηγητής μας την ερωτεύεται, την παρακολουθεί, την περιμένει να έρθει ξανά στον τόπο του εγκλήματος, το πάθος της κλοπής δύσκολα καταλαγιάζει, το ξέρουν όλοι αυτό, αργά ή γρήγορα εκείνη θα επιστρέψει, εκείνος θα την πιάσει στα πράσα, θα της δείξει τη λίστα με τα βιβλία που υπεξαίρεσε, θα της μιλήσει για κάμερες, αλλά η φωνή του θα τρέμει, είναι όμορφη η Σεβερίνα, και, μην το αμελούμε, μοιράζεται, ή μοιάζει να μοιράζεται, το ίδιο πάθος με εκείνον, τα βιβλία, εκείνη τα κλέβει, εκείνος άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο.

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, που η λογοτεχνία, παρέα με το διάχυτο κακό, ήταν ένας από τους βασικούς πόλους της λογοτεχνίας του, εκτός από δεινός γραφιάς, ένας από τους μεγάλους σύγχρονους, ένας ακόμα από τους πρόωρα χαμένους, που άφησε πίσω του τόσα βιβλία αλλά και τόσα τι θα συνέβαινε εάν δεν πέθαινε στα πενήντα του, ήταν και ένας δεινός αναγνώστης, με μεγάλη επάρκεια για τη συγκαιρινή του λογοτεχνία, επίσης, να κάτι που οι δεινοί κάνουν, δεν βάζουν φίλτρα και αναχώματα, αλλά διαβάζουν πολύ, είχε πει για τον Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα: «Ο πιο αμείλικτος συγγραφέας της γενιάς μου, ο πιο διάφανος... ο πιο φωτεινός απ' όλους», και αυτός ο συγγραφέας, παρ' όλη την ισπανόφωνη λογοτεχνία που έχει μεταφραστεί, δεν υπήρχε πρακτικά στα ελληνικά, πλην μιας αρχαίας έκδοσης, το 1992 από τις εκδόσεις Μάγια, μέχρι που η Καλυψώ Αγγελοπούλου τον μετέφρασε ιδανικά και οι εκδόσεις Κυψέλη τον εξέδωσαν όμορφα, έτσι επανασυστήθηκε και τώρα περιμένουμε και άλλα βιβλία του να κυκλοφορήσουν, να ένα άγχος όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που σου αρέσει πολύ, εύχεσαι/αγωνίας να πάει καλά εμπορικά.

Ο πήχης είχε τοποθετηθεί έτσι και αλλιώς ψηλά, όταν ένας σπουδαίος συγγραφέας συστήνει έναν ομότεχνό του, τότε οι λίστες έρχονται και γεμίζουν με νέα ονόματα, με επιπλέον βιβλία, λες και δεν μας έφταναν όσα ως τώρα είχαμε βάλει στο μάτι, λες και θα ζήσουμε σε καιρούς και χρόνια ανέφελα και πολλά, λες και μας περισσεύει χρόνος. Τέλος πάντων. Έλεγα για τον πήχη, ήδη τοποθετημένο ψηλά, ακολούθησε η πρώτη σελίδα, ψήλωσε και άλλο, η ανάγνωση έμενε να αποφανθεί επί αυτού. Όσο αυθαίρετος και αν είναι ο ορίζοντας προσδοκιών που, συνειδητά ή όχι, συνήθως όχι, δημιουργήθηκε άπαξ και το βιβλίο βρέθηκε μπροστά μου, κάπου μέσα μου ήξερα τι είδους βιβλίο θα ήταν αυτό, τι και αν γραμμένο χρόνια μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, πως, αφού θα ήταν του γούστου του, τότε η λογοτεχνία και το κακό θα ήταν εκεί, με έναν χαρακτήρα παλπ διάχυτο, μια λογοτεχνία αλλεργιογόνα για τις αναγνωστικές ελίτ, με το πάθος διάχυτο, την αίσθηση πως εδώ διακυβεύονται τα πάντα, θαρρείς. Και ο Ρέι Ρόσα, στη Σεβερίνα, ανταποκρίθηκε εξαιρετικά σε όσα ο έρμος ορίζοντας προκατέλαβε. Μια —ακόμα μια— ιστορία αγάπης.

Στακάτος ρυθμός που ορίζει το αναγνωστικό τέμπο, άψογα αποτυπωμένη, η άβυσσος στην οποία με τη θέλησή του πέφτει μέσα της ο αφηγητής και η Σεβερίνα ένα αερικό, αδύνατο να το κρατήσει ανάμεσα στα χέρια του. Ο κόσμος της λογοτεχνίας, ένας κόσμος μέσα στον κόσμο, μια επικράτεια γνώριμη, οικεία για τον αναγνώστη, μια συγγένεια, η αναγνώριση ενός ομοίου, που συχνά μπερδεύεται ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, που βλέπει τη λογική του να παραμερίζεται, να γίνεται ήρωας —εδώ γελάμε φωναχτά— μιας ιστορίας, η αφέλεια ποτίζει τον κήπο, εκείνος καρπίζει όνειρα με τα μάτια ανοιχτά και ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο στήθος, το κακό παραφυλά, και εκείνη η παρένθεση πως (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα), αποδεικνύεται ξανά και ξανά τόσο απόλυτα σχετική με την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, εντάξει και με τον έρωτα, τόσο απλά και τόσο κοινότοπα, το μπούνκερ όπως συνηθίζω να λέω, που δεν μαγεύει, δεν σκορπά χρυσόσκονη, δεν παρασέρνει με γλυκόλογα, αλλά είναι γεμάτο από ζωή και πράγματα των ανθρώπων. Μέσα στον κόσμο, αλλά για λίγο μέσα σε ένα κομμάτι του, τα άλλα σε παρένθεση, η φρίκη και ο ζόφος, παράπονο δεν έχουμε κανένα, άλλωστε. Μια λογοτεχνία που δεν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια του απόλυτου, από τη μια ή την άλλη μπάντα, του σκληρού ρεαλισμού ή της αναχώρησης, μια λογοτεχνία που κάτι θυμίζει, κάτι σκάβει, κάτι βρίσκει, κάπου αγκιστρώνεται, κάτι αποκολλά και κάτι μεταμοσχεύει.

Αν ήταν βιβλίο του Μπολάνιο θα ήταν ίσως το Λούμπεν μυθιστορηματάκι, αν μια τέτοια αναλογία χρησιμεύει σε κάτι.

υγ. Για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες - Jacqueline Harpman

Όσες ήξεραν, είχαν ήδη μιλήσει. Σημείωσα και περίμενα, αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα, κυκλοφόρησε. Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες. Περίμενα κάτι σύγχρονο, σίγουρα αυτομυθοπλασία, σε κάποια φεμινιστική απόχρωση, μια νεαρή συγγραφέα. Περνάω καλά κάνοντας αυτές τις υποθέσεις, είναι οι πρώτες στρώσεις επί των οποίων θα υψωθεί ο απολαυστικά αυθαίρετος ορίζοντας προσδοκιών, φανταστικά βιβλία. Έπεσα έξω τόσο που καμία νομιμοποίηση αυθαιρέτου δεν θα με κάλυπτε, κανένα πρόστιμο, καμιά γραφειοκρατική ελίτ τιμονιά κάποιου μηχανικού.

Η Χαρπμάν γεννήθηκε το 1929 στο Βέλγιο, πέθανε το 2012, εργάστηκε για κάποια χρόνια ως ψυχαναλύτρια, έγραψε αρκετά. Το βιβλίο, που ειδολογικά ανήκει στην επιστημονική φαντασία, εκδόθηκε το 1995, γνώρισε κάποια επιτυχία, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ξανά, μια δεύτερη ζωή του δόθηκε. Το 1997 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Στύλβας Πράσσου, από χρόνια ήταν εξαντλημένο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Αίολος, αν κάποιοι ξέρουν καλά την επιστημονική φαντασία είναι αυτοί, σε νέα μετάφραση δια χειρός Μυρσίνης Γκανά.

«Από τότε που δεν βγαίνω πια σχεδόν καθόλου, περνάω πολύ χρόνο σε μια πολυθρόνα, ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία. Μόνο τώρα τελευταία άρχισαν να με ενδιαφέρουν τα προλογικά σημειώματα. Οι συγγραφείς μιλούν εκεί πρόθυμα για τον εαυτό τους, εξηγούν για ποιους λόγους έγραψαν το έργο που παρουσιάζουν. Ξαφνιάζομαι: δεν ήταν λοιπόν πιο αυτονόητο σ' εκείνο τον κόσμο απ' ο,τι σε αυτόν που έζησα εγώ να μεταδίδει κανείς τις γνώσεις που είχε καταφέρει να αποκτήσει; Μοιάζουν να αισθάνονται συχνά την ανάγκη να διευκρινίσουν πως δεν υπάρχει κάποια έπαρση στο εγχείρημά τους, πως τους ζητήθηκε να γράψουν και πως δίστασαν πριν συναινέσουν. Τι παράξενο!».

Διάφορα νήματα ξεπηδούν από τις πρώτες αυτές γραμμές. Ορίζεται το αφηγηματικό παρόν, αφού όσα είναι να αφηγηθούν έχουν κιόλας συμβεί, ο ταμιευτήρας του παρελθόντος, σκοτεινός προς το παρόν, στέκει λίγο πιο πέρα. Ορίζεται ο τόπος, ένα μέρος από το οποίο η αφηγήτρια δεν βγαίνει πια. Διακρίνεται ο κόσμος, αυτός που εκείνη έζησε και ο άλλος για τον οποίο μαθαίνει μέσα από τα βιβλία που διαβάζει ξανά και ξανά. Μόνο πρόσφατα, μας λέει, απέκτησε ενδιαφέρον για τις εισαγωγές, για το γιατί της γραφής, δεν ήταν, υποθέτει εκείνη, κάτι το αυτονόητο, ο επίδοξος συγγραφέας έπρεπε πρώτα να πετάξει από πάνω του κάθε υπόνοια έπαρσης.

Δεν θυμάται πότε βρέθηκε στο κλουβί με τις άλλες γυναίκες, πρέπει να ήταν αρκετά μικρή, υποθέτει, είναι η μικρότερη από όλες, παρότι ο χρόνος εκεί, στην απομόνωση, δεν έχει τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, το τεχνητό φως διαρκώς παρόν, οι συνθήκες θερμοκρασίας πάντοτε σταθερές. Οι φύλακες, αμίλητοι, στέκουν διαρκώς σε επιφυλακή ώστε να επιβάλλουν τον κανονισμό, τι επιτρέπεται και τι όχι, ένα μαστίγιο σφυρίζει δίπλα σε εκείνη που τόλμησε, παρασύρθηκε, αφαιρέθηκε. Μια συνθήκη δυστοπική.

Μια από τις ελευθερίες που, μπορεί να είναι ευχή ή κατάρα για τον επίδοξο συγγραφέα, δίνει η επιστημονική φαντασία είναι πως η αιτιοκρατία διαθέτει μια κατά βούληση χαλαρότητα. Αυτός είναι ο κόσμος, η συνθήκη ζωής, αν προτιμάτε, που η Χαρπμάν οραματίστηκε, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο αποφάσισε να βάλει σε περιστροφή την αφήγησή της, ένα κέντρο κράτησης γυναικών υπό το άγρυπνο βλέμμα των φυλάκων, μια από εκείνες θα αφηγηθεί εκ των υστέρων τη ζωή της.

Ανοίγω παρένθεση. Πρόσφατα σχετικά, καθ' υπόδειξη της σπουδαίας Τζέννυ Έρπενμπεκ, διάβασα το μυθιστόρημα της Μάρλεν Χαουσχόφερ, Ο τοίχος. Εκείνη την ανάγνωση θυμήθηκα αρκετές φορές διαβάζοντας το βιβλίο της Χαρπμάν, την ατμόσφαιρα, κυρίως, αλλά και τον αναληπτικό τρόπο αφήγησης των όσων συνέβησαν στο παρελθόν καθεμιάς από τις δύο αφηγήτριες. Κλείνει η παρένθεση.

Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, που για χρόνια θεωρείτο παραλογοτεχνία, με τις ελευθερίες που προσφέρει, επιτρέπει στις επικράτειες της εναλλακτικής πραγματικότητας να γίνουν προσβάσιμες, και όταν κανείς αναφέρεται σε μια εναλλακτική, συνήθως αρνητική, σίγουρα όχι προφητική, με τον τρόπο της προειδοποιητική, τότε μπορεί να θίξει, πότε ευθέως αναλογικά και πότε παραβολικά, διάφορα ζητήματα, σκέψεις, ακόμα και να σπείρει κάποιες ιδέες φιλοσοφικές, κοινωνικές, πολιτικές ή ανθρωπολογικές. Είναι σημαντικό ωστόσο, ίσως το πλέον σημαντικό απ' όλα, η συγγραφέας να διαθέτει ένα πανοπτικό του υπό κατασκευή και λειτουργία κόσμου εντός του οποίου ενοικούν τα πρόσωπα και πραγματώνεται η πλοκή. Ακολούθως, είναι σημαντικός, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας θα ξεναγήσει/εξοικειώσει τον αναγνώστη με το σύμπαν αυτό. Η Χαρπμάν παίρνει άριστα δέκα και στα δύο αυτά κομμάτια.

Ο αναγνώστης, αντίθετα με την αφηγήτρια, γνωρίζει τον κόσμο στον οποίο θα ζούσε εκείνη αν δεν είχε βρεθεί σε αυτή τη φυλακή, όχι με ακρίβεια, αλλά το πλαίσιο μπορεί εύκολα και με ασφάλεια να εξαχθεί, για εκείνη είναι άγνωστο, από τις υπόλοιπες κρατούμενες και από τα βιβλία αντλεί τις γνώσεις εκείνες που τη βοηθούν να προβεί στις διάφορες υποθέσεις. Η αφηγήτρια, ωστόσο, διαθέτει ένα δικό της δυνατό χαρτί, ξέρει με ακρίβεια τα όσα συνέβησαν σε εκείνη ως τη στιγμή που πήρε την απόφαση να αφηγηθεί την ιστορία της. Έχουμε, λοιπόν, δύο πραγματικότητες, ο αναγνώστης τη δική του, την κοινή ανθρώπινη εμπειρία που για εκείνη είναι άγνωστη, και η αφηγήτρια αντίστοιχα τη δική της.

Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες είναι ένα βιβλίο ανησυχαστικό, το κλίμα που επικρατεί εντός του, επίσης. Άπαξ και το πιάσεις στα χέρια σου, δυσκολεύεσαι να το αφήσεις. Η αναγνωστική εμπειρία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εξέλιξη της πλοκής, δεν έχει μόνο να κάνει με τα ευρήματα και τις ανατροπές, απαραίτητες για να στηθεί και να σταθεί η κατασκευή, αλλά όχι περιοριστικές για το περιεχόμενο, ανοιχτό σε αναγνώσεις και ερμηνείες. Η Χαρπμάν, μεγάλη λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, γνώστρια, λοιπόν, του είδους, παράλληλα με τις σπουδές και τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης, σίγουρα με τριβή στα φεμινιστικά κινήματα, κατασκευάζει μια φυλακή, να ο Φουκό και η θεωρία του που παραπάνω προοικονομήθηκαν, κλείνει σε αυτή κάποιες γυναίκες, με τους άντρες να είναι παρόντες μόνο ως φύλακες, απανθρωποιεί και ανακατασκευάζει, διαπραγματεύεται, μέσω της αφηγήτριάς της, εκ νέου μια σειρά από πράγματα δεδομένα.

Η ανάγνωση, τριάντα και χρόνια μετά, του μυθιστορήματος αυτού, δικαιολογεί γιατί ήρθε ξανά στην επιφάνεια του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, γιατί θεωρείται σημαντικό για ποικίλους λόγους, γιατί, εκτός από καλή λογοτεχνία, απολαυστική παρά το ζοφερό χαρακτήρα της, είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει για ακόμα μια φορά κάτι που συνηθίζουμε να αφήνουμε απέξω και έχει να κάνει με την οξυδέρκεια ως συγγραφική αρετή, την ικανότητα, στην επικράτεια του γενικού και αόριστου ορισμού του ταλέντου, στο όχημα της αφήγησης να φορτώνονται ένα σωρό ακόμα αποσκευές. Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες υπηρετεί άρτια τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής φαντασίας αλλά δεν εγκλωβίζεται και δεν περιορίζεται σε αυτά. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά μόνο το φανατικό κοινό του είδους.

υγ. Για το Ο τοίχος έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!  
 
Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Αίολος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Υφάντρα - Μαρία Ξυλούρη

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα κυκλοφόρησε το Rewind, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη, απολαυστικό στη συγχρονία του μα κυρίως πολλά υποσχόμενο. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος, τρία χρόνια αργότερα, επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τις προσδοκίες, καθώς η συγγραφέας κατάφερε με άνεση να περάσει από τις στενωπούς του δεύτερου βήματος. Το 2015, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, υπήρξε μια αποκάλυψη, ένα σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός για την εγχώρια λογοτεχνία, ένα τρομακτικής ομορφιάς και εκτέλεσης μυθιστόρημα, όλα πλέον ήταν ανοιχτά, η Ξυλούρη είχε βρει τη φωνή της, η αφηγηματική άνεση που συνείχε την απαιτητική αυτή κατασκευή διέθετε πάστα υψηλής λογοτεχνίας, επιπέδου Αντρέα Φραγκιά για να δώσω μια συντεταγμένη.

Τα Πέτρινα πλοία, η συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 2021, πέρα από την ικανοποίηση της ανάγνωσης, πρόσφερε στον αναγνώστη μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να επισκεφτεί τη συγγραφέα στο γραφείο της, να αντικρίσει στιγμιότυπα όσων την απασχολούσαν συγγραφικά, ο κόσμος της Ξυλούρη, αλλά και ο τρόπος που τον παρατηρεί και τον μεταφέρει στο χαρτί, ήταν εκεί, κάπου ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία, στο ορθολογικό και το φανταστικό, στο καταφύγιο που η λογοτεχνία προσφέρει, μια διέξοδος ολοένα και πιο αναγκαία.

Δεν θα μπορούσα να περιμένω για να διαβάσω την Υφάντρα, άπαξ και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η Μπιάνκα, η «λευκή», είναι υφάντρα. Υφάντρες υπήρξαν και οι γυναίκες στην οικογένειά της πριν από εκείνη, μια τέχνη στην οποία η χρηστικότητα και η ομορφιά συνυπάρχουν. Μαζί με την τέχνη, από γενιά σε γενιά, μεταβιβάζεται και ο ίδιος ο κόσμος, ο χάρτης πορείας εντός του, ο ορθολογισμός του υπολογισμού, της ποιότητας του μαλλιού, της υλοποίησης του υφαντού, αλλά και οι συνήθειες και οι πρακτικές, όπως η δακτυλήρθα γεμάτη αίμα στο πρεβάζι του παραθύρου κάθε Σάββατο, η δυστυχία και η δυσφορία, επίσης. 

Ο άντρας της την κακοποιεί, φεύγει, λείπει για καιρό επιστρέφει, μετά πάλι τα ίδια, η οικογένειά της πέρα από ένα μαχαίρι δεν της προσφέρει κάτι άλλο, το σκάει η Μπιάνκα, τριγυρνά στα χαμένα, από την ερημιά την περιμαζεύει ένας εκκεντρικός ξένος, ο κύριος Τέιλορ. Η ευγνωμοσύνη που δείχνει η φυγάδα για τον σωτήρα της κυριαρχεί καθώς ο φόβος μέρα με τη μέρα υποχωρεί, κουρνιάζει, μια ταξιδεύτρια που η ζωή δεν τη χωρούσε, βρίσκει λιμάνι. 

Όταν η σύζυγος του κυρίου Τέιλορ —για τη σχέση τους τόσα και τόσα λέγανε και ακόμα λένε στη γύρω περιοχή— αρρωστήσει βαριά, η Μπιάνκα θα προσκαλέσει την Επισκέπτρια.

Η άφιξή της θα πυροδοτήσει την πλοκή, δύο παράλληλες αφηγήσεις, μία σύγχρονη της άφιξης και της παρουσίας της Επισκέπτριας και μία αλιευμένη απ' τον ταμιευτήρα του παρελθόντος της Μπιάνκα ξετυλίγονται παράλληλα μέχρι να συναντηθούν στο αφηγηματικό παρόν, δύο μοτίβα ύφανσης που θα σμίξουν.

Παρότι η γλώσσα είναι αναντίρρητα σημαντικό συστατικό της γραφής, θα τη διαχωρίσω. Η Ξυλούρη εφοδιάζει την τριτοπρόσωπη αφηγήτρια με μια γλώσσα ταυτόχρονα εξεζητημένη και φυσική, που ρίχνει έναν μανδύα αχρονίας πάνω από την αφήγηση, αιωρούμενη με άνεση, άκοπα ρευστή, παρότι δουλεμένη από άκρη σε άκρη. Είναι η γλώσσα και ο πλήρης έλεγχος που η συγγραφέας διαθέτει επ' αυτής, η αφηγηματική άνεση, που προσφέρει τους αρμούς για την άψογη διάρθρωση των επιμέρους αφηγήσεων, καθιστώντας την τελική κατασκευή τόσο θαυμαστή όσο και λειτουργική.

Όπως και στον Καλλιγράφο, έτσι και εδώ, παρότι φαινομενικά αναχωρητική και άχρονη, αποσπασμένη από τον τριγύρω κόσμο, η ιστορία είναι πλασμένη από χώμα και νερό, το αρχέγονο αυτό μείγμα. Είναι σημαντικό να ειπωθεί αυτό. Ο κόσμος της Ξυλούρη είναι αυτός, για τις ανάγκες της αφήγησης προσαρμοσμένος, αλλά την ίδια στιγμή αληθινός και πραγματικός, το μεταφυσικό δεν έρχεται να συσκοτίσει αλλά να επιτρέψει στην απομάγευση να βρει ακόμα μία διέξοδο, το άχρονο δεν απομακρύνει το παρόν από το κάδρο, το εντάσσει, αντίθετα, στη μακρά ροή του ποταμού της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η συγγραφέας δεν αποπροσανατολίζεται και δεν προσποιείται, δεν ενδύεται παραβολικών προθέσεων και αναλογιών με το εδώ και το τώρα, παραμένει σταθερή στην αφήγησή της ιστορίας, γι' αυτό η Υφάντρα καταφέρνει να διαφύγει του όποιου ειδολογικού ή άλλου περιορισμού και να αναπνεύσει στην επικράτεια της καλής λογοτεχνίας.

Ένα κομψοτέχνημα είναι η Υφάντρα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία της Μαρίας Ξυλούρη: για το Rewind εδώ, για το Πώς τελειώνει ο κόσμος εδώ, για το Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου εδώ, για τα Πέτρινα πλοία εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η επαιτεία - Max De Paz

Η φτώχεια. Η επαιτεία. Η αστεγία.

Ένα επικίνδυνα μεταδιδόμενο νόσημα. Η απόσταση είναι η λύση. Το στρίψιμο του κεφαλιού. Από την άλλη, η θεωρητικοποίηση, ο αισθητικισμός, η ποιητικότητα. Η φιλανθρωπία. Να επιθυμείς να ορίσεις την κατάσταση, τη συμπεριφορά, την αμφίεση, το στυλ. Είναι άδικη η επίκληση διαρκώς στη Μαρία Αντουανέτα, ακόμα και ως παράδειγμα, ως σχήμα λόγου. Με βατήρα το δικό του προνόμιο ο καθένας μας. Ο εξοβελισμός σε μια καπιταλιστική ηθική, το λάθος, η μη προσπάθεια, να η αιτία που οδηγεί στο σχίσιμο του μανδύα της λύπησης. Η ευθύνη του υποκειμένου, τα καθαρά δικά μας χέρια.

Ήμουν είκοσι χρονών. Σαφέστατα ανώριμος. Τουρίστας στο Παρίσι με χόμπι τη φωτογραφία δρόμου, το κλείστρο, η έκθεση, το ασπρόμαυρο φιλμ. Μόνο ο φόβος με κρατούσε, όχι η ντροπή. Σήκωνα τον φακό από απόσταση να τραβήξω τους κλοσάρ. Ένα αξιοθέατο πραγματικής ζωής, κάτι που ο Άιφελ δεν ήταν. Ακόμα θυμάμαι την ενόχληση στο βλέμμα εκείνου. Καθόταν σε ένα ηλιόλουστο πεζούλι διαβάζοντας εφημερίδα. Με κοίταξε στα μάτια. Μετακινήθηκε πιο πέρα. Μόνο αργότερα κατάλαβα πως ο καημένος ήμουν εγώ.

Το μειωμένο προνόμιο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ορατότητα. Πια και οι αποχρώσεις αποδίδονται με κάποιο τρόπο. Δεν είναι όλες οι γυναίκες στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα κουήρ άτομα στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα μη λευκά άτομα στην ίδια θέση. Όσο και αν η γενίκευση υποστηρίζεται με μανία. Η φτώχεια είναι ίσως η συνθήκη που λιγότερο μπορεί να γίνει ορατή. Η συνθήκη εντός της οποίας η γραφή είναι μια πολυτέλεια. Οι αποχρώσεις είναι ακόμα περισσότερες.

Το 2024 διάβασα τα δύο βιβλία του Χάντερ (Chav Αλληλεγγύη από τα υπόγειαΑθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας). Μια γροθιά στα μούτρα μου. Μια γροθιά που επαναλαμβανόταν όταν ο αφηγητής, μιας ζωής φρικώδης, συνέχιζε να επαναλαμβάνει: φίλε, εγώ φουλ προνόμιο, δεν έχεις επίγνωση τι συμβαίνει εκεί κάτω. Πώς ήταν δυνατόν, απλοϊκά σκεφτόμουν, ένα άτομο με μια τέτοια ζωή, να οικειοποιείται ένα προνόμιο; Δεν έχουμε καμία επίγνωση. Όσα νούμερα και αν διαβάσουμε. Όσα μέσα μαζικής μεταφοράς και αν χρησιμοποιήσουμε. Καμία μα καμία επίγνωση.

Η ανάγνωση, ο τρόπος να γνωρίζουμε τις εκτάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Το προνόμιο τής ανάγνωσης, της τέχνης, της θεωρίας, της απόστασης, της μη ευθύνης. Τουρίστες. Το 2015 διαβάζω το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, μια απόπειρα να διασωθεί η ιστορία του φτωχού μετανάστη που πίνει μια μπύρα στο σούπερ μάρκετ, ο φύλακας τον βλέπει, τον κυκλώνουν, τον δέρνουν μέχρι θανάτου, η κάμερα αποτυπώνει, ο δικαστής λέει πως κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πεθάνει για μια μπύρα, η δημοσιότητα ελάχιστο χώρο και χρόνο καταλαμβάνει, ποιος είναι το τέρας, άραγε; Το στομάχι σφίγγεται, η οργή αποτυπώνεται, ωστόσο υπάρχει χώρος και για απόλαυση αναγνωστική. Υπάρχει ένα παιδικό βιβλίο που στον τίτλο του αναρωτιέται αν η ενσυναίσθηση τρώγεται.

Ακόμα και παραδεχόμενος πως δεν έχω καμία επίγνωση, ελάχιστη σημασία έχει. Με διατηρεί σε απόσταση, με ενδύει περαιτέρω με χιτώνες γαματοσύνης, πόσο ξεχωριστός είμαι εγώ, κοιτάξτε με πώς δηλώνω άγνοια σε μια εποχή που όλα δηλώνουν γνώση, τι γαμάτος που είμαι που το παραδέχομαι. Τους καημένους, μοιάζει να λέω. Περπατάμε στους ίδιους δρόμους, εγώ πετώ και εκείνοι μαζεύουν. Κάτι πρέπει να μας καθησυχάζει. Σαν μια ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Κάτι πρέπει να μας αθωώνει. Κάτι πρέπει να μας δίνει μια αίσθηση ελέγχου της ζωής μας. Η όποια τυχαιότητα δεν θα μας άφηνε από αγωνία να κοιμηθούμε.

Είχα αμφιβολίες για το βιβλίο αυτό. Είκοσι δύο ετών ο Max De Paz γράφει την Επαιτεία. Το βιβλίο κάνει κάποια αίσθηση. Είναι η ιστορία ενός άστεγου επαίτη στο Παρίσι. Το βιβλίο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το Ναπάλμ στην καρδιά, στην ίδια σειρά, μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ, παρά τις αμφιβολίες ο αναγνώστης μέσα μου ζητά την ανάγνωση. Το ασπρόμαυρο μίνιμαλ εξώφυλλο με τον κουνημένο Άιφελ επιτείνει την επιθυμία.

Η αμφιβολία με συνοδεύει. Περιτριγυρίζοντας την αμφιβολία αυτή, εξετάζοντάς την, θα μπορούσα να καταλάβω πράγματα για μένα τον ίδιο. Δεν έχω χέρια καθαρά. Δεν έχω ήσυχη συνείδηση. Δεν έχω αυτοπεποίθηση πως τα κάνω όλα σωστά. Τι μπορεί, τελευταίο οχυρό άμυνας, να ξέρει ένας εικοσιδιάχρονος για τη ζωή στον δρόμο; Κάποιο άλλο κίνητρο θα έχει στην κρυφή ατζέντα. Κάπως θα πρέπει και εκείνος να χτίσει την προσωπική του γαματοσύνη. Βλέπετε πώς σπρώχνω το βαρκάκι αυτό ε;

Στο περιεχόμενο επωαζόταν η αμφιβολία, στον τρόπο η απόλαυση. Οι σελίδες περνούσαν. Οι σελίδες πέρασαν. Το αμφίθυμο ντουέτο συνέχισε να κινείται καθώς οι μέρες περνούσαν. Η μπίλια δεν καθόταν. Με τα χρόνια έχω αναδείξει την αδιαφορία ως το χειρότερο που μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιο βιβλίο μέσα μου. Η σκέψη αυτή επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά. Η επαιτεία δεν είχε, ωστόσο, να κάνει ακριβώς με αυτό, δεν ήταν μη αδιαφορία αυτό που ένιωθα. Και αφού η απόλαυση είχε κάπως αποκτήσει βάσεις, ο τρόπος, η αφήγηση, η γλώσσα, η οικονομία, όλα αυτά ήταν εκεί, από μόνα τους κάνουν συνήθως ένα καλό βιβλίο, η αμφιβολία δεν έλεγε να δαμαστεί. Μέσα από κανάλια διάφορα κάπως έγινε περιγράψιμη, κάπως αποκολλήθηκε από το αόριστο.

Απόπειρα να διατυπωθεί: Εκείνο το γιατί κάποιος εικοσιδιάχρονος γράφει μια τέτοια ιστορία παραμερίζει, εκείνο επίσης το πώς μπορεί κάποιος να γράψει για κάτι τέτοιο, εκείνο που κυρίως μένει να τρέφει την αμφιβολία, να τη τσιγκλά να γίνει θυμός και άρνηση και επίθεση και υπεράσπιση εαυτού είναι το να τοποθετήσει αυτούς τους ανθρώπους απέναντι στους περαστικούς, να αποτυπώσει τη χρωματική παλέτα, ενόχληση, περιφρόνηση, ενοχή ή φόβος, κάποια από αυτά τα χρώματα. Η πλοκή, η ιστορία παραμερίζουν, αυτονομούνται, περνούν στην επικράτεια της λογοτεχνικής αφήγησης, της μυθοπλασίας. Ο Max De Paz μας επιστρέφει το βλέμμα, των άλλων και το δικό μας, τη ντροπή και την ετεροντροπή. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να κάνει ακόμα και αν δεν είναι άστεγος επαίτης.

Η αμφιβολία έγινε το βλέμμα. Το δικό μας βλέμμα και όχι το δικό τους. Το δικό μας βλέμμα μάς ενοχλεί, μας πειράζει, δεν το θέλουμε, από το δικό μας βλέμμα θα θέλαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα, από την ελάχιστη συγκατοίκηση μαζί τους, από την απειροελάχιστη χωροχρονική στιγμή. Θυμάμαι το βλέμμα εκείνου του κλοσάρ. Την ενόχλησή του. Του χαλούσα τη στιγμή στον ήλιο με την εφημερίδα. Αδιαφορούσε για μένα. Το βλέμμα του έμεινε ανεξίτηλο. Το βλέμμα μου ηλίθιο, τουλάχιστον. Το δικό μου βλέμμα είναι εκείνο που με ενοχλεί, μαζί του ζω, εγώ το φέρω, εμένα εξωστρακίζει από τη γαματοσύνη. Ήμουν μικρός, ανώριμος, μπλα μπλα μπλα.

Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν γυρεύει από μένα τον αναγνώστη/διαβάτη τίποτα. Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν θεωρητικολογεί, δεν επιχειρεί να διατυπώσει βεβαιότητες, να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτή τη ζώνη, να πουλήσει. Δεν έχουμε ένα δοκίμιο ενός προνομιούχου, αν είχα αυτή την αμφιβολία. Ξέρω, θα μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ένα αυτά τα ξέρουμε, να με βάλω σε ένα πρώτο πληθυντικό. Θα μπορούσα να μιλήσω για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Να προτείνω λύσεις. Με άλλους εμείς να συζητώ τι μπορεί να γίνει. Σε ένα σαλόνι να μιλήσουμε για τους υπονόμους. Να κουνήσουμε το κεφάλι. Να μείνουμε για λίγο σιωπηλοί. Οτιδήποτε παρά να αντικρίσω το βλέμμα μου. Οτιδήποτε παρά να νιώσω δυσφορία.

Η ανάγνωση. Το προνόμιο της ανάγνωσης. Πράξη ενεργητική όταν δεν αναζητά επιβεβαίωση. Κοιτάξτε πώς η γαματοσύνη υπεισέρχεται, με πόση μαεστρία θα πω: να διαβάζεις θέτοντας σε κίνδυνο τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς ανά πάσα στιγμή το οχυρό των βεβαιοτήτων μπορεί να γκρεμιστεί αρκεί ένα μικρό πετραδάκι να κουνηθεί. Κίνδυνος, ρίσκο, ενεργητικότητα, λέω. Και ύστερα κλείνω το βιβλίο και κοιμάμαι.

υγ. Το 2018 κυκλοφόρησε ένα αριστούργημα η Καινούργια μέρα. Δεν εκτιμήθηκε όσο θα του έπρεπε, ρίξτε εδώ μια ματιά αλλά κυρίως αναζητείστε το βιβλίο αυτό. Για τα βιβλία του Χάντερ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Εκδόσεις Κείμενα 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Σαλόνι ομορφιάς - Mario Bellatin

Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για εναρκτήριες φράσεις, για το κριτήριο ανάγνωσης με βάση αυτές:

«Πριν από μερικά χρόνια το ενδιαφέρον μου για τα ενυδρεία με έκανε να διακοσμήσω το σαλόνι ομορφιάς μου με ψάρια διαφορετικών χρωμάτων. Τώρα που το σαλόνι έχει μετατραπεί σε Νεκροκομείο, όπου περνούν τα τελευταία τους όσοι δεν έχουν πού αλλού να πάνε, δυσκολεύομαι να βλέπω τα ψάρια να χάνονται σιγά σιγά. Ίσως φταίει το πολύ χλώριο στο νερό της βρύσης ή που δεν έχω πια αρκετά χρόνο να τα φροντίζω όπως τους αρμόζει».

Έπαιξε με το μυαλό μου, άπαξ και εισήλθε σε αυτό, το απόσπασμα λειτούργησε ταυτόχρονα ανεξάρτητα, ένα σαλόνι ομορφιάς γεμάτο με ενυδρεία που μετατρέπεται σε Νεκροκομείο για απόκληρους ασθενείς, αλλά και υποσχετικά, τι θα ακολουθούσε, άραγε. Το σκεφτόμουν μέχρι να σχολάσω, συνέχισα την ανάγνωση περπατώντας για το σπίτι, Σάββατο απόγευμα, στην άδεια Κυψέλη. 

Σε ελάχιστες λέξεις ο Μάριο Μπεγιατίν, δια μέσου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, υποδέχεται, εισάγει, δίνει τις καιρικές συνθήκες, το πώς ξεκίνησαν τα πράγματα, ανάλαφρα με ένα σαλόνι ομορφιάς, πώς κατέληξαν, τρομακτικά, και κάπου ανάμεσα τα πολύχρωμα ενυδρεία με τα εγκλωβισμένα ψάρια στους ψεύτικους βυθούς, μια ευσύνοπτη περίληψη, τα χαρτιά στο τραπέζι ανοιχτά, μια ανάληψη από το παρελθόν, τώρα που το μέλλον, τότε άγνωστο, ίσως και υποσχόμενο, τρεις συνέταιροι που ανοίγουν ένα σαλόνι ομορφιάς, που παρότι είναι unisex, μόνο γυναίκες το επισκέπτονται, η φήμη του διαρκώς αυξάνει, εκείνοι ντυμένοι όπως τους αρέσει, με γυναικεία ρούχα, χρωματιστά και αέρινα, περιποιούνται τις πελάτισσες, ο καιρός περνάει, τα ενυδρεία ολοένα και γεμίζουν, στην αρχή με βασιλικά γκάπι, τα πλέον ανθεκτικά, ιδανικά για έναν πρωτάρη, εν συνεχεία με πιο ευαίσθητα ψάρια, πολύχρωμα, ώσπου, μια άγνωστη και θανατηφόρα ασθένεια, κάπου αποκαλείται πανούκλα, ίσως είναι το έιτζ, ίσως κάτι άλλο, όπως και να έχει θανατηφόρα, οδηγεί στο σαλόνι ομορφιάς άντρες λίγο πριν από τον θάνατο, στην αρχή δοκιμάσανε γιατρούς και φάρμακα και θεραπείες και τίποτα δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την επιμήκυνση της ταλαιπωρίας και του πόνου, τώρα εκείνος, που έχει απομείνει μόνος, έχει θέσει κανόνες, μόνο άντρες, μόνο πραγματικά ετοιμοθάνατοι, όχι γιατροί και όχι φάρμακα, όχι επισκέψεις, μόνο ησυχία και μια ελάχιστη περιποίηση, η έξοδος από τη σκηνή να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη, σωματικά και συναισθηματικά, η ελπίδα να μην εισχωρήσει γεμάτη από υποσχέσεις και ψέματα.

Δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό, ίσως κάποια ανάρτηση πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει, τίποτα άλλο, ούτε γι' αυτό, ούτε για τον συγγραφέα, τον Μάριο Μπεγιατίν, γεννημένο στο Μεξικό, μεγαλωμένο στο Περού, απ' όπου και καταγόταν, σπούδασε θεολογία, επέστρεψε στα τριάντα πέντε του στην Πόλη του Μεξικού όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Λογοτεχνικών Σπουδών στο Universidad del Claustro de Sor Juana και ίδρυσε την πειραματική σχολή δημιουργικής γραφής Escuela Dinámica de Escritores. Αλλά είπαμε, η πρώτη φράση έφερε τη δεύτερη και ύστερα ακόμα μία και αυτό ήταν αρκετό.

Η νουβέλα, χωρισμένη σε επιμέρους μικρά κεφάλαια, λεπτοδουλεμένη και συμπαγής, με σχεδόν όλη τη δράση να διαδραματίζεται μέσα στο (άλλοτε) σαλόνι ομορφιάς, που, κάπως παράδοξα, αντί για ασφυξία προσφέρει μια ζώνη ασφάλειας, ένα καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εδώ η κοινή γνώμη δεν εισέρχεται παρά μόνο ως ένα σύνολο από άναρθρες κραυγές, είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι σε εκείνο που της δείχνει τι δεν μπορεί να είναι, απέναντι στον καθρέφτη που δεν λέει ψέματα, που αναδεικνύει τη βρωμιά και την ασχήμια της, που της στερεί το καθησυχαστικό έτσι κάνουν όλοι. Και ο αφηγητής που δεν επιθυμεί να επιδείξει ή να διδάξει, και σίγουρα όχι να απολογηθεί με κανέναν τρόπο, έτσι έκανα γιατί έτσι ήθελα να κάνω.

Ένα άθροισμα από ετερογενή συστατικά συμβιώνουν, λειτουργούν αντιστικτικά, έτσι αθροίζεται το ρεαλιστικό αποτύπωμα, η σκληρότητα, επίσης, το συναίσθημα αβίαστο, έτσι το φαινομενικά απλό, ίσως και οριακά απλοϊκό, μετατρέπεται σε κάτι πιο βαθύ, πιο οδυνηρό, έτσι ο Μπεγιατίν καταφέρνει να συμπεριλάβει κάτι από τον κόσμο μας σε αυτό το σαλόνι ομορφιάς, τα όνειρα και την επιθυμία για ομορφιά, τα όνειρα και την επιθυμία για ένα δικό μας μονοπάτι, με αυτά ξεκινάμε, τον σκληρό κόσμο που αργά ή γρήγορα θα ποδοπατήσει τα χωράφια και τις καλύβες, τη διάχυτη ματαιότητα, το τέρας του μισανθρωπισμού που ολοένα και αποκτά διαστάσεις τέρατος, αλλά και την αλληλεγγύη απέναντι στο κακό, καθώς το τέλος κοντοζυγώνει.

Η ανάλαφρη βιτρίνα ενός σαλονιού ομορφιάς, εξ αρχής κρύβει τα σκοτεινά ενδότερα, η πρόσχαρη καθημερινότητα τον ζόφο. Και όμως, ο Μπεγιατίν δεν επαναπαύεται στις μεταφορές και τις αναλογίες, δεν αγκαλιάζει μια ποιητικότητα σχηματική ή αναχωρητική, δεν πασπαλίζει με γκλίτερ, δεν αφήνει τη μαγεία ή την παραμυθία να εισχωρήσουν παραπάνω απ' όσο ο ρεαλισμός τους επιτρέπει, αλλά και από το αντιδιαμετρικά αντίθετο σημείο εκκίνησης, δεν τα παραμελεί όλα αυτά, γιατί υπάρχουν, γιατί μας επιτρέπουν να ζούμε εντός του δεδομένου πλαισίου. Δεν μηρυκάζει τη σκληρότητα και τη βία, δεν παραδίδεται σε αυτή, δεν υπερβάλλει, δεν ξύνει διαρκώς την πληγή ώστε εκείνη να ματώνει, δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Ξέρει πως κάθε αφήγηση είναι πολιτική, δεν τη φορτώνει περαιτέρω. Μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ των δύο, πότε, σπάνια, παράλληλων, πότε, συνήθως, διασταυρωμένων μονοπατιών, γεμάτα από συγκρούσεις, αλλά και από στιγμές ελευθερίας όταν για λίγο ο ορίζοντας δεν σκιάζεται.

Το σαλόνι ομορφιάς, μια άρτια κατασκευή, που δεν παραλείπει τον πειραματισμό και το παιχνίδι, είναι ένα βιβλίο που με ενθουσίασε, αναγνωστικά, γιατί συναισθηματικά πέρασε από πάνω μου, από την πρώτη πρώτη φράση μέχρι το τέλος, και που παρά το μικρό του μέγεθος, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα ένιωθα πως είχα διαβάσει κάτι πολυσέλιδο, μια εκτεταμένη αφήγηση, με πλήθος από λεπτομέρειες, και αυτό το φαινόμενο του παγόβουνου, όλα αυτά που υποθαλάσσια και αδιάκριτα δηλώνουν συνεχώς την παρουσία τους, ο τρόπος με τον οποίο η κοινή επικράτεια απλώνεται, όπου το φαινομενικά ανοίκειο και το επώδυνα οικείο βρίσκονται ταυτόχρονα ζευγάρι στη σκηνή. Τι βιβλίο!

Ένα σαλόνι ομορφιάς που μετατρέπεται σε νεκροκομείο εμπεριέχει σίγουρα κάτι το παράδοξο, κάτι το αλλόκοτο, κάτι το παράξενο, κάτι το ασυνήθιστο, ένα μικρό τι στο διάολο ίσως να ακουστεί. Και αυτό το παράδοξο, συχνά κάπως αφημένο σε ένα στρώμα υπερρεαλισμού ή μεταφυσικού, είναι κάτι που η σύγχρονη λογοτεχνία, ειδικά στο νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου, το διαπραγματεύεται, περίμενα κάτι τέτοιο, διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις, αλλά όχι, ήταν όσο παράδοξο όσο το μυαλό μου το εξέλαβε αρχικά ως τέτοιο, η νουβέλα του Μπεγιατίν δοκίμασε τα όρια της αντίληψής μου, όχι με κάποιο φοβερά ιδιότυπο και πρωτότυπο εύρημα, αλλά κολυμπώντας στα ανοιχτά του ρεαλισμού.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Άλκηστη Ευθυμίου
Εκδόσεις Πλήθος 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Να σώσουμε τη φωτιά - Guillermo Arriaga

Τότε, συνήθως κάτι δεν πάει καλά. Η ανάγκη για διχοτόμηση είναι διάχυτη. Μια παράλληλη πραγματικότητα, σκέφτομαι, αυτό χρειάζομαι. Η επιλογή γίνεται με βάση το μέγεθος· ένα πολυσέλιδο βιβλίο, μια πολυήμερη ανάγνωση, ένα ολοένα και πιο οικείο περιβάλλον, γνώριμοι χαρακτήρες. Είχε μόλις φτάσει το βιβλίο του Γκιγιέρμο Αριάγα, Να σώσουμε τη φωτιά, σχεδόν χίλιες σελίδες, πληρούσε τις προϋποθέσεις.

Το όνομά του γνωστό από άλλο μετερίζι, εκείνο του κινηματογράφου, στον ρόλο του σεναριογράφου, Χαμένες αγάπες21 γραμμάρια και –κυρίως– Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα, το Βαβέλ, ωστόσο, ήταν μια μικρή απογοήτευση, έστω. Στη συνεργασία με τον Ινιάριτου, που τους καθιέρωσε και τους δυο πέρα και μακριά από τα σύνορα του Μεξικού, τρεις παράλληλες αφηγήσεις που έρχονταν να συναντηθούν σε μια κοινή κορύφωση, μαύρο πηχτό.

Στο Να σώσουμε τη φωτιά ακολουθεί παρεμφερές μονοπάτι, τρεις αφηγήσεις που έρχονται να συναντηθούν. Μια πρωτοπρόσωπη, της Μαρίνας, χορογράφου/χορεύτριας μιας κάποιας αναγνώρισης, μια τριτοπρόσωπη, ενός παντογνώστη αφηγητή, με κύριο πρόσωπο τον Χοσέ Κουαουτέμοκ Ουίστλικ, που πυρπόλησε τον πατέρα του και εξέτισε ποινή κράτησης σε μια σκληρή φυλακή, και μια επιστολή, του αδερφού του, με απεύθυνση στον πυρπολημένο πατέρα. Ανά σημεία η τριπλή αυτή ροή διακόπτεται από κείμενα φυλακισμένων.

Ο Αριάγα παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη, δεν πιάνει το νήμα από την αρχή, ποια άλλωστε θα μπορούσε να είναι η αρχή, και τον ξεναγεί μέσα από την τριπλή αφήγηση σε ένα περιβάλλον ζοφερό, εκεί που το Μεξικό έρχεται να διχοτομηθεί στα δύο, στους προνομιούχους και στους μη προνομιούχους, οι πρώτοι παλεύουν να διατηρήσουν σε περιβάλλον ασφάλειας την ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή τους, οι δεύτεροι καταφεύγουν στο έγκλημα, και δη στο εμπόριο ναρκωτικών για να τα κονομήσουν, για να επιζήσουν σε μια κοινωνία που τους έκοψε φτερά και πόδια ήδη από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής τους.

Ένας έρωτας τρελός, έξω και πέρα από το αναμενόμενο, ο έρωτας της Μαρίνας και του Χοσέ, βρίσκεται στο επίκεντρο. Τότε, λέει η Μαρίνα, ξεκίνησαν όλα, «αν έπρεπε να διαλέξω τη στιγμή που άλλαξε η ζωή μου, θα 'λεγα πως ήταν τότε που ο Έκτορ μας κάλεσε να περάσουμε μια μέρα στο σπίτι του στο Τεποστλάν». Μια μέρα με τους χίπηδες φίλους της Μαρίνας, ο άντρας της ο Κλαούδιο τους βαριόταν θανάσιμα, του αρκούσε ένα δείπνο με τους γονείς του, μια οικογενειακή μάζωξη, δέχτηκε ωστόσο. Εκεί αναφέρθηκαν στα μαθήματα δημιουργικής γραφής που ο Έκτορ με τον σύντροφό του πρόσφεραν στη φυλακή, θα μπορούσες, της πρότειναν, να δώσεις μια παράσταση με την ομάδα σου για εκείνους τους απόκληρους, όπως και έγινε, της μίλησαν για έναν τύπο που σίγουρα θα τον ερωτευόταν με την πρώτη ματιά, όπως και έγινε, ο ηλεκτρισμός συνέβη όταν πλησίασαν τα δύο σώματα.

Μια παράνομη σχέση, λοιπόν, μια βολεμένη, ξανθιά, καλοπαντρεμένη μητέρα τριών μικρών παιδιών, με τη δική της ομάδα χορού, χωρίς οικονομικά προβλήματα που θα την απέτρεπαν από το να κάνει τέχνη, ερωτεύεται έναν φυλακισμένο, τον Χοσέ, που παρότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα μονοπάτι πιο ήσυχο μετά την αποφυλάκισή του, βρέθηκε και πάλι στο εδώλιο, πάλι στη στενή. Και οι τρεις αφηγήσεις γίνονται εκ των υστέρων, όταν όλα θα έχουν πάει κατά διαόλου, όταν οι ανεμόμυλοι αισιοδοξίας θα χαθούν σε ένα άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων.

Αναρωτιέμαι αν ο Αριάγα είχε εξαρχής την πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα ή αν προσέβλεπε σε ένα κινηματογραφικό σενάριο. Είναι μια κατηγορία η οποία ολοένα και συχνότερα προσάπτεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, το τάδε βιβλίο, λένε, γράφτηκε με τη φιλοδοξία να μεταφερθεί στην μικρή οθόνη και να γίνει σειρά. Ωστόσο, σκέφτομαι, ο Αριάγα είναι ένας καταξιωμένος σεναριογράφος, δεν μοιάζει να χρειάζεται μια τέτοια παράκαμψη. Το Να σώσουμε τη φωτιά είναι ένα μυθιστόρημα δράσης που διαθέτει σε αφθονία και επάρκεια όλα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά.

Όχι ακριβώς του γούστου μου, αφού σπάνια με απασχολεί το πώς τελειώνει ένα μυθιστόρημα, αλλά το πώς ο συγγραφέας περπατά μέχρι την τελευταία σελίδα, όμως, ίσως και επειδή είχα την ανάγκη να βουλιάξω σε μια εκτεταμένη αφήγηση, το απόλαυσα αρκετά αυτό το βιβλίο, παρά τις όποιες αδυναμίες του. Αδυναμίες εξαιτίας της μη προτίμησής μου για τα βιβλία δράσης, ανατροπών και κορυφώσεων, που αναπόφευκτα αφήνουν άλλα συστατικά έξω από την εκτέλεση. Χρειαζόμουν, ωστόσο, μια μεγάλη αφήγηση, κατά τόπους ανοικονόμητη και επιφανειακή, και το Να σώσουμε τη φωτιά μου την προσέφερε απλόχερα, φαντάζομαι, για τους ίδιους λόγους κάποιοι θα επιλέγουν να δουν μια σειρά.

Αναπόφευκτα το μυθιστόρημα διαθέτει μια σειρά από ευκολίες και στερεότυπα, αρχής γενομένης από τον παράνομο και τρελό έρωτα. Και αν η επιφάνεια είναι αυτή, και το βάθος της Μαρίνας και του κόσμου της, της γυάλας μέσα στην οποία έζησε μέχρι να μπλεχτεί σε αυτή τη σχέση, είναι πεπερασμένο και κάπως αφελές, δεν συμβαίνει το ίδιο με το υπέδαφος των δύο αδελφιών. Η επιστολή προς τον νεκρό πατέρα διαθέτει μια ισχυρή δυναμική, οι αντιφάσεις του, η παρουσία του στο σπίτι, η σύγκρουση ανάμεσα στα πιστεύω του και την καθημερινή πρακτική, που οδήγησε τον Χοσέ να του βάλει φωτιά και να τον κάψει ζωντανό, να πληρώσει γι' αυτό, να πληρώσει σκληρά, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να απομείνουν πίσω, ανάμεσα στη στάχτη με την οποία γέμισε η ζωή τους, κυρίως ο μεγαλύτερος αδερφός, που κατά κάποιο τρόπο θαύμαζε τον μικρότερο, την κοινωνική του άνεση, την ερωτική του αυτοπεποίθηση, την εξωτερική του εμφάνιση, ξανθός και ψηλός, σαν να ήταν παιδί άλλων γονιών, και τώρα, απευθυνόμενος στον πατέρα, να πιάσει το νήμα από την αρχή, να του υπενθυμίσει τα λάθη του, τις στιγμές τρόμου, τον φόβο με τον οποίο τα τρία του παιδιά μεγάλωσαν με μια αυστηρή εκπαίδευση, και όσα έγιναν από τη δολοφονία του και ύστερα, αυτή τη λεπτή ισορροπία της σχέσης των δύο αδελφιών, το πώς ο μεγαλύτερος διαχειρίστηκε τον θυμό και τον θαυμασμό για τον μικρότερο, που χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και βροντοφώναξε ένα: ως εδώ.

Το Να σώσουμε τη φωτιά, για το είδος του, διευκρινίζω, είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα που υπόσχεται μια αχόρταγη ανάγνωση, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, παρά τις όποιες αδυναμίες διαθέτει. Είναι σημαντικό, θεωρώ, να καλύπτεται η ανάγκη πίσω από την κάθε ανάγνωση, να μπορεί ο αναγνώστης να απαντήσει με ειλικρίνεια τι ήταν εκείνο που πρόσμενε και τι εκείνο που εν τέλει έλαβε. Θέλω να πω πως αν ήθελα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα ιδεών που δυνητικά να μπορούσε να καταταγεί στην υψηλή λογοτεχνία, τότε εξαρχής η επιλογή του συγκεκριμένου θα ήταν προβληματική και άστοχη. Ήθελα μια μεγάλη αφήγηση, κάτι παραπάνω, είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση και πόνταρα στο μυθιστόρημα του Αριάγα, επιλογή που εκ των υστέρων αποδείχτηκε η κατάλληλη.

Επιπλέον, πέρα της απόλαυσης της παράλληλης πραγματικότητας, η επιστολή του μεγάλου αδερφού προς τον πατέρα προσέδωσε στην εμπειρία μια υπεραξία που δεν την περίμενα, μια υποαφήγηση που στηρίχτηκε στις άλλες δύο, μόνη της και ως υπήρξε δεν θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, τελειώνοντας το κείμενο αυτό, σκέφτομαι πως χωρίς αυτή ίσως και να μην έγραφα καν, εκείνη είναι που περισσότερο θέλω να διατηρήσω στη μελλοντική μου μνήμη, όταν ίσως για το βιβλίο αυτό να μην θυμάμαι τίποτα περισσότερο από το ότι πέρασα καλά, πως απόλαυσα μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση όταν την είχα ανάγκη. Μαζί και μια υπενθύμιση, ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών μόνο στο τέλος της διαδρομής δύναται να κριθεί. Και εδώ οι προσδοκίες υπερκεράστηκαν και με το παραπάνω.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Νάννα Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Καρδιά, Γ. - Ευθύμης Φιλίππου

Τις Τρίτες, πριν πάω στο βιβλιοπωλείο, κατεβαίνω στο κέντρο για την απαραίτητη περισυλλογή. Ανάμεσα σε άλλες καινούριες εκδόσεις και αυτή. Στο λεωφορείο, βρήκα και έκατσα, πράγμα σπάνιο. Άρχισα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Η αναγγελία της στάσης με άφησε ανικανοποίητο, ήθελα λίγη ακόμα διαδρομή, πράγμα σπάνιο. Είχα διαβάσει είκοσι σελίδες περίπου. Αργότερα, καθώς το μεσημέρι βάθαινε προς το απόγευμα και η Δροσοπούλου, πράγμα σπάνιο, ήταν ήσυχη από κόρνες, το έπιασα ξανά στα χέρια μου. Περιπατητικό διάβασμα, δεξιότητα που ανέπτυξα στην ελληνική αεροπορία ως μέτρο αντιμετώπισης της όχλησης από την σκοπιά. Διάβασα ακόμα αρκετές σελίδες. Το βράδυ στο σπίτι το τελείωσα.

«Ο Γιώργος γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1962 στο μαιευτήριο της Αγόριανης, ένα πετρόκτιστο αρχοντικό που σώζεται ως τις μέρες μας. Ο πατέρας του, Θωμάς, ήταν αγρότης· η μητέρα του, Βασιλική, συμβολαιογράφος».

Το Γ. του τίτλου μοιάζει να ανήκει στον Γιώργο. Στον Γιώργο αφιερώνει και τη νουβέλα του ο Ευθύμης Φιλίππου. Οι αντιστοιχίες είναι απλές υποθέσεις, ωστόσο. Είναι η ιστορία του Γιώργου, λοιπόν, το μικρό μέγεθος της νουβέλας δεν επιτρέπει την παράθεση περαιτέρω πληροφοριών, ακόμα και το οπισθόφυλλο περιορίζεται στις πρώτες παραγράφους, ό,τι άλλο θα πλήξει την αναγνωστική εμπειρία. Ογδόντα σελίδες που ακολουθούν τον Γιώργο από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, αυτό ναι, μπορώ να το μαρτυρήσω, τρία κεφάλαια, η αρχή, η μέση και το τέλος, αποτελούν τη νουβέλα αυτή.

Την επόμενη μέρα τη διάβασα ξανά. Ο κύριος λόγος γι' αυτό ήταν η αίσθηση πυκνότητας που μου άφησε, δυσανάλογος του μεγέθους και της διάρκειας της ανάγνωσης, το εμβαδόν της ιστορίας μέσα μου ήταν πλατύτερο. Το Καρδιά, Γ. θα μπορούσε να εκτείνεται σε πολύ περισσότερες σελίδες, δεν είναι η ιστορία αυτή που ορίζει το μέγεθος, αλλά μια ξεκάθαρα συγγραφική επιλογή. Κοφτά και περιεκτικά ο Φιλίππου, διαμέσου του παντογνώστη αφηγητή του, εξιστορεί τη ζωή του Γιώργου με έναν τρόπο μινιμαλιστικό αλλά και ανησυχαστικό ταυτόχρονα. Διαρκώς κάτι αιωρείται, κάτι έξω από το αναμενόμενο με τη λογική, το κακό, σε ποικίλα σχήματα και εκφάνσεις, δηλώνει διαρκώς το παρόν, εκεί έγκειται το ανησυχαστικό που διασαλεύει την απλότητα της ιστορίας του Γιώργου. Ο κοφτός και περιεκτικός λόγος εγκυμονεί μικρές χαραμάδες από τις οποίες εισχωρεί το κακό, όλα στην επιφάνεια μοιάζουν και ίσως και να είναι στρωτά και περιγράψιμα, ο πυθμένας, ωστόσο, βράζει.

Το κινηματογραφικό έργο του Φιλίππου μου άφησε αρχικά την αίσθηση πως η συγγραφή της νουβέλας αυτής ήταν μια άσκηση τρέιλερ, μια σειρά από στιγμιότυπα, ανθολογημένα με τρόπο που να δελεάσουν τον υποψήφιο θεατή. Ωστόσο, στη δεύτερη ανάγνωση, με τη γνώση της πρώτης, η υποψία αυτή υποχώρησε, η νουβέλα δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου, αλλά μια αυτόνομη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος, που μπορεί, και το κάνει, να σταθεί ανεξάρτητη και πλήρης. Η αίσθηση πυκνότητας, η ακρίβεια στη χρήση των μέσων, όλα αυτά σε ευθεία διαμάχη με το μέγεθος, έχουν ως αποτέλεσμα κάτι το ενοχλητικό, κάτι το δυσάρεστο ή ανησυχαστικό όπως προείπα. Και τα τρία αυτά επίθετα μοιάζει να αποτελούν συγγραφικές επιδιώξεις. Η όχληση, θα ήταν κάπως αφελές, να συσχετιστεί αυτόματα με την ποιοτική στάθμη του έργου, θα ήταν κάπως ρηχό η προσδοκία της ανάγνωσης αλλά και η ίδια η ανάγνωση να περιορίζονταν σε κάτι γενικόλογα περιγραφόμενο ως ευχάριστο.

Η πυκνότητα και η ακρίβεια προσδίδουν μια χειρουργική αποστείρωση, ο αφηγητής στέκεται σε απόσταση, χωρίς να αφήνει να διαφανεί το συναίσθημά του, επιτελεί τον ρόλο που του ανατέθηκε από τον συγγραφέα. Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία, αρκετά από τα επεισόδια της διαδρομής του Γιώργου, θα μπορούσαν με ευκολία να ανήκουν σε μια λογοτεχνία πιο απλοϊκή, μια ιστορία που μέρη της θα μπορούσαν να απασχολούν τα μεσημεριανά σλοτ των τηλεοπτικών σταθμών, πάνελ και παρεμβάσεις από τηλεθεατές, μια σαπουνόπερα βγαλμένη από τη ζωή. Το ανησυχαστικό μέρος, ωστόσο, αποτρέπει κάτι τέτοιο, όσο και να φλερτάρει μαζί του, ο υπερρεαλισμός εδώ χρησιμοποιείται διαφορετικά από το σύνηθες, από το αναμενόμενο. Σε διάφορα σημεία αναλογίστηκα τον πολυαγαπημένο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, η ενασχόληση με το σενάριο επίσης απλώνει ένα ακόμα νήμα σύνδεσης των δύο. Το Καρδιά, Γ. ανήκει σε μια λογοτεχνία που στο σήμερα στην Αργεντινή ξέρουν να κάνουν πολύ καλά, η Μαριάννα Ενρίκες, να ένα καλό παράδειγμα. Σίγουρα γνώριμο και συγγενές με το κινηματογραφικό και θεατρικό του έργο.

«Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα» έτσι αρχίζει το Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας. Αυτή η φράση, μια από τις πλέον υποδειγματικές πρώτες φράσεις, συμπυκνώνει το συναίσθημά μου απέναντι σε αυτή τη νουβέλα. Και τώρα που έμαθα δεν γίνεται να ξεμάθω, το συναίσθημα είναι εδώ, πέρα και πίσω από την καθημερινότητα, η ιστορία του Γιώργου με τις σκοτεινές γωνιές και τις αναπάντεχες ατραπούς παρούσα. Ο υποδόριος τρόμος, το κακό, τα όρια του ορθολογικού, το δυσερμήνευτο της ύπαρξης. Ο Φιλίππου εμφυσά το κακό πάνω από τη νουβέλα του, σχηματίζει κάποιες λίγες εικόνες, δεν επεξηγεί, δεν τονίζει κάτι σε σχέση με κάτι άλλο, αφήνει τον αναγνώστη να την αντιμετωπίσει, χωρίς τρικ, όχι εμφανή τουλάχιστον, με οικονομία στα μέσα δημιουργεί την ατμόσφαιρα, ο Γιώργος πατάει στο οικείο και το ανοίκειο, και το οικείο, πόσο μάλλον το ανοίκειο, αποτελεί γόνιμο έδαφος για τον υπαρξιακό τρόμο, για την ενεργοποίηση του στοιχειώματος.

υγ. Για την τελευταία νουβέλα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, Το όνομά σου, περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το υπέροχα σκοτεινό μυθιστόρημα της Μαριάννα Ενρίκες, Η δική μας πλευρά της νύχτας, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Δώμα