Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Graffiti Palace - A.G. Lombardo




Αγαπητή Κάρμαν,
Ανησυχείς πολύ για μένα, όμως κάνω ό,τι μπορώ για να επιστρέψω κοντά σου. Είσαι μια χορεύτρια, ξέρεις πώς να τους ξεγλιστρήσεις, τροφοδότησε τα άπληστα συναισθήματά τους, ποτέ μην τους αφήνεις πολύ κοντά ή μην τους κρατάς πολύ μακριά. Κάθε φορά που περπατώ αυτούς τους δρόμους, η πόλη για μένα γίνεται πιο ζωντανή... ένας ζωντανός οργανισμός σε συνεχή αλλαγή, υπερβολικά μεγάλος για να τον συλλάβει οποιοσδήποτε νους. Εμφανίζονται μανιφέστα ψεκασμένα με σπρέι και κρυφές εικόνες και σύμβολα, εξαφανίζονται, μεταμορφώνονται, επανεμφανίζονται σαν φανταστικά οράματα σε μια σιδερένια και συμπαγή ζούγκλα. Αλλάζουν τα νοήματά τους, ή μήπως εγώ αλλάζω καθώς προσπαθώ να τα δω και να τα καταλάβω;
Ο Αμέρικο Μονκ προσπαθεί να γυρίσει σπίτι του, εκεί που τον περιμένει η Κάρμαν, η έγκυος κοπέλα του, τη στιγμή που στην πόλη του Λος Άντζελες μαίνονται εκτεταμένες ταραχές, ολοένα αυξανόμενης έντασης, σε διάφορες υποβαθμισμένες γειτονιές, των οποίων οι κάτοικοι έχουν ξεσηκωθεί απαιτώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και ίσα δικαιώματα. Η αστυνομία μοιάζει ανεπαρκής να καταστείλει την εξέγερση, και καλείται ο στρατός να αναλάβει δράση. Είναι Αύγουστος του 1965. 

Το κυρίως εύρημα του Λομπάρντο, στο αρκετά φιλόδοξο πρώτο του μυθιστόρημα, Graffiti Palace, έγκειται στο πάθος του Μονκ για την καταγραφή των γκράφιτι της πόλης. Ο Μονκ έχει πάντοτε μαζί του το τετράδιο του, στο οποίο αποτυπώνει τα σχέδια, καταγράφει τις ταγκιές (υπογραφές των καλλιτεχνών), αποκωδικοποιεί τα μηνύματα των συμμοριών, χαρτογραφεί τα όρια επιρροής τους, διακρίνει μια μορφή τέχνης να αναδύεται, τέχνη με ξεκάθαρα πολιτικά μηνύματα, με καλλιτέχνες ακτιβιστές να παρεμβαίνουν στη σημειολογία της πόλης, στις διαφημίσεις και στον δημόσιο λόγο. Ο Μονκ καταλαβαίνει τη γλώσσα που μιλάει η πόλη, αναγνωρίζει τα σημάδια, τις κακοτοπιές, δεν φοβάται. Προσπαθεί να διανύσει με τα πόδια την τεράστια απόσταση που τον χωρίζει από το σπίτι του, κοιτάζοντας να αποφεύγει τα αστυνομικά μπλόκα και τις εστίες έντασης, μη σταματώντας στιγμή να ενημερώνει το τετράδιο του με νέα σημάδια και σχέδια. Ένας φλανέρ που κρατάει το αρχείο της πόλης. Έτσι ο παραλληλισμός με την Οδύσσεια καθίσταται προφανής, οι αναλογίες στα κεφάλαια επίσης έχουν μια χαλαρή σύνδεση με τα έπη του ομηρικού έργου. Αναγνωρίζει κανείς την κάθοδο στον κάτω κόσμο, το νησί της Κίρκης και της Καλυψώς, τους Μνηστήρες μεταξύ άλλων. Ο Μονκ αποτελεί τον ιχνηλάτη του συγγραφέα, που διασχίζει εκείνο το εξαήμερο των ταραχών που συγκλόνισε το Λος Άντζελες τον Αύγουστο του 1965, καταγράφοντας τα πάντα που αντικρίζει, παρατηρώντας προσεχτικά ακόμα και την ελάχιστη αλλαγή, ο αυτόπτης μάρτυρας της ιστορίας.

Χαρακτήρισα εξ αρχής ήδη το εγχείρημα του Λομπάρντο φιλόδοξο, και το χαρακτήρισα έτσι για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να διηγηθεί την ιστορία εκείνου του εξαήμερου των ταραχών, την οπτική γωνία της αφήγησης μέσω της περιπλάνησης του Μονκ, τον συσχετισμό με την Οδύσσεια αλλά και τον φόρο τιμής στον Τζόις, την επιθυμία του να παραδώσει ένα πυκνογραμμένο και πολυδιάστατο μυθιστόρημα, την ένταξη του γκράφιτι σε αυτό ως αναπόσπαστο μέρος της αστικής κουλτούρας, και όλα αυτά χωρίς να αδιαφορεί για την διακριτή πλοκή και την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά και για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, ρισκάροντας να δώσει έναν ποιητικό, συχνά ελεγειακό τόνο, στην αφήγηση, που όμως, χωνεμένος καθώς είναι καλά, όχι μόνο δεν ξενίζει αλλά γοητεύει τον αναγνώστη, μετά τις πρώτες αναγνωριστικές του ύφους σελίδες. 

Ο Λομπάρντο δεν ήθελε να γράψει απλώς ένα βιβλίο για τις φυλετικές ταραχές στο Λος Άντζελες, μια απλή καταγραφή των γεγονότων, τέτοια βιβλία άλλωστε υπάρχουν αρκετά, ο Λομπάρντο θέλησε να γράψει λογοτεχνία υψηλού επιπέδου, ξεκάθαρα πολιτική, θέτοντας τον πήχη πολύ ψηλά, υπογράφοντας τελικά ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο, που πέρασε μάλλον απαρατήρητο στη χώρα μας, τουλάχιστον ως τώρα. 

Μια λεπτομέρεια, που αξίζει πιστεύω να σημειωθεί, αποτελεί η συγγένεια του Graffiti Palace με ένα ελληνικό μυθιστόρημα, τους Δενδρίτες, της Κάλλιας Παπαδάκη, η οποία υπογράφει και τη μετάφραση του απαιτητικού στη γλωσσική μεταφορά βιβλίου του Λομπάρντο.

Ένα ακόμα βιβλίο με σκηνικό τα ταραγμένα προάστια του Λος Άντζελες της δεκαετίας του '70, διαφορετικού βέβαια στυλ, αλλά που πολύ είχα ευχαριστηθεί την ανάγνωσή του, είναι το μυθιστόρημα του αφροαμερικανού Γουόλτερ Μόσλυ, Little Scarlet.

Μετάφραση Κάλλια Παπαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου