Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σειρές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σειρές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Στη Νέα Ορλεάνη

Στις 23 Αυγούστου του 2005, ο τυφώνας Κατρίνα θα πλήξει τη Νέα Ορλεάνη. Παρότι η μετεωρολογική πρόβλεψη υπήρξε έγκαιρη και σχετικά ακριβής, το τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημιές υπήρξε δυσβάστακτο. Όταν τα νερά υποχώρησαν αποκαλύφθηκε η έκταση της καταστροφής. Η Νέα Ορλεάνη, μια έτσι και αλλιώς ηλικιωμένη και εν πολλοίς εγκαταλελειμμένη πόλη, δεν άντεξε. Οι πολιτικές υποσχέσεις των πρώτων ημερών ξεχάστηκαν μόλις οι κάμερες εγκατέλειψαν την περιοχή και στη θέση τους εμφανίστηκαν πεινασμένα funds οδηγημένα από τη μυρωδιά που εκλύει η επικείμενη διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Μια μεγάλη καταστροφή, παράπλευρα με την απώλεια και τον θρήνο, ή ίσως εξαιτίας αυτών, προκαλεί μια αρχική αίσθηση αλλαγής, την ελπίδα για μια νέα αρχή, εκεί όπου η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα θα κυριαρχήσουν στον αγώνα για την ανοικοδόμηση του αύριο, αίσθηση που σύντομα και αναπόφευκτα ξεφτίζει. Κάπου εκεί, καθώς η πόλη ετοιμάζεται να γιορτάσει την πρώτη της παρέλαση μετά την καταστροφή, ξεκινά το Treme.

Το Treme δεν το γνώριζα. Υπήρξε ένθερμη πρόταση του Β.Τ. στην ανάρτηση σχετικά με το Six feet under που είχα δει ‒και ενθουσιαστεί‒ πριν από κάποιους μήνες. Διαβάζοντας την υπόθεση στάθηκα ακριβώς σ' αυτό το σημείο της επόμενης μέρας της καταστροφής, που περιλαμβάνει τον θρήνο για τους νεκρούς, το μέτρημα των πληγών και το μάλλον αναγκαία ζωοφόρο αίσθημα ελπίδας που ξεπροβάλει μέσα από τα ερείπια και που διαδέχεται το αρχικό μούδιασμα. Βλέπετε, είχε προηγηθεί, κάποιους μήνες πριν, ο σεισμός που έπληξε το νησί. Κάπως διερευνητικά παρακολούθησα το πρώτο επεισόδιο και η αλήθεια είναι πως δεν υπήρξε έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά μια σχέση που αναπτύχθηκε αργά και σταδιακά, αποκτώντας με τον καιρό στέρεες βάσεις, ικανές να τραβήξουν το κάρο σε κάποια βαλτώδη σημεία της διαδρομής. Τώρα, με την απόσταση που οι τέσσερις σεζόν προσφέρουν, μπορώ να δω καθαρά πως εκείνο που αρχικά μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν ακριβώς εκείνο που αρχικά με έκανε να μαγκώσω, η αναλογία του τραύματος δηλαδή, η ανάσυρση των καταχωνιασμένων εκείνων στιγμών από τη μνήμη, όταν όλα γύρω κατέρρεαν.

Ίσως, σ' έναν διαγωνισμό εκφράσεων κλισέ, ένα από τα πρώτα βραβεία, αν όχι το πρώτο, να πήγαινε σε εκείνη που βεβαιώνει πως η ζωή συνεχίζεται. Το πρόβλημα με την έκφραση αυτή δεν έγκειται στην αλήθεια της, που είναι δεδομένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη, αλλά στη χρήση της σε μια απόπειρα ψυχολογικής ανάτασης, που μάλλον εκνευρισμό παρά ό,τι άλλο προκαλεί. Και όμως η ζωή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εν τέλει συνεχίζεται, η καταστροφή παύει σιγά σιγά να μονοπωλεί τις συζητήσεις και τους εφιάλτες, νέες προκλήσεις εμφανίζονται στον ορίζοντα, η περίοδος χάριτος, που προσφέρει η ψυχρή σιωπή μετά το συμβάν, κάποια στιγμή τελειώνει. Έτσι και στο Treme, καθώς οι ήρωες απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από το σημείο μηδέν, τόσο αφήνουν πίσω τους εκείνη τη βδομάδα που άλλαξε άπαξ και δια παντός τη σύγχρονη ιστορία της πόλης. Ο απόηχος σιγά σιγά σβήνει και τελευταία πρωταγωνίστρια απομένει η γραφειοκρατία, μαζί και η ‒αργή και επίπονη‒συνειδητοποίηση πως οι υποσχέσεις ήταν κενές περιεχομένου, εφοδιασμένες με πλήθος μικρών γραμμάτων στις οποίες φύτρωσαν συνθήκες εξαίρεσης και απόρριψης· η ελπίδα για μια συλλογική διεκδίκηση είχε από καιρό ναυαγήσει πριν ακόμα συναντήσει φουρτούνα· τα ερείπια μεταβάλλονται σε αναπόσπαστο μέρος του σκηνικού.

Το στοιχείο εκείνο που διέπει και χαρακτηρίζει τη σειρά στο σύνολό της είναι η μουσική, έννοια συνυφασμένη με τη Νέα Ορλεάνη και δη με τη γειτονιά Treme, από την οποία και πήρε το όνομά της η σειρά. Η μουσική αποτελεί έναν ξεκάθαρο λόγο για να δει ή να μη δει κανείς το Treme. Κάθε επεισόδιο έχει πολλή ζωντανή μουσική, από πλανόδιους μουσικούς δρόμου και παρελάσεις χάλκινων μέχρι καπνισμένα μπαρ και αίθουσες συναυλιών. Αρκετοί από τους ήρωες σχετίζονται άμεσα με τη μουσική, αλλά η πόλη, στο σύνολό της, ζει και αναπνέει στους ρυθμούς της. Η σειρά διαθέτει αρκετούς κεντρικούς χαρακτήρες και η σύνδεση μεταξύ τους είναι χαλαρή. Υποψιάζομαι πως ως προς τους χαρακτήρες και την εξέλιξή τους ίσως κάποιοι εκφράσουν ενστάσεις, ικανές να πλήξουν τη σειρά στο σύνολό της. Εγώ πάντως θεωρώ ένα από τα μεγαλύτερα αβαντάζ της σειράς την απουσία οποιασδήποτε απόπειρας διαμοιρασμού ρόλων καλών/κακών, συμπαθητικών/αντιπαθητικών κ.τ.λ. Οι χαρακτήρες ακολουθούν τη δική τους πορεία χωρίς να εξαναγκάζεται η διασταύρωσή τους. Σε κάθε σειρά οφείλει κανείς να λάβει υπόψη του τον αριθμό των επεισοδίων που αρχικά είχαν σχεδιαστεί και εκείνων που τελικώς, λόγω της αποδοχής, προστέθηκαν. Και σίγουρα αυτό στο Treme συνέβη, και παρότι κάποιες στιγμές έμοιαζε να δημιουργείται μια κοιλιά, σε γενικές γραμμές η επέκταση κρίνεται ως επιτυχής. Διάφορες υποπλοκές εκτυλίσσονται ταυτόχρονα με τρόπο που επιτρέπει τις ετεροχρονισμένες άρσεις και υφέσεις, χωρίς να επικεντρώνεται σε κάποια περισσότερο από άλλες. Όπως και με το Six feet under έτσι κι εδώ η αίσθηση πως διαβάζει κανείς ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα κυριαρχεί, η απόλαυση βρίσκεται σε κάθε σελίδα και το κλείσιμο της ιστορίας δεν είναι το μοναδικό διακύβευμα, έτσι ώστε να εξαναγκάζει το σύνολο να περιστρέφεται προς υπηρέτησή του.

Η μουσική, η παράδοση, η διαφθορά των αρχών, η εγκληματικότητα, η γαστρονομία, οι ξένοι στην πόλη και η λεηλασία του δημόσιου πλούτου, που λιγότερο ή περισσότερο χαρακτηρίζουν κάθε πόλη, στη Νέα Ορλεάνη κυριαρχούν στην καθημερινότητα. Σε όλα αυτά προστίθενται σχέσεις, φιλίες και έρωτες και κάπως έτσι προκύπτει το Treme. Η σκηνοθεσία είναι υψηλού επιπέδου, ειδικά στην κάλυψη των μουσικών τεκταινόμενων, το σενάριο προσφέρει αβίαστα λύσεις, οι ερμηνείες είναι οι κατάλληλες, ενώ σε διάφορα στάδια της παραγωγής εμπλέκονται γνώριμοι του τηλεοπτικού θεάματος όπως οι Overmyer, Simon και Pelecanos. 

Κλείνοντας, νιώθω την ανάγκη να επαναλάβω πως πρόκειται για μια σειρά βραδείας ανάφλεξης, τουλάχιστον έτσι συνέβη με μένα, που όμως άξιζε πέρα για πέρα, για διάφορους λόγους, με κύριους τη μουσική και την πόλη, χωρίς σεναριακές υπερβολές και κυνήγι σασπένς. Η ζωή άλλωστε παρουσιάζει αρκετό σασπένς από μόνη της. Όποιος και όποια έχει κάποια πρόταση για σειρά που να ανταποκρίνεται στην παραπάνω περιγραφή, ας την καταθέσει. Για το φθινόπωρο υπάρχει ο στόχος του The wire για το οποίο τόσα και τόσα αποθεωτικά έχω ακούσει. Για το Six feet under που με έβαλε σε διάθεση σειρών έγραφα αυτό.

Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

Pretend it's a city (2021)

Τη Φραν Λέμποβιτς δεν τη γνώριζα. Έβαλα να δω το πρώτο επεισόδιο από καθαρή περιέργεια, εξαιτίας των όσων είχα διαβάσει και ακούσει σχετικά. Το Pretend it´s a city είναι μια μίνι σειρά, αποτελούμενη από επτά επεισόδια, με την υπογραφή του Μάρτιν Σκορσέζε, ένα homage σε αυτή την περσόνα της Νέας Υόρκης, που ανάμεσα σε άλλα (αρθρογράφος, ηθοποιός) είναι γνωστή ως public speaker. Στο πλαίσιο της σειράς, η Λέμποβιτς συζητά με τον Σκορσέζε και απαντά σε ερωτήσεις του κοινού, σχεδόν επί παντός επιστητού, αν και το κάθε επεισόδιο διαθέτει μια γενική θεματική, ενώ παρεμβάλλονται πλάνα από προηγούμενες, τηλεοπτικές κυρίως, εμφανίσεις της μέσα στα χρόνια. Η αλήθεια είναι πως τα πρώτα λεπτά της προβολής μού δημιούργησαν ιδιαιτέρως ισχυρά και αντικρουόμενα συναισθήματα. Από τη μια, κάποια ενόχληση, προερχόμενη από τον χαρακτήρα διάλεξης  και τη βεβαιότητα με την οποία η Λέμποβιτς μιλούσε, σαν να κόμιζε την απόλυτη και μοναδική αλήθεια, την οποία και διαλαλούσε καθήμενη σε ύψος. Από την άλλη όμως, η οξυδέρκεια, η ευστροφία, η αίσθηση του χιούμορ που τη διέκριναν, αλλά και η ίδια της η φυσιογνωμία, αποδείχτηκαν καθηλωτικές.

Η Φραν Λέμποβιτς με έκανε να γελάω συχνά πυκνά, γέλιο πηγαίο που με έβρισκε πάντοτε απροετοίμαστο. Και μόνο γι' αυτό η σειρά αυτή κρίνεται, από καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ως σπουδαία και απολαυστική. Δεν είναι εύκολο, όχι για μένα τουλάχιστον, να γελάσω με κάποιον που δεν γνωρίζω, που δεν μοιράζομαι μαζί του κάποιον συναισθηματικό δεσμό. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μου αρέσουν οι κωμικές σειρές και ταινίες, που δεν είμαι φαν της σταντ απ κωμωδίας. Το χιούμορ της Λέμποβιτς πηγάζει από την υψηλή νοημοσύνη που τη διακρίνει αλλά και την οξυδέρκεια με την οποία παρατηρεί τα πράγματα γύρω της, πράγματα που εκ των υστέρων μοιάζουν απλά και προφανή, πράγματα τα οποία συναντά κάθε κάτοικος μιας μεγαλούπολης. Για παράδειγμα τα όσα αναφέρει σχετικά με τις δημόσιες συγκοινωνίες της Νέας Υόρκης, την καθημερινή ταλαιπωρία στην οποία υπόκεινται τόσα εκατομμύρια επιβάτες, την περίπτωση κατά την οποία ο σταθμός του μετρό που την εξυπηρετεί έκλεισε για πέντε μήνες για να παραδοθεί εν τέλει ξανά στην κυκλοφορία έχοντας αποκτήσει πια έναν χώρο τέχνης και κάποιες επιτοίχιες λιθογραφίες, χωρίς τίποτα άλλο να έχει διορθωθεί, ούτε ο εξαερισμός, ούτε οι ράγες, ούτε τα βαγόνια, τίποτα που να δικαιολογεί τον όρο ανάπλαση. Η ειρωνεία με την οποία αναρωτιέται, ρητορικά και σαρκαστικά, τι άλλο θα χρειαζόταν το νεοϋορκέζικο μετρό παρά τέχνη, και μάλιστα με λεφτά των φορολογούμενων και όχι προσφορά κάποιου ευαγούς ιδρύματος πολιτισμού, προκαλεί αβίαστα το γέλιο παρά τον εξοργιστικό χαρακτήρα ενός ακόμα πλιάτσικου δημοσίου χρήματος.

Η Λέμποβιτς έχει άποψη για τα πάντα. Αυτό θεωρητικά είναι κάτι που με ενοχλεί βαθιά ως χαρακτηριστικό, αυτή η σύγχρονη αλλεργία στην φράση δεν ξέρω/ δεν έχω άποψη. Παρακολουθώντας ωστόσο τη σειρά δεν με ενόχλησε, ίσως γιατί ένιωσα πως υπήρχε μια σύμβαση, πως η Λέμποβιτς, δηλαδή, επιτελούσε κάποιο ρόλο. Είναι καταιγιστική και χειμαρρώδης, ασυγκράτητη. Δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί αν και είναι κάτι παραπάνω από εμφανής η αυτοπεποίθησή της. Η αυτοπεποίθηση στους ανθρώπους, εν γένει, είναι ένα χαρακτηριστικό αμφίσημο, πότε ένδειξη άμυνας, μια προάσπιση του κενού και της αδυναμίας που νιώθουν, και πότε μια ένδειξη σιγουριάς, μια βεβαιότητα εκ της οποίας απορρέει εσωτερική -ζηλευτή και καθησυχαστική- γαλήνη. Η Λέμποβιτς πείθει αρκετά για το δεύτερο, αν και δεν ξέρω πώς θα ένιωθε αν ξαφνικά σταματούσαν να ζητούν τη γνώμη της ή αν συνειδητοποιούσε πως η εποχή την ξεπέρασε. Τα δημόσια πρόσωπα, και ιδίως αυτά που δεν έχουν ένα ευδιάκριτο πεδίο συμβολής στο κοινωνικό γίγνεσθαι παρά να κομίζουν την προσωπική τους γνώμη, συνηθίζουν να ακροβατούν στο χείλος ενός λάκκου γεμάτου από μαϊντανούς. Και το λέω αυτό με την επίγνωση πως το να μιλάς για τα βιβλία που διάβασες και τις ταινίες που είδες δεν απέχει πολύ από την παραπάνω περιγραφή, άσχετα της αποδοχής που τελικώς αυτή η συνήθεια λαμβάνει.

Σε μια εποχή ακραίας πόλωσης, όπως η σημερινή, κατά την οποία οφείλουμε, θαρρείς, να διαλέγουμε στρατόπεδα και ιδεολογικούς συμμάχους, με όρους απόλυτους και χωρίς ναι μεν και αλλά, το Pretend it´s a city προκαλεί -προκάλεσε σε μένα τουλάχιστον- μια αντανακλαστική αμηχανία. Δεν συμφωνούσα με όσα έλεγε η Λέμποβιτς, όχι τουλάχιστον με το σύνολο αυτών, κάποιες φορές ένιωθα και κάποιον εκνευρισμό για να είμαι ειλικρινής, από την πλήρη απαξίωση του κομμουνισμού μέχρι την ατάκα πως μισεί -εντός εισαγωγικών θέλω να πιστεύω- όσους της προτείνουν ένα βιβλίο που τελικά δεν της άρεσε -και που για κάποια όπως η Λέμποβιτς κάτι τέτοιο ταυτίζεται με ποιοτικό έλλειμμα. Μετά το χιούμορ, αυτό υπήρξε το δεύτερο χαρακτηριστικό για το οποίο ξεχώρισα τη σειρά αυτή, και τη Λέμποβιτς ειδικότερα, αφού η σειρά είναι εκείνη -αλλά και το παιδικό ξεκάρδισμα του Σκορσέζε στις ατάκες της. Η ομαλή αποδοχή τής προφανούς -μα τόσο δύσκολα χωνέψιμης- αλήθειας πως δεν γίνεται να συμφωνούμε όλοι με όλους. Σ' αυτό καθοριστικό ρόλο παίζει η αναγνώριση του προσώπου που στέκει απέναντι ισχυριζόμενο κάτι με το οποίο διαφωνούμε. Ένα ευφυές άτομο, ακόμα και αν σταθεί στον δικό μας αντίποδα, προκαλεί τον σεβασμό, τη στιγμή που τεντώνει τις εγκεφαλικές μας συνάψεις σε μια απόπειρα αντίκρουσης. Το γέλιο είναι μια απόδειξη επικράτησης και η ανασύνταξη δεν είναι απλή υπόθεση. Και αν η ευφυΐα της Λέμποβιτς είναι εμφανής, και μάλλον αδιαπραγμάτευτη, εκείνο που τίθεται υπό την κρίση του καθενός είναι το πόσο αυθεντική είναι, για το αν υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Για μένα, αν με ρωτάτε δηλαδή, η Λέμποβιτς έχει -ή τουλάχιστον πουλάει πολύ πειστικά- κάτι το αυθεντικό, μια ιδιότητα που ολοένα και χάνεται ως ανθρώπινο χαρακτηριστικό, σε μια κοινωνία που, για να δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα, αρνείται να δεχτεί ως άποψη το να μην έχει κάποιος υπολογιστή με πρόσβαση στο ίντερνετ- η Λέμποβιτς είναι ένα τέτοιο άτομο-, ή ίσως ακόμα πιο πέρα να αρνείται να το δεχτεί ως αλήθεια, θεωρώντας δεδομένο πως έχει και απλώς δεν το παραδέχεται σε μια έκφραση δηθενιάς.

Από το Pretend it´s a city δεν θα μπορούσε να λείπει η Νέα Υόρκη, γεγονός που προσδίδει περαιτέρω πόντους στη σειρά. Οι αλλαγές με τα χρόνια, η μανία με την ευζωία, η επέλαση της ασχήμιας, η τουριστική κατάληψη, η κτηματομεσιτική παράνοια, το δυσβάσταχτο κόστος, η κοινωνική συνείδηση, η ανθρώπινη συνύπαρξη, η αγάπη για την πόλη. Βλέποντας τη Λέμποβιτς στη Νέα Υόρκη και σκεπτόμενος με τους όρους της μητρόπολης που μας αναλογεί, τις αντιστοιχίες σε διάφορα επίπεδα, από την ανάπλαση του ιστορικού κέντρου μέχρι τον ίλιγγο των ενοικίων, αναρωτιόμουν ποια αθηναϊκή περσόνα θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση της Λέμποβιτς, ο Τζούμας ή ίσως ο Κωστόπουλος; Μια τέτοια σκέψη όμως προκαλεί μια βαριά μελαγχολία σε διάφορα επίπεδα, οπότε ας την αφήσουμε στην άκρη καλύτερα για να επιστρέψουμε στο Pretned it´s a city που βλέπετε αχόρταγα. Το one woman show της Λέμποβιτς υποστηρίζεται λιτά αλλά απόλυτα ικανοποιητικά σε τεχνικό επίπεδο (σκηνοθεσία, μοντάζ, φωτογραφία, ρεπεράζ) σ' ένα αποτέλεσμα σφιχτοδεμένο που καταφέρνει, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να μην πάσχει από διάφορες παθογένειες, σχεδόν σύμφυτες με τη δεδομένη συνθήκη. 

Ταυτίστηκα πλήρως με τη Λέμποβιτς στο σημείο που αναρωτιέται γεμάτη πικρόχολη απορία τι στο διάολο σημαίνει η αναγνωστική θέση πως βρήκα ή δεν βρήκα κάτι από τον εαυτό μου σε κάποιο βιβλίο, για να πει το απλό μα τόσο εύστοχο: ένα βιβλίο δεν είναι ένας καθρέπτης, ένα βιβλίο είναι μια πόρτα.

Υπεράνω προσδοκιών -που δεν είχα άλλωστε.

υγ. Και μόνο για την εμφάνιση σε κάποια επεισόδια της Τόνι Μόρισον θα άξιζε να δει κανείς το Pretend it´s a city.

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Μια ‒μάλλον‒ παράξενη επιλογή

Τηλεοπτικές σειρές γενικά δεν βλέπω. Ποτέ δεν έβλεπα, άλλωστε. Υπήρξαν βέβαια εξαιρέσεις στον κανόνα όλα αυτά τα χρόνια. Τελευταία σειρά που παρακολούθησα και μου άρεσε ‒και μάλιστα πάρα πολύ‒ ήταν το Normal People, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Sally Rooney· το μυθιστόρημα ακόμα δεν το έχω διαβάσει. Από τότε πέρασαν αρκετοί μήνες, μήνες εγκλεισμού, περίοδος φαινομενικά κατάλληλη για «κάψιμο». Στα κοινωνικά δίκτυα ο βομβαρδισμός με σειρές είναι διαρκής και ασίγαστος, κατά καιρούς φλέρταρα με κάποιες απ' αυτές αλλά χωρίς ευτυχή κατάληξη· είδα κάποια πρώτα επεισόδια, στα περισσότερα δεν έφτασα καν στους τίτλους τέλους. Στην κορυφή της πυραμίδας άρνησης στέκει η δέσμευση, ο χρόνος που πρέπει να αφιερώσω. Προτιμώ τις ταινίες. Εκ προοιμίου απορρίπτονται οι σειρές που δεν έχουν ολοκληρωθεί· είμαι ανυπόμονος. Κάποια στιγμή πέρυσι είδα το πολυπαινεμένο Bridge, κατάφερα να φτάσω ως το τέλος, αν και μάλλον ασθμαίνοντας. Δεν αρνούμαι πως είχε διάφορα ενδιαφέροντα σημεία, όμως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο κάθε επεισοδίου, με την κορύφωση και το ανοιχτό τέλος (βλ. cliffhunger) με κούραζε, μου φαινόταν επιτηδευμένο. Είμαι από εκείνους (τους παράξενους;) που δεν ενδιαφέρονται τόσο για τον προορισμό όσο για το ταξίδι, και αυτός είναι ο λόγος που δεν διαβάζω και τόσα αστυνομικά μυθιστορήματα άλλωστε.

Η φράση κλειδί ήταν πως θυμίζει πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Αυτή η φράση μου κίνησε το ενδιαφέρον. Μια φίλη μου μιλούσε για το Six Feet Under, μια αρκετά παλιά σειρά που έβλεπε ξανά και που ως τίτλος κάτι μου θύμιζε. Θυμίζει πολυσέλιδο μυθιστόρημα, μου είπε. Δεν διάβασα τίποτα σχετικό για να μην επηρεαστώ προκαταβολικά αν και μαγκώθηκα όταν είδα πως ήταν πέντε σεζόν. Εντούτοις αποφάσισα να της δώσω μια ευκαιρία, δεν θα υπέγραφα και κανένα συμβόλαιο άλλωστε. Κάπως έτσι είδα το πρώτο επεισόδιο. Και μου άρεσε πολύ. Πάρα πολύ. Κυρίως για το μαύρο του χιούμορ. Το πρώτο εκείνο βράδυ είδα τρία, ίσως τέσσερα, επεισόδια. Η αίσθηση του χιούμορ υποχώρησε αρκετά και αυτό με προβλημάτισε, το μεταφυσικό στοιχείο ‒που συνήθως με ενοχλεί‒ μου γέννησε κάποιες επιφυλάξεις. Την επόμενη μέρα σκεφτόμουν αρκετά τους χαρακτήρες, με συνέλαβα να αναρωτιέμαι σχετικά με την εξέλιξη της πλοκής, κυρίως σε συναισθηματική συνάρτηση με την απώλεια του πατέρα. Παράλληλα, η κεντρική ιδέα της σειράς, που περιστρέφεται γύρω από την καθημερινότητα ενός γραφείου τελετών, μια περίοδο κατά την οποία ο θάνατος μοιάζει να βρίσκεται παντού έκανε την επιλογή να φαντάζει κάπως παράξενη. Κάθε επεισόδιο ξεκινά δείχνοντας κάποιον να πεθαίνει, θάνατος ο οποίος οδηγεί τους οικείους του στο γραφείο τελετών· η προετοιμασία του νεκρού και η τελετή ακολουθούν. Όμως η φίλη είχε απόλυτο δίκιο, η εμπειρία προσομοίαζε αρκετά με την ανάγνωση ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος, στα οποία τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία για την παράλληλη πραγματικότητα που δημιουργούν. Ας δω τον πρώτο κύκλο και βλέπουμε, σκέφτηκα. Κάπως έτσι σκεφτόμουν αρχίζοντας τον κάθε επόμενο. Μην τα πολυλογώ, δεν άργησα να φτάσω ως το τέλος, παρότι σε κάποιες στιγμές το όλο πράγμα έμοιαζε κάπως να κάνει κοιλιά, μια δυο μέρες αποχής ήταν αρκετές για να με στήσουν εκ νέου μπροστά στην οθόνη. Ένα ακόμα επεισόδιο και μετά ύπνο, υποσχόμουν. Υπόσχεση που δεν τηρούσα πάντοτε.

Για όποιον δεν ξέρει τη σειρά αυτή, θα πω δυο λόγια σχετικά με την κεντρική υπόθεση, χωρίς ιδιαίτερα ενοχλητικές αποκαλύψεις. Οι Φίσερ, πατέρας και γιος, έχουν ένα ανεξάρτητο γραφείο τελετών. Στο πρώτο επεισόδιο, παραμονές Χριστουγέννων, ο πατέρας πηγαίνει με το αμάξι στο αεροδρόμιο να παραλάβει τον Νέητ, τον μεγάλο γιο, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, που όταν έγινε δεκαεπτά έφυγε από το σπίτι, περιπλανήθηκε αρκετά και κατέληξε στο Σηάτλ να δουλεύει σε έναν μικρό συνεταιρισμό βιολογικών τροφίμων, και τώρα γυρίζει σπίτι για τις οικογενειακές γιορτές. Στη διαδρομή, ο πατέρας θα τρακάρει και θα σκοτωθεί. Ο Νέητ θα παρατείνει για λίγες μέρες την παραμονή του στο Λος Άντζελες. Έτσι ξεκινούν όλα. Ο κυρίως πυρήνας χαρακτήρων ανήκει στην οικογένεια Φίσερ, ο πατέρας-φάντασμα, η χήρα μάνα και τα τρία παιδιά. Σ' αυτούς προστίθεται και ο Ρίκο που δουλεύει στην επιχείρηση, επιχείρηση που στεγάζεται στο σπίτι της οικογένειας Φίσερ, και κάποια ακόμα πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται μαζί τους. 

Η σειρά ανήκει στην κατηγορία του οικογενειακού δράματος και η εξέλιξη της πλοκής στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εξέλιξη των χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων. Σε αυτό το κομμάτι η σειρά παίρνει άριστα δέκα, οι χαρακτήρες ‒παρά τα όποια κλισέ‒ είναι καλοσχηματισμένοι και αληθοφανείς, με την εξέλιξή τους να είναι εμφανής και πειστική. Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι εντάσεις και το σίμωμα, η ωρίμανση και η αντιμετώπιση του πένθους από την απώλεια του πατέρα αλλά και όσων η ζωή φέρνει στο διάβα της, ήταν εκείνο που περισσότερο με συνέδεσε συναισθηματικά. Ιδιαίτερα η απόπειρα των γιων, κυρίως του πρωτότοκου Νέητ, να συνθέσουν μια πλήρη εικόνα του ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας τους, να ανακαλύψουν τα μυστικά και τις κρυφές πτυχές της ζωής του, τα πράγματα δηλαδή που ‒ελπίζω πως μόνο‒ παλαιότερα δεν συζητιούνταν, καθώς δεν περιλαμβάνονταν στο εγχειρίδιο της σχέσης γονιού‒τέκνου. Τα κλισέ και κάποια πρόσκαιρα τραβήγματα του σεναρίου δεν στάθηκαν ικανά να αλλοιώσουν τη γεύση που η σειρά τελικά αφήνει, ενώ ακόμα και οι φάσεις κοιλιάς αποδεικνύεται τελικά πως, παρά την πρόσκαιρη ενόχληση και τις σκέψεις εγκατάλειψης, εν μέρει λειτουργούν για την προώθηση της πλοκής, προσφέροντας τον απαραίτητο χρόνο μεταξύ των κορυφώσεων της έντασης. Εκείνο όμως που κυρίως με κράτησε ήταν η διάρθρωση των επεισοδίων, η αίσθηση, αν μπορώ να το εκφράσω όπως το έχω στο μυαλό μου, της ομαλής μετάβασης από το ένα στο άλλο, χωρίς αυτή να εξαρτάται διαρκώς και αποκλειστικά από κάποιο cliffhunger. Με τον τρόπο αυτό δεν ένιωθα μια εκβιαστική αγωνία για να δω τι θα γίνει στο επόμενο καρέ ‒οκ, συνέβη και αυτό μια δυο φορές‒ αλλά μια πιο αβίαστη επιθυμία σχετικά με την εξέλιξη. Συμβαίνει κι εδώ ό,τι συμβαίνει και στα πολυσέλιδα μυθιστορήματα χαρακτήρων και σχέσεων. Συναισθήματα προς τα πρόσωπα γεννιούνται, συναισθήματα δυναμικά και έντονα, ταύτισης και ενσυναίσθησης, αλλά και αδιαφορίας και όχλησης, καθώς μια οικειότητα μαζί τους αναπτύσσεται διαρκώς, τη στιγμή που οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε υπαρκτά πρόσωπα.

Γράφω αυτές τις γραμμές όντας στα μισά του πέμπτου κύκλου. Παρότι η αποθέωση του φινάλε αποτελεί κοινό τόπο όσων έχω ως τώρα ‒ευτυχώς χωρίς σπόιλερς‒ ακούσει, είναι κάτι που δεν πρόκειται να επηρεάσει ‒θεωρώ‒ τη γνώμη μου σχετικά με τη σειρά αυτή, την οποία πραγματικά απόλαυσα και που, σε δεύτερο επίπεδο, λειτούργησε και κάπως εξορκιστικά σε σχέση με τη θανατίλα των ημερών αυτών. Βέβαια, η δέσμευση με μια σειρά εξήντα τριών επεισοδίων είχε ως προφανή παρενέργεια μια παρατεταμένη κινηματογραφική αποχή, αλλά κάθε τι έχει το κόστος του, τουλάχιστον η σειρά άξιζε μια τέτοια θυσία και με το παραπάνω!           

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Russian doll (2019)





Σειρές παρακολουθώ ελάχιστες και αυτές ύστερα από προτάσεις συγκεκριμένων ατόμων. Ας γνωριστούμε όμως. Ξέρετε κάποιον που να μην αντέχει να παρακολουθήσει πάνω από ένα λεπτό Τα φιλαράκια, μια από τις δημοφιλέστερες σειρές, με τις δεκάδες επαναλήψεις στην ελληνική τηλεόραση; Εγώ είμαι ένας από τους λίγους που ξέρω. Δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου όπως λένε και οι αγγλόφωνοι. Κορωνίδα της αποστροφής είναι τα γέλια του κοινού -κονσέρβα ή ζωντανά ελάχιστη σημασία έχει- και ακολούθως το κυνήγι της ατάκας. Μα τι σχέση έχουν οι σημερινές σειρές με Τα φιλαράκια, θα αναρωτηθείτε και δεν θα έχετε άδικο, απλώς πάντα με ενδιαφέρει να θέτω ένα σημείο εκκίνησης, κάτι το οποίο δίνει αρκετές απαντήσεις σε σχέση με το διαμορφωθέν αισθητικό κριτήριο, τον δρόμο που έχει διανύσει κανείς, χωρίς να εμπεριέχει κάποιο πρόσημο αυτό. Τέλος πάντων, όπως και να έχει, καθένας με τα γούστα του, σε άλλη σειρά θέλω να αναφερθώ σήμερα.

Ξεφυλλίζοντας τις λίστες με τα αγαπημένα για τη χρονιά που πέρασε, ανθρώπων που εκτιμώ και ανθρώπων που απεχθάνομαι, έθιμο/βίτσιο του Γενάρη, είδα αρκετές αναφορές στη σειρά του Netflix Russian doll. Μια βιαστική ματιά στην υπόθεση αρκούσε για να νιώσω ένα γνώριμο, ως προς τις σειρές τουλάχιστον, αίσθημα επιφύλαξης, το οποίο πήγαζε από την κεντρική σεναριακή ιδέα, εκεί που η πρωταγωνίστρια Lyonne (Nadia Vulvokov) πεθαίνει διαρκώς και επανέρχεται στη ζωή, επιστρέφοντας στην ίδια χρονική στιγμή, ζώντας από την αρχή τη νύχτα των γενεθλίων της, επιχειρώντας αρχικά να επιζήσει και ακολούθως να λύσει το μυστήριο. Και η επιφύλαξή μου είχε να κάνει με την οικοδόμηση του σεναρίου γύρω από αυτό το εύρημα, σίγουρα ενδιαφέρον ως προς τη σύλληψη αλλά αρκετά επίφοβο ως προς την εκτέλεση. Το τρέιλερ το είδα περισσότερο για να επιβεβαιώσω το προαίσθημά μου, προκατειλημμένος ήδη αρνητικά και γι' αυτό μου έκανε εντύπωση που στάθηκε ικανό να με δελεάσει. Μεγάλο μέρος της ανατροπής αυτής οφείλεται σίγουρα στην τρελή φιγούρα της Lyonne που πρωταγωνιστεί. Σίγουρα επιπλέον κίνητρο αποτέλεσε το γεγονός πως η σειρά ολοκληρωνόταν σε έναν κύκλο -αν και υπάρχει ανακοίνωση σχετικά με τη συνέχιση για δεύτερη σεζόν, σεναριακά η ιστορία στον πρώτο αυτό κύκλο ολοκληρώνεται- ενώ αποτελείται από οχτώ εικοσιπεντάλεπτα επεισόδια. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην πλοκή της ιστορίας, τουλάχιστον όχι πέρα από την κεντρική ιδέα για την οποία ήδη μίλησα, και αυτό είναι προφανές νομίζω, αφού θα αποτελούσε στέρηση μέρους της απόλαυσης. 

Και αν αρχικά, στο πρώτο επεισόδιο κιόλας, έρχεται συνειρμικά στον νου το διάσημο Τρέξε, Λόλα, τρέξε, εδώ, παρά την ομοιότητα ως προς τη διαπραγμάτευση της σχετικότητας του χρόνου, δεν μας απασχολεί το τι θα γινόταν αν, στηριζόμενο μόνο σε συμπτώσεις και εξωτερικούς παράγοντες. Εδώ, η Lyonne έχει επίγνωση της κάθε προηγούμενης ζωής της, η αρχή της λούπας έρχεται με αυτή τη γνώση, προσομοιάζοντας στην τιμωρία του Σίσυφου να σπρώχνει αέναα τον βράχο στην κορυφή. Κάθε φορά που πεθαίνει η Lyonne ανοίγει τα μάτια της στην τουαλέτα, μπροστά στον καθρέφτη, στο σπίτι της φίλης της που φιλοξενεί το πάρτυ για τα γενέθλια της, ενώ ακούγονται τα ανυπόμονα χτυπήματα στην πόρτα. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται σε αυτή την επιθανάτια γνώση, καθώς η Lyonne ξέρει πως, ό,τι και αν συμβεί, εκείνη θα βρεθεί στην τουαλέτα του σπιτιού της φίλης εν μέσω του πάρτυ για τα τριακοστά έκτα γενέθλιά της. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς, αυτή η συνθήκη αρχικά μοιάζει κωμική και αστεία, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι, όχι τουλάχιστον για τη Lyonne. Και σε αυτό το σημείο η σειρά καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό, χωρίς να αναλώνεται απλώς και μόνο σε μια κοελικού χαρακτήρα ψευδοαναρώτηση σχετικά με το τι θα διόρθωνε κανείς αν ζούσε ξανά μια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος.

Το κεντρικό εύρημα είναι λειτουργικό, ενώ, η από τη φύση του, διαρκής επανάληψή του έχει το αντίθετο του προφανούς αποτέλεσμα, το εύρημα δηλαδή περνάει κάπως στο περιθώριο, αποκτά σταδιακά μια κανονικότητα που αντικαθιστά την αρχική έκπληξη. Προφανώς και αναμενόμενα, η διαδοχή των επεισοδίων σκοπό έχει την επίλυση του μυστηρίου, και σε αυτή την πορεία υπάρχουν κάποια μικρά κενά, κάποιες ευκολίες, κάποιες ανοιχτές απαντήσεις. Όμως, αυτό είναι κάτι που δεν ενοχλεί, ακριβώς γιατί το σενάριο είναι έτσι φτιαγμένο ώστε η ιστορία της Lyonne να απασχολεί έντονα τον θεατή, με τέτοιο τρόπο που η λύση του ευρήματος να αποκτά κάπως δευτερεύουσα σημασία. Δεν είναι τυχαίο πως η Lyonne είναι προγραμματίστρια παιχνιδιών, όχι ως προς την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά ως προς τη λογική της επανεκκίνησης της πίστας κάθε φορά από την αρχή, η παίχτρια δεν θέλει να χάσει για να μην αναγκαστεί να βρεθεί πάλι στην αρχή, κι εδώ φωλιάζει ένα δυσερμήνευτο συναίσθημα, καθώς ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος αλλά την αρχή.

Έχω επιφυλάξεις ως προς τη συνέχισή της σε δεύτερη σεζόν, αλλά ας μην προτρέχουμε καλύτερα. Ο πρώτος κύκλος του Russian doll ήταν μια ευχάριστη έκπληξη παρά την αρχική μου προκατάληψη. Η σειρά συστήνεται παρά τα όποια μικροελαττώματα παρουσιάζει.