Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Πόλεμος και πόλεμος - László Krasznahorkai




Μια μέρα, όπως οι προηγούμενες, αν και αργότερα μάλλον θα διατύπωνε ενστάσεις επ' αυτού, αν τον ρωτούσε βέβαια κανείς, ίσως μάλιστα και να τη χαρακτήριζε μια μέρα ξεχωριστή, κομβική ή ίσως απλώς όμορφη, μια μέρα, λοιπόν, ο Κόριμ, τριγυρνώντας ανάμεσα σε στοίβες από σκονισμένα αρχεία μιας περιόδου όχι τόσο μακρινής, ώστε να μην αποτελεί πια παράδειγμα προς αποφυγή, θα ανακαλύψει ένα χειρόγραφο, δύσκολο να κατηγοροποιηθεί και ακολούθως να αρχειοθετηθεί, και ίσως γι' αυτό αφημένο στη λήθη του -σε ένα μέρος ανάδειξης της μνήμης, η λήθη είναι πιο τελεσίδικη- γεγονός που όμως δεν θα το ανακαλύψει παρά αργότερα, αφού πρώτα το μεταφέρει στο γραφείο του με σκοπό να το διαβάσει, να διορθώσει μια αβλεψία, υπακούοντας ανακλαστικά στην επαγγελματική ευσυνειδησία του αρχειοθέτη, ενάντια στη λήθη και το χάος, θα απομείνει έκπληκτος από την ομορφιά, κάτι τέτοιο δεν έχει ξανααντικρίσει, και ας μην είναι πολυδιαβασμένος, δεν χρειάζεται να είναι πολυδιαβασμένος κανείς, για να αντιληφθεί την ομορφιά και να υποκλιθεί μπροστά της, και τότε θα κοιτάξει έξω από το παράθυρο, και η νύχτα θα έχει πέσει, το ρολόι θα το επιβεβαιώσει, έντεκα το βράδυ, και εκείνος είναι ακόμα εκεί, ώρες μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας του, με ένα αταξινόμητο χειρόγραφο στα χέρια, ένα χειρόγραφο που για την υπηρεσία δεν υπάρχει, δίχως δεύτερη σκέψη θα το διπλώσει και θα το πάρει μαζί του, στο σπίτι του, καταπατώντας και συντρίβοντας μια για πάντα την επαγγελματική και προσωπική ηθική του, είναι αδύνατο να μην το διαβάσω ξανά, θα σκεφτεί κάποια στιγμή, ενώ βαδίζει προς την έξοδο της υπηρεσίας, συνειδητοποιώντας, στην αρχή αφηρημένα, μα γρήγορα με ακρίβεια, πως πρωτίστως η διάσωση του χειρογράφου και εν συνεχεία η παράδοσή του στην ανθρωπότητα αποτελούν για εκείνον τον μοναδικό σκοπό, σκοπός που θα τον οδηγήσει ως το κέντρο του νέου κόσμου, τη Νέα Υόρκη.

Τώρα, λίγο με νοιάζει αν θα πεθάνω, είπε ο Κόριμ, κι ύστερα, μετά από μακρά παύση, έδειξε ένα πλημμυρισμένο λατομείο: είναι κύκνοι αυτοί εκεί κάτω;

Τέτοια είναι η λαχτάρα του Κόριμ να διασώσει το χειρόγραφο, ένας αφελής σε έναν κόσμο όπως αυτός, που απλώνεται έξω από το παράθυρο του καθενός, που εγκαταλείπει πίσω του τα πάντα, που για εκείνον όμως δεν είναι τίποτα, και αφήνει εμάς τους λογικούς να κρίνουμε την πράξη του με όρους ρίσκου, εμάς, που στοιχηματίζουμε για την εγκατάλειψη του σχεδίου, πλημμυρισμένοι από χαιρεκακία για ακόμα έναν αφελή, που μέλλει να φάει τα μούτρα του, προσπαθώντας εκεί που δεν τολμάμε να πατήσουμε εμείς, εκ του ασφαλούς κριτές, η λαχτάρα του όμως θα μας παρασύρει, καθώς παλεύει να διηγηθεί με σπαστά αγγλικά την ιστορία των τεσσάρων συντρόφων και να μεταδώσει τον δικό του ενθουσιασμό σε εκείνη την ταλαίπωρη κοπέλα, που στέκει πάντα σκυμμένη πάνω από το κουζινάκι γκαζιού, με τις κατσαρόλες να ξεφυσούν, καθώς οι μέρες περνούν και τίποτα δεν μοιάζει να μπορεί να αλλάξει.

Ταινίες του Μπέλα Ταρ είχα υπόψη μου, όμως -και ας παραδεχτεί κανείς ενίοτε την άγνοια ή την ατέλειά του- ποτέ δεν είχα δώσει την πρέπουσα προσοχή στους υπόλοιπους συντελεστές, ίσως λόγω της χώρας προέλευσης, ίσως λόγω της λάμψης του ονόματος του μεγάλου αυτού δημιουργού, και κάπως έτσι αγνοούσα την ύπαρξη του συγγραφέα Λάσλο Κρασναχορκάι. Και αυτή η συνεργασία, περισσότερο από τα διθυραμβικά σχόλια που συνόδευσαν -και- αυτήν την έκδοση, σχόλια εν πολλοίς αναμενόμενα και ύποπτα, ήταν που κίνησε την περιέργεια, να ωθήσει με τη σειρά της το βλέμμα στη δεύτερη σελίδα, μετά το υπέροχο εξώφυλλο, και να αντικρίσει: ο παράδεισος είναι λυπημένος. Και μπορεί όντως να είναι λυπημένος, όχι μόνο ο παράδεισος, αλλά και ο κόσμος όλος, και ίσως γι' αυτό διηγήσεις όπως του Μαγυάρου δημιουργού να είναι απαραίτητες, για να απαλυνθεί ο πόνος και να οδηγηθεί η ομορφιά στην τελική -και αναπόφευκτη- επικράτηση. Ο καθηλωτικός μακροπερίοδος λόγος του Κρασνοχορκάι μουδιάζει τον εγκέφαλο, ακόμα και τον πλέον επιρρεπή στην απώλεια συγκέντρωσης, και τον αναγκάζει να ακολουθήσει μέχρι το τέλος μια πτώση υπό συνθήκες ελεγχόμενης βαρύτητας, με τον συγγραφέα να πειράζει τις ρυθμίσεις, να αφομοιώνει γόνιμα τις επιρροές, όχι μόνο του Μπέρνχαρντ, αλλά και της κεντροευρωπαϊκής μυθιστορίας εν γένει, με μια διάθεση εξελικτική και τελικά να παραδίδει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, ονειρικό και γήινο.


Μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις 

 

  

2 σχόλια:

  1. Κι αναρωτιόμουν αν στον μακροπερίοδο λόγο είχε επιδράσει ο Τζόυς ή ο Μαρίας, αλλά ιδού στην τελευταία παράγραφο και ο υπό κρίση συγγραφέας! :) Στοχευμένη και διεισδυτική η κριτική σας για ένα βιβλίο που πραγματικά έκανε ιδιαίτερη αίσθηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή